ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
της 30ής Σεπτεμβρίου 1980 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, την οποία υπέβαλε ο Economische Politierechter (αγορανομικός δικαστής) του Arrondissementsrechtsbank του Assen των Κάτω Χωρών, δείχνει για μια ακόμη φορά το λεπτό πρόβλημα του συμβι-βαστού μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως προς τις «επιταγές περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία αποτελεί ένα από τους θεμελιώδεις κανόνες της Κοινότητας» (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 120/78, Rewę κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein, Rec. σ. 664,14η σκέψη- απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980, υπόθεση 788/79, Ποινική δίκη κατά Gilli και Andres, Rec. 1980, σ. 2071, 9η σκέψη).
Η διαφορά της κυρίας δίκης, ποινικής φύσεως, ανέκυψε από δίωξη που είχε ασκήσει η Εισαγγελική Αρχή κατά εμπόρου ποτών, του Fietje. Ο τελευταίος κατηγορείται ότι παρέδωσε στις Κάτω Χώρες ένα προϊόν εισαγόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το οποίο ονομάζεται «Berentzen Appel-Aus Apfel mit Weizenkorn 25%» (Berentzen Appel-Από μήλα και οινόπνευμα από σιτάρι 25%) χωρίς να φέρει την ονομασία «likeur». Αυτή η παράλειψη είναι αντίθετη προς τις επιταγές του διατάγματος της 11ης Σεπτεμβρίου 1953, το οποίο εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των άρθρων 14 και 15 του νόμου περί των εμπορευμάτων («Warenwet») του 1935, που αφορά τα ηδύποτα, τα ποτά τύπου advocaat και τα αποστάγματα («Likeurbesluit»), Οι παραβάσεις του διατάγματος διώκονται ποινικά δυνάμει του νόμου της 22ας Ιουνίου 1950 περί των αγορανομικών παραβάσεων («Wet op de Economische Delicten»).
Προτού εκδώσει την τελική του απόφαση, το δικαστήριο θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί, δυνάμει του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Περιλαμβάνει η αναφερόμενη στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έννοια “μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών” τη διάταξη του άρθρου 1 του “Nederlandse Likeur-besluit”, (ολλανδικό διάταγμα περί των ηδυ-πότων), το οποίο ρυθμίζει την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως της λέξεως “likeur” (ηδύποτο) για τα ποτά που ορίζονται σ' αυτό, έτσι ώστε τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα, τα οποία έχουν τα χαρακτηριστικά που καθορίζονται στο άρθρο 1 του “Likeurbesluit”, για τα οποία όμως δεν υφίσταται σ' αυτά τα κράτη η υποχρέωση χρησιμοποιήσεως της ονομασίας “likeur”, να πρέπει να φέρουν διαφορετικές ετικέτες για να εισαχθούν στις Κάτω Χώρες;»
I —
Είναι σαφές ότι, έτσι διατυπωμένο, αυτό το ερώτημα δεν θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να δώσει κατάλληλη απάντηση στο παραπέμπον δικαστήριο. Τούτο, καταρχάς, για λόγους που οφείλονται στη φύση της παρούσας διαδικασίας. Όπως επανειλημμένα έχει κρίνει το Δικαστήριο, δεν εναπόκειται σ' αυτό να αποφανθεί, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 177, περί του αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο κανόνες του εθνικού δικαίου. Αντίθετα, μπορεί να συναγάγει από το ερώτημα τα στοιχεία που εξαρτώνται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου τα οποία θεωρεί ικανά να βοηθήσουν το εθνικό δικαστήριο να λύσει τη διαφορά που του έχει υποβληθεί (για παράδειγμα, απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, υπόθεση 13/78, Eggers κατά Freie Hansenstadt Bremen, Rec. σ. 1953, 19η σκέψη).
Το ίδιο ισχύει επίσης διότι, όπως παρατηρούν η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 1 του διατάγματος περί των ηδυπότων δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από άλλες διατάξεις του νομοθετικού αυτού κειμένου. Πράγματι, το άρθρο αυτό, και ιδίως η πρώτη παράγραφος του που αφορά το επίδικο προϊόν, είναι διάταξη αρχής. Διευκρινίζεται, όπως θα δούμε, από τα άρθρα 3 και 6 του διατάγματος και υφίστανται εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 5 του ιδίου νομοθετικού κειμένου. Γι' αυτό ας μου επιτραπεί να θεωρήσω ότι το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αποσκοπεί στο να διευκρινιστεί εάν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την υποχρέωση αναφοράς της λέξεως «Likeur» στη συσκευασία ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών, έτσι ώστε τα προϊόντα του ιδίου τύπου, που προέρχονται από κράτη μέλη, τα οποία δεν επιβάλλουν παρόμοια υποχρέωση, να πρέπει να φέρουν διαφορετική ετικέτα για να εισαχθούν στο εν λόγω κράτος μέλος, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Π —
Όπως έχει λεχθεί, το διάταγμα περί των οινοπνευματωδών εκδόθηκε βάσει των άρθρων 14 και 15 του ολλανδικού νόμου περί των εμπορευμάτων (Nederlandse Warenwet) της 28ης Δεκεμβρίου 1935. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχεία a και c αυτού του νόμου εξουσιοδοτούν την εκτελεστική εξουσία να εκδώσει, προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας ή της εντιμότητας των συναλλαγών, κανονισμούς γενικής διοικήσεως («Algemene Maatregelen van Bestuur») επιβάλλοντας την υποχρεωτική χρησιμοποίηση ορισμένων ονομασιών «στις συναλλαγές εμπορευμάτων ή άλλων ειδών» που προορίζονται να διατεθούν στο εμπόριο, όταν «ο τύπος ή η σύνθεση αυτών των εμπορευμάτων ή άλλων ειδών προβλέπεται από τον κανονισμό».
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο β, του νόμου αυτού, παρέχει παρόμοια εξουσιοδότηση για «την παρεμπόδιση των εισαγωγών εφόσον αυτή γίνεται υπό συνθήκες διαφορετικές από τις καθοριζόμενες με τον κανονισμό». Εντούτοις, δυνάμει των άρθρων 14, παράγραφος 4, και 15, παράγραφος 4, μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις από τους κανόνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 καθεμίας από τις δύο αυτές διατάξεις.
α)
Το θεσπιζόμενο από το διάταγμα περί των οινοπνευματωδών σύστημα βασίζεται στην υποχρεωτική χρησιμοποίηση ορισμένων ονομασιών για διάφορες κατηγορίες οινοπνευματωδών ποτών. 'Ετσι, το άρθρο 1, παράγραφος 1 του διατάγματος αυτού επιβάλλει τη χρησιμοποίηση των ονομασιών «likeur», «tussenlikeur», «verloflikeur» ή «likorette» για «κάθε προϊόν που έχει ως συστατικά αιθυλική αλκοόλη, ζάχαρη, αρωματικές ουσίες και/ή χυμό φρούτων, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3».
Αυτό το τελευταίο άρθρο απαριθμεί τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα ποτά για να τους δοθούν οι αναφερθείσες ονομασίες. Έτσι διακρίνει τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ανάλογα με την περιεκτικότητα τους σε αλκοόλη, η οποία πρέπει να είναι τουλάχιστον 22% κατ' όγκο, σε 15o C, για το προϊόν που φέρει την ονομασία «likeur», ενώ καθορίζει επίσης την ελάχιστη περιεκτικότητα τους σε ζάχαρη (παράγραφος 1, στοιχείο b).
Ορίζει επιπλέον, στην παράγραφο 2, τους όρους υγειονομικής φύσεως που πρέπει να πληρούν τα ποτά, οι οποίοι αφορούν για παράδειγμα τη διαφάνεια τους ή τη χρήση συντηρητικών ή χρωστικών ουσιών.
Η υποχρεωτική χρήση των ονομασιών αυτών εκτείνεται, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στις συσκευασίες των αναφερομένων στο διάταγμα εμπορευμάτων «που προορίζονται ή μπορούν να παραδοθούν με το περιεχόμενο τους στον καταναλωτή».
β)
Εντούτοις, από την προβλεπομένη στο άρθρο 1 του διατάγματος υποχρέωση υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 2 και 5.
Οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 εξαιρέσεις αφορούν, καταρχάς, (στοιχείο α) τα ποτά «τα οποία φέρουν ονομασία που χρησιμοποιείται γενικά για να προσδιορίσει ηδύποτα στην τρέχουσα εμπορική πρακτική», αλκοολικού τίτλου τουλάχιστον 24o και στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια από τον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο, το διευθυντή της υπηρεσίας εγκρίσεως προϊόντων («directeur van de keuringsdienst van waren»). H Ολλανδική Κυβέρνηση έδωσε στο Δικαστήριο την πληροφορία ότι υπάγονται, για παράδειγμα, στην εξαίρεση του άρθρου 2 α τα προϊόντα που φέρουν τις ονομασίες «parfait amour», «maraschino» και «blackberry». Στο στοιχείο b του άρθρου 2 αναφέρονται ορισμένα ποτά μικρότερης περιεκτικότητας σε αλκοόλη, τα οποία φέρουν ονομασίες που περιλαμβάνουν ένα όνομα φρούτου με την προσθήκη της λέξεως «brandwijn» (οινοπνευματώδες) ή «jenever» (τζιν) με ή χωρίς το πρόθεμα «verlof-» (άδεια), καθώς και ορισμένα τυπικά ολλανδικά ποτά (του τύπου «fladderak» ή «voorburg»).
Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός «ότι ένα προϊόν όπως το “Berentzen Appel” θα μπορούσε επίσης να υπαχθεί στην κατηγορία των εξαιρέσεων κατά το άρθρο 5 του διατάγματος περί των ηδυπότων». Δεδομένου ότι το άρθρο αυτό είναι περίπλοκο, πιστεύω ότι είναι προτιμότερο να παραθέσω εκτενώς στο Δικαστήριο την παράγραφο 1 αυτού του νομοθετικού κειμένου, η οποία είναι ενδεχομένως η μόνη που πρέπει να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση: «Εκτός εάν χορηγηθεί άδεια από το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και Υγιεινής υπό τις προϋποθέσεις που θα αποφασίσει το ίδιο, κάθε προϊόν του οποίου η φύση ή η σύνθεση είναι παρόμοια προς εκείνη ενός των προϊόντων που αναφέρονται στο παρόν διάταγμα ή το οποίο θα μπορούσε να έχει ως σκοπό να τα αντικαταστήσει δεν μπορεί να φέρει ονομασία που δεν αναφέρει ή που αναφέρει πλημμελώς τόσο τη φύση όσο και τη σύνθεση του, όσον αφορά την ποσότητα και την ποιότητα τους. Τα αναφερόμενα στην προηγούμενη φράση προϊόντα, για τα οποία δεν χορηγείται άδεια υπό την έννοια της φράσεως αυτής, ή που δεν φέρουν ονομασία για την οποία απαιτείται αυτή η άδεια, πρέπει να προσδιορίζονται με ονομασία που να δείχνει επαρκώς τόσο τη φύση όσο και τη σύνθεση τους, όσον αφορά την ποσότητα και την ποιότητα τους.»
γ)
Δεν υφίσταται ακόμα παράγωγη κοινοτική νομοθεσία που να εφαρμόζεται στα οινοπνευματώδη ποτά. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Rewę (Rec. σ. 662, 8η σκέψη), σε μία πρόταση κανονισμού περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της αλκοόλης που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 7 Δεκεμβρίου 1976 (JO C 309, σ. 2) και η οποία τροποποιήθηκε αργότερα (JO 1979 C 193, σ. 5), το τελευταίο δεν έδωσε ακόμη συνέχεια.
Επιπλέον, αναφέρθηκε συχνά κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας η οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/24, σ. 33).
Εντούτοις πιστεύω ότι δεν μπορούν να συναχθούν πολλά συμπεράσματα από το κείμενο αυτό. Αφενός, δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, η χορηγηθείσα στα κράτη μέλη προθεσμία για την εφαρμογή της δεν έχει λήξει. Αφετέρου και κυρίως, εφόσον θεωρεί στις αιτιολογικές σκέψεις της, ότι «οι κανόνες ειδικού και καθέτου χαρακτήρα που θα αφορούν μόνο μερικά καθορισμένα τρόφιμα, πρέπει να θεσπισθούν στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τα προϊόντα αυτά», το άρθρο 6, παράγραφος 3, αναφέρεται ακριβώς στην περίπτωση των «ποτών με περιεκτικότητα σε οινόπνευμα μεγαλύτερη από 1,2% κατ' όγκο». Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι γι' αυτά τα τελευταία «το Συμβούλιο καθορίζει βάσει προτάσεως της Επιτροπής και εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τους κανόνες σημάνσεως των συστατικών και, ενδεχομένως, του αλκοομετρικού βαθμού».
Γι' αυτό, στις περιπτώσεις που αφορούν, όπως εν προκειμένω, ονομασία που υποχρεωτικά πρέπει να φέρουν οι φιάλες ενός οινοπνευματώδους ποτού, θεωρώ ότι είναι επικίνδυνο το να εφαρμοστούν κατ' αναλογία οι κανόνες αυτής της οδηγίας.
III —
α)
Φαίνεται a priori βέβαιο ότι μία νομοθετική ρύθμιση, όπως αυτή του ολλανδικού διατάγματος, είναι ασυμβίβαστη προς την οριζόμενη από το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγόρευση. Πράγματι η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ορίζει την έννοια του «μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών» ως «κάθε κανονιστική ρύθμιση εμπορικού χαρακτήρα των κρατών μελών η οποία μπορεί να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνάμει, το ενδοκοινοτικό εμπόριο» (για παράδειγμα: απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, υπόθεση 119/78, Peureux κατά Services fiscaux de la Haute-Saône et du territoire de Belfort, Rec. σ. 985, 22η σκέψη). Όμως, όπως η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση ομολογεί, «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο καθορισμός, ως προϋποθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο σ' ένα κράτος μέλος, ενός συγκεκριμένου κανόνα σε θέματα επιθέσεως ετικέτας για τα εγχώρια και εισαγόμενα οινοπνευματώδη ποτά, εμποδίζει έμμεσα την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών που φέρουν διαφορετική ετικέτα».
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης διευκρίνισε τη φύση και την ένταση αυτών των περιορισμών. Αυτός μας πληροφόρησε ότι, δεδομένης της σημαντικής ποσότητας των αγορών του, ο επίσημος εισαγωγέας του «Berentzen Appel» μπορούσε «να συνάψει με τον παραγωγό συμφωνία προς το σκοπό να διατηρήσει στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο το συμπληρωματικό έξοδο που επιφέρει η αλλαγή της ετικέτας», πράγμα το οποίο προϋπέθετε τη δημιουργία μιας ειδικής παρακαταθήκης σε φιάλες φέρουσες ετικέτες για τις Κάτω Χώρες. Επέστησε επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου στις πολύ μεγαλύτερες δυσχέρειες τις οποίες αντιμετωπίζουν όσοι προβαίνουν σε παράλληλες εισαγωγές. Αυτοί θα υποχρεού-ντο, εάν η ολλανδική ρύθμιση κριθεί ότι συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο, να προβαίνουν σε ενέργειες που συνίστανται στο άνοιγμα των κιβωτίων, στην επικόλληση στις φιάλες ειδικής ετικέτας και ύστερα στο κλείσιμο των κιβωτίων μετά την επανατοποθέτηση των φιαλών σ' αυτά.
β)
Η καταρχήν απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς δεν αποστερεί εντούτοις πλήρως από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να διατηρήσουν ορισμένες κανονιστικές ρυθμίσεις ή πρακτικές οι οποίες εμποδίζουν, άμεσα ή έμμεσα, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Κατά γενικό κανόνα, το άρθρο 36 τους παρέχει ρητά αυτή τη δυνατότητα. Στον τομέα του οινοπνεύματος και των οινοπνευματωδών ποτών, οι αναφερόμενες στο άρθρο 36 εξαιρέσεις επαναλήφθηκαν εν μέρει στην προαναφερθείσα απόφαση Rewę (υπόθεση 120/78, Rec. σ. 662, 8η σκέψη), η οποία επιβεβαιώθηκε στην απόφαση Gilli και Andres (υπόθεση 788/79, Rec. 1980, σ. 2071). Όμως, όπως προκύπτει από το εξής απόσπασμα της απόφασης Gilli, μια τέτοια δυνατότητα δεν τους παρέχεται παρά μόνο όλως εξαιρετικά και εντός περιορισμένων ορίων:
«Μία εθνική κανονιστική ρύθμιση, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, μπορεί να παρεκκλίνει από τις επιταγές του άρθρου 30 μόνο όταν μπορεί να δικαιολογηθεί ως απαραίτητη ώστε να ικανοποιηθούν επιτακτικές ανάγκες σχετικές ιδίως με την προστασία της δημοσίας υγείας, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών.»
Έτσι από αυτή τη διατύπωση φαίνεται ότι δύο προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για να είναι θεμιτή μια παρέκκλιση. Πρέπει καταρχάς η κανονιστική ρύθμιση να επιδιώκει «σκοπό γενικού συμφέροντος ικανό να υπερισχύει των επιταγών περί της ελεύθερης κυκλοφορίας» (απόφαση Rewę, Rec. σ. 664, 14η σκέψη και απόφαση Gilli και Andres, 9η σκέψη) και, ιδιαίτερα, ένα από αυτούς που το Δικαστήριο ανέφερε ρητά. Αυτό όμως δεν αρκεί. Ο περιορισμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου τον οποίο επιφέρει πρέπει επίσης να είναι απολύτως «απαραίτητος» για «να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος υπέρτερος σκοπός». Με άλλα λόγια τίθεται έτσι η απαίτηση το μέσον να είναι ανάλογο προς το σκοπό.
γ)
Επομένως θα εξετάσω εάν μια κανονιστική ρύθμιση, όπως το ολλανδικό διάταγμα περί των ηδυπότων, μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη ενόψει των συνθηκών που προανέφερα. Για την εξέταση αυτή, ο θεμελιώδης χαρακτήρας της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, τον οποίο υπενθυμίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, και το πολύ γενικό περιεχόμενο του ορισμού της εννοίας του «μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών» επιβάλλουν, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευτούν στενά οι απαριθμούμενες προϋποθέσεις.
Είναι καταρχάς βέβαιο ότι η αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Εξάλλου, είναι, χωρίς αμφιβολία, δυνατό στην υπό κρίση υπόθεση να εξεταστούν συγχρόνως οι δικαιολογίες που βασίζονται στην προστασία των καταναλωτών, την προστασία της δημοσίας υγείας και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών.
Πιστεύω ότι είναι δυνατό, αφενός, να θεωρηθεί η προστασία της υγείας τους ως στοιχείο, κατά τα άλλα ιδιαίτερα σημαντικό, της προστασίας των καταναλωτών. Αφετέρου, καθώς πρόκειται για την επίθεση ετικετών, οι ίδιες ενδείξεις, ιδιαίτερα οι σχετικές με την προέλευση και τον αλκοολικό τίτλο του προϊόντος, εξασφαλίζουν συγχρόνως την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, όπως το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε στις αποφάσεις Rewę, αναφέροντας «την προστασία των καταναλωτών κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών» (9η σκέψη), και Gilli και Andres (7η και 8η σκέψη). Έτσι, ερευνώντας αν η υποχρέωση αναφοράς της λέξεως «likeur» στην ετικέτα «ικανοποιεί επιτακτικές ανάγκες σχετικές με την προστασία των καταναλωτών», ερευνάται συγχρόνως το αν αυτή η υποχρέωση έχει τον ίδιο χαρακτήρα σε σχέση με τις επιταγές της δημοσίας υγείας και της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών. Εξάλλου, τα επιχειρήματα των διαφόρων παρεμβαινόντων στην παρούσα διαδικασία εστιάζονται στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών.
Τέλος, δεν φαίνεται ποιους άλλους σκοπούς γενικού συμφέροντος θα μπορούσε να επιδιώκει μια κανονιστική ρύθμιση όπως η υπό εξέταση.
IV —
Για να καθοριστεί το θεμιτό της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως της εν λόγω ονομασίας, πιστεύω ότι πρέπει να δοθεί, καταρχάς, απάντηση στο εξής απλό ερώτημα: λαμβανομένων υπόψη των λοιπών ενδείξεων που αναφέρονται στη συσκευασία, ο καταναλωτής προστατεύεται περισσότερο όταν υπάρχει αυτή η ονομασία παρά όταν δεν υπάρχει;
Εάν αυτή η ονομασία δεν προσθέτει τίποτα σε σχέση με τις ήδη αναφερόμενες στη συσκευασία ενδείξεις, είναι σαφές ότι υποχρέωση χρησιμοποιήσεως της δεν είναι καθόλου απαραίτητη ώστε να ικανοποιηθούν οι επιτακτικές απαιτήσεις της προστασίας του καταναλωτή.
Επομένως, ποιες πληροφορίες παρέχει η ονομασία «likeur»; Εάν τεθεί, καταρχάς, το ερώτημα, από πρακτική άποψη, τι σημαίνει αυτός ο όρος για το μέσο καταναλωτή, χωρίς αμφιβολία ο τελευταίος δεν θα μπορέσει να πει τίποτα περισσότερο από το ότι, γι' αυτόν, ένα ηδύποτο είναι ένα ποτό με «γλυκιά γεύση και άρωμα και μια ορισμένη περιεκτικότητα σε αλκοόλη» («een zoete smaak, een zoet aroma en een zeker alcoholgehalte») σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε ο ίδιος ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, απαντώντας σε ερώτηση που υποβλήθηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση.
α)
Όμως, στο υποβληθέν ερώτημα μπορεί να δοθεί απάντηση επίσης λαμβάνοντας υπόψη το σύστημα του διατάγματος περί των ηδυπότων. Αυτό τον τρόπο σκέψεως αντικρούει η Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι η χρησιμοποίηση μιας ιδιαίτερης ονομασίας, που επιφυλάσσεται για προϊόντα που περιγράφονται με ειδικό τρόπο, δεν μπορεί, καταρχήν, να επιβληθεί υποχρεωτικά, εκτός εάν αυτή η ονομασία έχει σαφή και συγκεκριμένη έννοια για το κοινό. Στη συνέχεια, «πρόκειται λιγότερο για το ζήτημα εάν ο όρος “likeur” ανταποκρίνεται προς την περιγραφή που του δίδεται στο διάταγμα, παρά για το εάν αυτός ο όρος έχει, για τον καταναλωτή, έννοια αρκετά σαφή ώστε να δικαιολογήσει την υποχρεωτική χρησιμοποίηση του».
Σ' αυτό θα μπορούσε ασφαλώς να δοθεί η απάντηση, επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, ότι η ίδια η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αναφέρεται στις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις σε ζητήματα ονομασίας, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112, ορίζει ότι η «ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου» είναι, καταρχάς, «η ονομασία που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται σ' αυτό» και ότι η ονομασία «likeur» ανταποκρίνεται ασφαλώς σ' αυτό τον ορισμό.
Όμως, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν έναντι ενός τέτοιου επιχειρήματος, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κάθε ονομασία, η οποία προβλέπεται από εθνικές διατάξεις, συμβιβάζεται αυτομάτως προς το κοινοτικό δίκαιο. Έπεται ότι αν μια τέτοια άποψη γινόταν δεκτή, τούτο θα κατέληγε στην παραίτηση κάθε δυνατότητας ελέγχου τους, ενώ αυτές οι διατάξεις μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα ή ακόμα και ως αντικείμενο την προστασία των εγχωρίων προϊόντων, παρεμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας και νοθεύοντας τον ανταγωνισμό σ' αυτήν.
Εξάλλου, το ίδιο άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει ακόμα ότι, όταν δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη ονομασίας πωλήσεως, η ονομασία πωλήσεως μπορεί να είναι «μια περιγραφή του προϊόντος και εν ανάγκη η οδηγία χρήσεως του, η οποία πρέπει να είναι αρκετά ακριβής, για να επιτρέπει στον αγοραστή να πληροφορείται την πραγματική του φύση και να το διακρίνει από προϊόντα με τα οποία θα μπορούσε να το συγχέει».
Πιστεύω επομένως ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ονομασία «likeur» όπως προκύπτει από τις επιταγές του διατάγματος.
β)
Ποιες είναι οι πληροφορίες τις οποίες παρέχει στον καταναλωτή αυτή η ονομασία;
Νομίζω ότι η ακρίβεια αυτών των πληροφοριών είναι σχετική.
Όσον αφορά τη σύνθεση ενός «likeur», το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει μόνο ότι το προϊόν που φέρει αυτή την ονομασία — όπως εξάλλου και τα «tussenlikeuren», «verloflikeuren» και «likoretten» — περιέχει «ως συστατικά αιθυλική αλκοόλη, ζάχαρη, αρωματικές ουσίες και/ή χυμό φρούτων». Όμως δεν αναφέρει τίποτα περισσότερο. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στη φύση ή την αναλογία των αρωματικών ουσιών και του χυμού φρούτων που μπορεί να περιέχει ένα «likeur».
Όσον αφορά την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, η ονομασία «likeur» εξασφαλίζει το ότι αυτή είναι τουλάχιστον 22% κατ' όγκο σε 15oC (άρθρο 3, παράγραφος 1, α, πρώτη περίπτωση), όμως δεν αναφέρει την ακριβή περιεκτικότητα σε αλκοόλη του προϊόντος που φέρει αυτή την ονομασία. Εάν η αναφορά του αλκοολικού τίτλου είναι υποχρεωτική, αυτό, σύμφωνα με όσα είπε στην επ' ακροατηρίου διαδικασία ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, δεν επιβάλλεται δυνάμει του διατάγματος περί των ηδυπότων, αλλά του μεταγενέστερου νόμου περί των ποτών και των ξενοδοχείων, εστιατορίων και καφενείων (άρθρο 14, παράγραφος 1, του «Drank- en Horecawet» της 7ης Οκτωβρίου 1964).
Επίσης, όσον αφορά την περιεκτικότητα σε ζάχαρη, το διάταγμα επιβάλλει μόνο, και για όλα τα ποτά τα οποία αφορά, ελάχιστη περιεκτικότητα 10 γρ. τουλάχιστον ανά 100 ml (άρθρο 3, παράγραφος 1, b). Επομένως δεν επιβάλλει, όπως ούτε και για την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, να αναφέρεται ένας συγκεκριμένος αριθμός.
Παρά την ασάφεια τους, εντούτοις δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διατάξεις αυτές προστατεύουν αποτελεσματικά τους καταναλωτές. Η προστασία των καταναλωτών, κατά τη γνώμη μου, εξασφαλίζεται επίσης, ίσως μάλιστα και σε μεγαλύτερο βαθμό, από τους διάφορους κανόνες — που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 — σχετικά με τους όρους υγιεινής, τους οποίους πρέπει να ικανοποιούν τα ηδύποτα («likeuren»).
Νομίζω ότι οι περιπτώσεις όπου μπορεί να θεωρηθεί ότι η υποχρεωτική προσθήκη της ονομασίας «likeur» ικανοποιεί τις επιτακτικές ανάγκες της προστασίας των καταναλωτών είναι εκείνες στις οποίες οι άλλες ενδείξεις που αναφέρονται στη φιάλη δεν τους πληροφορούν με σαφήνεια ότι πρόκειται για ποτό, το οποίο έχει ορισμένο αλκοολικό τίτλο, ορισμένη περιεκτικότητα σε ζάχαρη και που συνίσταται, επιπλέον της αλκοόλης και της ζάχαρης, από αρωματικές ουσίες ή χυμό φρούτων ή και από τις δύο αυτές κατηγορίες προϊόντων συγχρόνως.
Αντίθετα, εάν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι' αυτό το ζήτημα και a fortiori εάν οι υπάρχουσες ενδείξεις παρέχουν περισσότερες πληροφορίες από όσες μπορεί να παράσχει η ονομασία «likeur», η υποχρεωτική προσθήκη της συνιστά αναμφισβήτητα μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, απα-γορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
γ)
Εντούτοις, ακόμα και αν γίνει δεκτή η πρώτη υπόθεση, δεν αποδεικνύεται ότι η επιβαλλόμενη υποχρέωση είναι απολύτως απαραίτητη σε σχέση με το, νόμιμο, επιδιωκόμενο σκοπό. Δεν θα μπορούσαν να έχουν τα ίδια αποτελέσματα λιγότερο περιοριστικά μέσα;
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι η νομοθεσία της είχε το πλεονέκτημα να της επιτρέπει να επεμβαίνει εύκολα εάν ένα ποτό δεν ικανοποιεί ή δεν ικανοποιεί πλέον τις απαιτήσεις που αυτή θέτει. Όμως ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης της απάντησε ορθά ότι το σύστημα, το οποίο συνίσταται, όπως στη Γερμανία, στην απαγόρευση προσφοράς προς πώληση ποτών με ονομασία τέτοια, ώστε να υπάρχει κίνδυνος να εξαπατηθεί ο καταναλωτής, παρέχει τη δυνατότητα ενός επίσης εύκολου ελέγχου. Είναι ίσως ενδιαφέρον να σημειωθεί ως προς αυτό ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή, η υποχρέωση χρησιμοποιήσεως μιας ονομασίας για τα οινοπνευματώδη προϊόντα δεν επιβάλλεται στα κράτη μέλη της Κοινότητας παρά μόνο στις Κάτω Χώρες και το Βέλγιο.
δ)
Όμως μπορεί να παρατηρηθεί ότι το σύστημα που θεσπίζεται με το ολλανδικό διάταγμα είναι του ίδιου τύπου με εκείνο το οποίο προβλέπεται με μια ολόκληρη σειρά οδηγιών του Συμβουλίου περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν ορισμένα τρόφιμα, όπως η οδηγία της 24ης Ιουλίου 1973 περί των προϊόντων του κακάο και της σοκολάτας που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή (οδηγία 74/241/ΕΟΚ, ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/09, σ. 224) ή η οδηγία της 27ης Ιουνίου 1977 σχετικά με τα εκχυλίσματα καφέ και κιχωρίου (οδηγία 77/436/ΕΟΚ, ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/18, σ. 195).
Υπό τις συνθήκες αυτές, εάν μια εθνική νομοθεσία δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προκαταλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο ένα σύστημα που προβλέπεται στα πλαίσια της Κοινότητας, πώς θα είναι δυνατό να κριθεί ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο;
Θεωρώ ότι αυτή η επιχειρηματολογία φαίνεται αποφασιστική μόνο φαινομενικά. Καταρχάς δεν είναι βέβαιο ότι οι ονομασίες που καθορίζονται από μια κανονιστική ρύθμιση του τύπου του διατάγματος περί των ηδυπότων, όσον αφορά την ακρίβεια, μπορούν να συγκριθούν πλήρως προς εκείνες που ορίζουν αυτές οι οδηγίες. Οι τελευταίες φαίνεται ότι κάνουν μεταξύ των προϊόντων τα οποία αφορούν πιο πολλές διακρίσεις, που στηρίζονται, κατά συνέπεια, σε πιο λεπτά κριτήρια. Αναφέρομαι, για παράδειγμα, στο παράρτημα Ι της οδηγίας 73/241, το οποίο παραθέτει 13 κατηγορίες σοκολάτας.
Κατά δεύτερο λόγο πιστεύω ότι κατά των εν λόγω ονομασιών μπορούν να διατυπωθούν επικρίσεις λόγω του κάπως αυθαίρετου τρόπου με τον οποίο ορίζονται, αιτίαση η οποία δεν μπορεί να προσαφθεί κατά των κοινοτικών ονομασιών. Έτσι, στο ολλανδικό διάταγμα, η ελαχίστη περιεκτικότητα σε αλκοόλη δεν είναι η ίδια για τα ποτά στα οποία επιβάλλονται οι υποχρεωτικές ονομασίες που προβλέπονται από το γενικό κανόνα του άρθρου 1 και για εκείνα τα οποία, υπαγόμενα στους προβλέποντες εξαιρέσεις κανόνες του άρθρου 2, απολαύουν παρεκκλίσεων από την υποχρέωση αυτή. Ερωτηθείσα επ' αυτού του σημείου από το Δικαστήριο, η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε με τρόπο που κάθε άλλο παρά με ικανοποίησε και από τον οποίο νομίζω, αντίθετα, ότι προκύπτει αυτός ο αυθαίρετος χαρακτήρας.
Πράγματι, υπάγονται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 2α παρέκκλιση, «τα προϊόντα που είναι παραδοσιακά γνωστά ως likeuren», κριτήριο επιζήμιο για τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών, τα οποία, εκτός εξαιρέσεων, είναι λιγότερο γνωστά στους Ολλανδούς καταναλωτές από ό,τι τα εγχώρια προϊόντα. Οι χαρακτηριστικές ιδιότητες που παρέχουν τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 2b νομίζω ότι δεν είναι καθόλου πιο ικανοποιητικές: τα ποτά που εμπίπτουν σ' αυτή τη διάταξη δεν είναι «πραγματικά» ηδύποτα («echte likeuren»), αλλά «μια ομάδα ποτών από φρούτα, που είναι ασφαλώς ηδύποτα σύμφωνα με την ονομασία, αλλά τα οποία δεν θεωρούνται στην πρακτική ως τέτοια».
Αυτά τα ποτά από φρούτα έχουν περιεκτικότητα σε αλκοόλη κατώτερη από τα «likeuren», στα οποία αναφέρεται χωρίς αμφιβολία η Ολλανδική Κυβέρνηση χρησιμοποιώντας την έκφραση «πραγματικά» likeuren. Εάν αυτά τα ποτά υπάγονταν στο άρθρο 1, θα έπρεπε να φέρουν τις ονομασίες «tussenlikeur» ή «verloflikeur» — για τις οποίες εξάλλου ο κατηγούμενος της κύριας δίκης και η Επιτροπή ανέφεραν, χωρίς να αμφισβητηθούν τα λεγόμενα τους, ότι είναι αρκετά ασαφείς για τον Ολλανδό καταναλωτή. Εξαιρούνται μόνο λόγω της ονομασίας τους που αναφέρεται σε ολλανδική γλώσσα και η οποία περιλαμβάνεται στον περιοριστικό κατάλογο της παραγράφου 2.
Επομένως, θεωρώ ότι μπορεί να προσαφθεί στο δεύτερο κριτήριο διακρίσεως η ίδια αιτίαση όπως και στο πρώτο.
Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει κατά τη γνώμη μου ότι, ήδη λόγω του περιεχομένου τους, οι κοινοτικές οδηγίες εναρμονίσεως και οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις, όπως η υπό εξέταση, διίστανται.
Όμως η σύγκριση μεταξύ τους, από την οπτική γωνία που μας ενδιαφέρει εδώ, της επιπτώσεως τους επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου, φαίνεται ότι είναι λεπτή κυρίως λόγω της διαφορετικής τους φύσεως.
Από τη φύση της, μία οδηγία του Συμβουλίου της Κοινότητας εφαρμόζεται ομοιόμορφα — εκτός από περιορισμένες και αποδεκτές εξαιρέσεις — στα εννέα κράτη μέλη, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα, από νομική άποψη, την ίση αντιμετώπιση όλων των προϊόντων που βρίσκονται στην Κοινότητα. Αντίθετα, από τη φύση της, μία εθνική κανονιστική ρύθμιση έχει πεδίο εφαρμογής περιορισμένο εντός των συνόρων του κράτους το οποίο τη θέσπισε, με τις ενοχλητικές συνέπειες που μπορούν να προκύψουν από αυτό για τα προϊόντα προελεύσεως των άλλων κρατών μελών.
Τέλος, είναι αυτονόητο ότι η δυνατότητα να υπάρξουν παρεκκλίσεις από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως μιας ονομασίας δεν μπορεί να αλλάξει την εκτίμηση μου. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου Van Tiggde, της 24ης Ιανουαρίου 1978 (υπόθεση 82/77, Rec. σ. 40): «η υποχρέωση για τον εισαγωγέα ή τον έμπορο να εκπληρώσει τις διοικητικές διατυπώσεις που είναι συμφυείς» με ένα σύστημα που προβλέπει εξαιρέσεις, ακόμα και αν αυτές χορηγούνται αφειδώς, μπορεί «να συνιστά, αυτή καθεαυτή, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό» (19η σκέψη).
Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε ο Economische Politierechter του Arrondissementsrechtsbank του Assen η απάντηση ότι συνιστά μέσο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης, μία εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει την υποχρέωση αναφοράς της λέξεως «likeur» στη συσκευασία ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών, έτσι ώστε τα προϊόντα του ιδίου τύπου που προέρχονται από κράτη μέλη, τα οποία δεν επιβάλλουν μια παρόμοια υποχρέωση, πρέπει να φέρουν διαφορετική ετικέτα για να εισαχθούν στο οικείο κράτος μέλος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy