ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην παρούσα προδικαστική υπόθεση η διαφορά της κύριας δίκης γεννήθηκε από την πώληση προϊόντων της εταιρίας Boussac Saint-Frères, σημαντικού γάλλου κατασκευαστή υφασμάτων, στην πελάτισσα της Gerstenmeier, που διαθέτει κατάστημα λιανικής πωλήσεως ενδυμάτων στη Γερμανία. Επειδή η τελευταία δεν εξόφλησε εντελώς το λογαριασμό της, που ήταν σε γαλλικά φράγκα, η δανείστρια εταιρία υπέβαλε στο αρμόδιο δικαστήριο, το Amtsgericht του Berlin-Schöneberg αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής («Mahnverfahren»).
Το δικαστήριο αυτό δεν μπόρεσε, όπως επιθυμούσε η αιτούσα, να εκδώσει διαταγή πληρωμής κατά της Gerstenmeier για το υπόλοιπο της απαιτήσεως, δηλαδή για ποσό εκφρασμένο σε ξένο νόμισμα. Πράγματι το άρθρο 688, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας («Zivilprozeor-dnung» — ZPO) περιορίζει το παραδεκτό της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής στην περίπτωση που ζητείται η πληρωμή ποσού εκφρασμένου σε εθνικό νόμισμα, τουλάχιστον όταν ο οφειλέτης δεν είναι εγκατεστημένος σε άλλο, εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, συμβαλλόμενο κράτος της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968. Το Amtsgericht του Schöneberg προτίμησε να αναστείλει τη διαδικασία και, αφού εξέθεσε στο Δικαστήριο ότι ο περιορισμός αυτός εισήχθη με νόμο της 3ης Δεκεμβρίου 1976, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1977, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης το προδικαστικό ερώτημα «εάν αυτή η τροποποίηση του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας αποτελεί, ως προς τους δανειστές άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, μέτρο που δημιουργεί διάκριση εις βάρος των αιτούντων αυτών και είναι ανίσχυρο έναντι αυτών, διότι παραβιάζει το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, έτσι ώστε οι αιτούντες να μπορούν ακόμη, με τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής (Mahnverfahren), να επιδιώξουν την ικανοποίηση απαιτήσεων, εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα, κατά οφειλετών που είναι εγκατεστημένοι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας».
Επειδή, στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 177, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ερμηνεύει και, ακόμη περισσότερο, να κρίνει διάταξη του εθνικού δικαίου, ας μου επιτραπεί να διατυπώσω εκ νέου το υποβληθέν ερώτημα ως εξής:
Το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι η εθνική διάταξη η οποία αποκλείει από την απλοποιημένη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής τους δικαιούχους απαιτήσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα που στρέφονται κατά οφειλετών, οι οποίοι κατοικούν στο κράτος μέλος που θέσπισε την εν λόγω διάταξη, αποτελεί μέτρο που δημιουργεί διάκριση λόγω ιθαγενείας ;
Ι —
Επειδή η λυσιτελής απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει την καλή γνώση της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής (Mahnverfahren) θα αρχίσω με την περιγραφή της διαδικασίας αυτής.
Η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 688 έως 703 d του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας (ZPO) είναι συνοπτική, εξαιρετική διαδικασία, σε αντίθεση με την κανονική διαδικασία εγέρσεως αγωγής («Klageverfahren») που αποτελεί το αντικείμενο των άρθρων 253 και επ. του ίδιου κώδικα.
α)
Περιορισμένη από την καθιέρωση της το 1877 σε ορισμένες αιτήσεις που είχαν ως αντικείμενο περιουσιακά δικαιώματα, η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο από τη διαδικασία του κοινού δικαίου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, ιδίως όταν ο οφειλέτης δεν αμφισβητεί σοβαρά την απαίτηση. Η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής ενδείκνυται ιδίως για τις απλές αξιώσεις («Ansprüche»), που δεν αμφισβητούνται, αυτές που προκύπτουν σε μεγάλο αριθμό από τις συνήθεις έννομες σχέσεις και που, για το λόγο αυτό, μπορούν να ταξινομηθούν σε περιορισμένο αριθμό ειδών συμβάσεων. Πληροφορήθηκα επίσης ότι μεγαλύτερη χρήση της διαδικασίας αυτής κάνουν οι επιχειρήσεις που απευθύνονται άμεσα στους τελικούς καταναλωτές, όπως οι επιχειρήσεις πωλήσεων με αλληλογραφία.
Η διαδικασία της διαταγής πληρωμής διακρίνεται, σε σχέση με τη διαδικασία της αγωγής, για την απλότητα της και επιτρέπει στους δανειστές να κερδίσουν σημαντικό χρόνο. Είναι αρκετό να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση («Mahnantrag»), συντεταγμένη σε έντυπο, η οποία, εκτός από τον προσδιορισμό των διαδίκων, περιορίζεται στον προσδιορισμό της απαιτήσεως κατά συνοπτικό τρόπο. Εάν η αίτηση συγκεντρώνει τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου, το δικαστήριο εκδίδει διαταγή πληρωμής («Mahnbefehl»), χωρίς να εξετάσει την ουσία, και την επιδίδει αυτεπαγγέλτως στον οφειλέτη.
Εάν ο τελευταίος δεν πληρώσει, ούτε ασκήσει ανακοπή («Widerspruch») εντός δύο εβδομάδων από της επιδόσεως, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει την έκδοση αποφάσεως που του επιτρέπει να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του καθού η διαταγή πληρωμής. Η απόφαση αυτή εκδίδεται επίσης χωρίς το αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως. Επειδή δε τα αποτελέσματα της ισοδυναμούν προς αυτά της ερήμην εκδοθείσας απόφασης, μπορεί να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή. Αντίθετα, εάν ο οφειλέτης ασκήσει εμπρόθεσμα ανακοπή, η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής μετατρέπεται σε κοινή διαδικασία αγωγής. Από αυτό προκύπτει ιδίως ότι ο δανειστής οφείλει, εντός της προθεσμίας των δύο εβδομάδων, να αναπτύξει τους σχετικούς με την αίτηση του ισχυρισμούς ώστε να μπορέσει ο δικαστής να εξετάσει την ουσία της αιτήσεως. Σε περίπτωση ανακοπής, η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής εμφανίζεται επομένως ως δικονομικός ελιγμός που καθυστερεί σημαντικά τη συνήθη διαδικασία, η οποία επιπλέον είναι μακρύτερη, έστω και για μόνο το λόγο ότι η κρατούσα πρακτική επιβάλλει τη διεξαγωγή επ' ακροατηρίου συζητήσεως.
Εκτός από χρονικό κέρδος, η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής συνεπάγεται και οικονομία εξόδων. Τα δικαστικά έξοδα που προκύπτουν από τη διαδικασία αυτή ανέρχονται στο μισό εκείνων που προκαλούνται από τη συνήθη διαδικασία αγωγής. Εκτός αυτού δεν απαιτεί ποτέ την παράσταση δικηγόρου, η οποία είναι αντίθετα υποχρεωτική στη συνήθη διαδικασία εάν η αξία της διαφοράς υπερβαίνει τα 3.500 γερμανικά μάρκα.
β)
Η περιγραφή αυτή αναφέρεται στη σημερινή κατάσταση της ρυθμίσεως η οποία, τουλάχιστον στο ζήτημα που μας ενδιαφέρει, υπέστη δύο τροποποιήσεις από τότε που θεσπίστηκε.
Μέχρι τις 29 Ιουλίου 1972 η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής δεν μπορούσε να ακολουθηθεί παρά έναντι οφειλετών που ήταν εγκατεστημένοι στη Γερμανία, επέτρεπε όμως, χωρίς διάκριση, την προβολή απαιτήσεων εκφρασμένων σε γερμανικό νόμισμα και απαιτήσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα. Στη συνέχεια το ζήτημα ρυθμίστηκε από το νόμο της 29ης Ιουλίου 1972 περί εκτελέσεως της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (Σύμβαση των Βρυξελλών). Από την ημερομηνία αυτή η εξεταζόμενη διαδικασία μπορούσε να ακολουθηθεί και έναντι οφειλετών που ήταν εγκατεστημένοι στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως, εκτός από τη Γερμανία, και αυτό όσον αφορά απαιτήσεις εκφρασμένες είτε σε ξένο είτε σε γερμανικό νόμισμα. Όμως από την 1η Ιουλίου 1977, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του νόμου της 3ης Δεκεμβρίου 1976, περί απλουστεύσεως και επιταχύνσεως των δικαστικών διαδικασιών (καλουμένου νόμου περί απλουστεύσεως), δεν είναι πλέον δυνατό να ζητηθεί, με τη συνοπτική διαδικασία, η ικανοποίηση απαιτήσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα έναντι οφειλετών που είναι εγκατεστημένοι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ενώ η δυνατότητα αυτή υφίσταται ακόμα έναντι οφειλετών που είναι εγκατεστημένοι στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως των Βρυξελλών, που είναι τα πέντε άλλα αρχικά κράτη μέλη της Κοινότητας.
γ)
Ποιοι ήταν οι λόγοι της μεταρρυθμίσεως του 1976; Η μεταρρύθμιση αυτή έγινε, όπως εξήγησε στο Δικαστήριο η Γερμανική Κυβέρνηση, «με σκοπό να βελτιωθεί η προστασία του καθού η αίτηση διαδίκου και να καταστεί πιο ορθολογική η εργασία των δικαστηρίων. Ο νόμος δημιούργησε ιδίως τις προϋποθέσεις για τη μηχανική επεξεργασία των διαδικασιών, ώστε να επιτραπεί η χρήση της πληροφορικής». Όμως η έρευνα που προηγήθηκε του νομοθετικού έργου έδειξε ότι το να συμπεριληφθούν οι σε ξένο νόμισμα εκφρασμένες απαιτήσεις σε σύστημα πληροφορικής για την επεξεργασία της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής θα απαιτούσε σημαντική διεύρυνση του προγράμματος επαληθεύσεως (Software) της αιτήσεως, που είναι ήδη πολύ πολύπλοκο. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό αιτήσεων που υποβλήθηκαν πράγματι για απαιτήσεις τέτοιου είδους, οδήγησε στην επικρινόμενη διατύπωση του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας (ZPO) που είναι η ακόλουθη:
«Όταν η αίτηση έχει ως αντικείμενο την πληρωμή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού εκφρασμένου σε εθνικό νόμισμα, εκδίδεται, κατ' αίτηση του δικαιούχου της απαιτήσεως, διαταγή πληρωμής (“Mahnbescheid”).»
Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως υφίστανται θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ της περιπτώσεως αυτής και εκείνης στην οποία ο οφειλέτης κατοικεί σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμβάσεως των Βρυξελλών, διαφορές που εξηγούν το παραδεκτό, σ' αυτή την τελευταία περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 688, παράγραφος 3, της αιτήσεως για απαιτήσεις σε ξένο νόμισμα, η επεξεργασία των οποίων εξακολουθεί να μη γίνεται μηχανογραφικά. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η διαδικασία εκτυλίσσεται εν μέρει μόνο στη Γερμανία, εφόσον η επίδοση και η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής ανήκουν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου κατοικίας του οφειλέτη. Επειδή το γερμανικό νόμισμα αποτελεί ξένο νόμισμα στον τόπο της εκτελέσεως, ο αποκλεισμός των απαιτήσεων που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα θα γεννούσε, κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ανισότητα μεταξύ του δανειστή της διαδικασίας αυτής και του δανειστή ενός οφειλέτη που κατοικεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
δ)
Η Γερμανική Κυβέρνηση προσέθεσε ακόμη ότι ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 688, παράγραφος 1, δεν ήταν η μόνη τροποποίηση που επέφεραν οι τεχνικές απαιτήσεις της εφαρμογής της πληροφορικής. Οι σημαντικότερες είναι νομίζω η αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου του αιτούντος — που επιτρέπει τη συγκέντρωση των αιτήσεων που προέρχονται από μεγάλες επιχειρήσεις —, η δυνατότητα που χορηγείται στα ομόσπονδα κράτη («Länder») να συγκεντρώνουν τις αιτήσεις σε ένα μόνο Amtsgericht και κυρίως η εγκατάλειψη κάθε ελέγχου της ουσίας της αιτήσεως, που αποτέλεσε, απ' όσο γνωρίζω, το αντικείμενο της πιο έντονης κριτικής κατά της μεταρρυθμίσεως του 1976.
Επιπλέον ο περιορισμός της διαδικασίας στις απαιτήσεις που είναι εκφρασμένες σε εθνικό νόμισμα δεν αποκλείει μόνο τις απαιτήσεις που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, αλλά και εκείνες που έχουν ως αντικείμενο αντικαταστατά πράγματα και χρεόγραφα και των οποίων η ικανοποίηση μπορούσε, πριν την 1η Ιουλίου 1977, να επιδιωχθεί με τον τρόπο αυτό. Ενδιαφέρον ως προς αυτό είναι να σημειωθεί ότι στα δίκαια των άλλων κρατών μελών — εκτός από το ολλανδικό, ιρλανδικό και λου-ξεβουργιανό δίκαιο, για τα οποία δεν έχω πληροφορίες — δεν γίνεται διάκριση μεταξύ χρεών εκφρασμένων σε εθνικό νόμισμα και χρεών εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα, για την ικανοποίηση των οποίων μπορεί κανείς εξάλλου να προσφύγει σε συνοπτικές διαδικασίες.
ε)
Η μεμονωμένη περίπτωση της γερμανικής ρυθμίσεως είναι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτη, διότι, όπως θα φανεί σε λίγο, οι λόγοι των οποίων γίνεται επίκληση για να δικαιολογηθεί η διαφορετική μεταχείριση των απαιτήσεων αναλόγως του νομίσματος στο οποίο είναι εκφρασμένες, δεν είναι, αν το σκεφθεί κανείς, ουσιώδεις.
Αν καταρτίσει κανείς ένα κατάλογο με τις διάφορες περιπτώσεις, στις οποίες εφαρμόζεται η περιοριστική διάταξη του άρθρου 688, παράγραφος 1, καταλαβαίνει αμέσως ότι δύο απ' αυτές είναι καθαρά θεωρητικές και μόνον η τρίτη, στην οποία ακριβώς ανήκει η παρούσα υπόθεση, μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες.
Στη Γερμανική Κυβέρνηση, που επανειλημμένα τόνισε ότι το απαράδεκτο της διαδικασίας θίγει τόσο τους δανειστές που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσο και αυτούς που κατοικούν στο εξωτερικό, θα πρέπει να δοθεί απλά η απάντηση ότι, σε μια καθαρά εθνική έννομη σχέση, η επιλογή ξένου νομίσματος είναι πάρα πολύ σπάνια και, στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται επιπλέον στην προηγούμενη έγκριση των αρμοδίων αρχών (άρθρο 3 του «Währungsgesetz» της 20ής Ιουνίου 1948 και άρθρο 49 του «Auenwirtschaftsgesetz — Anpassungsgesetz»). Η δεύτερη περίπτωση δυνατής εφαρμογής, αυτή κατά την οποία ο δανειστής κατοικεί σε άλλο, εκτός της Γερμανίας, κράτος μέλος της Κοινότητας και ο οφειλέτης σε τρίτο κράτος ως προς τη Σύμβαση των Βρυξελλών, αποτελεί επίσης σχολικό παράδειγμα: δύσκολα βλέπει κανείς πώς είναι δυνατόν γερμανικό δικαστήριο να είναι αρμόδιο για διαφορά που γεννήθηκε υπ' αυτές τις συνθήκες.
Επομένως το απαράδεκτο της διαδικασίας αυτής για απαιτήσεις που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα δεν έχει πρακτικές συνέπειες παρά μόνο στις περιπτώσεις που ο δανειστής κατοικεί στο εξωτερικό και ο οφειλέτης στη Γερμανία. Όμως, όπως αναφέρει η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, οι περιπτώσεις αυτές είναι τόσο ολιγάριθμες ώστε δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε στατιστική. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 689, παράγραφος 2, του κώδικα πολιτικής δικονομίας (ZPO) «εάν ο αιτών δεν έχει κατοικία ή έδρα (“keinen allgemeinen Gerichtsstand”) στην ημεδαπή, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Amtsgericht του Schöneberg στο Βερολίνο». Υπό τις συνθήκες αυτές δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως σύμφωνα με το οποίο η επάνοδος στην επεξεργασία δια χειρός για τις απαιτήσεις αυτές θα απαιτούσε την πρόσληψη ειδικευμένων υπαλλήλων σε πολλά δικαστήρια, πράγμα που θα εξουδετέρωνε το πλεονέκτημα οικονομίας που αναμένεται να έχει η εφαρμογή της πληροφορικής.
Δεν υπάρχει επομένως αντικειμενικός λόγος που να επιβάλλει τον αποκλεισμό από τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής των απαιτήσεων που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, όταν ο οφειλέτης κατοικεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η επικρινόμενη νομοθεσία προσκρούει στο άρθρο 7 της Συνθήκης.
II —
Πριν εξεταστεί το σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι, παρόλον ότι το δικαστήριο της παραπομπής αναφέρει μόνο τη διάταξη αυτή στο ερώτημα του, η αιτούσα της κύριας δίκης επικαλέσθηκε επίσης, κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, δύο άλλους κανόνες κοινοτικού δικαίου.
Υποστήριξε έτσι ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης, που θεσπίζει την αρχή της ελευθερίας των ενδοκοινοτικών πληρωμών. Ο εκπρόσωπος της όμως, ενώ στις γραπτές παρατηρήσεις του δήλωσε «ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί εάν (η διάταξη αυτή) στηρίζει από μόνη της ή σε συνδυασμό με το άρθρο 7 αίτημα κατά του ληφθέντος μέτρου», κατά την προφορική διαδικασία δήλωσε ότι είναι πεπεισμένος ότι «το άρθρο 106 αποτελεί έκφραση της γενικής απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 7, όπως και οι διατάξεις περί ελεύθερης εγκαταστάσεως ή περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών». Για το λόγο αυτό δεν θα εξετάσω τα επιχειρήματα που αφορούν το άρθρο αυτό παρά μόνο σε συνδυασμό με την προβαλλόμενη παράβαση του ίδιου του άρθρου 7.
Κατά τον τρόπο αυτό θα εξετάσω επομένως μόνον το δεύτερο κανόνα κοινοτικού δικαίου, την παράβαση του οποίου προβάλλει η αιτούσα της κύριας δίκης, επιπλέον της παραβάσεως του άρθρου 7, και τον οποίο στις γραπτές παρατηρήσεις της αποκάλεσε γενική αρχή του «Rückschrittsverbot» (απαγόρευση επιβολής περιορισμών σε ήδη υφιστάμενο φιλελεύθερο σύστημα) και, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χρησιμοποιώντας ορολογία που είναι περισσότερο οικεία στο Δικαστήριο, αρχή του «standstill».
Θ' αρχίσω με την εξέταση του άρθρου 7.
α)
Το άρθρο αυτό, ως γνωστόν, είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
Η διατύπωση αυτή γεννά σαφώς δύο προκαταρκτικά ζητήματα σχετικά με την εν λόγω ρύθμιση.
Καταρχάς δεν μπορεί, νομίζω, να αρνηθεί κανείς ότι η απαίτηση που γεννάται από την πώληση αγαθών από ένα κράτος μέλος σε άλλο ανήκει στη σφαίρα της κοινοτικής αρμοδιότητας. Αφετέρου δεν αμφισβητείται ότι, όσον αφορά την πρόσβαση στην απλοποιημένη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής για χρέος που γεννήθηκε από την αγορά εμπορευμάτων, οι εφαρμοζόμενες ειδικές διατάξεις, τόσο αυτές που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσο και το άρθρο 106, παράγραφος 1, περί της ελευθερώσεως των πληρωμών, δεν προβλέπουν παρεκκλίσεις από το γενικό κανόνα του άρθρου 7, αλλά αντίθετα τον συγκεκριμενοποιούν για τους τομείς που ρυθμίζουν.
β)
Απομένει προς εξέταση το αποφασιστικό ζήτημα της διακρίσεως λόγω ιθαγενείας.
Μία νομοθεσία σαν τη γερμανική δεν αποτελεί βέβαια ρύθμιση που δημιουργεί πρόδηλα ή, για να χρησιμοποιήσω έναν άλλο όρο, άμεσα διακρίσεις, εφόσον, όπως ακριβώς και οι αλλοδαποί, έτσι και οι Γερμανοί δανειστές δεν μπορούν να ακολουθήσουν την εξεταζόμενη διαδικασία για να επιδιώξουν την ικανοποίηση απαιτήσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα κατά οφειλετών που κατοικούν στη Γερμανία.
Αν υπάρχει διάκριση, αυτή δεν μπορεί παρά να είναι έμμεση. Για να γίνει αντιληπτό τι σημαίνει αυτό, αρκεί η παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου Sotgiu της 12ης Φεβρουαρίου 1974 (υπόθεση 152/73, Recueil, σ. 164, σκέψη 11), η διατύπωση της οποίας επαναλαμβάνεται στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας της 16ης Φεβρουαρίου 1978 (υπόθεση 61/77, Recueil, σ. 453, σκέψη 78). Στην απόφαση αυτή εκτίθεται ότι «οι κανόνες της ίσης μεταχειρίσεως, τόσο της Συνθήκης» (επομένως, προεχόντως, ο κανόνας του άρθρου 7) «όσο και του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν όχι μόνο τις πρόδηλες διακρίσεις, λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε συγκεκαλυμμένη μορφή διακρίσεως η οποία, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διαφοροποιήσεως, καταλήγει στην ουσία στο ίδιο αποτέλεσμα». Όπως επισήμανε η αιτούσα της κύριας δίκης «το πρακτικό αποτέλεσμα είναι επομένως πιο σημαντικό από το κριτήριο που γίνεται δεκτό» και «η ισότητα ευκαιριών των υπηκόων της Κοινότητας θίγεται κάθε φορά που μια ρύθμιση καταλήγει τελικά στο να θέτει τους ημεδαπούς σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους υπηκόους άλλων κρατών μελών της Κοινότητας».
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως είδαμε, το κριτήριο διακρίσεως, το οποίο πρέπει να εξεταστεί εάν στην πραγματικότητα καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με μια πρόδηλη διάκριση, είναι διπλό. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 688 το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής εξαρτάται από το αν πρόκειται για το εθνικό ή ξένο νόμισμα. Στην τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, μεταξύ των απαιτήσεων που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την κατοικία του οφειλέτη εφόσον, κατ' εξαίρεση, τα δικαστήρια οφείλουν να δέχονται τις αιτήσεις που αφορούν απαιτήσεις εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, όταν ο οφειλέτης είναι εγκατεστημένος σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
γ)
Κατά την άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να αποκλειστεί καταρχήν ότι το νόμισμα μπορεί να αποτελέσει κριτήριο διακρίσεως, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει. Η διάκριση ανάλογα με το αν πρόκειται για εθνικό ή για ξένο νόμισμα είναι, κατά την άποψη της, ουδέτερο κριτήριο που εφαρμόζεται τόσο στους Γερμανούς όσο και στους αλλοδαπούς. Έτσι, όπως ακριβώς και οποιοσδήποτε Γάλλος αιτών, η θυγατρική μιας γερμανικής εταιρίας που έχει έδρα στη Γαλλία και ασκεί εκεί τις δραστηριότητες της δεν μπορεί να καταφύγει στη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής για να ικανοποιήσει απαίτηση της εκφρασμένη σε γαλλικά φράγκα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή και δεν νομίζω ότι το αναφερθέν παράδειγμα είναι σωστά επιλεγμένο: η γαλλική θυγατρική γερμανικής εταιρίας είναι εταιρία του γαλλικού δικαίου· είναι φυσικό ο Γερμανός νομοθέτης να την αντιμετωπίζει όπως ακριβώς και οποιαδήποτε άλλη τέτοια εταιρία.
Συμμερίζομαι μάλλον τις εκτιμήσεις της αιτούσας της κύριας δίκης. Κατά την άποψη της είναι πολύ θεωρητικό το να υποστηρίζει κανείς ότι το κριτήριο του νομίσματος είναι αντικειμενικό, κατά την έννοια ότι εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους κοινοτικούς υπηκόους.
Μία τέτοια άποψη δεν λαμβάνει υπόψη τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει για μια επιχείρηση, μικρού ιδίως μεγέθους, η σύνταξη των τιμολογίων για τα εμπορεύματα που προορίζονται για το εξωτερικό σε εθνικό νόμισμα: απλοποίηση της επεξεργασίας των τιμολογίων αποφυγή των συναλλαγματικών κινδύνων, που μετακυλίονται στον πελάτη· εφαρμογή ομοιόμορφης τιμής τόσο για τις πράξεις στην εσωτερική αγορά όσο και για τις εξαγωγές. Επομένως οι γερμανικές επιχειρήσεις συντάσσουν πολύ περισσότερο από τις άλλες επιχειρήσεις τα τιμολόγια τους σε γερμανικό νόμισμα κι έτσι έχουν πολύ λιγότερο απ' ό,τι οι ξένες επιχειρήσεις την τάση να επιδιώκουν ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων πληρωμές σε ξένο νόμισμα. Συνεπώς ο κανόνας που θέτει ο νόμος του 1976 θίγει κυρίως τις ξένες επιχειρήσεις. Μεταξύ αυτών ιδιαιτέρως, νομίζω, θίγονται οι επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, τόσο λόγω των υφισταμένων ανταλλαγών όσο και λόγω της δυσκολίας να συμβιβαστεί η εν λόγω ρύθμιση, αν όχι με τους κανόνες κοινοτικού δικαίου — πράγμα που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί σ' αυτό το στάδιο των προτάσεων μου — πάντως με το πνεύμα που θα έπρεπε να διέπει τη δημιουργία μιας κοινότητας με σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματοποίηση ευρείας αγοράς που να λειτουργεί με τις συνθήκες εσωτερικής αγοράς.
δ)
Αφετέρου, η επικρινόμενη νομοθεσία δεν δημιουργεί δυσμενή διάκριση μεταξύ των απαιτήσεων που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, με το να δέχεται το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής μόνον εάν ο οφειλέτης κατοικεί σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968;
Κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως, το άρθρο 688, παράγραφος 3, πρέπει, όπως είδαμε, να διακριθεί σαφώς από το άρθρο 688, παράγραφος 1. Το άρθρο 688, παράγραφος 3, απλή διάταξη εκτελέσεως της Συμβάσεως, αποσκοπεί να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση των υπηκόων όλων των κρατών μελών. Το παραδεκτό των αιτήσεων που αφορούν απαιτήσεις εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να αναγνωριστούν και να εκτελεστούν οι αποφάσεις που επιτρέπουν την εκτέλεση των διαταγών πληρωμών («die Vollstreckungsbescheide») στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως όπου, εξ ορισμού, το γερμανικό νόμισμα είναι ξένο νόμισμα. Δηλαδή, αν δεν υπήρχε η τρίτη παράγραφος του άρθρου 688, οι δανειστές που κατοικούν στη Γερμανία θα κινδύνευαν να υποστούν στο εξωτερικό διάκριση εις βάρος τους, σε σχέση με τους δανειστές που είναι εγκατεστημένοι στον τόπο της εκτελέσεως, λόγω του νομίσματος που επέλεξαν.
Στην πραγματικότητα, επειδή οι δανειστές που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία είναι συνήθως Γερμανοί, η διάταξη αυτή στην ουσία τους ευνοεί, ενώ δεν υπάρχει, όπως φαίνεται καθαρά στην παρούσα υπόθεση, αντίστοιχη διάταξη για τους δανειστές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Υπό το πρίσμα που την εξέτασα, η εν λόγω ρύθμιση δημιουργεί επομένως διακρίσεις. Νομίζω όμως ότι η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί για να αποδείξει ότι υφίσταται πράγματι διάκριση καταδικαζόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης.
ε)
Όσον αφορά την έμμεση ή συγκεκαλυμμένη διάκριση, νομίζω πράγματι ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι πρακτικές συνέπειες της επικρινομένης ρυθμίσεως. Όμως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία της εγγράφου διαδικασίας και τις αγορεύσεις της προφορικής διαδικασίας, και με την επιφύλαξη ότι το δικαστήριο της παραπομπής εκτίμησε ορθά το δίκαιο του, οι συνέπειες αυτές φαίνονται ασήμαντες.
Θα ήταν δε σχεδόν ανύπαρκτες εάν, όπως πρότεινε περιέργως η Γερμανική Κυβέρνηση, ο αλλοδαπός δανειστής είχε το δικαίωμα να μετατρέψει την απαίτηση του σε γερμανικό νόμισμα κατά την υποβολή της αιτήσεως του. Η μετατροπή αυτή όμως είναι αντίθετη προς το άρθρο 244 του αστικού κώδικα (BGB), που δεν προβλέπει τέτοια μετατροπή παρά εις όφελος του οφειλέτη.
Η άποψη μου στηρίζεται περισσότερο στο συνδυασμό των ακόλουθων στοιχείων.
Πρέπει καταρχήν να ληφθεί υπόψη ότι η επίδικη ρύθμιση δεν επιβάλλει με κανένα τρόπο στους αλλοδαπούς δανειστές να κάνουν τους λογαριασμούς τους στο νόμισμα τους. Δεν είναι νομικά υποχρεωμένοιαν το κάνουν, είναι γιατί το θεωρούν πλεονεκτικό. Κατά δεύτερο λόγο, είναι βέβαιο ότι η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής χρησιμοποιόταν πολύ σπάνια πριν από το 1977 για την ικανοποίηση απαιτήσεων σε ξένο νόμισμα. Η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε έτσι ως παράδειγμα, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου του 1976, το Amtsgericht της Στουτγκάρδης, το οποίο επί 3553 διαδικασιών εκδόσεως διαταγής πληρωμής δεν αντιμετώπισε ούτε μία περίπτωση απαιτήσεως εκφρασμένης σε ξένο νόμισμα.
Η πιο απλή και ταχεία μορφή της συνήθους διαδικασίας αγωγής, η οποία τροποποιήθηκε επίσης μερικώς από το νόμο περί απλουστεύσεως του 1976, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 276, 307, παράγραφος 2, και 331, παράγραφος 3, του κώδικα πολιτικής δικονομίας (ZPO), φαίνεται επίσης πως αποτελεί μέσο ικανό να εξουδετερώσει τις δυσμενείς συνέπειες, αν υπάρχουν τέτοιες, του επικρινομένου απαραδέκτου της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Τέλος, επειδή οι απαιτήσεις που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα έχουν πιο σπάνια ασήμαντο ύψος απ' ό,τι οι απαιτήσεις που είναι εκφρασμένες στο εθνικό νόμισμα και επειδή ο οφειλέτης, στις περιπτώσεις αυτές, φέρει το συναλλαγματικό κίνδυνο, υπάρχει στην πράξη ιδιαίτερα μεγάλος κίνδυνος ασκήσεως ανακοπής, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό επιφέρει.
Γνα το λόγο αυτό θεωρώ ότι μια διάταξη σαν αυτή του άρθρου 688 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, μετά την τροποποίηση της που άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 1977, δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 7 της Συνθήκης.
στ)
Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Το νομοθετικό αυτό κείμενο, το οποίο «αποσκοπεί στην εξασφάλιση των μεταφορών χρημάτων που είναι αναγκαίες... για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1978, Regina κατά Thompson, υπόθεση 7/78, Recueil, σ. 2276, σκέψη 14) και υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν την πληρωμή των πωλουμένων εμπορευμάτων στο νόμισμα του εξαγωγέα που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, αποτελεί πράγματι, όπως ανέφερε η ίδια η αιτούσα της κύριας δίκης, την έκφραση, σ' έναν ειδικό τομέα, της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 7.
III —
Η αιτούσα της κύριας δίκης ανέπτυξε ελάχιστα κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως τον τρίτο κανόνα κοινοτικού δικαίου, του οποίου την παράβαση επικαλέστηκε κατά την παρούσα διαδικασία, και τον οποίο θα αποκαλώ, για χάρη απλουστεύσεως, αρχή του «standstill».
Όποιες και αν είναι οι αιτίες αυτής της σύντομης αναπτύξεως, πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι η επιχειρηματολογία που αντλείται από την προβαλλόμενη παραβίαση μιας ενδεχόμενης αρχής του «standstill» δεν απαντά στο ερώτημα του δικαστηρίου της παραπομπής, το οποίο αναφέρει μόνο το άρθρο 7 ως διάταξη κοινοτικού δικαίου την οποία παραβίασε η τροποποίηση της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής.
Νομίζω όμως ότι το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει στο ερώτημα εάν, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 177, έχει την εξουσία να εξετάσει επιχειρήματα που αντλούνται από την προβαλλόμενη παράβαση διατάξεων κοινοτικού δικαίου, η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους των οποίων δεν ζητήθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής. Στην απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1975 (Industria Gomma Articoli Vari, IGAV κατά Ente nazionale per la cellulosa e per la carta, ENCC, υπόθεση 94/74, Recueil, σ. 713-714) εκτίθεται ότι «παρόλον ότι το δικαστήριο αυτό (ο pretore του Abbiategrasso) αναφέρθηκε, στη Διάταξη περί παραπομπής, στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στο σκοπό της συγχωνεύσεως των διαφόρων εθνικών αγορών σε ενιαία αγορά καθώς και στην κατάργηση από τη Συνθήκη κάθε μορφής διακρίσεως, δεν είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο αρκετά σαφή ερωτήματα, ώστε να μπορεί να λάβει υπόψη τις ενστάσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης» και ότι «τα επιχειρήματα αυτά (έπρεπε) επομένως να μη ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας» (σκέψη 31).
Η μεταφορά της λύσεως της αποφάσεως IGAV στην παρούσα υπόθεση μου φαίνεται ακόμη πιο δικαιολογημένη, διότι η Διάταξη περί παραπομπής του Amtsgericht του Berlin-Schöneberg δεν περιέχει καν αναφορά σαν αυτή που έκανε ο Ιταλός δικαστής.
Νομίζω λοιπόν ότι θα έκανα κατάχρηση του χρόνου σας εάν εξέταζα επιχειρηματολογία σχετική με μία αρχή η οποία, και αν υποτεθεί ότι υφίσταται και παραβιάστηκε, δεν συνδέεται με κανένα τρόπο με την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 7.
Τελικά προτείνω να απαντήσει το Δικαστήριο ως εξής στο ερώτημα που του υπέβαλε το Amtsgericht Berlin-Schöneberg:
Το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι η εθνική διάταξη που αποκλείει από την απλοποιημένη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής τους δικαιούχους απαιτήσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα, οι οποίοι στρέφονται κατά οφειλετών που κατοικούν στο κράτος μέλος που θέσπισε την εν λόγω διάταξη, δεν αποτελεί μέτρο που δημιουργεί συγκεκαλυμμένη διάκριση λόγω ιθαγενείας, στο μέτρο που οι δικαιούχοι των απαιτήσεων αυτών μπορούν να προσφύγουν στη συνήθη διαδικασία αγωγής, ιδίως υπό την πιο ταχεία της μορφή.
( *1 ) Γλώσσα του προποτύπσυ: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy