ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή παρούσα προδικαστική υπόθεση σας παρέχει την ευκαιρία νά ἑρμηνεύσετε ὁρισμένες διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 355 τοῦ Συμβουλίου τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979, ὁ όποιος θέσπισε «τους γενικούς κανόνες γιά τήν περιγραφή καί τήν παρουσίαση οἴνων καί γλευκών σταφυλής». Πρόκειται κατ' ἀρχάς νά καθοριστεί ἡ ἔκταση τῆς ἀπαγορεύσεως πού επιβάλλεται σέ ὅσους διαθέτουν τέτοια προϊόντα μέ σκοπό τήν πώληση ἤ τή θέση τους σέ κυκλοφορία, νά τά περιγράφουν ἡ νά τά παρουσιάζουν μέ τρόπο πού νά δημιουργεί στους ἀγοραστές σύγχυση ἡ εσφαλμένη γνώμη [¡παραπλάνηση] ὡς πρός τά χαρακτηριστικά τους καί ιδίως ὡς πρός τή γεωγραφική τους καταγωγή. Πρόκειται έξαλλου νά διαπιστωθεί ἄν οἱ κοινοτικοί κανόνες στόν τομέα αυτό ἀφήνουν περιθώρια εφαρμογής ενδεχομένως αυστηρότερων ἐθνικῶν κανόνων.
Συνοψίζουμε ἐν συντομία τά πραγματικά περιστατικά.
Ή ἐπιχείρηση Weigand, ἡ ὁποία εμπορεύεται οίνους στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, πωλεῖ μεταξύ άλλων δύο «οίνους ποιότητας πού παράγονται σέ καθορισμένες περιοχές» μέ τίς ὀνομασίες «Klosterdoktor» καί «Schloßdoktor» οἱ όποιες εμφανίζονται στίς επιγραφές καί χρησιμοποιοῦνται στη διαφήμιση, συνοδευόμενες ἀπό τήν ένδειξη τῆς περιοχής προελεύσεως. Ό «Schutzverband Deutscher Wein», ὅμως, γερμανικός σύνδεσμος πού έχει ἀπό τό καταστατικό του ὡς σκοπό τήν καταστολή τοῦ αθέμιτου ἀνταγωνισμού στόν οινικό τομέα, υποστηρίζει ὅτι οἱ ὀνομασίες αυτές εἶναι παραπλανητικές, γιατί, ἄν καί είναι ὀνόματα φανταστικά, δίνουν τήν εντύπωση ὅτι ἀναφέρονται σέ ἀμπελῶνες: πράγματι ὁ ὅρός «Doktor» περιέχεται στην ὀνομασία τυπικών γερμανικών οἴνων, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ ὀνομαστός «Bernkasteier Doktor» ἐνῶ οἱ ὅροι «Schloß» καί «Kloster» εἶναι συνώνυμοι ὁρισμένων ἀμπελώνων καί περιέχονται στην ὀνομασία ὁρισμένων άλλων. Βάσει αυτών τῶν διαπιστώσεων ὁ Schutzverband Deutscher Wein προσέφυγε ενώπιον τοῦ Landgericht τοῦ Mannheim κατά τῆς επιχειρήσεως Weigand ζητώντας νά ἀπαγορευτεί ἡ ἐκ μέρους της διάθεση στό εμπόριο καί διαφήμιση τῶν δύο οἴνων «Klosterdoktor» καί «Schloßdoktor».
Ό δικαστής πού ἔκρινε πρωτοδίκως ἀπέρριψε τό αίτημα. 'Αντίθετα στην κατ' έφεση δίκη τό Oberlandesgericht τῆς Karlsruhe τό έκανε δεκτό, εφαρμόζοντας τό άρθρο 3 τοῦ γερμανικού νόμου περί ἀθέμιτου ἀνταγωνισμού, καί ἀπαγόρευσε στην εναγόμενη νά εμπορεύεται καί νά διαφημίζει τόν οἶνο μέ τίς ἀμφισβητούμενες ὀνομασίες. Ἐν συνεχεία ἡ επιχείρηση Weigand άσκησε, ενώπιον τοῦ Bundesgerichtshof, ἀναίρεση κατά τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως. Μέ διάταξη τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1979 τό ἐν λόγω δικαστήριο ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως, μέ σκοπό νά υποβάλει στό Δικαστήριό μας, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
Ή λέξη «σύγχυση» πού περιέχεται στό άρθρο 43 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 355/79 (ABI. L 54, τῆς 5. 2. 1979, σ. 99 ἑπ., ΕΕ ἀριθ. Ν 54, τόμ. 03/024, σ. 200) καί/ἤ οἱ λέξεις «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» πού περιέχονται στό άρθρο 8 στοιχείο γ καί στό άρθρο 18 στοιχεῖο γ τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, πρέπει νά νοηθούν, ἀντίθετα ἀπό τίς λέξεις «ἐσφαλμένη γνώμη» [:παραπλάνηση] πού περιέχονται στό άρθρο 43 παράγραφος 2 τοῦ ίδιου κανονισμού, μέ τήν έννοια ὅτι καλύπτουν μόνο τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία:
α)
τό σήμα συγχέεται στίς εμπορικές σχέσεις μέ ένα άλλο συγκεκριμένο σήμα ἡ περιγραφή (στην παρούσα περίπτωση μέ τήν περιγραφή ενός ὁρισμένου τόπου) ἤ
β)
πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἀποτελοῦν επίσης περιγραφές ἡ ενδείξεις ἱκανές νά δημιουργήσουν σύγχυση, εκείνες πού δημιουργοῦν στό κοινό τήν πεποίθηση ὅτι πρόκειται γιά ὄνομα ἡ γιά μέρος ὀνόματος ἑνός οἰνοπαραγωγικοῦ τόπου πού στην πραγματικότητα εἶναι ἀνύπαρκτος ή γιά τήν περιγραφή ενός ἀμπελώνα, ανύπαρκτου στην πραγματικότητα;
2.
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στό ερώτημα 1 β:
α)
Μιά περιγραφή καί παρουσίαση (στην προκειμένη περίπτωση μιά επιγραφή) πού δέν μποροῦν νά τεθούν σέ ἀμφισβήτηση σύμφωνα μέ τό άρθρο 43 παράγραφος 1, εμπίπτουν ενδεχομένως στό άρθρο 43 παράγραφος 2, ἡ τό άρθρο 43 παράγραφος 1 ρυθμίζει πλήρως τό θέμα τῆς περιγραφής τῶν προϊόντων;
β)
Τό άρθρο 43 τοῦ κανονισμοῦ επιτρέπει τήν εφαρμογή αὐστηρότερων εθνικών διατάξεων, παραδείγματος χάριν τῆς παραγράφου 3 τοῦ Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb» (νόμου περί ἀθέμιτου ἀνταγωνισμού), ὅταν πρόκειται γιά εσφαλμένη γνώμη [:παραπλάνηση] τῶν καταναλωτών ἡ ὁποία προκαλείται ἀπό μιά περιγραφή πού δίνει τήν ἐντύπωση ὀνόματος ενός ὁρισμένου τόπου, χωρίς ὡστόσο νά μπορεί πράγματι νά προκληθεί σύγχυση μέ τό ὅνομα υπαρκτών ὁρισμένων τόπων;»
2.
Ό γερμανός δικαστής ἀναφέρεται λοιπόν ειδικά σέ τέσσερις διατάξεις τοῦ μνημονευθέντος κανονισμοῦ 355/79: στό άρθρο 8 στοιχείο γ, στό άρθρο 18 στοιχείο γ, καί στίς δυό παραγράφους τοῦ άρθρου 43. 'Αμφότερα τά άρθρα 8 καί 18 ἀφοροῦν τά σήματα πού έχουν υιοθετηθεί γιά την περιγραφή τῶν οἴνων καί τά όποια επιτίθενται στίς επιγραφές τῶν φιαλῶν. Τό περιεχόμενό τους κατά τό μεγαλύτερο μέρος εἶναι ταυτόσημο. Ή κυριότερη διαφορά συνίσταται στό γεγονός ὅτι τό άρθρο 8 εφαρμόζεται στους ἐπιτραπέζιους οίνους, ἐνῶ τό άρθρο 18 στους οίνους ποιότητας πού παράγονται σέ καθορισμένες περιοχές. Ἔτσι, θα ἀρκούσε στην προκειμένη περίπτωση νά ληφθεί υπόψη μόνο ὁ τελευταίος αυτός κανόνας. 'Εν πάση περιπτώσει ή παράγραφος γ τοῦ ἄρθρου 8, ὅπως καί τοῦ ἄρθρου 18, ἀπαγορεύει νά χρησιμοποιούνται στίς επιγραφές, σήματα στά όποια περιέχονται λέξεις ἤ τμήματα λέξεων, σύμβολα ἤ παραστάσεις πού περιλαμβάνουν ψευδείς ενδείξεις, τέτοιας φύσεως ώστε νά δημιουργούν σύγχυση, ιδίως σέ ὅ, τι άφορᾶ τή γεωγραφική καταγωγή, τήν ποικιλία τῆς ἀμπέλου, τό ἔτος τῆς συγκομιδής ἤ μνεία πού ἀναφέρεται σέ μιά ἀνώτερη ποιότητα.
Όσον άφορᾶ τό άρθρο 43, τούτο θέτει ὅρια στην περιγραφή καί παρουσίαση τῶν ἀμπελοοινικῶν προϊόντων μέ τή χρησιμοποίηση τῆς επιγραφής (παράγραφος 1) καί τῆς διαφημίσεως (παράγραφος 2) μέ ἀντικειμενικό σκοπό τήν ἀποφυγή δημιουργίας συγχύσεως (παράγραφος 1) ἡ εσφαλμένης γνώμης [παραπλανήσεως] (παράγραφος 2) ως πρός τά χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος. 'Ακριβέστερα, τό άρθρο 43 παράγραφος 1 ὁρίζει ὅτι «ή περιγραφή καί παρουσίαση τῶν προϊόντων πού προβλέπονται στό άρθρο 1 παράγραφος 3» (δηλαδή τῶν προϊόντων τά όποια κατέχονται πρός τό σκοπό πωλήσεως καί τῶν προϊόντων τά όποια τέθηκαν σέ κυκλοφορία), «περιλαμβανομένης κάθε δημοσιεύσεως δέ δύνανται νά εἶναι Ικανά νά προκαλέσουν σύγχυση ως πρός τό είδος, τήν καταγωγή καί τή σύνθεση τοῦ προϊόντος, ὅσον άφορᾶ τίς ενδείξεις πού προβλέπονται στά άρθρα 2, 12, 27, 28 καί 29» (δηλαδή τίς υποχρεωτικές ἤ τίς ἁπλώς επιτρεπόμενες ενδείξεις πού ἀναφέρονται στίς ἐπιγραφές τῶν επιτραπέζιων οἴνων, τῶν οἴνων ποιότητας πού παράγονται σέ καθορισμένες περιοχές καί τῶν οἴνων πού προέρχονται ἀπό τρίτες χώρες). Στή συνέχεια, ή παράγραφος 2 προβλέπει ὅτι «ή περιγραφή καί ἡ παρουσίαση στίς διαφημίσεις πρέπει νά εἶναι τέτοιας φύσεως ώστε νά μήν προκαλεί εσφαλμένη γνώμη [¡παραπλάνηση] γιά τό υπόψη προϊόν», σέ ὅ,τι άφορᾶ μιά σειρά χαρακτηριστικών μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ τύπος τοῦ προϊόντος, ή καταγωγή, ἡ ποιότητα, ἡ ποικιλία τῆς ἀμπέλου καί άλλα τά όποια δέν ενδιαφέρουν τήν παρούσα περίπτωση.
'Από τή σύγκριση τῶν δύο αυτών παραγράφων προκύπτει ὅτι ἡ δεύτερη έχει πεδίο ἐφαρμογής πού εἶναι ἐν μέρει διαφορετικό ἀπό τήν πρώτη. Πράγματι ἡ πρώτη επιδιώκει νά ἀπομακρύνει τόν κίνδυνο συγχύσεως πού προέρχεται ἀπό ενδείξεις πού περιέχονται στίς επιγραφές καί περιλαμβάνει τίς περιπτώσεις πού οἱ ενδείξεις αυτές χρησιμοποιούνται γιά διαφημιστικούς σκοπούς. 'Αντίθετα ἡ δεύτερη σκοπεύει στην ἀποτροπή τῆς δημιουργίας, μέσω τῆς διαφημίσεως γενικά, εσφαλμένης γνώμης [ :παραπλανήσεως] γιά τό προϊόν, ἀκόμα καί ὅταν χρησιμοποιούνται μέσα ξένα προς τό περιεχόμενο τῆς επιγραφής (ὅπως περιγραφές, εικόνες, παραστάσεις κλπ.).
Είναι τέλος χρήσιμο, νά συγκριθεί τό άρθρο 43 παράγραφος 1 μέ τό άρθρο 18 στοιχείο γ πού προαναφέρθηκε. Καί τά δύο θέτουν ὅρια ὅσον άφορᾶ τήν επιγραφή προς εξασφάλιση τῆς ἀξιοπιστίας καί σαφήνειας. 'Ενώ ὅμως τό άρθρο 18 άφορᾶ μόνο τά σήματα, τό άρθρο 43 παράγραφος 1 ἀφορᾶ ὅλες τίς ενδείξεις πού περιέχονται στίς επιγραφές. 'Ακόμα καί οἱ περιπτώσεις συγχύσεως πού ἀναφέρονται στά ἐν λόγω άρθρα μόνο μερικώς συμπίπτουν. Σημειώνεται πάντως ὅτι ἡ σύγχυση ὅσον άφορᾶ τήν καταγωγή τοῦ προϊόντος προβλέπεται καί στά δύο άρθρα.
3.
"Ας εξετάσουμε τώρα πώς πρέπει νά ερμηνευτούν οἱ εκφράσεις «σύγχυση» καί «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» πού περιέχονται ἀντίστοιχα στό άρθρο 43 παράγραφος 1 καί στά άρθρα 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ τοῦ κανονισμού 355/79 καί τίς όποιες ὁ παραπέμπτων δικαστής θεωρεί ὡς διαφορετικές ἀπό τους ὅρούς «δημιουργία εσφαλμένης γνώμης» [¡παραπλανήσεως] πού χρησιμοποιούνται στό άρθρο 43 παράγραφος 2. Ή επιλογή πού πρέπει νά γίνει εἶναι ἡ έξῆς: υπάρχει «σύγχυση» μόνο ὅταν τό σῆμα μπορεί νά δημιουργήσει σύγχυση μέ άλλο καθορισμένο σήμα ἡ μέ συγκεκριμένο τοπωνύμιο ἡ καί ὅταν τό σήμα ἀφήνει νά νοηθεί ὅτι υποδηλώνεται ὁρισμένος οἰνοπαραγωγικός τόπος ὁ όποιος δέν υπάρχει στην πραγματικότητα;
Κατά τή γνώμη μας, ὁ ὅρός «σύγχυση» πρέπει νά ἑρμηνευτεί ὑπό ευρεία έννοια. 'Επιπλέον οἱ ὅροι «δημιουργία συγχύσεως» καί «δημιουργία εσφαλμένης γνώμης» [:παραπλανήσεως] πρέπει νά θεωρηθούν ὡς Ισοδύναμοι. Ή ερμηνεία πού δίνω βασίζεται κατ' ἀρχάς σέ επιχείρημα πού εξάγεται ἀπό τό γράμμα τοῦ κειμένου: «δημιουργία συγχύσεως ὡς πρός τό εἶδος, τήν καταγωγή καί τή σύνθεση» τοῦ οἴνου (άρθρο 43 παράγραφος 1) σημαίνει ὅτι παρεμποδίζεται ἡ ἀπόκτηση ἀκριβοῦς γνώσεως αυτών τῶν χαρακτηριστικών τοῦ προϊόντος, καί έτσι γεννᾶται ἡ ἀμφιβολία ὅτι τά ἐν λόγω χαρακτηριστικά εἶναι διαφορετικά ἀπό τίς πραγματικές ιδιότητες, δέ σημαίνει ὅμως ἀναγκαία ὅτι περιγράφεται ή παρουσιάζεται ένα άλλο συγκεκριμένο εἶδος ἡ μιά άλλη συγκεκριμένη καταγωγή ή μιά άλλη συγκεκριμένη σύνθεση: ἄν συνέβαινε αυτό θά ήταν ἀκριβέστερο νά γίνεται λόγος γιά παραποίηση. Πρός τό σκοπό αυτό ἀρκεῖ νά ἀναφερθεί ὅτι στά άρθρα 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ πού προαναφέρθηκαν γίνεται εναλλακτικά μνεία δύο διαφορετικών περιπτώσεων: ὅτι οἱ ενδείξεις πού παρέχονται ἀπό τήν επιγραφή εἶναι ψευδεῖς ἡ ὅτι δύνανται νά δημιουργήσουν σύγχυση. Προσθέτω ὅτι ὅπου ὁ κοινοτικός νομοθέτης ἀναφέρθηκε σέ σύγχυση κατά τρόπο συγκεκριμένο, εκφράζεται σαφώς: στά ίδια άρθρα 8 στοιχείο 6 καί 18 στοιχείο 6 γίνεται λόγος γιά κίνδυνο δημιουργίας συγχύσεως μέ τήν περιγραφή ενός ἄλλου τύπου οἴνου (τό ἴδιο στό άρθρο 31 στοιχείο γ): «σύγχυση μέ ένδειξη πού χρησιμοποιείται γιά τήν περιγραφή ενός v.q.p.r.d., επιτραπέζιου οἴνου, ἤ άλλου εισαγόμενου οἴνου». 'Επίσης στό άρθρο 34 στοιχείο 6, «σύγχυση μέ τήν περιγραφή ενός v.q.p.r.d. ἡ ενός εισαγόμενου οἴνου ἡ μέ ἀπεικόνιση πού χαρακτηρίζει έναν ἀπό αυτούς τους οίνους». Τό άρθρο 43 παράγραφος 1 δέν περιέχει κανένα ἀπό τους ἐν λόγω προσδιορισμούς: θεωρώ ὡς ἐκ τούτου αυθαίρετο νά ἀπομακρυνθούμε ἀπό τό κείμενο του γιά νά ἀναγνώσουμε σ' αυτό «σύγχυση μέ άλλο συγκεκριμένο σῆμα ἡ μέ άλλο συγκεκριμένο τόπο παραγωγής». Παρατηρώ τέλος ὅτι ὁ σκοπός τῆς ἀποφυγής συγχύσεως μεταξύ δύο σημάτων ἀποτελεί χαρακτηριστικό τῶν κανόνων πού ἀποβλέπουν στην ἀντιμετώπιση τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ ἡ κατοχυρώνουν τό δικαίωμα ἐπί τοῦ σήματος, ἐνῶ ὁ κανονισμός 355/79 ἀποσκοπεί στην προστασία τῶν καταναλωτών καί στή διευκόλυνση τῆς διενέργειας τῶν δημόσιων έλέγχων ἐπί τῶν οινικών προϊόντων.
Σχετικά πρέπει νά ληφθοῦν υπόψη τά ἑρμηνευτικά στοιχεία πού εἶναι δυνατό νά συναχθούν ἀπό τό προοίμιο τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ. Ή δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου αὐτοῦ ἀναφέρει ὅτι «ὁ σκοπός κάθε περιγραφής καί παρουσιάσεως εἶναι νά παρέχει πληροφορίες, τόσο ἀκριβείς καί σαφείς ὅσο εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν ἀναγνώριση τῶν προϊόντων αυτών ἀπό τόν ενδεχόμενο ἀγοραστή καί ἀπό τους δημόσιους ὀργανισμούς τους επιφορτισμένους μέ τή διαχείριση καί τόν έλεγχο τοῦ εμπορίου τῶν προϊόντων αυτών», καθώς καί ὅτι «πρέπει ἑπομένως νά θεσπιστούν κανόνες βάσει τῶν οποίων θά εἶναι δυνατό νά επιτευχθεί ὁ σκοπός αυτός». Στή συνέχεια, ἡ τρίτη αιτιολογική σκέψη τονίζει, σέ ὅ,τι αφορά εἰδικότερα τήν περιγραφή, ὅτι «δοθείσας τῆς σπουδαιότητας τοῦ προβλήματος καί τῆς ευρύτητας τοῦ πεδίου εφαρμογῆς, ενδείκνυται ἡ επιδίωξη τῆς ὅσο τό δυνατό καλύτερης πληροφορήσεως τῶν ενδιαφερομένων ...». Δέ χώρᾶ λοιπόν ἀμφιβολία ὡς πρός τό σκοπό πού επιδιώκει ἡ ρύθμιση πού εξετάζουμε.
Μετά τή διευκρίνιση αὐτοῦ τοῦ σημείου, ή σχέση μεταξύ τῶν δύο παραγράφων τοῦ ἄρθρου 43 πρέπει νά κατανοηθεί ὑπό τό πρίσμα τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Ἡ προστασία τοῦ ἀγοραστή, πού συνίσταται στή διασφάλιση του ὡς πρός την ὀρθή εκτίμηση τοῦ προϊόντος, δέν μπορεί νά πραγματοποιηθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό, παρά μόνο ἄν ἀναγνωρισθεί στον ὅρο «σύγχυση», πού χρησιμοποιείται στην πρώτη παράγραφο, έννοια πού συμπίπτει μέ εκείνη τῆς εκφράσεως «εσφαλμένη γνώμη» [:παραπλάνηση] πού περιέχεται στή δεύτερη παράγραφο. "Αν πράγματι, ἑρμηνευόταν περιοριστικά ὁ ὅρος «σύγχυση» ὁρισμένη επιγραφή θά μποροῦσε ενδεχομένως νά θεωρηθεί νόμιμη δυνάμει τῆς παραγράφου 1 — ἄν υποτεθεί ὅτι τό φανταστικό ὄνομα πού τέθηκε στην επιγραφή δέ δημιουργεί σύγχυση μέ άλλο συγκεκριμένο σήμα ἡ άλλο συγκεκριμένο οἰνοπαραγωγικό τόπο — ἀλλα ὅμως ἀντίκειται στην παράγραφο 2, ἐφ᾽ ὅσον παρασύρει σέ λάθος ὡς πρός τήν καταγωγή τοῦ προϊόντος. Παρόμοια ρύθμιση θά ήταν ἀντιφατική καί δέ θά ἀνταποκρινόταν στην ἀνάγκη γιά τήν προστασία τοῦ καταναλωτή. Πράγματι ἡ ἀνάγκη αύτη υφίσταται κατά τόν ἴδιο τρόπο τόσο σχετικά μέ τίς ενδείξεις πού παρέχονται ἀπό τήν επιγραφή ὅσο καί τίς διάφορες μορφές διαφημίσεως πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά προάγουν τό γόητρο καί τή διάδοση τοῦ προϊόντος. Ό λογικός συντονισμός μεταξύ των δύο παραγράφων τοῦ ἄρθρου 43 ὁδηγεί επομένως ουσιαστικά στην ἀναγνώριση τῆς ίδιας σημασίας στίς εκφράσεις «δημιουργία συγχύσεως» καί δημιουργία εσφαλμένης γνώμης» [:παραπλανήσεως].
Όσον άφορᾶ τή σύγκριση μεταξύ τῶν διαφόρων γλωσσικῶν διατυπώσεων τοῦ κανο-νισμοῦ, θεωρώ ὅτι ἀπό αύτη δέ συνάγεται κανένα σημαντικό επιχείρημα. Ἔστω κι ἄν ἀποδεικνυόταν ὅτι οἱ ὅροι «δημιουργία εσφαλμένης γνώμης» [:παραπλανήσεως] ἔχουν συνήθως ευρύτερη σημασία ἀπό τους όρους «δημιουργία συγχύσεως» — ὅπως φαίνεται νά συμβαίνει μέ τή γερμανική διατύπωση — αυτό δέ θά ἀρκοῦσε γιά νά αποδειχθεί ὅτι μέ τή λέξη «σύγχυση» νοείται ὁπωσδήποτε «σύγχυση μέ άλλο συγκεκριμένο σήμα ἡ τοποθεσία». "Ας μή λησμονοῦμε ὅτι τό ερώτημα πού υπέβαλε ὁ γερμανός δικαστής άφορᾶ τήν ἀκριβή σημασία των ὅρων «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» οἱ όποιοι στά άρθρα 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ δέν ἀντιτίθενται καθόλου στους όρους «δημιουργία εσφαλμένης γνώμης» [:παρα-πλανήσεως].
4.
Περνώντας τώρα στή δεύτερη ὁμάδα ερωτημάτων, διαπιστώνουμε, κατ' ἀρχάς, ὅτι ὁ εθνικός δικαστής τά διατύπωσε — ὅπως ἀναφέρεται στό κείμενο τῆς διατάξεως — γιά τήν περίπτωση πού θά δινόταν καταφατική ἀπάντηση στό ερώτημα πού τέθηκε στό σημείο 1 β. Ή 'Επιτροπή ὅμως, καθώς καί ὅλα τά άλλα μέρη πού παρενέβησαν στή δίκη, παρατήρησαν δικαίως ὅτι ἀσφαλώς ὁ γερμανός δικαστής διέπραξε λάθος. Τά ερωτήματα τῆς δεύτερης ὁμάδας δέν μποροῦν νά τεθοῦν παρά μόνο στην περίπτωση πού θά δινόταν ἀρνητική ἀπάντηση στό ερώτημα 1 β καί ὄχι ἀντιθέτως. Εἶναι πράγματι σαφές ὅτι δέν μπορεί νά υπάρξει θέμα — ὁπως συμβαίνει στό ερώτημα πού τέθηκε στό σημείο 2 α — όσον άφορᾶ τό «ἄν μιά περιγραφή καί μιά παρουσίαση ... πού δέν μποροῦν νά τεθοῦν ὑπό ἀμφισβήτηση, βάσει τοῦ ἄρθρου 43 παράγραφος 1, μποροῦν ενδεχομένως νά προσβληθοῦν βάσει τοῦ ἄρθρου 43 παράγραφος 2», παρά μόνο ἐφ᾽ όσον επιλέχτηκε ή άποψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό άρθρο 43 παράγραφος 1 έχει πεδίο εφαρμογής πιό περιορισμένο ἀπό τό άρθρο 43 παράγραφος 2 (ὅτι ἀπαγορεύει δηλαδή μόνο τή σύγχυση μέ συγκεκριμένα σήματα καί συγκεκριμένους τόπους παραγωγής). Ή άποψη αυτή ἀντιστοιχεί μέ ἀρνητική ἀπάντηση στό ερώτημα 1 β. Γιά τό λόγο αυτό τό εἰσαγωγικό μέρος τῆς δεύτερης ὁμάδας ερωτημάτων πρέπει νά διορθωθεί μέ ἀντικατάσταση τοῦ ὅρού «καταφατική» ἀπό τόν ὅρο «ἀρνητική».
Μετά τή διευκρίνιση αυτή, εἶναι εύκολο νά διαπιστωθεί ὅτι ἡ καταφατική λύση πού προτείναμε νά δοθεί στό ερώτημα 1 β καθίστα περιττή τήν εξέταση τοῦ ερωτήματος 2 α.
'Αντίθετα, καθ' ὅσον άφορᾶ τό ερώτημα 2 β θεωρώ ὅτι πρέπει νά σκεφθοῦμε διαφορετικά. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό ερώτημα αὐτό ἔχει επίσης εξαρτημένο χαρακτήρα (κατά τήν έννοια πού ἀναπτύχθηκε ἀνωτέρω) καί ὅτι, επομένως, ἀπό τυπικής ἀπόψεως δέν ἀπαιτείται νά ληφθεί θέση ὡς πρός αυτό. Ἐν τούτοις θεωρώ σκόπιμο νά εξετάσουμε τό πρόβλημα πού δημιουργήθηκε ὑπό τή γενική του έννοια: ὡς πρόβλημα σχέσεως μεταξύ τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως πού θεσπίζεται μέ τά άρθρα 8 στοιχείο γ, 18 στοιχείο γ καί 43 τοῦ κανονισμοῦ 355/79 καί ενδεχόμενης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ή ὁποία προβλέπει τό φαινόμενο τῆς «συγχύσεως» πού δημιουργείται στους καταναλωτές ἀπό ἀπόψεως τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ. Πράγματι τό ἐν λόγω πρόβλημα εἶναι αυτόνομο σέ σχέση μέ τήν πρώτη ὁμάδα ερωτημάτων καί ενέχει ἀναμφίβολα σημασία γιά τόν παραπέμποντα δικαστή, στόν όποιο εναπόκειται νά ἀποφασίσει στην προκειμένη περίπτωση, ἄν καί σέ ποιά όρια, πέρα ἀπό τόν κανονισμό πού ἀναφέρθηκε, εφαρμόζεται καί ἡ γερμανική νομοθεσία περί ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ.
Κατά τή γνώμη μου ὁ τομέας τῆς περιγραφής καί τῆς παρουσιάσεως τῶν οἴνων καί τῶν γλευκών σταφυλής ρυθμίζεται κατά τρόπο πλήρη καί εξαντλητικό ἀπό τόν κανονισμό 355/79 πού προαναφέρθηκε καί ἀπό τους συναφείς κανόνες εφαρμογής (πού περιέχονται στον κανονισμό 1608/76 τῆς 'Επιτροπής). Τό γεγονός ὅτι πρόκειται γιά πλήρη ρύθμιση προκύπτει σαφώς ἀπό τό άρθρο 54 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 337/79 περί κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγοράς, τοῦ ὁποίου τό πρῶτο εδάφιο προβλέπει ὅτι τό Συμβούλιο θεσπίζει «ἄν παρίσταται ἀνάγκη» τους κανόνες τους σχετικούς μέ τήν περιγραφή καί τήν παρουσίαση τῶν προϊόντων πού περιλαμβάνονται στην ἐν λόγω ὀργάνωση τῆς ἀγοράς καί τοῦ ὁποίου τό δεύτερο εδάφιο ὁρίζει ὅτι «μέχρι τῆς θέσεως σέ εφαρμογή τῶν κανόνων πού ἀναφέρονται στό πρώτο εδάφιο, οἱ κανόνες πού εφαρμόζονται ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ είναι εκείνοι πού θεσπίζονται ἀπό τά Κράτη μέλη». Ἡ λογική συνέπεια τῆς διατάξεως αὐτής εἶναι ὅτι, ἀφοῦ τεθεί σέ ἰσχύ, ή κοινοτική ρύθμιση (πράγμα πού έγινε, τουλάχιστον γιά τους οίνους καί τά γλεύκη σταφυλής, μέ τήν έκδοση τοῦ κανονισμοῦ 355/79) ἀποκλείεται ἡ μεταγενέστερη εφαρμογή τῶν εθνικών έννόμων τάξεων στόν ίδιο τομέα, έκτός ἄν τό ἐπιτρέπουν σέ ειδικά σημεία συγκεκριμένοι κοινοτικοί κανόνες. Πράγματι στόν ἐν λόγω κανονισμό υπάρχουν πολλοί κανόνες αὐτοῦ τοῦ είδους: ἀναφέρω γιά παράδειγμα τό άρθρο 1 παράγραφος 3 εδάφιο 2, τό άρθρο 2 παράγραφος 2, η καί 3 δ, ζ καί θ, τό άρθρο 3 παράγραφος 2, 3 εδάφιο 2, παράγραφος 4, 5 εδάφιο 2, τό άρθρο 4 παράγραφος 2, τό άρθρο 6 παράγραφος 2, τό άρθρο 11 παράγραφος 3, κλπ...
Πρέπει νά λεχθεί ὅτι στόν τομέα αυτό ὁ κανόνας πού παρουσιάζει τό μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιά τήν περίπτωση μας εἶναι τό άρθρο 13 παράγραφος 2 σύμφωνα μέ τό όποιο «τά Κράτη μέλη δύνανται, ὅσον άφορᾶ τους v.q.p.r.d. τους παραγόμενους στό έδαφός τους νά καθιστοῦν υποχρεωτικές ἡ νά ἀπαγορεύουν ἡ νά θέτουν ὅρια στή χρησιμοποίηση ὁρισμένων ενδείξεων ἀναφερομένων στό άρθρο 12 παράγραφος 2 » Διευκρινίζουμε ὅτι τό άρθρο 12 παράγραφος 2 ἀπαριθμεί τίς ενδείξεις πού περιλαμβάνονται προαιρετικά στην επιγραφή τῶν v.q.p.r.d. μεταξύ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται τό σήμα (στοιχείο γ). Εἶναι δυνατό νά δοθεί στή διάταξη αὐτή ή ἑρμηνεία ὅτι μιά εθνική έννομη τάξη δύναται νά περιορίσει τή χρήση τοῦ σήματος, ἀπαγορεύοντας τίς ὀνομασίες πού μποροῦν νά παρασύρουν τόν καταναλωτή σέ λάθος ὡς πρός τή γεωγραφική καταγωγή ἡ τά λοιπά χαρακτηριστικά τοῦ προϊόντος; Πιστεύω ὅτι ἡ ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι ἀρνητική, δεδομένου ὅτι ἡ άποψη αύτη τῆς περιγραφής καί παρουσιάσεως των προϊόντων ρυθμίζεται κατά τρόπο σαφή καί εξαντλητικό στά άρθρα 18 καί 43 τοῦ ίδιου κανονισμού 355/79 στά όποια δέν μπορεί νά επεκταθεί ἡ εξουσία εισαγωγής παρεκκλίσεων πού ἀπονέμει τό άρθρο 13 παράγραφος 2.
Πάντως, ἡ ἀναγνώριση τοῦ γεγονότος ὅτι ή κοινοτική ρύθμιση σχετικά μέ τήν περιγραφή καί τήν παρουσίαση τῶν οινικῶν προϊόντων έχει χαρακτήρα πλήρη καί κατ' ἀρχήν εξαντλητικό, δέ σημαίνει ὅτι ἀρνούμεθα τή δυνατότητα παράλληλα μέ τή ρύθμιση αύτη, καί επιδιώκοντας σκοπούς διαφορετικούς καί συμβιβάσιμους (ἤ ἀκόμα καί συμπληρωματικούς) σέ σχέση μέ τό σκοπό τῆς ρυθμίσεως στην ὁποία ἀναφερόμαστε. Κατά τή γνώμη μου αυτή εἶναι ἡ περίπτωση τῶν εθνικών κανόνων πού ἀποσκοποῦν στην πρόληψη καί τήν καταστολή τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ. Πράγματι εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά σημειώσω ὅτι ὁ σκοπός τοῦ κανονισμοῦ 355/79 συνίσταται, ουσιαστικά, στην προστασία τοῦ καταναλωτή οἴνων καί γλευκών σταφυλής — προσφέροντας του τή δυνατότητα μιας πλήρους καί σωστῆς πληροφορήσεως ὡς πρός τά χαρακτηριστικά τοῦ προϊόντος πού προτίθεται νά ἀγοράσει — καί στή διευκόλυνση εκπληρώσεως τοῦ έργου διαχειρίσεως καί έλεγχου ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν. 'Αντίθετα ἡ εσωτερική νομοθεσία περί ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ ἀποβλέπει κυρίως στην προστασία τῶν επιχειρηματιών καί μόνο ἔμμεσα στην προστασία τῶν καταναλωτῶν. Προσθέτω ὅτι, ὅπου ὁ παραπάνω κανονισμός ἀναφέρεται στό θέμα τῆς «συγχύσεως» πού δημιουργείται ἀπό τή χρήση διακριτικών γνωρισμάτων τοῦ προϊόντος (ὅπως στό άρθρο 43) καί συνεπώς επιλαμβάνεται ενός προβλήματος πού παρουσιάζει επίσης απόψεις πού σχετίζονται μέ τόν ἀθέμιτο ἀνταγωνισμό (ή ενδεχομένως ἀπόψεις πού σχετίζονται μέ τό σήμα), ὄχι μόνο υπάρχει επικάλυψη διαφορετικών ὁμάδων κανόνων, άλλά διαπιστώνεται επίσης ὅτι ἡ κοινοτική ρύθμιση ἀποτελείται ἀπό «ουσιαστικούς» κανόνες, ἐνῶ ἡ εσωτερική ρύθμιση περί αθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ (ὅπως καί ἡ σχετική μέ τά σήματα) περιλαμβάνει επίσης κατάλληλους διαδικαστικούς μηχανισμούς καί προβλέπει τήν επιβολή κυρώσεων σέ περίπτωση παράνομων πράξεων. Θά ήταν λοιπόν ἀδιανόητο νά ερμηνευτεί ὁ κανονισμός 355/79, λόγω τοῦ ὅτι εἶναι «πλήρης» ὡς πρός τό θέμα τῆς περιγραφής καί τῆς παρουσιάσεως τῶν οἴνων, ὡς ἀποκλειστικός καί σέ σχέση μέ τήν εσωτερική κανονιστική ρύθμιση περί ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ καί σημάτων. Ἐκείνο πού είναι ἀναγκαίο, άλλά επίσης επαρκές, εἶναι ὅτι δέν εφαρμόζεται κανένας κανόνας περί ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ ἡ σημάτων τοῦ ὁποίου τό περιεχόμενο συνιστά τροποποίηση (μέ έννοια περισσότερο ἀνεκτική ἡ περισσότερο αυστηρή, λίγο ἐνδιαφέρει) τῶν διατάξεων τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ.
Οἱ σκέψεις αὐτές εἶναι σύμφωνες μέ τήν ίδια τή λογική πού ἀκολούθησα στην υπόθεση 50/76 (Amsterdam Bulb, Rec. 1977, σ. 151 ἐπ.). Είχα τότε διαπιστώσει ὅτι τά Κράτη μέλη δέν μποροῦν νά υιοθετήσουν μέτρα πού τροποποιούν ἡ συμπληρώνουν τίς διατάξεις τῶν κοινοτικών κανονισμών καί εἶχα σχετικά ἀναφέρει τίς ἀποφάσεις σας τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1970 στην υπόθεση 40/69, Bureau principal des douanes de Hambourg κατά Bollmann (Rec. 1970, σ. 69) καί τῆς 18ης 'Ιουνίου 1970 στην υπόθεση 74/69, Bureau principal des douanes de Brème κατά Krohn (Rec. 1970, σ. 451). Εἶχα ὅμως προσθέσει: «ὁ προσανατολισμός αυτός έγινε δεκτός σχετικά μέ περιπτώσεις στίς όποιες τό εξεταζόμενο εθνικό μέτρο πραγματοποιοῦσε ἐρμηνεία τοῦ κοινοτικού κανονισμού καί κατά συνέπεια ἀσκοῦσε επιρροή ἐπί τῆς πραγματικῆς του σημασίας. Βάση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ήταν πράγματι ἡ θέληση νά ἀποκλεισθεί κάθε ἀλλαγή ἡ κάθε προσβολή τῆς σημασίας καί τοῦ περιεχομένου τῆς κοινοτικής πράξεως. 'Αντίθετα δέν μπορεί νά λεχθεί ὅτι μιά ποινική κύρωση ἀλλοιώνει τό περιεχόμενο τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ ... Τό γεγονός ὅτι ένα Κράτος μέλος προσθέτει ποινικές κυρώσεις στην κοινοτική νομοθεσία, μέ σκοπό τή διασφάλιση ... δέν ἀντιτίθεται στίς ἀρχές τοῦ δικαίου των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων». Τό Δικαστήριο εἶχε ἀποδεχθεί τήν ἄποψη αυτή ἀποφασίζοντας ἰδίως ὅτι «ελλείψει μιᾶς διατάξεως της κοινοτικῆς ρυθμίσεως πού νά προβλέπει Ιδιαίτερες κυρώσεις σέ περίπτωση μή τηρήσεως τῆς ἀπό τους ιδιώτες, τά Κράτη μέλη εἶναι ἁρμόδια νά επιλέξουν τίς κυρώσεις πού θεωρούν ενδεδειγμένες» (ἀπόφαση της 2ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 50/76 Rec. 1977, σ. 150).
Ἐπανερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ὅτι στην περίπτωση πού περιγράφτηκε τῆς επικαλύψεως μεταξύ κοινοτικών καί εσωτερικών κανόνων, ἡ ἀρχή πού πρέπει νά ισχύσει εἶναι ἡ ἀρχή τῆς υπεροχης τῆς κοινοτικῆς ρυθμίσεως, ἀπό τήν οποία συνάγεται ὅτι τό εθνικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται παρά ἐφ᾽ ὅσον εἶναι συμβιβάσιμο ἤ συμπληρωματικό σέ σχέση μέ τή ρύθμιση αὐτή. Στον τομέα τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμού εἶναι δυνατό λοιπόν, κατά τή γνώμη μας, νά επιβεβαιωθεί ἡ δυνατότητα εφαρμογῆς τῶν εθνικών κανόνων οἱ όποιοι δέ θέτουν σέ κίνδυνο τήν πλήρη τήρηση τῶν άρθρων 8, 18, 43 (ή άλλων) τοῦ κανονισμοῦ 355/79 καί οἱ όποιοι μάλιστα συμβάλλουν στή διασφάλιση τῆς τηρήσεως τους στό ἐπίπεδο τῶν διαδικασιών καί κυρώσεων.
5.
Συμπεραίνοντας θεωροῦμε ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει νά ἀπαντήσει ὡς έξης στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Bundesgerichtshof μέ διάταξη τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1979:
1.
Οἱ ὅροι «σύγχυση ὡς πρός τό είδος, τήν καταγωγή καί τή σύνθεση τοῦ προϊόντος» πού περιέχονται στό άρθρο 43 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 355 τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979 καί «ενδείξεις ... δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» πού ἀναφέρονται στά ἄρθρο 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ τοῦ 'ίδιου κανονισμοῦ, ἀναφέρονται επίσης σέ περιπτώσεις ὀνομασίας οἴνων, δυνάμενες νά δημιουργήσουν στον ἀγοραστή τήν πεποίθηση ὅτι υποδηλώνουν γεωγραφικό τόπο, ἐνῶ ὁ τόπος αυτός εἶναι ἀνύπαρκτος.
2.
Ό κανονισμός 355/79 τοῦ Συμβουλίου, συνιστᾶ μαζί μέ τίς διατάξεις εφαρμογής πού περιέχονται στόν κανονισμό 1608/76 τῆς 'Επιτροπής, πλήρη ρύθμιση τῆς περιγραφής καί παρουσιάσεως τῶν οἴνων καί τῶν γλευκῶν σταφυλής πού υπάγονται στό πεδίο εφαρμογής του. Κατά συνέπεια, ενδεχόμενοι εθνικοί κανόνες τοῦ τομέα αὐτοῦ δέν εφαρμόζονται παρά μόνο στίς περιπτώσεις πού προβλέπονται ρητά ἀπό τους κοινοτικούς κανόνες. Πάντως ἡ υποχρέωση νά γίνουν πλήρως καί κατά προτεραιότητα σεβαστά τά άρθρα 8 στοιχεῖο γ, 18 στοιχείο γ καί 43 τοῦ κανονισμοῦ 355 δέν ἀποκλείει την εφαρμογή ἐθνικών κανόνων στόν τομέα τοῦ αθέμιτου ανταγωνισμοῦ, πού εἶναι συμβιβάσιμοι μέ την κοινοτική ρύθμιση ιδιαίτερα αυτῶν πού έχουν χαρακτήρα δικονομικό ἡ ποινικό.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy