ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTARTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Τό Δικαστήριό μας εἶχε πολλές φορές την ευκαιρία νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων, μέσα στά ὁποία είναι δυνατή ἡ παρέκκλιση ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐλεύθερης κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων, παρέκκλιση βασισμένη σέ δικαιώματα βιομηχανικής ἡ πνευματικής Ιδιοκτησίας ἡ στην ἀνάγκη καταστολής πρακτικής ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ παρούσα ὑπόθεση άφορᾶ, κατ' οὐσία, ένα παρόμοιο πρόβλημα, ἔστω κι ἄν παρουσιάζει μιά έκφανση διαφορετική, πού μπορεῖ νά συνδυαστεί μέ τούς κοινοτικούς κανόνες περί προστασίας τοῦ ελεύθερου ἀνταγωνισμού.
Υπενθυμίζουμε κατ' ἀρχάς τά περιστατικά. Ή δανική ἑταιρεία Imerco, πού ἀποτελεί ὀργάνωση χονδρικής ἀγοράς εἰδων νοικοκυριού καί τῆς οποίας οἱ μέτοχοι ἐμπορεύονται τά εἴδη αυτά σ' ὅλη τή Δανία παρήγγειλε τό 1978 ὁρισμένα φαβεντιανά σερβίτσια σ' ἕνα βρετανό κατασκευαστή, τήν ἑταιρεία Broadhurst. Τά σερβίτσια αυτά προορίζονταν γιά τόν εορτασμό τῆς πεντηκοστής ἐπετείου τῆς ἑταιρείας Imerco. Ἔπρεπε λοιπόν νά εἶναι διακοσμημένα σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες καί τά ὑποδείγματα πού ἔδωσε ἡ ἴδια ἡ ἑταιρεία καί νά έχουν στό πίσω μέρος τήν ένδειξη «50ή ἐπέτειος τῆς Imerco». Ή παραγγέλλουσα εἶχε πρόθεση νά διαθέσει τά προϊόντα αυτά στό εμπόριο τῆς Δανίας, ἀποκλειστικά μέσω των μετόχων της. 'Ωστόσο, γιά χίλια περίπου σερβίτσια, πού δέν ἀνταποκρίνονταν ἐντελῶς στίς αυστηρές ἀπαιτήσεις ποιότητας πού θέλησε ἡ παραγγέλλουσα, ή τελευταία επέτρεψε στόν κατασκευαστή νά τά διαθέσει στό εμπόριο ἐντός τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου (ὑπό τήν ἐπιφύλαξη ὁρισμένων περιορισμῶν γιά τίς περιοχές ὅπού συχνάζουν συνήθως δανοί τουρίστες) καί σέ συγκεκριμένες μή εὐρωπαϊκές χώρες. Ἔτσι, τά ἐλαττωματικής ποιότητας σερβίτσια πωλήθηκαν ἀπό τήν ἑταιρεία Broadhurst σέ μερικούς βρετανούς χονδρεμπόρους, μέ τήν ἀπαγόρευση μεταπωλήσεως τους στή Δανία.
Παρ' ὅλ' αὐτά, 300 τέτοια σερβίτσια ἀγοράστηκαν ἀπό τήν ἑταιρεία Dansk Supermarked A/S πού ἑδρεύει στό Aarhus (μέσω ἑνός δανοῦ μεταπωλητή πού ὁ ίδιος τά ἀγόρασε στό 'Ηνωμένο Βασίλειο) καί ἐκτέθηκαν πρός πώληση στά δικά της μεγάλα καταστήματα, σέ τιμές αισθητά κατώτερες ἀπό αυτές πού χρέωναν οἱ μέτοχοι τῆς Imerco γιά τά ἴδια προϊόντα πρώτης διαλογής.
Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, ἡ εταιρεία Imerco ζήτησε καί πέτυχε ἀπό τά δανικά δικαστήρια νά ἀπαγορεύσουν στή Dansk Supermarked νά συνεχίσει τήν πώληση των ἐν λόγω σερβίτσιων. Ὑπέρ τῆς ἀπαγορεύσεως ἀποφάνθηκε τό Byret τοῦ Aarhus, μέ διάταξη τῆς 22ας Ιουνίου 1978, πού ἐπικυρώθηκε ἀπό τό ἐμποροδικεῖο τῆς Κοπεγχάγης, μέ ἀπόφαση τῆς 19ης Μαρτίου 1979. Πράγματι, τά δανικά δικαστήρια έκριναν ὅτι ἡ ἑταιρεία Dansk Supermarked παραβίασε τους ἰσχύοντες ἐθνικούς κανόνες (άρθρα 1 καί 5 τοῦ νόμου τῆς 14ης 'Ιουνίου 1974, ἀριθ. 297), διότι εξέθεσε προς πώληση, χωρίς τή συναίνεση τῆς ἑταιρείας Imerco, εἴδη πού έφεραν τό ὄνομα τῆς τελευταίας καί πού δέν προορίζονταν γιά «κανονική πώληση». Κατ' ουσία, ἡ παράβαση πού διέπραξε ἡ ἑταιρεία Dansk Supermarked συνίστατο στό γεγονός ὅτι ἐπωφελήθηκε ἀπό ένα διακριτικό σήμα πού δέν τῆς ἀνῆκε. "Ενα ἀκόμα ἐπιχείρημα πού προβλήθηκε ἀπό τήν ἑταιρεία Imerco, ἀλλά δέν έγινε δεκτό ἀπό τό Δικαστήριο, ήταν ὅτι ἡ εταιρεία Dansk Supermarked άφησε τήν πελατεία τῆς νά πιστεύει, μέ ἀπατηλές ενδείξεις, ὅτι ἐπρόκειτο γιά προϊόντα πρώτης ποιότητας.
Μέ τήν άσκηση ἀναιρέσεως κατά τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῆς Κοπεγχάγης ἐνώπιον τοῦ Højesteret, ἡ Dansk Supermarked επικαλέστηκε τά άρθρα 30 καί 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί τόν κανονισμό 67 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας Μαρτίου 1967 περί ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 85 παράγραφος 3 τῆς συνθήκης ἐπί κατηγοριών συμφωνιών ἀποκλειστικότητας, υποστηρίζοντας ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο ἐγγυᾶται τό δικαίωμα διενέργειας παράλληλων εισαγωγῶν καί ὅτι οἱ εθνικοί κανόνες δέν μπορούν νά παρακωλύσουν ένα τέτοιο δικαίωμα.
Μέ διάταξη τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1980, τό ἀνωτέρω δικαστήριο ζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί, δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἄν «ὁρισμένες διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ τῶν πράξεων πού ἐκδόθηκαν γιά τήν εφαρμογή της ἐμποδίζουν τήν ἐφαρμογή, στην παρούσα περίπτωση, τῶν δανικών νόμων περί τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ, τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος καί περί ἐμπορίας.
Εἶναι σαφές ὅτι τό ἐρώτημα αὐτό διατυπώθηκε κατά τρόπο ἀτελή, διότι, ἀντί νά ζητήσει ἑρμηνεία ὁρισμένων κοινοτικῶν διατάξεων, ὁ δικαστής τῆς ουσίας ἀπευθύνθηκε στό Δικαστήριο γιά νά μάθει ἄν ή συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι υπάγεται μάλλον στό κοινοτικό δίκαιο καί ὄχι στό δανικό δίκαιο. Ωστόσο, ἄν λάβει κανείς ὑπόψη τίς ἀπόψεις πού υποστήριξαν οἱ διάδικοι κατά τή διάρκεια τῆς κατ' έφεση δίκης, είναι εύκολο νά βρεῖ, στά άρθρα 30 καί 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στόν κανονισμό 67/67 τῆς Επιτροπής, τους κοινοτικούς κανόνες πού τό ἐθνικό δικαστήριο θά θεωροῦσε ὅτι προσφέρονται γιά νά στηρίξουν τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς διαφοράς στην κύρια δίκη. Τό άρθρο 30 βρίσκεται στό κέντρο τοῦ προβλήματος. Πρόκειται ἀκριβώς νά κριθεί τό ἄν εμποδίζει τήν ἐφαρμογή τῶν ἐθνικών κανόνων περί τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ, περί σημάτων καί αθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ, οἱ όποιοι ἀπαγορεύουν τή μεταπώληση σ' ἕνα Κράτος μέλος προϊόντων, τά όποια ἀποτέλεσαν ἀντικείμενο παράλληλων εἰσαγωγῶν, ὑπό τίς συνθῆκες πού περιγράφτηκαν ἀνωτέρω.
Θεωρούμε λοιπόν ὅτι τό ἐρώτημα, στό όποιο πρόκειται νά ἀπαντήσουμε, πρέπει νά ἐννοηθεί ὡς έξῆς: «Συμβιβάζεται μέ τά άρθρα 30 καί 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (καί ἐνδεχομένως μέ τόν κανονισμό 67/67 τῆς 'Επιτροπῆς) ἡ ἀπαγόρευση τῆς ἐμπορίας σ' ἔνa Κράτος μέλος, συγκεκριμένων προϊόντων πού ἐκτέθηκαν ήδη κανονικά πρός πώληση σέ άλλο Κράτος μέλος, ἀπό τόν ἐθνικό δικαστή ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργού, τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος ἡ βάσει των κανόνων πού καταστέλλουν τόν ἀθέμιτο ἀνταγωνισμό ἡ ἀκόμα κατ' ἐφαρμογή μιᾶς συμβάσεως περί ἐδαφικοῦ περιορισμού τῶν πωλήσεων;».
2.
Όσον άφορᾶ τήν ἀπαγόρευση των μέτρων ισοδύναμου πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἀποτελέσματος, πού προβλέπει τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης, είναι γνωστό, σύμφωνα μέ σταθερή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι περιλαμβάνει κάθε εθνικό μέτρο πού δυσχεραίνει τήν εισαγωγή ἡ τήν πώληση εμπορευμάτων, τά όποια τέθηκαν κανονικά σέ κυκλοφορία σέ άλλο Κράτος μέλος. Θεωροῦμε ὅτι δέν έχει σημασία ὡς πρός τό θέμα αυτό τό ἄν πρόκειται γιά εμπορεύματα πού έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τά όποια θέλησε ἐκεῖνος πού ἔδωσε τήν παραγγελία γιά νά γιορτάσει ένα γεγονός πού τόν άφορᾶ: τό αποφασιστικό στοιχείο εἶναι ὅτι τό προϊόν τέθηκε κανονικά στην ἀγορά σέ άλλο Κράτος μέλος (όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση γιά τά χίλια φαβεντιανά σερβίτσια πού πωλήθηκαν ἀπό τόν κατασκευαστή στό ἐσωτερικό τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου).
Πρέπει ωστόσο νά ἀναρωτηθεί κανείς μέχρι ποιό σημείο εθνικά μέτρα παρόμοιου τύπου, καίτοι ἀσυμβίβαστα πρός τήν ἀρχῆ τοῦ ἄρθρου 30, μπορούν νά γίνουν ἀποδεκτά, βάσει τῆς παρεκκλίσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ διάταξη αὐτή ὁρίζει, μεταξύ άλλων, ὅτι δέν ἐμποδίζει περιορισμούς εἰσαγωγών πού δικαιολογοῦνται ἀπό λόγους προστασίας δικαιωμάτων βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας (μέ τά όποια βέβαια ἐξομοιώνονται τά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δηλαδή τά δικαιώματα τοῦ δημιουργού), ὑπό τόν ὅρο πάντως ὅτι οἱ περιορισμοί αὐτοί δέν ἀποτελοῦν ούτε μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ούτε συγκαλυμμένου περιορισμοῦ στό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών. Συνεπώς, δέν μπορεί κανείς νά ἐπικαλεστεί κανένα ἀπό τά ἀποκλειστικά δικαιώματα πού ἀναφέρθηκαν, γιά νά ἀπαγορεύσει τήν ἐμπορία σ' ένα Κράτος μέλος προϊόντων πού τέθηκαν πρός πώληση σέ άλλο Κράτος μέλος μέ τή συναίνεση τοῦ δικαιούχου τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. 'Η νομολογία τοῦ Δικαστηρίου έχει διευκρινίσει σαφώς τό σημείο αὐτό (βλ. τελευταία τήν ἀπόφαση πού ἐκδόθηκε στίς 22 'Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 119/75 Terrapin κατά Terranova Rec. 1976 σ. 1039, σκέψεις 5 καί 6).
Ή ἀρχή αὐτή ἐξακολουθεί νά ισχύει στην περίπτωση πού αυτός πού παραγγέλλει συγκεκριμένα προϊόντα, δικαιοοχος ενός σήματος ἡ άλλου δικαιώματος ἀποκλειστικότητας ἐπί τῶν Ιδίων αυτών προϊόντων, επέτρεψε στόν κατασκευαστή νά πωλήσει ένα μέρος τῆς παραγωγής γιά λογαριασμό του, ἀλλά μόνο ἐντός Κράτους μέλους. Στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ἑταιρεία Imerco επέτρεψε στην ἑταιρεία Broadhurst νά θέσει σέ κυκλοφορία σερβίτσια δεύτερης διαλογής εντός τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί όχι τῆς Δανίας. Πράγματι, παρόμοια συμβατική ρήτρα δέν ἀποτρέπει τήν ἀνάλωση τοῦ δικαιώματος ἀποκλειστικότητας πού διεκδικεί αὐτός πού έδωσε τήν παραγγελία — γιά ὅλο τό κοινοτικό έδαφος — ἀπό τή στιγμή πού πραγματοποιείται ἡ θέση σέ κυκλοφορία τοῦ προϊόντος μέ τή συναίνεσή του σ' ένα Κράτος μέλος. Βέβαια ὁ παραγγέλλων διατηρεί τή δυνατότητα νά ζητήσει ἀποζημίωση γιά τή ζημία πού υπέστη σέ περίπτωση μή ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους τοῦ κατασκευαστή ἡ τῶν δικαιοπαρόχων του, οἱ όποιοι εἶχαν ἀποδεχτεί ἐδαφικό περιορισμό τῆς ἐμπορίας τοῦ προϊόντος, ὑπό τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι μιά τέτοιου εἴδους συμφωνία δεν ἀντιβαίνει στό άρθρο 85 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο θά εξετάσουμε κατωτέρω.
3.
"Ενας συλλογισμός, παρόμοιος μ' αὐτόν πού ἀναπτύχθηκε στόν τομέα τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικής, ἐμπορικής καί πνευματικής Ιδιοκτησίας, ταιριάζει ἐπίσης γιά τους περιορισμούς τῆς κυκλοφορίας των ἐμπορευμάτων, πού ἀπορρέουν ἀπό ἐσωτερικούς κανόνες, οἱ ὁποίοι ἀποσκοποῦν στην καταστολή πρακτικών ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ (ἀπό τή δικογραφία προκύπτει ὅτι αυτή εἶναι ἡ φύση τῶν διατάξεων περί «εμπορίας» στίς όποιες ἀναφέρεται τό ἐρώτημα τοῦ δανοῦ δικαστή). Στην πραγματικότητα, ἡ καταστολή τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ δέ συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν λόγων γιά τους ὁποίους τό άρθρο 36 ἐπιτρέπει εξαιρέσεις ἀπό τήν ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 30. Ἐξάλλου, στίς ἀποφάσεις τῆς 11ης Ἰουλίου 1974, στήν υπόθεση 8/74 Dassonville (Rec. 1974 σ. 838) καί 20ής Φεβρουαρίου 1979, στην ὑπόθεση 120/78 Rewe (Rec. 1979 σ. 649), τό Δικαστήριο υπογράμμισε ὅτι, ἐλλείψει κοινοτικῶν κανόνων στόν τομέα τῆς εμπορίας, μπορεῖ κανείς νά δεχθεί ἐνδεχομένως ἐμπόδια στήν ἐλεύθερη κυκλοφορία των ἐμπορευμάτων, πού νά προκύπτουν ἀπό τους ἐθνικούς νόμους, οἱ όποιοι ἀνταποκρίνονται σέ ὁρισμένες ἐπιτακτικές ἀπαιτήσεις, ἀπαιτήσεις ιδίως πού άφοροον τήν ευθύτητα τῶν ἐμπορικών συναλλαγῶν καί τήν προστασία τῶν καταναλωτών. Ὡστόσο, τά περιοριστικά μέτρα πού δικαιολογοῦνται ἀπό παρόμοιους σκοπούς δέν εἶναι θεμιτά παρά μόνο όταν είναι «εὔλογα», δηλαδή περιορισμένα στό ἐλάχιστο ἀπαραίτητο καί μή διακριτικά. Ή νομολογία αὐτή ἐπαναλήφθηκε πρόσφατα μέ τήν ἀπόφαση πού ἐκδόθηκε στίς 26 'Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 788/79, Gilli, ὅπου τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε: «Μιά εθνική κανονιστική ρύθμιση, πού ἐφαρμόζεται ἀδιάκριτα ἐπί εθνικών καί εισαγόμενων προϊόντων, μπορεί νά παρεκκλίνει ἀπό τίς ἀπαιτήσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τό άρθρο 30, μόνον όταν δικαιολογείται ως ἀναγκαία γιά τήν ικανοποίηση ἐπιτακτικῶν ἀναγκών πού ἀφοροῦν ἰδίως ... τήν ευθύτητα τῶν ἐμπορικών ἀνταλλαγών καί τήν προστασία τῶν καταναλωτών».
Τελικά, ὁπως κι άλλες φορές εἶχα ήδη τήν εὐκαιρία νά σημειώσω — τελευταία στίς προτάσεις μου τῆς 29ης Μαΐου 1980 στήν υπόθεση Gilli πού προαναφέρθηκε — τό Δικαστήριο προχώρησε πέρα ἀπό τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κατά τό μέτρο πού ἐπέκτεινε τόν ἀριθμό τῶν περιπτώσεων κατά τίς ὁποιες τά ἐθνικά νομοθετικά μέτρα μπορούν νά θεωρηθούν νόμιμα, κατά παρέκκλιση ἀπό τήν ἀπαγόρευση τοῦ άρθρου 30, ὑπό τόν ὅρο ὅτι τά μέτρα αυτά «ἐπιδιώκουν σκοπό γενικοῦ ενδιαφέροντος καί τέτοιας φύσεως ώστε νά ὑπερακοντίζει τίς ἀπαιτήσεις τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας των ἐμπορευμάτων, ἡ ὁποία ἀποτελεί έναν ἀπό τους θεμελιώδεις κανόνες τῆς Κοινότητας» (σκέψη 14 τῆς ἀποφάσεως πού προαναφέρθηκε, στην υπόθεση 120/78, Rewe).
Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ὅτι έγινε ἐπίκληση τῶν δανικών κανόνων περί τῆς ἀγοράς κατά τῆς ἑταιρείας Dansk Supermarked, γιά τό λόγο ὅτι πωλώντας σερβίτσια πορσελάνης δεύτερης διαλογής, πού έφεραν τό όνομα τῆς ἑταιρείας Imerco, έβλαψε τή φήμη τῆς ἐν λόγω ἑταιρείας. Στό δανό δικαστή ἐναπόκειται νά ἀποφασίσει, ὑπό τό πρίσμα τῶν κριτηρίων πού ἐπιδιώξαμε νά διευκρινίσουμε, τό ἄν ἡ διαφορά ποιότητας μεταξύ τῶν σερβίτσιων πού παρήγγειλε ἡ Imerco γιά τους μετόχους της καί αυτῶν πού τέθηκαν στό εμπόριο ἀπό τήν Dansk Supermarked συνιστᾶ ἐπαρκή λόγο γιά τή δικαιολογία τῆς ἀπαγορεύσεως πού επιβλήθηκε στην τελευταία. Σωστά ὑπογραμμίζει ἡ 'Επιτροπή στό σημείο αὐτό ὅτι ἡ ἑταιρεία Imerco είχε ἐπιτρέψει τήν πώληση σερβίτσιων δεύτερης διαλογής στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, ἀποδεικνύοντας έτσι ὅτι ἡ διάθεση τους στό ἐμπόριο δέν ἔβλαπτε τή φήμη της, καί τοῦτο ἀκόμα κι ἄν δέ λάβει κανείς υπόψη του τό γεγονός ὅτι ἡ εταιρεία Imerco δέν εἶναι παραγωγός φαβεντιανῶν σκευῶν.
Ἀντίθετα, ἡ Imerco θά μποροῦσε νά ὑποστεί εμπορική ζημιά, ἄν τά σερβίτσια δεύτερης διαλογής, κατ' ἀνάγκη χαμηλότερης τιμής, πωλούνταν ὑπό τέτοιας φύσεως συνθήκες, ώστε νά δημιουργοῦν στην πελατεία τήν πεποίθηση ὅτι ἡ ποιότητα εἶναι πανομοιότυπη μ' ἐκείνη τῶν σερβίτσιων πρώτης ποιότητας, πού ἐμπορεύονται οἱ μέτοχοι τῆς Imerco. Ὡς πρός τό θέμα αὐτό, παρατηρούμε ὅτι ἡ ἀνάγκη προστασίας των νομίμων ἐμπορικῶν συμφερόντων ἑνός οικονομικοῦ επιχειρηματία ὁ όποιος ἐμπορεύεται ένα προϊόν πρώτης ποιότητας, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ικανοποιήθηκε ὅταν ἡ προσφορά πρός τό κοινό ἑνός προϊόντος κατώτερης ποιότητας, έστω καί χωρίς σαφή τήν ἔνδειξη «προϊόν δεύτερης διαλογής», γίνεται μέ τέτοιο τρόπο, ώστε νά μή δημιουργεί εύλογες ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν ποιότητά του. Ἀπ' αύτη τήν άποψη, στοιχεία ὅπως ἡ συσκευασία, ή συνήθης ποιότητα τῶν ἐμπορευμάτων πού πωλοῦνται στό ἴδιο κατάστημα καί άλλα πραγματικά στοιχεῖα, πού ἐναπόκεινται στό δικαστή τῆς ουσίας νά τά εκτιμήσει σέ συσχέτιση μέ τή συγκεκριμένη περίπτωση, μπορούν νά αποδειχθούν σημαντικά.
Τέλος, ὅσον άφορα τό γεγονός ὅτι ἡ Dansk Supermarked ἐπωφελήθηκε ἀπό τή διαφήμιση πού έκανε ἡ Imerco γιά τό ἐν λόγω προϊόν, αὐτό δέ φαίνεται νά ἀντιβαίνει στην ἀπαγόρευση τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ. Πρόκειται γιά ένα φαινόμενο τό όποιο τό Δικαστήριο εἶχε τήν εὐκαιρία νά ἐξετάσει σέ σχέση μέ τίς συμβάσεις ἀποκλειστικότητας (ὅπως πχ. στην υπόθεση Grunding — Consten: Rec. 1966 σ. 526-527) καί τό όποιο ευνοεί γενικά τόν παράλληλο εἰσαγωγέα: γιά ὅ, τι καί νά πρόκειται, αυτό δέν μπορεί κατά τή γνώμη μου νά δικαιολογήσει τόν ἀποκλεισμό ἑνός παράλληλου εἰσαγωγέα ἀπό μιά συγκεκριμένη ἐθνική ἀγορά στό πλαίσιο τῆς κοινής ἀγοράς.
4.
Πρόβλημα ερμηνείας τοῦ ἄρθρου 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ τίθεται, ἄν συζητηθεί ή ἰσχύς τῆς ρήτρας, περί μή εξαγωγής πρός άλλα Κράτη μέλη, πού περιέχεται στή συμφωνία τῆς ἑταιρείας Imerco καί της ἑταιρείας Broadhurst. Τό θέμα αὐτό δέν παρουσιάζει ἐνδιαφέρον γιά τήν παρούσα περίπτωση, παρά μόνον ἄν ὑποτεθεί ὅτι οἱ δανοί δικαστές έλαβαν υπόψη τους τή ρήτρα αὐτή, όταν ἀπαγόρευσαν στην εταιρεία Dansk Supermarked τήν πώληση ἐντός τῆς Δανίας φαβεντιανῶν σερβίτσιων δεύτερης διαλογής πού παρήγαγε ἡ εταιρεία Broadhurst. 'Εξάλλου, σχετικά μέ μιά τέτοια ὑπόθεση, δέν μπορεί νά λεχθεί ὅτι τό άρθρο 85 παρουσιάζει μεγάλες δυσχέρειες ἑρμηνείας: τά χαρακτηριστικά καί οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν συμφωνιών πού περιορίζουν τόν ἀνταγωνισμό εἶναι πολύ γνωστά, ὅπως καί τό γεγονός ὅτι οἱ συμφωνίες αυτές περιλαμβάνουν τόσο τίς συμβάσεις πού περιορίζουν τίς δυνατότητες διαθέσεως, ὅσο καί τίς συμπράξεις πού ἀποβλέπουν σέ κατανομή τῶν ἀγορών.
Στην απόφαση πού ἐξέδωσε τό Δικαστήριο μας στίς 25 Νοεμβρίου 1971 ἐπί τῆς υποθέσεως 22/71 Béguelin, καί στην ὁποία έπρεπε νά εκτιμηθεί τό συμβιβάσιμο μιᾶς συμφωνίας ἀποκλειστικής διανομῆς μέ τό άρθρο 85, κρίθηκε ὅτι οἱ δυό θεμελιώδεις προϋποθέσεις ἀπό τίς όποιες ἐξαρτᾶται ἡ ἀπαγόρευση συμπράξεων πού περιορίζουν τόν ἀνταγωνισμό (επηρεασμός τοῦ ἐμπορίου μεταξύ Κρατών μελῶν καί ἀντικείμενο ἤ ἀποτέλεσμα πού νά συνίσταται στήν ἀρνητική επίδραση ἐπί τοῦ ἀνταγωνισμοῦ εντός της κοινῆς ἀγορᾶς) συντρέχουν «ὅταν (ή συμφωνία) εμποδίζει, νομικά ἤ πραγματικά, τό διανομέα νά ἐπανεξαγάγει τά προϊόντα ... πρός τά άλλα Κράτη μέλη» (σκέψεις 10 μέχρι 12). Πιό κάτω, ἡ ἴδια απόφαση διευκρινίζει ὅτι, «γιά νά υπαχθεί στην ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 85, ή συμφωνία πρέπει νά επηρεάζει αἰσθητά τό μεταξύ Κρατῶν μελών εμπόριο καί τόν ἀνταγωνισμό» καί ν' ἀποκαλύπτει τή σημασία μιᾶς σειρᾶς στοιχείων εκτιμήσεως, ὅπως ἡ φύση καί ἡ διαθέσιμη ποσότητα τῶν προϊόντων, ἡ θέση καί ή επιρροή τοῦ ἐκχωροῦντος καί τοῦ ἐντολοδόχου στην ἀγορά, ἡ δυνατότητα, ἡ μή, άλλων ἐμπόρων νά ἐμπορεύονται τά ἴδια προϊόντα μέσω παράλληλης ἐπανεξαγωγῆς ή παράλληλης εισαγωγῆς.
Βέβαια, στό δικαστή τῆς ουσίας ἐναπόκειται ὁ χαρακτηρισμός τῆς συμφωνίας, γιά την ὁποία πρόκειται στην παρούσα περίπτωση, ὡς συμφωνίας πού περιορίζει τόν ἀνταγωνισμό. Θεωροῦμε σαφές ὅτι δέν είναι δυνατό νά μιλάμε γιά συμφωνία ἀποκλειστικής διανομής ἐν ὄψει μιας συμβάσεως μεταξύ ενός παραγγέλλοντος καί ἐνός κατασκευαστή, μέ τήν ὁποία ὁ πρώτος επιτρέπει στό δεύτερο νά θέσει στό ἐμπόριο, γιά δικό του λογαριασμό, ένα μέρος τῶν προϊόντων πού έχουν παραγγελθεί, ἀπαιτώντας ταυτόχρονα τόν ἐδαφικό περιορισμό τῶν πωλήσεων. Πολύ περισσότερο θά μπορούσε κανείς νά ἐπιχειρήσει έναν παραλληλισμό μεταξύ τῶν φαινομένων τῆς ἀποκλειστικής ἐκχωρήσεως, πού ἀποκλείουν τή μεταπώληση σέ συγκεκριμένες ἀγορές. Ὅμως, ἐπαναλαμβάνουμε, τό πρόβλημα αυτό δέν ἐνδιαφέρει τό Δικαστήριο.
Μένει νά εξετασθεί τό ἄν, σέ περίπτωση σάν τήν παρούσα, μπορούν νά τεθούν ἐπίσης προβλήματα ερμηνείας τοῦ κανονισμού 67/67 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας Μαρτίου 1967 (τό όποιο, ὅπως, είπαμε πρίν, αναφέρθηκε κατά τή διάρκεια τῆς διαδικασίας στην κύρια δίκη). Δεδομένου ὅτι άφορα τίς συμφωνίες ἀποκλειστικής διανομής καί ὅτι θεωρήσαμε πώς έπρεπε νά ἀποκλείσουμε ἀπ' αὐτή τήν κατηγορία τή συμφωνία τῆς Ιmercο - Brοadhurst, νομίζουμε ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάγκη ερμηνείας τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί), πρίν δοθεί ή ἀπάντηση στό δικαστή τῆς ουσίας. Πάντως, παρατηροῦμε ὅτι ἡ ὁμαδική ἀπαλλαγή πού προβλέπει ὁ κανονισμός αὐτός δέν Ισχύει γιά τίς συμφωνίες πού ἀπαγορεύουν στόν ἐντολοδόχο νά ἐπανεξάγει τά ἐμπορεύματα σέ άλλα Κράτη μέλη: έτσι αποφάνθηκε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Béguelin, πού προαναφέρθηκε, επιβεβαιώνοντας σιωπηρά ὅτι οἱ συμφωνίες πού παρουσιάζουν τά χαρακτηριστικά αυτά δέν μπορούν νά διαφύγουν ἀπό τό γενικό κανόνα τοῦ ἄρθρου 85 παράγραφος 1.
5.
Συμπεραίνοντας, προτείνουμε στό Δικαστήριο, ἀπαντώντας στό ἐρώτημα ποῦ τοῦ υπέβαλε τό δανικό Højesteret μέ διάταξη τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1980, νά ἀποφανθεί ὡς έξης:
1)
Κατά τήν ἔwοιa τῶν άρθρων 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ πώληση ἐντός Κράτους μέλους ενός συγκεκριμένου προϊόντος, πού έχει τεθεί κανονικά σέ κυκλοφορία εντός άλλου Κράτους μέλους μέ τήν άδεια τοῦ δικαιούχου τοῦ σήματος ἡ τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ πού άφορᾶ τό προϊόν αὐτό, δέν μπορεί νά ἀπαγορευθεί ἀπό τόν ἐθνικό δικαστή ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων αὐτων.
2)
Όταν ένας παράλληλος εἰσαγωγέας ἡ ένας πού έλκει ἐξ αὐτοῦ δικαιώματα διαθέτει πρός πώληση ἐντός Κράτους μέλους προϊόντα κατώτερης ποιότητας σέ σχέση μ' αὐτά — πανομοιότυτα κατά τά λοιπά — πού μιά ἄλλη ἐπιχείρηση παρήγγειλε γιά νά διαθέσει στό ἐμπόριο εντός τοῦ ἰδίου κράτους, ή πώληση τους ἀπό τόν πρῶτο δέν μπορεί νά ἀπαγορευθεί δυνάμει των κανόνων περί καταστολής τοῦ ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ, εφ' ὅσον δέν πραγματοποιείται ὑπό συνθήκες τέτοιας φύσεως, πού νά δημιουργούν σύγχυση στους πελάτες ὡς πρός τήν ποιότητα τοῦ ἐμπορεύματος.
3)
Συμφωνία μεταξύ τοῦ κατασκευαστή συγκεκριμένων προϊόντων καί τῆς επιχειρήσεως πού τά παρήγγειλε, μέ τήν ὁποία επιτρέπεται στόν κατασκευαστή νά πωλεί γιά δικό τους λογαριασμό ἕνα μέρος τῶν προϊόντων αὐτῶν, ἀπαγορεύοντάς του ὅμως τήν ἐξαγωγή τους πρός άλλα Κράτη μέλη, εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 85 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅταν επηρεάζει αισθητά τό μεταξύ Κρατών μελών εμπόριο καί τόν ἀνταγωνισμό εντός τῆς κοινής ἀγοράς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy