ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ή διαδικασία περί ἐκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς ὁποίας λαμβάνουμε σήμερα θέση άφορα ἐκ νέου τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 95 σέ σχέση μέ ἐσωτερική διαφοροποιημένη φορολογία προϊόντων ἀλκοόλης.
Ή ἑταιρεία Orbat, πού ἔχει τήν ἕδρα της στό Μιλάνο παρήγγειλε προφορικά, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἐπιβεβαίωση πωλήσεως τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1980, στην ἑταιρεία Vinal, πού έχει τήν έδρα τῆς στό Casteggio, δέκα ἑκατόλιτρα μετουσιωμένης ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως εἰσαγόμενα ἀπό άλλο Κράτος μέλος τῆς ΕΟΚ, στήν τιμή των 62000 λιρετῶν ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης, στην ὁποία περιλαμβανόταν ὁ φόρος προστιθέμενης αξίας. Ἡ τιμή αυτή περιλάμβανε ειδικό κρατικό φόρο (diritto erariale speciale), πού είχε ὁριστεί, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 506 της 18ης Αυγούστου 1978, ὁ όποιος τροποποίησε τό φορολογικό καθεστώς των ἀλκοολῶν (GU ἀριθ. 247 τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1978), σέ 12000 λιρέτες ἀνά ἐκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης καί καταβλήθηκε ἀπό τήν ἐταιρεία Vinal κατά τήν εἰσαγωγή τοῦ ἐν λόγω ἐμπορεύματος.
Ὅταν ἡ ἑταιρεία Orbat ἀρνήθηκε νά κατα-βάλει αυτόν τόν εἰδικό κρατικό φόρο, τόν όποιο θεωροθσε ὅτι εἰσπράχθηκε ἀδικαιολόγητα, ἡ ἑταιρεία Vinal ήγειρε ενώπιον της Pretura τοῦ Casteggio ἀγωγή μέ τήν ὁποία ζητούσε νά διαταχθεί ἡ παραλαβή τοῦ ἐμπορεύματος πού εἶχε ἀποκτηθεί καί τήν καταβολή τοῦ τιμήματος μαζί μέ τόν εἰδικό κρατικό φόρο καί τό φόρο προστιθέμενης ἀξίας.
Στή συνεδρίαση, ἡ ἑταιρεία Orbat δέν ἀμφισβήτησε ὅτι ὀφείλει τή βασική τιμή τῶν 50000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο ἄνυδρης ἀλκοόλης, αὐξημένη κατά τό φόρο προστιθέμενης ἀξίας, ἐναντιώθηκε ὅμως στην καταβολή τοῦ εἰδικοῦ κρατικοῦ φόρου, πού χρεώθηκε μέ 12000 λιρέτες ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης, τοῦ ὁποίου ή είσπραξη ήταν, κατά τή γνώμη της, ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Τό Ιταλικό φορολογικό σύστημα προβλέπει κατ' ἀρχήν τήν είσπραξη εἰδικοῦ κρατικοῦ φόρου 12000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο καθαρής ἀλκοόλης γιά ὅλους τους τύπους μετουσιωμένων ἀλκοολῶν. 'Απαλλάσσονται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπ' αυτό τό φόρο μόνο οἱ τύποι ἀλκοολών πού ἀνήκουν στην κατηγορία πού ἐπικράτησε ν' ἀποκαλείται δεύτερη κατηγορία καί οἱ όποιοι παράγονται ἀπό κρασί, πατούρια ἡ φρούτα, ἐνῶ φορολογικός συντελεστής 1000 λιρετών ἀνά εκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης προβλέπεται γιά τήν ἀλκοόλη πού προέρχεται ἀπό μελάσα, κεχρί καί ζαχαροκάλαμο, καί φορολογικός συντελεστής 2000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης ἐπιβάλλεται στό μεθυλένιο, προπυλένιο καί ἰσοπροπυλένιο.
Παρ' ὅλο ὅτι τό ἀνωτέρω σύστημα ἐφαρμόζεται ἀδιακρίτως στά ἐθνικά καί στα εἰσαγόμενα προϊόντα, συνιστά ἐν τούτοις, κατά τή γνώμη τῆς ἐναγόμενης ἑταιρείας Orbat, παραβίαση τῆς ἀπαγορεύσεως εισαγωγής διακρίσεων περί τῆς ὁποίας τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἐφ' ὅσον ἀφ' ἑνός, ή μετουσιωμένη ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως πρέπει νά θεωρηθεί ὁμοειδής καί μάλιστα πανομοιότυπη μέ τή μετουσιωμένη ἀλκοόλη ἐκ ζυμώσεως καί ἀφ' ἑτέρου, ή ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως εἶναι προϊόν ἀποκλειστικά εἰσαγόμενο στην 'Ιταλία ἐνῶ ή ἀλκοόλη ἐκ ζυμώσεως εἶναι ἀποκλειστικά προϊόν ἐθνικής παραγωγής. Συνεπώς, τό «ὁμοειδές» προϊόν πού εἰσάγεται ἀπό τήν Κοινότητα φορολογείται στην πραγματικότητα βαρύτερα ἀπό τό ἐθνικό προϊόν. Γιά τούς προαναφερθέντες λόγους ὀφείλει νά καταβάλει μόνο εἰδικό κρατικό φόρο ύψους 1000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης.
Μέ διάταξη τῆς 30ῆς Ἰανουαρίου 1980 ή Pretura τοῦ Casteggio ἀνέβαλε τήν ὁριστική της ἀπόφαση καί υπέβαλε τά ἀκόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Τό άρθρο 95 εδάφιο 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ μήπως πρέπει νά ἑρμηνευτεί μέ τήν έννοια ὅτι πρέπει νά θεωρούνται ὡς «ὁμοειδή» δύο προϊόντα πού προέρχονται ἀπό διαφορετικές πρώτες ύλες ἀλλά πού μπορούν νά εξυπηρετήσουν τήν ἴδια χρήση καί πού παρουσιάζουν τήν ἴδια χρησιμότητα;
2)
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στό πρώτο ερώτημα τό άρθρο 95 εδάφιο 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ μήπως πρέπει νά ἐρμηνευτεί μέ τήν ἔννοια ὅτι πρέπει νά θεωρείται ὡς ἀπαγορευμένη ή εἴσπραξη φόρων πού πλήττουν κατά τρόπο ἀπολύτως ταυτόσημο καί τό κοινοτικό προϊόν καί τό ὁμοειδές ἐθνικό προϊόν, ἀλλά πού στην πραγματικότητα ἀποτελεί φορολογική διάκριση εἰς βάρος ὁμοειδών προϊόντων πού προέρχονται ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη, ἀφού τό προϊόν στό όποιο ἐπιβάλλεται ὁ βαρύτερος φόρος εἶναι ἀποκλειστικά εἰσαγόμενο καί τό προϊόν στό όποιο ἐπιβάλλεται ὁ λιγότερο βαρύς φόρος εἶναι κυρίως ἐθνικής καταγωγής;
3)
Σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως σ' ἕνα ἀπό τά προηγούμενα ερωτήματα, τό άρθρο 95 ἐδάφιο 2 μήπως πρέπει νά ἑρμηνευτεί — στην προκειμένη επίδικη περίπτωση — μέ τήν έννοια ὅτι ἀπαγορεύεται νά ἐπιβληθεί βαρύτερος φόρος σέ προϊόν πού προέρχεται κυρίως ἀπό άλλα Κράτη μέλη, μέ αποτέλεσμα νά προστατεύεται ή εθνική παραγωγή πού ἀνταγωνίζεται αὐτό τό προϊόν;»
Τά ἀνωτέρω ερωτήματα ἐπιβάλλουν τίς ἀκόλουθες, ἐκ μέρους μας, προτάσεις:
I — Ἐπί τοῦ παραδεκτού
Ή Ιταλική κυβέρνηση, διά τῶν παρατηρήσεών της, στηριζόμενη στίς διαπιστώσεις πού έγιναν ἀπό τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση ἡ ὁποία ἐκδόθηκε στην υπόθεση Foglia (ἀπόφαση πού εκδόθηκε στίς 11 Μαρτίου 1980, Pasquale Foglia κατά Mariella Novello, 104/79, ἡ ὁποία δέν έχει ἀκόμα δημοσιευτεί), ἐπικαλεῖται ὅτι ή παρούσα αίτηση γιά έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως εἶναι ἀπαράδεκτη. Ὅπως στην προαναφερθείσα υπόθεση, ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ χρησιμοποιείται καί ἐδῶ καταχρηστικά βάσει πλασματικής καί τεχνητής διαφορᾶς στην κύρια δίκη, μέ τήν ὁποία ἐπιχειρείται νά προσαφθεί σ' ἕνα Κράτος μέλος παραβίαση της συνθήκης. Ἐν τούτοις μέσα στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν ἐνδίκων μέσων πού ὁρίζει ἡ συνθήκη, τέτοιο δικαίωμα δέν έχει δοθεί παρά στην Επιτροπή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
'Αλλά, συμμεριζόμενοι ως πρός αυτό τήν ἐκδοχή τῆς ἐνάγουσας στήν κύρια δίκη καί τῆς 'Επιτροπής, δέν μπορούμε νά ταχθούμε μ' αυτή τήν άποψη. Πρέπει ἀρχικά νά σημειωθεῖ, κατά τρόπο ὅλως διόλου γενικό, ὅτι τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στό Δικαστήριο ἁρμοδιότητα ν' ἀποφαίνεται, μέ προδικαστικές ἀποφάσεις, ἐπί θεμάτων τοῦ κοινοτικοί) δικαίου ὅταν «τέτοιο θέμα ἀνακύπτει ἐνώπιον δικαστηρίου Κράτους μέλους» καί «τό δικαστήριο ... κρίνει ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐπί τοῦ θέματος εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς δικής του ἀποφάσεως». Πρός τό συμφέρον λοιπόν ἑνιαίας ερμηνείας τοῦ κοινοτικού δικαίου, έχει ἀνατεθεί στό Δικαστήριο ή ἀποστολή νά παρέχει, κατ' ἀρχήν, σέ κάθε δικαστήριο τῆς Κοινότητας, τά στοιχεία ἑρμηνείας τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού τοῦ είναι ἀναγκαία γιά τήν επίλυση τῶν διαφορων οἱ ὁποῖες τοῦ έχουν υποβληθεί, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν πρόκειται γιά διαφορές δημοσίου δικαίου ἡ γιά διαφορές πού ἀνάγονται μόνο στό Ιδιωτικό δίκαιο (βλ. σχετικά μ' αὐτό, ἰδιαιτέρως τίς ἀποφάσεις τίς σχετικές μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ άρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πού ἐκδόθηκαν τήν 20ή Φεβρουαρίου 1973, FOR κατά Vereinigte Kammgarn-Spinnereien, υπόθεση 54/72, Recueil 1973 σ. 193 καί τήν 22α Μαρτίου 1977, Ianelli καί Volpi κατά Meroni, υπόθεση 74/76 Recueil 1977 σ. 557).
Τό Δικαστήριο, «λαμβάνοντας υπόψη τίς συνθήκες τῆς προκείμενης περιπτώσεως», δηλαδή μόνο κατ' ἐξαίρεση, κηρύχθηκε ἀναρμόδιο ν' ἀποφανθεί ἐπί τῶν ερωτημάτων πού υπέβαλε εθνικό δικαστήριο λόγω ἐλλείψεως πραγματικῆς διαφορᾶς. Ή ἰδιομορφία τῆς περιπτώσεως συνίστατο, ὅπως τό ὑπογράμμισε τό Δικαστήριο, στό γεγονός ὅτι οἱ διάδικοι στην κύρια δίκη εἶχαν ὡς εμφανή σκοπό νά επιτύχουν τήν καταδίκη τοῦ γαλλικοῦ φορολογικού συστήματος μέ τό τέχνασμα διαδικασίας ἐνώπιον ἰταλικοῦ δικαστηρίου μεταξύ δύο ιδιωτών διαδίκων πού είχαν συμφωνήσει ὡς πρός τόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό καί οἱ ὁποῖοι εἶναν περιλάβει στή σύμβαση τους ὅρο μέ σκοπό νά ἀναγκάσουν τό Ιταλικό δικαστήριο ν' ἀποφανθεί ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου. "Ενδειξη τοῦ τεχνητοῦ χαρακτήρα τῆς ἐν λόγω κατασκευής ἀποτελεί κυρίως ή συμπεριφορά τῶν διαδίκων τῆς κύριας δίκης.
'Αντίθετα πρός τήν ἀνωτέρω υπόθεση, δέν υπάρχουν, κατά τή γνώμη μας, στήν παρούσα περίπτωση, τέτοιες εἰδικές συνθήκες πού θά άφηναν νά διαφανεί πολύ καθαρά ὅτι τά ερωτήματα πού υποβλήθηκαν ἀπό τό εθνικό δικαστήριο δέν περιλαμβάνονται στό πεδίο ἐφαρμογής τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἔτσι, κατά τή γνώμη μας, ἀντίθετα πρός τίς διαβεβαιώσεις τῆς Ιταλικής κυβερνήσεως, δέν προκύπτει ἀναγκαστικά ἀπό τή συμπεριφορά τῶν συμβαλλομένων κατά τήν κατάρτιση της συμβάσεως ὅτι αυτή θά ἐχρησιμοποιεῖτο μόνο ως πρόσχημα γιά νά τεθεῖ ὑπό κατηγορία ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, βάσει πλασματικῆς διαφορᾶς στην κύρια δίκη, τό Ιταλικό φορολογικό σύστημα. Όπως πράγματι πληροφορηθήκαμε, ἡ δραστηριότητα πού ἀσκεῖ ἡ ἐνάγουσα στήν κύρια δίκη, συνίσταται, κατά πρῶτο λόγο, στην παρασκευή ἀλκοόλης ἀπό ἀγροτικά προϊόντα ἀλλα ἐκτός ἀπό αυτό ἀγοράζει ἐπίσης ὁρισμένες συμπληρωματικές ποσότητες γιά τήν περίπτωση πού ἡ δική τῆς παραγωγή δέ θά ἐπαρκούσε γιά τήν ἰκανοποίηση της ζητήσεως καί ὅταν υπάρχει ἐλπίδα αντίστοιχου κέρδους. Ή ενάγουσα χρησιμοποίησε ἀκόμα προφανῶς τή δυνατότητα αυτή κατά τή διάρκεια τοῦ έτους 1979 ἀφού εισήγαγε μείγμα συνθετικής αλκοόλης καί μελάσας, ἐν συνεχεία μετουσίωσε τό μείγμα αὐτό ὑπό τόν ἔλεγχο τῶν ιταλικών ἀρχῶν καί μεταπώλησε τμῆμα της ἐν λόγω ἀλκοόλης στην ἐναγόμενη στην κύρια δίκη. Όμως ἡ φορολογία τέτοιου μείγματος γίνεται βάσει τοῦ φορολογικού συνετελεστῆ πού ἐπιβάλλεται στίς μετουσιωμένες ἀλκοόλες ἐκ συνθέσεως λόγω της μεγάλης δυσκολίας διαχωρισμού τῶν ἀλκοολών ἐπί τοῦ τεχνικού πεδίου.
Αυτή ἡ κατάσταση πραγμάτων μᾶς δείχνει ήδη ὅτι μπορούσε νά ἀνταποκριθεί σέ συμφέροντα ὅλως διόλου λογικά τῶν συμβαλλομένων τό νά συνομολογήσουν ρητά τήν παράδοση ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως. Κατά συνέπεια, ἀντίθετα πρός τή γνώμη τῆς ἰτα-λικῆς κυβερνήσεως, δεν μπορούσε κανείς ν' ἀναμένει ἀναγκαστικά ἀπό τήν ἑταιρεία Orbat άρνηση παραδόσεως «μείγματος» ἀφῦο τόσο ἡ ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως ὅσο καί ἡ ἀλκοόλη ἐκ ζυμώσεως μπορούν ἀναμφισβήτητα νά εξυπηρετήσουν τήν ἴδια χρήση. Τό γεγονός ἐν τούτοις ὅτι ἡ εταιρεία Vinal δέν εκπλήρωσε τίς συμβατικές της υποχρεώσεις παραδίδοντας ἀλκοόλη ἀπό μελάσα ἡ ὁποία απολαύει ευνοϊκότερης φορολογικῆς μεταχειρίσεως, μπορεί ὁμοίως νά ἐξηγηθεί ἀπό σειρά λόγων.
'Επίσης, εἶναι σαφές ὅτι ἡ κατάσταση τῶν συμφερόντων τῶν διαδίκων δέν επιτρέπει τό συμπέρασμα ὅτι πρόκειται περί τεχνητής διαφορᾶς. Ή εταιρεία Vinal εἶχε συμφέρον, ὡς πωλήτρια, νά ἐπιβαρύνει τήν ἀγορά-στρια μέ τους φόρους πού ἔπρεπε νά κατα-βάλει γιά νά ἐπωφεληθεί τοῦ εὐνοϊκότερου καθεστώτος, ἐνῶ τό συμφέρον τῆς ἀγορά-στριας συνίστατο τουναντίον στό χαμηλότερο δυνατό τίμημα. Οἱ διάδικοι δέ συμφωνούν ἐπίσης — αὐτό ἀποτελεί άλλη διαφορά ὡς τήν υπόθεση Foglia — ἐπί τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 95.
Τέλος, τό Δικαστήριο δέν μπορεί ἐπίσης νά έχει ὡς ἀποστολή τό νά ἐλέγχει κατά πόσο ή ἐρμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου είναι σημαντική γιά τή διαφορά πού προκάλεσε τήν προδικαστική διαδικασία. Σ' αὐτή τήν ἀλληλουχία, ἐπιβάλλεται ἡ υπόμνηση ὅτι σύμφωνα μέ τήν πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου τή σχετική μέ τό άρθρο 177 της συνθήκης ΕΟΚ, τό ἐθνικό δικαστήριο είναι κατ' ἀρχήν τό μόνο αρμόδιο γιά νά εκτιμήσει τό βάσιμο τῶν ἐρωτημάτων πού έχουν τεθεῖ, ἀπό ὅπου προκύπτει ὅτι πρέπει νά ἀρκεῖ τό ὅτι τό δικαστήριο τῆς παραπομπής θεωρεί ἀναγκαία τήν ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
Κατά συνέπεια, ἐλλείψει σαφών καί πρόδηλων ἐνδείξεων πού νά ἀφήνουν νά διαφανεί, ὅπως στην υπόθεση Foglia, ὅτι δημιουργήθηκε τεχνητή διαφορά μέ σκοπό νά προσαφθεί σέ Κράτος μέλος παραβίαση τῆς συνθήκης — καί μόνο σ' αυτές τίς περιπτώσεις θά έπρεπε εξαιρετικώς νά γίνει άρνηση τῆς ἁρμοδιότητας —, προτείνουμε στό Δικαστήριο νά δεχτεῖ ὅτι εἶναι ἁρμόδιο καί νά κηρύξει παραδεκτή τήν αίτηση ἐκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
II — Ἐπί τῆς ουσίας
Τό πρώτο ἐρώτημα ἀποσκοπεί στό νά καθοριστεί ἄν δύο προϊόντα πού παράγονται ἀπό διαφορετικές πρώτες ὕλες, οἱ ὁποίες ἐπιδέχονται νά εξυπηρετήσουν για την ἴδια χρήση, πρέπει νά θεωρηθούν ὡς «ὁμοειδή» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Μέ τό δεύτερο καί τό τρίτο ἐρώτημα τό δικαστήριο τῆς παραπομπῆς ἀποβλέπει στην ἀπόκτηση ενδείξεων ἐπί τῆς ἑρμηνείας τοῦ άρθρου 95 παράγραφοι 1 καί 2 της συνθήκης ΕΟΚ γιά νά μπορέσει νά εκτιμήσει ἄν τό ἐπίμαχο Ιταλικό φορολογικό καθεστώς συμβιβάζεται μ' αυτές τίς διατάξεις.
Ἐν τούτοις ἡ σύντομη ἐξέταση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου πού έχει ἀφιερωθεί στό 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καταδεικνύει ὅτι εἶναι χρήσιμο ν' ἀσχοληθεί κανείς μέ τά ἐρωτήματα αυτά μέ διαφορετική σειρά. Ἔτσι, στην υπόθεση Hansen Ι (ἀπόφαση πού εκδόθηκε στίς 10 'Οκτωβρίου 1978, Η. Hansen junior καί Ο. C. Balle GmbH & Co. κατά Hauptzollamt Flensburg, 148/77, Recueil 1978 σ. 1787) τό Δικαστήριο, ἀναφερόμενο στίς πρακτικές δυσχέρειες πού μποροῦν ν' ἀνακύψουν γιά τήν ἀφομοίωση, ὅσον άφορα τή φύση τῶν πρώτων υλών, τά τεχνικά χαρακτηριστικά τῶν ἐγκαταστάσεων καί τίς μεθόδους διυλίσεων, ἀπέφυγε νά ἐξετάσει χωριστά τίς δύο παραγράφους τοῦ ἄρθρου 95. Τό Δικαστήριο, κατόπιν, μέ αὐτό τό πνεύμα, υπογράμμισε ἐπίσης στην ἀπόφαση πού εκδόθηκε στίς 8 'Ιανουαρίου 1980 στην υπόθεση 21/79 (Ἐπιτροπή κατά Ἰταλικής Δημοκρατίας, Recueil 1980 σ.1) ὅτι οἱ ἀνισότητες πού τό άρθρο αὐτό απαγορεύει πρέπει νά ἐξαφανιστοῦν παρά τά λεπτά προβλήματα συγκρίσεως, πού μπορεί νά τεθοῦν όσον άφορα τήν ἀφομοίωση, μεταξύ τοῦ εἰσαγόμενου προϊόντος καί των διαφόρων ἐθνικῶν προϊόντων — πού φορολογοῦνται διαφορετικά — μέ τά όποια μπορεί νά βρεθεί σέ σχέση ὁμοιογένειας. Τέλος, τό Δικαστήριο σαφῶς καθόρισε στίς ἀποφάσεις ἐπί τῶν ἀποσταγμάτων πού ἐκδόθηκαν στίς 27 Φεβρουαρίου 1980 (υπόθεση 168/78, Ἐπιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 167/78 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, 170/78, Ἐπιτροπή κατά Ἡνωμένου Βασιλείου, 171/78, Ἐπιτροπή κατά Δανίας καί 55/79, 'Επιτροπή κατά Ἰρλανδίας) ὅτι τό άρθρο 95, λαμβανόμενο στό σύνολό του, μπορεί νά Ισχύσει ἀδιακρίτως γιά ὅλα τά προϊόντα πού ἐξυπηρετοῦν τήν ἴδια χρήση. Τό Δικαστήριο, ὁρμώμενο ἀπό τό σκοπό τοῦ ἄρθρου 95 νά διασφαλίσει τήν ἐλεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων μεταξύ τῶν Κρατῶν μελών ὑπό ὁμαλάς συνθήκας ἀνταγωνισμοῦ, διά τῆς ἐξαλείψεως κάθε μορφής προστασίας πού μπορεί νά προκύψει ἀπό τήν ἐφαρμογή εσωτερικών φόρων πού εἰσάγουν διακρίσεις έναντι προϊόντων καταγωγής άλλων Κρατών μελών, καταλήγει λοιπόν, στίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις, στό συμπέρασμα ὅτι ἀρκεῖ νά εξετάσει «ἄν ἡ ἐφαρμογή συγκεκριμένου ἐθνικοῦ φορολογικοῦ συστήματος εἶναι φύσεως πού εἰσάγει διακρίσεις ή, σέ ἐνδεχόμενη περίπτωση, προστατευτικό, δηλαδή ἄν υπάρχει διαφορά ὕψους ἡ τρόπων ἐφαρμογής τοῦ φόρου καί ἄν αὐτή ἡ διαφορά ἐπιδέχεται νά ευνοήσει ὁρισμένη ἐθνική παραγωγή». Κατά συνέπεια, τό πρώτο ἐρώτημα δέ χρειάζεται ἀπάντηση ἀφοῦ ἡ ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως καί ἡ αλκοόλη ἐκ ζυμώσεως εἶναι, τουλάχιστον, ἀνταγωνιστικά προϊόντα κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφος 2.
Ἡ προαναφερθείσα νομολογία καθώς καί ή ἀπόφαση πού ἐκδόθηκε στήν υπόθεση Bobie (ἀπόφαση πού ἐκδόθηκε στίς 22 'Ιουνίου 1976, Bobie Getränkevertrieb GmbH κατά Hauptzollamt Aachen-Nord, 127/75, Recueil 1976, σ. 1079) καταδεικνύουν σαφώς, ὁπως ὀρθά τό ὑπογραμμίζουν ἡ ἐνάγουσα στην κύρια δίκη καί ἡ ιταλική κυβέρνηση, «ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο, στό τωρινό στάδιο τῆς ἐξελίξεως του καί λόγω ἐλλείψως ἑνοποιήσεως ἡ ἐναρμονίσεως καταλλήλων διατάξεων, δέν ἀπαγορεύει στά Κράτη μέλη νά χορηγοῦν φορολογικά πλεονεκτήματα, ὑπό τή μορφή ἀπαλλαγών ή φορολογικών ἐκπτώσεων, σέ ὁρισμένα προϊόντα ἡ σέ ὁρισμένες κατηγορίες παραγωγών, γιά θεμιτούς οικονομικούς ἤ κοινωνικούς σκοπούς». Ἐκθέσαμε ήδη κατά τρόπο εξαντλητικό την ἐν λόγω νομολογία στίς προτάσεις πού ἀναπτύξαμε στίς 2 'Οκτωβρίου 1980 στήν υπόθεση 26/80 (Firma Schneider-Import GmbH & Co. KG, Bingen, κατά Hauptzollamt Mainz). Θά περιοριστούμε ἁπλώς στό νά υπογραμμίσουμε πάλι σχετικά μ' αὐτή ὅτι, ἀντίθετα πρός τή γνώμη τῆς Ἐπιτροπής, ἡ ἀπόφαση πού εκδόθηκε ἀπό τό Δικαστήριο στήν υπόθεση 21/79 ἐπιβεβαιώνει ἐπίσης αύτη τή νομολογία υπογραμμίζοντας ὅτι ἡ συνθήκη δέν ἀπαγορεύει τή διαφοροποιημένη φορολογία, μέσα στό πλαίσιο τοῦ ἐθνικοῦ φορολογικού συστήματος, τῶν προϊόντων πού μπορούν νά ἐξυπηρετήσουν τίς ίδιες οἰκονομικές χρήσεις.
Ὅπως άλλωστε προκύπτει ἀπό τήν προαναφερθείσα νομολογία τά φορολογικά πλεονεκτήματα πού παρέχονται γιά οἰκονομικούς ἡ κοινωνικούς λόγους δέν πρέπει νά εἰσάγουν διακρίσεις ἡ νά έχουν προστατευτικό χαρακτήρα έναντι τῶν εἰσαγόμενων προϊόντων.
'Αρκεί ἑπομένως, στην προκείμενη περίπτωση νά ἐξεταστεί ὑπό ποίους ὅρούς ἐθνικό φορολογικό σύστημα πού προβλέπει, βάσει τῶν πρώτων υλών, φορολογικούς συντελεστές διαφορετικούς γιά τά προϊόντα πού ἐξυπηρετούν τήν ἴδια χρήση, παρουσιάζει χαρακτήρα προστατευτικό ή εἰσάγει διακρίσεις εἰς βάρος τῶν ἀντίστοιχων προϊόντων πού εἰσάγονται ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη.
Ή 'Επιτροπή ἐννοεί νά συναγάγει ὡς πρός αὐτό ἀπό τίς ἀποφάσεις πού ἐκδόθηκαν ἀπό τό Δικαστήριο στίς 27 Φεβρουαρίου 1980 ὅτι τό φορολογικό καθεστώς στό ὁποῖο περιλαμβάνεται ὁ εἰδικός κρατικός φόρος δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι συμβιβάζεται μέ τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 95 παρά μόνο ἄν στά εθνικά προϊόντα καί στά ὁμοειδή προϊόντα πού εἰσάγονται ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη ἐπιβάλλεται ὁ ίδιος φορολογικός συντελεστής. Ή διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση βρίσκει εξήγηση στό γεγονός ὅτι στην 'Ιταλία, τό σύνολο τῆς καταναλώσεως μετουσιωμένης αἰθυλικῆς ἀλκοόλης καλύπτεται ἀπό ἀλκοόλη ἐθνικής καταγωγής πού προέρχεται κατά πολύ μεγάλη μερίδα ἀπό παραγωγή μελάσας τεύτλων ἡ ὁποία είναι λίγο δαπανηρή ἐνῶ ἡ αλκοόλη ἐκ συνθέσεως δέν παράγεται στην 'Ιταλία. Ή βαρύτερη φορολογία τῆς ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως μπορεί νά ἐμποδίζει τήν εισαγωγή της στην Ἰταλία καί ἐξασφαλίζει μ' αυτό τόν τρόπο στην ἐθνική ἀλκοόλη προνομιούχα ἀνταγωνιστική θέση. 'Αλλά ἡ διαφοροποιημένη φορολογία δέ δικαιολογείται ούτε γιά λόγους οικονομικής τάξεως οὔτε γιά λόγους κοινωνικής πολιτικής. 'Ιδιαίτερα, δέ θά 'πρεπε ἐπίσης, ἀντίθετα πρός τή γνώμη τῆς ἰταλικῆς κυβερνήσεως, νά ἐφαρμοστούν οἱ ἀρχές πού ὁρίστηκαν ἀπό τό Δικαστήριο στίς 8 'Ιανουαρίου 1980 στην ὑπόθεση 21/79, ἀφού οἱ προϋποθέσεις τῆς δέν είναι συγκεντρωμένες στην παρούσα υπόθεση.
Ή ἐνάγουσα στην κύρια δίκη καί ἡ Ιταλική κυβέρνηση συμφωνούν τουναντίον γιά νά υπενθυμίσουν ὅτι ὁ εἰδικός κρατικός φόρος δέ μειοῦται βάσει τῆς «ἐθνικής» προελεύσεως τῶν προϊόντων άλλά ἐν ὄψει ἀντικειμενικών ὅρών πού ἐφαρμόζονται ἀδιακρίτως τόσο ἐπί τῶν ιταλικών προϊόντων ὅσο καί ἐπί τῶν προϊόντων πού παράγονται ἐντός τῆς Κοινότητας. Ό καθορισμός καί ή κατανομή σέ υποκατηγορίες, μέσα στό πλαίσιο τοῦ φορολογικού καθεστώτος, τῆς μετουσιωμένης αλκοόλης δέν καταλήγει επίσης σέ διάκριση τῆς ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως πού παράγεται σέ άλλα Κράτη μέλη. Ή ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως θά μπορούσε πράγματι νά παραχθεί χωρίς δυσχέρειες στην 'Ιταλία ὅπως σ' όλες τίς βιομηχανικές χώρες. Ή έλλειψη ἀξιόλογης παραγωγής ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως ἀποτελεί ἁπλώς τό ἀποτέλεσμα φορολογικού συστήματος πού καθιερώθηκε ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως καί τό ὁποῖο ἀποβλέπει στή διασφάλιση κατάλληλου ἐπιπέδου ἀπασχολήσεως καί εἰσοδήματος γιά τους παραγωγούς συγκεκριμένων γεωργικών πρώτων ὑλών καί στήν ἐπιβίωση τῶν γεωργικῶν διυλιστηρίων. Ή διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση τῆς ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως καί τῆς ἀλκοόλης γεωργικῆς προελεύσεως δικαιολογείται ἐξάλλου ἀπό λόγους ενεργητικῆς πολιτικής ἀφοῦ θά χρησίμευε στόν περιορισμό τῆς καταναλώσεως προϊόντων πετρελαίου πρός ὄφελος γεωργικών προϊόντων διαθέσιμων σέ ἐπαρκείς ποσότητες ἐντός τῆς Κοινότητας.
Κατά τήν ἐκτίμηση τῶν ἐν λόγω ἐπιχειρημάτων, πρέπει ἀσφαλώς νά δικαιωθοῦν ή ἐνάγουσα στην κύρια δίκη καί ἡ ιταλική κυβέρνηση ὅταν βεβαιώνουν ὅτι σέ καμιά ἀπό τίς τρεῖς κατηγορίες στίς ὁποίες κατανέμονται οἱ μετουσιωμένες ἀλκοόλες δέ γίνεται διάκριση μεταξύ εθνικῶν καί εισαγόμενων προϊόντων. Ἀλλά πρέπει νά ἐξεταστεί ἄν ὁ επίμαχος ἀφηρημένος χαρακτηρισμός τῶν υποκατηγοριών συμβιβάζεται μέ τήν πλήρη οὐδετερότητα πού ἀπαιτεί τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπό τήν εσωτερική φορολογία σχετικά μέ τόν ἀνταγωνισμό μεταξύ ἐθνικών καί εἰσα-γόμενων προϊόντων. Τέτοια ουδετερότητα σχετικά μέ τόν ἀνταγωνισμό εἶναι χωρίς καμιά ἀμφιβολία ἐγγυημένη ὅταν μιά διαφοροποιημένη φορολογία πού εξαρτάται ἀπό τή φορολογική αυτονομία τῶν Κρατῶν μελών πλήττει ὁμοίως μέ υψηλότερο φορολογικό συντελεστή σημαντική μερίδα των ἐθνικών προϊόντων. Ἀφ' ἑτερου, εἶναι πρόδηλο ὅτι ένα διαφοροποιημένο φορολογικό καθεστώς εισάγει διακρίσεις ἡ ἔχει προστατευτικό χαρακτήρα ὅταν υψηλότερος φόρος δέν επιβάλλεται παρά σ᾽ ἐκείνα τά ὁμοειδή ἡ ἀνταγωνιστικά προϊόντα γιά τά όποια δέν υπάρχει κάν δυνατότητα ἐθνικής παραγωγής ἀφού είναι σαφές ὅτι σέ μιά τέτοια περίπτωση, μόνο τά εἰσαγόμενα προϊόντα μειονεκτούν σέ σχέση μέ τά ἐθνικά προϊόντα.
'Αλλά εἶναι πολύ πιό δυσχερές νά διαπιστωθεί ἀποτέλεσμα προστατευτικό ἡ πού εἰσάγει διακρίσεις στίς περιπτώσεις ὅπου, ὅπως στην προκείμενη περίπτωση, προϊόν, τό όποιο χρησιμοποιείται γιά τήν ἴδια οἰκονομική χρήση καί δέν ἀποτελεί ἀντικείμενο ἐθνικής παραγωγής παρά τίς υπάρχουσες βιομηχανικές δομές, υπόκειται σέ βαρύτερη φορολογία καί ὅταν τό Κράτος μέλος τό όποιο άφορᾶ βεβαιώνει ὅτι ή ἔλλειψη αξιόλογης παραγωγής εἶναι ἀποτέλεσμα φορολογικής πολιτικής ἡ ὁποία στηρίζεται σέ θεμιτές ἀποφάσεις οικονομικής πολιτικής.
Σχετικά μ' αυτό, ἡ ἔκλειψη ὁρισμένης παραγωγής πού προκλήθηκε ἀπό φορολογικά μέτρα δέν επιτρέπει τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐν λόγω φορολογία έχει ἀποτέλεσμα προστατευτικό κατά τῶν εἰσαγόμενων προϊόντων. Πράγματι, αυτό θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν εξάρτηση τῆς νομιμότητας μιᾶς διαφοροποιημένης φορολογίας ἀπό τό ἄν ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός τοῦ ἀπο-κλεισμοῦ συγκεκριμένου προϊόντος ἀπό τήν ἀγορά έχει ἡ όχι ἐπιτευχθεί. "Αν ἀνάλογο μέτρο ἀποτύγχανε, δηλαδή ἄν ἕνα προϊόν κατασκευαζόταν στό ἐσωτερικό τῆς χώρας παρά τή βαρύτερη φορολογία, τό ἀνάλογο μέτρο δέν θά ήταν ἀσυμβίβαστο πρός τό άρθρο 95 ἐνῶ θά υπήρχε παραβίαση τῆς ἀπαγορεύσεως εισαγωγής διακρίσεων αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἄν τό μέτρο ἀποτελούσε ταυτόχρονα ἀποτελεσματικό ἐμπόδιο ὁμοίως γιά μιά εθνική παραγωγή.
Ἀφ᾽ ἑτερου, γιά νά δοθεί ἀπάντηση στόν κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως, δέν μπορούμε ἐπίσης ν' ἀρκεστούμε στην ἁπλή διαβεβαίωση ὅτι ἡ έλλειψη ἐθνικής παραγωγής πρέπει ν' αποδοθεί ἀποκλειστικά στή διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση.
Ἑπομένως, γιά ν' ἀποκλειστεί ἡ δυνατότητα νά εὐνοηθούν ἀπό τή διαφοροποίηση τά ἐθνικά προϊόντα πρός ζημία των εἰσαγόμενων προϊόντων, πρέπει νά προσκομιστεί ἡ ἀπόδειξη ὅτι, ὅταν, ὅπως στην προκείμενη περίπτωση, ἡ ἐθνική παραγωγή είναι ἀνύπαρκτη ἡ ἀμελητέα, τέτοια παραγωγή εἶναι ἀσφαλώς δυνατή βάσει των κατάλληλων βιομηχανικών δομῶν τοῦ ἐνδιαφερόμενου Κράτους μέλους καί ὅτι ή διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση δικαιολογείται οὐσιαστικά βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων.
"Οσον άφορᾶ την πρώτη προϋπόθεση, δέ μᾶς φαίνεται ἀμφίβολο ὅτι ἡ Ἰταλία διαθέτει, μέ την σέ ὑψηλό βαθμό ἀναπτυγμένη πετροχημική βιομηχανία της, τό ἀπαραίτητο δυναμικό γιά νά παρασκευάσει συνθετική ἀλκοόλη ἀπό αιθυλένιο, χωρίς νά χρησιμοποιήσει εξαιρετικά μέσα.
Ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση τῶν τριῶν ὁμάδων μετουσιωμένης ἀλκοόλης εἶναι οὐσιαστικά δικαιολογημένη καί συνεπώς δέν εἰσάγει διακρίσεις οὔτε παράγει προστατευτικό ἀποτέλεσμα πρός ζημία εἰσαγόμενων προϊόντων καί πρός όφελος τῆς ἐθνικής παραγωγής, προέρχονται, κατά τή γνώμη μου, οἱ ἀκόλουθες σκέψεις: πρέπει ἀρχικά, νά γίνει ἡ υπόμνηση ὅτι ὁ ειδικός κρατικός φόρος τῶν 12000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης επιβάλλεται σέ όλους τους τύπους μετουσιωμένων ἀλκοολῶν, ἀδιακρίτως τοῦ ἄν πρόκειται περί ἀλκοολών ἐκ συνθέσεως ἡ ἀλκοολών γεωργικής καταγωγής. Μόνη ἡ μετουσιωμένη ἀλκοόλη πού παρασκευάζεται ἀπό κρασί, πατούρια ἡ φροῦτα εξαιρείται τελείως ἀπό αυτό τό καθεστώς ἐνῶ ἡ ἀλκοόλη πού προέρχεται ἀπό μελάσα, κεχρί ἡ ζαχαροκάλαμο υπάγεται σέ μειωμένο εἰδικό κρατικό φόρο 1000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρης ἀλκοόλης. Αυτή ἡ διάκριση καταδεικνύει σαφώς ὅτι ἡ μετουσιωμένη ἀλκοόλη πού παράγεται ἀπό τίς προαναφερθείσες γεωργικές πρώτες ύλες — καί πρόκειται σχετικά γιά πρώτες ύλες πού χρησιμοποιοῦνται κατά κύριο λόγο — εὐνοείται σέ βάρος τῆς μετουσιωμένης ἀλκοόλης ὀρυκτής προελεύσεως — ἀκόμα καί ἄν μερικοί τύποι αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως ὑπάγονται ἐπίσης σ' αυτή τήν κατηγορία.
Ἀντιθέτως πρός τίς ἀποφάσεις τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 τίς σχετικές μέ τ' ἀποστάγματα, πρόκειται στην παρούσα ὑπόθεση ὄχι γιά φορολογική διαφοροποίηση πού γίνεται μεταξύ γεωργικών προϊόντων άλλά γιά διαφοροποίηση πού βασίζεται στην ουσία ἐπί τῆς διαφοράς μεταξύ ὀρυκτών καί γεωργικῶν πρώτων ὑλῶν. "Αλλη διαφορά, σχετικά μέ τά πραγματικά περιστατικά ἐπί τῶν ὁποίων είχαν στηριχτεί οἱ ἀποφάσεις πού εκδόθηκαν τότε, ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι είχε τότε προσαφθεί στά Κράτη μέλη πού ἀφορούσε ὅτι προστάτευαν μέ διαφοροποιημένη φορολογία προϊόντα τυπικῶς εθνικά ἐνῶ είναι δύσκολο νά βεβαιωθεί στην προκείμενη ὑπόθεση ὅτι ἡ μετουσιωμένη ἀλκοόλη γεωργικής καταγωγής ἀποτελεῖ, ἀντιθέτως πρός τήν ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως, προϊόν τυπικώς ιταλικό. Πράγματι, τά άλλα Κράτη μέλη παράγουν ἐπίσης σημαντικές ποσότητες ἀλκοόλης ἀπό μελάσα.
'Αντιθέτως πρός τίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις τίς σχετικές μέ τ' ἀποστάγματα, θεωρούμε ὁμοίως δικαιολογημένη ουσιαστικά τή φορολογική διαφοροποίηση. Ὅπως πληροφορηθήκαμε ἀπό τήν ιταλική κυβέρνηση, τό ἐν λόγω καθεστώς καθιερώθηκε γιά νά διασφαλίσει κατάλληλο ἐπίπεδο απασχολήσεως καί εισοδήματος στους ἀγροτοπαραγωγούς καί τήν ἐπιβίωση των γεωργικών διυλιστηρίων. 'Ακόμα καί ἄν, λόγω ἐλλείψεως έγγράφων περί των τιμών τῶν πρώτων υλών, τοῦ κόστους παραγωγής καί τῆς γενικής καταστάσεως τῆς αγοράς, δέν εἶναι δυνατή ἡ εξακρίβωση ἄν, ὅπως τό ὑποστηρίζει ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐν λόγω προστασία δέν εἶναι ἀναγκαία, ἀπομένει τό ὅτι εἶναι ἐν τούτοις δυνατή ή γενική διαπίστωση ὅτι τά Κράτη μέλη πρέπει νά παραμένουν ἐλεύθερα, ἐν ὄψει εἰδικής καταστάσεως τῆς ἀγοράς, νά διασφαλίζουν στή γεωργική παραγωγή ἀνταγωνιστικές τιμές σέ σχέση μέ άλλα ὑποκατάστατα προϊόντα. Θεωροῦμε αυτή τή διαπίστωση τόσο λιγότερο ἀμφίβολη ἀφοῦ παρόμοια προσπάθεια εἶναι γνωστή ἐπί τοῦ κοινοτικοί) ἐπιπέδου, πράγμα πού ἐκφράζουν Ιδιαίτερα ὁ κανονισμός 120/67 τοῦ Συμβουλίου τῆς 13ης Ἰουλίου 1967 περί κοινής ὀργανώσεως τῶν ἀγορῶν στόν τομέα τῶν σιτηρών (JO 117 τῆς 19ης 'Ιουνίου 1967, σ. 2269) πού ἀποτέλεσε τό ἀντικείμενο, μεταξύ άλλων, τῆς ἀποφάσεως Quellmehl ἡ ὁποία εκδόθηκε στίς 19 'Οκτωβρίου 1977 (Recueil 1977 σ. 1753) καί ὁ κανονισμός 1132/74 τοῦ Συμβουλίου της 29ης 'Απριλίου περί τῶν επιστροφών κατά την παραγωγή στον τομέα τῶν σιτηρών καί της όρυζας (JO L 128 τῆς 10ης Μαΐου 1974, σ. 24) πού ἀποτέλεσε τό ἀντικείμενο τῆς ἀποφάσεως πού ἐκδόθηκε ἀπό τό Δικαστήριο τήν 20ή Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 118/79 (Gebrüder Knauf Westdeutsche Gipswerke κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas).
Τέλος, δεν ἔχουμε ἐπίσης πειστεί ἀπό τό άλλο ἐπιχείρημα τῆς Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ φορολογική διαφοροποίηση δέ δικαιολογείται οὔτε ἀπό λόγους οἰκονο-μικῆς ἡ κοινωνικής τάξεως γιατί ἡ υἱο-θέτηση μέτρων υποστηρίξεως τῆς παραγωγής τεύτλων ἡ μελάσας τεύτλων ἀνήκει εφεξής στήν ἀποκλειστική ἁρμοδιότητα τῶν κοινοτικών ὀργάνων μετά την ἐγκαθίδρυση κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τῆς ζάχαρης ἀπό τόν κανονισμό 3330/74 τοῦ Συμβουλίου τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1974 (JO L 359 τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1974, σ. 1, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 359, τόμ. 03/011, σ. 134 ἑπ.). Μποροῦμε σχετικά μ' αὐτό νά περιοριστούμε στην ὑπόμνηση ὅτι τά ἐπίμαχα ιταλικά μέτρα ἀποβλέπουν, τουλάχιστον, ἐπίσης στην ἐξασφάλιση τῆς ἐπιβιώσεως τῶν γεωργικῶν διυλιστηρίων καί ότι δέν υπάρχει, μέχρι στιγμῆς, κοινή ὀργάνωση τῶν ἀγορών τῶν ἀλκοολών.
'Αντιστρόφως, ἡ διαφοροποιημένη φορολογία τῶν ὀρυκτών καί γεωργικών προϊόντων βρίσκει επίσης οὐσιαστική δικαιολογία ἀπό τήν πλευρά λογικής ἐνεργητικῆς πολιηκῆς, τόσο ἀπό τήν άποψη τῶν Κρατών μελών ὅσο καί ἀπό τήν κοινοτική άποψη. Δεν υπάρχει λόγος νά καθυστερήσουμε στό γεγονός ὅτι ἡ ιταλική ἀπόφαση περιορισμού, μέ τή βοήθεια τοῦ φορολογικοί) συστήματος, τῆς χρησιμοποιήσεως αἰθυλενίων γιά τήν παραγωγή ἀλκοόλης, εἶναι συνετή, λαμβάνοντας υπόψη τή σπανιότητα τοῦ πετρελαίου. Σ' αυτή τήν ἀλληλουχία, δέν μποροῦμε ἐπίσης νά συμμεριστοῦμε τή γνώμη τῆς 'Επιτροπής όταν ὑποστηρίζει ὅτι τό Ιταλικό κράτος ἄν μπορεί ἀσφαλώς νά ἐμποδίσει στό ἔδαφός του τήν παραγωγή ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως, δέν μπορεί ἐν τούτοις «νά επιβάλει ποινή» μέ φορολογική επιβάρυνση τῆς ἀντίστοιχης ἀλκοόλης κατά τό μέτρο πού παρασκευάζεται στή Γαλλία, στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ἡ στό Ἡνωμένο Βασίλειο καί εἰσάγεται στην Ἰταλία. Ἄν γινόταν δεκτή αὐτή ἡ ἐπιχειρηματολογία, θά υπήρχε λόγος νά ἐπιβληθεί στην εἰσαγό-μενη ἀλκοόλη ἐκ συνθέσεως ευνοϊκότερος φορολογικός συντελεστής ἀπό τόν ἐπιβαλλόμενο στην ἀντίστοιχη ἀλκοόλη ἐθνικής παραγωγής. Αυτό συνεπάγεται στην πρακτική, ὅπως ὀρθά τό υπογραμμίζει ἡ Ιταλική κυβέρνηση, πλήρη άρνηση τῆς φορολογικής αυτονομίας τῶν Κρατών μελών πού θά περιοριζόταν στην ευχέρεια τῆς εἰσαγωγῆς διακρίσεων σέ ἀποκλειστικό βάρος ὁρισμένων ἐθνικών παραγωγών.
Δεδομένου ὅτι θεωροῦμε ἀποδεδειγμένο, βάσει τῶν Ιδιαιτεροτήτων πού περιγράψαμε, ὅτι τό ἐπίδικο διαφοροποιημένο φορολογικό σύστημα ἔχει τή δυνατότητα νά εμποδίσει παράλληλα τόσο τήν εθνική παραγωγή ὅσο καί τήν εἰσαγωγή ἀλκοόλης ἐκ συνθέσεως πού προέρχεται ἀπό άλλα Κράτη μέλη, προτείνουμε στό Δικαστήριο νά δώσει τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στά ἐρωτήματα τοῦ δικαστηρίου της παραπομπής:
Τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν ἀπαγορεύει τή διαφοροποιημένη φορολογία τῆς μετουσιωμένης ἀλκοόλης, πού ἐξυπηρετεί τήν ἴδια οἰκονομική χρήση, καί ή ὁποία, βάσει ὀρυκτῶν ἤ γεωργικών πρώτων ὑλῶν, έχει τή δυνατότητα να ἀποκλείσει ἀπό τήν κοινοτική ἀγορά ἀνεπιθύμητα προϊόντα γιά θεμιτούς λόγους οἰκονομικῆς, κοινωνικής ἡ ἐνεργητικής τάξεως, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν πρόκειται γιά ἐθνικά ἡ εἰσαγόμενα ἀπό άλλα Κράτη μέλη προϊόντα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy