ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 29 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή παρούσα υπόθεση θέτει καί πάλι ὑπό την κρίση σας τό πρόβλημα τοῦ συμβιβάσιμου μέ τό κοινοτικό δίκαιο ἐθνικών μέτρων, πού έχουν ἡ μπορούν νά έχουν περιοριστικό ἁποτέλεσμα στίς εἰσαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων καί Ιδιαίτερα στίς λεγόμενες «παράλληλες» εἰσαγωγές. Όπως εἶναι γνωστό, στην ἀπόφαση της 20ης Μαΐου 1976 στήν υπόθεση 104/75, (De Peijper, Raccolta 1976 σ. 613), τό Δικαστήριο έκρινε παράνομους ἐθνικούς κανόνες πού ἐξαρτούσαν τη χορήγηση άδειας γιά τή διάθεση ἑνός φαρμακευτικού προϊόντος στό εμπόριο ἀπό τήν προσκόμιση ἐγγράφων, τά όποια δέν μπορεί συνήθως νά ἔχει στή διάθεση του ὁ παράλληλος εἰσαγωγέας. Στην περίπτωση ἐκείνη, τό Δικαστήριο παρατήρησε ὅτι ἐθνικές διατάξεις τῆς φύσεως αὐτῆς, ὅταν επιτρέπουν στον παρασκευαστή ἑνός φαρμάκου ή στους ἀποκλειστικούς του ἀντιπροσώπους νά μονοπωλούν τήν εἰσαγωγή καί τήν εμπορία τοῦ προϊόντος μέ τήν ἁπλή άρνηση τους νά χορηγούν τά σχετικά έγγραφα, παράγουν ἀποτελέσματα Ισοδύναμα πρός εκείνα πού παράγει ένας ποσοτικός περιορισμός στίς εἰσαγωγές.
Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει νά εξεταστεί μιά άλλη πλευρά τοῦ προβλήματος, καί συγκεκριμένα τό θέμα τῶν τελών πού συνδέονται μέ ένα ἐθνικό σύστημα καταχωρίσεως τῶν εἰσαγόμενων φαρμάκων, προκειμένου νά διαπιστωθεί ἄν, καί ἐνδεχομένως μέσα σέ ποια ὅρια, τά τέλη αυτά συμβιβάζονται μέ τή συνθήκη, ἐν ὄψει των κριτηρίων μέ τά όποια προσδιορίζεται τό ὅψος τους καί ρυθμίζεται ἡ καταβολή τους.
Υπενθυμίζω τώρα μέ συντομία τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως.
Ό Kortmann, έμπορος φαρμάκων στίς Κάτω Χῶρες, κατηγορήθηκε ὅτι, κατά παράβαση τῶν κανόνων πού ισχύουν στό κράτος αὐτό, κατείχε μέ σκοπό πωλήσεως καί έθεσε σέ κυκλοφορία κατά τή διάρκεια τοῦ 1978 φαρμακευτικά παρασκευάσματα, πού εἶχαν εισαχθεί παράλληλα ἀπό άλλα Κράτη μέλη τῆς ΕΟΚ καί δέν εἶχαν καταχωριστεί. Τό πρωτοβάθμιο δικαστήριο τοῦ Venlo τόν ἀπάλλαξε ἀπό τήν κατηγορία αὐτή, μέ ἀπόφαση τῆς 8ης Μαρτίου 1979' κατόπιν ὅμως ἐφέσεως τοῦ εισαγγελέα, ὁ Kortmann κλήθηκε νά ἐμφανιστεί καί πάλι γιά τίς ἴδιες πράξεις ἐνώπιον τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Roermond. Στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας ἐκείνης, τό ἐθνικό δικαστήριο υπέβαλε στό παρόν Δικαστήριο τό ἀκόλουθο προδικαστικό ἐρώτημα:
«Ἄν υποτεθεί ὅτι:
α)
ὁρισμένα φαρμακευτικά προϊόντα κυκλοφορούν κανονικά στό ἐμπόριο σέ ένα ἡ περισσότερα Κράτη μέλη, ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ παρασκευαστές ή, ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, ἐκείνοι πού είναι υπεύθυνοι γιά τή θέση σέ κυκλοφορία αυτών τῶν φαρμακευτικών προϊόντων σέ καθένα ἀπό αυτά τά Κράτη μέλη, έχουν λάβει γιά τά προϊόντα αυτά τίς άδειες πού ἀπαιτοῦν οἱ ἐθνικές νομοθεσίες, καί ὅτι
β)
ἡ χορήγηση τῶν άδειων αὐτῶν σέ καθένα ἀπό αὐτά τά Κράτη μέλη εἶναι δυνατό νά εἶναι γνωστή σέ τρίτους ἀφοῦ γίνεται δημόσια μέ τή δημοσίευση της ἀπό τίς ἀρχές ἡ μέ άλλο τρόπο, καί ὅτι
γ)
ένας εισαγωγέας (πού διενεργεί παράλληλες εισαγωγές φαρμάκων, ἐγκατεστημένος σέ ένα Κράτος μέλος, εισάγει στό Κράτος μέλος ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένος τά φαρμακευτικά προϊόντα πού κυκλοφορούν ὑπό τίς συνθῆκες πού περιγράφονται ἀνωτέρω,
οἱ διατάξεις πού εἰσάγουν παρέκκλιση ἀπό τους κανόνες περί ἐλεύθερης κυκλοφορίας ἐμπορευμάτων στό ἐσωτερικό τῆς ΕΟΚ, ἰδίως τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ὅσον άφορᾶ τήν προστασία τῆς υγείας καί τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, δικαιολογούν τό νά μήν επιτρέπεται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Κράτους μέλους εἰσαγωγῆς νά εισαχθούν τά φαρμακευτικά αὐτά προϊόντα στό ἐν λόγω κράτος, παρά μόνο κατόπιν καταβολῆς ἑνός τέλους καταχωρίσεως, καί, σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, βάσει ποιων κανόνων πρέπει τότε νά εκτιμηθούν τό ποσό καί ἡ συχνότητα τῶν καταβολῶν, καθώς καί τό καθεστώς πού διέπει τίς καταβολές αυτές;»
2.
Τό ἐρώτημα αυτό, καίτοι έχει διατυπωθεί μέ γενικούς ὅρους καί εἶναι επομένως τυπικά σύμφωνο μέ τή διάταξη τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, άφορα πράγματι τή νομιμότητα ἤ μή, ἀπό πλευράς κοινοτικού δικαίου, τῶν ἰσχυόντων ὀλλανδικών κανόνων περί τῆς ἐμπορίας φαρμάκων, ὅσον άφορα τά τέλη πού συνεπάγεται ἡ καταχώριση όσων ἀπό τά προϊόντα αυτά ἀποτελούν ἀντικείμενο παράλληλων εἰσαγωγῶν. Ἔτσι, γιά άλλη μιά φορά τό παρόν Δικαστήριο καλείται νά ἐπιλύσει, στό πλαίσιο μιᾶς προδικαστικής διαδικασίας, ένα ζήτημα πού θά μπορούσε νά είχε ἐξεταστεί λεπτομερέστερα, ἄν ἡ Επιτροπή είχε ἀσκήσει άμεση προσφυγή κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Υπάρχει, πράγματι, δικαιολογημένα ὁ φόβος ὅτι δέ θά εἶναι εύκολο νά δοθούν στό ἐθνικό δικαστήριο, μέσω τῆς ἀπαντήσεως στό θεωρητικό ἐρώτημα πού ὑπέβαλε στό Δικαστήριο ὁ παραπέμπων δικαστής, οἱ ἀκριβείς ἐνδείξεις πού τοῦ εἶναι ἀναγκαίες καί οἱ όποιες ἀφοροῦν ιδιάζουσες ἐκφάνσεις τῆς ἐπίδικης ἐθνικής νομοθεσίας.
Μετά τήν παρατήρηση αυτή, κρίνω σκόπιμο νά υπενθυμίσω, σέ γενικές γραμμές, τί προβλέπει ἡ νομοθεσία αύτη.
Ὁ νόμος τῆς 28ης 'Ιουλίου 1958 περί προμήθειας φαρμάκων ἐξαρτά τήν παραγωγή καί τή διάθεση στό εμπόριο τῶν φαρμακευτικῶν ιδιοσκευασμάτων καί παρασκευασμάτων ἀπό προηγούμενη καταχώριση τους ἐκ μέρους ενός συμβουλίου εμπειρογνωμόνων πού ἔχει ἁρμοδιότητα νά τά ἐγκρίνει καί νά ἐπιτρέπει τή χρήση τους. Μιά κανονιστική ἀπόφαση τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1977 ρυθμίζει τίς διατυπώσεις της καταχωρίσεως αὐτής, καθιερώνοντας διάφορο νομικό καθεστώς γιά τους ἐπίσημους καί γιά τους παράλληλους εισαγωγείς: στους πρώτους ἐπιφυλάσσεται 'ίδια μεταχείριση μέ τους ἐθνικούς παρασκευαστές, ἐνῶ γιά τους δεύτερους ἰσχύουν ειδικές διατυπώσεις.
Κατά τους όρους τοῦ ἄρθρου 23 τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1977, ὅποιος θέλει νά εἰσαγάγει «παράλληλα» στίς Κάτω Χῶρες ένα φαρμακευτικό προϊόν πού έχει ήδη καταχωριστεί στό κράτος αυτό (επιμέλεια, προφανῶς, εκείνου πού θά ἀποκαλώ γιά ευκολία «ἐπίσημο εἰσαγωγέα»), πρέπει καί αὐτός νά καταχωρήσει τό προϊόν, προκειμένου νά ἐξακριβωθεί ἄν ἀντιστοιχεί πρός τά χαρακτηριστικά πού διαπιστώθηκαν μέ τήν προηγούμενη καταχώριση. Πάντως, ἡ σχετική διοικητική διαδικασία εἶναι ἁπλουστευμένη, γιατί λαμβάνεται υπόψη τό γεγονός ὅτι τό προϊόν γιά τό ὁποῖο πρόκειται έχει ὑποβληθεί σέ μιά πρώτη ἐξέταση, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ «επίσημου εισαγωγέα» (πού εἶναι εἴτε ὁ ἴδιος ὁ παρασκευαστής εἴτε ένας εξουσιοδοτημένος διανομέας).
'Εν ὄψει τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο διατύπωσε τό ἐρώτημά του ὁ παραπέμπων δικαστής, ἡ ἄποψη τῶν σχετικῶν ὀλλανδικῶν κανόνων πού ενδιαφέρει ἐν προκειμένω ἀνάγεται στην καταβολή τῶν τελῶν πού συνδέονται μέ τή διαδικασία καταχωρίσεως. Πράγματι, σύμφωνα μέ τους κανόνες αὐτούς, ὁ παράλληλος εισαγωγέας ὑποχρεούται νά καταβάλει, γιá κάθε εισαγόμενο ἰδιοσκεύασμα, δύο κατηγορίες τελών: ένα ἐφάπαξ ποσό, πού καταβάλλεται ἀρχικά, καί ένα άλλο πού καταβάλλεται ἐτησίως. Τό ἐφάπαξ τέλος έχει καθοριστεί σέ 667 φιορίνια γιά τόν παράλληλο εισαγωγέα καί σέ 2668 φιορίνια γιά τόν ἐπίσημο εἱσαγωγέα (βλ. άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως τῆς 9ης Σεπτεμβρίου 1977, ὅπως τροποποιήθηκε ἀπό τό άρθρο 6 τῆς ἀποφάσεως τῆς 15ης 'Απριλίου 1977) παρ' ὅλ' αυτά, ὅμως, γιά τόν ἐπίσημο εἰσαγωγέα προβλέπεται ὅτι ὁ ὑπουργός δημόσιας υγείας μπορεί, ὅταν συντρέχουν ἰδιάζουσες περιστάσεις, νά χορηγήσει μερική ἀπαλλαγή ἀπό τό τέλος (άρθρο 4 ἀριθμός 3 τῆς ἀποφάσεως τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1977) ἀνάλογη δυνατότητα δέν παρέχεται στόν παράλληλο εἰσαγωγέα. Τό ἐτήσιο τέλος ἔχει καθοριστεί μέ ὁμοιόμορφο τρόπο (890 φιορίνια γιά κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα), τόσο γιά τόν ἐπίσημο ὅσο καί γιά τόν παράλληλο εἰσαγωγέα (άρθρο 15 ἀριθμός 1 τῆς ἀποφάσεως τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1977 καί άρθρο 9 ἀριθμός 1 τῆς ἀποφάσεως τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1977) ἐν τούτοις, ἁρμόδιος υπουργός μπορεί, ὅταν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, νά χορηγήσει μερική ἀπαλλαγή εἴτε στόν ένα εἴτε στόν άλλο εἰσαγωγέα. Ή έκταση εφαρμογής τῆς ἀπαλλαγής αυτής διασαφηνίζεται στην ἀπόφαση τοῦ 1977, πού ὁρίζει ὅτι ἡ ἀπαλλαγή αὐτή μπορεί νά χορηγηθεί ὅταν ἰδίως τό προϊόν εἶναι περιορισμένης εμπορικής κυκλοφορίας, λόγω τῆς σπανιότητας τῆς ἀσθένειας γιά τήν ὁποία χρησιμοποιείται.
3.
Τό πρῶτο ἀπό τά προβλήματα πού θέτει ὁ ὀλλανδός δικαστής άφορα τή νομιμότητα, ἀπό πλευράς κοινοτικῶν κανόνων περί κυκλοφορίας ἐμπορευμάτων, τῆς επιβολής ἀπό τά Κράτη μέλη ἑνός τέλους καταχωρίσεως στους παράλληλους εἰσαγωγεῖς φαρμακευτικῶν προϊόντων.
Πρέπει νά υπογραμμιστεί ὅτι ἐδῶ δέν τίθεται ζήτημα νομιμότητας τοῦ συστήματος υποχρεωτικής καταχωρίσεως τῶν φαρμάκων πού ἀποτελούν τό ἀντικείμενο παράλληλων εισαγωγών. Μοῦ δόθηκε ήδη ή ευκαιρία νά ἀναφερθώ στην ἀπόφαση πού ἐξέδωσε τό παρόν Δικαστήριο στίς 25 Μαΐου 1976 στην ὑπόθεση «De Peijper», ὅσον άφορᾶ μιά Ιδιαίτερη ἔκφανση τῆς ἐσωτερικής διαδικασίας πού απαιτείται γιά τήν καταχώριση ἑνός προϊόντος πού εισάγεται παράλληλα τώρα περιορίζομαι νά ἀναφέρω ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐκείνη δέν ἀφορούσε τή νομιμότητα τῆς καταχωρίσεως ως μορφής προληπτικοῦ ὑγειονομικοῦ έλεγχου, νομιμότητα πού προφανώς δέν τέθηκε ὑπό ἀμφισβήτηση, άλλά μάλλον μιά ἀπό τίς ειδικές ἐκφάνσεις τῆς διαδικασίας εγκρίσεως (τήν ἐνδεχόμενη υποχρέωση τοῦ παράλληλου εἰσαγωγέα νά προσκομίσει τά έγγραφα πού ἀφορούν τό εισαγόμενο προϊόν). Κατά γενικό τρόπο, τό Δικαστήριο, ἑρμηνεύοντας τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης, έκρινε ὅτι «ἐθνικοί κανόνες ή πρακτική πού έχουν, ἡ μπορούν νά έχουν, περιοριστικό ἀποτέλεσμα στίς εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων συμβιβάζονται μέ τή συνθήκη, μόνον ἄν εἶναι ἀναγκαίοι γιά τήν ἀποτελεσματική προστασία τῆς υγείας καί τῆς ζωής τῶν ἀνθρώπων». Ἄν ή θέση αυτή ἐφαρμοστεί στό σύστημα υποχρεωτικής καταχωρίσεως τῶν φαρμακευτικών προϊόντων, μοῦ φαίνεται ὅτι μπορεί κανείς νά πεῖ χωρίς δισταγμό ὅτι, ἀκόμα κι ἄν ἀποτελεί ἐμπόδιο γιά τίς εἰσαγωγές, πού ἐνδεχομένως ἐμπίπτει στην ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ένα τέτοιο σύστημα δικαιολογείται δυνάμει τοῦ άρθρου 36 ἀπό την ἀναγκαιότητά του γιά την προστασία τῆς ὑγείας. Προσθέτω ὅτι δέν υπάρχει λόγος νά περιοριστεί ἡ διαπίστωση αυτή στίς καταχωρίσεις προϊόντων πού ἀποτελούν ἀντικείμενο «ἐπίσημων» εισαγωγών: ἡ ἀντικειμενική ἀναγκαιότητα τῆς καταχωρίσεως γιά τους ἀνωτέρω σκοπούς ὑπάρχει καί ὅταν πρόκειται γιά φάρμακα πού εισάγονται παράλληλα καί επομένως καί στην περίπτωση αὐτη τό άρθρο 36 δικαιολογεί τό συμπέρασμα ὅτι τό σύστημα εἶναι νόμιμο. Είναι ἀναμφισβήτητο, συνεπῶς, ὅτι ὀρθῶς ὁ ὀλλανδός δικαστής δέν ἐξέφρασε ἀμφιβολίες ὡς πρός τό σημείο αυτό, ἄν καί ἀξίζει νά παρατηρηθεί ὅτι ἡ ρητή ἀναφορά στό ἄρθρο 36 θά φαίνόνταν πραγματικά ἀναγκαία, μόνο ἄν τό ερώτημα ἐκτεινόταν στό σημείο αυτό.
Πρός επιβεβαίωση τῶν σκέψεων πού βασίζονται στίς διατάξεις τῆς συνθήκης περί της ἐλεύθερης κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων, σημειώνω ὅτι τό ἴδιο τό παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, ἐπιδιώκοντας τήν ἐναρμόνιση τῶν εθνικών κανόνων περί εμπορίας φαρμακευτικῶν προϊόντων, προβλέπει ὅτι ή διάθεση στην ἀγορά τῶν προϊόντων αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἀπό τή χορήγηση διοικητικής άδειας ἐκ μέρους τῆς ἁρμόδιας ἀρχής τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο θά γίνει ἡ διάθεση καί τοῦτο, τόσο γιά τά ιδιοσκευάσματα πού παράγονται ἀπό τους ἐθνικούς παρασκευαστές, ὅσο καί γιά τά εισαγόμενα. Οἱ σχετικές διατάξεις περιέχονται κατ᾽ οὐσίαν στίς ὁδηγίες 65 τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1965 (GU 22 τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1965, σ. 369) καί 319 τῆς 20ής Μαΐου 1975 (GU L 147 τῆς 9ης 'Ιουνίου 1975, σ. 13), οἱ όποῖες, ὅταν προβλέπουν άδεια διαθέσεως στό ἐμπόριο, δέ διακρίνουν μεταξύ κύριου καί παράλληλου εἰσαγωγέα. Είναι ἐπίσης χαρακτηριστικό, ἀπό τήν ἴδια πάντα άποψη, τό ὅτι ἡ πρόταση ὁδηγίας περί τροποποιήσεως τῶν ὁδηγιών 65/65 καί 75/319, πού ὑπέβαλε ἡ 'Επιτροπή στό Συμβούλιο στίς 2 Ἰουνίου 1980 (GU C 143 της 12ης 'Ιουνίου 1980, σ. 8), άφορα σαφώς, μεταξύ άλλων, καί τήν καταχώριση ἀκριβώς τῶν παράλληλων εισαγωγῶν, οἱ διατυπώσεις τῆς ὁποίας προσδιορίζονται στό άρθρο 10α τῆς προτάσεως αυτής. 'Αξίζει νά ὑπομνηστεῖ ὅτι στην τρίτη αιτιολογική σκέψη τῆς προτάσεως αυτής ἀναφέρεται ὅτι «ενδείκνυται ἡ συμπλήρωση τῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας 65/65, ὥστε νά καταστεί δυνατή ἡ καταχώριση τῶν παράλληλων εισαγωγέων ὡς ὑπεύθυνων γιά τή διάθεση στό ἐμπόριο, διατύπωση ἀναγκαία γιά τήν καλή επιτήρηση τῆς ἀγορᾶς ἀπό τίς ἁρμόδιες ἀρχές».
4.
Ἄς ἐπιχειρήσουμε τώρα νά ἐξακριβώσουμε ἄν οἱ κανόνες τῆς συνθήκης περί ἐλεύθερης κυκλοφορίας ἐμπορευμάτων επιτρέπουν στά Κράτη μέλη νά ἐξαρτούν ἀπό τήν καταβολή τελῶν τή διάθεση φαρμακευτικῶν προϊόντων στό ἐμπόριο ἀπό παράλληλους εισαγωγείς.
Στό πλαίσιο τῆς παρούσας υποθέσεως, ή ὀλλανδική κυβέρνηση υποστήριξε, πρώτον, ὅτι τό ἐρώτημα αυτό δέν παρουσιάζει ἐνδιαφέρον ἐν προκειμένω, δεδομένου ὅτι, σύμφωνα μέ τή νομοθεσία τῆς χώρας αυτής, ἡ μή καταβολή τοῦ τέλους δέν ἐμποδίζει τή διάθεση τῶν φαρμακευτικών προϊόντων στό ἐμπόριο ἀπό τους παράλληλους εισαγωγείς.
Ή άποψη αύτη δέν μπορεί νά γίνει δεκτή, κυρίως, γιά ἕνα λόγο ἀρχής. Ἄν εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό παρόν Δικαστήριο, κατά τήν άσκηση τῆς ἁρμοδιότητας πού τοῦ ἀπονέμει τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καλείται νά ἑρμηνεύσει τό κοινοτικό δίκαιο καί ὄχι τή μία ἤ τήν άλλη ἐθνική νομοθεσία, ἀκόμα περισσότερο ἐπιβάλλεται νά ἀποκλειστεί ἡ άποψη ὅτι τό Δικαστήριο μπορεῖ νά συναγάγει, ἀπό μιά ὁρισμένη ερμηνεία τοῦ δικαίου Κράτους μέλους, τό συμπέρασμα ὅτι τό ἐρώτημα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαστήριο δέν εἶναι ουσιώδες στην υπόθεση ἡ είναι περιττό. Στήν παρούσα υπόθεση, ἐξάλλου, ὁ παραπέμπων δικαστής διατύπωσε τό ἐρώτημά του μέ γενικούς ὅρους καί σέ σχέση μέ κοινοτικούς κανόνες: δέ βλέπω, συνεπῶς, μέ ποιό τρόπο θά μπορούσε τό Δικαστήριο νά ἀποφύγει τήν υποχρέωσή του νά δώσει ἀπάντηση, επικαλούμενο τό περιεχόμενο τῆς ἐθνικής νομοθεσίας τοῦ δικαστή αὐτοῦ.
Πρέπει ἐν συνεχεία νά λεχθεί ὅτι, ἀκόμα κι ἄν θέλαμε νά παραμερίσουμε αὐτή τήν ἀντίρρηση ἀρχής, ἡ άποψη τῆς ὀλλανδικής κυβερνήσεως εἶναι πολύ ἀδύνατη, γιά νά μπορέσουμε νά τή συμμεριστούμε. Τά ἔγγραφα πού προσκομίστηκαν φαίνονται πράγματι νά διαψεύδουν τό ὅτι ἡ καταχώριση φαρμάκων στίς Κάτω Χώρες εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν καταβολή τοῦ τέλους, ἀπεναντίας δέ ἀποδεικνύουν ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ισχύουσα διοικητική πρακτική, οἱ αἰτήσεις περί καταχωρίσεως δέν εἶναι δυνατό νά ἐξεταστούν χωρίς νά καταβληθεί τό ἀρχικό τέλος. Χαρακτηριστική ἐν προκειμένω εἶναι ἡ επιστολή τῆς 4ης 'Ιουνίου 1979 τοῦ Teijgeler, ὀλλανδού γενικού ἐπιθεωρητή δημόσιας υγείας στόν τομέα τῶν φαρμάκων, ἡ ὁποία άφορᾶ ἀκριβώς τήν καταχώριση φαρμακευτικών προϊόντων πού εισάγονται παράλληλα.
5.
'Εχω ήδη παρατηρήσει ὅτι στό ἐρώτημα πού υποβλήθηκε πρός τό Δικαστήριο γίνεται ειδική ἀναφορά στό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ὑπονοείται έτσι ὅτι ή επιβολή τελών στους παράλληλους εισαγωγείς γιά τήν καταχώριση τῶν εἰσαγό-μενων φαρμάκων εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί μέτρο ἰσοδύναμου μέ ποσοτικό περιορισμό ἀποτελέσματος, τό ὁποίο ὅμως μπορεί νά ἐμπίπτει στήν παρέκκλιση πού προβλέπεται στό άρθρο 36, ὅσον άφορα τους περιορισμούς πού ἀποβλέπουν στην προστασία τῆς υγείας.
Κατά τή γνώμη μου, δικαιολογημένα ή Ἐπιτροπή καί ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση ἀρνούνται ὅτι τά ἐπίδικα τέλη μπορούν νά θεωρηθούν ὡς μέτρα ἀποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς στίς εισαγωγές. Ή ὑπαγωγή στην κατηγορία τῶν περιορισμών πού ἀναφέρονται στά άρθρα 30 μέχρι 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ θά ήταν ὀρθή, ἄν ἐπρόκειτο γιά τους ἐλεγχους στους ὁποίους υπόκεινται τά εισαγόμενα φαρμακευτικά προϊόντα, μέσω τοῦ συστήματος καταχωρίσεως αλλά, ὁπως εἶπα ήδη, ὁ παραπέμπων δικαστής δικαιολογημένα ἔκρινε περιττό νά διατυπώσει σχετικά ἀμφιβολίες καί, συνεπώς, τό ἀντικείμενο τῆς παρούσας ὑποθέσεως περιορίζεται στή νομιμότητα, ἀπό πλευρᾶς κοινοτικού δικαίου, τῆς ἐπιβολής χρηματικών ἐπιβαρύνσεων στους εἰσαγωγεῖς ἐπ᾽ ευκαιρία της καταχωρίσεως τῶν φαρμάκων.
Στό ἐρώτημα τοῦ ἐθνικού δικαστή γίνεται ἐπίσης γενική ἀναφορά στό συμβιβάσιμο τῶν χρηματικών αὐτών ἐπιβαρύνσεων μέ τους κανόνες τῆς συνθήκης περί ἐλεύθερης κυκλοφορίας ἐμπορευμάτων. Εἶναι πολύ γνωστό ὅτι ὁ πρώτος ἀπό τους κανόνες αὐτούς (τόσο κατ᾽ ἀριθμητική σειρά όσο καί κατά σειρά σπουδαιότητας) εἶναι ὁ κανόνας πού περιέχεται στό άρθρο 9 τῆς συνθήκης, στό όποιο διατυπώνεται ἡ ἀπαγόρευση, μεταξύ τῶν Κρατών μελών, εισαγωγικών καί εξαγωγικών δασμῶν καί κάθε ἐπιβαρύνσεως Ισοδύναμου ἀποτελέσματος. Τό άρθρο 9 συνδυάζεται μέ τό άρθρο 12, τό όποιο ἀπαγορεύει τήν εἰσαγωγή «νέων εισαγωγών καί εξαγωγικών δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων ἰσοδύναμου ἀποτελέσματος». Ἐδώ, βρισκόμαστε ἐνώπιον δύο διατάξεων, πού θεωρητικά θά μπορούσαν νά έχουν εφαρμογή στήν κατάσταση πού περιγράφεται ἀπό τόν ὀλλανδό δικαστή: ἡ υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών, πού ἐπιβάλλεται στους εισαγωγείς φαρμακευτικών προϊόντων ὑπό μορφή τελών γιά τήν καταχώριση τῶν ίδιων προϊόντων, μπορεί ἀφηρημένα νά ἐξομοιωθεί μέ ἐπιβάρυνση ἰσοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος, ἀφοῦ πρόκειται ὁπωσδήποτε γιά οικονομική επιβάρυνση πού προορίζεται νά ἐπηρεάσει τήν τιμή τῶν εισαγόμενων εμπορευμάτων καί νά έχει, συνεπῶς, τό ἴδιο μέ τό δασμό περιοριστικό ἀποτέλεσμα ἐπί τῶν ἐμπορικῶν ρευμάτων.
Ή δυνατότητα υπαγωγῆς τῶν επιδίκων τελῶν στην κατηγορία τῶν μέτρων πού ἀπαγορεύονται ἀπό τά άρθρα 9 καί 12 θά πρέπει νά ἀποκλειστεί, ἄν τά τέλη αυτά θεωρηθούν ὡς πληρωμή γιά μιά υπηρεσία — τόν υγειονομικό ἔλεγχο — πού παρέχεται στους εισαγωγείς ἀπό τό κράτος εισαγωγῆς. Είναι γνωστό ὅτι, σύμφωνα μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, κάθε χρηματική ἐπιβάρυνση πού ἀντιπροσωπεύει τήν πληρωμή μιᾶς υπηρεσίας ἡ ὁποία παρέχεται ἀπό τή διοίκηση δέν μπορεί νά χαρακτηριστεῖ ὡς ἐπιβάρυνση Ισοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος. Τό Δικαστήριο έχει ἐπανειλημμένα ἐκφραστεί υπέρ τῆς ἀπόψεως αυτής' υπενθυμίζω τίς ἀποφάσεις τῆς 1ης 'Ιουλίου 1969 στην ὑπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας (Raccolta 1969 σ. 193, ἰδίως σκέψη 11), τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 39/73, Rewę (Raccolta 1973 σ. 1039, ἰδίως σκέψη 4), τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 87/75, Bresciani (Raccolta 1976 σ. 129), τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1977 στην ὑπόθεση 46/76, Bauhuis (Raccolta 1977 σ. 5, ἰδίως σκέψεις 7/11), τῆς 12ης 'Ιουλίου 1977 στην υπόθεση 89/76, 'Επιτροπή κατά Κάτω Χωρῶν (Raccolta 1977 σ. 1355). Στην παρούσα υπόθεση, ὅμως, δέν μπορεί νά γίνει ἐπίκληση τῆς νομολογίας αὐτής, γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι ή διοικητική δραστηριότητα τοῦ κράτους, μέ τήν ὁποία τίθεται σέ ἐφαρμογή ένα σύστημα υγειονομικοί) ἐλεγχου πρός τό γενικό συμφέρον, δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὑπηρεσία ἡ ὁποία παρέχεται ἀτομικά στόν επιχειρηματία πού υποβάλλεται στόν έλεγχο, ὥστε νά ήταν δυνατό νά τοῦ ζητηθεί ἡ καταβολή χρηματικής ἐπιβαρύνσεως ὡς ἀντάλλαγμα (βλ. σχετικά τίς ἀποφάσεις τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1973, Rewę, καί τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1976, Bresciani, πού προαναφέρθηκαν).
Ό χαρακτηρισμός τῶν ἐπιδίκων τελών ὡς ἐπιβαρύνσεων ἰσοδύναμου μέ δασμούς ἀποτελέσματος πρέπει μᾶλλον νά ἀπορριφθεί μέ βάση ἕνα ἄλλο ἀποφασιστικό στοιχείο. Εἶχα τήν ευκαιρία νά ὑπενθυμίσω ὅτι, κατά τήν ὀλλανδική νομοθεσία, τά τέλη καταχωρίσεως επιβάλλονται τόσο στους παραγωγούς ὅσο καί στους εισαγωγείς φαρμάκων καί γνωρίζουμε ὅτι ὁ παραπέμπων δικαστής διατύπωσε τό ἐρώτημα αυτό έχοντας ὑπόψη του τους ἐθνικούς του κανόνες. 'Αλλά, δέν εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί ὡς επιβάρυνση πού βαρύνει κατά ειδικό τρόπο τίς εἰσαγωγές — οὔτε, συνεπώς, ὡς ἐπιβάρυνση ισοδύναμου πρός δασμούς ἀποτελέσματος — ένα τέλος πού ἐμπίπτει σ᾽ ένα εσωτερικό σύστημα φορολογίας τό όποιο ἐφαρμόζεται σέ ὅλα τά προϊόντα — ἐθνικά καί εἰσαγόμενα — πού ἀνήκουν σέ μιά ὁρισμένη ἐμπορική κατηγορία, βάσει μιας διατυπώσεως πού προβλέπεται ἐξίσου γιά ὅλα τά προϊόντα τῆς κατηγορίας αυτής. Τό Δικαστήριο έχει ἐπανειλημμένα ἐπιβεβαιώσει τήν ἀρχή αυτή υπενθυμίζω τίς ἀποφάσεις τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1972 στην υπόθεση 29/72, Marimex (Raccolta 1972 σ. 1309, ιδίως σκέψη 8), τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1973, Rewę, καί τῆς 25ης Ἰανουαρίου 1977, Bauhuis, πού προαναφέρθηκαν, τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 142/77, Statens Kontrol med ædle Metaller κατά Preben Larsen (Raccolta 1978 σ. 1543), τῆς 8ης Νοεμβρίου 1979 στην ὑπόθεση 251/78, Denkavit (Raccolta 1979 σ. 3369, ἰδίως σκέψη 11). Τώρα, τό ἐρώτημα πού βρίσκεται στή βάση τῆς παρούσας υποθέσεως ἀναφέρεται — τουλάχιστον σιωπηρά — σ᾽ έναν τύπο τέλους πού πλήττει τόσο τους παράλληλους καί τους ἐπίσημους εισαγωγείς ὅσο καί τούς ἐθνικούς παραγωγούς. Επεται, κατά τή γνώμη μου, ὅτι ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα πρέπει νά ἀναζητηθεί στό πεδίο ἐφαρμογής, ὄχι πλέον τῶν ἄρθρων 9 καί 12 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πού προαναφέρθηκαν, άλλά τοῦ άρθρου 95, που ἀπαγορεύει νά πλήττονται τά εἰσαγόμενα ἀπό ἄλλα Κράτη μέλη προϊόντα μέ φόρους βαρύτερους ἀπό εκείνους πού επιβάλλονται στά ἐθνικά προϊόντα.
6.
Τό συμπέρασμα πού προκύπτει δέν παύει νά Ισχύει καί ὅταν υπάρχουν ὁρισμένες διαφορές μεταξύ τῆς μεταχειρίσεως πού επιφυλάσσεται στους εἰσαγωγείς ἀφ' ἑνός καί στους εθνικούς παραγωγούς ἀφ' ἑτέρου, ὑπό τόν ὅρο ὅτι οἱ δύο τρόποι μεταχειρίσεως δέν παρουσιάζουν τόσο έκδηλες διαφορές, ὥστε νά ἀποκλείεται ή ὑπαγωγή τους σέ ἕνα ουσιαστικά ἑνιαῖο σύστημα.
Ἄς πάρουμε καί πάλι ὡς σημεῖο ἀναφοράς τήν κατάσταση πού δημιουργείται ἀπό τή νομοθεσία τῶν Κάτω Χωρῶν. Στην ἐν λόγω κατάσταση, οἱ διαφορές συστήματος, τίς όποιες ὑπαινίχθηκα, ἀνάγονται οὐσιαστικά σέ δύο σημεία: τό διαφορετικό ποσό τοῦ ἐφάπαξ τέλους, πού εἶναι μικρότερο γιά τους παράλληλους εἰσαγωγεῖς, καί τή δυνατότητα μερικής ἀπαλλαγῆς ἀπό τό τέλος αὐτό, ἡ ὁποία δέν προβλέπεται γιά τους παράλληλους εἰσαγωγεῖς.
Ὅσον άφορᾶ τό πρῶτο σημείο, θέλω νά παρατηρήσω ὅτι ἡ ὀλλανδική νομοθεσία, καθορίζοντας χαμηλότερο τέλος γιά τους παράλληλους εἰσαγωγεῖς, ἀποσκοπούσε πιθανότατα νά συνδέσει (ἔστω καί κατ' ἀποκοπή) τό ποσό τοῦ τέλους μέ τόν προβλεπόμενο ὄγκο συναλλαγῶν καί νά φέρει έτσι πλησιέστερα τή φορολογική αυτή ἐπιβάρυνση πρός ἐκείνη πού βαρύνει τους άλλους ἐπιχειρηματίες. Εἶναι γνωστό, πράγματι, ότι οἱ παράλληλοι εἰσαγωγεῖς έχουν τήν τάση νά εἰσάγουν μεγάλο ἀριθμό προϊόντων ἀπό διάφορες ἀγορές' έτσι, σύμφωνα μέ τό ὀλλανδικό σύστημα, πού ἀπαιτεί ἕνα τέλος γιά κάθε εἰσαγόμενο φαρμακευτικό ἰδιοσκεύασμα, οἱ εισαγωγείς αυτοί εἶναι ὑποχρεωμένοι νά πληρώνουν πάρα πολλά ἐφάπαξ τέλη σέ σχέση μέ τόν κύκλο εργασιῶν τους. 'Απεναντίας, οἱ ἐπίσημοι εισαγωγείς καί οἱ εθνικοί παραγωγοί διαθέτουν στήν ἀγορά περιορισμένο ἀριθμό Ιδιοσκευασμάτων, τό καθένα σέ σημαντική ποσότητα, καί έτσι ὁ ἀριθμός τῶν ἐφάπαξ τελών πού πρέπει νά καταβάλουν εἶναι μικρότερος σέ σχέση μέ τόν κύκλο ἐργασιών τους. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, τό γεγονός ὅτι ἡ ὀλλανδική νομοθεσία προβλέπει ένα ἀρχικό τέλος αἰσθητά χαμηλότερο γιά τόν παράλληλο εἰσαγωγέα δέ συνδέεται μόνο μέ τό χαμηλότερο κόστος τῶν ἐλέγχων τοῦ προϊόντος πού πρέπει νά διενεργήσει τό κράτος πρίν τό καταχωρίσει, άλλά φαίνεται ἐπίσης ἐμπνευσμένο ἀπό τήν πρόθεση πραγματοποιήσεως μιᾶς κάποιας δημοσιονομικής ἐξισώσεως μεταξύ τῶν παράλληλων εισαγωγέων καί τῶν άλλων ἐπιχειρηματιών. Πιστεύω, συνεπώς, ὅτι, πάνω στή βάση αύτή, μπορεί νά ὑποστηριχθεί ὅτι τό τέλος καταχωρίσεως πού επιβάλλεται στους παράλληλους εἰσαγωγεῖς ἀποτελεί μέρος ἑνός γενικού συστήματος ἐσωτερικής φορολογίας, τό όποιο παρουσιάζει οὐσιαστική ὁμοιογένεια.
Ὅσον ἀφορᾶ, ἐν συνεχεία, τό δεύτερο σημείο, δηλαδή τή χορήγηση μόνο στους ἐθνικούς παραγωγούς καί στούς επίσημους εἰσαγωγεῖς τῆς δυνατότητας μερικής ἀπαλλαγής ἀπό τό ἐφάπαξ τέλος, ἡ διαφοροποίηση αυτή έχει περιορισμένη σημασία, ἀφού μάλιστα ἡ ἀπαλλαγή δέν παρουσιάζεται ὡς δικαίωμα τοῦ ἐπιχειρηματία, αλλά ὡς ευχέρεια τῆς διοικήσεως γιά ἐξαιρετικές περιπτώσεις.
7.
Ἅπαξ καί διαπιστώθηκε ὅτι τό τέλος καταχωρίσεως φαρμάκων πρέπει νά εκτιμηθεί ὑπό τό πρίσμα τοῦ ἄρθρου 95, ἀπομένει νά ἐξεταστεί ποιά συμπεράσματα μπορούν νά συναχθοῦν ἀπό τή διάταξη αὐτή, ὅσον ἀφορᾶ τή μεταχείριση τῶν παράλληλων εἰσαγωγέων. Στό πλαίσιο τῆς έρευνας αυτής, προτίθεμαι κατ' ἀνάγκη νά εξετάσω καί τό δεύτερο ζήτημα πού έθεσε ὁ παραπέμπων δικαστής, δηλαδή τό ζήτημα τῶν κριτηρίων βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νά ἐκτιμηθούν τό ποσό καί ἡ συχνότητα τῶν καταβολών καί τό σύστημα πού τίς διέπει. Εἶμαι, πάντως, υποχρεωμένος νά επαναλάβω στό σημείο αὐτό μιά παρατήρηση πού ἔκανα ἀπό τήν ἀρχή: ὅτι ἡ ἀπάντηση σέ ένα ἐρώτημα διατυπωμένο έτσι, μέ ἀφηρημένους ὅρούς, δέν μπορεί παρά νά εἶναι γενική, ἀφοῦ ἡ ἐξέταση τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως υπερβαίνει τό ρόλο της παρούσας διαδικασίας.
Ἄν τώρα συγκρίνουμε, στό πλαίσιο τοῦ ὀλλανδικοί) συστήματος, τή φορολογική ἐπιβάρυνση πού ἐπιβάλλεται στους παράλληλους εἰσαγωγεῖς μέ τήν ἐπιβάρυνση πού πλήττει τους επίσημους εἰσαγωγεῖς καί τούς ἐθνικούς παραγωγούς, εύκολα διαπιστώνουμε ὅτι τό ἐφάπαξ τέλος, πού ἐπιβάλλεται στόν παράλληλο εἰσαγωγέα, προσδιορίζεται κατ' ἀποκοπή σέ σχέση μέ κάθε εισαγόμενο φαρμακευτικό προϊόν καί σέ σχέση μέ κάθε χώρα μέλος ἀπό τήν ὁποία προέρχεται τό προϊόν. Ἄν λάβουμε ὑπόψη τό γεγονός, πού ἐπισημάνθηκε ήδη, ὅτι οἱ παράλληλοι εἰσαγωγεῖς ἀσχολοῦνται συνήθως μέ μιά σειρά φαρμακευτικών προϊόντων ευρύτερη ἀπό ἐκείνη πού διαθέτουν στό ἐμπόριο οἱ επίσημοι εἰσαγωγεῖς καί οἱ ἐθνικοί παραγωγοί, πρέπει ἀκόμα νά διαπιστώσουμε ὅτι ένας φορολογικός μηχανισμός, ὅπως ὁ προβλεπόμενος ἀπό τόν ὀλλανδικό νόμο, παρά τό διορθωτικό ρόλο πού ἐπιτελεί τό μικρότερο ποσό τοῦ τέλους πού βαρύνει τούς παράλληλους εἰσαγωγεῖς, υπάρχει κίνδυνος νά ἀποβεί ἐπαχθέστερος γι' αυτούς παρά γιά τους ἐθνικούς παραγωγούς. Τό παρόν Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει τήν περίπτωση μιας κατ' ἀποκοπή φορολογικής ἐπιβαρύνσεως στην ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1970 στην υπόθεση 77/69, Ἐπιτροπή κατά Βασιλείου τοῦ Βελγίου (Raccolta 1970 σ. 237) καί ἀποφάνθηκε ὅτι μιά εφάπαξ ἐπιβάρυνση, ἡ ὁποία λόγω διαφορετικῆς φορολογικής βάσεως έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά ἐπιβαρύνει τά εἰσαγόμενα προϊόντα σέ μεγαλύτερο βαθμό ἀπ' ὅ,τι ἐθνικά προϊόντα, έχει χαρακτήρα διακρίσεως καί εἶναι ασυμβίβαστη πρός τό άρθρο 95 παράγραφος 1 της συνθήκης. Ἔτσι, δεδομένου ὅτι στην παρούσα υπόθεση μπορεί καί εἶναι πολύ πιθανό νά διαπιστωθεί τέτοια δυσαναλογία, ἐν ὄψει τῶν ιδιομορφιών τοῦ διεθνούς ἐμπορίου φαρμακευτικών προϊόντων, ένας εθνικός κανόνας πού καθορίζει τό τέλος, χωρίς νά λαμβάνει υπόψη τή φορολογική βάση, ἐμφανίζεται ως κανόνας πού δημιουργεί διάκριση καί ἀντίκειται στό άρθρο 95. Στην άποψη αυτή μπορεί νά ἀντιταχθεί τό ὅτι εἶναι πρακτικά ἀδύνατο νά προσδιοριστεί ἡ φορολογική βάση, δηλαδή ὁ ὄγκος τοῦ κύκλου εργασιών, κατά τό χρόνο πού ὁ εισαγωγέας ὑποβάλλει αίτηση γιά τήν καταχώριση ὁρισμένου προϊόντος άλλά μιά τέτοια δυσχέρεια θά μπορούσε νά παρακαμφθεί μέ τήν εἰσαγωγή ἑνός μηχανισμοί) πληρωμής ἐκ τῶν υστέρων ἡ ἀκόμη καλύτερα μέ τήν κατάργηση τοῦ εφάπαξ τέλους καί τή διατήρηση μιας περιοδικής μόνο ἐπιβαρύνσεως, ἀνάλογης μέ τόν ὄγκο τοῦ κύκλου ἐργασιών.
Ὅσον άφορα, ἐν συνεχεία, τό ἐτήσιο τέλος καταχωρίσεως πού καθιερώνει ὁ ὀλλανδικός νόμος, ἀνέφερα ήδη ὅτι αυτό ἐπιβάλλεται εξίσου γιά κάθε προϊόν πού παρασκευάζεται ἡ εἰσάγεται. Ἐν τούτοις, ούτε ἐδῶ υπάρχει ἀντιστοιχία μέ τόν κύκλο εργασιών, δηλαδή μέ τήν ποσότητα τῶν προϊόντων πού εἰσάγονται καί διατίθενται στό ἐμπόριο. Πράγματι, τό τέλος καταβάλλεται ἐτησίως καί ἀνέρχεται σέ ποσό καθορισμένο γιά κάθε προϊόν πού εἰσάγεται καί διατίθεται στό ἐμπόριο, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν ὄγκο τῶν εἰσαγωγῶν. Συναντάμε, έτσι, τόν ίδιο τύπο δυσαναλογίας φορολογικής ἐπιβαρύνσεως πού διαπιστώθηκε ήδη γιά τό ἐφάπαξ τέλος, πάντα ὡς συνέπεια τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ παράλληλοι εἰσαγωγεῖς ἐμπορεύονται πολύ μεγαλύτερο ἀριθμό προϊόντων ἀπ' ὅ,τι οἱ ἐθνικοί παραγωγοί καί οἱ επίσημοι εἰσαγωγεῖς. Δέ νομίζω ὅτι ή δυνατότητα μερικής ἀπαλλαγής (πού προβλέπεται γιά ὅλους τους ἐπιχειρηματίες) μπορεί νά διορθώσει τή δυσαναλογία αὐτή : ἀρκεῖ νά λεχθεί ὅτι ἡ ἀπαλλαγή μπορεί νά χορηγηθεί μόνο «ἄν αυτό δικαιολογείται ἀπό Ιδιάζουσες περιστάσεις», (πού δέν προσδιορίζονται), καί ὅτι, ἑπομένως, στόν ἁρμόδιο υπουργό ἐναπόκειται νά ἐκτιμήσει, κατά περίπτωση, ἄν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις.
Δέ νομίζω, συνεπώς, ὅτι ἡ διαφορά μεταξύ των εφάπαξ καί τῶν ἐτήσιων τελών επηρεάζει τό κριτήριο ὑπό τό πρίσμα τοῦ ὁποίου πρέπει νά ἐκτιμηθεῖ ἡ νομιμότητα της επίδικης ἐπιβαρύνσεως στό πλαίσιο τοῦ άρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Καί ὡς πρός τίς δύο μορφές ἐπιβαρύνσεως, πού συνδέονται μέ τήν καταχώριση φαρμάκων καί τίς ὁποίες εξετάσαμε, μπορεί νά λεχθεί ὅτι τό άρθρο 95 ἐπιβάλλει τήν τήρηση τῆς ἀρχής τῆς ὁμοιομορφίας τῆς φορολογικής βάσεως, εἴτε πρόκειται γιά φάρμακα πού παρασκευάζονται σέ ένα Κράτος μέλος εἴτε γιά φάρμακα πού εισάγονται επίσημα ή παράλληλα. Ή λογική τῆς ἀρχής αυτής είναι, ἀναμφίβολα, ὅτι ἡ επιβάρυνση πρέπει νά ἐπηρεάζει στόν ἴδιο βαθμό τήν τιμή των εθνικῶν καί τῶν εἰσαγόμεωνω προιόωτων.
8.
Γιά ὅλους τούς λόγους πού εξέθεσα μέχρι ἐδῶ, προτείνω νά δοθεῖ ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ἐρώτημα πού υποβλήθηκε στό παρόν Δικαστήριο ἀπό τό Arrondissementsrechtbank τοῦ Roermond τῶν Κάτω Χωρῶν, μέ ἀπόφαση του τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1979:
1)
Τό ἄρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δικαιολογεί τήν εφαρμογή στά εισαγόμενα φαρμακευτικά προϊόντα ενός ἐθνικοῦ συστήματος έλέγχου καί καταχωρίσεως, στό μέτρο πού αὐτό εἶναι ἀναγκαίο γιά τήν κατάλληλη προστασία τῆς υγείας καί τῆς ζωής τῶν ἀνθρώπων.
2)
Τά τέλη πού συνδέονται μέ τήν καταχώριση τῶν φαρμακευτικών προϊόντων πού εισάγονται εἴτε ἐπίσημα εἴτε παράλληλα, ἐφ' ὅσον ἐπιβάλλονται καί στους ἐθνικούς παρασκευαστές τέτοιων προϊόντων, δέν ἐμπίπτουν στην ἀπαγόρευση τῆς ἐπιβολής ὁποιασδήποτε ἐπιβαρύνσεως ισοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος (ἄρθρα 9 καί 12 τῆς συνθήκης ΕΟΚ), άλλά πρέπει νά ἐκτιμηθοῦν ὑπό τό πρίσμα τῆς ἀρχής τῆς Ισότητας τῶν φόρων πού. πλήττουν τά ἐθνικά προϊόντα καί τά προϊόντα πού προέρχονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη (άρθρο 95).
3)
Κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ παράλληλη εἰσαγωγή φαρμακευτικῶν προϊόντων (δηλαδή ἡ εἰσαγωγή φαρμάκων τῶν ὁποίων ἡ διάθεση στό εμπόριο έχει ήδη επιτραπεί στό κράτος εισαγωγής κατόπιν αἰτήσεως άλλου εισαγωγέα ἡ τοῦ παραγωγοῦ) μπορεί νά υποβληθεί ἀπό τίς εθνικές ἀρχές στην καταβολή χρηματικοῦ τέλους, μόνο ἄν τό ἐν λόγω τέλος, λόγω τῶν κριτηρίων βάσει τῶν ὁποίων ὑπολογίζεται τό ὕψος τους, ἐπηρεάζει στόν ἴδιο βαθμό τήν τιμή τῶν προϊόντων πού εἰσά-γονται παράλληλα καί ἐκείνων πού διατίθενται στό εμπόριο ἀπό ἐπίσημους εισαγωγείς ἡ εθνικούς παραγωγούς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy