ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
'Ἀς μοῦ επιτραπεί νά ἀναπτύξω προτάσεις κοινές καί γιά τίς δυό υποθέσεις, πού πρόκειται νά συζητηθούν σήμερα. Καί στις δυό περιπτώσεις καθ᾽ ἧς εἶναι ἡ Ἰταλική Δημοκρατία, καί στίς δυό περιπτώσεις πρόκειται γιά τήν εκτέλεση κοινοτικῶν ὁδηγιών, οἱ όποιες εκδόθηκαν μέ σκοπό νά παραμερίσουν, ἑνοποιώντας ὁρισμένες τεχνικές διατάξεις, ὁρισμένα εμπόδια πού προέκυπταν μέχρι τώρα ἀπό τή διαφορά τῶν εθνικών νομοθεσιών ως πρός τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν ἀγαθών.
Ἐδώ δέ χρειάζεται νά ἀναφέρω λεπτομέρειες τῶν ὁδηγιών αυτών. Παραπέμπω σχετικά στά δικόγραφα τῶν προσφυγών τῆς Ἐπιτροπής καί στίς εκθέσεις γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση. Ἀς υπενθυμίσω μόνο τά έξῆς:
Γιά τήν ὑπόθεση 44/80 σημασία ἔχει ή ὁδηγία 76/116 τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1975, «περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιών τῶν Κρατών μελών περί λιπασμάτων (ABl. L 24 τῆς 30ης Ἰανουαρίου 1976, σ. 21, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 24, τόμ. 13/003, σ. 164), ή οποία περιέχει διατάξεις περί τῆς συνθέσεως τῶν λιπασμάτων, περί τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ενδείξεως «λίπασμα ΕΟΚ» καί περί τῆς διεξαγωγής δειγματοληπτικών έλέγχων. Σκοπός τῆς εἶναι ὅχι μόνο κατ' επιλογή, ἀλλα ὁλική ἐναρμόνιση. Αὐτό σημαίνει ὅτι τά λιπάσματα ΕΟΚ επιτρέπεται νά διαθέτονται στην ἀγορά μέ τήν ένδειξη αυτή μόνο ὅταν ἀνταποκρίνονται στους ὅρούς τῆς ὁδηγίας, καθώς καί ὅτι τά Κράτη μέλη δέν έχουν τό δικαίωμα σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τῆς ὁδηγίας νά ἀπαγορεύουν, περιορίζουν ἡ εμποδίζουν τήν εμπορία τῶν λιπασμάτων πού φέρουν τήν ένδειξη «λίπασμα ΕΟΚ» καί ἀνταποκρίνονται στίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας καί των παραρτημάτων της. Ή ὁδηγία κοινοποιήθηκε στά Κράτη μέλη στίς 19 Δεκεμβρίου 1975. Ἀπό αυτή τήν ἡμερομηνία είχαν προθεσμία 24 μηνών — κατά τό άρθρο 12 τῆς ὁδηγίας — γιά νά θέσουν σέ ἰσχύ τίς ἀπαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις καί γιά νά διαβιβάσουν στην Ἐπιτροπή τό κείμενο τῶν διατάξεων αυτών. Πρέπει επίσης νά μνημονευτεί ὅτι στό άρθρο 11 τῆς ὁδηγίας θεσπίστηκε μιά ειδική διαδικασία — ένα εἶδος διαδικασίας ενώπιον διοικητικής επιτροπής — γιά τήν τροποποίηση ιδίως τῶν παραρτημάτων καί τήν προσαρμογή τους στην τεχνική πρόοδο. Τό έργο αὐτό έχει ἀναλάβει μιά επιτροπή, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπό εκπροσώπους τῶν Κρατών μελών καί προεδρεύεται ἀπό έναν εκπρόσωπο τῆς Ἐπιτροπής. Ἀν αυτή ἡ επιτροπή, μέ ειδική πλειοψηφία, γνωμοδοτήσει θετικά γιά ένα σχέδιο τῆς Ἐπιτροπής, τότε ἡ τελευταία λαμβάνει τά μέτρα πού σκόπευε. Σέ ἀντίθετη περίπτωση υποβάλλει πρόταση σχετικά μέ τά μέτρα πού πρέπει νά ληφθούν στό Συμβούλιο, τό όποιο ἀποφασίζει μέ ειδική πλειοψηφία. Κατά τή διαδικασία αυτή — ὅπως προβλέπεται στό άρθρο 9 παράγραφος 2 τῆς ὁδηγίας — πρέπει νά καθορίζονται επίσης ὁ τρόπος τῆς δειγματοληψίας καί οἱ μέθοδοι ἀναλύσεως. Ὁ καθορισμός αυτός έγινε μέ τήν ὁδηγία 77/535 τῆς 22ης Ἰουνίου 1977 (ABl. L 213 τῆς 22ης Αυγούστου 1977, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 213, τόμ. 13/006, σ. 52), ἡ ὁποία επίσης έχει σημασία γιά τήν υπόθεση 44/80. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τῆς ὁδηγίας αυτής, τά Κράτη μέλη όφειλαν, τό αργότερο μέχρι τίς 19 Δεκεμβρίου 1977, νά θέσουν σέ ἰσχύ τίς ἀναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις καί νά διαβιβάσουν στην Ἐπιτροπή τά κείμενά τους. Γιά τήν εκτέλεση συνεπώς καί τῶν δνο ὁδηγιών ἰσχυε μιά προθεσμία, ἡ ὁποία ἔληγε στίς 19 Δεκεμβρίου 1977.
Ὅσον άφορᾶ την υπόθεση 45/80, ἐδῶ πρόκειται γιά τήν ὁδηγία 76/767 τῆς 27ης Ἰουλίου 1976«περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιῶν τῶν Κρατῶν μελών τῶν ἀναφερόμενων στίς κοινές διατάξεις περί τῶν συσκευών πιέσεως καί τῶν μεθόδων έλεγχου αυτών τῶν συσκευών» (ABI. L 262 τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1976, σ. 153, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν. 262, τόμ. 13/004, σ. 127). Ὅπως δείχνει καί ὁ τίτλος, ἐδῶ πρόκειται γιά τήν εναρμόνιση διατάξεων σχετικά μέ τους έλεγχους τέτοιων συσκευών. Γιά τό σκοπό αυτό προβλέπεται μιά διαδικασία εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί μιά διαδικασία ἐλεγχου ΕΟΚ γιά κάθε συσκευή. Οἱ έλεγχοι πού διεξάγονται μέ αυτό τόν τρόπο ἀναγνωρίζονται ἀμοιβαία ἀπό τά Κράτη μέλη. Επομένως τά Κράτη μέλη ὀφείλουν — ὅπως ὁρίζει τό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας — νά μήν εμποδίζουν τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν συσκευών πού ἀνταποκρίνονται στους ὅρους τῆς ὁδηγίας, πράγμα πού σημαίνει κατ' επιλογή μόνο, καί ὄχι ὁλική εναρμόνιση. Πρέπει ἀκόμα νά τονιστεί ὅτι ή ὁδηγία αύτη δημιουργεί ἁπλώς ἕνα γενικό πλαίσιο καί ὅτι προβλέπει καί άλλες ὁδηγίες γιά κάθε κατηγορία συσκευών, ή έκδοση ὅμως τῶν ὁποίων δέν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα. 'Οσο λοιπόν δέν υπάρχουν ειδικές ὁδηγίες, σημασία γιά τίς συσκευές πού εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας έχει τό άρθρο 22, τό όποιο ὁρίζει ὅτι οἱ ἀρχές έλεγχου τῆς χώρας προορισμοῦ ἀναγνωρίζουν σάν κανονικές τίς συσκευές πού ἐλέγχτηκαν ἀπό όργανα σύμφωνα μέ τό παράρτημα ΙV καί ὅτι οἱ έλεγχοι αυτοί πρέπει νά διεξάγονται στό κράτος προελεύσεως σύμφωνα μέ τή διαδικασία πού ρυθμίζεται επίσης στό παράρτημα ΙV. Ή ὁδηγία αυτή, πού κοινοποιήθηκε στά Κράτη μέλη στίς 30 Ἰουλίου, έπρεπε νά εκτελεστεί σύμφωνα μέ τό άρθρο τῆς 24, σέ προθεσμία 18 μηνών, δηλαδή μέχρι τίς 30 Ἰανουαρίου 1978, τό περιεχόμενο δέ τῶν ἀντίστοιχων κειμένων έπρεπε νά ἀνακοινωθεί στην Ἐπιτροπή μέχρι τήν ημερομηνία αύτη.
Ἐπειδή τόσο ἡ τελευταία αυτή προθεσμία, ὅσο καί ἡ κρίσιμη προθεσμία σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες 76/116 καί 77/535 παρήλθαν χωρίς νά ἐκδοθοῦν στην Ἰταλία οἱ ἀναγκαίες εκτελεστικές διατάξεις, ἡ Ἐπιτροπή κίνησε κατά τῆς Ἰταλικῆς Δημοκρατίας τή διαδικασία τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀρχικά μέ επιστολές στίς 12 Ἀπριλίου καί στίς 27 Ἰουλίου 1978. Ἀφοῦ έληξαν άκαρπες οἱ δίμηνες προθεσμίες πού εἶχαν ταχτεί γιά τήν υποβολή παρατηρήσεων, εκδόθηκαν στίς 18 Μαίου 1979 αιτιολογημένες γνώμες, οἱ όποιες πρόβλεπαν προθεσμία άλλων δύο μηνών γιά τήν εκτέλεση τῶν ὁδηγιών.
Ή Ἐπιτροπή πληροφορήθηκε τότε — ὅσον άφορᾶ τήν πρώτη περίπτωση — ἀπό ένα ὑπόμνημα τῆς μόνιμης ἀντιπροσωπείας τῆς Ἰταλίας, τῆς 24ης Ἰουλίου 1979, ὅτι ή ὁδηγία 76/116 καθιστοῦσε ἀναγκαία τήν έκδοση ενός νόμου. Ή έκδοση αυτή καθυ-στεροῦσε λόγω τοῦ περίπλοκου χαρακτήρα τοῦ θέματος καί επειδή ήταν ἀναγκαία μιά νέα ρύθμιση γιά ὁλόκληρο τόν τομέα τῶν λιπασμάτων. 'Ομως σχετικό σχέδιο νόμου επρόκειτο νά εξεταστεί σύντομα ἀπό τό ιταλικό υπουργικό συμβούλιο. 'Οσον άφορᾶ τήν εκτέλεση τῆς ὁδηγίας 77/735 ἀνακοινώηκε ἁπλώς ὅτι ήταν στενά συνδεδεμένη μέ τή θέση σέ ἰσχύ τῆς ἀνωτέρω νέας συνολικής ρυθμίσεως καί επομένως εξαρτιόταν ἀπό αυτή.
Ὡς πρός τή δεύτερη περίπτωση (ὁδηγία 76/767), ἡ μόνιμη ἀντιπροσωπεία τῆς Ἰταλίας υπογράμμισε σέ ένα υπόμνημα τῆς 5ης Ἰουνίου 1979 ὅτι ἡ ιταλική κυβέρνηση εἶχε υποβάλει στή Βουλή νομοσχέδιο μέ εξουσιοδοτικές διατάξεις γιά τή λήψη τῶν ἀναγκαίων μέτρων, πλην ὅμως τό σχέδιο αυτό έγινε άνευ ἀντικειμένου λόγω πρόωρης διαλύσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Σέ νεώτερο υπόμνημα, τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1979, περιέχόνταν δήλωση ὅτι ἡ ὁδηγία μποροῦσε νά εκτελεστεί μέ διοικητικές διατάξεις, οἱ όποιες θά εκδίδονταν σύντομα.
Ἐπειδή ἡ Ἐπιτροπή θεώρησε ὅτι οἱ εξηγήσεις αυτές δέν ήταν επαρκείς καί επειδή στή συνέχεια δέν έγινε ἡ λήψη καί γνωστοποίηση στην Ἐπιτροπή τῶν μέτρων πού είχαν ἀναγγελθεί, ἡ τελευταία αύτη προσέφυγε στό Δικαστήριο στίς 4 Φεβρουαρίου 1980.
Ή Ἐπιτροπή ζήτησε — ὡς πρός τήν υπόθεση 44/80 — νά βεβαιώσει τό Δικαστήριο ὅτι ἡ Ἰταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις τῆς πού ἀπορρέουν ἀπό τή συνθήκη ΕΟΚ, μή εκδίδοντας διατάξεις γιά τήν εκτέλεση τῆς ὁδηγίας 76/116 καί τῆς ὁδηγίας 77/535 μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία.
Ἐπιπλέον ζήτησε — ὡς πρός τήν υπόθεση 45/80 — νά βεβαιώσει τό Δικαστήριο ὅτι ή Ἰταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις τῆς πού ἀπορρέουν ἀπό τή συνθήκη ΕΟΚ, ἐπειδή δέν ἔθεσε σέ ἰσχύ τίς ἀναγκαίες διατάξεις γιά τήν εκτέλεση τῆς ὁδηγίας 76/767 μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία.
Μετά ἀπό ὅσα έχουμε ἀκούσει μέχρι τώρα κατά τή διάρκεια τῆς διαδικασίας εἶναι φανερό ὅτι τά αιτήματα αυτά πρέπει νά γίνουν ἀποδεκτά.
Στην πρώτη περίπτωση υποστηρίχτηκε ὅτι ὁ καταρτισμός ενός νομοσχεδίου καθυστέρησε λόγω τῆς ἀνάγκης συμπράξεως πολλών κυβερνητικῶν ὀργάνων. Τό νομοσχέδιο τό όποιο δέν προοριζόταν νά εξυπηρετήσει μόνο τήν εκτέλεση τῆς ὁδηγίας 76/116, ἀλλά ἀποτελούσε επίσης μιά νέα ρύθμιση ὁλόκληρου τοῦ τομέα, επιπλέον δέ συνιστοῦσε τή βάση γιά τήν ἔκδοση μιᾶς υπουργικής ἀποφάσεως — πού έχει ήδη καταρτιστεί — γιά τήν εκτέλεση τῆς οδηγίας 77/535, βρίσκεται τώρα στό Κοινοβούλιο καί ἡ έκδοση του πρέπει — σύμφωνα μέ τή γνώμη δύο επίτροπων, ή ὁποία πρέπει επίσης νά ἀναμένεται στους προσεχείς μήνες.
Στή δεύτερη περίπτωση ἀκούσαμε ὅτι έχει υποβληθεί πάλι στή Βουλή τό νομοσχέδιο πού περιέχει διατάξεις ἐξουσιοδοτήσεως τῆς κυβερνήσεως νά προβεί στην εκτέλεση μιᾶς σειράς κοινοτικῶν ὁδηγιών, ἀφοο δέν μπόρεσε νά ψηφιστεί κατά τήν προηγούμενη βουλευτική περίοδο λόγω τῆς πρόωρης διαλύσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Γιά τό λόγο αυτό επίσης δέν προωθήθηκε ή έκδοση διοικητικών διατάξεων σχετικά μέ ὁρισμένες ἀπό τίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας, γιά τίς όποιες έγινε λόγος προηγουμένως.
Τό νομοσχέδιο συζητείται γιά τήν ώρα στή Βουλή, άλλά μετά πρέπει νά υποβληθεί καί στή Γερουσία.
Είναι συνεπώς βέβαιο ὅτι μέχρι σήμερα σέ καμιά ἀπό τίς δυό περιπτώσεις δέν εκδόθηκαν δεσμευτικές διατάξεις καί ὅτι δέν μπορεί νά λεχθεί πότε πρέπει νά ἀναμένεται αὐτή ἡ έκδοση. Συνεπώς δέν υπάρχει σαφώς κανένας λόγος νά θεωρηθεί ὅτι οἱ δίκες έχουν γίνει άνευ ἀντικειμένου.
Ἐξάλλου έχει μέχρι τώρα ἐπανειμμένα ἀποσαφηνιστεί στή νομολογία ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ περίπλοκου χαρακτήρα ενός θέματος ή ή ἀνάγκη ταυτόχρονης ρυθμίσεως σέ πολύ ευρύτερο πλαίσιο δέν μπορεί νά ἀποτελέσει δικαιολογία γιά σημαντικές καθυστερήσεις στην εκτέλεση τῶν κοινοτικών ὁδηγιών, ἄν οἱ προθεσμίες πού ὁρίζονται σ' αυτές καί πού έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα δέν παραταθούν. Σύμφωνα μέ τή νομολογία εἶναι επίσης σαφές — πράγμα πού έχει προβάλει πολλές φορές ἡ Ἐπιτροπή — ὅτι στή διαδικασία τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ένα Κράτος μέλος δέν μπορεί νά ἐπικαλεστεί διατάξεις, τήν ἀκολουθούμενη πρακτική ἡ καταστάσεις τῆς ἐσωτερικής έννομης τάξεως του γιά νά δικαιολογήσει νομοθετικές παραλείψεις, καί ὅτι στή διαδικασία αυτή δέν έχει σημασία ποιό κρατικό όργανο φέρει ευθύνη γιά τήν προσβαλλόμενη παράλειψη.
Ἑπομένως δέν ἀπομένει παρά νά βεβαιώσετε ὅτι ἡ Ἰταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις τῆς πού ἀπορρέουν ἀπό τή συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δέν έλαβε στίς προβλεπόμενες προθεσμίες τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν εκτέλεση τῶν ὁδηγιῶν 76/116, 77/535 καί 76/767. Ἐππλέον, τά δικαστικά έξοδα πρέπει νά επιβληθούν στην καθ' ἧς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy