ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 17ης Ιανουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 792/79 R,
Camera Care Ltd, επιχείρηση επισκευής, εκμισθώσεως και πωλήσεως επαγγελματικού φωτογραφικού υλικού, με έδρα το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενη, για την έγγραφη διαδικασία, από τον Emmanuel Pollard, solicitor Λονδίνου, και, για την επ' ακροατηρίου διαδικασία, από το Mark R. P. Barnes, του Gray's Inn, barrister, κατόπιν παραγγελίας του E. Pollard, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την εταιρεία Webber, Wentzel & Co., 50, route ď Esch,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο John Temple Lang, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
παρεμβαίνουσες :
Hasselblad (GB) Ltd, με έδρα το Wembley της Αγγλίας, και Victor Hasselblad Α/Β, επιχείρηση κατασκευής φωτογραφικών μηχανών και εξαρτημάτων, με έδρα στο Goteborg της Σουηδίας, εκπροσωπούμενες από το William Τ. Stockier, solicitor Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Vereins- und Westbank Internationale SA, 25, boulevard Royal,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση για τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Η αιτούσα, Camera Care Ltd, με έδρα το Μπέλφαστ (Βόρειος Ιρλανδία), έχει στο Ηνωμένο Βασίλειο επιχείρηση επισκευής, εκμισθώσεως και πωλήσεως επαγγελματικού φωτογραφικού υλικού. Στις 26 Ιουνίου 1979, κατέθεσε στην Επιτροπή αίτηση, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. τ. 08/001, σελ. 26), κατά των εταιρειών Hasselblad (GB) Ltd, με έδρα το Wembley, στο Ηνωμένο Βασίλειο, και Victor Hasselblad Α/Β με έδρα το Goteborg της Σουηδίας (στο εξής, από κοινού, «Hasselblad»), λόγω παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Η αιτούσα παραπονείται για την εκ μέρους των Hasselblad καταγγελία της συμβάσεως προμηθείας που υπήρχε μέχρι τότε μεταξύ των μερών και για την άρνηση πωλήσεως φωτογραφικών μηχανών και ανταλλακτικών μετά τη διακοπή αυτή. Ισχυρίζεται ότι λόγω του συστήματος συμφωνιών μεταξύ των Hasselblad και των διανομέων της, της είναι αδύνατον να προμηθευτεί μηχανές ή ανταλλακτικά από άλλους μεσάζοντες και ότι έτσι τίθεται σε κίνδυνο η σχετική με την πώληση και την επισκευή των μηχανών δραστηριότητα της. Καταλήγοντας, η αιτούσα ζήτησε στην Επιτροπή να εκδώσει προσωρινή απόφαση με την οποία να διατάσσει την Hasselblad να αρχίσει και πάλι τις προμήθειες της προς αυτήν στις συνήθεις τιμές και υπό τους συνήθεις όρους.
3
Στις 27 Αυγούστου 1979, οι υπηρεσίες της γενικής διευθύνσεως ανταγωνισμού έστειλαν στην αιτούσα προσωρινή απάντηση με την οποία την πληροφορούν ότι ανακοίνωσαν αμέσως την αίτηση στη Hasselblad, ζητώντας τις παρατηρήσεις της, και ότι συνεχίζουν την έρευνα τους. Το έγγραφο αυτό καταλήγει με τις ακόλουθες φράσεις: «Λυπούμαι διότι δεν μπορώ να ικανοποιήσω την αίτηση σας περί λήψεως προσωρινών μέτρων. Στο κοινοτικό δίκαιο δεν υπάρχει νομική βάση για τέτοια διαδικασία.»
4
Ενόψει της αρνήσεως των υπηρεσιών της Επιτροπής να λάβουν προσωρινά μέτρα, στις 5 Νοεμβρίου 1979 η αιτούσα άσκησε προσφυγή στηριζόμενη συγχρόνως στο άρθρο 173 και στο άρθρο 175 της Συνθήκης, με σκοπό είτε την ακύρωση της προαναφερθείσας ανακοίνωσης είτε την εκ μέρους του Δικαστηρίου διαπίστωση του γεγονότος ότι η Επιτροπή παραβίασε τη Συνθήκη, μη ανταποκριθεί-σα στην αίτηση περί λήψεως των αιτηθέντων μέτρων.
5
Με αίτηση της ίδιας μέρας για τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά το άρθρο 186 της Συνθήκης, η αιτούσα ζήτησε από το Δικαστήριο να απευθύνει επειγόντως διαταγή προς την Επιτροπή, διατάσσοντας την να εκδώσει σχετικά με την Hasselblad κατάλληλη απόφαση ή, άλλως, να λάβει η ίδια επείγοντα μέτρα.
6
Στις γραπτές της παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της κυρίας προσφυγής. Συγχρόνως, ωστόσο, δήλωσε ότι η λήψη των προσωρινών μέτρων κατά το στάδιο αυτό θα ήταν, ενδεχομένως, κατά τη γνώμη της, δικαιολογημένη. Παρόλο που θεωρεί ότι έχει τις απαραίτητες γι' αυτήν εξουσίες, δεν θα ήθελε, ελλείψει ρητών σχετικών διατάξεων του κανονισμού 17, να λάβει μέτρα ασκώντας δική της εξουσία, και, κατά συνέπεια, παρακαλεί το Δικαστήριο να επιλύσει εκ των προτέρων αυτό το ζήτημα αρχής.
7
Με Διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 1979, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έφερε στο Δικαστήριο την υπόθεση της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.
8
Με αίτηση της 10ης Δεκεμβρίου 1979, οι εταιρείες Hasselblad ζήτησαν να τους επιτραπεί να παρέμβουν τόσο στην κυρία δίκη, όσο και στην διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Η παρέμβαση αυτή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με Διάταξη της 12ης Δεκεμβρίου 1979.
9
Τα μέρη εξέθεσαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους στις 9 Ιανουαρίου 1980.
Επί του νομικού χαρακτηρισμού της προσφυγής
10
Λόγω της αμφιβολίας που υπάρχει όσον αφορά τη νομική φύση της ανακοινώσεως των υπηρεσιών της Επιτροπής, στην οποία οφείλεται η διαφορά, η αιτούσα άσκησε την προσφυγή της βάσει των άρθρων 173 και 175 της Συνθήκης ΕΟΚ συγχρόνως. Αν και ο διπλός αυτός χαρακτηρισμός αυτός της προσφυγής δεν μπορεί να διατηρηθεί στην απόφαση επί της ουσίας, δεν φαίνεται αναγκαίο να λυθεί το ζήτημα αυτό στο παρόν στάδιο.
11
Πράγματι, όπως και αν χαρακτηρισθεί η προσφυγή, εφόσον ευδοκιμήσει, η Επιτροπή θα οφείλει εν πάση περιπτώσει, κατά το άρθρο 176, «να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου». Οι δύο προσφυγές έχουν, επομένως, τον ίδιο σκοπό υπό την έννοια ότι αυτό που ενδιαφέρει την αιτούσα είναι να επιτύχει την εκ μέρους της Επιτροπής λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητεί.
Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής για τη λήψη των προσωρινών μέτρων
12
Οι δισταγμοί που εξέφρασε η Επιτροπή οφείλονται στο γεγονός ότι ο κανονισμός 17 δεν απονέμει ρητά στην Επιτροπή, όταν της υποβάλλονται αιτήσεις βάσει του άρθρου 3 του Κανονισμού ή όταν ενεργεί αυτεπαγγέλτως βάσει της ίδιας διατάξεως, την εξουσία να λαμβάνει προσωρινά μέτρα μέχρις ότου καταστεί δυνατόν να κρίνει επί της ουσίας.
13
Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι «αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως, ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση τών διατάξεων του άρθρου 85 ή του άρθρου 86 της Συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφαση τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση». Κατά δε την παράγραφο 2, «προς τον σκοπόν αυτόν νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση: α) τα κράτη μέλη· β) πρόσωπα και ενώσεις προσώπων που επικαλούνται έννομο συμφέρον». Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι η Επιτροπή μπορεί, πριν από την έκδοση αποφάσεως κατά την παράγραφο 1, «να απευθύνει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων συστάσεις για την παύση της παραβάσεως».
14
Δεν μπορεί να αγνοηθεί η ανάγκη που μπορεί να υπάρχει, υπό ορισμένες περιστάσεις, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όταν η πρακτική ορισμένων επιχειρήσεων σε θέματα ανταγωνισμού έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των συμφερόντων ορισμένων κρατών μελών, την πρόκληση ζημίας εις βάρος άλλων επιχειρήσεων ή την κατ' απαράδεκτο τρόπο διακινδύνευση της κοινοτικής τάξεως όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Σε τέτοιες περιστάσεις, το ζήτημα είναι να αποφευχθεί η πρόκληση ανεπανόρθωτων ζημιών κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι οποίες δεν θα μπορούν πλέον να θεραπευθούν με την απόφαση που θα καταλήξει να λάβει η Επιτροπή κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.
15
Αν και είναι αλήθεια ότι, από την άποψη τόσο της αποτελεσματικότητας του δικαίου του ανταγωνισμού, όσο και της προστασίας των εννόμων συμφερόντων των κρατών μελών ή των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων φαίνεται αναγκαία υπό ορισμένες περιστάσεις, πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν οι διατάξεις του κανονισμού 17 επιτρέπουν την ικανοποίηση της νομικής αυτής ανάγκης.
16
Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 3 του κανονισμού παρέχει στην Επιτροπή, προκειμένου να επιτύχει την παύση των παραβάσεων που διαπιστώνει, τη δυνατότητα να μετέλθει δύο μέσα ενεργείας: αφενός, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει «αποφάσεις», οι οποίες, κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης, είναι δεσμευτικές για τους αποδέκτες τους και οι οποίες, κατά τα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού 17, μπορούν να προβλέπουν την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αφετέρου, πριν εκδώσει δεσμευτική απόφαση, η Επιτροπή έχει πάντοτε, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, την ευχέρεια να απευθύνει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις «συστάσεις για την παύση της παραβάσεως». Η τελευταία αυτή διάταξη έχει ως σκοπό να επιτρέψει στην Επιτροπή να πληροφορεί τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις σχετικά με την εκ μέρους της εκτίμηση της καταστάσεως βάσει του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να τις καλέσει να συμμορφωθούν σχετικά χωρίς να προσφύγει αμέσως στο νομικό καταναγκασμό. Δεν έχει, ωστόσο, την έννοια ότι περιορίζει τον τρόπο ασκήσεως της εξουσίας εκδόσεως αποφάσεως, η οποία αποτελεί το κεντρικό στοιχείο του άρθρου 3.
17
Όσον αφορά την εξουσία εκδόσεως αποφάσεως την οποία παρέχει στην Επιτροπή η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού, σημαντικό είναι να μπορεί να ασκείται κατά τον αποτελεσματικότερο και καταλληλότερο ενόψει των συνθηκών κάθε συγκεκριμένης καταστάσεως τρόπο. Προς τον σκοπό αυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα, η εξουσία εκδόσεως αποφάσεως που παρέχεται στην Επιτροπή να ασκείται σε διαδοχικές φάσεις, κατά τρόπο ώστε πριν εκδοθεί μια απόφαση που διαπιστώνει παράβαση, να μπορούν να προηγηθούν κάθε είδους προπαρασκευαστικές ρυθμίσεις, οι οποίες μπορούν να φαίνονται αναγκαίες σε δεδομένη στιγμή.
18
Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή πρέπει επίσης να μπορεί, στο πλαίσιο του ελέγχου που της ανατίθεται, σε θέματα ανταγωνισμού, από τη Συνθήκη και τον κανονισμό 17, να λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα, κατά το μέτρο που τα μέτρα αυτά φαίνονται απαραίτητα προκειμένου να αποφευχθεί ώστε η άσκηση του δικαιώματος λήψεως αποφάσεως που προβλέπει το άρθρο 3, να καταλήξει να είναι αναποτελεσματική, ή ακόμη και μάταιη, λόγω της δραστηριότητας ορισμένων επιχειρήσεων. Οι αρμοδιότητες, επομένως, που έχει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 περιλαμβάνουν τη λήψη των προσωρινών μέτρων που είναι απαραίτητα για να μπορεί να επιτελέσει κατά τρόπο αποτελεσματικό το έργο της και, ειδικότερα, για την εγγύηση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των αποφάσεων που θα εκδοθούν ενδεχομένως για να υποχρεώσουν τις επιχειρήσεις να παύσουν τις διαπιστωθείσες παραβάσεις.
19
Εντούτοις, η Επιτροπή δεν πρέπει να προβαίνει στη λήψη τέτοιων μέτρων χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα της επιχειρήσεως την οποία αφορούν τα μέτρα αυτά. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό τα προσωρινά μέτρα να μη λαμβάνονται παρά μόνο στην περίπτωση αποδεδειγμένου κατεπείγοντος, προκειμένου να αποφευχθεί μία κατάσταση ικανή να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στο μέρος που ζητεί τη λήψη τους, ή αφόρητη για το γενικό συμφέρον. Πρέπει ακόμη τα μέτρα αυτά να έχουν χαρακτήρα προσωρινό και ασφαλιστικό, να περιορίζονται δε στο αναγκαίο για τη συγκεκριμένη κατάσταση μέτρο. Θεσπίζοντας τα, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τις βασικές εγγυήσεις που εξασφαλίζει για τα ενδιαφερόμενα μέρη ο κανονισμός 17, ιδίως δε το άρθρο 19. Πρέπει, τέλος, οι αποφάσεις να εκδίδονται υπό τέτοια μορφή ώστε κάθε μέρος που θεωρεί ότι το θίγουν να μπορεί να τις προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου.
20
Όπως έκρινε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με Διάταξη που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων της 22ας Οκτωβρίου 1975, επί της υποθέσεως 109/75 R (National Carbonising Company, ECR σ. 1193), είναι σύμφωνο προς τις σχετικές με τη διάρθρωση της Κοινότητας διατάξεις, τα προσωρινά μέτρα που είναι ενδεχομένως αναγκαία να λαμβάνονται από το κοινοτικό όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί να δέχεται τις αιτήσεις των Κυβερνήσεων ή των ιδιωτών, να προβαίνει το όργανο αυτό σε δια-ξαγωγή ερευνών και να εκδίδει αποφάσεις σχετικά με τις διαπιστούμενες παραβάσεις, ενώ ο ρόλος του Δικαστηρίου συνίσταται στην άσκηση του δικαστικού ελέγχου των σχετικών πράξεων της Επιτροπής. Ως προς το ζήτημα αυτό, τα δικαιώματα των διοικούμενων προστατεύονται από το γεγονός ότι, σε περίπτωση που τα προσωρινά μέτρα που αποφάσισε η Επιτροπή θίγουν τα νόμιμα συμφέροντα οποιουδήποτε ενδιαφερομένου μέρους, το πρόσωπο αυτό έχει πάντα τη δυνατότητα, μέσω των κατάλληλων ενδίκων βοηθημάτων, να επιδιώξει την αναθεώρηση της ληφθείσας απόφασης, προσφεύγοντας, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε κατεπείγοντα μέτρα, δυνάμει του άρθρου 185 ή του άρθρου 186 Συνθήκης ΕΟΚ.
21
Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει τις απαραίτητες εξουσίες προκειμένου να δεχθεί την αίτηση της αιτούσας, εάν θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αυτή είναι βάσιμη. Η αιτούσα πρέπει, επομένως, να παραπεμφθεί στην Επιτροπή, η οποία, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων και συμφερόντων του μέρους το οποίο αφορά η αίτηση, θα αποφανθεί επί της αιτήσεως περί λήψεως προσωρινών μέτρων υπό τις ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσει:
1)
Εναπόκειται στην Επιτροπή να κρίνει, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, αν πρέπει να ληφθούν προσωρινά μέτρα κατόπιν της υποβληθείσας αίτησης.
2)
Κατά τα λοιπά απορρίπτει τα υποβληθέντα αιτήματα.
Κρίθηκε στο Λουξεμβούργο, στις 17 Ιανουαρίου 1980.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Ο γραμματέας
A. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy