ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 2 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε προέδρε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ ὑποθέσεις πού φέρονται ενώπιόν σας ἀφοροῦν τήν κατάσταση τῆς δρ. Turner, ἰατροῦ ειδικευμένης στην εσωτερική παθολογία καί στην καρδιολογία, ἡ οποία έτο-ποθετήθη σέ νέα θέση καί κατόπιν μετετέθη αυτεπαγγέλτως στην ιατρική υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην έδρα τῶν Βρυξελλῶν.
Γιά τό ἱστορικό τῶν υποθέσεων, τήν εξέλιξη τῆς διαδικασίας, καθώς επίσης καί γιά τά αιτήματα, τους ἰσχυρισμούς καί τά επιχειρήματα τῶν διαδίκων, ἀναφέρομαι στην πληρέστατη έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση πού ἀνέπτυξε ήδη ὁ εισηγητής δικαστής. Υπενθυμίζω μόνον ὅτι, μέ διάταξη τῆς 3ης Μαρτίου 1981, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε τήν ένωση καί συ-νεκδίκαση τῶν ὑποθέσεων 59/80 καί 129/80 πρός έκδοση ενιαίας ἀποφάσεως.
Θά ἐξετάσω πρώτα τά ζητήματα τοῦ παραδεκτοῦ πρίν υπεισέλθω στην ουσία τῶν προβλημάτων πού ἀνέκυψαν.
I — Παραδεκτό
Μέ τήν προσφυγή 59/80 ζητείται ή ἀκύρωση
—
ἀφ' ἑνός μέν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος τῆς 4ης Μαΐου 1979 τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ προσωπικοῦ καί διοικήσεως, μέ τό όποιο ἡ Turner ἐκαλεῖτο νά ἀσκήσει, ἀπό 10ης Μαΐου 1979, τά καθήκοντά πού περιγράφονται σέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 14ης Μαρτίου 1979,
—
ἀφ' έτερου δέ τῆς ἀποφάσεως τῆς 8ης 'Ιουνίου 1979 περί τοποθετήσεως της προσφευγούσης σέ νέα θέση.
Τό παραδεκτό τοῦ πρώτου αιτήματος δέν παρουσιάζει καμμία δυσκολία. Ἀπεναντίας, ἡ 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τό παραδεκτό τοῦ αἰτήματος κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς 8ης 'Ιουνίου 1979, προβάλλοντας τόν Ισχυρισμό ὅτι ἡ προηγουμένη ένσταση τῆς δρ. Turner, τῆς 3ης Ἰουλίου 1979, ἐστρέφετο μόνον κατά τοῦ ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος τῆς 4ης Μαΐου 1979. Ό ισχυρισμός αυτός δέν ευσταθεί. Πράγματι, τά καθήκοντα πού ἀνετέθησαν στην προσφεύγουσα μέ τίς ρητές εντολές τῆς 4ης Μαΐου 1979 δέν ἠδύναντο νά ἀσκηθοῦν παρά μόνο σέ συνάρτηση μέ μία ὑπηρεσιακή τοποθέτηση κατά συνέπεια, ἡ ἔνσταση κατά τοῦ ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος τῆς 4ης Μαΐου 1979 πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἀφορᾶ καί τήν ἀπόφαση τῆς 8ης 'Ιουλίου 1979 ἐξ άλλου, ή ἀπόφαση αυτή ίσχυσε ἀναδρομικῶς ἀπό τῆς 12ης 'Ιουλίου 1978 (καί όχι ἀπό τῆς 11ης 'Ιουλίου, ὁπως ἀναφέρει ἐκ παραδρομής).
Πάντως, ἡ προσφεύγουσα δέν δύναται νά ζητεί ταυτοχρόνως τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 23ης Μαΐου 1980, ἀντικείμενο τῆς προσφυγής 129/80, μέ τήν ὁποία μετετέθη στην Γενική διεύθυνση ἐρεύνης, καί τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 8ης 'Ιουνίου 1979: ἄν ἡ άποψη τῆς ἐγίνετο δεκτή, ή προσφεύγουσα δέν θά εἶχε πλέον κανέναν σύνδεσμο μέ τήν υπηρεσία. Ή εξέταση τοο βασίμου τῆς πρώτης προσφυγής τῆς θά δείξει ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν έχει έννομο συμφέρον νά ζητήσει τήν ακύρωση τής αποφάσεως τῆς 8ης 'Ιουνίου 1979.
II — Βάσιμο
Ώς λόγους τῆς πρώτης προσφυγής της, ή προσφεύγουσα ἐπικαλείται παράβαση τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού περί τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καί κατάχρηση εξουσίας.
1. Ὠς πρός τήν κατάχρηση ἐξουσίας
Δέν πιστεύω πώς ἡ σύσταση μίας ὁλοκλήρου εἰδικευμένης υπηρεσίας, τοῦ «ἰατρικοκοινωνικοῦ τομέως», ἀνταπεκρί-νετο ἀποκλειστικῶς καί μόνο στην επιθυμία νά ζημιωθεί ἡ προσφεύγουσα. Κι ἄν ἀκόμη θεωρηθεί δεδομένη ἡ ύπαρξη ζημίας, αὐτή δέν δύναται παρά νά ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς συστάσεως τῆς ἐν λόγω υπηρεσίας καί ὄχι τήν αιτία της.
Εἶναι ἀσφαλῶς ἀληθές ὅτι ἡ τοποθέτηση τῆς προσφευγούσης σέ νέα θέση εντάσσεται σέ ένα ιδιαίτερο πλαίσιο. Πράγματι, ἀπό τήν τοποθέτηση αυτή προήλθαν — τουλάχιστον ἐν μέρει — δύο υποθέσεις προσωπικοῦ, οἱ όποιες ἀφοροῦσαν καταχρηστικώς διαταχθείσες συμπληρωματικές εξετάσεις στό πλαίσιο τῶν ιατρικών εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη ἀπό τίς εξετάσεις αυτές, πού ὡδήγησαν σέ δυσμενές συμπέρασμα ὡς πρός τήν Ικανότητα τῶν υποψηφίων νά ἀσκήσουν τά καθήκοντά τους, δέν εἶχαν προκύψει, κατά τήν γνώμη τοῦ ἰατροῦ πού τίς εἶχε διατάξει, «Ιατρικά στοιχεία πού καθιστούσαν ἀναγκαία μία θεραπευτική ἀγωγή» (13 'Απριλίου 1978, Mollet, Rec. σ. 905, σκέψη 6).
Ἡ έκβαση τῶν υποθέσεων αυτών ἦταν δυσμενής γιά τήν 'Επιτροπή καί, σέ μία ἀπό αυτές, τό Δικαστήριο διέγνωσε τά ἑξῆς:
«Τό Δικαστήριο δέν δύναται νά μή λάβει ὑπ' ὄψη του τήν επιπολαιότητα μέ τήν ὁποία ἐκινήθησαν οἱ ἐν λόγω υπηρεσίες, τόσο ὡς πρός τήν αίτηση ιατρικών πληροφοριών ὅσο καί ὡς πρός τήν διοικητική ένσταση, σέ ένα θέμα πού ἀφορᾶ συμφέροντα ιδιαιτέρως άξια προστασίας» (27 Ὀκτωβρίου 1977, Moli, Rec. σ. 1977, σκέψη 10).
Ἐπαφίετο στην διακριτική εξουσία τῆς 'Επιτροπής νά δημιουργήσει έναν ἰατρικο-κοινωνικό τομέα καί νά προβεί σέ ἀνακατανομή τῶν καθηκόντων, χωρίς αυτό νά συνεπάγεται προσβολή τῆς επαγγελματικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς προσφευγούσης καί χωρίς νά καταλήγει σέ πειθαρχικό μέτρο κατ' αυτής — μέτρο άλλωστε μετά βίας νοητό, ἀφοῦ, μέ τήν επιφύλαξη τῆς δεοντολογικής τῆς ευθύνης (πού εμπίπτει στην ἁρμοδιότητα τῶν επαγγελματικῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων), ὁ ειδικευμένος στην ιατρική τῆς εργασίας ιατρός δέν υπάγεται παρά μόνο στόν έλεγχο τοῦ ἐλεγκτοῦ ἰατροῦ ἡ άλλου ἰατροῦ στόν ὁποῖο έχει ἀνατεθεί ὁ έλεγχος αυτός.
Θά ήταν ἴσως προτιμότερο νά εἶχε τοποθετηθεί στον νέο τομέα ένας ψυχίατρος, διπλωματούχος στην ιατρική τῆς εργασίας, παρά ένας ἰατρός ειδικευμένος στην εσωτερική παθολογία καί στην καρδιολογία ὁπωσδήποτε ὅμως, ἡ τοποθέτηση ἑνός ἰατροῦ αὐτής τῆς ειδικότητος, μέ δίπλωμα στην ιατρική τῆς εργασίας, ήταν νοητή καί ήταν επιθυμητό ὁ τομεύς αυτός νά διευθύνεται ἀπό ἰατρό πλήρως ἀπασχολούμενο παρά ἀπό ἰατρό χωρίς τέτοιο δίπλωμα, ἀπασχολούμενο ἐπί συμβάσει ὡρισμένου χρόνου.
2.
Ὡς δεύτερο λόγο τῆς προσφυγής, ή προσφεύγουσα επικαλείται παράβαση τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ περί τῆς υπηρεσιακῆς καταστάσεως των υπαλλήλων (συμφέρον τῆς υπηρεσίας).
Δέν εἶναι εύκολο, κατά τήν γνώμη μου, νά ἀμφισβητηθεί κατ' ἀρχήν ἡ σκοπιμότης τῆς δημιουργίας ἑνός «ἰατρικοκοινωνικοῦ τομέως» καί νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ ὀνομασία αυτή δέν καλύπτει στην πραγματικότητα καμμία ἀληθινή Ιατρική λειτουργία.
Σέ υπόμνημα πού εἶχε ἡ ίδια συντάξει στίς 13 Μαρτίου 1979, ἡ προσφεύγουσα ὑπε-γράμμιζε ὅτι τῆς εἶχε κάνει «εντύπωση» ή σοβαρότης τῶν προβλημάτων ψυχιατρικής καί ψυχολογικῆς παθολογίας.
Παραδείγματα:
—
ἀσθενείς εισαγόμενοι πρός νοσηλεία στίς ψυχιατρικές υπηρεσίες
—
ἀπόπειρες αυτοκτονίας.
—
τηλεφωνήματα στην ἀστυνομία, σέ θυρωρούς, κλπ.
—
δυσκολίες προσαρμογής ὡρισμένων προσώπων στίς συνθήκες εργασίας τῆς Επιτροπής.
—
ψυχασθενείς, πού βάλλονται ἀπό τήν μία υπηρεσία στην άλλη, ὁδηγούμενοι προοδευτικώς στην πρόωρη ἀποχώρηση λόγω ἀναπηρίας.
Ή σπουδαιότης τῶν εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη εἶναι σημαντική στην ιατρική τῆς εργασίας. Ωστόσο, δέν εξαντλούν τό πεδίο αὐτοῦ τοῦ κλάδου Ιατρικής. Ή ιατρική τῆς εργασίας δέν περιορίζεται σέ κλινική δραστηριότητα ὑπό μορφή ιατρικών εξετάσεων συνεπάγεται καί μιά επενέργεια ἐπί τοῦ κοινωνικοεπαγγελμα-τικοῦ περιβάλλοντος.
Σύμφωνα μέ τήν σύσταση τῆς 'Επιτροπής προς τά Κράτη μέλη, τῆς 20ής Ἱουλίου 1962, περί τῆς ιατρικῆς τῆς εργασίας στίς επιχειρήσεις, στην ύλη πού διδάσκεται στον κλάδο αυτό τῆς ιατρικής περιλαμβάνονται: ἡ παθολογία τῆς εργασίας (επαγγελματικές ἀλλεργίες), ειδικά ιατρικά προβλήματα (ψυχονευρώσεις πού σχετίζονται μέ τήν εργασία ἡ μέ βλάβες τῆς υγείας), ή ψυχολογία τῆς εργασίας (ψυχική υγεία καί ανθρώπινες σχέσεις), ἡ προληπτική Ιατρική (περιοδικές εξετάσεις). Σύμφωνα μέ τήν ἴδια ὁδηγία, στην σφαίρα τῆς προληπτικής ιατρικής, ὁ ἰατρός τῆς εργασίας ἐνδιαφέρεται για τίς ἀσχολίες κατά τόν ελεύθερο χρόνο, τά ἀθλήματα, τίς τοξικομανίες (οινόπνευμα, καπνός, κλπ.). Δέν ήταν συνεπώς παράλογο νά περιληφθεί στον τομέα αυτόν καί ἡ «θεραπεία ἀλκοολικών υπαλλήλων».
Δυσχερώς δύναται νά νοηθεί υποκατάσταση τοῦ Δικαστηρίου στην θέση τῆς ὑπεύθυνης ἀρχής ὡς πρός την εκτίμηση τοῦ σκόπιμου τῆς δημιουργίας ἑνός τέτοιου τομέως. Σύμφωνα μέ την νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, μόνη ἡ ἱεραρχικῶς προϊσταμένη ἀρχή εἶναι υπεύθυνη γιά την ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών, μέ την επιφύλαξη τῶν δικαιωμάτων πού ἀναγνωρίζονται στους υπαλλήλους ἀπό τόν κανονισμό τῆς υπηρεσιακής τους καταστάσεως καί τῶν ὁποίων δύνανται νά ζητήσουν την προστασία ἀπό τό Δικαστήριο.
Οἱ υπηρεσίες Ιατρικής τῆς εργασίας μιᾶς διοικήσεως, ὅπως εκείνης τῆς Ἐπιτροπής στίς Βρυξέλλες, δέν δύνανται φυσικά νά ὀργανωθοῦν μέ τόν ἴδιο τρόπο ὅπως σέ μιά Ιδιωτική επιχείρηση, βιομηχανική ἡ άλλη. Βεβαίως, στον δημόσιο τομέα δύνανται νά ἀπασχολούνται καί ιατροί ἐπί συμβάσει ὡρισμένου χρόνου, πού έχουν συνάψει μέ τήν διοίκηση σύμβαση μερικής ἀπασχολήσεως. 'Αλλά, εἴτε ἀπασχολείται ἐπί συμβάσει ὡρισμένου χρόνου εἴτε ὡς μόνιμος υπάλληλος, ὁ ιατρός ἐργασίας δέν δύναται ταυτοχρόνως νά ἐκπληροῖ καί καθήκοντα θεράποντος Ιατρού γιά τους ίδιους ἀσθενείς. 'Αντιθέτως, ὅμως, ἐκπληροῖ μία λειτουργία έλεγχου καί προλήψεως καί δύναται νά επέμβει στίς συνθήκες εργασίας. Εἶναι πολύ περισσότερο ἐντεταγμένος στην διοίκηση: αυτό ἀκριβώς συμβαίνει στην 'Επιτροπή, ὅπού τό προσωπικό τῆς ιατρικής υπηρεσίας υπάγεται στον γενικό διευθυντή τῆς Γενικής διευθύνσεως προσωπικού καί διοικήσεως.
Οἱ ιατροί πού ὑπηρετοῦν ὡς μόνιμοι υπάλληλοι υπάγονται κατ' ἀνάγκη στην διοικητική Ιεραρχία μεταξύ αυτής τῆς σχέσεως εξαρτήσεως καί τῆς επαγγελματικής ἀνεξαρτησίας πού ὀφείλει νά διατηρεί κάθε ἰατρός πρέπει νά επιτευχθεί μία εξισορρόπηση. Καίτοι ὁ ἰατρός πού υπηρετεί ὡς μόνιμος υπάλληλος υπάγεται ἱεραρχικῶς στην προϊσταμένη ἀρχή τῆς υπηρεσίας πού τόν ἀπασχολεί, δέν παύει νά ὀφείλει τόν ίδιο σεβασμό στίς υποχρεώσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ἰατρική δεοντολογία καί ἀπό τό δικαίωμα τῆς εργασίας καί πρέπει νά ἀπολαύει τῆς προστασίας καί τῶν προνομίων πού ἀπαιτούνται πρός τό συμφέρον των ἀσθενών: ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι ἡ ρύθμιση τῆς ιατρικής τῆς ἐργασίας δέν έχει θεσπισθεί κατά κύριο λόγο πρός τό συμφέρον τοῦ επαγγέλματος, ἀλλά ὅτι ὁ πρωταρχικός σκοπός τῆς εἶναι ἡ προστασία τῆς υγείας τοῦ προσωπικοῦ.
Ή δυσχέρεια αυτής τῆς συμφιλιώσεως ἀποτελεί τόν πυρήνα τῶν κρινομενων υποθέσεων. Ή άποψη τῆς προσφευγούσης ὅτι «οἱ ιατροί μόνιμοι υπάλληλοι θά έπρεπε νά υπάγονται σέ διαφορετικό κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ἀπό εκείνον πού διέπει τους άλλους υπαλλήλους» χρειάζεται μία διασάφηση: εἶναι ἀληθές ὅτι ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει νά τροποποιηθεί κατά τρόπον ώστε νά λαμβάνεται ὑπ᾽ οψη ἡ επαγγελματική τους ἀνεξαρτησία ὡς ἰατρών, αυτό ὅμως δέν συνεπάγεται τήν θέση τους «έκτός κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως».
"Οπως υπογραμμίζει ἡ διάταξη κατά τήν διαδικασία τῶν ἀσφαλιστικών μέτρων, τῆς 2ας 'Ιουλίου 1980, πού ἐξέδωσε ὁ πρόεδρος τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ Δικαστηρίου, «δέν ἀμφισβητεῖται ὅτι ἡ αἰτοῦσα ἤσκησε στην 'Επιτροπή τήν ἰατρική — ὑπό τήν έννοια πού ἡ ἴδια ἀποδίδει στόν ὅρο αυτό, δηλαδή, ὅπως φαίνεται, ἀναλαμβάνοντας ευθύνες κατά τήν θεραπεία τῶν ασθενών ή τήν προσωπική εξέταση ἀτόμων — μόνο μετά τήν επιστροφή τῆς στην 'Επιτροπή γιά νά καταλάβει μέ τήν θέληση τῆς μία διοικητική θέση, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν σύμβαση εργασίας τῆς τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1965 καί τήν ἀπόφαση περί μονιμο-ποιήσεώς τῆς τῆς 1ης Αυγούστου 1968». 'Αποδεχόμενη τόν διορισμό τῆς ὡς μονίμου υπαλλήλου τῆς 'Επιτροπής, ἡ προσφεύγουσα δέν ἀγνοοῦσε ἀσφαλώς τίς συνέπειες του, καί θά πρέπει νά ἐγνώριζε ὅτι, καθ' ὅσον χρόνο θά παρέμενε μόνιμη υπάλληλος, δέν θά ἠδύνατο νά συνεχίσει νά ἀσκεῖ τήν ἰατρική ὡς ελεύθερο επάγγελμα πρόκειται γιά μία προσωπική επιλογή πού, ἀνεξαρτήτως τῶν κινήτρων πού τήν υπαγορεύουν, δεσμεύει τόν ενδιαφερόμενο.
"Ας σημειωθεί ὅτι, ἄν καί ἡ προσφεύγουσα δέν διέθετε πλέον, στον τομέα αυτόν, τό προνομιούχο μέσο ἐλεγχου πού ἀποτελοῦν οἱ Ιατρικές εξετάσεις κατά τήν πρόσληψη, διέθετε ὅμως άλλες δυνατότητες δράσεως μέ τίς προληπτικές Ιατρικές εξετάσεις καί την συμμετοχή τῆς στην επιτροπή ἀναπηρίας.
Ἐξ άλλου, μεταξύ τῶν καθηκόντων πού τῆς εἶχαν ἀνατεθεί, υπήρχε ἀκόμη θέση γιά τήν άσκηση τῆς «θεραπευτικής τέχνης». Τό προσωπικό τῆς Οικονομικής καί Κοινωνικής 'Επιτροπής,'τήν ιατρική παρακολούθηση τοῦ ὁποίου ὤφειλε νά εξασφαλίσει βάσει τῶν καθηκόντων πού τῆς ἀνετέθησαν στίς 14 Μαρτίου 1979, έχει ἀριθμητική δύναμη κάθε άλλο παρά ἀσήμαντη. Ή προσφεύγουσα παρέμενε επιφορτισμένη μέ τίς «προληπτικές εξετάσεις» των μή μονίμων υπαλλήλων καί τῶν οικογενειῶν τους, εξετάσεις πού δέν εἶναι λιγότερο χρήσιμες ἀπό τίς ιατρικές εξετάσεις προσλήψεως, μολονότι επικαλύπτονται, μέχρις ὡρισμένου σημείου, μέ τήν ετησία ιατρική εξέταση.
Υπενθυμίζω ὅτι, σύμφωνα πάντα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ὁ μόνιμος υπάλληλος δέν έχει δικαίωμα νά διατηρεί καθωρισμένες ἁρμοδιότητες, πέραν των ὁρίων πού επιβάλλονται για τήν τήρηση τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ τῶν θέσεων-τύπων καί τῆς σταδιοδρομίας καί ἀπό τόν σεβασμό τῆς περιγραφῆς τῶν καθηκόντων καί τῶν ἁρμοδιοτήτων πού συνεπάγεται κάθε θέση-τύπος.
Κατά συνέπεια, εἶναι ἀπολύτως νοητό ἕνας Ιατρός εἰδικευμένος στην Ιατρική τῆς ἐργασίας, μόνιμος υπάλληλος τῆς 'Επιτροπής, νά ἀσκεῖ τήν δραστηριότητά του σέ έναν «ἰατρικοκοινωνικό τομέα», έστω καί ἄν τό κυρίαρχο στοιχείο τοῦ τομέως αὐτοῦ είναι τό κοινωνικό, ὑπό τόν ὅρο ὅτι ὁ ἐν λόγω ἰατρός έχει τήν ευχέρεια, προκειμένου νά επιλύσει τίς «προβληματικές περιπτώσεις» πού τοῦ υποβάλλονται, νά προτείνει ἀτομικά μέτρα στά όποια υπάρχει ἡ πιθανότητα νά δοθεί συνέχεια στό διοικητικό ἐπίπεδο έτσι, πχ., χωρίς μέν νά προβαίνει στην εξακρίβωση τοῦ βάσιμου τῶν ἀπου-σιῶν ἀσθενείας τῶν υπαλλήλων, δύναται, σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τῆς συστάσεως 112 τῆς Διεθνούς 'Οργανώσεως 'Εργασίας, τῆς 24ης 'Ιουνίου 1959, νά κρίνει ὅτι οἱ ἀπουσίες αυτές δέν ἀνάγονται στην σφαίρα τῆς διαδικασίας ἀναπηρίας, άλλά πρέπει νά επιλυθούν μέ ἀναπροσαρμογή τῶν συνθηκών εργασίας (ώρες εργασίας, μερική ἀπασχόληση), τοποθέτηση σέ άλλη θέση ή μεταβολή καθηκόντων καί, κατά τήν διατύπωση τῆς ἀνωτέρω συστάσεως, μέ τήν «προσαρμογή τῆς εργασίας στους εργαζομένους». 'Ανοίγεται έτσι ένα ενδιαφέρον πεδίο δράσεως γιά τόν ἰατρό πού εἶναι επιφορτισμένος μ' έναν τέτοιο τομέα καί πού δύναται νά εντέλλεται τήν διενέργεια ιατρικών εξετάσεων, έστω καί ἄν δέν τίς διενεργεί ὁ 'ίδιος. Ἑπομένως, ἡ ἀναδιοργάνωση πού ὡδήγησε σέ μία μεταβολή καθηκόντων εἶναι δυνατόν νά εἶχε ως κίνητρο τό «συμφέρον τῆς υπηρεσίας».
Δέν ἐναπέκειτο, συνεπώς, στην προσφεύγουσα νά ἀποδυθεί σέ μία κριτική τοῦ βασιμου τῶν επιλογών τῆς διοικήσεως ὅσον άφορᾶ τήν ιατρική τῆς εργασίας, ούτε τοῦ μεγαλυτέρου ἡ μικρότερου βαθμοῦ τῆς σκοπιμότητός τους, έστω καί ἄν ήταν ἀναγκαία ἡ συμμετοχή τῆς καί ἡ διαβούλευση μέ τά όργανα εκπροσωπήσεως τοῦ προσωπικοῦ κατά τήν προπαρασκευή αυτών τῶν επιλογών. Ούτε ἡ σκοπιμότης της τοποθετήσεως τῆς στόν τομέα αὐτόν ὑπάγεται, κατ' ἀρχήν, στον έλεγχο τοῦ Δικαστηρίου.
Ἀφ' έτερου ὅμως, ὁ προσδιορισμός τῶν νέων καθηκόντων τῆς προσφευγούσης έπρεπε νά παραμείνει στό ἀνώτατο δυνατό επίπεδο καί ὅταν στίς 4 Μαΐου 1979 ἐκλήθη νά «ἀναλάβει τά νέα τῆς καθήκοντα», νά υποβάλει προτάσεις γιά τήν ειδικευμένη υπηρεσία, τήν διαχείριση τῆς ὁποίας επρόκειτο νά ἀναλάβει, καί νά θέσει σέ εφαρμογή ένα «σχέδιο εργασίας γιά τήν θεραπεία τῶν ἀλκοολικών υπαλλήλων», ἡ προσφεύγουσα εἶχε δικαίως τό συναίσθημα ὅτι δέν ήταν σέ θέση νά ἀνταποκριθεί στά καθήκοντά της.
'Επιβάλλεται νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ γενικός διευθυντής προσωπικοῦ καί ὁ προϊστάμενος τῆς ιατρικῆς υπηρεσίας μετεκύλισαν ἐξ ὁλοκλήρου στην προσφεύγουσα τήν μέριμνα τῆς συγκεκριμενοποιήσεως των στόχων πού είχαν ταχθεί καί ὅτι ή τελευταία μέ δυσκολία κατώρθωσε νά προμηθευθεί ἀκόμη καί ἕνα συστηματικό ὀργανόγραμμα τῆς ιατρικής υπηρεσίας. Μολονότι, κατόπιν τῆς προαγωγής της στόν βαθμό Α/4 στίς 7 Ἀπριλίου 1978, είχε επιφορτισθεῖ καί μέ καθήκοντα σχεδιασμοῦ καί μελέτης, ἐναπέκειτο κατά πρῶτο λόγο στό «ιατρικό συμβούλιο» καί στόν γενικό διευθυντή προσωπικοῦ νά χαράξουν τίς γενικές γραμμές ενός τέτοιου προγράμματος καί νά καθορίσουν τά καθήκοντα τά όποια τῆς ἀνετίθεντο.
'Αποστολή τοῦ ἰατρικού συμβουλίου είναι μεταξύ άλλων νά συμβουλεύει τόν γενικό διευθυντή διοικήσεως, νά επιλύει ζητήματα πού ἀνακύπτουν στον τομέα τῆς υγείας καί τῆς υγιεινής τοῦ προσωπικοῦ, νά εξασφαλίζει τακτική συνεργασία μεταξύ των ιατρῶν τῶν ὀργάνων στό ἐπιστημονικό, τεχνικό καί διοικητικό πεδίο μέ σκοπό τήν επίτευξη ὁμοιογενείας καί, τέλος, νά εκφέρει γνώμη κατά τήν προετοιμασία τοῦ προϋπολογισμού τῶν διαφόρων ιατρικών υπηρεσιών.
Κατ' ἀνάλογο τρόπο, ὁπως υποστηρίζει ή προσφεύγουσα, ἡ επεξεργασία ἑνός «προγράμματος για τήν καταπολέμηση τοῦ ἀλκοολισμού στην 'Επιτροπή» δέν ἀνάγεται τόσο στην αρμοδιότητα ἑνός ιατρού ὅσο στόν προηγούμενο προσδιορισμό μιας ἑνιαίας πολιτικής τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ θέματος. Ή ίδια ἡ 'Επιτροπή ἐδήλωσε άλλωστε, κατά τήν ἐκδίκαση τῆς αιτήσεως περί λήψεως ἀσφαλιστικών μέτρων, ὅτι «οἱ ἀνάγκες τῶν ειδικευμένων ιατρικών υπηρεσιών πρέπει νά προσδιορίζονται ἀπό μόνη τήν διοίκηση».
Οἱ ὁδηγίες πού εδόθησαν στην προσφεύγουσα μέ τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ προσωπικού τῆς 4ης Μαΐου 1979 πρέπει, συνεπώς, νά ἀκυρωθούν. Ή ἀκύρωση, ὅμως, αύτη δέν θέτει καί πάλι ὑπό συζήτηση τό ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῆς προσφευγούσης, μέ ἀπόφαση τῆς 8ης 'Ιουνίου 1979, στήν εἰδικευμένη υπηρεσία «Ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τῶν Βρυξελλών». ἐφ' ὅσον ἡ προσφεύγουσα παραμένει επιφορτισμένη μέ τόν ἰατρικοκοινωνικό τομέα τῆς ἐν λόγω υπηρεσίας, ἡ τοποθέτηση αυτή δέν παράγει ἀποτελέσματα παρά μόνο μετά τήν έκδοση, ὑπό τους ἀνωτέρω ὅρους, ὁδηγιών περί τοῦ τρόπου λειτουργίας τοῦ τομέως αυτού.
'Εάν ἡ 'Επιτροπή δέν διαθέτει πλέον παρά μόνο τήν θέση πού ήταν τό ἀντικείμενο της ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως κενής θέσεως COM /847/80 καί ἡ ὁποία ἀντιστοιχεί μόνο στην σταδιοδρομία Α6/Α7, τίποτα δέν τήν εμποδίζει νά επαναφέρει τήν παρούσα θέση τῆς προσφευγούσης μαζί μέ τήν κάτοχό τῆς στήν Γενική διεύθυνση «έρευνα», ὅπως έχει κάνει σέ πολλές περιπτώσεις.
3.
Παραμένει πρός εξέταση τό βάσιμο τῆς προσφυγής 129/80, μέ τήν ὁποία ζητείται ἀφ' ενός μέν ἡ ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 23ης Μαΐου 1980 τοῦ ἐπιφορτισμένου μέ τά θέματα προσωπικού μέλους τῆς 'Επιτροπής, μέ τήν ὁποία ἡ προσφεύγουσα μετετέθη στήν θέση COM /229/80 τῆς Γενικής διευθύνσεως «έρευνα» καί ἀφ' έτερου ἡ επιδίκαση στην προσφεύγουσα ἀποζημιώσεως ἴσης πρός ἀποδοχές δύο ετών πρός ικανοποίηση τῆς ἠθικής της βλάβης. 'Εν ὄψει τῶν εξηγήσεων πού προηγήθησαν, ἡ εξέταση αυτή δύναται νά είναι σύντομη.
Πράγματι, ἀρκεῖ νά ἀναφερθεῖ ὅτι ἡ αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως αυτής, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ προσφεύγουσα «δέν προσηρμόσθη στά νέα καθήκοντα πού τῆς ἀνετέθησαν στην προηγουμένη θέση της στήν εἰδικευμένη ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τῶν Βρυξελλών» εἶναι εσφαλμένη. Ναί μέν ὁ υπάλληλος, ὅπως ὁρίζεται στό άρθρο 21 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, εἶναι «υπεύθυνος γιά την εκτέλεση τῶν καθηκόντων πού τοῦ έχουν ἀνατεθεί», πλην ὅμως ἀπαιτείται τά καθήκοντα αυτά νά έχουν προηγουμένως προσδιορισθεί. Τοῦτο ὅμως δέν συνέβη ἐν προκειμένω.
Προσθέτω επικουρικῶς ὅτι οἱ άλλοι ισχυρισμοί πού στρέφονται κατά τῆς μεταθέ-σεως αὐτης δέν μοῦ φαίνονται βάσιμοι.
'Επικαλούμενη «παράβαση τοῦ καθήκοντος προνοίας», ἡ προσφεύγουσα παραπονείται ὅτι δέν προειδοποιήθη, πρίν κληθεί στίς 6 Μαΐου 1980 ἀπό τόν γενικό διευθυντή προσωπικού, ὡς πρός τό ἀντικείμενο της συναντήσεως αυτής: ἀλλα σκοπός τῆς συναντήσεως αυτής ήταν ἀκριβώς νά ἀνακοινωθεί στην προσφεύγουσα ἡ πιθανή μετάθεση τῆς καί νά ἀκουσθούν οἱ παρατηρήσεις τῆς ἐπί τοῦ θέματος. Ό δικηγόρος τῆς προσφευγούσης δέν ενέμεινε στόν Ισχυρισμό αυτόν κατά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς 23ης Μαΐου 1980, ἡ προσφεύγουσα, στό πλαίσιο τοῦ προγράμματος «βιολογία, προστασία ἀπό τήν ραδιενέργεια καί ιατρική έρευνα», ἀνέλαβε καί πάλι καθήκοντα στον τομέα τῆς ἐρεύνης, τῆς επιστήμης καί τῆς εκπαιδεύσεως, πού δέν διαφέρουν κατ' ουσία ἀπό εκείνα πού εἶχε ὡς έκτακτη υπάλληλος στόν βαθμό Α 6 τό 1965 στην διεύθυνση υγειονομικής προστασίας (πυρηνική υγιεινή καί ιατρική), καί κατόπιν ὡς μόνιμος υπάλληλος τό 1968 στην Γενική διεύθυνση κοινωνικῶν υποθέσεων, πρίν καταλάβει, ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1970, μία θέση στην ἰατρική υπηρεσία τῆς Γενικής διευθύνσεως προσωπικοῦ καί διοικήσεως. Εἶναι, συνεπώς, ἀνακριβές τό ὅτι εἶχε ἀσκήσει ἀποκλειστικώς Ιατρικά ἡ κλινικά καθήκοντα στην υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής.
Κατά τά λοιπά, ἔχω τήν γνώμη ὅτι ἀβασίμως ἡ προσφεύγουσα επικρίνει τήν πρόσληψη, στην ἰατρική υπηρεσία των Βρυξελλών, ιατρών ἐπί συμβάσει ὡρι-σμένου χρόνου, οἱ όποιοι δέν ἀπολαύουν οιασδήποτε ἀπό τίς εγγυήσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, ὅταν ἡ 'ίδια υποστηρίζει ὅτι ή υπηρεσία δέν πρέπει νά «γραφειοκρα-τεῖται» καί ἀφοῦ ἀπέσχε ἀπό τήν άσκηση τῶν έστω καί περιωρισμένων καθαρώς ιατρικών καθηκόντων πού τῆς είχαν ἀπομείνει στους κόλπους τῆς ἰατρικοκοινω-νικῆς υπηρεσίας.
Μετά τήν ικανοποίηση, μέ τόν τρόπο αυτόν, τοῦ αιτήματός τῆς περί ἀκυρώσεως, ή προσφεύγουσα δέν δύναται ἐπί πλέον νά επιτύχει καί τήν ικανοποίηση ηθικής βλάβης πού ζητεί. 'Αναμένοντας τήν έκβαση τῶν επιδίκων υποθέσεων, ἡ διάταξη περί ἀσφαλιστικών μέτρων τῆς 2ας 'Ιουλίου 1980 έκρινε (σκέψη 4) ὅτι: «τό γεγονός ὅτι ἐτοποθετήθη προσωρινώς σέ καθήκοντα παρόμοια πρός εκείνα πού ἡ ίδια εἶχε άλλοτε ζητήσει νά τῆς ἀνατεθοῦν δέν συνιστᾶ οὔτε αυτό πειθαρχική κύρωση καί δέν θίγει τήν υπόληψη τῆς προσφευγούσης».
Ούτε εἶναι προφανές κατά ποιόν τρόπο είναι δυνατόν νά υπέστη ζημία ἀπό τήν μετάθεση αυτή ὁ σύζυγος τῆς προσφευγούσης, επίσης Ιατρός, έκτός ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἀσκεῖ τήν ἰατρική σέ συνεργασία μαζί του.
Δέν θά επιμείνω περισσότερο ὡς πρός τό βάσιμο τῆς δευτέρας αυτής προσφυγής, δεδομένου ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς 23ης Μαΐου 1980 πρέπει νά ἀκυρωθεί λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας.
Προτείνω
—
νά ἀκυρωθεί τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ προσωπικοῦ καί διοικήσεως τῆς 4ης Μαΐου 1979 καί ἡ ἀπόφαση τῆς 23ης Μαΐου 1980 περί μεταθέσεως τῆς προσφευγούσης,
—
νά ἀπορριφθοῦν τά λοιπά αιτήματα τῆς προσφευγούσης,
—
καί νά καταδικασθεί ἡ 'Επιτροπή νά φέρει, πλην τῶν ἰδιων τῆς εξόδων, καί τά έξοδα στά ὁποῖα υπεβλήθη ἡ προσφεύγουσα λόγω τῶν δύο προσφυγῶν της, έκτος εκείνων στά όποια υπεβλήθη λόγω τῆς αἰτήσεώς τῆς 129/80 R, περί λήψεως ἀσφαλιστικῶν μέτρων, καί τά όποια πρέπει νά βαρύνουν τήν 'ίδια.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy