ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 9 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στην προκειμένη υπόθεση διάδικοι εἶναι ή Ἐπιτροπή καί ὁ Jean Leclercq, πρώην υπάλληλός της.
I — Ό Leclercq ἀνέλαβε υπηρεσία στην Ἐπιτροπή ἀτομικῆς ἐνεργείας τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος στίς 15 Μαρτίου 1958. Άπό τό 1962 υπηρέτησε ὡς προϊστάμενος τμήματος τῆς ανωτέρω Ἐπιτροπής, στην συνέχεια δε τῆς ενιαίας Ἐπιτροπῆς των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων. Τό 1973, ἐζήτησε καί επέτυχε τήν ὁριστική του ἀποχώρηση ἐκ τῆς υπηρεσίας δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 παράγραφος 3 πρῶτο εδάφιο τοῦ κανονισμοί) 2530/72 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1972 περί ειδικών καί προσωρινῶν διατάξεων πού ἀφοροῦν τήν πρόσληψη υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω τῆς προσχωρήσεως νέων Κρατών μελών, καθώς καί τήν ὁριστική ἀποχώρηση ἐκ τῆς υπηρεσίας υπαλλήλων τῶν ἐν λόγω Κοινοτήτων.
Όπως γνωρίζετε τό άρθρο 3 παράγραφος 1 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί) προέβλεπε τήν καταβολή σημαντικών μηνιαίων ἀποζημιώσεων υπέρ τῶν υπαλλήλων πού εὑρίσκοντο σέ παρόμοια κατάσταση μέχρι τήν συνταξιοδότηση τους ἡ στην περίπτωση τοῦ Leclercq, μέχρι τήν 31η Ἰανουαρίου 1984.
Ἐξ άλλου, μετά τήν λήξη τῆς υπηρεσίας τους κατ' ἐφαρμογή τοῦ κανονισμού 2530/72, τρεις ὑπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπής, οἱ Brinck, Siebker καί Valette, συνέστησαν στίς 6 Σεπτεμβρίου 1973 ἑταιρία παροχής συμβουλών ὐπό τήν ἐπωνυμία SCIENCE (Société de consultants indépendants et neutres de la Communauté européenne), πού πραγματοποιεῖ διερευνητικῶς τεχνικές, οικονομικές καί κοινωνιολογικές μελέτες, ιδίως στόν τομέα τῆς ἐνεργειακής καί βιομηχανικῆς στρατηγικής. Ό Valette διω-ρίσθη διευθυντής — διαχειριστής, καθήκοντα πού εξακολουθεί νά ἀσκεῖ μέχρι καί σήμερα. Ό προσφεύγων συγκαταλέγεται ἐπίσης ἀπό ετών μεταξύ τῶν ἑταίρων τῆς ἐν λόγω εταιρίας.
Ή ἑταιρία SCIENCE συνήψε κατά τό παρελθόν ὁρισμένο ἀριθμό συμβάσεων μελετῶν μέ τήν Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και τήν Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άτομικής Ἐνεργείας. Στίς ἀρχές τοῦ 1979 ὑπεβλήθη προσφορά τῆς SCIENCE γιά μελέτη στόν τομέα τῆς ηλιακής ενεργείας, ή ὁποία ὅμως, ὅπως τῆς ἐκοινοποιήθη τηλεφωνικῶς, δέν ἠδύνατο νά γίνει δεκτή κατόπιν σχετικής γνωμοδοτήσεως ἐκ μέρους τῆς συμβουλευτικής επιτροπής μελετῶν. Σέ ἀπάντηση τῆς ἐπιστολής πού ὁ Valette ἀπηύθυνε ἐν συνεχεία πρός τόν πρόεδρο τῆς ἐν λόγω επιτροπής, τοῦ ἐκοινοποιήθη καί πάλι τηλεφωνικώς, ὅπως ἰσχυ-ρίσθη ὁ ίδιος, ὅτι ὁ ἀποκλεισμός ἐστηρί-ζετο σέ συνδυασμένες ὁδηγίες ἀφορῶσες τήν διάθεση τῶν πιστώσεων μελετών, σύμφωνα μέ τίς όποιες δέν επιτρέπεται ή σύναψη συμβάσεων μέ πρώην υπαλλήλους πού ενδέχεται νά προβάλουν περιουσιακές ἀξιώσεις κατά τῆς Ἐπιτροπής, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων καί κατά ρητή παρέκκλιση.
'Υπό τίς συνθήκες αυτές ὁ Leclerca, τόν όποιο είχε πληροφορήσει ὁ Valette γιά τίς δυσχέρειες πού ενεφανίσθησαν, ἐζήτησε μέ επιστολή του τῆς 12ης Ἰουλίου 1979 ἀπό τόν Baichère, γενικό διευθυντή προσωπικοῦ και διοικήσεως, νά μεσολαβήσει, συμβάλλοντας στην συμβιβαστική επίλυση τοῦ προβλήματος πού είχε ἀνακύψει. Στην ἀπάντηση του τῆς 19ης Όκτωβρίου 1979, ὁ γενικός διευθυντής ἐπεβεβαίωνε ἁπλώς ὅτι, «σύμφωνα μέ νέα ἀπόφαση πού έλαβε ή Ἐπιτροπή τόν Νοέμβριο τοῦ παρελθόντος έτους, ἡ γενική διεύθυνση προϋπολογισμών δέν επιτρέπεται στό έξῆς νά συνάπτει συμβάσεις μελετών μέ ἑταιρίες ἡ ενώσεις, στίς όποιες μετέχουν ὡς ἑταίροι, άμεσα ή έμμεσα, πρώην υπάλληλοι πού εξακολουθούν να διατηρούν υπηρεσιακούς καί οικονομικούς δεσμούς μέ τό όργανο».
Ό Leclercq ἀπεφάσισε τότε νά φέρει τήν υπόθεση ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, πράγμα πού έθετε τό ζήτημα τοῦ νομικοῦ χαρακτηρισμοί) τῆς ἐπιστολής τῆς 12ης Ἰουλίου, καθώς καί τῆς περιεχόμενης στην επιστολή τῆς 19ης Όκτωβρίου ἀπαντήσεως. Γιά τήν περίπτωση πού ἡ επιστολή του θά ἐχαρα-κτηρίζετο ὡς ένσταση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί ἡ ἀπάντηση τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ ὡς ρητή ἀπόρριψη τῆς πρώτης, ἤσκησε προληπτικώς τήν προσφυγή πού φέρει ημερομηνία έγγραφῆς στό πρωτόκολλο τήν 18η Ἰανουαρίου 1980 καί ἀριθμό 28/80.
Γιά τήν περίπτωση πού θά ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἁπλή αίτηση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, υπέβαλε στην γενική γραμματεία τῆς Ἐπιτροπῆς νομοτύπως ένσταση πού φέρει τήν ϊδια ημερομηνία καί ἀναφέρεται ρητώς στό άρθρο 90 παράγραφος 2. Σκοπός τῆς ενστάσεως ήταν νά επιτευχθεί ἡ ἀνάκληση καί, ἐν ἀνάγκη, ή ἀκύρωση, ἀφ᾽ ἑνός τῆς γενικής ἀποφάσεως τοῦ «Νοεμβρίου 1978 σχετικά μέ τίς συμβάσεις μελετών πού δέν επιτρέπονται στό έξῆς μέ εταιρίες ἡ ενώσεις στίς όποιες συμμετέχουν πρώην υπάλληλοι τῆς Επιτροπής» καί ἀφ᾽ έτέρου, τῆς ἀτομικής ἀποφάσεως νά μή συναφθεῖ σύμβαση μελετών γιά τήν ηλιακή ἐνέργεια μέ τήν ἑταιρία SCIENCE. Ἐπειδή ή Ἐπιτροπή δέν ἀπήντησε στην ἐν λόγω ένσταση, ὁ Leclercq ἤσκησε δεύτερη προσφυγή πού κατετέθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 14 Ἰουλίου 1980 καί έλαβε τόν ἀριθμό 165/80.
Μέ χωριστό δικόγραφο ἡ Ἐπιτροπή ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας, νά κρίνει ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τῶν ἐν λόγω δύο προσφυγών, χωρίς νά υπεισέλθει στην ουσία. Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά ἐξετάσει μόνο τό παραδεκτό τῶν δύο αυτῶν υποθέσεων κατά τήν προφορική διαδικασία, ἀφού ἀπεφάσισε μέ τήν διάταξη τῆς 26ης Μαρτίου 1981 τήν συνεκδίκασή τους.
II — Ἑπομένως, μέ τίς προτάσεις μας θά ἀρκεσθούμε στην εξέταση τῶν ισχυρισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς περί τοῦ ἀπαραδέκτου. Ό ἕνας ισχυρισμός, στηριζόμενος στό γεγονός ὅτι δέν υφίσταται έννομο συμφέρον πού νά δικαιολογεί τήν προσφυγή ἡ βλαπτική πράξη, εἶναι κοινός καί στίς δύο υποθέσεις. Ό άλλος θεμελιώνεται στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικῆς ενστάσεως καί άφορᾶ ἰδίως τήν πρώτη προσφυγή.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συνεδριάσεως, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν διαδίκων ἐδήλωσαν ὅτι ὁ τελευταίος αυτός ἰσχυρισμός εἶχε κατά τήν άποψη τους δευτερεύουσα σημασία. Κατά τήν δική μας άποψη, έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σέ σχέση μέ τόν ισχυρισμό πού θεμελιώνεται ἐπί τῆς ελλείψεως βλαπτικής πράξεως.
Γιά νά πεισθεί κανείς ἐπ' αὐτοῦ, ἀρκεῖ ἀσφαλώς νά ἀναφερθεί στό ἴδιο τό άρθρο 90 παράγραφος 2, ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ὁποίου προκύπτει ὅτι γιά νά εἶναι έγκυρη μιά ένσταση πρέπει νά στρέφεται κατά πράξεως πού βλάπτει τά συμφέροντα αὐτοῦ πού τήν υπέβαλε. Μέ άλλους λόγους, ελλείψει παρομοίας πράξεως ἡ ένσταση καθίσταται κυριολεκτικά άνευ ἀντικειμένου.
Άρα, θεωροῦμε ὅτι οἱ προσφυγές πού ἤσκησε ὁ Leclercq δέν ἀφοροῦν βλαπτικές γι' αυτόν πράξεις.
Οἱ ἐν λόγω προσφυγές, ὁπως καί ἡ ένσταση τῆς 18ης Ἰανουαρίου 1980, στρέφονται τόσο κατά «της ἀποφάσεως πού τοῦ ἐγνωστοποίησε ὁ Baichère μέ επιστολή τῆς 19ης Όκτωβρίου 1979», δηλαδή κατά τοῦ ἀποκλεισμού τῆς ἑταιρίας SCIENCE ἀπό τήν σύμβαση μελέτης στον τομέα τῆς ηλιακής ενεργείας, ὅσο καί κατά «τῆς ἀποφάσεως» ή τῶν γενικών διατάξεων πού ἐλήφθησαν ή «ἐθεσπίσθησαν» ἀπό τήν Ἐπιτροπή τόν Νοέμβριο τοῦ 1978, καί στίς όποιες ἀναφέρεται ἡ επιστολή τοῦ Baichère.
Ὡς πρός τήν ἐν λόγω ἀπόφαση, πρέπει κατ' ἀρχάς νά διευκρινισθεί ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου διαδικασία, αύτη ελήφθη πράγματι στίς 26 Ἰουνίου 1974 ἀπό τήν Ἐπιτροπή. Μέ τήν Ιδια διαδικασία ἐγνωστοποιήθη επίσης τό ἀκριβές περιεχόμενο τῆς ἀποφάσεως πού έχει ως έξῆς:
«πλην εξαιρετικών περιπτώσεων καί ρητής ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς περί παρεκκλίσεως, δέν εἶναι δυνατή ἡ σύναψη συμβάσεων μελετών μέ πρώην υπαλλήλους πού ἐξακολουθούν νά διατηρούν οἰκονομικές σχέσεις μέ τήν Ἐπιτροπή.»
Ή διατύπωση αύτη ἀποδεικνύει ὅτι πρόκειται περί πράξεως γενικοῦ καί ἀπρόσωπου χαρακτῆρος.
Άρα, θεωρούμε, ὅπως ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti (στίς πρόσφατες προτάσεις του τῆς 14ης Μαΐου 1981, Bowden καί λοιποί, πού δέν έχουν ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή), ὅτι ἐπί παρομοίας πράξεως δέν δύναται νά ἀσκηθεί προσφυγή υπαλλήλου καί κατ' επέκταση πρώην υπαλλήλου βάσει τοῦ ἄρθρου 179 τῆς συνθήκης καί σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπουν τα άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Κατ' ἀρχάς, τό ἴδιο τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 πού προβλέπει, ὅπως επισημαίνει ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti «ὅτι οἱ υπάλληλοι δύνανται νά υποβάλουν ένσταση κατά ὁποιασδήποτε «ἀποφάσεως» τῆς ἁρμοδίας γιά διορισμούς ἀρχής πού βλάπτει τά συμφέροντά τους», ἀντιτίθεται σχετικά. Άλλά καί κατά τήν άποψη μας «ή χρήση τοῦ ὅρού «ἀπόφαση» σημαίνει προφανώς ὅτι ή προσφυγή περιορίζεται στίς δεσμευτικές πράξεις ἀτομικοῦ χαρακτῆρος».
Στό ἐν λόγω ἐπιχείρημα, πού βασίζεται στό γράμμα, δύναται νά προστεθεί καί άλλο ουσιαστικότερο πού ἀπορρέει ἀπό τό σύστημα τῶν ἐνδίκων μέσων πού προβλέπει ή συνθήκη. Δέν χρειάζεται νά υπενθυμίσουμε ὅτι τό άρθρο 173 τῆς συνθήκης ἀποκλείει σαφώς, προκειμένου γιά φυσικά πρόσωπα γενικότερα, τό παραδεκτό προσφυγής ἀκυρώσεως κατά πράξεων μέ γενικό περιεχόμενο. Κατά τήν άποψη μας, δέν υπάρχει λόγος νά μήν συμβαίνει τό αὐτό προκειμένου καί γιά προσφυγές τῆς ἰδίας φύσεως πού ἀσκοῦν υπάλληλοι βάσει τοῦ ἄρθρου 179. Γιά τόν λόγο αὐτό θεωρούμε ὅτι δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι οἱ προσφυγές πού ἤσκησε ὁ Leclercq εἶναι ἀπαράδεκτες στό μέτρο πού στρέφονται κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς 26ης Ἰουνίου 1974.
Τό ἴδιο συμπέρασμα πρέπει νά συναχθεί επίσης καί κατά τρόπο ἐξ ἴσου σαφή καθ' ὅτι μέ τίς προσφυγές αυτές επιδιώκεται ή ἀκύρωση ἀποφάσεως πού ἀποκλείει τήν σύμβαση μελέτης στον τομέα τῆς ηλιακής ενεργείας. Παρά τόν ἀτομικό χαρακτήρα της, ούτε ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση συνιστά βλαπτική γιά τόν προσφεύγοντα πράξη. Κατά παγία νομολογία του τό Δικαστήριο ἐθεώρησε πράγματι ὅτι «δύνανται νά θεωρηθοῦν βλαπτικές ἐκείνες μόνον οἱ πράξεις πού εἶναι δυνατό νά επηρεάσουν άμεσα τήν συγκεκριμένη έννομη κατάσταση» (ἀποφάσεις τῆς 1ης Ἰουλίου 1964, Pistoj κατά Ἐπιτροπής, στην υπόθεση 26/63, Rec. σ. 695, καί Huber κατά Ἐπιτροπής, στην υπόθεση 78/63, Rec. σ. 740, καθώς καί τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1969, Grasselli κατά Ἐπιτροπής, στην υπόθεση 32/68, Rec. σ. 511 σκέψη 4, καί τῆς 11ης Ἰουλίου 1974, Reinarz κατά Επιτροπής, συνεκδικαζό-μενες υποθέσεις 177/73 καί 5/74, Rec. σ. 828 σκέψη 13). Στην προκειμένη υπόθεση, ἄν ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση επηρεάζει άμεσα συγκεκριμμένη έννομη κατάσταση, αύτη δέν δύναται νά εἶναι άλλη ἀπό τήν κατάσταση τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία εἶναι καί ἀποδέκτης της, καί ὄχι ἡ έννομη κατάσταση τῶν εταίρων τῆς ἐν λόγω ἑταιρίας. Μέ άλλους λόγους, ἡ εταιρία SCIENCE παρεμβάλλεται κατά κάποιο τρόπο μεταξύ τῆς ἀποφάσεως πού ἐλήφθη γιά τήν περίπτωση τῆς καί τοῦ Leclercq.
Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές, δέν δυνάμεθα παρά νά καταλήξουμε ἀνεπιφύλακτα στό συμπέρασμα τοῦ μή παραδεκτοῦ τῶν προσφυγών πού ἤσκησε ὁ Leclercq κατά τῆς Ἐπιτροπῆς στίς 18 Ἰανουαρίου (υπόθεση 28/80) καί στίς 14 Ἰουλίου 1980 (υπόθεση 165/80).
Κατ᾽ εφαρμογή τῶν άρθρων 69 παράγραφος 2 καί 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, κάθε διάδικος πρέπει νά φέρει τά δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy