Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Στεγαστικά δάνεια — Ποσό εκφρασμένο σέ βελγικά φράγκα — Εξόφληση στό νόμισμα τής χώρας οπου ευρίσκεται η κατοικία γιά τήν οποία χορηγείται τό δάνειο — Εφαρμοστέα τιμή μετατροπής — Τιμή μετατροπής κατά τό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — Μεταφορές ποσών διενεργούμενες κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — Αναπροσαρμογή τής τιμής μετατροπής κατά τήν διάρκεια τής ισχύος τής συμβάσεως δανείου — Εφαρμογή τής νέας τιμής μετατροπής επί τών μεταγενεστέρων μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 63 παράρτημα VII , άρθρο 17· κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου )
Περίληψη
Όταν , σύμφωνα μέ τούς ορους συμβάσεως δανείου πού συνήψε υπάλληλος τών Κοινοτήτων μέ τήν Επιτροπή τό ποσό τού δανείου εκφράζεται σέ βελγικά φράγκα καί , σέ περίπτωση καταβολής τών μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως στό νόμισμα τής χώρας οπου ευρίσκεται η κατοικία γιά τήν οποία χορηγείται τό δάνειο , η μετατροπή σέ βελγικά φράγκα τών μεταφερομένων σέ ξένο νόμισμα ποσών πρός εξόφληση τού δανείου πρέπει νά διενεργείται μέ βάση τήν ισχύουσα κατά τήν ημέρα τής μεταφοράς ισοτιμία , ειναι σύμφωνο τόσο πρός τίς ρήτρες τής συμβάσεως πού δέν προβλέπει μιά σταθερή ισοτιμία γιά ολη τήν διάρκειά της , αλλά διαφορετικές ισοτιμίες πού θά ηταν δυνατό νά ισχύσουν διαδοχικώς , οσο καί πρός τήν ιδιότητα τού δανειοδοτηθέντος ως υπαλλήλου , η τιμή συναλλάγματος νά ειναι εκείνη πού καθορίζεται ως ισοτιμία αναφοράς στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί οι μηνιαίες μεταφορές νά διενεργούνται κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII .
Κατά τήν εκτέλεση επομένως συμβάσεως δανείου πού συνήφθη πρίν από τήν έναρξη τής ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , οι οποίοι τροποποιούν εκτός τών άλλων καί τίς διατάξεις τού άρθρου 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τού προαναφερθέντος άρθρου 17 , η Επι τροπή δικαιούται νά εφαρμόσει επί τών μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως πού καθίστανται απαιτητές μετά τήν έναρξη τής ισχύος τών εν λόγω κανονισμών τήν τιμή μετατροπής πού απορρέει από τήν εφαρμογή τών αναπροσαρμοσμένων ισοτιμιών καί από τήν νέα διατύπωση τού άρθρου 17 .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 1205/79 ,
ROBERT ADAM , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra ( Varese ), Ιταλία , εκπροσωπούμενος από τόν Cesare Ribolzi , δικηγόρο Μιλάνου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Victor Biel , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής , επικουρούμενο από τόν Luigi Biamonti , δικηγόρο Ρώμης , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού περιέχονται στήν προσφυγή ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 21 Δεκεμβρίου 1979 , ο Adam , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τοποθετημένος στήν Ispra τής Ιταλίας , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), προσφυγή , μέ τήν οποία προβάλλει ως κύριο αίτημα τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής περί τροποποιήσεως τού τρόπου υπολογισμού τών οφειλομένων από τόν προσφεύγοντα μηνιαίων δόσεων πρός εξόφληση στεγαστικού δανείου πού συνήφθη μεταξύ τού ιδίου καί τής καθ’ της .
2 Μέ απόφαση τής 2ας Μαρτίου 1970 , περί χρήσεως τών διαθεσίμων κονδυλίων τών εγγεγραμμένων στόν προϋπολογισμό τής ΕΚΑΧ στήν θέση «Κονδύλια γιά συντάξεις» , τό Συμβούλιο εξουσιοδότησε πράγματι τήν Επιτροπή νά διαθέσει τό 40 % τών εν λόγω κονδυλίων γιά τήν χορήγηση στεγαστικών δανείων στούς υπαλλήλους τών Κοινοτήτων .
3 Μέ απόφαση τής 17ης Ιουνίου 1971 η Επιτροπή εθέσπισε τίς αναγκαίες εκτελεστικές διατάξεις , τό άρθρο 9 τών οποίων προέβλεπε ειδικότερα οτι «τά κατά τήν έννοια τής παρούσης διατάξεως δάνεια εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . Οι αντίστοιχες καταβολές διενεργούνται στό νόμισμα τής χώρας στήν οποία ευρίσκεται η κατοικία γιά τήν οποία χορηγείται τό δάνειο μέ βάση τήν ισχύουσα κατά τόν χρόνο τής καταβολής ισοτιμία» .
4 Τήν 22α Δεκεμβρίου 1972 ο προσφεύγων συνήψε μέ τήν Επιτροπή σύμβαση , δυνάμει τής οποίας έλαβε ως δάνειο ποσό 392 000 BFR γιά τήν χρηματοδότηση τής κατασκευής κατοικίας .
5 Βάσει τού άρθρου 4 τής συμβάσεως , ο οφειλέτης υποχρεούται νά εξοφλήσει τό ποσό τού δανείου μέ μηνιαίες δόσεις πού καθίστανται απαιτητές τήν 15η κάθε μηνός σύμφωνα μέ τόν συνημμένο πίνακα . Ο πίνακας αυτός , ο οποίος συνετάχθη σέ δύο αντίτυπα καί υπεγράφη καί από τούς δύο συμβαλλομένους , αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα τής συμβάσεως .
6 Τό άρθρο 5 τής συμβάσεως ορίζει οτι ο οφειλέτης δίδει αμετάκλητη εντολή στήν Επιτροπή νά προβαίνει σέ κράτηση ή νά εντέλλεται τήν διενέργεια κρατήσεως από τό όργανο τής Κοινότητος στό οποίο ανήκει ή θά ανήκει πρός μεταφορά στήν Επιτροπή , τήν 15η κάθε μηνός , από τίς μηνιαίες αποδοχές του ή από οιεσδή ποτε άλλες αποδοχές , τής μηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσεως πού αναγράφεται στόν πίνακα τόν οποίο αναφέρει τό άρθρο 4 .
7 Τό άρθρο 15 τής συμβάσεως προβλέπει οτι κάθε μεταφορά πού διενεργεί ο οφειλέτης υπέρ τού δανειστού ως προεξόφληση ή ως πληρωμή τών μηνιαίων δόσεων πρέπει νά γίνεται σέ βελγικά φράγκα ή στό νόμισμα τής χώρας στήν οποία ευρίσκεται η κατοικία γιά τήν οποία εχορηγήθη τό δάνειο καί στό οποίο κατεβλήθη τό ποσό τού δανείου . Η μετατροπή τού εν λόγω ποσού σέ βελγικά φράγκα θά διενεργείται μέ βάση τήν ισχύουσα κατά τήν ημέρα τής μεταφοράς ισοτιμία .
8 Στόν πίνακα περί τού οποίου γίνεται λόγος στό άρθρο 4 τής συμβάσεως , τό ποσό τού δανείου , οι μηνιαίες δόσεις , ο μηνιαίος τόκος , η μηνιαία απόσβεση τού κεφαλαίου καί τό υπολειπόμενο κεφάλαιο εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα .
9 Τό ποσό τού δανείου μετετράπη σέ ιταλικές λιρέτες μέ βάση τήν ισοτιμία 1 BFR = 12,50 LIT , η οποία εδηλώθη στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965 καί ελήφθη τότε ως βάση γιά τόν υπολογισμό τών αποδοχών τών υπαλλήλων , σύμφωνα μέ τό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Αντιστοίχως , η εξόφληση τών δανεισθέντων ποσών ( πάντοτε μέ βάση τήν προμνησθείσα τιμή συναλλάγματος ) διενεργείτο υπό τήν μορφή κρατήσεων εκ μέρους τής Επιτροπής υπό τήν ιδιότητά της ως δανειστού επί τών μηνιαίων αποδοχών τού υπαλλήλου .
10 Τό σύστημα ελειτούργει μέ τόν ακόλουθο τρόπο : ο βασικός μισθός τού υπαλλήλου , επί τού οποίου εφηρμόζετο ο συντελεστής αναπροσαρμογής ( επί παραδείγματι 100 000 βελγικά φράγκα συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία 157,8 τόν μήνα Μάρτιο 1979 ) εμειούτο κατά τό ποσό τής εξοφλητικής δόσεως γιά τό στεγαστικό δάνειο ( επί παραδείγματι 5 000 βελγικά φράγκα ), μέ αποτέλεσμα οι καθαρές αποδοχές νά καθορίζονται , πάντοτε σύμφωνα μέ τό παράδειγμα , στό υψος τών 152 800 βελγικών φράγκων , ποσό μετατρεπόμενο σέ ιταλικές λιρέτες σύμφωνα μέ τήν ισοτιμία 1 βελγικό φράγκο = 12,50 λιρέτες .
11 «Πρός επίλυση τών ανακυψασών δυσχερειών μετά τήν διακύμανση τής τιμής συναλλάγματος» η Επιτροπή απεφάσισε τήν 25η Ιουλίου 1975 νά τροποποιήσει τό άρθρο 9 τών εκτελεστικών διατάξεων τής 17ης Ιουνίου 1971· κατόπιν αυτού , προκειμένου περί τών συμβάσεων δανείων πού συνήφθησαν μετά τήν εν λόγω ημερομηνία , τόσο η καταβολή τού δανείου , οσο καί η εξόφλησή του έπρεπε νά γίνεται αποκλειστικώς σέ βελγικά φράγκα .
12 Τό άρθρο 2 , σημείο Ι τής αποφάσεως ορίζει :
«α ) Ο δανειστής ο οποίος έλαβε τό ποσό τού δανείου στό νόμισμα τής χώρας οπου ευρίσκεται η κατοικία , σέ τιμή άλλη από τήν μέση τιμή τού εν λόγω νομίσματος στήν αγορά συναλλάγματος τών Βρυξελλών κατά τήν ημέρα τής καταβολής , δύναται νά ζητήσει — εντός προθεσμίας δύο μηνών από τής ημερομηνίας κοινοποιήσεως τής παρούσης αποφάσεως — μείωση τού οφειλομένου κεφαλαίου κατά τό μέτρο πού υπέστη οικονομική ζημία λόγω τού γεγονότος οτι η εξόφληση γίνεται σέ βελγικά φράγκα .
β)Γιά τόν καθορισμό τού κεφαλαίου τής νέας οφειλής , τά ποσά πού κατεβλήθησαν στόν οφειλέτη σέ ξένο νόμισμα μετατρέπονται σέ βελγικά φράγκα μέ τήν τιμή πού καθορίζεται στό στοιχείο α ). Από τό κατ’ αυτόν τόν τρόπο υπολογιζόμενο ποσό αφαιρούνται οι τοκοχρεολυτικές δόσεις πού κατεβλήθησαν μέχρι τήν ημερομηνία τής αποφάσεως περί μειώσεως τής οφειλής . Εάν οι εν λόγω δόσεις κατεβλήθησαν στό νόμισμα τής χώρας οπου ευρίσκεται η κατοικία , μετατρέπονται επίσης σέ βελγικά φράγκα στήν τιμή πού ορίζεται υπό α ).
γ)Όλες οι εξοφλήσεις μετά τήν απόφαση περί μειώσεως τής οφειλής πραγματοποιούνται σέ βελγικά φράγκα.»
13 Η ανωτέρω απόφαση εκοινοποιήθη στόν προσφεύγοντα μέ έγγραφο τής 21ης Αυγούστου 1975 . Στό εν λόγω έγγραφο ανεφέροντο τά εξής : «Σέ περίπτωση μειώσεως τής οφειλής , ολες οι μεταγενέστερες εξοφλήσεις πρέπει νά γίνονται σέ βελγικά φράγκα . Συνεπώς , δέν δύνασθε στό εξής νά προβαίνετε σέ προεξόφληση στό νόμισμα στό οποίο κατεβλήθη τό δάνειο» .
14 Μέ δήλωσή του τής 26ης Σεπτεμβρίου 1975 ο προσφεύγων εζήτησε τήν μείωση τού κεφαλαίου πού όφειλε κατά 34 960 BFR ( ποσό πού ορίζετο στό έγγραφο τής 21ης Αυγούστου 1975 ), μείωση πού ενέκρινε η Επιτροπή , μέ αποτέλεσμα τήν αντίστοιχη μείωση τών μηνιαίων εξοφλητικών δόσεων πού ησαν εκφρασμένες σέ βελγικά φράγκα .
15 Μετά τήν μείωση αυτή η Επιτροπή εξακολούθησε μέχρι καί τήν 31η Μαρτίου 1979 νά διενεργεί τίς μεταφορές πρός πληρωμή τών οφειλομένων από τόν προσφεύγοντα μηνιαίων δόσεων μετατρέποντας σέ βελγικά φράγκα τό μεταφερόμενο σέ λιρέτες ποσό βάσει τής προβλεπομένης στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ισοτιμίας .
16 Μετά τήν έναρξη τής ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( GU L 369 , σ . 6 καί σ . 8 ), οι οποίοι ετροποποίουν μεταξύ τών άλλων καί τίς διατάξεις τού άρθρου 63 περί νομισματικών ισοτιμιών καί τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII περί μεταφορών , η Επιτροπή εφήρμοζε γιά τήν μετατροπή σέ βελγικά φράγκα τών ιταλικών λιρετών , πού εκρατούντο ως μηνιαίες δόσεις γιά τήν εξόφληση τού δανείου , τήν τιμή πού προέκυπτε από τήν εφαρμογή τών «αναπροσαρμοσμένων ισοτιμιών» καί από τήν νέα διατύπωση τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII .
17 Τήν 10η Ιουλίου 1979 , ο Adam υπέβαλε , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ένσταση κατά τής μετατροπής τών λιρετών σέ βελγικά φράγκα σύμφωνα μέ τούς νέους ορους . Η ένστασή του έμεινε αναπάντητη , άν εξαιρέσει κανείς ενα πολυγραφημένο σημείωμα τής 28ης Σεπτεμβρίου 1979 .
18 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι παρεβιάσθη η αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Κατά τήν άποψή του , η προσφορά μειώσεως τής οφειλής ενεφανίσθη ως μείωση τής αρχικής οφειλής πού εξηρτάτο από τήν μόνη υποχρέωση τής καταβολής τών μελλοντικών εξοφλητικών δόσεων σέ βελγικά φράγκα . Επειδή οι εν λόγω καταβολές επραγματοποιούντο ανέκαθεν σέ βελγικά φράγκα καί μέ βάση τήν δηλωθείσα στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επίσημη ισοτιμία , ο προσφεύγων δέν ηδυνήθη νά κατανοήσει τά αποτελέσματα πού επεδίωκε η Επιτροπή .
19 Επί πλέον υποστηρίζει οτι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας , επιβάλλοντας μονομερώς διαφορετική ισοτιμία μέσω τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 καί καθιστώντας κατ’ αυτόν τόν τρόπο τήν υποχρέωση πού υπέχει ο οφειλέτης ιδιαιτέρως επαχθή .
20 Κατά τρίτο λόγο , διατείνεται οτι υφίσταται διάκριση μεταξύ τών υπαλλήλων πού έλαβαν τό δάνειό τους μέ βάση τήν ισοτιμία 1 BFR = 12,50 LIT καί εκείνων πού συνήψαν τό δάνειό τους μετά τό 1977 . Οι πρώτοι υποχρεούνται νά προβούν σέ επαχθέστερη εξόφληση λόγω τού συστήματος πού καθιέρωσαν οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 , ενώ στούς δεύτερους κατεβλήθη σημαντικά μεγαλύτερο κεφάλαιο σέ λιρέτες , κατ’ εφαρμογή ακριβώς τής τιμής συναλλάγματος μεταξύ τού βελγικού φράγκου καί τής ιταλικής λιρέτας πού ίσχυε στή νομισματική αγορά , άν καί η Επιτροπή εξακολούθησε νά εφαρμόζει , οσον αφορά τίς εξοφλήσεις τους , τήν ισοτιμία τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μέχρι τόν Απρίλιο 1979 .
21 Οι δύο πρώτες αιτιάσεις τού προσφεύγοντος εκκινούν από τήν αντίληψη οτι η ισοτιμία πού εχρησιμοποιήθη γιά τήν μετατροπή τού ποσού τού δανείου σέ ιταλικές λιρέτες , καθώς καί γιά τήν μετατροπή τών λιρετών σέ βελγικά φράγκα γιά τίς μηνιαίες δόσεις εξοφλήσεως , όφειλε νά ειναι η δηλωθείσα στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο , καθώς καί οτι η Επιτροπή δέν ηδύνατο νά υιοθετήσει μονομερώς άλλη ισοτιμία .
22 Όπως προκύπτει από τήν δικογραφία , η τιμή συναλλάγματος πού εχρησιμοποιήθη γιά τήν μετατροπή σέ λιρέτες τού ποσού τού δανείου ηταν η γνωστοποιηθείσα στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τό 1965 , η οποία τότε ηταν η ισοτιμία αναφοράς πού ορίζετο στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η θέση τού προσφεύγοντος ισοδυναμεί μέ τήν άποψη οτι η ίδια αυτή τιμή πρέπει νά χρησιμοποιείται καθ’ ολη τήν διάρκεια τής συμβάσεως γιά τήν μετατροπή σέ βελγικά φράγκα τών ποσών πού μεταφέρονται στήν Επιτροπή πρός εξόφληση τού δανείου , σύμφωνα μέ τίς προβλεπόμενες από τήν σύμβαση μηνιαίες δόσεις .
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει αντιθέτως οτι η τιμή συναλλάγματος γιά τήν ανωτέρω μετατροπή πρέπει νά ειναι η καθοριζομένη ως ισοτιμία αναφοράς στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί οτι οι μηνιαίες μεταφορές δύνανται νά διενεργούνται κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό οποίο παρέχει στούς υπαλλήλους τήν ευχέρεια νά μεταφέρουν σέ κανονικά χρονικά διαστήματα μέρος τών αποδοχών τους μέσω τού οργάνου στό οποίο ανήκουν στό νόμισμα ορισμένων άλλων Κρατών μελών .
24 Σύμφωνα μέ αυτή τήν ερμηνεία τής συμβάσεως , η Επιτροπή , μέχρι τής ενάρξεως τής ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , μετέτρεπε σέ βελγικά φράγκα τά ποσά σέ λιρέτες τά οποία μετεφέροντο πρός εξόφληση τού εν λόγω δανείου , βάσει τής προβλεπομένης στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ισοτιμίας . Από 1ης Απριλίου 1979 ελάμβανε περαιτέρω ως βάση υπολογισμού γιά τή μετατροπή τών μηνιαίων δόσεων τίς τιμές πού καθορίζοντο από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως , οπως ειχε τροποποιηθεί από τούς ανωτέρω κανονισμούς , καί εφήρμοζε τίς διατάξεις τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπό τήν τροποποιημένη μορφή του . Ο τρόπος αυτός πραγματοποιήσεως τών μεταφορών ηταν , κατά τήν Επιτροπή , απολύτως σύμφωνος πρός τήν σύμβαση .
25 Η άποψη τού προσφεύγοντος δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Παραγνωρίζει τό γεγονός οτι , σύμφωνα μέ τούς ορους τής ιδίας τής συμβάσεως , η μετατροπή τών ποσών πού μετεφέροντο πρός πληρωμή τών μηνιαίων δόσεων έπρεπε νά πραγματοποιείται μέ βάση τήν ισοτιμία πού ίσχυε κατά τήν ημέρα τής μεταφοράς , ήτοι κατά τήν ημέρα κάθε μεταφοράς . Η σύμβαση δέν προέβλεπε σταθερή ισοτιμία γιά ολη τήν διάρκειά της , αλλά διαφορετικές ισοτιμίες πού θά ίσχυαν διαδοχικώς κατά τήν διάρκεια τής συμβάσεως .
26 Πρέπει νά υπομνησθεί οτι ολοι οι δανειοδοτηθέντες ησαν υπάλληλοι τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί οτι η σύμβαση προέβλεπε οτι οι εξοφλήσεις πρός τήν Επιτροπή θά επραγματοποιούντο μέσω τού οργάνου στό οποίο ανήκαν . Σύμφωνα μέ τήν ανωτέρω κατάσταση πραγμάτων , ηταν λογικό η ισοτιμία στήν οποία ανεφέρετο η σύμβαση νά ειναι εκείνη μέ βάση τήν οποία πραγματοποιείται ο υπολογισμός τών αποδοχών τού οφειλέτου , ήτοι η ισοτιμία τού άρθρου 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
27 Κατόπιν τών επελθόντων από τό 1971 νομισματικής φύσεως γεγονότων , η γνωστοποιηθείσα στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ισοτιμία γιά τή λιρέτα έπαυσε νά ισχύει . Κάποια στιγμή η λιρέτα εκυμαίνετο ελευθέρως . Τέλος , μέ τήν καθιέρωση τού ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος , καθορίσθη γιά τά νομίσματα τών Κρατών μελών πού υπήχθησαν στό σύστημα νέα τιμή συναλλάγματος , πού δύναται νά κυμαίνεται εντός ορισμένων ορίων .
28 Η πρακτική πού ακολούθησε η Επιτροπή , ήτοι η εφαρμογή επί τών μεταφορών πού πραγματοποιούνται πρός εξόφληση τών εν λόγω δανείων τών διατάξεων τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπό τήν νέα διατύπωσή του , έχει ως αποτέλεσμα η τιμή μετατροπής νά ειναι ευνοϊκότερη γιά τόν προσφεύγοντα από τήν απλή εφαρμογή τής ισοτιμίας τής λιρέτας εντός τού ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος .
29 Από τίς σκέψεις αυτές προκύπτει οτι η Επιτροπή δέν άλλαξε τήν ισοτιμία παρεκκλίνουσα τών ορων τής συμβάσεως καί οτι οι αιτιάσεις περί παραβιάσεως τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί περί καταχρήσεως εξουσίας ειναι αβάσιμες .
30 Όσον αφορά τήν προβαλλομένη διάκριση , μεταξύ τού προσφεύγοντος καί τών οφειλετών πού έλαβαν δάνεια μετά τό 1977 , πρέπει νά σημειωθεί οτι η μείωση τού δανείου πρός όφελος τού προσφεύγοντος κατά τό 1975 ειχε ως αποτέλεσμα νά περιέλθει στήν κατάσταση πού θά ευρίσκετο , άν ειχε λάβει τό ποσό τού δανείου μέ τήν τιμή πού ίσχυε στήν αγορά . Επί πλέον , ο προσφεύγων ηδυνήθη νά επωφεληθεί μέχρι τόν Απρίλιο 1979 τής αρχικής ισοτιμίας πού προέβλεπε η σύμβαση . Ως εκ τούτου δέν δύναται νά υποστηρίζει οτι έτυχε ολιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από τούς λοιπούς οφειλέτες . Συνεπώς , η αιτίασή του περί δυσμενούς διακρίσεως δέν δύναται νά γίνει δεκτή .
31 Όπως προκύπτει από τίς ανωτέρω εκτεθείσες σκέψεις , οι αιτιάσεις τού προσφεύγοντος ειναι αβάσιμες καί η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
32 Κατά τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
33 Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy