ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 27 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή προδικαστική υπόθεση στην ὁποία ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις άφορᾶ τό τελεωνειακό καθεστώς πού πρέπει νά εφαρμοστεί ὅσον άφορᾶ μία ναρκωτική ουσία πού έχει εισαχθεί λαθραία, δέν μπορεί νά διατεθεί νόμιμα στό εμπόριο καί μπορεῖ ν' ἀποτελέσει ἀντικείμενο κατάσχεσης καί καταστροφής ἀπό τίς εθνικές ἀρχές: γιά τήν ἀκρίβεια, τήν ἡρωίνη. 'Αντικείμενο τῆς υποθέσεως εἶναι νά διαπιστωθεῖ ἄν γιά εμπορεύματα τοῦ είδους αὑτοῦ επιτρέπεται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο ή είσπραξη δασμών καί, ἄν ναί, νά καθοριστεί μέ βάση ποιους κανόνες καί σύμφωνα μέ ποιά κριτήρια θά πρέπει νά προσδιορίζεται ἡ δασμολογητέα ἀξία τους.
Συνοψίζω μέ λίγα λόγια τά περιστατικά.
Τό Μάρτιο 1978 οἱ γερμανικές τελωνειακές ἀρχές καταλόγισαν στόν Joszef Horvath — πού εἶχε καταδικαστεί ἀπό τό Landgericht τοῦ 'Αμβούργου σέ κάθειρξη πέντε ετών γιά εμπορία ηρωίνης καί λαθρεπόριο — τήν πληρωμή ποσοῦ 1296 μάρκων ὡς δασμοῦ γιά τήν ἡρωίνη πού εἶχε εισαγάγει λαθραία. Μετά τήν ἀπόρριψη ενστάσεως πού υπέβαλε ενώπιον τοῦ Hauptzollamt τουἈμβούργου-Jonas κατά τῆς σχετικής διαταγής, ὁ Horvath κατέθεσε προσφυγή στό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου. Στό πλαίσιο τής δίκης αὐτής, τό δικαστήριο (τοῦ 'Αμβούργου), μέ διάταξη τῆς 15ης 'Ιανουαρίου 1980, ἔθέσε στό Δικαστήριο μας τά ἀκόλουθα ερωτήματα.
«1.
Ἄν ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 803 τοῦ Συμβουλίου τῆς 27ης 'Ιουνίου 1968 καί ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 603 τῆς 'Επιτροπῆς της 24ης Μαρτίου 1972 πρέπει νά ερμηνευτούν μέ την ἔννοια ὅτι, έκτός ἀπό τίς διατάξεις πού προϋποθέτουν την κανονική δήλωση τῶν εμπορευμάτων στό τελωνείο, οἱ ἐν λόγω κανονισμοί έχουν άμεση ἰσχύ καί γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας των εμπορευμάτων πού εισάγονται λαθραία στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας.
2.
"Αν ὁ κανονισμός 803/68, ἰδίως δέ τά άρθρα του 1, 2, 4, 6, 7, καί 8, πρέπει νά ἑρμηνευτοῦν μέ τήν έννοια ὅτι ὁ προσδιορισμός τῆς δασμολογητέας ἀξίας των εμπορευμάτων πού εισάγονται λαθραία στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας εξαρτάται ἀπό τό χρόνο καί τόν τόπο τῆς σχετικής εισαγωγής, ἀκόμη καί ἄν, κατά τήν εφαρμογή των εθνικῶν κανόνων οὐσιαστικοῦ δικαίου, ή χρηματική ὀφειλή δημιουργείται σέ άλλο χρονικό σημείο σέ βάρος προσώπου διαφορετικοί) ἀπό τόν πρῶτο ἀγοραστή πού εἶναι εγκατεστημένος στό έδαφος τῆς Κοινότητας.
3.
"Αν ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 375 τῆς Ἐπιτροπής τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1969 καί ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 1343 τῆς 'Επιτροπής 26ης Μαΐου 1975 πρέπει νά ερμηνευτοῦν μέ τήν έννοια, ὅτι ισχύουν καί σέ περίπτωση λαθραίας εἰσαγωγῆς εμπορευμάτων στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας, μέ τήν επιφύλαξη ωτι κάθε μεταγενέστερος ἀγοραστής, άλλος ἀπό τόν πρώτο ἀγοραστή στό έδαφος τῆς Κοινότητας, στην κατοχή τοῦ ὁποίου βρίσκονται λαθραία εμπορεύματα πρέπει νά δηλώνει τήν τιμή πού κατέβαλε, μέ συνέπεια ὅτι ἡ τιμή αυτή προσδιορίζει τή δασμολογητέα τιμή ἡ ὅτι οἱ ἁρμόδιες εθνικές ἀρχές εἶναι υποχρεωμένες νά προσδιορίζουν τή δασμολογητέα ἀξία τῶν λαθραίων εμπορευμάτων μέ βάση τήν τιμή αγοράς πού κατέβαλε ὁ πρώτος ἀγοραστής στό έδαφος τῆς Κοινότητας, σύμφωνα μέ τίς ἀρχές πού ἀναφέ-ρονται στά άρθρα 1, 2, 4, 6, 7, καί 9 τοῦ κανονισμού 803/68.»
Ἡ Ἐπιτροπή έδωσε στή συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως τοῦ Δικαστηρίου, πληροφορίες γιά τους τελωνειακούς κανόνες κάθε Κράτους μέλους στό θέμα τῆς παράνομης εἰσαγωγῆς ναρκωτικών. Ειδικότερα, ἡ 'Επιτροπή ἀνέφερε ὅτι σέ ὀκτώ ἀπό τά εννέα Κράτη μέλη — μέ μόνη εξαίρεση τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας — οἱ ναρκωτικές ουσίες πού εισάγονται παράνομα δημεύονται καί συνήθως καταστρέφονται, καί ὅτι στην περίπτωση αυτή δέν εισπράττεται κανένας δασμός. Όταν τοῦ γνωστοποιήθηκαν οἱ πληροφορίες αυτές, ὁ δικαστής στην κύρια δίκη, μέ διάταξη τῆς 8ης 'Ιουλίου 1980, διόρθωσε καί συμπλήρωσε ὡς έξῆς τά ερωτήματα πού εἶχε υποβάλει στό Δικαστήριο:
«1.
"Αν οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ σχετικά μέ τήν τελωνειακή ένωση (άρθρο 9 παράγραφος 1, άρθρα 12—29) πρέπει νά ἑρμηνευτοῦν μέ τήν έννοια ὅτι Κράτος μέλος δέν έχει τήν ευχέρεια νά εισπράττει δασμούς γιά τά ναρκωτικά πού εισάγονται παράνομα καί στή συνέχεια καταστρέφονται, ἐφ᾽ ὅσον ὅλα τά άλλα Κράτη μέλη δέν εισπράττουν δασμούς γιά τά παρόνομα εισαγόμενα ναρκωτικά, τά όποια κατάσχονται καί καταστρέφονται καί ἄν ή είσπραξη δασμών σέ ένα μόνο Κράτος μέλος έρχεται ενδεχομένως σέ ἀντίθεση μέ τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Τά ερωτήματα πού διατυπώθηκαν στή διάταξη τῆς 15ης 'Ιανουαρίου 1980 υποβλήθηκαν στό Δικαστήριο επικουρικά, μόνο γιά τήν περίπτωση πού ή 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας έχει πράγματι ευχέρεια νά εισπράττει δασμούς γιά τά ναρκωτικά πού εισάγονται λαθραία καί κατόπιν καταστρέφονται.»
2.
'Αρχίζουμε μέ τήν εξέταση τοῦ πρώτου σημείου τῆς πιό πρόσφατης διατάξεως. Τό θέμα εἶναι νά εξακριβωθεί ἄν τό άρθρο 9 καἰ τά άρθρα 12-29 τῆς συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπουν σέ Κράτος μέλος νά εισπράττει τελωνειακά τέλη γιά ναρκωτικές ουσίες πού εισάγονται λαθραία καί κατόπιν καταστρέφονται. Ό δικαστής τῆς κύριας δίκης εκφράζει ἐπί τοῦ προκειμένου τίς ἀμφιβολίες του, επειδή μόνο ἡ γερμανική νομοθεσία προβλέπει την είσπραξη δασμών στην περίπτωση αὐτή. Αὐτή ἡ επαχθέστερη μεταχείριση πού επιφυλάσσει ἡ 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας στους λαθραίους εισαγωγείς ναρκωτικών — καί επομένως αύτη ἡ έλλειψη ὁμοιομορφίας μεταξύ τῶν νομοθεσιῶν τῶν Κρατῶν μελών ὡς πρός ὁρισμένο θέμα τελωνειακής φύσεως — πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι συμβιβάζεται ἡ ὄχι μέ τίς διατάξεις τῆς συνθήκης σχετικά μέ τήν τελωνειακή ἕνωση ;
Πρίν ἀπαντηθεί τό ερώτημα αυτό, πιστεύω ὅτι εἶναι σκόπιμο νά υπογραμμιστεί τό γεγονός ὅτι τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου, λαμβάνοντας ὑπόψη τά «εμπορεύματα πού εισάγονται λαθραία στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας» καί ἀναζητώντας τήν ερμηνεία τῶν κοινοτικών κανονισμών σχετικά μέ τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν εμπορευμάτων, κάνει μιά υπόθεση γιά εισαγωγή πού έχει προέλευση ἀπό κράτος μή μέλος. Στην περίπτωση μας ἡ ηρωίνη εἶχε εισαχθεί στή Γερμανία ἀπό τά σύνορα μέ τήν 'Ολλανδία, άλλά προφανώς προερχόταν ἀπό κράτος μή μέλος τῆς Κοινότητας. Συνεπώς οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ σχετικά μέ τήν τελωνειακή ένωση πού ενδιαφέρουν γιά τό θέμα μας εἶναι αὐτές πού ρυθμίζουν τή θέση τῆς Κοινότητας έναντι τρίτων χωρών, δηλαδή τά άρθρα 18-29 καί ὅχι τά άρθρα 12-17, ἀντικείμενο τῶν ὁποίων εἶναι ή κατάργηση τῶν τελωνειακών δασμών γιά τά Κράτη μέλη.
Κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 1, «Ή Κοινότης βασίζεται ἐπί τελωνειακής ἑνώσεως πού εκτείνεται στό σύνολο τῶν εμπορευματικών συναλλαγών καί περιλαμβάνει... τήν υιοθέτηση Κοινοῦ Δασμολογίου στίς σχέσεις... μέ τίς τρίτες χώρες». 'Εκτός ἀπό τήν ἀνάγκη θεσπίσεως ενός νέου δασμολογικού καθεστώτος — σύμφωνα μέ τόν τρόπο πού καθορίζεται στα άρθρα 19 ὡς 26 — έγινε αισθητή ἤδη ἀπό τήν ἀρχή ἡ ἀνάγκη ὑπάρξεως μιᾶς εναρμονισμένης τελωνειακής ρυθμίσεως: τούτο προκύπτει ἀπό τό άρθρο 27, πού προβλέπει τήν προσέγγιση τῶν νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων τελωνειακής φύσεως τῶν Κρατών μελών «κατά τό ἀναγκαίο μέτρο» καί ὁρίζει σύντομη προθεσμία γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοπού αὐτοῦ (τή λήξη τοῦ πρώτου σταδίου). Σύμφωνα πάντα μέ τό άρθρο 27, ή 'Επιτροπή έχει τήν εξουσία νά ἀπευθύνει στά Κράτη μέλη «ὅλες τίς κατάλληλες γιά τό σκοπό αυτό συστάσεις».
Σέ σχέση μέ τόν ἀνωτέρω κανόνα παρατηρώ ὅτι αυτός προσδιορίζει κατά τρόπο ἀρκετά ἀόριστο τήν έκταση πού προορίζεται νά λάβει ἡ προσέγγιση καί δέ θεσπίζει κανένα τύπο παρεμβάσεως τῶν κοινοτικών ὀργάνων πού νά έχει υποχρεωτική δύναμη. Στην περίπτωση αυτή οἱ ὁδηγίες εναρμονίσεως στόν τελωνειακό τομέα ἐκδόθηκαν δυνάμει τοῦ γενικού κανόνα τοῦ ἄρθρου 100 τῆς συνθήκης, ἐπῶ ἡ χρήση κανονιστικών θεσπισμάτων έχει καταστεί δυνατή μόνο βάσει τοῦ ἄρθρου 235. 'Εξάλλου, ἄν καί έχει περάσει ἀρκετός καιρός ἀπό τή λήξη τῆς προθεσμίας πού ἀναφέρεται στό άρθρο 27, ἡ προσέγγιση τῶν εθνικών διατάξεων δέν έχει πραγματοποιηθεί κατά τό ἀντικειμενικά ἀναγκαίο μέτρο: αυτό φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι τό 1979 ἡ 'Επιτροπή προετοίμασε ένα νέο «πολυετές πρόγραμμα γιά τήν πραγματοποίηση τῆς τελωνειακής ενώσεως» (πού δημοσιεύτηκε στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Κοινοτήτων ἀριθ. C 84 τῆς 31ης Μαρτίου 1979), στό όποιο μεταξύ άλλων δηλώνεται: «Ό τελικός ἀντικειμενικός σκοπός τῆς τελωνειακής ενώσεως εἶναι ή δημιουργία τῶν προϋποθέσεων ἀπό τίς όποιες εξαρτάται ἡ συγχώνευση τῶν εθνικών ἀγορών σέ μία μοναδική ἀγορά καί ἡ κατάργηση τῶν εσωτερικών συνόρων. Οἱ προϋποθέσεις αυτές δέν περιορίζονται στην καθιέρωση ενός Κοινοῦ Δασμολογίου καί στόν καθορισμό ορισμένων βασικών ἀρχων ..., ἀλλά πρέπει νά συγκεκριμενοποιηθοῦν μέ τή θέσπιση μιᾶς πλήρους, ὁμοιόμορφης καί ἀποτελεσματικής νομοθεσίας, ικανής νά ἐξασφαλίσει την ὁμοιογένεια νου καθεστώτος τῶν συναλλαγών μεταξύ τῆς Κοινότητας καί τῶν τρίτων χωρών καί νά δημιουργήσει έτσι τίς προϋποθέσεις γιά νά μποροῦν τά ἐμπορεύματα νά κυκλοφοροῦν στό εσωτερικό τῆς Κοινότητας μέ τους ίδιους ὅρους ὑπό τους ὁποιους κυκλοφοροῦν στό εσωτερικό των εθνικών ἀγορῶν». Μέ τη σειρά του τό πρόγραμμα τοῦ 1980 γιά την πραγματοποίηση τῆς τελωνειακής ἑνώσεως (δημοσιεύτηκε στην Ἐπίσημη 'Εφημερίδα ἀριθ. C 44 της 21ης Φεβρουαρίου 1980) προανάγγειλε την πρόθεση τῆς Ἐπιτροπῆς νά διαβιβάσει στό Συμβούλιο «γιά τίς τελωνειακές διατάξεις πού μέχρι σήμερα περιλαμβάνονται μόνο σέ πράξεις ἐσωτερικοῦ δικαίου, προτάσεις σχετικά μέ τίς βασικές κοινοτικές ἀρχές πού θά ἀντικαταστήσουν εκείνες πού περιέχονται στίς πράξεις ἐσωτερικοῦ δικαίου» (παράγραφος 3).
"Οπως έχουν τά πράγματα, δέν προκαλεί έκπληξη τό γεγονός ὅτι μερικοί τομείς τελωνειακής φύσεως συνεχίζουν νά ρυθμίζονται σέ κάθε Κράτος μέλος ἀπό εθνικούς κανόνες πού δέν εἶναι εναρμονισμένοι μέ αὐτούς πού ισχύουν στά άλλα Κράτη μέλη. Θά ήταν ἀνακριβές νά γίνεται λόγος σέ τέτοιες περιπτώσεις γιά κενά τοῦ κοινοτικού δικαίου, ἀφοῦ ἐδῶ δέν πρόκειται γιά θέμα, ἡ ρύθμιση τοῦ ὁποίου έχει ολοκληρωτικά ἀνατεθεί στον κοινοτικό νομοθέτη, άλλα ἀντίθετα γιά θέμα πού διέπεται ἀκόμα ἀπό τίς εθνικές διατάξεις καί γιά τό όποιο ἀναμένεται ευρύτερη καί πληρέστερη εναρμόνιση αυτῶν τῶν διατάξεων. Είναι λοιπόν δυνατό μερικές πλευρές τῶν τελωνειακών δραστηριοτήτων νά ρυθμίζονται ἀπό εθνικούς κανόνες πού διαφέρουν ἀπό κράτος σέ κράτος, παρά τόν κίνδυνο κάτι τέτοιο νά ἀποτελεί εμπόδιο στην πλήρη πραγματοποίηση τῆς τελωνειακής ενώσεως.
3.
"Ενας τομέας στόν όποιο δέν έχει ἀκόμα ἐπιτευχθεί ἡ ἐναρμόνιση τῶν νομοθεσιών τῶν Κρατών μελών εἶναι οἱ λόγοι ἀποσβέσεως τῶν τελωνειακών ὀφειλών. Στίς 25 'Ιουνίου 1979 τό Συμβούλιο εξέδωσε τήν ὁδηγία 79/623, περί εναρμονίσεως τῶν νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων σχετικά μέ τίς τελωνειακές ὀφειλές, ἡ ὀποία επιδιώκει νά ενοποιήσει μέχρι ὁρισμένο σημείο καί τό σύστημα τῶν λόγων ἀποσβέσεως. Ή προθεσμία ὅμως πού χορηγήθηκε στά Κράτη μέλη γιά νά συμμορφωθούν μέ τίς υποχρεώσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ὁδηγία λήγει μόνο τήν 1η 'Ιανουαρίου 1982. Σχετικά μέ τό πρόβλημα πού συζητάμε εἶναι ενδιαφέρον νά ἀναφέρουμε τήν ένατη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τῆς ὁδηγίας αυτής, ὅπού ἀναφέρεται μεταξύ άλλων ὅτι είναι ἀναγκαίο «νά προσδιοριστούν μέ ἀκρίβεια οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες εἶναι δυνατό νά μή δημιουργηθεί ἡ νά ἀποσβεσθεί ἡ τελωνειακή οφειλή» καί γίνεται δεκτή ἡ ἰδέα ὅτι «οἱ λόγοι τῆς αποσβέσεως αυτής πρέπει νά θεμελιώνονται στή διαπίστωση ὅτι τά εμπορεύματα δέν έχουν χρησιμοποιηθεί γιά τόν οικονομικό σκοπό βάσει τοῦ ὁποίου επιβάλλονται οἱ δασμοί». Σύμφωνα μέ τή λογική αύτη προστίθεται στους λόγους ἀποσβέσεως τῆς τελωνειακής ὀφειλής κατά τήν εισαγωγή καί ἡ καταστροφή, κατόπιν διαταγής τῆς αρχής, τοῦ εμπορεύματος πού δηλώθηκε γιά νά εισέλθει στην ελεύθερη κυκλοφορία, πρίν επιτραπεί ἡ έξοδός του ἀπό τό χώρο τοῦ τελωνείου (άρθρο 9 παράγραφος 2 ψηφίο α).
Τό ίδιο τό γεγονός ὅτι μόλις πρόσφατα υιοθετήθηκε μιά κοινοτική κανονιστική πράξη σχετικά μέ τή ρύθμιση τῆς ἀποσβέσεως τῆς τελωνειακής ὀφειλής πείθει ὅτι μέχρι τή θέση σέ εφαρμογή τῆς παραπάνω ὁδηγίας ἀπό τά κράτη συνεχίζουν νά ισχύουν σ᾽ αυτό τό θέμα οἱ ήδη υπάρχοντες κανόνες ἐσωτερικού δικαίου. Πρέπει λοιπόν νά θεωρηθεί ὅτι συμβιβάζεται μέ τους κανόνες τῆς συνθήκης περί τῆς τελωνειακής ἑνώσεως ἡ ρύθμιση Κράτους μέλους πού επιτρέπει τή διατήρηση τῆς τελωνειακής ὀφειλής σέ καθορισμένη περίπτωση (δήμευση καί καταστροφή τοῦ εμπορεύματος κατόπιν διαταγής τῆς ἀρχής), ἄν καί οἱ νομοθεσίες ὅλων τῶν άλλων Κρατών μελῶν προβλέπουν ὅτι στην ἴδια περίπτωση ἡ ὀφειλή αυτή δέ γεννιέται ἤ ἀποσβένεται.
Δέ νομίζω ὅτι μπορεί νά γίνει επίκληση γενικῶν ἀρχων τοῦ κοινοτιοῦ δικαίου κατά τῆς ἀνωτέρω θέσεως. Ό δικαστής τῆς ουσίας θεώρησε πιθανώς ὅτι παρουσιάστηκε ἡ ευκαιρία μιᾶς πλήρους εξομοιώσεως τῆς μεταχειρίσεως τῶν εισαγωγέων, ὅταν υπέδειξε τό ἀσυμβίβαστο τῆς διαφορετικής γερμανικής ρυθμίσεως σέ σχέση μέ τά άλλα Κράτη μέλη. Εἴδαμε ομως ὅτι τό σύνολο τῶν κοινοτικών ἀρχῶν στόν τομέα τῆς τελωνειακής ἑνώσεως επιτρέπει προσωρινά την ύπαρξη διαφορών μεταξύ τῶν ἐθνικών τελωνειακών καθεστώτων. Καί είναι ἀναπόφευκτο ὅτι οἱ διαφορές αυτές προκαλούν ἀνισότητα στή μεταχείριση τῶν εισαγωγέων ἐμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών ἀνάλογα μέ τή χώρα μέλος στην ὁποία προβαίνουν σέ εκτελωνισμό. Πρέπει λοιπόν, κατά τή γνώμη μου, νά ἀποκλειστεί ἡ δυνατότητα νά ἀναφερόμαστε σέ μιά γενική ἀρχή ισότητας στή μεταχείριση τῶν εἰσαγωγέων, ἡ ὁποία εκτείνεται σ᾽ ὅλα τά θέματα τελωνειακής φύσεως: ἡ ισότητα υπάρχει στά ὅρια στά όποια υπάρχει μιά κοινοτική τελωνειακή ρύθμιση. Αυτό καταφαίνεται καί ἀπό τό κείμενο τοῦ ὄγδόου σημείου τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμοῦ 803/68 περί τῆς δασμολογητέας αξίας τῶν εμπορευμάτων, τό όποιο αἀαφέρει μεταξύ τῶν ειδικών σκοπών του καί «την εξασφάλιση ἴσης μεταχειρίσεως γιά τους εισαγωγείς ὅσον άφορᾶ τήν είσπραξη τῶν δασμών πού προ-bλέπονται στό Κοινό Δασμολόγιο». Προσθέτω ὅτι ὅταν τό Δικαστήριό μας εἶχε τήν ευκαιρία νά κρίνει μιά υπόθεση πού ἀφορούσε τήν Ισότητα μεταχειρίσεως τῶν εἰσαγωγέων (ἀναφέρομαι στην πρόσφατη υπόθεση 735/79, Gedelfi γιά τήν ὁποία εκδόθηκε ἀπόφαση στίς 3 'Ιουνίου 1980) περιορίστηκε νά ἀναγνωρίσει στό «ενιαίο καθεστώς τῶν συναλλαγών μέ τίς τρίτες χώρες», «ἕναν ἀπό τους θεμελιώδεις στόχους τῆς κοινής ἀγοράς», καί «ἕναν ἀπό τους ουσιώδεις σκοπούς τοῦ κανονισμού 516/77» καί χρησιμοποίησε ἀργότερα τό σκοπό αυτό ως στοιχείο τῆς ερμηνείας τοῦ κανονισμού. Ἡ θέση αύτη μοῦ φαίνεται σημαντική, κατά τό μέτρο πού ἀναγνωρίζει στήν ισότητα μεταχειρίσεως τῶν εἰσαγωγέων τή σημασία ἑνός σκοπού — πού επιδιώκει βαθμιαία τό κοινοτικό δίκαιο — καί όχι μιας γενικής ἀρχής.
"Οσον άφορα άλλωστε τή δυνατότητα ἐξυψώσεως σέ ἀρχή τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου τοῦ δεσμοῦ μεταξύ τελωνειακής ὀφειλής καί πραγματικού οικονομικού προορισμοί) τοῦ εισαγόμενου εμπορεύματος, πιστεύω ὅτι αυτό παραμένει μιά ἀφηρημένη υπόθεση. Μόνο ἡ ὁδηγία 79/623, πού μνημόνευσα παραπάνω, δέχτηκε, ὁπως ἀνέφερα, τό κριτήριο σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ τελωνειακή ὀφειλή πρέπει νά θεωρείται ἀπο-σβεσθείσα ὅταν τό εμπόρευμα δέν έχει χρησιμοποιηθεί γιά τό συγκεκριμένο οικονομικό σκοπό, μέ βάση τόν όποιο επιβάλλονται οἱ δασμοί. Αυτό ὅμως δέ μᾶς επιτρέπει μέ κανένα τρόπο νά δεχτούμε ὅτι ὁ κοινοτικός νομοθέτης εφήρμοσε μιά γενική ἀρχή: ἀκόμα μιά φορά ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι εισήγαγε κανόνες ἐν ὄψει ενός καθορισμένου στόχου.
4.
Στό τελικό τμήμα ζητήματος πού μᾶς ἀπασχολεί, ὁ γερμανός δικαστής ρωτά ἄν ή είσπραξη δασμών σέ ένα μόνο Κράτος μέλος γιά τήν εισαγωγή εμπορευμάτων πού δημεύονται καί ἀργότερα καταστρέφονται κατόπιν διαταγής τῆς ἁρμόδιας ἀρχής έρχεται σέ ἀντίθεση μέ τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης. Εἶναι γνωστό ὅτι τό άρθρο αυτό ἀπαγορεύει «κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας». Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι στην περίπτωση μας δέ σημειώνεται καμιά διάκριση μεταξύ τῶν εἰσαγωγέων, ἀπό τήν ἄποψη τοῦ Κράτους μέλους πού εισπράττει τό δασμό καί διατάζει συγχρόνως την καταστροφή τοῦ εμπορεύματος. Τό πρόβλημα εἶναι ἡ διαφορετική μεταχείριση των εισαγωγέων ἀνάλογα μέ τό Κράτος μέλος στό όποιο γίνεται ὁ εκτελωνισμός, πράγμα πού δέν έχει ὅμως καμιά σχέση μέ τόν κανόνα τοῦ μνημονευθέντος ἄρθρου 7.
5.
"Ας περάσουμε τώρα στην εξέταση των ερωτημάτων πού διατυπώνονται στην πρώτη διάταξη τοῦ Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου, τά όποια ἀφοροῦν πρίν ἀπ' ὅλα τό πρόβλημα τῆς δυνατότητας εφαρμογῆς τῶν κοινοτικῶν κανόνων περί τῆς δασμολογητέας ἀξίας στά εμπορεύματα πού εισάγονται λαθραία στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας καί κατά δεύτερο λόγο τόν τρόπο προσδιορισμού τῆς ἐν λόγω ἀξίας μέ βάση τήν ίδια κατηγορία των εμπορευμάτων.
'Οσον άφορᾶ τό πρώτο σημείο, είμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμού 803/68 καί τῶν κανονισμών τῆς Ἐπιτροπῆς έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα καί εφαρμόζονται καί γιά τά εμπορεύματα πού εισάγονται παράνομα στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας.
Ὑπέρ τῆς ἀπόψεως αυτής συνηγορεί κυρίως ή σκέψη ὅτι ούτε ἡ συνθήκη οὔτε τό παράγωγο δίκαιο περιορίζουν τήν έκταση της λειτουργίας τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου στά εμπορεύματα πού εισάγονται νόμιμα. Αυτό πού ισχύει γιά τό Κοινό Δασμολόγιο πρέπει νά ισχύει καί γιά τίς διατάξεις πού ἀποτελοῦν τά μέσα γιά τήν εφαρμογή του καί ιδιαίτερα γιά τόν παραπάνω κανονισμό 803/68, ἡ τελευταία αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ ὁποίου διακηρύσσει ὅτι «εἶναι ἀναγκαία ἡ εξασφάλιση τῆς ὁμοιόμορφης εφαρμογής τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος κανονισμού στίς εισαγωγές ὅλων τῶν εμπορευμάτων». Χωρίς νά θέλω νά ὑπερβάλω τή σημασία τῆς διατυπώσεως αυτής, μοῦ φαίνεται ὅτι, ἀφοῦ λείπουν ἀπό τό κείμενο ενδείξεις πού νά ἀποκλείουν ἀπό τό δασμολόγιο τά ἐμπορεύματα πού εισάγονται παράνομα, ἡ εισαγωγή τους πρέπει ἀναγκαία νά διέπεται ἀπό τό κοινοτικό τελωνεικαό καθεστώς, στό όποιο περιλαμβάνονται καί οἱ κανόνες περί τοῦ προσδιορισμού τῆς δασμολογητέας ἀξίας, ἀρκεῖ νά εἶναι ἀντικειμενικά δυνατό νά εφαρμοστούν. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ κανόνες αυτοί γενικά (τουλάχιστον μέχρι τήν ὁδηγία 79/623) φαίνεται νά στηρίζονται στην προϋπόθεση ὅτι πρόκειται γιά νόμιμες εμπορικές εργασίες. Στόν κανονισμό 375/69 της Ἐπιτροπής τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1969 ρυθμίζεται πράγματι ἡ δήλωση πού πρέπει νά παραδώσει ὁ εισαγωγέας στίς τελωνειακές ἀρχές καί ἡ ὁποία λαμβάνεται υπόψη γιά τόν καθορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν εμπορευμάτων. Ἀλλά μοῦ φαίνεται λογικό νά δεχτοῦμε ὅτι ἡ παράγωγη ρύθμιση διαμορφώθηκε μέ βάση τόν κανονικό τρόπο διεξαγωγής τῶν εμπορικών δραστηριοτήτων: αυτό μπορεί νά εξηγήσει γιατί δέν εξετάζεται ρητά ἡ περίπτωση αὐτών πού ἀσκοῦν παράνομες δραστηριότητες. 'Οπωσδήποτε δέ νομίζω ὅτι ἀρκεῖ νά ἀναφερθούμε στη διαμόρφωση της ρυθμίσεως περί τῆς δασμολογητέας ἀξίας γιά νά ἀποκλείσουμε ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς τά εμπορεύματα πού εισάγονται λαθραία.
Ή άποψη πού δέχομαι έχει φυσικά δύο ὅρια. Πρώτα, πρέπει νά πρόκειται γιά εμπορεύματα πού προβλέπονται ἀπό τό Κοινό Δασμολόγιο (στην περίπτωση μας ἡ ηρωίνη ἀνήκει σ' αυτή τήν κατηγορία). Δεύτερο, δέν μπορούν νά εφαρμοστούν, γιά λόγους ἀντικειμενικούς, οἱ κοινοτικοί κανόνες πού προϋποθέτουν ὅτι ἡ εισαγωγή (ή ή εξαγωγή) διενεργήθηκε νόμιμα, καί ιδιαίτερα — ὅπως σωστά βεβαιώνει καί ὁ ίδιος ὁ δικαστής τῆς ουσίας — οἱ διατάξεις πού προϋποθέτουν τήν κανονική δήλωση τῶν εμπορευμάτων στό τελωνείο.
6.
'Εφ' ὅσον γίνει δεκτό ὅτι ὁ κανονισμός 803/68 μπορεί νά εφαρμοστεί κατ' ἀρχήν καί στά εμπορεύματα πού εισάγονται παράνομα στόν τελωνειακό χῶρο τῆς Κοινότητας, ἀπομένει νά δοῦμε ἄν ὁ χρόνος καί ὁ τόπος τῆς εισαγωγής μποροῦν νά προσδιοριστοῦν μέ βάση τίς διατάξεις τοῦ ίδιου κανονισμοί).
Όσον άφορᾶ τό χρονικό σημείο προσδιορισμοί) τῆς δασμολογητέας άξιας, τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοί) 803/68 περιέχει δύο γενικές διατάξεις πού ἔχουν διατυπωθεῖ μέ την προϋπόθεση ὅτι πρόκειται γιά νόμιμους τρόπους εισαγωγῆς (ἤ εξαγωγῆς). Στό ψηφίο α γίνεται ἀναφορά πράγματι στην ημερομηνία υποβολῆς στην τελωνειακή υπηρεσία τῆς δηλώσεως, μέ την ὁποία αὐτός πού ἀσκει οικονομική δραστηριότημα δηλώνει τή βούληση νά διαθέτει τά εμπορεύματα στην κατανάλωση, ἐνῶ στό ψηφίο β στό χρονικό σημείο πού καθορίζεται ἀπό ένα κοινοτικό όργανο καί ἀπό τά Κράτη μέλη γιά τή διάθεση στην κατανάλωση σύμφωνα μέ διαφορετικό τελωνειακό καθεστώς. Οἱ διατάξεις αυτές, πού ἀφοροῦν κανονικό εκτελωνισμό, δέν μποροῦν νά ἐφαρμοστοῦν σέ ἐμπορεύματα πού εισάγονται παράνομα. Γι' αυτό, γιά νά εξατομικευτεί τό χρονικό σημείο τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς δασμολογητέας ἀξίας των τελευταίων αυτών εμπορευμάτων, θά πρέπει νά εφαρμοστεί ἡ εθνική ρύθμιση κάθε Κράτους μέλους.
Κρίνεται σκόπιμο νά σημειωθεί ὅτι πρόσφατα ἡ ὁδηγία 79/623, πού ἀνέφερα παραπάνω, θεσπίζοντας τήν προσέγγιση τῶν νομοθεσιών ὡς πρός τή γέννηση τῆς τελωνειακής ὀφειλής, ρύθμισε καί τό χρονικό σημείο κατά τό όποιο θεωρείται ὅτι γεννιέται ἡ τελωνειακή ὀφειλή κατά τήν εισαγωγή (άρθρο 3) καί τό χρονικό σημείο πού πρέπει νά λαμβάνεται υπόψη γιά τόν προσδιορισμό τοῦ ποσοῦ τῆς ὀφειλής αυτής (άρθρο 7). Στό πλαίσιο τῆς ἀνωτέρω ὁδηγίας τό πρόβλημα έχει επιλυθεί καί γιά τίς παράνομες εισαγωγές, ἀφοῦ ὁρίζεται ὅτι γι' αυτές ἡ ὀφειλή γεννιέται λόγω τῆς «εισαγωγής στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας εμπορεύματος πού ὑπόκειται στην καταβολή εισαγωγικών δασμών» (άρθρο 2 ψηφίο β) καί ὅτι τό χρονικό σημεῖο κατά τό όποιο θεωρείται ὅτι τό χρονικό σημείο κατά τό όποιο θεωρείται ὅτι γεννιέται ἡ ὀφειλή ἀντιστοιχεῖ... «στό χρονικό σημείο τῆς εισαγωγής τοῦ εμπορεύματος στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας» (άρθρο 3 ψηφίο β). "Ηδη γνωρίζουμε ὅτι οἱ διατάξεις αυτές δέν μποροῦν νά ἐφαρμοστοῦν, ratione temporis, στην παρούσα υπόθεση. Εἶναι ὅμως χρήσιμο νά τίς υπενθυμίσουμε, γιατί δείχουν ὅτι πρίν τή θέσπιση τους τό ζήτημα δέ ρυθμιζόταν σέ κοινοτικό ἐπίπεδο καί επομένως εἶχε ἀφεθεί ὁλοκληρωτικά στίς εθνικές νομοθεσίες, ἐν ἀναμονή τῆς εναρμονίσεως.
Όσον άφορᾶ τώρα τόν τόπο πού πρέπει νά ληφθεῖ υπόψη γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας, φαίνεται ὅτι εἶναι δυνατό νά υἱοθετηθεῖ τό κριτήριο τοῦ τόπου εισαγωγής στό κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός τῆς νόμιμης ἡ παράνομης εισαγωγής τῶν εμπορευμάτων. 'Επομένως ἀκόμα καί γιά τά εμπορεύματα πού εἰσάγονται παράνομα μποροῦν νά ἐφαρμόζονται οἱ σχετικές διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 803/68, κατά τό μέτρο πού δέν προϋποθέτουν τήν τήρηση καθορισμένων νόμιμων διατυπώσεων.
7.
Τό τελευταῖο πρόβλημα πού θέτει ὁ γερμανός δικαστής άφορᾶ τήν εξατομίκευση τῶν προσώπων πού έχουν τήν υποχρέωση νά παρέχουν στίς εθνικές τελωνειακές ἀρχές τίς ἀναγκαίες πληροφορίες γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν εμπορευμάτων. Οἱ κανονισμοί τῆς Ἐπιτροπῆς 375/69 τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1969 καί 1343/75 τῆς 26ης Μαΐου 1975 καθορίζουν ὅτι ὁ εισαγωγέας υποβάλει στίς τελωνειακές ἀρχές δήλωση πού περιέχει τά στοιχεία τά σχετικά μέ τή δασμολογητέα ἀξία τῶν εμπορευμάτων καί παραδίδει στίς ίδιες ἀρχές τά στοιχεία τῆς σχετικής συμβάσεως, πάντα γιά τόν προσδιορισμό τῆς ἀξίας αυτής. Ό γερμανός δικαστής ρωτά ἄν οἱ διατάξεις αυτές ἐφαρμόζονται ὡς πρός ὁποιονδήποτε αγοραστή, στό κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, ἐμπορευμάτων πού έχουν εἰσαχθεῖ παράνομα — μέ συνέπεια ὁποιοσδήποτε ἀγοράσει τό ἐμπόρευμα ἀπό τόν εισαγωγέα ἡ ἕνα μεταγενέστερο μεσάζοντα νά έχει τήν υποχρέωση νά παρέχει πληροφορίες στίς ἀρχές γιά την τιμή πού πλήρωσε — ἡ ἄν, σύμφωνα μέ τίς ἀρχές πού περιέχονται στον κανονισμό 803/68, οἱ εθνικές ἀρχές έχουν τήν υποχρέωση νά προσδιορίζουν τή δασμολογητέα ἀξία μέ βάση τήν τιμή πού πλήρωσε ὁ πρῶτος ἀγοραστής πού εἶναι εγκαταστημένος στό έδαφος τῆς Κοινότητας.
Μοῦ φαίνεται ὅτι τόσο ὁ κανονισμός 375/69 ὅσο καί ὁ κανονισμός 1345/75 εφαρμόζονται μόνο στίς νόμιμες εισαγωγές: οἱ κανονισμοί αυτοί προβλέπουν πράγματι τήν τήρηση μιᾶς σειράς διαδικαστικῶν διατυπώσεων πού εἶναι δυνατή μόνο στά πλαίσια κανονικών ἐμπορικών δραστηριοτήτων. Ἀπό αυτό προκύπτει ὅτι οἱ παραπάνω κανονισμοί δέν μπορούν νά ἐφαρμοστοῦν καί στίς παράνομες εισαγωγές. 'Εν τούτοις ἡ υποχρέωση παροχῆς πληροφοριών γιά τήν ἀξία προϊόντων υφίσταται καί γιά τόν παράνομο εισαγωγέα καί γενικά γιά ὁποιονδήποτε ἀγοράζει εμπορεύματα πού εἰσάχθηκαν λαθραία: τό άρθρο 14α τοῦ κανονισμοί) 803/68 (πού τέθηκε σέ ἰσχύ μέ τόν κανονισμό 338/75 της 10ης Φεβρουαρίου 1975) ὁρίζει πράγματι στην παράγραφο 1 ὅτι «γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας καί μέ τήν επιφύλαξη τῶν εθνικών διατάξεων πού ἀπονέμουν στίς τελωνειακές ἀρχές τῶν Κρατών μελών περισσότερο εκτεταμένες ἁρμοδιότητες, κάθε άτομο ἡ επιχείρηση πού ενδιαφέρεται άμεσα ἡ έμμεσα γιά τίς σχετικές εισαγωγικές δραστηριότητες θά εφοδιάζει τίς ἀρχές αὐτές ... μέ ὅλα τά ἀναγκαία έγγραφα καί πληροφορίες».
'Αναμφίβολα εἶναι δύσκολο ἐκείνος πού ἀποκτᾶ λαθραία εμπορεύματα νά δίνει πληροφορίες στίς ἀρχές, ἄν λάβουμε υπόψη τίς συνέπειες ἀκόμη καί ποινικές πού μπορεί νά έχει μιά τέτοια ὁμολογία. Ἔτσι ή εθνική ἀρχή, γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν εμπορευμάτων αυτών, θά υποχρεώνεται τίς περισσότερες φορές νά προσφεύγει σέ άλλες μεθόδους εξακριβώσεως καί ἰδίως στή συγκριτική μέθοδο.
"Αν πρόκειται, ὅπως στην περίπτωση μας, γιά εμπορεύματα πού ὅχι μόνο εἰσάχθηκαν λαθραία, άλλα καί δέν μπορούν νά διατεθούν ελεύθερα στό εμπόριο, ὁ προσδιορισμός τῆς κανονικής ἀξίας τους θά ἀντιμετωπίσει ένα επιπλέον εμπόδιο, ἀφοῦ θά πρέπει νά γίνει ἀναφορά στίς τιμές πού συνηθίζονται σέ μία παράνομη ἀγορά. Ἐν τούτοις οἱ διαπιστώσεις πού βασίζονται στίς τιμές αυτές εἶναι πιό συχνές ἀπό ὅ,τι θά μπορούσε κανείς νά φανταστεί καί δέ γίνονται μόνο ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές τῆς 'Ομοσπονδιακῆς Δημοκρατίας (ἅν καί αυτές εἶναι οἱ μόνες πού προβαίνουν στον προσδιορισμό αυτό καί στην περίπτωση τῆς δημεύσεως τοῦ εμπορεύματος, στά πλαίσια τῆς πληρωμής τοῦ δασμού). Πράγματι, σέ άλλες νομικές ρυθμίσεις ἡ ποινική κύρωση γιά τό ἀδίκημα τῆς λαθρεμπορίας ἑπιμετρᾶται μέ βάση τους διαφυγόντες τελωνειακούς δασμούς. Μπορώ γιά παράδειγμα νά ἀναφέρω τό άρθρο 282 τοῦ ιταλικού διατάγματος (D.P.P.) 43 τῆς 23ης 'Ιανουαρίου 1973, πού περιέχει μιά τέτοια διάταξη. Αυτό σημαίνει ὅτι δέν εἶναι εξαιρετικές οἱ καταστάσεις στίς όποιες πρέπει νά εξατομικευτεί ἡ δασμολογητέα ἀξία ἀκόμα καί ὅταν τά εμπορεύματα δημεύονται ἡ καταστρέφονται, καί δείχνει — κατά τή γνώμη μου — τήν πρακτική σημασία τοῦ προσδιορισμού τῆς ἀξίας ἀκόμα καί ὅταν ἀπαιτείται ἀναφορά σέ παράνομη ἀγορά.
8.
Γιά ὅλους τους λόγους πού ἀνέπτυξα μέχρις ἐδῶ προτείνω ὅπως τό Δικαστήριο ἀπαντήσει ὡς έξης στά ερωτήματα πού έθεσε τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου μέ διατάξεις τῆς 15ης 'Ιανουαρίου καί τῆς 8ης 'Ιουλίου 1980:
α)
Κράτος μέλος ἔχει την ευχέρεια νά εισπράττει δασμούς γιά τά ναρκωτικά πού εισάγονται λαθραία καί στη συνέχεια καταστρέφονται, ἀκόμα καί ἄν τά άλλα Κράτη μέλη δέν εισπράττουν δασμούς γιά τέτοιου είδους εισαγωγές. Ή ευχέρεια αύτη δέν έρχεται σέ ἀντίθεση ούτε μέ τίς διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ σχετικά μέ την τελωνειακή* ένωση οὔτε μέ τό άρθρο 7 τῆς ἴδιας συνθήκης.
β)
Οἱ κανόνες τοῦ κοινοτικοί) δακαίου σχετικά μέ τή δασμολογητέα ἀξία εφαρμόζονται γενικά σ' ὅλα τά εμπορεύματα γιά τά όποια τό Κοινό Δασμολόγιο προβλέπει τήν είσπραξη δασμῶν, ἀκόμα καί σ' αυτά πού εισάγονται παράνομα στόν τελωνειακό χῶρο τῆς Κοινότητας. Ἐξαιροῦνται πάντως εκείνοι οι κανόνες τό περιεχόμενο τῶν ὁποίων σαφώς προϋποθέτει ὅτι ἡ εισαγωγή ἡ ή ἐξαγωγή τῶν εμπορευμάτων έγινε μέ νόμιμο τρόπο καί οἱ όποιοι δέν εφαρμόζονται στην περίπτωση τῶν εμπορευμάτων πού εισάγονται ἡ εξάγονται παράνομα.
γ)
Οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 803/68 τοῦ Συμβουλίου δέν εφαρμόζονται ὅταν πρόκειται γιά τόν καθορισμό τοῦ χρονικοῦ σημείου πού πρέπει νά λαμβάνεται υπόψη γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων πού εισάγονται παράνομα στόν τελωνειακό χώρο τῆς Κοινότητας. Τό χρονικό σημείο αυτό πρέπει λοιπόν νά εξατομικεύεται μέ βάση τό εθνικό δίκαιο. Οἱ διατάξεις τοῦ ίδιου κανονισμοῦ, πού καθορίζουν τόν τόπο πού πρέπει νά λαμβάνεται ὑπόψη γιά τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν εμπορευμάτων πού εισάγονται στόν τελωνειακό χώρο τῆς Κοινότητας, ισχύουν καί γιά τά εμπορεύματα πού εισάγονται νόμιμα καί γιά αυτά πού εισάγονται λαθραία, ἀρκεῖ νά μήν προϋποθέτουν σαφώς τήν τήρηση ὁρισμένων νόμιμων διατυπώσεων.
δ)
Οἱ διατάξεις τῶν κανονισμών 375/69 καί 1343/75 τῆς Ἐπιτροπῆς δέν εφαρμόζονται στά εμπορεύματα πού εισάγονται λαθραία στό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητας. 'Εν τούτοις, σύμφωνα μέ τό άρθρο 14α παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 803/68, οἱ τελωνειακές ἀρχές μποροῦν νά ἀπαιτήσουν τήν παροχή τῶν ἀναγκαίων πληροφοριών για τόν προσδιορισμό τῆς δασμολογητέας ἀξίας ἀπό ὁποιονδήποτε ἀγοραστή τῶν σχετικών εμπορευμάτων, ἀπό τόν εισαγωγέα ἤ μεταγενέστερο μεσάζοντα, στό έδαφος τῆς Κοινότητας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy