ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 29 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ὁ προσφεύγων στη δίκη, ἐπί τῆς ὁποίας θά λάβω σήμερα θέση, εἰσηλθε στην υπηρεσία της Ἐπιτροπῆς ὡς έκτακτος υπάλληλος μέ βαθμό Α 3 βάσει συμβάσεως ἡ ὁποία συνάφθηκε στίς 14 Ἰουλίου 1975 γιά δύο χρόνια καί ἡ ὁποία άρχισε νά παράγει τά ἀποτελέσματα τῆς ἀπό τίς 15 Αυγούστου 1975. Ό προσφεύγων χρησιμοποιήθηκε ἀρχικά στό Κέντρο Πυρηνικῶν Ἐρευνών της Ispra ὡς προϊστάμενος τοῦ τμήματος «Διοίκηση καί Προσωπικό». Ἀπό τίς 16 Μαρτίου 1977 κατεῖχε τή θέση τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος «Διοίκηση καί Υποδομή» στό Κέντρο Πυρηνικῶν Ἐρευνών τοῦ Petten. Ή ἀρχική σύμβαση εργασίας του ἀντικαταστάθηκε στίς 26 Μαΐου 1977 ἀπό σύμβαση ἀόριστου χρόνου, πού συνάφθηκε βάσει τοῦ άρθρου 2 στοιχείο δ σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 8 τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικού. Ή τελευταία αυτή σύμβαση άρχισε νά Ισχύει τήν 1η Νοεμβρίου 1976 καί πρόβλεπε στό άρθρο 5 τή δυνατότητα καταγγελίας σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῶν άρθρων 47-50 τοῦ καθεστώτος πού ἐφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, ὁπότε ίσχυε καί προθεσμία καταγγελίας ἀνάλογη μέ τό χρόνο υπηρεσίας — προθεσμία ἑνός μήνα γιά κάθε χρόνο υπηρεσίας — μέ κατώτατο ὅριο τους τρεις καί ἀνώτατο τους δέκα μῆνες. Ἐπειδή ὁ δωδεκαετής γιός του, ὁ όποιος ήταν σοβαρά άρρωστος ἀπό τήν καρδιά του, έπρεπε νά ὑποστεῖ στίς ΗΠΑ εγχείρηση, λόγω τῶν ἐπιπλοκών τῆς ὁποίας πέθανε μερικούς μῆνες ἀργότερα, ὁ προσφεύγων ἀποσπάστηκε ἀπό τίς 15 Φεβρουαρίου 1978 στην αντιπροσωπεία τῆς Ἐπιτροπής στήν Οὐάσιγκτον, γιά νά τοῦ δοθεί ἡ δυνατότητα νά βρίσκεται κοντά στό γιό του. Κατά τήν περίοδο αυτή — τόν Ἀπρίλιο 1978 — έπεσε θύμα επιθέσεως, ἐνῶ βρισκόταν στό δρόμο, καί τραυματίστηκε σοβαρά ἀπό σφαῖρες περιστρόφου. Ἀπό αυτό προέκυψε μόνιμη μερική ἀναπηρία, γιά τήν ὁποία τοῦ καταβλήθηκε ἀποζημίωση κατά τό άρθρο 73 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως — ή ἀποζημίωση υπολογίστηκε μέ βάση συντελεστή ἀρχικά 20 ο/ο, κατόπιν 27 %.
Στίς ἀρχές Σεπτεμβρίου 1978 ὁ προσφεύγων επανήλθε στά καθήκοντά του στό Petten. Ἀφού ἤδη κατά τή διάρκεια τοῦ έτους αὐτοῦ ὁ προσφεύγων εἶχε ἀρκετά υπομνήματα, πού ἐπέκριναν τόν τρόπο ἀσκήσεως των καθηκόντων του, ὁ γενικός διευθυντής τοῦ Κοινοῦ Κέντρου Ἐρευνῶν κατάγγειλε μέ επιστολή του τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1979 τή σύμβαση ἐργασίας τοῦ προσφεύγοντος, ή λύση τῆς όποιας ὁρίστηκε γιά τίς 15 Μαΐου 1979. Ή λύση τῆς συμβάσεως επήλθε στίς 15 Αὐγούστου 1979, ἐπειδή ή προθεσμία καταγγελίας άρχισε λόγω ἀσθενείας τοῦ προσφεύγοντος νά τρέχει ἀργότερα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 47 παράγραφος 2 στοιχείο α τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ.
Κατά τῆς καταγγελίας αυτής ὁ προσφεύγων υπέβαλε ένσταση στίς 27 Ἀπριλίου 1979. Ή ένσταση αυτή ἀπορρίφθηκε μέ ἀπόφαση τῆς 17ης Όκτωβρίου 1979, ή ὁποία κοινοποιήθηκε στόν προσφεύγοντα στίς 25 Όκτωβρίου 1979.
Μετά ἀπό αυτά ὁ προσφεύγων προσέφυγε στίς 16 Ἰανουαρίου 1980 στό Δικαστήριο. Τά αιτήματα του πρός τό Δικαστήριο, ὅπως διατυπώθηκαν τελικά στην ἀπάντηση, έχουν ὡς έξῆς:
1.
νά κηρυχθεί άκυρη ἡ καταγγελία πού περιέχεται στην επιστολή τοῦ γενικοῦ διευθυντή τοῦ Κοινού Κέντρου Ἐρευνών τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1979,
2.
ὡς επικουρικό αἴτημα:
νά ἀνασταλεί ἡ εκτέλεση τῆς ἀπολύσεως, μέχρις ὅτου τό Συμβούλιο τῶν υπουργών ἀποφανθεῖ ἐπί προτάσεως τῆς Ἐπιτροπής περί συμπληρώσεως τοῦ καθεστώτος πού ἐφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ (ὅσον άφορᾶ τήν προστασία τῶν ἀπολυόμενων έκτακτων ὑπαλλήλων έναντι τῶν κινδύνων τῆς ἀνεργίας, τῶν ἀσθενειών καί τῆς ἀναπηρίας) ἡ τουλάχιστον μέχρις ὅτου ή κάλυψη τοῦ προσφεύγοντος έναντι τῶν κινδύνων αυτών ρυθμιστεί ἀπό τήν καθ' ἧς, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ σύμβαση τοῦ προσφεύγοντος ἀρχίζει πάλι νά ισχύει ἀπό τίς 15 Αὐγούστου 1979,
3.
ὡς ἐπικουρικότερο αίτημα:
νά καταδικαστεί ἡ καθ' ἧς νά λάβει ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα, ώστε ἡ κοινωνική προστασία τοῦ προσφεύγοντος μετά τή λήξη τῆς σχέσεως εργασίας του νά είναι ἴδια μέ τήν προστασία πού προβλέπεται γιά τους έκτακτους υπαλλήλους στην πρόταση τῆς καθ' ἧς περί τροποποιήσεως τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, ἡ τουλάχιστον νά καταδικαστεί ἡ καθ' ἧς νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα, ώστε ἡ κοινωνική προστασία τοῦ προσφεύγοντος μετά τήν ἀνωτέρω ημερομηνία νά εἶναι ἴδια μέ τήν προστασία πού θά προβλέπεται στόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου πού θά εκδοθεί κατόπιν τῆς προτάσεως τῆς καθ' ἧς,
4.
ὡς τελείως επικουρικό αίτημα
νά ἀναγνωριστεί ὅτι ἡ προθεσμία καταγγελίας έναντι τοῦ προσφεύγοντος ήταν δέκα μήνες καί επομένως νά καταδικαστεί ἡ καθ' ἧς νά καταβάλει στόν προσφεύγοντα ἀποζημίωση ἴση μέ τίς ἀποδοχές ἑξήμισι μηνών, καθώς καί τόκους υπερημερίας πρός 8 % τό χρόνο ἀπό τίς 15 Αυγούστου 1979,
5.
ὁπωσδήποτε πάντως:
νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ἐνστάσεως πού ὑπέβαλε ὁ προσφεύγων στίς 27 Ἀπριλίου 1979.
Ή Ἐπιτροπή ζητᾶ τήν ἀπόρριψη τῆς προσφυγής.
Ὡς πρός τους ισχυρισμούς τῶν διαδίκων λαμβάνω θέση ὡς έξῆς:
1.
Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ σύμβαση εργασίας τοῦ προσφεύγοντος καταγγέλθηκε, επειδή ὁ προϊστάμενός του εἶχε καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι τά επαγγελματικά προσόντα τοῦ προσφεύγοντος δέν επαρκούσαν γιά τήν άσκηση τῶν καθηκόντων πού τοῦ εἶχαν ἀνατεθεί.
Ό προσφεύγων κατ' ἀρχάς θεωρεί την κρίση αύτη ὡς εσφαλμένη. Ἐπειδή ἡ Ἐπιτροπή — πού εἶχε τό βάρος ἀποδείξεως σχετικά — δέν προσκόμισε τίς ἀνάλογες ἀποδείξεις, ἡ πράξη καταγγελίας είναι ἀνυπόστατη. Σέ καμιά περίπτωση δέν ἀρκεῖ τό κρίσιμο υπόμνημα πού συνέταξε ὁ προϊστάμενός του τόν Ἰανουάριο 1978 καί στό όποιο προφανῶς δόθηκε ιδιαίτερο βάρος. Ό ἴδιος ὁ προσφεύγων, σέ ένα ἀπαντητικό υπόμνημα τό Φεβρουάριο 1978, ἀνασκεύασε λεπτομερειακά τίς κατηγορίες πού τοῦ προσάπτονταν, χωρίς τό υπόμνημα αυτό νά ἀπορριφθεί ποτέ. Ἐπιπλέον, τό ἀνωτέρω υπόμνημα καταρτίστηκε ἕνα χρόνο πρίν ἀπό τήν καταγγελία, ἐνῶ στή συνέχεια δόθηκε στόν προσφεύγοντα ἀκόμα μιά ευκαιρία νά δείξει τίς ικανότητες του. Αυτό συνάγεται ἀπό τήν τελευταία πρόταση τοῦ υπομνήματος, πού ἔχει ὡς έξης: «Par conséquent, je vous prie avec instance de prendre la division en main et de vous occuper d'une façon efficace des problèmes réels » («κατά συνέπεια, σος παρακαλώ θερμά νά ἀναλάβετε ενεργά τή διεύθυνση τοῦ τμήματος καί νά ἀσχοληθείτε ἀποτελεσματικά μέ τά πραγματικά προβλήματα»). Ἑπομένως δέν μπορεί νά γίνει επίκληση τοῦ υπομνήματος αὐτοῦ γιά νά δικαιολογηθεί ἡ ἀπόλυση ἀντίθετα έπρεπε νά ἀποδειχτεί ὅτι οἱ υπηρεσίες τοῦ προσφεύγοντος δέν ήταν ικανοποιητικές ούτε μεταγενέστερα. Ἀπό τήν άποψη αυτή δέν ἀρκεῖ ούτε τό υπόμνημα τῆς 5ης Όκτωβρίου 1978, ἀφοῦ δέν περιέχει περαιτέρω διευκρινήσεις. Ἐξάλλου, τότε ὁ προσφεύγων εἶχε γυρίσει ἀπό τίς ΗΠΑ μόλις πρίν ἀπό ἕνα μήνα, πού δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὡς επαρκής περίοδος δοκιμασίας. Τέλος ὁ προσφεύγων επικρίνει τό υπόμνημα τοῦ Ἰανουαρίου 1978 καί ἀπό τήν άποψη τῆς συνέπειας. Ἀν καί τοῦ προσαπτόταν έλλειψη κύρους, δέν πρέπει νά παραβλεφθεί τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος ὁ προϊστάμενός του εἶχε συμβάλει σημαντικά σ᾽ αυτό, ἀγνοώντας συχνά τόν προσφεύγοντα καί ερχόμενος σέ επαφή ἀπευθείας μέ τους υφισταμένους του. Ἀν ἀφ᾽ έτερου γίνεται λόγος στό υπόμνημα γιά έλλειψη διοικητικῶν ικανοτήτων τοῦ προσφεύγοντος, πρέπει νά τεθεῖ τό ερώτημα γιατί ἡ αρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή δέ φρόντισε — ὁπως θά ἀπαιτούσε τό καθήκον ἀρωγής πού εἶχε — γιά τή συμμετοχή τοῦ προσφεύγοντος σέ ἀνάλογα τμήματα επιμορφώσεως.
α)
Πρίν ἀπό τήν εξέταση τοῦ ἀμφιλεγόμενου αὐτοῦ σημείου πρέπει νά ἀναφερθεί ή γενική διαπίστωση ὅτι γιά υπαλληλικές σχέσεις ὅπως ἡ προκειμένη προβλέπεται ρητά — τόσο στό καθεστώς πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ (άρθρο 47), ὅσο καί στίς ἴδιες τίς συνθήκες — δικαίωμα καταγγελίας. Αὐτό θά μποροῦσε νά σημαίνει ὅτι ἡ καταγγελία θεωρείται ὁ συνήθης τρόπος λήξεως τῶν υπαλληλικών σχέσεων αὐτοῦ τοῦ είδους καί ὅτι γιά τήν καταγγελία ὄχι μόνο δέν μπορεί νά ἀπαιτηθεί καμιά αιτιολόγηση — πράγμα πού έχει ἤδη διατυπωθεί στή νομολογία (υπόθεση 25/68, André Schertzer κατά Κοινοβουλίου, ἀπόφαση τῆς 18ης Όκτωβρίου 1977, Sig. 1977, σ. 1729) — άλλά καί ὅτι δέ χρειάζεται κανένας συγκεκριμένος λόγος.
Δέ νομίζω ὅμως ὅτι ἡ άποψη αύτη μπορεί νά υποστηριχτεί. Ἐδώ πρέπει κατ' ἀρχήν νά ληφθεί υπόψη ὅτι τό υπηρεσιακό καθεστώς γιά τίς μόνιμες θέσεις πού χρηματοδοτούνταν ἀπό πιστώσεις ερευνών καί επενδύσεων ἀντικαταστάθηκε κατά μεγάλο μέρος ἀπό τό συμβατικό καθεστώς τοῦ ἄρθρου 2 στοιχείο δ τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ. Πρέπει επομένως νά ἀναγνωριστεί στίς υπαλληλικές σχέσεις αυτές ὁρισμένη σταθερότητα, ιδίως έναντι τῶν θέσεων στή διοίκηση, πού θίγονταν λιγότερο ἀπό τήν τροποποίηση τῶν προγραμμάτων ερευνών, καί ἡ λύση τους κατά συνέπεια νά θεωρηθεί ὡς εξαίρεση. Θεωρώ επίσης πειστικά καί ὅσα ἀνέπτυξε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner στίς προτάσεις του στην υπόθεση 110/75 (John Mills κατά Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ἐπενδύσεων, Sig. 1976, σ. 971, 980) λαμβάνοντας ὑπόψη τά εθνικά δίκαια καί μιά σύσταση τῆς Διεθνοῦς Όργανώσεως Ἐργασίας τῆς 5ης Ἰουνίου 4963 σχετικά μέ τό ζήτημα αυτό. Σύμφωνα μέ αυτά, ἰσχύει καί γιά τό κοινοτικό δίκαιο ὅτι σέ περίπτωση λύσεως υπαλληλικής σχέσεως, ἀκόμη καί ἄν πρόκειται γιά κανονική διαδικασία, πρέπει νά ἐξετάζεται μήπως πρόκειται γιά ἀδικαιολόγητη ἀπόλυση. Γιά ἀδικαιολόγητη ἀπόλυση τότε μόνο δέν μπορεί νά γίνει λόγος, ὅταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι καταγγελίας. Τέτοιοι λόγοι μπορούν είτε νά ἀφοροῦν τίς ἱκανότητες ἡ τή συμπεριφορά τοῦ υπαλλήλου εἴτε νά ἀπορρέουν ἀπό τίς ἀνάγκες τῆς υπηρεσίας. Τέτοιου είδους συλλογισμοί ἔχουν προφανῶς εἰσχωρήσει καί στή νομολογία. Ἀναφέρομαι σχετικά λιγότερο στην υπόθεση 25/68 Schertzer (Slg. 1977, σ. 1729, 1743), στην ὁποία επρόκειτο γιά μιά περίπτωση προσλήψεως μέ καθήκοντα πολιτικής κυρίως φύσεως καί στην ὁποία θά μποροῦσε νά ειπωθεί ως πρός τή λύση τῆς υπαλληλικής σχέσεως, πού φαινόταν σαφῶς ἀπό πρίν ἀσταθής, ὅτι ὁ έκτακτος υπάλληλος, έχοντας υπόψη τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῆς θέσεώς του, έπρεπε νά γνωρίζει τους πολιτικούς παράγοντες καί κινδύνους. Ἀξιοπαρατήρητο ὅμως εἶναι ὅτι τό Δικαστήριο στην ὑπόθεση 110/75 — John Mills κατά Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ἐπενδύσεων, ἀπόφαση τῆς 17ης Νοεμβρίου 1976 (Slg. 1976, σ. 1613, 1623 ἑπ.) — θεώρησε ὅτι έπρεπε νά εξετάσει τους λόγους λύσεως τῆς υπαλληλικής σχέσεως τοῦ προσφεύγοντος πρός τήν Εὐρωπαϊκή Τράπεζα Ἐπενδύσεων, ὁπότε δέχτηκε ὅτι ή μείωση τοῦ προσωπικοῦ δικαιολογείται ἀπό τή μείωση τῆς εργασίας καί ὅτι είναι δυνατό νά ληφθοῦν υπόψη σχετικά τά προσόντα τῶν διαφόρων προσώπων πού άφορᾶ ή μείωση αὐτή καί ἡ συμπεριφορά τους στην υπηρεσία. Ἀν καί ἡ άσκηση τοῦ δικαιώματος καταγγελίας δέ συνδέεται ρητά μέ τήν ύπαρξη ιδιαίτερων προϋποθέσεων, πάντως δέν ἀρκεῖ ὁ προϊστάμενος νά επικαλεστεί ἁπλώς γενικά τά συμφέροντα τῆς υπηρεσίας. Πρέπει μάλλον νά ἀποδειχτεί λεπτομερειακά καί συγκεκριμένα ὅτι υπάρχει ουσιαστική καί εύλογη αἰτία, ὅτι υπάρχουν δηλαδή «βάσιμοι» λόγοι πού συνηγοροῦν υπέρ τῆς λήξεως.
Ό προϊστάμενος πάντως σέ τέτοια περίπτωση υποχρεώνεται μόνο νά προβεί σέ ἐπαγωγική ἔκθεση τῶν λόγων τῆς καταγγελίας. Ἀν υπάρξει ἀμφισβήτηση τοῦ βάσιμου τῶν προβαλλόμενων λόγων, τό βάρος ἀποδείξεως δέν έχει ὁ προϊστάμενος, ἀλλά ὁ θιγόμενος υπάλληλος πού ἀμφισβητεί τή νομιμότητα τῆς καταγγελίας. Ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ παραπέμπω στίς ἀποφάσεις στίς υποθέσεις 19 καί 65/63 (Satya Prakash κατά Ἐπιτροπῆς τῆς ΕΚΑΕ, ἀπόφαση τῆς 8ης Ἰουλίου 1965, Slg. 1965, σ. 718, 743) καί 29/70 (Antonio Marcato κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 17ης Μαρτίου 1971, Slg. 1971, σ. 243, 247). Σχετικά εἶναι επίσης ενδιαφέρον τό ὅτι τό Δικαστήριο στην υπόθεση 110/75 (Mills) δέν ἀκολούθησε τήν άποψη τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως Warner ὅτι καί κατά τό κοινοτικό δίκαιο, ἀκριβώς ὅπως Ισχύει στίς διάφορες εθνικές έννομες τάξεις, ὁ εργοδότης (προϊστάμενος) ὀφείλει νά ἀποδείξει τήν ύπαρξη τῶν λόγων καταγγελίας. Αυτό πάντως δέν μπορεί νά έχει ὡς συνέπεια τήν παράλογη επιβάρυνση τῶν ενδιαφερομένων. Ἐπειδή οἱ συμβατικές αυτές σχέσεις διέπονται ἀπό τό δημόσιο δίκαιο (πρβλ. ἀπόφαση στην υπόθεση 44/59, Rudolf Pieter Marie Fiddelaar κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1960, Slg. 1960, σ. 1119, 1133), ὁ προϊστάμενος έχει ὁπωσδήποτε τήν υποχρέωση — πράγμα πού ἀμβλύνει κατά πολύ τήν αυστηρότητα τῆς ἀνωτέρω ἀρχής — νά συμβάλει στή διαλεύκανση τῶν ἀμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών. Ἐπιπλέον σέ τέτοιες περιπτώσεις εἶναι δυνατό κατά τή διάρκεια τῆς διαδικασίας νά γίνει ἀναδρομή στην ἀρχή εκείνη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό Δικαστήριο μπορεί, ἐφ᾽ ὅσον παραστεί ἀνάγκη, νά διατάξει αυτεπαγγέλτως τήν παροχή ὁρισμένων ἀποδείξεων.
β)
Πρέπει κατ' ἀρχήν επίσης νά τονιστεί ὅτι, ἐπειδή στην προκειμένη περίπτωση ὁ κύριος λόγος γιά τή λήξη τῆς υπαλληλικής σχέσεως ήταν ἡ ἀκαταλληλότητα τοῦ προσφεύγοντος γιά τή θέση πού κατείχε, αυτός εἶναι ένας τομέας στόν όποιο οἱ δυνατότητες δικαστικοῦ έλεγχου είναι περιορισμένες, ἀφοῦ μιά ἀξιολόγηση τοῦ εἶδους αὀτοῦ περιλαμβάνει ἀναγκαστικά σύνθετες ἀξιολογικές κρίσεις.
Ὑπενθυμίζω σχετικά την ἀπόφαση στίς υποθέσεις 19 καί 65/63 (Satya Prakash, Sig. 1965, σ. 718, 741), στην ὁποία τονίστηκε ὅτι τό Δικαστήριο δέν μπορεί, ἄν πρόκειται γιά εκτενείς ἀξιολογικές κρίσεις, νά ἀντικαταστήσει τήν ἀξιολόγηση τῆς διοικήσεως μέ τή δική του καί ὅτι τό μόνο πού πρέπει νά ἐξεταστεί εἶναι ἄν τά γεγονότα πού λήφθηκαν υπόψη ἀνταποκρίνονται στην πραγματικότητα καί συμβιβάζονται λογικά μέ τήν τελική ἀξιολογική κρίση. Παρόμοιες διαπιστώσεις ἀνευρίσκονται καί στίς ἀποφάσεις στίς υποθέσεις 35/62 καί 16/63 (André Leroy κατά Ἀνωτάτης Ἀρχής τῆς ΕΚΑΧ, ἀπόφαση τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1963, Slg. 1963, σ. 429, 445) καί 27 καί 30/64 (Fulvio Fonzi κατά Ἐπιτροπῆς τῆς ΕΚΑΕ, ἀπόφαση τῆς 8ης Ἰουλίου 1965, Sig. 1965, σ. 652, 676). Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει σχετικά καί ή ἀπόφαση στην υπόθεση 29/70 (Antonio Marcato κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 17ης Μαρτίου 1971, Sig. 1971, σ. 243, 247), στην ὁποία ὅμως τονίστηκε ὅτι, σε περίπτωση ἀξιολογήσεως τῆς επαγγελματικής καταλληλότητας υπαλλήλου, κατά τή διάρκεια τῆς δίκης εἶναι δυνατό νά γίνει επίκληση μόνο προφανῶν πραγματικῶν πλανών. Ἀνάλογο εἶναι καί τό περιεχόμενο τῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση 122/75 (Berthold Küster κατά Κοινοβουλίου, ἀπόφαση τῆς 25ης Νοεμβρίου 1976, Sig. 1976, σ. 1685, 1692), σύμφωνα μέ τό όποιο τό μόνο πού μπορεί νά εξεταστεί, σέ περίπτωση έλεγχου ἀπό τό Δικαστήριο εκθέσεων βαθμολογήσεως, εἶναι ἄν υπάρχουν προφανεῖς πλάνες ή κατάχρηση τῆς εξουσίας ἀξιολογήσεως.
γ)
Μέ βάση τίς ἀνωτέρω ἀρχές πρέπει νά ἀναγνωριστοῦν τά ἑξῆς ὡς πρός τό κύρος τῆς καταγγελίας στην προκειμένη περίπτωση:
αα)
Ἰδιαίτερο βάρος προφανώς ἔχει τό υπόμνημα τοῦ προϊσταμένου τοῦ προσφεύγοντος τοῦ Ἰανουαρίου 1978, επειδή περιέχει πολύ λεπτομερείς κατηγορίες. Στό υπόμνημα αυτό ὁ προσφεύγων κατηγοροὐνταν ὅτι δέν είχε επαρκή προσόντα γιά τή διεύθυνση τοῦ τμήματος πού τοῦ είχε ἀνατεθεί, προϋπόθεση τῆς ὁποίας εἶναι ή γνώση τῶν προβλημάτων τοῦ τμήματος, ή σχετική συζήτηση μέ τους προϊσταμένους τῶν διαφόρων ὁμάδων καί ἡ παροχή ὁδηγιών γιά τήν επίλυση τους. Ἀντίθετα, σχεδόν ὅλες οἱ υποθέσεις τοῦ τμήματος υποδομή ἀναγκαστικά υποβάλλονταν στό διευθυντή τοῦ Κέντρου Ἐρευνών. Ἐπιπλέον, ὁ προσφεύγων κατηγορούνταν ὅτι εἶχε ἀσχοληθεί κυρίως μέ υποθέσεις δευτερεύουσας σημασίας καί εἶχε παραμελήσει ὁρισμένες σημαντικές, ὅπως τίς σχετικές μέ τόν προϋπολογισμό καί τά οἰκονομικά, καθώς καί τά προβλήματα τῶν σχέσεων μέ τό ὀλλανδικό κέντρο ἀτομικών ερευνών καί τά προβλήματα τῆς προστασίας τῆς υγείας.
Όσον ἀφορᾶ τίς κατηγορίες αυτές, δέν εἶναι δυνατό βεβαίως νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀνασκευάστηκαν ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι στό υπόμνημα — ἀπάντηση τοῦ προσφεύγοντος τῆς 8ης Φεβρουαρίου 1978 δέν υπήρξε άμεση καί εμπεριστατωμένη ἀντίδραση. Αυτό εξηγεῖται εὔκολα ἀπό τήν παράκληση πού εξέφρασε ὁ προσφεύγων στό υπόμνημα αυτό «de ne plus rien faire qui puisse encore m'accabler davantage» («νά μήν κάνετε τίποτε άλλο πού θά μποροῦσε νά μέ επιβαρύνει ἀκόμη περισσότερο»). Τήν παράκληση αύτη σεβάστηκε ὁ προϊστάμενος τοῦ προσφεύγοντος — ὅπως προκύπτει ἀπό ἕνα υπόμνημα τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1978 — καί επιφυλάχθηκε νά επανέλθει στό θέμα.
Κατά τή γνώμη μου, ἀπό τό υπόμνημα τοῦ προσφεύγοντος τῆς 8ης Φεβρουαρίου 1978, στό όποιο προσπαθεί νά ἀποδείξει ὅτι ή δραστηριότητά του εἶχε καλύψει διάφορους σημαντικούς τομείς, συνάγεται ἑπίσης ὅτι τουλάχιστον ὁρισμένες ἀπό τίς κατηγορίες πού περιέχονταν στό υπόμνημα τοῦ Ἰανουαρίου δέν ήταν ἀδικαιολόγητες. Ἀναφέρομαι σχετικά στους ισχυρισμούς πού δίνουν την εντύπωση ὅτι ὁ προσφεύγων εἶχε, στον τομέα τῆς προστασίας τῆς υγείας καί τοῦ ἀντιδραστήρα υψηλής ροής, ἐπα-φεθεῖ υπερβολικά στην πρωτοβουλία ενός ὑφισταμένου του. Ἀναφέρομαι επίσης — ὅσον άφορα τίς σχέσεις μέ τό ὀλλανδικό κέντρο ατομικῶν ερευνών (ECN) — στή δήλωση τοῦ προσφεύγοντος ὅτι δέν εἶχε μπορέσει νά ἀναλάβει τό θέμα, γιατί κανείς δέν τόν εἶχε παρουσιάσει στην ἁρμόδια επιτροπή επαφών, πράγμα πού δείχνει μιά συμπεριφορά ἀπό μέρους του πού ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ἡ πρέπουσα γιά υπάλληλο τοῦ βαθμοῦ του καί πού προκαλεί τήν υποψία ὅτι ἡ ἀποχή του ὀφειλόταν στην έλλειψη τῶν ἀναγκαίων ειδικῶν γνώσεων οικονομικού δικαίου. Τέλος ὁ προσφεύγων δέν ἀμφισβητεί χωρίς περιστροφές τήν ἔλλειψη κύρους πού τοῦ προσάπτεται, άλλά ισχυρίζεται σχετικά ὅτι ὁ προϊστάμενός του υπέσκαψε τό κύρος του, επειδή ερχόταν σέ επαφή ἀπευθείας μέ τους υφισταμένους τοῦ προσφεύγοντος. Σχετικά ὅμως ὁ προσφεύγων δέν μπόρεσε νά ἀποδείξει ὅτι τόν παρέκαμπτε συστηματικά. Ἀκόμη καί ἄν ὅμως κάτι τέτοιο συνέβη μερικές φορές καί κατακρίθηκε ενδεχομένως ἀπό τόν ἴδιο τό γενικό διευθυντή τοῦ Κέντρου Ἐρευνών (πράγμα πού ὅμως ἐπίσης δέν ἀποδείχτηκε), αυτό εξηγείται, ἄν ληφθεί υπόψη ὁ ἀναμφισβήτητος φόρτος εργασίας τοῦ προϊσταμένου τοῦ προσφεύγοντος, ὁ όποιος γι' αυτό ἀκριβώς τό λόγο ἀπέδιδε μεγάλη σημασία στην ταχεία πλήρωση τῆς θέσεως τοῦ προσφεύγοντος, ἀπό τό ὅτι τέτοιες επεμβάσεις ήταν ἀπαραίτητες, πράγμα πού ὁδηγεί στό συμπέρασμα ὅτι ἡ πρωτοβουλία καί τό κύρος τοῦ προσφεύγοντος ήταν ἀνεπαρκή.
Ἐνδιαφέρον έξάλλου παρουσιάζουν στό πλαίσιο αυτό καί τά υπομνήματα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου καί τῆς 13ης Όκτωβρίου 1978 τῶν προηγούμενων προϊσταμένων τοῦ προσφεύγοντος στην Ispra. Ἀπό αυτά συνάγεται — πράγμα πού συνηγορεί καί υπέρ τῆς ορθότητας τῶν σπουδαιότερων κατηγοριών πού περιέχονται στό υπόμνημα τοῦ Ἰανουαρίου 1978 — ὅτι ὁ προσφεύγων κατηγορήθηκε καί κατά τήήδιάρκεια τῆς ἀπασχολήσεως του στην Ispra γιά μειωμένη κριτική ικανότητα, καθώς καί γιά ἔλλειψη ὀργανωτικοῦ πνεύματος καί κύρους. Ἀπό' αὐτά εἶχαν ἀνακύψει δυσκολίες στή συνεργασία μέ τους υφισταμένους του. Γιά τό λόγο αυτό παρατάθηκε ἡ περίοδος δοκιμασίας τοῦ προσφεύγοντος καί τελικά πρόβαλε ἡ ἀνάγκη νά βρεθεί άλλος τομέας δραστηριότητας γι' αὐτόν — δηλαδή ὁ τομέας στό Petten, ὅπου θά τοῦ δινόταν μιά νέα εὐκαιρία.
ββ)
Ἀν καί ὁ προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι τό υπόμνημα τοῦ Ἰανουαρίου 1978 πρέπει νά μή ληφθεί στην προκειμένη περίπτωση υπόψη λόγω τῆς τελευταίας προτάσεως, ἡ ὁποία ἔχει ήδη ἀναφερθεί καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία έπρεπε νά δοθεί στόν προσφεύγοντα ἀκόμα μιά ευκαιρία, ή ὅτι έπρεπε τουλάχιστον νά ἀποδειχτεί ὅτι οι υπηρεσίες πού εἶχε παράσχει μετά τήν επιστροφή του ἀπό τίς ΗΠΑ τό φθινόπωρο τοῦ 1978 δέν ήταν ικανοποιητικές, ἐν τούτοις δέ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατό νά συμφωνήσουμε μέ τήν άποψη του.
Όρθά ἡ Ἐπιτροπή εξέθεσε σχετικά, παραπέμποντας στή νομολογία περί ἀπολύσεως υπαλλήλων λόγω επαγγελματικής ἀνεπάρκειας (υπόθεση 101/79, Franco Vecchioli κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 21ης Όκτωβρίου 1980), ὅτι γιά μέτρα τέτοιας φύσεως σημασία έχει ἡ ἀξιολόγηση ὁλόκληρης τῆς σταδιοδρομίας. Δέν πρέπει επίσης νά παραβλεφθεί τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνωτέρω πρόταση εξέφραζε ἀπλώς μιά προτροπή τοῦ άμεσου προϊσταμένου τοῦ προσφεύγοντος καί ὅτι ή ἀπόφαση περί τῆς παρατάσεως τῆς ὑπαλληλικής σχέσεως τοῦ προσφεύγοντος άνῆκε στό γενικό διευθυντή τοῦ Κέντρου Ἐρευνών ὡς τήν ἀρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή.
Δέν εἶναι άλλωστε λιγότερο ἀποφασιστικό τό ὅτι μεταξύ τῆς επιστροφής τοῦ προσφεύγοντος ἀπό τίς ΗΠΑ τό Σεπτέμβριο 1978 καί τῆς απολύσεως του ἀπό τήν Ἐπιτροπή παρήλθε ἀρκετός χρόνος. Όμως καί γι' αυτή τήν περίοδο ἡ αξιολόγηση ήταν ἀρνητική, ἐνῶ ὁ προσφεύγων δέν μπόρεσε νά ἀποδείξει ὅτι ήταν προφανώς πλανημένη. Δέν ἀναφέρομαι σχετικά στό υπόμνημα τοῦ προσφεύγοντος τοῦ Αυγούστου 1978, στό όποιο — ήδη πρίν νά ἀναλάβει πάλι υπηρεσία ὁ προσφεύγων στό Petten, ἑπομένως καί πρίν νά ἀρχίσει ἡ τελευταία δοκιμαστική περίοδος — επαναλαμβάνονταν μέ άλλα λόγια οἱ διαπιστώσεις πού περιείχε τό υπόμνημα τοῦ Ἰανουαρίου 1978 καί στό όποιο τονιζόταν ὅτι ήταν ἀδύνατο γιά τους προϊσταμένους τῶν ὁμάδων στό Petten νά συνεργαστούν μέ τόν προσφεύγοντα. Ἀλλωστε καί στά υπομνήματα τῆς 5ης Όκτωβρίου καί τῆς 13ης Νοεμβρίου 1978, τῆς καταρτίσεως τῶν ὁποίων είχαν προηγηθεί συνομιλίες μέ τόν προσφεύγοντα, γίνεται λόγος γιά έλλειψη κύρους, ὀργανωτικού πνεύματος καί πρωτοβουλίας τοῦ προσφεύγοντος. Ἐνδιαφέρον ἐδῶ μπο-ροῦν επίσης νά παρουσιάζουν καί μερικές ἀπό τίς παρατηρήσεις τοῦ προσφεύγοντος. Αυτό Ισχύει γιά παράδειγμα γιά τό υπόμνημά του τῆς 16ης Νοεμβρίου 1978, στό όποιο ὁ ἴδιος πρότεινε νά χρησιμοποιηθεί ἀλλοιῶς, επειδή ήταν ιδιαίτερα προικισμένος γιά τήν κατάρτιση εκθέσεων, καί νά τοῦ ἀνατεθούν καθήκοντα συμβούλου καί καθήκοντα μελετῶν, πράγμα πού δείχνει — ὅπως καί οἱ πολυάριθμες δημοσιεύσεις τοῦ προσφεύγοντος — περισσότερο θεωρητική κατάρτιση. Πρέπει επίσης νά ληφθεί υπόψη τό υπόμνημα τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 τοῦ προσφεύγοντος πρός τό γενικό διευθυντή τοῦ Κέντρου Ἐρευνών, στό όποιο ὁ προσφεύγων, μετά ἀπό τή διαπίστωση ὅτι οἱ ἀναλύσεις καί οἱ ἀξιολογήσεις τοῦ ἴδιου καί τοῦ παραλήπτη τοῦ υπομνήματος, ὅσον άφορᾶ τήν κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος, διέφεραν, τελικά ἐξέφραζε τήν ελπίδα ὅτι ὁ γενικός
διευθυντής τοῦ Κέντρου Ἐρευνών θά σεβόταν τή θέση τοῦ προσφεύγοντος. Αυτό ὅμως προδίδει ὁρισμένη έλλειψη ευκαμψίας, πού δέν μπορεί παρά νά κατακριθεῖ, καί μιά εκπληκτική έλλειψη κατανοήσεως ἀπό μέρους τοῦ προσφεύγοντος. Τέλος χαρακτηριστικό στην αλληλουχία αυτή είναι καί τό ὑπόμνημα τοῦ προσφεύγοντος τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1979, στό όποιο ζητούσε τήν τοποθέτηση του σέ άλλη θέση μέ τό αιτιολογικό ὅτι εῖχε χάσει τήν εμπιστοσύνη τοῦ διευθυντή του καί ὅτι τοῦ ήταν ἀδύνατο νά συνεχίσει νά ἀσκεῖ τά καθήκοντά του σ' ένα τέτοιο κλίμα δυσπιστίας.
γγ)
Ἐφ' ὅσον λοιπόν δύσκολα μπορεί νά εἰπωθεῖ ὅτι ὁ προσφεύγων πέτυχε νά ανασκευάσει τήν ἀρνητική κρίση τοῦ προϊσταμένου του ως πρός τίς επαγγελματικές του Ικανότητες καί ὅτι μπόρεσε επομένως νά ἀποδείξει τήν έλλειψη βάσιμων λόγων γιά τή λήξη τῆς ὑπαλληλικής σχέσεώς του, δέν ἀπομένουν καί πολλά νά εἰπωθοῦν ὡς πρός τό τελευταίο σημείο τῆς κριτικής του — έλλειψη συνέπειας στους ισχυρισμούς τοῦ προϊσταμένου του.
Μετά ἀπό ὅσα έχουμε πληροφορηθεί σχετικά, δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι ὁ προϊστάμενός του υπέσκαψε, παρακάμπτοντάς τον συστηματικά καί ερχόμενος σέ επαφή μέ τους υφισταμένους του, τό κύρος του, όπως ισχυρίζεται ὁ προσφεύγων. Όταν ὅμως ὁ προσφεύγων επικρίνει τήν Ἐπιτροπή, επειδή παρέλειψε εσφαλμένα νά φροντίσει γιά τή συμμετοχή του σέ κατάλληλα τμήματα επιμορφώσεως μέ θέμα «διοίκηση επιχειρήσεων», μέ τόν τρόπο αυτό — ἀφοῦ μάλιστα τοῦ προσάπτονται καί άλλες ελλείψεις — δέν παρουσιάζεται καμιά ικανοποιητική κατάσταση. Ἐκτός αὑτοῦ συμφωνώ πλήρως μέ τήν Ἐπιτροπή ὅτι, ἀφοῦ προσλάμβανε κάποιον γιά υψηλή θέση μετά ἀπό διαδικασία επιλογής καί ἀφοῦ μάλιστα επρόκειτο γιά τόν πρώην διευθυντή προσωπικοῦ μιας σημαντικής επιχειρήσεως, δικαιοῦνταν νά θεωρήσει ὅτι τό πρόσωπο αυτό διέθετε τά ἀναγκαία διοικητικά προσόντα. Ἀντίθετα, δέν ήταν υποχρεωμένη νά φροντίσει ἡ ἴδια γιά την ἀνάπτυξη τους καί νά ἀντιμετωπίσει τη λύση τῆς υπαλληλικής σχέσεως μόνο μετά ἀπό την ἀποτυχία τῶν ἀνάλογων προσπαθειῶν.
δ)
Ή καταγγελία δέν μπορεί ἑπομένως νά ἀκυρωθεῖ μέ τό αἰτιολογικό ὅτι δέν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι πού θά μπορούσαν νά ληφθούν υπόψη πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας.
2.
Ό προσφεύγων ἰσχυρίζεται επίσης — χωρίς βέβαια νά τό επαναλάβει στό δεύτερο υπόμνημα του — ὅτι θά έπρεπε, ἀφοῦ ή υπαλληλική σχέση λύθηκε λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας, νά ληφθεί υπόψη τό άρθρο 51 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο ὁρίζει ὅτι οἱ λόγοι τῆς λύσεως πρέπει νά γνωστοποιούνται καί νά δίνεται ἡ ευκαιρία υποβολής ὁποιασδήποτε παρατηρήσεως. Ἐκτός αυτού ἡ ἀπόφαση περί καταγγελίας έπρεπε νά εκδοθεί σύμφωνα μέ τήν πειθαρχική διαδικασία πού καθορίζεται στό παράρτημα ΙΧ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, συγκεκριμένα μέ παρέμβαση τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου. Αυτό τουλάχιστον θά έπρεπε νά εἶχε γίνει, ἐπειδή τό υπηρεσιακό καθεστώς τοῦ ἄρθρου 2 στοιχείο δ τοῦ καθεστῶτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικοῦ ἀντικατέστησε καθεστώς πού ρυθμιζόταν ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως καί επειδή οἱ έκτακτοι αυτοί υπάλληλοι ἀσκοῦν κατά μεγάλο μέρος — αυτό ἰσχύει τουλάχιστον γιά τόν προσφεύγοντα — τά ίδια καθήκοντα, ὅπως καί οἱ μόνιμοι υπάλληλοι τῆς Κοινότητας, γιά ἀόριστο χρόνο.
Είμαι ἐν τούτοις τῆς γνώμης, ὅπως καί ή Ἐπιτροπή, ὅτι δέν μπορούμε νά συμφωνήσουμε μέ τόν προσφεύγοντα οὔτε καί στό σημείο αυτό καί ὅτι ἡ διαδικασία τῆς καταγγελίας δέν μπορεί νά κηρυχτεί ἐλαττωματική ούτε ἐν ὄψει τῶν διατάξεων αυτών.
Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀδιανόητη ἡ ἄμεση εφαρμογή τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, πού σαφώς προορίζονται — ὅπως δείχνει καί τό γράμμα τους — γιά τους μόνιμους υπαλλήλους. Τό άρθρο 11 τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπό τοῦ λοιποῦ προσωπικού παραπέμπει μέν, σέ ὁρισμένα θέματα, στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Τό άρθρο ὅμως 51 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δέν ἀναφέρεται ἐδῶ, ὅπως δέν παραπέμπει καί τό άρθρο 49 τοῦ καθεστώτος τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ — σέ περίπτωση καταγγελίας γιά πειθαρχικούς λόγους — στή διαδικασία τοῦ παραρτήματος ΙΧ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ἐξάλλου δέν μπορεί νά ἐξεταστεί ούτε ή περίπτωση ἀνάλογης εφαρμογής — κατ' επίκληση τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, δέν έχει σημασία ἄν ὁρισμένοι έκτακτοι ἡ επικουρικοί υπάλληλοι ἀσκοῦν παρόμοια καθήκοντα μέ μόνιμους υπαλλήλους. Τό κριτήριο έγκειται μάλλον στή σταθερότητα τῆς υπαλληλικής σχέσεως, πού ἰσχύει μόνο γιά τους μόνιμους υπαλλήλους καί ὄχι γιά τό λοιπό προσωπικό' ἡ διαφορετική αυτή κατάσταση επιτρέπει τή διαφορετική μεταχείριση κατά τή λήξη τῶν υπαλληλικών σχέσεων.
Ὅσον άφορᾶ ὅμως τήν προκειμένη περίπτωση τό ζήτημα καί μόνο ἄν έγιναν σεβαστά τά δικαιώματα τοῦ προσφεύγοντος πρός υπεράσπιση, δηλαδή ἄν τηρήθηκε μιά ἀρχή πού έχει, σύμφωνα μέ τή νομολογία, τουλάχιστον ὅταν πρόκειται γιά βαριά προσβολή ἀτομικών συμφερόντων, γενική ἰσχύ, καί ἐδῶ δύσκολα ἀνευρίσκονται σημεία πού νά δίνουν λαβή σέ κριτική. Ήδη ἀπό τό τέλος 1977 — ἀρχές τοῦ 1978 επιστήθηκε ἡ προσοχή τοῦ προσφεύγοντος στό μή ικανοποιητικό επίπεδο τῆς ἀποδόσεως του (πρβλ. ιδίως τό υπόμνημα τοῦ Ἰανουαρίου 1978 πού εξετάσαμε ήδη λεπτομερειακά) καί τοῦ ἀπευθύνθηκαν επίσης ἀργότερα κατά τή διάρκεια τοῦ 1978 τά κρίσιμα υπομνήματα τῆς 5ης Όκτωβρίου καί τῆς 13ης Νοεμβρίου. Ἐπιπλέον ὁ προσφεύγων εἶχε τήν ευκαιρία νά εκθέσει τήν άποψη του κατά τά διάρκεια πολλών συνομιλιών μέ τούς προϊσταμένους του, ἀλλα καί σέ πολλά γραπτά υπομνήματα, γιά τά ὁποια έγινε ήδη λόγος. Εἶναι σαφές ἑπομένως ὅτι ενημερώθηκε ἀρκετά γιά τήν ἀνεπάρκεια πού τοῦ προσαπτόταν, ὅτι μπόρεσε νά υπερασπίσει τίς ἀπόψεις του καί ὅτι επομένως ἡ διαδικασία πού προηγήθηκε ἀπό τήν καταγγελία ἐξελίχτηκε κανονικά.
3.
Στόν τρίτο λόγο τῆς προσφυγής του, ὁ προσφεύγων επικαλείται τέλος ὁρισμένες γενικές ἀρχές, ὅπως τήν ἀρχή τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής, τῆς επιείκειας καί τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως, καί κάνει λόγο γιά υπηρεσιακό πταίσμα τῆς Ἐπιτροπῆς, καθώς καί γιά κατάχρηση τοῦ δικαιώματος καταγγελίας.
Ό προσφεύγων πιστεύει — ἡ ἰδέα αυτή ἔχει εμφανιστεί ήδη καί σέ άλλο πλαίσιο — ὅτι ή λήξη τῆς υπαλληλικής σχέσεως λόγω υποτιθέμενης ελλείψεως διοικητικών ικανοτήτων πρέπει νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτη, επειδή ἡ Ἐπιτροπή, παραβαίνοντας τήν υποχρέωση ἀρωγής πού είχε, παρέλειψε νά εγγράψει τόν προσφεύγοντα σέ ἕνα ειδικό τμήμα «διοικήσεως επιχειρήσεων». Ἐν πάση περιπτώσει ἡ προθεσμία καταγγελίας υπολογίστηκε πολύ σύντομη, ἀφοῦ ἀντιστοιχούσε μέ τήν ελάχιστη προθεσμία πού προβλέπεται στό άρθρο 47 τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό. Τέλος ἡ καταγγελία μποροῦσε νά ἀσκηθεί ἡ τουλάχιστον νά καταστεί ἐνεργή μόνο μετά τή θέσπιση κάποιας ρυθμίσεως καί γιά τήν Κοινότητα πού νά εξασφαλίζει, μετά τή λήξη τῆς υπαλληλικής σχέσεως, προστασία έναντι τῶν κινδύνων τῆς ἀνεργίας, τῶν ἀσθενειών καί τῆς ἀναπηρίας. Ἡ Ἐπιτροπή πάντως ὄφειλε νά λάβει, στή συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ προσφεύγοντος, μέτρα γιά νά τόν προστατεύσει ἀπό τους ἀνωτέρω κινδύνους.
α)
Σύμφωνα μέ ὅσα έχω ήδη εκθέσει σέ άλλη περίσταση, εἶναι σαφές ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά γίνει δεκτή ἡ άποψη τοῦ προσφεύγοντος στό πρώτο σημείο. Κατά συνέπεια, δέ χρειάζεται λεπτομερειακή εξέταση τοῦ ζητήματος μέχρι πού φτάνει ή ἀρχή τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής, τῆς ὁποίας επίκληση γίνεται ἐδῶ καί ἡ ὁποία ισχύει σύμφωνα μέ τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί εφαρμόζεται επίσης, σύμφωνα μέ τό άρθρο 11 τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό, καί στό πλαίσιο τῶν υπαλληλικών σχέσεων πού ρυθμίζονται ἀπό τό τελευταίο αυτό. Ἀκόμα ὅμως καί ἄν γινόταν δεκτό ὅτι ἀπό τήν ἀρχή αὐτή ἀπορρέει ἡ υποχρέωση τοῦ εργοδότη νά προωθήσει τήν επαγγελματική επιμόρφωση, έχει σημασία ὅτι στην περίπτωση τοῦ προσφεύγοντος δέ θά επρόκειτο γιά ἁπλή επιμόρφωση, άλλά γιά τή δημιουργία εξαρχής τῶν προϋποθέσεων της ἀσκήσεως ὁρισμένων καθηκόντων πού έπρεπε νά ἀναλάβει λόγω τῆς θέσεως του. Δέν μπορεί ὅμως νά ἀνάγεται στίς υποχρεώσεις τοῦ εργοδότη ἡ φροντίδα γιά τήν εξαρχής δημιουργία τῶν βασικών προϋποθέσεων τῆς εκτελέσεως τῆς συμβάσεως εργασίας. Δικαιούται ἀντίθετα ὁ εργοδότης νά θεωρήσει ὡς δεδομένο ὅτι τό πρόσωπο πού υποβάλλει τήν υποψηφιότητά του γιά ὁρισμένη θέση καί χαρακτηρίζεται κατάλληλο μετά ἀπό μιά πρώτη ἐξέταση έχει βασικά τίς ἀναγκαίες Ικανότητες καί δέ χρειάζεται νά τίς ἀποκτήσει μέ ιδιαίτερη επιμόρφωση. Ἐξάλλου στον προσφεύγοντα δέν προσαπτόταν μόνο έλλειψη διοικητικών ἱκα-νοτήτων, άλλά καί άλλα εἴδη ἀνεπάρκειας. Κατά συνέπεια, ἡ ἴδια ἡ συμμετοχή σέ τμήματα «διοικήσεως επιχειρήσεων» δέ θά ἀποτελούσε ὁπωσδήποτε εγγύηση ὅτι ὁ προσφεύγων θά εκπλήρωνε Ικανοποιητικά τίς υποχρεώσεις του έναντι τῆς υπηρεσίας.
Δέν μπορεί ἑπομένως ὁπωσδήποτε νά γίνει λόγος γιά καταχρηστική άσκηση τοῦ δικαιώματος καταγγελίας λόγω παραβάσεως τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής.
β)
Ὡς πρός τόν υπολογισμό τῆς προθεσμίας καταγγελίας, τό άρθρο 47 τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ ὁρίζει ὅτι ἡ υπαλληλική σχέση σέ περίπτωση συμβάσεως ἀόριστου χρόνου — ὅπως στην περίπτωση μας — λύεται μετά τη λήξη τῆς προθεσμίας πού καθορίζεται ἀπό τή σύμβαση. Ή προθεσμία αύτη δέν μπορεί, γιά τους υπαλλήλους πού ἀναφέρονται στό άρθρο 2 στοιχείο δ, νά εἶναι μικρότερη ἀπό ἕνα μήνα γιά κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας καί δέν μπορεί νά είναι μικρότερη ἀπό τρεις μήνες καί μεγαλύτερη ἀπό δέκα μήνες. Ἀπόλυτα σύμφωνη μέ τά ἀνωτέρω εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ άρθρου 5 δεύτερη παράγραφος τῆς συμβάσεως πού συνάφθηκε μέ τόν προσφεύγοντα στίς 26 Μαΐου 1977: «Le délai de préavis est fixé à un mois par année de service accomplie avec un minimum de trois mois et un maximum de dix mois» («Ή προθεσμία καταγγελίας ὁρίζεται σέ ένα μήνα γιά κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, μέ κατώτατο ὅριο τους τρεις μήνες καί ἀνώτατο τους δέκα»).
Ἀπό τά ἀνωτέρω γίνεται σαφές ὅτι ἡ προθεσμία καταγγελίας ἀποτελεί μέγεθος επακριβῶς καθορισμένο. Ἀν καί στή ρήτρα τῆς συμβάσεως γίνεται λόγος — κατ' ἀπομίμηση τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό — γιά ελάχιστη καί μέγιστη προθεσμία, αυτό ἔχει τήν έννοια τῆς ὁριοθετήσεως τῆς προθεσμίας καταγγελίας, γιά τήν περίπτωση πού θά εμφανιζόταν κατά τόν υπολογισμό τοῦ χρόνου υπηρεσίας προθεσμία καταγγελίας μικρότερη ἀπό τρεις μήνες ἡ μεγαλύτερη ἀπό δέκα μήνες. Σέ καμιά περίπωση δέν πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι δημιουργείται ένα πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, τό όποιο θά επέτρεπε τή λήψη υπόψη τῶν ἰδιαίτερων στοιχείων τῆς περιπτώσεως.
Ἐπειδή ὅμως στην προκειμένη υπόθεση εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ υπολογισμός τῆς προθεσμίας ήταν ὀρθός βάσει τῆς ἀνωτέρω ρήτρας τῆς συμβάσεως καί επειδή ὁ προσφεύγων δέν μπόρεσε επίσης νά ἀποδείξει — παραπέμποντας πχ. σέ κριτήρια ἐθνικοῦ δικαίου — ὅτι ὁ υπολογισμός αυτός μπορεί κατ' ἀρχήν νά ἀμφισβητηθεί — ἡ ἀναφορά του στην ἀπόφαση στην υπόθεση 12/66, Alfred Willame κατά Ἐπιτροπής τῆς ΕΚΑΕ, ἀπόφαση τῆς 22ας Ἰουνίου 1967, Slg. 1967, σ. 204, 202, προφανώς δέν έχει καμιά χρησιμότητα — άρα δέν υπάρχει λόγος νά γίνει δεκτό τό επικουρικό αἴτημά του καί νά ἀναγνωριστεί ὅτι ἔπρεπε νά εἶχε τηρηθεί δεκάμηνη προθεσμία καταγγελίας.
γ)
Ἀντίθετα, περισσότερα προβλήματα παρουσιάζει τό τρίτο σημείο, πού άφορᾶ τήν κοινωνική ἀσφάλιση (ἀσφάλιση
κατά ἀσθενειών καί ἀναπηρίας, ἀσφάλιση κατά ἀνεργίας) τοῦ — προφανώς μέχρι σήμερα άνεργου — προσφεύγοντος μετά ἀπό τή λύση τῆς υπαλληλικής σχέσεως του προς τήν Ἐπιτροπή. Κατά τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, πρέπει νά μή ληφθούν υπόψη στό πλαίσιο αυτό ἡ ἀποζημίωση πού έλαβε σύμφωνα μέ τό άρθρο 73 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως λόγω τῆς μόνιμης μερικής ἀναπηρίας πού τοῦ προκάλεσε ἡ επίθεση πού υπέστη στίς ΗΠΑ, καθώς καί επίδομα ἀποχωρήσεως πού τοῦ καταβλήθηκε σύμφωνα μέ τό άρθρο 39 παράγραφος 2 τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό. Τά επιδόματα πράγματι αυτά, τά όποια χρησιμοποιεί ἡ Ἐπιτροπή γιά νά στηρίξει τους ισχυρισμούς της, προφανώς δέν ἀπο-τελοῦν ἀντιστάθμισμα γιά τήν έλλειψη κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ἐξάλλου, ἡ ρύθμιση τοῦ ἄρθρου 28 παράγραφος 4 τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό πρέπει νά θεωρηθεί ὡς τελείως ἀνεπαρκής, ἀφοῦ κάνει λόγο μόνο γιά παροχές ἀπό ἀσφάλιση κατά ἀσθενειών ἐπί εξήντα, κατ' ἀνώτατο ὅριο, ἡμέρες μετά τή λήξη τῆς συμβάσεως του. Χαρακτηριστικό εἶναι πάντως ὅτι ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε τόν Ἰούνιο 1979 προτάσεις στό Συμβούλιο γιά τήν τροποποίηση τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό, μέ σκοπό τή βελτίωση τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως (πρβλ. ABl. C 191 τῆς 30ής Ἰουλίου 1979, σ. 9 ἑπ.), σύμφωνα μέ τίς όποιες πρέπει νά προστεθούν στό καθεστώς γιά τό λοιπό, προσωπικό τά έξῆς δύο άρθρα:
«Ἀρθρο 28α:
Ὀ πρώην έκτακτος υπάλληλος, ο όποιος μετά τή λήξη τῆς συμβάσεως του συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις χορηγήσεως τοῦ επιδόματος ἀνεργίας ἤ θά τίς συγκέντρωνε, ἄν δέν ήταν ἀνίκανος πρός ἐργασία, καλύπτεται έναντι τῶν κινδύνων ἀσθένειας καί τῆς μητρότητας σύμφωνα μέ τό υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῆς χώρας τῆς Κοινότητας, στην ὁποία ἀποκτᾶ τήν κατοικία του. Οι παροχές πού εξασφαλίζονται εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
—
οἱ ἀποζημιώσεις πού προβλέπει αυτό τό σύστημα ἀσφαλίσεως σέ περίπτωση ἀνικανότητας πρός ἐργασία,
—
οἱ λοιπές παροχές πού προβλέπει αυτό τό σύστημα ἀσφαλίσεως σέ περίπτωση ἀσθένειας ἡ μητρότητας.
Ἀν ὁ πρώην έκτακτος υπάλληλος δικαιούται τίς παροχές πού προβλέπονται στή δεύτερη περίπτωση τῆς προηγούμενης παραγράφου, οἱ παροχές αυτές χορηγοῦνται καί στά συντηρούμενα πρόσωπα.
Οἱ μέθοδοι έλέγχου, καταβολής καί επιστροφής εἶναι ἀνάλογες μέ τίς μεθόδους πού καθορίζονται στό άρθρο 286 εδάφιο 2.»
«Ἀρθρο 286:
Γιά τήν κάλυψη τοῦ κινδύνου ἀνεργίας, ὁ πρώην έκτακτος υπάλληλος δικαιούται τίς παροχές τοῦ υποχρεωτικού συστήματος ἀσφαλίσεως έναντι ἀνεργίας στή χώρα τῆς Κοινότητας, στην ὁποία ἀποκτᾶ τήν κατοικία του.
'Υπόκειται στίς μεθόδους έλεγχου καί πληρωμής τοῦ συστήματος ἀσφαλίσεως αυτού, στό όποιο τό όργανο καταβάλλει τό ποσό τῶν παροχών πού χορηγήθηκαν στόν ενδιαφερόμενο.»
Πρέπει κατ' ἀρχήν ἐδῶ νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὅσα εκθέτει ὁ προσφεύγων σχετικά μέ τήν ἀποζημίωση τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί μέ τήν ουσία τοῦ ἐπιδόματος ἀποχωρήσεως εἶναι ὀρθά. Κατά τά λοιπά πρέπει νά διακρίνουμε τά ἀκόλουθα σημεία:
αα)
Ἀν έχω καταλάβει σωστά, ἡ βασική θέση τοῦ προσφεύγοντος εἶναι ὅτι τό δικαίωμα καταγγελίας δέν μπορεί νά ἀσκηθεί ἡ τουλάχιστον ὅτι προσωρινά δέν επέρχονται τά ἀποτελέσματα τῆς καταγγελίας, ἐφ' ὅσον λείπει ἡ κατάλληλη ρύθμιση γιά τήν κοινωνική ἀσφάλιση τοῦ λοιπού προσωπικοῶ τῶν Κοινοτήτων μετά ἀπό τήν ἀποχώρηση τους ἀπό τήν υπηρεσία.
Ή άποψη αυτή ὅμως μοῦ φαίνεται γιά πολλούς λόγους ἀμφισβητήσιμη.
Μέ τή γενίκευση πού κάνει, ἡ ἀνωτέρω άποψη προχωρεί ὁπωσδήποτε υπερβολικά. Θά ήταν δυνατό έτσι νά ματαιωθεί ἡ λύση υπαλληλικών σχέσεων καί σέ περιπτώσεις στίς όποιες δέν εμφανίζονται καθόλου προβλήματα κοινωνικής ἀσφαλίσεως, ὅπως τά βλέπει ὁ προσφεύγων, επειδή ὁ ενδιαφερόμενος μπορεί νά προσληφθεί ἀμέσως ἀλλου. Όπωσδήποτε θά ήταν ἀπαράδεκτο νά εξαρτηθεί ἡ άσκηση ενός δικαιώματος, πού προβλέπεται τόσο ἀπό τό νόμο, ὅσο καί ἀπό τή σύμβαση, ἀπό τό ἄν καί τό πότε ὁ θιγόμενος υπάλληλος θά βρεῖ νέα θέση μέ κατάλληλη κοινωνική ἀσφάλιση.
Ἐξάλλου, ὁ προσφεύγων δέν μπόρεσε νά ἀποδείξει τήν ὀρθότητα τῆς ἀπόψεως του. Πράγματι οἱ ἀναφορές του στίς πολύ γενικές ἀρχές τῆς επιείκειας, τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής καί τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως πολύ λίγο ἀρκούν. Σημασία επίσης έχει τό γεγονός ὅτι οἱ υπαλληλικές σχέσεις, στίς όποιες ἀναφέρεται ἡ ἀνωτέρω άποψη, βασίζονται σέ ένα καθεστώς πού δέν προ-βλέπει τέτοια σύνδεση τοῦ δικαιώματος καταγγελίας μέ τήν κοινωνική ἀσφάλιση. Όποιος δέχεται τή σχέση αὐτή, τό κάνει ἐν γνώσει τοῦ γεγονότος αὐτοῦ — πού ὁ προσφεύγων θεωρεί ὡς παράλειψη — καί επομένως δύσκολα μπρορεῖ νά υποστηριχτεί ὅτι εἶναι παραδεκτή ἡ επίκληση τῆς «παραλείψεως» αυτής μέ σκοπό νά ἀποκλειστεί ἡ δυνατότητα λύσεως μιᾶς τέτοιας συμοατικῆς σχέσεως.
ββ)
Ἐπιπλέον, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀδιανόητη ή ἀπαίτηση νά τελοῦν ὑπό αίρεση τά ἀποτελέσματα τῆς καταγγελίας, μέχρις ὅτου φροντίσει ἡ καθ᾽ ἧς γιά την κάλυψη έναντι των κινδύνων πού ἀναφέρει ὁ προσφεύγων, ἤ ἡ ἀπαίτηση νά καταδικαστεί ἡ καθ᾽ ἧς νά λάβει μέτρα ἀνάλογα μέ αυτά πού προβλέπονται στην πρόταση τῆς περί κανονισμοῦ.
Κατ' ἀρχήν πρέπει νά σημειωθεί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν ἔχει τή δυνατότητα νά φροντίσει γιά μιά τέτοια κάλυψη. Χρειάζεται σχετικά μιά νομοθετική βάση, πού δέν υπάρχει ἀκόμα καί πού ἡ ἴδια δέν μπορεί νά δημιουργήσει, άφοῦ γιά τή θέσπιση της ἁρμόδιο εἶναι τό Συμβούλιο. Είναι άλλο θέμα ἄν μπορεί νά καταλογιστεί σχετικά στην Ἐπιτροπή υπηρεσιακό πταίσμα, επειδή δέν έκανε πρόταση, παρόμοια μέ αυτή πού ὑπέβαλε τώρα, νωρίτερα ήδη, καί συγκεκριμένα ὅταν θεσπίστηκε τό καθεστώς τοῦ ἄρθρου 2 στοιχείο δ τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό. Αὐτό πάντως θά μποροῦσε νά έχει ὡς συνέπεια ὄχι βέβαια τήν ἀναστολή τῶν ἀποτελεσμάτων μιᾶς καταγγελίας πού έγινε τό 1979, άλλα τό πολύ-πολύ τή χορήγηση ὁρισμένης ἀποζημιώσεως, ἐνῶ θά διατηροῦνταν τά ἀποτελέσματα τῆς καταγγελίας.
Εἶναι ἐξάλλου προφανές, κατά τή γνώμη μου, ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά καταδικαστεί ή καθ' ἧς νά λάβει τά μέτρα πού προβλέπει ή πρόταση τῆς περί κανονισμοῦ. Μιά πρόταση γιά τήν ὁποία δέν εἶναι βέβαιο ὅτι θά γίνει δεκτή μέ τή μορφή αυτή ἀποτελεί ακόμα νομική διάταξη καί δέν μπορεί νά ἀποτελέσει τή βάση γιά ὁποιεσδήποτε παροχές. Ἀν καί ὁ προσφεύγων, ἐκικαλού-μενος υπηρεσιακό πταίσμα τῆς Ἐπιτροπῆς, ζητᾶ νά επέλθει ἡ νομική αυτή συνέπεια κατά κάποιο τρόπο ὡς φυσική ἀποκατάσταση, πρέπει ἐν τούτοις νά ὁμολογήσει ὅτι δέν ἀπέδειξε ἀρκετά σαφώς ὅτι ή κοινωνική ἀσφάλιση, πού ὁ ἴδιος θεωρεί ἀναγκαία, μετά ἀπό τή λήξη υπαλληλικών σχέσεων πού διέπονται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο πρέπει νά έχει τήν ἴδια ἀκριβώς μορφή μέ αυτή πού περιέχεται στην πρόταση περί κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπής.
γγ)
Όμοίως δέν μπορεί νά γίνει δεκτό τό επικουρικό αἴτημα, πού ἀναφέρεται στην ἀπάντηση, νά καταδικαστεί δηλαδή ἡ Ἐπιτροπή νά φροντίσει ώστε νά έχει ὁ προσφεύγων ήδη ἀπό τή λήξη τῶν υπαλληλικῆς σχέσεως του τήν κοινωνική προστασία πού θά προβλέπεται κάποτε σε κάποιο μελλοντικό κανονισμό τοῦ Συμβουλίου — ἀνεξάρτητα ἀπό τό ζήτημα ἄν μιά τέτοια συμπλήρωση τῆς προσφυγῆς μέ τήν ἀπάντηση φαίνεται παραδεκτή.
'Ηδη ἀνακύπτουν ἀμφιβολίες ἄν μιά τέτοια καταδίκη «ὑπό ὅρους», ἐν όψει διατάξεων πού ἴσως εκδοθούν μελλοντικά, ἡ ὁποία δέ θά επέτρεπε εκτέλεση ἐπί τοῦ παρόντος, εἶναι καθόλου δυνατή. Ἐν πάση περιπτώσει ὅμως δέν ὑπάρχει έννομο συμφέρουν γιά τήν καταδίκη αύτη. Διότι ἄν κάποτε θεσπιστεί μιά ρύθμιση σάν αυτή πού έχει κατά νοῦ ὁ προσφεύγων καί ἄν συγκεντρώνει πράγματι τίς προϋποθέσεις πού θά προβλέπονται γιά τή χορήγηση τῶν παροχών, πρέπει χωρίς άλλο νά γίνει δεκτό ὅτι θά τοῦ χορηγηθοῦν, χωρίς νά υποχρεωθεί τό Δικαστήριο νά παροτρύνει σχετικά ήδη ἀπό τώρα τά ἁρμόδια γιά τήν εφαρμογή της κοινοτικά όργανα.
δδ)
Κατά συνέπεια τό μόνο πού μένει ἀκόμη νά εξεταστεί εἶναι τό ζήτημα πού άλλωστε έχει ήδη ἀναφερθεί, ἄν πρέπει νά καταλογιστεί υπηρεσιακό πταίσμα στην Ἐπιτροπή γιά τό λόγο ὅτι δέν είχε φροντίσει νωρίτερα γιά τή συμπλήρωση τοῦ καθεστώτος γιά τό λοιπό προσωπικό κατά τήν έννοια τῆς προτάσεως τῆς τοῦ Ἰουνίου 1979 καί ἄν μπορεί γιά τό λόγο αυτό νά χορηγηθεί στον προσφεύγοντα ἀποζημίωση, χάρη στην οποία ουσιαστικά θά περιέλθει στή θέση πού θά βρισκόταν ἄν είχε θεσπιστεί έγκαιρα ἡ ἀπαραίτητη, σύμφωνα μέ ἀρχές ἀναγκαστικοῦ χαρακτήρα, κοινωνική προστασία μετά ἀπό τή λήξη τῶν συμβατικών υπαλληλικών σχέσεων.
Ἀπό την άποψη αύτη, εἶναι βασικό νά ἀναγνωριστεί ὅτι ἡ καταδίκη αύτη θά ήταν δυνατή καί χωρίς ρητό αίτημα ad hoc. Κατ' ἀρχήν δηλαδή μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὅτι σχετικό αἴτημα περιέχεται σιωπηρά ήδη στά αιτήματα πού διατυπώθηκαν ρητά. Ἐπιπλέον πρέπει νά υπενθυμιστεί ὅτι τό Δικαστήριο επανειλημμένα τόνισε καί ἐφάρμοσε τήν ἀρχή ὅτι σέ περιπτώσεις διαφορών περιουσιακού χαρακτήρα, στίς όποιες ἀπονέμεται στό Δικαστήριο εξουσία ἀπεριόριστου έλεγχου τῆς διακριτικῆς ευχέρειας τῶν ὀργάνων, μπορεί νά χορηγηθεί ἀποζημίωση καί αυτεπαγγέλτως. Παραπέμπω σχετικά πχ. στην ἀπόφαση στην υπόθεση 23/69 (Anneliese Fiehn κατά Ἐπιτροπῆς, ἀπόφαση τῆς 9ης Ἰουλίου 1970, Slg. 1970, σ. 547, 560) ἡ στην ἀπόφαση στην υπόθεση 24/79 (Dominique Noëlle Oberthur κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 5ης Ἰουνίου 1980).
Ὅσον ἀφορᾶ τό κεντρικό πρόβλημα πού μᾶς ενδιαφέρει ἐδῶ — τό ζήτημα δηλαδή ἄν ὁρισμένη κοινωνική προστασία μετά ἀπό τή λήξη μή σταθερών υπαλληλικών σχέσεων, σάν αυτή πού ἔχει κατά νοῦ ὁ προσφεύγων, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπαραίτητος ὅρος — τά σχετικά επιχειρήματα τοῦ προσφεύγοντος δέ φαίνεται ούτε νά βοηθούν ούτε νά πείθουν Ιδιαίτερα. Αυτό ἰσχύει γιά τήν ἀναφορά του στή γενικότατη ἀρχή τῆς ἐπιείκειας, γιά τήν ὁποία δέν ἀποδείχτηκε ὅτι παίζει κανένα ρόλο, ειδικά στόν τομέα πού μᾶς ἀπασχολεί ἐδῶ. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τή γενική ἀρχή τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής, ἡ ὁποία, ἀκόμη καί ἄν προχωρήσουμε πέρα ἀπό τή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, δέν ἔχει ποτέ μέχρι τώρα στό κοινοτικό δίκαιο συνδεθεί μέ τόσο εκτεταμένες συνέπειες στόν τομέα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, οὔτε ἀποδείχτηκε — όσον άφορᾶ τό εθνικό δίκαιο — τέτοια ἑρμηνεία. Τό ἴδιο ἰσχύει επίσης καί γιά τήν ἀρχή τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ὡς προς τήν ὁποία ὁ προσφεύγων περιορίστηκε νά επικαλεστεί τό γεγονός ὅτι σ' ὅλα τά Κράτη μέλη υπάρχει κοινωνική ἀσφάλιση καί ὅτι σκοπός τῆς Κοινότητας εἶναι νά φροντίζει γιά τήν κοινωνική πρόοδο καί τήν κοινωνική προστασία, ἐνῶ θά περίμενε κανείς ὅτι θά ἀποδείκνυε — μέ μιά εμπεριστατωμένη συγκριτική παρουσίαση τῶν δικαίων — ὅτι μιά κάποια κοινωνική προστασία μετά ἀπό τή λήξη μή σταθερών εργασιακών σχέσεων ἀποτελεί γενική ἀρχή τῶν έννομων τάξεων τῶν Κρατών μελών ή τουλάχιστον τῶν πιό προοδευτικών ἀπό αυτές.
Ἀν ὅμως αυτό δέ ληφθεί υπόψη καί προσπαθήσουμε νά σχηματίσουμε οἱ ἴδιοι μιά εικόνα γιά τό ζήτημα αυτό, θά διαπιστώσουμε κατ' ἀρχήν ὅτι στό εργατικό δίκαιο τῶν Κρατῶν μελών δέν ἀνευρίσκεται ή ἀρχή ὅτι ὁ εργοδότης ὀφείλει νά φροντίζει γιά τήν προστασία έναντι ἀσθενειών καί ἀναπηρίας καί πέρα ἀπό τή διάρκεια της σχέσεως ἐργασίας. Αυτό ἀποτελεί γενικά θέμα τοῦ εργαζόμενου, έκτός ἀπό τίς περιπτώσεις στίς όποιες επεμβαίνει ἡ ἀσφάλιση έναντι ἀνεργίας ἡ ἡ κοινωνική ἀρωγή.
Ἐν τούτοις, κάτι άλλο φαίνεται νά ἰσχύει γιά τήν ἀσφάλιση ἔναντι τοῦ κινδύνου τῆς ἀνεργίας. Κατ' ἀρχήν μέν δέν υπάρχει καμιά γενική ἀρχή στίς εθνικές έννομες τάξεις, σύμφωνα μέ τήν ὁποία πρέπει νά ἀσφαλίζεται κατ' αυτό τόν τρόπο ὅποιος ζητά εργασία καί ὅτι πρέπει νά ενισχύεται σέ περίπτωση ἀποτυχίας τῶν προσπαθειών του. Οἱ έννομες τάξεις ὅλων τῶν Κρατών μελών ὅμως προβλέπουν — σύμφωνα μέ τόν ευρωπαϊκό κώδικα κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῆς 16ης Ἀπριλίου 1964 — ὅτι οἱ μισθωτοί εργαζόμενοι ἀσφαλίζονται κατ' αυτό τόν τρόπο καί ὅτι σέ περίπτωση λήξεως τῆς ἐργασιακῆς σχέσεως τους ἀπολαύουν ὑπό ὁρισμένες προϋποθέσεις προστασίας, πού τους εξασφαλίζει ένα Ικανοποιητικό εἰσόδημα γιά ορισμένο διάστημα. Αυτό ἰσχύει άλλωστε καί γιά τους απασχολούμενους στίς δημόσιες υπηρεσίες, ἐφ' ὅσον δέν υπάρχει σταθερότητα στην εργασιακή σχέση. Γι' αυτούς ισχύει στά Κράτη μέλη τῆς Κοινότητας ἐν μέρει τό γενικό σύστημα ἀσφαλίσεως έναντι τῆς ἀνεργίας ἤ τμήματα του ἡ πάντως κάποιο σύστημα πού έχει διαμορφωθεί ἀναλόγως.
Ἀπό τά ἀνωτέρω ὁδηγούμαστε ἀναγκαστικά στην πρόβλεψη ἀνάλογου συστήματος γιά τό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων, καθ' ὅσον δέν υπάρχει διάρκεια στίς εργασιακές τους σχέσεις καί καθ' ὅσον μάλιστα τά εθνικά συστήματα — ἄν εξαιρεθεί ἡ καθαρά κοινωνική ἀρωγή, ή ὁποία δέ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, γιατί δέν ἔχει τήν ἴδια ἀξία — λόγω τῶν Ιδιαίτερων προϋποθέσεων πού ισχύουν σχετικά (ἀπασχόληση σέ δημόσια θέση γιά ὁρισμένο χρονικό διάστημα, καταβολή εισφορῶν γιά τήν κοινωνική ἀσφάλιση ἡ ἰδιαίτερα γιά τήν ἀσφάλιση κατά τῆς ἀνεργίας) δέν καλύπτουν συνήθως τήν ἀνεργία τῶν πρώην ἔκτακτων ἡ επικουρικών υπαλλήλων των Κοινοτήτων. Τό γεγονός ὅτι δέν υπάρχει τέτοια προστασία γιά τους έκτακτους ή επικουρικούς υπαλλήλους τῶν Κοινοτήτων δέν μπορεί κατά τή γνώμη μου νά χαρακτηριστεί παρά μόνο ὡς ἀπαράδεκτο κενό. Ή κάλυψη τοῦ κενοῦ αυτού θά έπρεπε νά εἶχε γίνει τουλάχιστον ἀπό τό 1976, ὅταν οἱ συμβατικές υπαλληλικές σχέσεις επεκτάθηκαν σημαντικά καί σέ τομείς, ὅπού δέν εἶναι προφανής ἡ ἀναγκαιότητα αυτή — ὅπως στη διοίκηση. Ἀν εἶχε ἀναληφθεί κάτι τέτοιο εγκαίρως, θά εἶχε ὁπωσδήποτε καταστεί δυνατό νά βρεθεί, παρ' ὅλες τίς τεχνικές δυσκολίες, γιά τίς όποιες έγινε λόγος στην προφορική διαδικασία, μιά ικανοποιητική ρύθμιση. Τό ὅτι δέν έγινε μπορεί νά χαρακτηριστεί, ἐν ὄψει μάλιστα τοῦ επιπέδου τοῦ κοινωνικού δικαίου πού ισχύει σήμερα σέ ὅλα τά Κράτη μέλη, μόνο ὡς βαριά παράλειψη καί επομένως ὡς ὑπηρεσιακό πταίσμα τῶν ἁρμόδιων κοινοτικῶν ὀργάνων. Ἀπό τά ἀνωτέρω ἀπορρέουν τώρα οἱ ἀναγκαίες συνέπειες, μέ τή μορφή της χορηγήσεως τῶν κατάλληλων ἀποζημιώ- σεων, κατά τή ρύθμιση τῶν συγκεκριμένων περιπτώσεων πού παρουσιάζονται.
Όσον άφορᾶ τόν υπολογισμό τῆς στην προκειμένη περίπτωση — ὅπως ἀκούσαμε, ὁ προσφεύγων εἶναι ἀκόμα άνεργος καί δέν εἶχε, σύμφωνα μέ τό βελγικό δίκαιο πού ισχύει στην περίπτωση του, τή δυνατότητα τῆς προαιρετικής ἀσφαλίσεως έναντι τοῦ κινδύνου τῆς ἀνεργίας — τό Δικαστήριο έχει ὁπωσδήποτε ὁρισμένη ευχέρεια εκτιμήσεως, ἡ ὁποία μπορεί νά στηριχτεί, ἄν γίνει δεκτό ὅτι μιά κοινοτική ρύθμιση θά εμπνεόταν ἀπό τίς γενικές ἀρχές τοῦ εθνικού δικαίου, σέ ὁρισμένα κριτήρια πού πρέπει νά συναχθούν ἀπό τίς ἀρχές αυτές.
Εἶναι επίσης σημαντικό ἀπό τήν άποψη αύτη ὅτι ἡ χορήγηση τῶν παροχών εξαρτάται ἀπό ὁρισμένη διάρκεια τῆς ἐργασιακής σχέσεως ἡ ἀπό ὁρισμένη περίοδο ἀσφαλίσεως κατά τῆς ἀνεργίας. Τά χρονικά διαστήματα ὅμως πού πρέπει νά ληφθούν ἐδῶ υπόψη — κυμαίνονται ὡς πρός τόν ελάχιστο χρόνο εργασίας μέν ἀπό 75 μέχρι 600 ήμερες, ὡς πρός τό χρόνο κοινωνικής ἀσφαλίσεως δέ μεταξύ 26 εβδομάδων καί δύο ετών — επιτρέπουν χωρίς άλλο τή διαπίστωση ὅτι ὁ προσφεύγων δέν μπορεί νά μείνει χωρίς ἀποζημίωση μετά ἀπό τρισήμισι περίπου χρόνια υπηρεσίας στην Κοινότητα, έστω καί ἄν προηγουμένως ήταν ελεύθερος ἐπαγγελματίας.
Εἶναι έξάλλου οὐσιώδες τό ὅτι οἱ έννομες τάξεις τῶν περισσότερων Κρατών μελών προβλέπουν ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἀσφαλισμένος καταβάλλει εισφορές, προβαίνει δηλαδή σέ δαπάνες γιά νά προστατευτεί ἀπό την ἀνεργία. Τέτοιες επιβαρύνσεις πρέπει νά ἀναμένεται ὅτι θά υπάρχουν καί στό πλαίσιο ενός μελλοντικοῦ κοινοτικοῦ συστήματος, πράγμα πού πρέπει επομένως νά ληφθεί υπόψη κατά τόν υπολογισμό της ἀποζημιώσεως.
Τέλος σημασία επίσης έχει τό γεγονός ὅτι ή καταβολή τοῦ επιδόματος ἀνεργίας περιορίζεται σέ ὁρισμένα χρονικά διαστήματα — κυμαίνονται μεταξύ μισοῦ καί ἐνάμισι χρόνου, άλλα εἶναι στίς περισσότερες περιπτώσεις γύρω στον ένα χρόνο — καί ἀντιπροσωπεύει ἐν γένει ὁρισμένο ποσοστό τῶν προηγούμενων ἀποδοχῶν — στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας γιά παράδειγμα 68 ο/ο τῆς προηγούμενης ἀμοιβής, στό Λουξεμβούργο 80 % τοῦ τελευταίου καθαρού μισθού μέ ὁρισμένα ἀνώτατα ὅρια, στή Δανία 90 % τοῦ τελευταίου εισοδήματος. Είναι αυτονόητο ὅτι πρέπει νά ληφθούν υπόψη καί οἱ συντελεστές αυτοί.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι στην προκειμένη περίπτωση, στην ὁποία πρόκειται για πρώην έκτακτο υπάλληλο Α3 μέ σχετικά ψηλές ἀποδοχές, μιά ἀποζημίωση ἴση μέ τό 80 ο/ο περίπου
τοῦ τελευταίου ετήσιου βασικού μισθού είναι ἡ ενδεικνυόμενη. Ἐν τούτοις διστάζω νά προτείνω ήδη ἀπό τώρα καταδίκη κατ' αυτή τήν ἔννοια. Προύποθεσή τῆς κυρίως είναι νά ήταν ὁ προσφεύγων πράγματι άνεργος μετά ἀπό τήν απόλυση του ἀπό τήν Κοινότητα. Ἀλλη προϋπόθεση εἶναι νά προσπάθησε, χωρίς ἀποτέλεσμα, νά βρεῖ άλλη εργασία στό σημείο αυτό πρέπει νά ληφθεί επίσης υπόψη τό γεγονός ὅτι πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη καθηκόντων στην Κοινότητα ὁ προσφεύγων ἀσκούσε τό ελευθέριο επάγγελμα τοῦ συμβούλου επιχειρήσεων. Τά ζητήματα αυτά δέ διευκρινίστηκαν ἀκόμη επαρκώς στην προκειμένη διαδικασία. Τά ζητήματα αὐτά πρέπει νά διευκρινιστοῦν περισσότερο, ὁπότε ἴσως βρεθεί συμβιβαστική λύση, ἀφοῦ ἀναγνωριστεί κατ' ἀρχήν τό υπηρεσιακό πταίσμα. Γιά τό λόγο αυτό προτείνω ἡ ἀπόφαση πού θά εκδοθεί τώρα νά εἶναι ἐν μέρει ὁριστική καί ἐν μέρει προδικαστική.
4.
Κατά συνέπεια, προτείνω νά ἀναγνωριστεί ἀφ' ενός μέν ὅτι κανένα ἀπό τά αιτήματα πού διατύπωσε ὁ προσφεύγων δέν εἶναι βάσιμο, ἀφ' έτερου δέ νά ἀναγνωριστεῖ ὅτι υπάρχει πταίσμα τῆς υπηρεσίας, επειδή δέ θεσπίστηκε εγκαίρως στό κοινοτικό δίκαιο καμιά ρύθμιση γιά τήν προστασία έναντι τῶν κινδύνων της ἀνεργίας μετά ἀπό τή λήξη τῶν συμβατικών υπαλληλικῶν σχέσεων. Ἀπό τά ἀνωτέρω ὅμως μπορεί νά συναχθεί ἡ υποχρέωση καταβολῆς ἀποζημιώσεως ἴσης μέ τό 80 % τοῦ τελευταίου ετήσιου βασικοῦ μισθοῦ τοῦ προσφεύγοντος, μόνο ἄν ἀποδειχτεί ἀναμφισβήτητα ὅτι ὁ προσφεύγων ήταν άνεργος τουλάχιστον ἐπί ένα χρόνο μετά ἀπό τήν ἀπόλυση του καί ὅτι είχε προσπαθήσει χωρίς ἀποτέλεσμα νά βρει κατάλληλη εργασία. Στον προσφεύγοντα πρέπει νά ταχθεί προθεσμία, γιά νά παράσχει τίς ἀποδείξεις αυτές. Μετά ἀπό τήν προθεσμία αυτή οἱ διάδικοι πρέπει να ενημερώσουν τό Δικαστήριο σχετικά μέ τό ζήτημα σέ ποιό σημεῖο βρίσκεται ἡ διαφορά τους καί ἄν ενδεχομένως έχει επιτευχθεί συμβιβαστικός διακανονισμός. Τό Δικαστήριο μπορεί επομένως προσωρινά νά επιφυλαχθεί νά ἀποφασίσει ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy