ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 9 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ὁ Reinarz εργαζόταν στην Ευρωπαϊκή 'Επιτροπή "Ανθρακα καί Χάλυβα ἀπό τό 1952 ὥς τό 1959, ὁπότε προσλήφθηκε ἀπό τήν 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ώς υπάλληλος μέ τό βαθμό Α 2. Τήν 1η Μαΐου 1973 έπαυσε, κατόπιν αἰτήσεώς του, νά ἀσκεῖ τά καθήκοντά του στην 'Επιτροπή, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ 2530/72 τοῦ Συμβουλίου τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1972. 'Επί ένα έτος δικαιοῦνταν μηνιαία ἀποζημίωση, ἴση μέ τίς τελευταῖες ἀποδοχές του. Ἐν συνεχεία, δυνάμει τοῦ άρθρου 3 παράγραφος 1 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, κατέστη δικαιούχος ἀποζημιώσεως, αρχικά ἴσης μέ τό 80 % καί, μετά παρέλευση 30 μηνῶν γιά τό υπόλοιπο τῆς περιόδου πού ὁρίζει ὁ κανονισμός, μέ τό 70 % τοῦ βασικού του μισθού. Τό άρθρο 3 παράγραφος 3 ὁρίζει ὅτι ἐπί τῶν ἀποζημιώσεων αυτῶν εφαρμόζεται συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τοῦ άρθρου 82 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, γιά τή χώρα τῶν Κοινοτήτων ὅπου ὁ δικαιούχος τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδεικνύει ὅτι έχει κατοικία καί, «ἄν ὁ δικαιούχος τῆς ἀποζημιώσεως κατοικεί σέ άλλη χώρα έκτός τῆς Κοινότητας, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται ἐπί τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι εκείνος ὁ όποιος ισχύει γιά τό Βέλγιο.
Ή ἀποζημίωση εκφράζεται σέ βελγικά φράγκα. Ή καταβαλλόμενη ἀποζημίωση υπολογίζεται βάσει τῶν ισοτιμιών πού ἀναφέρονται στό άρθρο 63 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων».
Στό γαλλικό κείμενο τοῦ κανονισμοῦ προστίθεται ρητά «(l'indemnité) est payée dans la monnaie du pays de la résidence du bénéficiaire ». Τήν εποχή πού ὁ Reinarz έπαυσε νά ἀσκεῖ τά καθήκοντά του, τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ὅριζε ὅτι «οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο εκείνου τῆς χώρας τῆς προσωρινής έδρας τῆς Κοινότητας, στην ὁποία υπάγεται ὁ υπάλληλος, υπολογίζονται βάσει τῶν ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι όποιες 'ίσχυαν τήν 1η 'Ιανουαρίου 1965».Ἐπί ένα έτος ὁ Reinarz πληρωνόταν σέ βελγικά φράγκα σέ λογαριασμό του στό Βέλγιο, ὅπου ζοῦσε. Κανένα πρόβλημα δέν ἀνακύπτει σχετικά μέ τήν πληρωμή αυτή. 'Από τήν 1η Μαΐου 1974 πληρωνόταν σέ δολάρια Καναδᾶ στόν Καναδά, ὅπού κατοικοῦσε σέ ἀγρόκτημα, τό όποιο εἶχε ἀγοράσει μερικά χρόνια πρίν ἀποχωρήσει τῆς υπηρεσίας ἀπό τήν 'Επιτροπή. Κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού 2530/72 καί τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ἡ ἀποζημίωση του μετατρεπόταν βάσει τῆς καθορισμένης ισοτιμίας, ήτοι 46, 25 βελγικά φράγκα γιά ένα δολάριο Καναδᾶ. Ή ἀγοραία τιμή συναλλάγματος ήταν περίπου 35 βελγικά φράγκα γιά ένα δολάριο Καναδᾶ. Ό Reinarz υποστηρίζει ὅτι κατά τήν περίοδο ἀπό τό 1974 ὥς τό 1977, ὁπότε επέστρεψε γιά νά κατοικήσει ἐκ νέου στό Βέλγιο (καί άρχισε καί πάλι νά πληρώνεται σέ βελγικά φράγκα), υπέστη ζημία περίπου 1000000 βελγικών φράγκων, λόγω τῆς διαφορᾶς μεταξύ τῶν δύο τιμών συναλλάγματος.
Μέ προσφυγή πού άσκησε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου στίς 18 'Ιανουαρίου 1980, ὁ Reinarz ζήτᾶ νά ἀναγνωρισθεί: (α) ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού 2530/72, καθώς καί τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων δέν τύχαιναν εφαρμογής ἐπί τοῦ ἰδίου κατά τήν περίοδο 1974-1977 καί (β) ὅτι πρέπει νά τοῦ ἀποκατασταθεί ἡ ζημία πού υπέστη ἡ νά λάβει τή σχετική ἀποζημίωση μέ βάση τήν ἐπιείκεια.
Ή Ἐπιτροπή ισχυρίζεται πρώτον ὅτι ἡ ἐν λόγω προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη. Καί αυτό γιά δύο λόγους: ὁ πρώτος συνίσταται στό ὅτι ὁ Reinarz δέ συμμορφώθηκε μέ τίς προθεσμίες πού τάσσει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Ό δεύτερος συνίσταται στό ὅτι ἡ παρούσα προσφυγή είναι όμοια μέ ἐκείνη, πού ἀποτέλεσε ἀντικείμενο τῆς υποθέσεως 48/76 καί ἀπορρίφθηκε ἀπό τό Δικαστήριο στίς 17 Φεβρουαρίου 1977 (ΕCR 1977, σ. 291).
Στην παρούσα προσφυγή (ή ὁποία ἀντικαθιστᾶ προγενέστερη στην υπόθεση 732/79, ἀπό τήν ὁποία παραιτήθηκε), ὁ Reinarz στηρίζεται σέ επιστολές πού έστειλε στην 'Επιτροπή κατά τά έτη 1978 καί 1979, καθώς καί στίς ἀπαντήσεις τῆς 'Επιτροπής. Μέ επιστολή του τῆς 9ης Μαΐου 1978 (πού δέν παραλήφθηκε ἀπό τήν 'Επιτροπή μέχρις ότου ὁ Reinarz ἀπέστειλε ἀντίγραφό τῆς μέ επιστολή τῆς 28ης Νοεμβρίου 1978), ὁ Reinarz υπέβαλε αίτηση κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ζητώντας τή λήψη ἀποφάσεως, μέ τήν ὁποία θά τοῦ ἀποκαθιστόταν γιά λόγους επιείκειας ἡ ζημία πού υπέστη καί ἡ ὁποία ὀφείλεται στη συναλλαγματική ἰσοτιμία πού υἱοθέτησε ἡ 'Επιτροπή. 'Επικουρικά, γιά τό ενδεχόμενο μή λήψεως παρόμοιας ἀποφάσεως, υπέβαλε ένσταση βάσει τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, μέ τήν ὁποία ἀμφισβήτησε τή νομιμότητα τής συναλλαγματικής ἰσοτιμίας πού υἱο-θετήθηκε καί ζήτησε νά κηρυχθεί άκυρο τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 2530/72, καθώς καί τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ή, άλλως, νά κηρυχθούν ἀνεφάρμοστα στό μέτρο πού τόν ἀφοροῦν. 'Ανέφερε ὅτι τέτοιες διατάξεις ήταν αυθαίρετες, εἰσήγαγαν διακρίσεις καί ἀδικίες καί ὅτι τό Συμβούλιο παρέλειψε νά λάβει τά ἀπαραίτητα διορθωτικά μέτρα, πού θά ἀπέτρεπαν τή ζημία τήν ὁποία υπέστη σέ σχέση μέ άλλους πού ἐξακολουθούσαν νά ζουν εντός τῆς Κοινότητας. Μέ επιστολή της 28ης Μαρτίου 1978, ἡ 'Επιτροπή ἀπέρριψε τήν ένσταση πού είχε υποβληθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2, μέ τό αιτιολογικό πώς ὅ,τι έγινε ήταν ἀπόλυτα σύμφωνο μέ τόν κανονισμό καί ὅτι ἐν πάση περιπτώσει ἡ ένσταση ὑποβλήθηκε εκπρόθεσμα. "Αν καί ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρθηκε στίς ἀξιώσεις τοῦ Reinarz πού στηρίζονται στην επιείκεια (πράγμα πού ἀποτέλεσε καί τή βάση τῆς αιτήσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1), δέν τίς θεωρεῖ, πάντως, ὡς τέτοιες. Ή 'Επιτροπή θεώρησε ὅτι ἡ επιστολή τοῦ Reinarz τῆς 9ης Μαΐου 1979 ἀποτελεί ἐξ ὁλοκλήρου ένσταση.
Αυτό υπογράμμισε ὁ Reinarz μέ επιστολή του τῆς 22ας 'Ιουνίου 1979. Θεώρησε τήν επιστολή τῆς 28ης Μαρτίου 1979 ὡς ἀπόρριψη τῆς αιτήσεως του περί ἀποζημιώσεως γιά λόγους επιείκειας καί υπέβαλε στην 'Επιτροπή ένσταση κατά τῆς ἀπορρίψεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2. 'Επανέλαβε τους Ισχυρισμούς του, ὅτι έγινε αυθαίρετη εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ καί ὅτι ἡ 'Επιτροπή επέδειξε ἀμέλεια, επειδή δέ φρόντισε ώστε νά μή τοῦ προκληθεί ζημία ἀπό τήν εφαρμοζόμενη τιμή συναλλάγματος, πού ήταν πολύ λιγότερο ευνοϊκή ἀπέναντι του ἀπό ὅσο ἐκείνη πού εφαρμοζόταν έναντι τῶν πρώην υπαλλήλων πού εξακολουθούσαν νά ζοῦν ἐντός τῆς Κοινότητας.
Μέ επιστολή τῆς τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1979, ή 'Επιτροπή Ισχυρίσθηκε ὅτι επρόκειτο περί επαναλήψεως τῆς ενστάσεως πού υποβλήθηκε βάσει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2, ἡ ὁποία εἶχε ήδη ἀπορριφθεί στίς 28 Μαρτίου 1979 καί ὅτι κατά συνέπεια ήταν ἀπαράδεκτη.
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ παρούσα προσφυγή ἀσκήθηκε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἀφοῦ έληξε ἡ τρίμηνη προθεσμία πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 91 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως σχετικά μέ τήν άσκηση προσφυγής κατά ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ἀπορρίπτεται ένσταση, προθεσμία ἡ ὁποία άρχισε νά τρέχει ἀπό τῆς λήψεως τῆς επιστολής μέ ημερομηνία 28 Μαρτίου 1979. Στό μέτρο πού ὁ Reinarz επιδιώκει νά προσβάλει τήν ἐν λόγω ἀπόφαση, ἡ προσφυγή του εἶναι ἀπαράδεκτη. Πάντως, ἄν ἡ επιστολή τῆς 9ης Μαΐου πρέπει νά θεωρηθεῖ συγχρόνως ὡς αίτηση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 καί ὡς ένσταση (ή ὡς ένσταση γιά τήν περίπτωση ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως) δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2, ἡ επιστολή τῆς 28ης Μαρτίου 1979 δύναται ἀσφαλώς νά θεωρηθεί ὡς ἀπόρριψη τῆς ἐν λόγω αἰτήσεως. Κατά τή γνώμη μου, ἡ επιστολή τῆς 9ης Μαΐου πρέπει νά θεωρηθεί ὡς αἴτηση γιά λόγους ἐπιείκειας. Κατά τή γνώμη μου, αυτή ἀπορρίφθηκε μέ επιστολή τῆς 28ης Μαρτίου 1979. 'Επικουρικώς, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπορριφθείσα τέσσερις μήνες μετά τήν 28η Νοεμβρίου 1979. Ό Reinarz εἶχε τότε προθεσμία τριῶν μηνών, εντός τῆς ὁποίας έπρεπε νά υποβάλει τήν ένσταση του κατά τῆς ἀπορρίψεως. Αυτό τό έκανε στίς 22 'Ιουνίου 1979.
'Επομένως, κατά τή γνώμη μου, ἡ παρούσα προσφυγή ἀσκήθηκε εντός τῶν προθεσμιῶν πού τάσσουν οι διατάξεις τοῦ ἄρθρου 90 ή τοῦ ἄρθρου 91, κατά τό μέτρο πού στρέφεται κατά τῆς ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως του ὅτι δέν έτυχε ἐπιεικοῦς μεταχειρίσεως. Κατά τό μέτρο ὅμως πού επιδιώκεται ή προσβολή τῆς ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως του, ὅτι τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 2530/72 καί τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ήταν άκυρα ἡ ὅτι εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα στην περίπτωση του, ή προσφυγή του ασκήθηκε εκπρόθεσμα καί πρέπει νά κηρυχθεί ὡς ἀπαράδεκτη. Τό ἴδιο ισχύει καί γιά τήν ένσταση του στό πλαίσιο τῆς παρούσας δίκης, ὅτι ὁ κανονισμός δέν τύχαινε ἐφαρμογῆς στην περίπτωση του — ἀξίωση πού δέν εἶχε, πάντως, εγείρει μέ τήν ένσταση του τῆς 22ας 'Ιουνίου 1979.
Νομίζω ὅτι ἡ 'Επιτροπή σφάλλει ὅσον ἀφορᾶ τό δεύτερο ίσχυρισμό τῆς ὅτι ή προσφυγή εἶναι ἐν πάση περιπτώσει ἀπαράδεκτη, δεδομένου ὅτι τό θέμα λύθηκε μέ προηγούμενη ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 48/76. Διαβάζοντας τή σκέψη 1 τῆς ἀποφάσεως αυτής τοῦ Δικαστηρίου στην ἐν λόγω υπόθεση, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ó Reinarz δέν μποροῦσε νά ἀσκήσει προσφυγή ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, έκτος ἄν εἶχε υποβάλει ένσταση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, πράγμα πού δέν εἶχε κάνει τότε. Κατά συνέπεια, ἡ προσφυγή του ήταν ἀπαράδεκτη. Κατά τή γνώμη μου, τό ἔκανε τώρα εντός τῆς τασσόμενης προθεσμίας ὅσον ἀφορᾶ τό αἴτημά του ὅτι δικαιούται νά τοῦ ἀποκατασταθεί ἡ ζημία πού υπέστη ή νά ἀποζημιωθεί γιά λόγους επιείκειας.
Στην πραγματικότητα, τό τελευταίο αυτό αἴτημα στηρίζεται στό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀκολούθησε αυστηρά τή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κανονισμού 2530/72 καί τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Ό προσφεύγων ἰσχυρίζεται ὅτι αυτό καταλήγει σε ἀποτέλεσμα πού εἶναι άδικο, εισάγει διακρίσεις καί, ὑπό τό πρίσμα τῶν ἰσχυουσῶν τιμών συναλλάγματος καί τοῦ κόστους ζωής στόν Καναδά, ἐκτός πραγματικότητας. 'Επιπλέον, ἰσχυρίζεται ὅτι, επειδή τό 1978 ὁ κανονισμός 3085/78 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978 τροποποίησε τή βάση υπολογισμού (έτσι ώστε νά υἱοθετηθοῦν οἱ τιμές συναλλάγματος πού χρησιμοποιούνταν γιά τήν εφαρμογή τοῦ γενικού προϋπολογισμού τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η 'Ιουλίου 1979), εἴτε έπρεπε νά τροποποιηθεί κατ' ἀναλογία ή ἀποζημίωση του εἴτε ἡ 'Επιτροπή ὄφειλε νά ἀναγνωρίσει ευθαρσώς νά προτείνει τή θέσπιση διατάξεων, Ικανών νά επανορθώσουν τήν ἀδικία πού προέκυψε γιά τίς παρελθοῦσες πληρωμές.
Κατά τή γνώμη μου, οἱ κανονισμοί ήταν διατυπωμένοι μέ σαφήνεια. Ή Ἐπιτροπή τους εφάρμοσε ὀρθώς. 'Εξ ὅσων γνωρίζω, δέν υπάρχει ἀρχή ἡ κανόνας, ἀπό αυτούς πού διατύπωσε τό Δικαστήριο, πού νά επιτρέπει στό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ὅτι ή Ἐπιτροπή υποχρεοῦται, γιά λόγους επιείκειας, νά καταβάλει στόν προσφεύγοντα ποσό πού νά ἀντισταθμίζει τή διαφορά μεταξύ τῆς τιμής συναλλάγματος πού προβλέπουν οἱ σχετικές διατάξεις καί εκείνης πού ισχύει στην ἀγορά, έστω καί ἄν είναι σαφές ὅτι ὁ Reinarz εἰσέπραξε λιγότερα σέ πραγματικές τιμές ἀπό ὅ,τι θά λάμβανε, ἄν πληρωνόταν σέ βελγικά φράγκα. Δέν πιστεύω ὅτι δύναται νά επικαλεσθεί κατ' ἀναλογία τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12 τού πρωτοκόλλου περί τῶν προνομίων καί ἀσυλιῶν τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ἡ νά ἀντλήσει ὁποιοδήποτε όφελος ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 156/78 Newth κατά Ἐπιτροπῆς (βλ. ECR 1979, σ. 1941). Οὔτε θεμελιώνει τήν περίπτωση του μέ τόν ἰσχυρισμό πού προβάλλει, ὅτι παραβιάζεται ἡ διακήρυξη περί ἀνθρώπινων δικαιωμάτων τοῦ 'Ελσίνκι ἤ ὅταν ἀναφέρεται στήν ἀρχή τοῦ διεθνοῦς δικαίου, σύμφωνα μέ την ὁποία πρώην υπάλληλος τῆς Κοινότητας έχει τό δικαίωμα νά ἐγκατασταθεί σέ χώρα τῆς ἐκλογῆς του, χωρίς νά υποστεί ὁποιαδήποτε οἰκονομική ζημία γιά τό λόγο αυτό. Κατά συνέπεια, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τό αἴτημά του περί ἀποζημιώσεως ἡ ἀποκαταστάσεως γιά λόγους επιείκειας εἶναι ἀβάσιμο.
'Ακόμα καί ἄν κατέληγα στην άποψη ὅτι τό αἴτημα του, ὅτι τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 2530/72 καί τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ήταν άκυρα ἡ εἶχαν εφαρμοσθεί εσφαλμένα στην περίπτωση του, υποβλήθηκε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου εντός τριῶν μηνῶν ἀπό τῆς ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως του ἐκ μέρους τῆς 'Επιτροπής, καί πάλι θά έκρινα, ἐν πάση περιπτώσει, ἀπορριπτέο τό αίτημα αυτό. Κατά τήν άποψη μου, ὁ προσφεύγων δέ δικαιούται νά ζητήσει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ εἶναι άκυρο. Ἡ 'Επιτροπή ὀρθά υποστήριξε ὅτι ήταν εκπρόθεσμος ὅσον ἀφορᾶ τόν Ισχυρισμό του ὅτι ἡ εφαρμογή τῶν κανονισμών στην περίπτωση του μεταξύ τῶν ἐτών 1974 καί 1977 ήταν ἐσφαλμένη. 'Επιπλέον, ὁ Ισχυρισμός του ὅτι οἱ κανονισμοί δέν εἶναι νόμιμοι μοῦ φαίνεται ὅτι δέ συμβιβάζεται μέ τή συλλογιστική τρῦ Δικαστηρίου, στην ἀπόφαση του στην υπόθεση 28/74, Gillet κατά 'Επιτροπής, (ECR, 1975, σ. 463).
Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, δέν φαίνεται ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο νά εξετασθεί ἄν, ύστερα ἀπό μία τόσο μακρά χρονική περίοδο, ὁ προσφεύγων εξακολουθεῖ ἐν πάση περιπτώσει νά διατηρεῖ τό δικαίωμα νά προβάλλει τά αἰτήματα αυτά γιά ἀποκατάσταση μέ βάση τήν επιείκεια.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου,
α)
εἶναι ἀπαράδεκτο τό αἴτημά του, ὅτι τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 2530/72 καί τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων εἶναι άκυρα ἤ δέν εφαρμόζονται στην περίπτωση του ή έχουν εφαρμοσθεί εσφαλμένως,
β)
τό αἴτημα του, ὅτι δικαιοῦται μέ βάση τήν επιείκεια νά ἀποκατασταθεί στη ζημία πού υπέστη ἤ νά λάβει ἀποζημίωση βάσει τῆς διαφορᾶς μεταξύ τῆς ἐπιτασσόμενης καί τῆς τρέχουσας τιμής συναλλάγματος γιά τό βελγικό φράγκο καί τό δολάριο Καναδᾶ εἶναι παραδεκτό, άλλά πρέπει νά ἀπορριφθεί.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ἡ 'Επιτροπή ὀφείλει νά φέρει τά έξοδά της, ἐνῶ κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 69 παράγραφος 2 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, φέρει ὁ Reinarz τά δικά του.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy