ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ JEAN-PIERRE WARNER
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 17 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ παροῦσες υποθέσεις χαρακτηρίστηκαν ἀπό τόν πληρεξούσιο τῆς Ἐπιτροπῆς κατά τήν προφορική διαδικασία ὡς σοβαρές καί δυσχερείς. Συμφωνώ μαζί του.
Οἱ υποθέσεις φέρονται ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεων τοῦ High Court της Ἰρλανδίας περί εκδόσεως προδικαστικών ἀποφάσεων (δικαστής Barrington), σχετικά μέ δύο αιτήσεις ἀσφαλιστικῶν μέτρων πού εκκρεμούν ενώπιον τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ. Μέ τίς αιτήσεις αὐτές, οἱ αἰτοῦντες υποστηρίζουν ὅτι ένας προσωρινός ειδικός φόρος καταναλώσεως, μέ συντελεστή 2 % ἐπί τῆς ἀξίας, πού ἐπιβλήθηκε σέ ὁρισμένα γεωργικά προϊόντα στην Ἰρλανδία τό 1979, ήταν ἀσυμβίβαστος πρός τό κοινοτικό δίκαιο.
Μολονότι ὁ φόρος αυτός χαρακτηρίζεται ἀπό τό νομοθέτημα πού τόν εισήγαγε ως «ειδικός φόρος καταναλώσεως» καί μολονότι χαρακτηρίζεται ἀπό τόν παραπέμποντα δικαστή, μέ τά ἐρωτήματα πού έθεσε στό Δικαστήριο, ως «φόρος», κατά τήν ενώπιόν του διαδικασία, διάφοροι πληρεξούσιοι τῶν διαδίκων τόν ἀνέφεραν ὡς «εἰσφορά». Γιά λόγους σαφήνειας καί συντομίας, προτίθεμαι νά κάνω τό ἴδιο.
Αιτούντες στην πρώτη αἴτηση εἶναι μιά ἕνωση ιρλανδών γαλακτοκόμων, ἡ Irish Creamery Milk Suppliers Association (ή «ICMSA») καί έξι κατ' ιδίαν ιρλανδοί γεωργοί, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ πρόεδρος καί ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Irish Farmers' Association (Ἕνωση ιρλανδών γεωργών), οἱ όποιοι παρίστανται γιά λογαριασμό ὅλων τῶν μελών τῆς ενώσεως αὐτής. Αἰτοῦντες στή δεύτερη αἴτηση εἶναι τρεις ιρλανδοί ιδιοκτήτες σφαγείων καί μιά ἑταιρεία μέ τήν ἐπωνυμία McMonagle (Livestock Exporters) Limited («McMonagle»), πού ἀσχολείται μέ τήν εξαγωγή ζώντων βοοειδών ἀπό τήν Ἰρλανδία. ΟΙ καθ' ὧν περιγράφονται διαφορετικά στίς δύο αιτήσεις, ἀλλά, στην πραγματικότητα, καί στίς δύο εἶναι ἡ Ιρλανδική κυβέρνηση.
Ή εἰσφορά επιβλήθηκε μέ μιά σειρά ἀπό «Orders», (διατάγματα), πού εξέδωσε ή ἰρλανδική κυβέρνηση καί «Regulations» (κανονισμούς), πού εξέδωσαν οἱ Irish Revenue Commissioners στίς 30 Ἀπριλίου 1979, καθώς καί μέ ἕνα τροποποιητικό διάταγμα πού ἐξέδωσε ἡ ἐν λόγω κυβέρνηση στίς 24 Ἰουλίου 1979. Αυτά τά διατάγματα καί οἱ κανονισμοί ἀπαριθμοῦνται στην παράγραφο 1 ἑνός πίνακα τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστῆ Barrington σέ καθεμιά ἀπό τίς δύο υποθέσεις.
Τά προϊόντα στά όποια επιβλήθηκε ἡ εἰσφορά ήταν τά ζῶντα βοοειδή, τό φρέσκο γάλα, τρία εἴδη σιτηρών, δηλαδή τό σιτάρι, ή βρώμη καί τό κριθάρι, καί τέλος τά σακ-χαρότευτλα. Ή εἰσφορά επιβλήθηκε μόνο στά εγχώρια προϊόντα, ὄχι στίς εισαγωγές. Στην περίπτωση τῶν βοοειδών, επιβλήθηκε μόνο σέ ἐκεῖνα πού εἶχαν μείνει στην Ἰρλανδία γιά 14 ήμερες ἡ περισσότερες. Υπῆρχαν ὁρισμένες ἀπαλλαγές, ὁπως πχ. γιά βοοειδή πού περιγράφονται ὡς «reactors», δηλαδή εκείνα πού είχαν προσβληθεί ἀπό βρουκέλλωση, λεύκωση, ἤ φυματίωση βοοειδών γιά τά πρώτα 5000 γαλόνια γάλακτος πού παρήγαγε μιά συγκεκριμένη γεωργική εκμετάλλευση καί παρέδωσε σέ ένα ὁρισμένο γαλακτοκομείο, καθώς καί γιά τεῦτλα πού παράχθηκαν σέ καθορισμένες περιοχές τῆς δυτικῆς Ἰρλανδίας. Ή εἰσφορά επιβαλλόταν ὅταν τό προϊόν παραδινόταν γιά επεξεργασία σέ σφαγείο, γαλακτοκομείο, μύλο ἡ εργοστάσιο ζάχαρης, στην Ἰρλανδία, ἤ ὅταν ἐξαγόταν ἀκατέργαστο. Υπόχρεος γιά τήν καταβολή της εισφοράς ήταν ὁ ιδιοκτήτης τῶν εγκαταστάσεων ὅπου παραδινόταν τό προϊόν γιά επεξεργασία ἤ ὁ εξαγωγέας, ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση. Ή εἰσφορά ὅμως, κατά τήν πρόθεση τῶν διατάξεων πού τήν ἐπέβαλλαν, βάρυνε τους γεωργούς γιά τό σκοπό αυτό ὑπῆρχαν διατάξεις πού έδιναν τό δικαίωμα στόν υπόχρεο νά παρακρατήσει τό ποσό τῆς εισφοράς ἀπό τό τίμημα πού έπρεπε νά καταβάλει στόν πωλητή τοῦ προϊόντος ἡ νά ζητήσει τήν επιστροφή του. Ή εισφορά υπολογιζόταν μέ βάση τήν «ἀγοραία ἀξία» τοῦ προϊόντος, ἡ ὁποία, στην περίπτωση τοῦ φρέσκου γάλακτος, τῶν ζωντανών βοοειδών καί τῶν σιτηρών, ὁριζόταν ὡς ἡ τιμή πού τό προϊόν θά έφερε σέ περίπτωση ἀγοραπωλησίας σέ ἐλεύθερη ἀγορά μεταξύ ἀγοραστῆ καί πωλητή ἀνεξάρτητων μεταξύ τους, καί στην περίπτωση τοῦ σακχαρο-τεύτλου, ὡς ἡ τιμή πού πραγματικά καταβλήθηκε.
Ή εἰσφορά ήταν, ὁπως εἶπα, προσωρινή. Ἐπιβλήθηκε στά ζῶντα βοοειδή καί στό φρέσκο γάλα από 1ης Μαΐου 1979 μέχρι τό τέλος τοῦ 1979, στά δέ σιτηρά καί στά σακ-χαρότευτλα ἀπό 1ης Αυγούστου 1979 μέχρι τό τέλος τοῦ 1979.
Σέ ένα υπόμνημα σχετικά μέ τό Ιστορικό πού ὁδήγησε στην ἐπιβολή τῆς εισφοράς, τό όποιο ἡ Ιρλανδική κυβέρνηση έστειλε πρός τήν Ἐπιτροπή στίς 2 Όκτωβρίου 1979, ἀναφέρονται τά έξῆς:
«Μέχρι φέτος, ἡ κυβέρνηση χρηματοδότησε ἀπό τά έσοδα τῆς γενικής φορολογίας ὁλόκληρο τό κόστος γιά τήν παροχή εκπαιδεύσεως, έρευνας καί συμβουλευτικῶν υπηρεσιών στους γεωργούς. Τό κόστος των υπηρεσιών αυτῶν εἶναι τώρα 30 περίπου εκατομμύρια λίρες τό χρόνο ... Γιά καμιά κυβέρνηση δέν ήταν εφικτό νά καλύψει τό κόστος τῶν υπηρεσιών αὐτών μέ άμεσες επιβαρύνσεις ἡ τέλη πού εἰσπράττονται ἀπό εκείνους πού χρησιμοποιούν ἡ επωφελοῦνται ἀπό τίς υπηρεσίες αὐτές. Τό κόστος πρέπει, συνεπώς, νά καλυφθεί μέ κάποια μορφή φορολογίας.
Γιά ιστορικούς λόγους, τό επίπεδο τῆς ευημερίας καί τό στάδιο ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας στην Ἰρλανδία παρουσίαζε μέχρι πρόσφατα καθυστέρηση σέ σχέση μέ άλλους τομείς τῆς οικονομίας. Ἀντανάκλαση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ήταν ἕνα σχετικά ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς γιά τή γεωργία, ιδίως ὅσον ἀφορᾶ τή φορολογία εισοδήματος. Ἀπό τό 1972, ἡ ευημερία τῆς γεωργίας σημείωσε γρήγορη πρόοδο, πού οφείλεται κυρίως στην επίδραση τῆς ΚΓΠ, τό δέ φορολογικό σύστημα τροποποιήθηκε προοδευτικά, γιά νά ευθυγραμμιστεί μέ εκεῖνο πού ἴσχυε σέ άλλους τομείς μέ παρεμφερή εισοδήματα. Ἀν καί ἡ διαδικασία αυτή δέν είχε ὁλοκληρωθεί τήν εποχή τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1979, ἡ κυβέρνηση εἶχε, κατά τό χρονικό ἐκεῖνο σημείο, ἐπίγνωση τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ γεωργικός τομέας ήταν τώρα σέ πολύ καλύτερη θέση νά πληρώσει γιά τίς υπηρεσίες πού παρέχονταν ειδικά γι' αυτόν. Ἀναζητώντας τρόπους γιά τήν κάλυψη μέρους τουλάχιστον τοῦ κόστους ἀπό τό γεωργικό τομέα καί ὄχι ἀπό τους φορολογούμενους γενικά, ἡ κυβέρνηση βρέθηκε ἀντιμέτωπη στό πρόβλημα ὅτι ή είσπραξη πόρων κατά τό τρέχον έτος δέ θά μπορούσε νά εξασφαλιστεί ἀποτελεσματικά μέ ὁποιοδήποτε ἀπό τά ἰσχύοντα φορολογικά συστήματα. Γιά τό λόγο αυτό, εἰσάχθηκε ὁ εἰδικός γεωργικός φόρος καταναλώσεως ὡς προσωρινό μέτρο, πού θά ἴσχυε μέχρις ὅτου ἡ κυβέρνηση καταλήξει σέ ένα ὁριστικό φορολογικό σύστημα γιά τή γεωργία, ἀφοῦ συμβουλευόταν τό γεωργικό πληθυσμό. Στό χρονικό διάστημα πού επακολούθησε τήν ψήφιση τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ διαβουλεύσεις αυτές ὁλοκληρώθηκαν καί στίς 24 Ἀπριλίου ἀνακοινώθηκε ένα ὁριστικό φορολογικό καθεστώς, πού θά ισχύσει ἀπό τό 1980, ἐνῶ ἡ ἐπιβολή τῆς εισφοράς θά λήξει στίς 31 Δεκεμβρίου 1979.»
Αὐτή ἡ παρουσίαση τοῦ ιστορικού τοῦ θέματος καί ἰδίως ὅσα λέγονται γιά τή φορολόγηση τῶν ιρλανδών γεωργών αμφισβητήθηκαν έντονα ἀπό τους πληρεξούσιους τῶν αιτούντων στή συζήτηση ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἰσχυρίστηκαν ὅτι ή εισφορά είχε επιβληθεί κατόπιν τῶν διαμαρτυριών άλλων φορολογουμένων, πού παραπονοῦνταν ὅτι ἡ φορολόγηση τους ήταν υπερβολική σέ σύγκριση μέ τους γεωργούς. 'Ως πρός τό σημείο αυτό, πρέπει νά λεχθεῖ ὅτι ἡ ιρλανδική κυβέρνηση, στίς παρατηρήσεις τῆς πρός τό Δικαστήριο, ἐνῶ επαναλαμβάνει τήν ουσία τῶν ὅσων είχε πεῖ στην Ἐπιτροπή, ἀναφέρει καί τίς διαμαρτυρίες αυτές. Εἶναι πρόδηλο ὅτι δέν εἶναι στίς ἁρμοδιότητες τοῦ Δικαστηρίου νά παίξει ρόλο διαιτητή μεταξύ τῶν διαδίκων σχετικά μέ τή διένεξη αυτή. Κατά τή γνώμη μου, τό μόνο σημείο πού συνδέεται μέ αυτή — καί εἶναι ουσιώδες γιά τους σκοπούς μας — εἶναι τό γεγονός, πού εἶναι κοινά γνωστό, ὅτι τά έσοδα τῆς εισφορᾶς εἰσέρρεαν στό δημόσιο ταμείο καί δέν εἶχαν, νομοθετικά ἡ μέ άλλο τρόπο, προοριστεί γιά ὁποιαδήποτε ειδική δαπάνη.
Ή πρώτη αίτηση, στην ὁποία αἰτοῦντες εἶναι ἡ ICMSA καί λοιποί, ήρθε ενώπιον τοῦ δικαστή Barrington τό Σεπτέμβριο καί τόν Όκτώβριο τοῦ 1979 καί άφορᾶ τή λήψη ἀσφαλιστικῶν μέτρων. Στό στάδιο εκείνο δέν επιδόθηκε καμιά ἀπάντηση τῶν καθ' ὧν, ἀλλα έγιναν ένορκες καταθέσεις, ἀπό τίς ὁποιες κατέστη φανερό ὅτι υπήρχε ἀμφισβήτηση μεταξύ τῶν διαδίκων ως πρός ὁρισμένα πραγματικά περιστατικά, σχετικά ἰδίως μέ τά χαρακτηριστικά καί τίς συνθήκες πού ἐπικρατοθσαν στην ιρλανδική ἀγορά γεωργικῶν προϊόντων, καθώς καί μέ τίς συνέπειες τῆς επιβολής τῆς εισφορᾶς. Οἱ αιτούντες ζητοῦσαν μέ τήν αἴτησή τους (Ι) νά ἀπευθυνθεί αίτηση προς τό Δικαστήριο γιά τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως καί (ΙΙ) νά εκδοθεί ἀπόφαση ἀσφαλιστικών μέτρων, πού θά ἀπαγόρευε στους καθ' ὧν νά συνεχίσουν νά εισπράττουν τήν εισφορά μέχρι τήν επίλυση τῆς διαφοράς. Τό δεύτερο ἀπό τά αιτήματα αυτά δέν παρουσίασε, στην περίπτωση αυτή, καμιά δυσκολία, ἀφοῦ ή κυβέρνηση υποσχέθηκε νά επιστρέψει τά ποσά πού θά εἶχαν καταβληθεί ὡς εισφορά, ἄν τελικά αὐτή κρινόταν άκυρη. Τό μεγαλύτερο μέρος τῆς επιχειρηματολογίας πού ἀναπτύχθηκε ενώπιον τοῦ παραπέμψαντος δικαστή περιστράφηκε στό ζήτημα ἄν έπρεπε ἡ όχι νά γίνει παραπομπή στό Δικαστήριο. Υποστηρίχθηκε γιά λογαριασμό τῆς κυβερνήσεως ὅτι μιά τέτοια παραπομπή στό στάδιο αυτό θά ήταν πρόωρη καί ὅτι δέ θά έπρεπε νά διαταχθεί μέχρις ὅτου ἀποδειχθούν τά πραγματικά περιστατικά, γιά νά ἀποφευχθεί έτσι τό ενδεχόμενο, μετά τήν ἀπόδειξη τους, νά κριθεί ὅτι ἀνακύπτουν καί περαιτέρω ζητήματα κοινοτικοῦ δικαίου, πράγμα πού θά ὁδηγοῦσε στό «εξαιρετικά ἀνεπιθύμητο» ενδεχόμενο νά χρειαστούν περισσότερες ἀπό μια παραπομπές γιά τήν ἴδια υπόθεση. Ό δικαστής Barrington, ὅμως, ἀπέρριψε τόν ισχυρισμό αυτό. Ἀκολούθησε τήν άποψη ὅτι τό βασικό ζήτημα πού έπρεπε νά επιλυθεί στην ὑπόθεση αυτή ήταν ἄν ἡ εισφορά ήταν νομικά έγκυρη ή άκυρη κατά τήν ήμερα πού ψηφίστηκε τό νομοθετικό μέτρο πού τήν επέβαλε. Αυτό, κατά τήν άποψη του, εἶναι καθαρά ζήτημα κοινοτικοῦ δικαίου, ἡ επίλυση τοῦ ὁποίου δέν εξαρτᾶται ἀπό τήν ἀπόδειξη ἡ μή ἀπόδειξη ὁποιωνδήποτε πραγματικών περιστατικών σχετικά μέ τήν κατάσταση στην Ἰρλανδία.
Ή κυβέρνηση προσέβαλε ενώπιον τοῦ Ἀκυρωτικού τῆς Ἰρλανδίας (Supreme Court of Ireland) τήν ἀπόφαση τοῦ δικαστή Barrington, J., μέ τήν ὁποία ἡ υπόθεση παραπέμφθηκε στό Δικαστήριο κατά τό στάδιο εκείνο. Φαίνεται ὅτι, κατά τή συζήτηση τῆς ἀναιρέσεως, γεννήθηκε τό ζήτημα ἄν ή ύπαρξη δικαιώματος προσβολής παραπεμπτικής ἀποφάσεως ἐθνικοῦ δικαστηρίου ενώπιον ἀνώτερου ἐθνικοῦ δικαστηρίου ήταν σύμφωνη μέ τους ὅρους τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. 'Ἀν καί ενώπιον τοῦ Supreme Court έγινε επίκληση τῆς σχετικής νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου (στην ὁποία υποθέτω ὅτι περιλαμβανόταν καί ή υπόθεση 146/73 Rheinmühlen-Düsseldorf κατά EVSt [1974] 1 ECR, σ. 139), τό παραπάνω δικαστήριο δέν πείστηκε ὅτι μπο-ροῦσε νά υπάρχει τέτοιο δικαίωμα. Γιά νά ἀποφευχθεί ἡ καθυστέρηση πού θά συνεπαγόταν μιά χωριστή αίτηση ἀπό τό Supreme Court πρός τό Δικαστήριο περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως σχετικά μέ τήν ερμηνεία τοῦ ἴδιου τοῦ ἄρθρου 177, συμφωνήθηκε νά ἀναβληθεί ἀορίστως ή εκδίκαση τῆς ἀναιρέσεως καί νά ζητηθεῖ ἀπό τό δικαστή Barrington νά περιλάβει ερώτημα γιά τό άρθρο 177 στην παραπεμπτική του ἀπόφαση.
'Ἔτσι, μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, τίθενται στό Δικαστήριο δύο ερωτήματα:
«1.
Ή ἀπόφαση τοῦ High Court νά θέσει, σ᾽ αυτό τό στάδιο τῆς διαδικασίας, στό Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης, τό ερώτημα πού διατυπώνεται παρακάτω, στην παράγραφο 2, ἀποτελοῦσε ὀρθή άσκηση ἐκ μέρους τοῦ High Court τῆς διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα μέ τό άρθρο αυτό;
2.
' Ἐνας εθνικός φόρος, ὁπως ὁ ἐπίδικος στην παρούσα ὑπόθεση, εἶναι ἀντίθετος πρός τή συνθήκη περί Ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οἰκονομικῆς Κοινότητας καί ειδικότερα πρός τα άρθρα 9, 11, 12, 16, 17 ἡ 38 μέχρι 46 τῆς ἐν λόγω συνθήκης, ἡ πρός ὁποιοδήποτε ἀπό αὐτά, ἡ πρός τους κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου 804 τοῦ 1968, 805 τοῦ 1968, 3330 τοῦ 1974 καί 2727 τοῦ 1975, ή πρός ὁποιονδήποτε ἀπό αυτούς;»
Οἱ κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου πού ἀναφέρονται στην ἀπόφαση περί παραπομπής εἶναι, φυσικά, εκείνοι πού θεσπίζουν τήν κοινή ὀργάνωση τῶν ἀγορών γάλακτος καί γαλακτοκομικών προϊόντων, βοδινού καί μοσχαρίσιου κρέατος, ζάχαρης καί σιτηρών ἀντίστοιχα. Στά προϊόντα πού καλύπτονται άπό τίς ὀργανώσεις αυτές περιλαμβάνονται καί ὅλα ἐκείνα στά όποια ἐπιβλήθηκε ἡ εισφορά.
Ή δεύτερη αἴτηση, πού ήρθε ενώπιον τοῦ δικαστή Barrington τό Νοέμβριο 1979, ἀποτελεί καί αύτη αἴτηση λήψεως ἀσφαλιστικών μέτρων, ἡ ὁποία ἀσκήθηκε σέ παρόμοιο στάδιο τῆς διαδικασίας μόνο ἀπό τήν τέταρτη αιτούσα, δηλ. τήν ἑταιρεία McMonagle. Ό ἐθνικός δικαστής ἐξέδωσε ἐπί τῆς αιτήσεως αυτής ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία θέτει στό Δικαστήριο δύο ἐρωτήματα, διατυπωμένα σχεδόν πανομοιότυπα μέ τά ερωτήματα πού ἀφορούν τήν πρώτη αἴτηση.
Δέ θά ἀπασχολήσω γιά πολύ τό Δικαστήριο σχετικά μέ τό πρώτο ἐρώτημα. Εἶναι σαφές ὅτι τό Δικαστήριο δέν καλείται, μέ τό ἐρώτημα αυτό, νά ἐπανεξετάσει τήν προδικαστική ἀπόφαση πού εξέδωσε στην υπόθεση Rheinmühlen. Οὔτε κανείς ισχυρίστηκε ενώπιον τοῦ παρόντος Δικαστηρίου ὅτι πρέπει νά δοθεῖ ἀρνητική ἀπάντηση στό ἐρώτημα. Ἦταν κοινώς γνωστό ὅτι, ὅπως καθαρά προκύπτει ἀπό πολλές ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, στό ἐθνικό δικαστήριο εναπόκειται νά ἀποφασίσει σέ ποιό στάδιο τῆς δίκης πρέπει νά ἀπευθύνει αίτηση ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177, καί ὅτι ἡ άσκηση τῆς διακριτικής του ευχέρειας δέν υπόκειται, τουλάχιστον κάτω ἀπό περιστάσεις ὁπως αυτές τῶν ὑπό κρίση υποθέσεων, στον έλεγχο τοῦ Δικαστηρίου. Ή Ιρλανδική κυβέρνηση, ἐντούτοις, μᾶς παρότρυνε νά καθοδηγήσουμε τά εθνικά δικαστήρια σχετικά μέ τά κριτήρια πού πρέπει νά έχουν κατά νοῦ ὅταν ἀποφασίζουν σέ ποιό στάδιο τῆς δίκης θά ἀπευθύνουν αἴτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Στό θέμα αυτό, δέ νομίζω ὅτι μπορεί κανείς νά πεῖ τίποτα περισσότερο ἀπό τό ὅτι, μολονότι συνήθως διευκολύνεται τό έργο τοῦ Δικαστηρίου, ἄν έχουν ἀποδειχθεί τά σχετικά πραγματικά περιστατικά πρίν υποβληθεῖ ἡ αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, παρουσιάζονται καί υποθέσεις στίς όποιες εἶναι σκόπιμο νά υποβληθεί ἡ αἴτηση νωρίτερα — ὅταν πχ. τό εθνικό δικαστήριο δέν μπορεί, χωρίς προδικαστική ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, νά εἶναι βέβαιο γιά τό ἄν υπάρχουν καί ποιά εἶναι τά ουσιώδη πραγματικά ζητήματα.
Ἐντούτοις, τό γεγονός ὅτι ὁ δικαστής Barrington θεώρησε ὅτι τό δεύτερο ἐρώτημά του εἶναι ζήτημα καθαρά κοινοτικού δικαίου πού πρέπει νά κριθεί ἀνεξάρτητα ἀπό τά πραγματικά περιστατικά, γιά τά ὁποῖα ὑπάρχει ἀμφισβήτηση μεταξύ τῶν διαδίκων, έχει, κατά τή γνώμη μου, μεγάλη σημασία γιά τόν τρόπο μέ τόν όποιο πρέπει τό Δικαστήριο νά προσεγγίσει τό ερώτημα αυτό. Οἱ διάδικοι, καί ιδιαίτερα οἱ ενάγοντες, πρόβαλαν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου επιχειρήματα βασισμένα στην ἀντίστοιχη ἐκδοχή τῶν περιστατικών. Οἱ αιτούντες ὄχι μόνο ἀναφέρθηκαν μέ γενικό τρόπο στίς μαρτυρίες πού περιέχονται στίς ένορκες βεβαιώσεις τους, άλλά ἐπικαλέσθηκαν ὡς ἀποδεικτικό στοιχείο ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου καί μιά έκθεση πού συντάχθηκε γιά λογαριασμό τῆς Ἐνώσεως Ιρλανδών γεωργών (Irish Farmers᾽ τῆς Association) καί της ICMSA ἀπό τόν καθηγητή τῆς γαλακτοκομικῆς οικονομίας τροφίμων στό University College τοῦ Cork, Denis Lucey. Ή ἔκθεση αύτη άφορᾶ κυρίως τά ἀποτελέσματα τῆς επιβολῆς τῆς εισφορᾶς: τά δημόσια έσοδα πού απέφερε καί τίς επιπτώσεις τῆς στά εισοδήματα τῶν γεωργῶν, στην παραγωγή καί στίς ἀγορές. Κατά τή συζήτηση, ὁ πληρεξούσιος τῆς ιρλανδικής κυβερνήσεως, ἄν καί παραδέχτηκε ὅτι στην έκθεση τοῦ καθηγητῆ Lucey υπῆρχαν σημεία μέ τά όποια θά μπορούσε νά συμφωνήσει ἡ ιρλανδική κυβέρνηση, ἀντιτάχθηκε ὅμως στή χρησιμοποίησή της. Μᾶς δήλωσε ὅτι ἡ ιρλανδική κυβέρνηση τή θεωρεί μεροληπτική. Οἱ πληρεξούσιοι τῆς ICMSA καί τῶν ὁμοδίκων τῆς έφτασαν στό σημείο νά προσκομίσουν κατά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση καί άλλα ἀποδεικτικά στοιχεία, πού συνίστανται σέ ὁρισμένες στατιστικές τῶν συναλλαγῶν. Κατά τή γνώμη μου, τό Δικαστήριο πρέπει νά ἀγνοήσει ὅλα αυτά τά ἀποδεικτικά στοιχεία και τά επιχειρήματα πού στηρίζονται σ᾽ αυτά. Διαφορετικά, θά υποκαθιστούσε τό High Court of Ireland, πού εἶναι τό δικαστήριο τῆς ουσίας στίς υποθέσεις αυτές, καί μάλιστα τή στιγμή πού δέν έδωσε στην ιρλανδική κυβέρνηση πλήρη δυνατότητα νά προσκομίσει ἀποδείξεις πρός ἀνατροπή τῶν ἀποδείξεων πού προσκόμισαν οἱ αιτούντες.
Τό δεύτερο ερώτημα τοῦ εθνικού δικαστηρίου ἀποτελείται ἀπό δύο σκέλη:
1.
Ἐνας φόρος ὅπως ὁ επίδικος στίς υποθέσεις αυτές ἀποτελεί επιβάρυνση πού έχει ἀποτέλεσμα ισοδύναμο μέ εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό;
2.
'Ένας τέτοιος φόρος συμβιβάζεται μέ τίς διατάξεις περί τιμών τῶν κανονισμών πού διέπουν τήν κοινή ὀργάνωση τῶν γεωργικών ἀγορών;
Ἀπό μέρους τῆς ICMSA καί τῶν ὁμοδίκων της προβλήθηκε ὁ ισχυρισμός ὅτι, ὅσον άφορᾶ τά ζῶντα βοοειδή, λόγω τοῦ κανόνα τῶν 14 ἡμερων, ἡ εισφορά λειτουργούσε σάν ἐπιβάρυνση ισοδύναμου ἀποτελέσματος μέ εισαγωγικό δασμό. Ό ισχυρισμός αὐτός, κατά τή γνώμη μου, πρέπει νά ἀπορριφθεί. Σαφώς, σκοπός τοῦ κανόνα τῶν 14 ἡμερῶν ἦταν νά προσδιοριστεί ἀπό ποιο χρονικό σημείο ένα ζώο έπρεπε νά θεωρείται ὅτι ἀποτελεί μέρος τῆς «ιρλανδικῆς ἀγέλης», ὅπως τήν ἀποκάλεσε ἡ Ἐπιτροπή. Ἀπό τή στιγμή πού εἶχε γίνει μέρος της ἀγέλης αὐτῆς ὑπαγόταν στην εισφορά, εφόσον καί ὅταν έφθανε στό σφαγείο. Δέν υπαγόταν ὅμως στήν εισφορά λόγω της εισαγωγής του. Πράγματι, ἄν έφθανε στό σφαγεῖο μέσα σέ 14 ἡμερες ἀπό τήν εισαγωγή του, θά ἀπαλλασσόταν ἀπό τήν εισφορά.
Ἐνας πολύ πιό ισχυρός ισχυρισμός, ὁ κυριότερος πού προβλήθηκε ἀπό τήν (εταιρεία) McMonagle, ήταν ὅτι, σχετικά μέ τά ζῶντα βοοειδή καί πάλι, ἡ εισφορά λειτουργούσε σάν ἐπιβάρυνση ισοδύναμου ἀποτελέσματος μέ εξαγωγικό δασμό, γιά τό λόγο ὅτι, ἐνῶ μέσα στην Ἰρλανδία ἡ εισφορά επιβαλλόταν μόνο στά βοοειδή πού εἶχαν πωληθεί γιά σφαγή, στά εξαγόμενα βοοειδή επιβαλλόταν ἀνεξάρτητα ἀπό τό σκοπό γιά τόν όποιο είχαν πωληθεί: εἴτε δηλαδή αυτός ήταν ἡ σφαγή, ἡ πάχυνση, ἡ ἀναπαραγωγή ἡ ἡ παραγωγή γάλακτος. Ἀναφέρθηκε τό χτυπητό παράδειγμα ἑνός νεαρού ταύρου εκλεκτής ράτσας, πού κανένας δέ θά ἀγόραζε παρά μόνο γιά ἀναπαραγωγή. Ἄν πουλιόταν μέσα στην Ἰρλανδία, δέ θά υπαγόταν σέ εισφορά, ἄν εξαγόταν θά ὑποβαλλόταν σ᾽ αυτή. Μοῦ φαίνεται ἀναπόφευκτο τό συμπέρασμα ὅτι, ἀπό τήν άποψη αυτή, ἡ εισφορά λειτουργούσε σάν επιβάρυνση ἰσοδωναμου ἀποτελέσματος μέ ἐξαγωγικό δασμό — υπενθυμίζω τήν υπόθεση 51/74 (υπόθεση van der Hulst [1975] 1 ECR 79), ὅπού τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε ὅτι «μιά εσωτερική εισφορά μπορεί νά έχει ἀποτέλεσμα ισοδύναμο μέ εξαγωγικό δασμό, ἄν επιβαρύνει τις πωλήσεις γιά εξαγωγή περισσότερο ἀπό τίς πωλήσεις στό ἐσωτερικό τῆς χώρας». Ή Ιρλανδική κυβέρνηση προσπάθησε νά ἀποφύγει αυτό τό συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ὅτι τά βοοειδή πού πωλούνται μέσα στήν Ἰρλανδία γιά πάχυνση, ἀναπαραγωγή ή παραγωγή γάλακτος θά καταλήξουν τελικά ὅλα στό σφαγείο καί θά ὑποβληθούν σέ εισφορά. Είναι ἀμφίβολο ἄν αυτό ἀνταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μερικά ζώα πεθαίνουν στίς γεωργικές εκμεταλλεύσεις ἡ θανατώνονται επειδή εἶναι άρρωστα, χωρίς ποτέ νά φτάσουν σέ σφαφεῖο. Πάντως, τό Δικαστήριο επανειλημμένα ἀποφάνθηκε ὅτι, γιά νά μήν ἀποτελεί ένας φόρος ἐπιβάρυνση πού ἔχει ισοδύναμο ἀποτέλεσμα μέ εισαγωγικό δασμό, πρέπει νά επιβάλλεται τόσο στά εγχώρια ὅσο καί στά εἰσαγόμενα προϊόντα σύμφωνα μέ τά ἴδια κριτήρια — βλ. πχ. τήν υπόθεση 87/75 (Bresciani κατά Amministrazione Italiana delle Finanze [1976] 1 ECR 129) καί ὑπόθεση 132/78 (Denkavit Loire κατά Γαλλίας [1979] ECR 1923). Ή ἴδια ἀρχή πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά ισχύει καί γιά τίς εξαγωγές. Ἐρχομαι τώρα στό δεύτερο σκέλος τοῦ ερωτήματος.
Πάνω σ' αυτό, οἱ αιτούντες υποστηρίζουν κατ' οὐσία ὅτι μιά εισφορά, ὅπως ἡ επίδικη, ἀποτελεῖ επέμβαση ἡ δυνητική επέμβαση στό μηχανισμό τοῦ σχηματισμού των τιμῶν πού θεσπίστηκε μέ τήν κοινή ὀργάνωση τῶν γεωργικών ἀγορών καί συνεπώς δέν εἶναι νόμιμη.
Δέν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νά επαναλάβω τίς λεπτομέρειες αυτού τοῦ μηχανισμού. Είναι γνωστές στό Δικαστήριο, επιπλέον δέ ἀναλύθηκαν προσεκτικά ἀπό τήν ICMSA καί τους ὁμόδικους τῆς μέ τίς έγγραφες παρατηρήσεις τους, καθώς καί ἀπό τήν Ἐπιτροπή μέ τίς έγγραφες παρατηρήσεις της καί στίς δύο υποθέσεις.
Οἱ αἰτοῦντες ἐπικαλούνται τό άρθρο 39 τής συνθήκης, στό όποιο καθορίζονται οἱ
στόχοι τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, καί ειδικότερα ὁ ἀντικειμενικός σκοπός πού ἀναφέρεται ὑπό στοιχείο β τοῦ άρθρου αὐτού: «νά εξασφαλίζει κατ' αυτό τόν τρόπο ένα δίκαιο βιοτικό ἐπίπεδο στό γεωργικό πληθυσμό, ἰδίως μέ τήν αύξηση τοῦ ἀτομικού εισοδήματος τῶν ἐργαζομένων στή γεωργία». Οἱ αιτούντες υποστηρίζουν ὅτι αὐτός εἶναι ένας ἀπό τους ἀντικειμενικούς σκοπούς πού επιδιώκει καί πρέπει νά επιδιώκει τό Συμβούλιο, όταν κάθε χρόνο καθορίζει τίς τιμές προσανατολισμού καί τίς ενδεικτικές τιμές γιά τά γεωργικά προϊόντα. Συνεπώς, υποστηρίζουν οἱ αιτούντες, εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ τό σύστημα ἡ επιβολή ἀπό ένα Κράτος μέλος στά προϊόντα αυτά ενός φόρου πού ἀποσκοπεί στή μείωση τῶν τιμών πού ἀποκομίζουν οἱ γεωργοί ἀπό αυτά.
Οἱ αἰτοῦτες επικαλούνται επίσης τίς πολυάριθμες αποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, στίς όποιες κρίθηκε ὅτι ἀπό τή στιγμή πού ή Κοινότητα έχει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 40 τῆς συνθήκης, νομοθετήσει σχετικά μέ τή δημιουργία τῆς κοινής οργανώσεως τῆς αγορᾶς σέ έναν ὁρισμένο τομέα, τά Κράτη μέλη εἶναι υποχρεωμένα νά ἀπέχουν ἀπό τή λήψη ὁποιουδήποτε μέτρου πού θά μπορούσε νά τήν υπονομεύσει ἡ νά εισαγάγει εξαιρέσεις σ' αυτήν (γιά πρόσφατα παραδείγματα βλ. τήν υπόθεση 83/78 (Pigs Marketing Board κατά Redmond [1978], ECR, σ. 2347) καί τήν υπόθεση 177/78 (Pigs and Bacon Commission κατά McCarren [1979], ECR, σ. 2161), υπόθεση στην ὁποια θά χρειαστεί νά ἐπανέλθω). Οἱ αιτούντες επικαλούνται ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, στίς όποιες κρίθηκε ειδικότερα ὅτι εθνικά μέτρα πού υπονομεύουν τό μηχανισμό τοῦ σχηματισμού τῶν τιμών τῆς κοινής ὀργανώσεως τῶν ἀγορών δέν εἶναι νόμιμα. Ἀνέφεραν ὡς παραδείγματα τίς ἀποφάσεις στην υπόθεση 60/75 (Russo κατά ΑΙΜΑ [1976], ECR, σ. 45) καί στην υπόθεση 52/76 Benedetti κατά Munari [1977] 1, ECR, σ. 163), στίς όποιες τό Δικαστήριο αποφάνθηκε ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστο μέ τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς τό νά ἀγοράσει ένα Κράτος μέλος στή διεθνή ἀγορά ἕνα προϊόν πού καλύπτεται ἀπό τήν κοινή αυτή ὀργάνωση καί νά τό μεταπωλήσει στην κοινοτική ἀγορά σέ τιμή χαμηλότερη ἀπό τήν ενδεικτική τιμή, καί τήν πλούσια νομολογία σχετικά μέ τους εθνικούς ελέγχους τῶν τιμῶν, ἀπό τίς όποιες ἡ παλαιότερη εἶναι ἡ υπόθεση 31/74 (υπόθεση Galli [1975] 1 ECR, σ. 47) καί οἱ πιό πρόσφατες εἶναι οἱ υποθέσεις 95 καί 96/79 (Procureur Du Roi κατά Refer and Delmelle [1980] ECR, σ. 103), καί οἱ όποιες καθιερώνουν τήν ἀρχή ὅτι ἡ ἐθνική νομοθεσία μέ τήν ὁποία ελέγχονται ἡ καθορίζονται οἱ τιμές προϊόντων, πού υπόκεινται σέ μιά κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς, εἶναι νόμιμη μόνο εφόσον δε θέτει σέ κίνδυνο τους σκοπούς ή τή λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως καί ἰδίως τό σύστημα τῶν τιμών της. Ἀπό τή νομολογία αυτή μοῦ φαίνεται ιδιαίτερα σχετική μέ τά κρινόμενα, ἡ υπόθεση 10/79 (υπόθεση Toffoli [1979] ECR 3301), στην ὁποία τό Δικαστήριο τόνισε τή σημασία τοῦ ρόλου τῶν ενδεικτικῶν τιμών καί τό γεγονός ὅτι τό σύστημα παρεμβάσεως προορισμό έχει νά επηρεάσει τίς δυνάμεις τῆς ἀγορᾶς κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οἱ παραγωγοί νά μπορούν νά επιτύχουν μιά τιμή «στην περιοχή τῆς ενδεικτικής τιμής», καί στην ὁποία, κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο έκρινε ἀσυμβίβαστη μέ τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς γάλακτος καί γαλακτοκομικών προϊόντων ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα Κράτους μέλους νά καθορίσει άμεσα ἡ έμμεσα τήν τιμή τοῦ γάλακτος γιά τόν παραγωγό.
Μιά άλλη ἀπόφαση πού, κατά τή γνώμη μου, ενισχύει τόν ισχυρισμό τῶν αιτούντων εἶναι ἡ ἀπόφαση στην υπόθεση 77/76 (Cucchi κατά Avez [1977], ECR, σ. 987), στην ὁποία τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι, δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 3330/74 περί κοινής οργανώσεως τῆς ἀγορῦς ζάχαρης καί ελλείψει ρητής παρεκκλίσεως, ἡ Κοινότητα εἶναι ἡ μόνη αρμόδια νά θεσπίζει μέτρα γιά τόν περιορισμό τῶν ἀποτελεσμάτων πού συνεπάγεται μιά μεταβολή τοῦ επιπέδου τῶν κοινοτικών τιμών, μέ συνέπεια, στην περίπτωση εκείνη, ὅτι μιά επιβάρυνση πού εἶχε επιβληθεί ἀπό τήν ιταλική νομοθεσία στά ἀποθέματα ζάχαρης πού βρίσκονταν φυλαγμένα στό τέλος τῆς περιόδου εμπορίας ήταν άκυρη (βλ. παραγράφους 27 μέχρι 35 τῆς ἀποφάσεως).
Ή ιρλανδική κυβέρνηση προσπάθησε νά ἀντικρούσει τά επιχειρήματα αυτά υποστηρίζοντας, κατά πρώτο λόγο, ὅτι ἡ εισφορά δέν επηρέαζε τίς τιμές πού πληρώνονται στους γεωργούς σάν ἀποτέλεσμα τῆς λειτουργίας τῶν δυνάμεων τῆς ἀγορᾶς καί τοῦ συστήματος παρεμβάσεως, άλλά ὅτι εἶχε ὡς μόνη επίπτωση τήν «πραγματοποίηση μιᾶς φορολογικής μειώσεως ἀπό τήν τιμή ἀγορᾶς πού εισπράττει ὁ παραγωγός». Μέ ὅλο τό σεβασμό, αυτό μοῦ φαίνεται σχεδόν σάν παιχνίδι μέ τίς λέξεις. Ἀς πάρουμε γιά παράδειγμα τά σακχαρότευτλα, γιά τά όποια ὁρίζεται μιά κατώτατη τιμή σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμού 3330/74 τοῦ Συμβουλίου. Ή μείωση κατά 2 ο/ο ἀπό τήν παραπάνω τιμή πρόδηλα μειώνει τό ποσό πού κατά τήν πρόθεση τοῦ Συμβουλίου πρέπει νά εισπράξει ὁ παραγωγός σακχαροτεύτλων, τό γεγονός δέ ὅτι ἀποκαλείται «φόρος» δέν ἀποτρέπει αύτη τή συνέπεια. Ή ἀντιστράτευση στην πρόθεση τοῦ Συμβουλίου εἶναι ἴσως λιγότερο ὀφθαλμοφανής στην περίπτωση προϊόντων γιά τά όποια δέν καθορίζεται κατώτατη τιμή, άλλά μόνο ενδεικτική τιμή ή τιμή προσανατολισμοῦ. Μοῦ φαίνεται, ὅμως, τό ἴδιο πραγματική. Ή ενδεικτική τιμή εἶναι ἡ τιμή πού επιδιώκεται νά εξασφαλιστεῖ στους παραγωγούς μέ τήν κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς. Ἀς υποθέσουμε ὅτι ή επιδίωξη αυτή εἶχε πραγματοποιηθεί στην Ἰρλανδία τό 1979, έτσι ώστε οἱ τιμές της ἀγορᾶς νά έχουν εξισωθεί μέ τίς ενδεικτικές τιμές. Ή εισφορά θά εἶχε, στην περίπτωση αύτη, μειώσει τίς εισπράξεις τῶν ιρλανδών παραγωγών κατά 2 % κάτω ἀπό τίς ενδεικτικές τιμές.
Σχετικά μέ τίς ενδεικτικές τιμές, ἡ ιρλανδική κυβέρνηση μοῦ έκανε τη φιλοφρόνηση νά ἀναφερθεί σέ ένα ἀπόσπασμα ἀπό τίς προτάσεις μου στην υπόθεση Galli. Πρέπει, ὅμως, νά ὑπομνησθεῖ ὅτι τό Δικαστήριο δέν ακολούθησε τή γνώμη μου στην υπόθεση εκείνη καί ὅτι τό δίκαιο, ὅπως διαπλάσθηκε ἀπό τό Δικαστήριο στίς μεταγενέστερες υποθέσεις πού ἀφοροῦσαν «έλεγχο τιμών», διαφέρει ἀπό τήν τότε άποψη μου.
Ἔπειτα, ἡ ιρλανδική κυβέρνηση υποστήριξε ὅτι, ἀφοθ σκοπός τῆς εισφοράς ήταν ή φορολόγηση τῶν παραγωγών, ἡ επιβολή της εισφοράς ήταν μέσα στα ὅρια τῶν εξουσιών πού επιφυλάσσονται στά Κράτη μέλη ἀπό τή συνθήκη γιά τή φορολόγηση τῶν προσώπων πού βρίσκονται στή δικαιοδοσία τους. Ὅπως παρατηρήθηκε, ὅμως, ἀπό τήν Ἐπιτροπή, δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ συνθήκη καί ἡ νομοθεσία πού θεσπίστηκε ἀπό τό Συμβούλιο δυνάμει της συνθήκης περιορίζουν πράγματι τίς φορολογικές εξουσίες τῶν Κρατών μελών. Ἐκτός ἀπό καταφανή παραδείγματα, ὅπως εἶναι οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης πού ἀφορούν τους δασμούς καί τίς επιβαρύνσεις' ισοδύναμου ἀποτελέσματος καί τά άρθρα 95 μέχρι 98 τῆς συνθήκης, οἱ ὁδηγίες τοῦ Συμβουλίου περί τῆς εναρμονίσεως τῶν νομοθεσιών τῶν Κρατών μελών πού ἀφορούν φόρους κύκλου εργασιών ἐμποδίζουν τά Κράτη μέλη νά διατηρήσουν σέ ἰσχύ ή νά εισαγάγουν ὁποιοδήποτε σύστημα φορολογίας κύκλου εργασιών πλην τοῦ συστήματος τοῦ ΦΠΑ (βλ. ειδικότερα τίς ὁδηγίες 67/227/ΕΟΚ τῆς 11ης Ἀπριλίου 1967 καί 77/388/ΕΟΚ τῆς 17ης Μαΐου 1977). Κανένας, φυσικά, δέν ἀμφισβητεί τό δικαίωμα τῶν Κρατών μελών νά επιβάλλουν φόρους εισοδήματος στους γεωργούς, εἴτε αυτοί οἱ φόροι υπολογίζονται μέ βάση τά κέρδη τους εἴτε μέ βάση τήν ετήσια ἀξία τῆς γῆς τους, άλλά ἡ επίδικη εισφορά δέν ἀποτελούσε τέτοιο φόρο: ήταν φόρος ἐπί συγκεκριμένων ειδών γεωργικών προϊόντων καί επιβαλλόταν κατά τήν πώληση τους, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς προσωπικές περιστάσεις τοῦ γεωργού πού προέβαινε στην πώληση. Ὅπως μέ πειστικότητα, κατά τή γνώμη μου, υποστήριξαν οἱ πληρεξούσιοι της ICMSA καί τῶν ὁμοδίκων τῆς κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ἄν κατά κανόνα επιτρέπεται στά Κράτη μέλη νά επιβάλλουν τέτοιους φόρους, αὐτό έχει σάν λογικό επακόλουθο ὅτι μπορούν νά τους επιβάλλουν μέ ὁποιοδήποτε συντελεστή καί μέ ὁποιαδήποτε χρονική διάρκεια, καί ὅτι κατά καιρούς μπορούν νά μεταβάλλουν τό συντελεστή. Δέν υπάρχει νομικό κριτήριο κατά τό όποιο θά μποροῦσε νά περιοριστεί ή εξουσία τους στά σημεία αυτά. Μέ τό έρεισμα αυτό, κάθε Κράτος μέλος θά εἶχε τή δυνατότητα κάθε χρόνο, μετά τόν καθορισμό ἀπό τό Συμβούλιο τῶν κοινών τιμών γιά τό ἑπόμενο έτος, νά ἀποδυναμώνει τήν απόφαση τοῦ Συμβουλίου κατά βούληση, έτσι ώστε στό τέλος θά ήταν περιττό νά υπάρχουν κοινές τιμές.
Ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου προβλήθηκαν επιχειρήματα σχετικά μέ τήν εισφορά συνυπευθυνότητας στό γάλα πού εισήγαγε ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 1079/77 τοῦ Συμβουλίου, καί μέ τό κύρος τοῦ ὁποίου ἀσχολήθηκε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 138/78 (Stölting κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas [1979], ECR, σ. 713). Ἦταν κοινώς γνωστό, άλλωστε δέ προκύπτει καθαρά ἀπό τό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ εκείνου, ὅτι σκοπός τῆς εισφοράς αυτής εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς ισορροπίας μεταξύ τῆς προσφοράς καί τῆς ζητήσεως γάλακτος καί γαλακτοκομικών προϊόντων, μέ άλλα λόγια ὅτι ἡ εισφορά αυτή είναι ένα μέτρο διαχειρίσεως τῆς ἀγοράς. Ἦταν επίσης κοινώς γνωστό ὅτι ἡ εισφορά λειτουργεί μέ τόν ἴδιο τρόπο ὅπως καί ἡ επίδικη. Ἀλλά οἱ διάδικοι συνήγαγαν διαφορετικά συμπεράσματα ἀπό τά δεδομένα εκείνα. Κατά τη γνώμη μου, τό μόνο συμπέρασμα πού μπορεί ὀρθά νά συναχθεί εἶναι ὅτι ἡ επιβολή μιᾶς τέτοιας εισφοράς ἀποτελεί τώρα θέμα πού εμπίπτει στην ἀποκλειστική ἁρμοδιότητα τῆς Κοινότητας.
Ή Ἐπιτροπή φαίνεται ὅτι δέ θέλησε νά φτάσει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ επίδικη εισφορά εἶναι ασυμβίβαστη πρός τό κοινοτικό δίκαιο, φοβούμενη κυρίως τίς συνέπειες ενός τέτοιου συμπεράσματος, «έχοντας υπόψη», κατά τή διατύπωση της, «ὅτι υπάρχουν σέ ὅλα τά Κράτη μέλη δημοσιονομικά καί παραδημοσιονομικά μέτρα πού χρησιμοποιούνται γιά τή συγκέντρωση πόρων γιά νά χρηματοδοτηθεί ευρύ φάσμα γεωργικῶν υπηρεσιών». Ή Ἐπιτροπή μᾶς παρέπεμψε σχετικά στην παράγραφο 464 τῆς εκθέσεως τῆς τοῦ 1977 περί τῆς γεωργικής καταστάσεως στην Κοινότητα, ὅπού ἀναφέρεται:
« Σέ πολλά Κράτη μέλη, ὁρισμένα εἴδη ενισχύσεων χρηματοδοτούνται ἀπό επιβαρύνσεις παραδημοσιονομικοῦ χαρακτήρα ἐπί τῶν γεωργικών προϊόντων. Αυτό συμβαίνει στή Γαλλία, ὅπού τά έσοδα ἀπό τέτοιες επιβαρύνσεις ἀνέρχονται σέ 98 περίπου εκατομμύρια ΕΛΜ, στην 'Ολλανδία (48 εκατομμύρια ΕΛΜ), στό Ἡνωμένο Βασίλειο (26 εκατομμύρια ΕΛΜ) καί στή Δανία (19 ἑκατομμύρια ΕΛΜ).
Στην παρούσα ἀνάλυση δέ λήφθηκαν υπόψη δαπάνες κοινωνικής ἀσφαλίσεως, επειδή τά σχετικά στοιχεία πού μᾶς παρέσχαν τά Κράτη μέλη δέν έχουν ὁμοιογένεια.»
Ἀφήνοντας κατά μέρος τίς εισφορές στά ταμεία κοινωνικής ἀσφαλίσεως, γιά τίς όποιες δέν προκύπτει θέμα ἐδῶ, ή ἀπάντηση στους φόβους τῆς Ἐπιτροπής βρίσκεται, νομίζω, στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 2/73 (Geddo κατά Ente Nazionale Risi [1973] 2, ECR, σ. 865). Στην υπόθεση ἐκείνη τό Δικαστήριο διακρίνει μεταξύ, ἀφενός, ενός εσωτερικού φόρου πού επιβάλλεται στίς πωλήσεις ὁρισμένου είδους ἀγαθών εγχώριας παραγωγής, μέ σκοπό νά τροφοδοτηθεί ἕνα ταμείο γιά νά χρηματοδοτήσει ενισχύσεις πρός εγχώριους παραγωγούς τέτοιων ἀγαθών καί, ἀφετέρου, ενός φόρου πού ἀποσκοπεί στή μείωση τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή τέτοιων ἀγαθών (βλ. παράγραφο 6 τῆς ἀποφάσεως). Ἀν καί δέν έγινε λόγος γιά τά άρθρα 92 μέχρι 94 τῆς συνθήκης, κατά τή γνώμη μου, προκύπτει σιωπηρά ἀπό τήν ἀπόφαση ὅτι ἡ νομιμότητα ἑνός φόρου τοῦ πρώτου εἴδους εξαρτάται ἀπό τή νομιμότητα τῶν ενισχύσεων, τίς ὁποιες προορίζεται νά χρηματοδοτήσει καί, επομένως, εἶναι ζήτημα πού μπορεί νά κριθεί μόνο σύμφωνα μέ τά άρθρα αὐτά. Ἐνας φόρος τοῦ δεύτερου εἴδους, ὅμως, δέν εἶναι νόμιμος, επειδή ἀντιβαίνει στίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ περί επιστροφών κατά τήν εξαγωγή.
Ή ἀπόφαση στην υπόθεση Pigs and Bacon Commission κατά McCarren (πού ήδη ἀναφέρθηκε) εἶναι, έκτός ἴσως ἀπό μιά άποψη, συνεπής μέ τή γνώμη αύτη. Τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε ὅτι ἡ εισφορά γιά τήν ὁποία επρόκειτο ήταν παράνομη στό μέτρο πού προοριζόταν γιά τή χρηματοδότηση τῆς πριμοδοτήσεως εξαγωγής, επειδή, στό μέτρο αυτό, ήταν, ὅπως καί ἡ ἴδια ἡ πριμοδότηση, ἀντίθετη πρός τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ περί ιδρύσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς χοίρινου κρέατος. Μοῦ φαίνεται σαφές ὅτι ἡ νομιμότητα τῆς ισορροπίας τῆς εισφοράς, τοῦ μέρους της, δηλαδή, πού προορίζεται γιά τή χρηματοδότηση τῶν προωθητικών δραστηριοτήτων τῆς Pigs and Bacon Commission (Ἐπιτροπής περί χοίρων καί μπέικον) εξαρτάται ἀπό τή νομιμότητα αυτών τῶν ἴδιων τῶν δραστηριοτήτων σύμφωνα μέ τά άρθρα 92 μέχρι 94 τῆς συνθήκης. Τό Δικαστήριο ὅμως ἀρνήθηκε νά ἀπαντήσει στά ερωτήματα πού τοῦ είχε θέσει τό High Court of Ireland σχετικά μέ τά άρθρα 92 μέχρι 94. Ή δικαιολογία τῆς ἀρνήσεως του ήταν ὅτι «Προσφυγή στίς διατάξεις τῶν άρθρων 92 μέχρι 94 τῆς συνθήκης δέν μπορεί νά μεταβάλει τίς υποχρεώσεις τῶν Κρατών μελών πού ἀπορρέουν ἀπό την τήρηση τῶν κανόνων περί τῆς κοινῆς αυτής ὀργανώσεως» σκέψη 21 τῆς ἀποφάσεως). 'Η θέση αυτή ήταν προφανώς σωστή, δέν ήταν, ὅμως, κατά τή γνώμη μου, αρκετή, ἀπό μόνη της, γιά νά καταστήσει περιττές τίς ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα πού ἀφορούσαν τά άρθρα 92 μέχρι 94. Τό πιθανότερο είναι, νομίζω, ὅτι τό Δικαστήριο παρέβλεψε τό γεγονός (ἄν καί τό εἶχα τονίσει στίς προτάσεις μου, στή σ. 2201) ὅτι ένα ἀπό τά ἐπιχειρήματα πού προβλήθηκαν ἀπό τόν εναγόμενο μέ βάση τό άρθρο 93 παράγραφος 3 θά είχε ὁδηγήσει, ἄν εἶχε γίνει δεκτό, στό συμπέρασμα ὅτι τό σύνολο τῆς εισφορᾶς, καί ὄχι μόνο τό μέρος της πού προοριζόταν γιά τή χρηματοδότηση τῆς πριμοδοτήσεως, ήταν παράνομο. Ἀν αυτή εἶναι ἡ σωστή ἐξήγηση, τότε ἡ ἀπόφαση στην υπόθεση εἶναι συνεπής μέ τήν άποψη πού εξέφρασα.
Θά ἔπρεπε ἴσως νά ὑπογραμμίσω, ενόψει ὁρισμένων παρατηρήσεων πού ὑπέβαλε ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἐπιτροπής, κατά τήν προφορική διαδικασία, σχετικά μέ τήν καλή πίστη τῆς ιρλανδικής κυβερνήσεως, ὅτι ἡ διάκριση πού κάνω δέ συνδέεται μέ κανέναν τρόπο μέ τά κίνητρα τῆς κυβερνήσεως ἡ τῶν μελών τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τοῦ οικείου Κράτους μέλους. Ό λόγος γιά τόν όποιο νομίζω ὅτι ἡ ἐν λόγω εισφορά δέν μπορεί νά εξομοιωθεί μέ τήν εισφορά τῆς υποθέσεως Geddo εἶναι ὅτι τά έσοδα πού ἀπέφερε εἰσέρρεαν στό δημόσιο ταμείο τῆς Ἰρλανδίας καί ὄχι σέ ένα ταμείο παροχής ενισχύσεων στους ιρλανδούς γεωργούς, οἱ δραστηριότητες τοῦ ὁποίου θά ήταν επιδεκτικές ελέγχου σύμφωνα μέ τά άρθρα 92 μέχρι 94.
Ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἐπιτροπῆς υποστήριξε ἀκόμα, κατά τή συζήτηση, ὅτι ἡ εισφορά θά μποροῦσε νά κριθεί νόμιμη επειδή ήταν «γενικής εφαρμογής». Αυτό μοῦ φαίνεται ένα κριτήριο τόσο ἀβέβαιο ὅσο καί ἡ διάρκεια τῆς εισφορᾶς ἡ ὁ συντελεστής μέ τόν όποιο επιβάλλεται. Πάντως ὅμως πιστεύω ὅτι ὡς «γενικής εφαρμογής» μπορεί νά χαρακτηριστεί μιά εισφορά πού επιβάλλεται σέ περιορισμένο μόνο ἀριθμό προϊόντων.
Συνεπώς προτείνω νά ἀποφανθεί τό Δικαστήριο, σέ ἀπάντηση τῶν ἐρωτημάτων πού τοῦ έθεσε τό High Court of Ireland, ὅτι:
1)
Τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀφήνει στή διακριτική ευχέρεια τοῦ οικείου ἐθνικοῦ δικαστηρίου τήν ἀπόφαση σέ ποιό στάδιο τῆς δίκης πρέπει νά ἀπευθύνει στό Δικαστήριο αίτηση περί ἐκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως.
2)
Ἐθνικός φόρος πού επιβάλλεται σέ ὅλες τίς ἐξαγωγές ζώντων βοοειδών ἀπό τό οἰκείο Κράτος μέλος, άλλά επιβάλλεται, στό εσωτερικό τοῦ κράτους αὐτοῦ, μόνο κατά τήν παράδοση τῶν βοοειδών αυτῶν για κατεργασία ἀποτελεί, κατά τό μέτρο αυτό, επιβάρυνση πού έχει ἰσοδύναμο ἀποτέλεσμα μέ εξαγωγικό δασμό, ἡ ὁποία ἀπαγορεύεται στό εμπόριο μεταξύ τῶν Κρατών μελών ἀπό τά άρθρα 9, 12 καί 16 τῆς συνθήκης καί στό εμπόριο μέ τρίτες χώρες ἀπό τό άρθρο 20 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 805/68.
3)
Ἐθνικός φόρος πού επιβάλλεται σέ καθορισμένα γεωργικά προϊόντα κατά την παράδοση γιά κατεργασία ἡ εξαγωγή καί τά έσοδα τοῦ ὁποίου εισρέουν στό εθνικό δημόσιο ταμείο τοῦ οικείου Κράτους μέλους, χωρίς νά προορίζονται ειδικά γιά ενισχύσεις, ἡ λειτουργία τῶν ὁποίων εἶναι επιδεκτική έλεγχου σύμφωνα μέ τά άρθρα 92 μέχρι 94 τῆς συνθήκης, εἶναι, στό μέτρο πού τέτοια προϊόντα ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ενός συστήματος τιμών δυνάμει ὁποιουδήποτε κανονισμοῦ περί ιδρύσεως κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, ἀσυμβίβαστος πρός τό σύστημα αυτό καί συνεπῶς παράνομος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy