ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 19 ΜΑΡΤΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ υπόθεση στην ὁποία ἀναπτύσσουμε σήμερα τίς προτάσεις μας φέρει αντιμέτωπο πρός τήν 'Επιτροπή τόν Jacobus Kindermann. Ό Kindermann, κύριος μεταφραστής ὀλλανδικῆς γλώσσας, άσκησε τά καθήκοντα του ἀπό τήν 1η Φεβρουαρίου 1970 μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1979 ὡς μέλος τῆς μεταφραστικής ὁμάδας τῆς. διοικητικής επιτροπής γιά τήν κοινωνική ασφάλιση τῶν διακινούμενων εργαζομένων (CASSTM) (ΔΕΚΑΔΕ) πού εἶναι διακυβερνητικός ὀργανισμός, τοῦ οποίου ἡ 'Επιτροπή ἔχει ἀναλάβει τή γραμματεία καί ὁ όποιος προβλέπεται ἀπό τά άρθρα 80 καί 81 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 τοῦ Συμβουλίου τῆς 14ης'Ιουνίου 1971.
Ή προσφυγή πού άσκησε ὁ Kindermann έχει ως αντικείμενο τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979 τοῦ Tugendhat, ὁ όποιος τήν εποχή εκείνη ἦταν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς υπεύθυνο γιά τά θέματα τοῦ προσωπικοί) καί τῆς διοικήσεως, μέ τήν ὁποία ἀπόφαση μεταβλήθηκε ή τοποθέτηση του ἀπό τήν «division» IX-D-3 «Μεταφράσεις, γενικές υποθέσεις» στην «division» IX-D-8 «Μεταφράσεις, ὀλλανδική γλώσσα» τῆς διευθύνσεως IX-D «Μεταφράσεις, τεκμηρίωση, αναπαραγωγή, βιβλιοθήκη» καί τούτο ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1980. Ή προσφυγή αυτή κατατάσσεται στην ὁμάδα τῶν διαφορων, οἱ όποιες είναι έπί τοῦ παρόντος πολυάριθμες καί τίς όποιες δημιουργούν, σέ διάφορες ἀλληλουχίες, οἱ ἀποφάσεις μεταβολής τοποθετήσεως, μέ ἡ χωρίς γεωγραφική μετακίνηση, υπαλλήλων τῆς 'Επιτροπής. 'Εμφανίζει ιδίως κοινά σημεία μέ τήν προσφυγή — ἡ ὁποία ἐπί τοῦ παρόντος εξετάζεται ενώπιον τοῦ δεύτερου τμήματος (υπόθεση 168/80 — καί πού άσκησε συνάδελφος τοῦ Kindermann στή μεταφραστική ὁμάδα τῆς CASSTM, ή Elke van Schaik, ἡ ὁποία επίσης αποτέλεσε ἀντικείμενο στίς 4 'Οκτωβρίου 1979, ἀποφάσεως τοῦ Tugendhat περί τοποθετήσεως της στό τμῆμα γερμανικῆς γλώσσας τῆς διευθύνσεως IX-D.
I —
1.
Γιά τήν καλή κατανόηση τῆς παρούσας υποθέσεως, θεωροῦμε ἀναγκαίο ν' ἀρχίσουμε περιγράφοντας, ταυτόχρονα μέ τή σταδιοδρομία τοῦ προσφεύγοντος, τήν εξέλιξη τῆς δομής τῶν μεταφραστικών υπηρεσιῶν τῆς 'Επιτροπής.
Προσληφθείς ὡς επικουρικός μεταφραστής ἀπό τίς 15 'Ιουνίου 1959, ὁ Kindermann μονιμοποιήθηκε μέ ἀπόφαση τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1962, αναδρομικώς ἀπό 1ης προηγουμένου 'Ιανουαρίου, ὡς υπάλληλος βαθμού LA 6 στό νεοσύστατο τμήμα «Μεταφράσεις, ἀναπαραγωγή διάδοση τῶν έντυπων», πού ἀποτελούσε τμήμα τῆς διευθύνσεως «Ἐσωτερικές υποθέσεις» στους κόλπους τῆς γενικής διευθύνσεως «Γενική διοίκηση». Μέσα στά πλαίσια τοῦ ἁρμόδιου τμήματος σέ θέματα μεταφράσεων, τοποθετήθηκε ειδικότερα στό ὀλλανδικό μεταφραστικό τμήμα, ἀλλα τό τμήμα αυτό δέ θ' ἀποτελέσει αυτόνομη διοικητική μονάδα παρά πολύ αργότερα.
α)
Τήν 1η Φεβρουαρίου 1970, ὁ προσφεύγων ἀποτέλεσε αντικείμενο ἀποφάσεως περί θέσεώς του στή διάθεση της μεταφραστικής ομάδας τῆς CASSTM.
Τό μέτρο αυτό ἀποτελούσε θέση σέ διάθεση καί ὄχι ἀπόσπαση, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι ἀφήνει νά ἐννοηθεί ἡ χρησιμοποίηση τοῦ τελευταίου ὅρου στά διάφορα έγγραφα, πού υπάρχουν στή δικογραφία, προερχόμενα ἀπό τή διοίκηση τῆς 'Επιτροπής. Ὅπως επιτυχῶς επισήμανε ὁ Kindermann στή διοικητική του ένσταση, ἄν ἡ έκφραση «ἀποσπασμένος μεταφραστής καί ἀναθεωρητής» εἶναι κοινής χρήσεως στίς διάφορες υπηρεσίες, δέν έχει καμιά σχέση μέ τόν ὅρο «ἀπόσπαση» ὅπως ὁρίζεται ἀπό τόν κανονισμό. Τό άρθρο 37 τοῦ κανονισμοῦ άφορᾶ, ἀφενός, τους υπαλλήλους, οἱ όποιοι πρός τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας υποδεικνύονται γιά νά καταλάβουν προσωρινώς κάποια θέση έκτός τοῦ ὀργάνου τους ή οἱ όποιοι επιφορτίζονται μέ τήν προσωρινή άσκηση καθηκόντων πλησίον προσώπου πού εκτελεί εντολή, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπό τίς συνθήκες ἡ πλησίον ἐκλεγμένου προέδρου ιδρύματος ἡ ὀργάνου της Κοινότητας ἡ πολιτικής ὁμάδας τοῦ Κοινοβουλίου καί, ἀφετέρου, εκείνους οἱ όποιοι, κατόπιν αιτήσεως τους, τίθενται στη διάθεση άλλου ὀργάνου τῆς Κοινότητας. 'Η θέση σέ διάθεση πού, επομένως, δέν εἶναι κατάσταση προβλεπόμενη ἀπό τόν κανονισμό, εξαρτᾶται, ὅπως μᾶς επισήμανε ἡ 'Επιτροπή, ἀπό τήν ιεραρχική ἀρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί νά υποτεθεί ὅτι ἡ ἀπόφαση περί θέσεως τοῦ προσφεύγοντος στη διάθεση τῆς CASSTM πού δέν υπάρχει ούτε στή δικογραφία ούτε στόν προσωπικό του φάκελο, λήφθηκε, 'ίσως προφορικῶς, ἀπό τόν προϊστάμενο τοῦ ἁρμόδιου γιά θέματα μεταφράσεων τμήματος.
Στά νέα του καθήκοντα, ὁ προσφεύγων εξαρτιόταν πάντοτε ἀπό τό τμήμα «Μεταφράσεις, ἀναπαραγωγή, διάδοση τῶν έντυπων». 'Αντιθέτως, ἡ κρίση επί τῆς εργασίας του ἀνῆκε, εφεξής, στό γενικό γραμματέα τῆς CASSTM, προϊστάμενο τῆς υπηρεσίας «Κοινωνική ἀσφάλιση τῶν διακινούμενων εργαζομένων» καί στόν προϊστάμενο τῆς μεταφραστικής ομάδας τῆς CASSTM.
β)
Τήν 1η 'Ιανουαρίου 1973, τό επιφορτισμένο μέ τίς μεταφράσεις τμήμα προάχθηκε σέ διεύθυνση, τή διεύθυνση D «Μεταφράσεις, τεκμηρίωση, αναπαραγωγή, βιβλιοθήκη» τῆς DG IX (γενικής διευθύνσεως προσωπικοῦ καί διοικήσεως). 'Από τήν 1η Νοεμβρίου τοῦ 'ίδιου έτους, διάφορα μεταφραστικά γραφεία ἀνά γλώσσα ἀπόκτησαν τήν ιδιότητα «division» (IX-D-4 μέχρι IX-D-9). Τό μεταφραστικό γραφείο προελεύσεως τοῦ προσφεύγοντος έγινε μέ αυτό τόν τρόπο τμήμα IX-D-8 «Μεταφράσεις, ὀλλανδική γλώσσα».
Ή νέα αύτη δομή περιλάμβανε επίσης, στό πλευρό τῶν ἐν λόγω καθαρώς μεταφραστικών γραφείων, τό τμήμα IX-D-3 «Μεταφράσεις, γενικές υποθέσεις», διευθυνόμενο ἀπό τόν πρώην προϊστάμενο τοῦ ενιαίου μεταφραστικοῦ τμήματος, Pignot, καί επιφορτισμένο μέ τήν εκτέλεση τοῦ διοικη-τικοῦ έργου τοῦ σχετικοῦ μέ τή λειτουργία τῶν μεταφραστικών τμημάτων. Σ' αὐτό τό τμήμα προσκολλήθηκαν οἱ μεταφραστές πού εἶχαν τεθεί στή διάθεση τῶν διαφόρων γενικών διευθύνσεων τῆς Ἐπιτροπής, ἰδίως αυτοί πού έκτελοθν τα καθήκοντα τους στην CASSTM.
2.
Στίς 22 Αυγούστου 1979, ὁ Ciando, διευθυντής τῆς διευθύνσεως IX-D, κάλεσε τους μεταφραστές πού εργάζονταν στην CASSTM καί τους πληροφόρησε ὅτι εκείνοι πού εργάζονταν έκεΐ τουλάχιστον άπό δεκαετίας θ' ανακληθούν στό μεταφραστικό τμήμα, τό όποΐο αντιστοιχεί στή γλώσσα τους. 'Επισήμανε οτι, τόν πρώτο καιρό, ἡ αρχή αυτή θά εφαρμοζόταν σέ τέσσερις μεταφραστές καί άναθεωρητές, μεταξύ τῶν οποίων ἡ van Schaik καί ὁ Kindermann. Οἱ τελευταίοι τελοοσαν σέ άδεια τήν ήμερα τῆς ἐν λόγω συγκεντρώσεως.
Κατά τή διάρκεια τῆς ανωτέρω συγκεντρώσεως, ὁ διευθυντής τῆς διευθύνσεως μεταφράσεων, άνάγνωσε εγκύκλιο επιστολή, ή ¿ποία προοριζόταν νά ληφθεί ἀπό κάθε μεταφραστή τή στιγμή πού θά συμπλήρωνε δέκα χρόνια παρουσίας στην CASSTM, γιά νά τόν πληροφορήσει περί τῆς μεταβολής τοποθετήσεως του. Ή επιστολή, ἡ οποία προοριζόταν γιά τόν προσφεύγοντα υπογράφηκε ἀπό τόν Ciancio τήν ίδια μέρα. Τοῦ ζητοῦσε ειδικότερα νά παρουσιασθεῖ στίς 2 'Ιανουαρίου 1980 στον Dallinga, προϊστάμενο τῆς ὀλλανδικής μεταφραστικής «division», ἀφοῦ έλθει προηγουμένως σέ επαφή μέ τόν προϊστάμενο τοῦ τμήματος του, Pignot.
Στίς 27 Αυγούστου, ὁ προσφεύγων επέστρεψε ἀπό τήν άδειά του καί πληροφορήθηκε, ἀπό τό στόμα τῶν συναδέλφων του, τήν ἀπόφαση πού τόν ἀφοροῦσε. 'Ακολούθως εἶχε έγγραφη περί τούτου επιβεβαίωση, ἄν καί έμμεση, λαμβάνοντας αντίγραφο υπηρεσιακοῦ σημειώματος τῆς 22ας Αὐγούστου 1979 πού στάλθηκε στόν Ciancio ἀπό τό γενικό γραμματέα τῆς CASSTM, Schneider, σημείωμα γιά τό όποιο θά ξαναμιλήσουμε εξετάζοντας τήν ουσία τῆς υποθέσεως. 'Η εγκύκλιος επιστολή τοῦ διευθυντή του περιήλθε σ' αυτόν τελικά, διά τῆς ιεραρχικής ὁδοῦ, στίς 4 Σεπτεμβρίου 1979.
Στίς 17 τοῦ ἵδιου μήνα ὁ προσφεύγων διαβίβασε μέ τή σειρά του σημείωμα πρός τόν Ciancio, μέ τό όποιο τοῦ ἀνακοίνωνε τίς επιφυλάξεις του έναντι τῆς ἀποφάσεως πού λήφθηκε γι' αυτόν. 'Αφού ἀνέμεινε ματαίως ἀπάντηση σ' αυτό τό σημείωμα, υπέβαλε, στίς 3 'Οκτωβρίου, κατά τῆς εγκυκλίου επιστολής, ένσταση κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως.
Μερικές μέρες ἀργότερα, έλαβε τήν τυπική ἀπόφαση πού λήφθηκε στίς 4 'Οκτωβρίου 1979 ἀπό τόν Tugendhat, κατά τῆς ὁποίας υπέβαλε, στίς 12 'Οκτωβρίου, νέα ένσταση πού επαναλάμβανε τό οὐσιώδες τοῦ περιεχομένου τῆς πρώτης, συμπληρώνοντάς το λόγω τῆς φύσεως τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως.
Οι ἐν λόγω ενστάσεις δέν ἀπορρίφθηκαν ρητώς παρά στίς 22 'Απριλίου 1980, δηλ. περισσότερο ἀπό δύο μήνες μετά τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας, στή λήξη τῆς ὁποίας θεωρείται ὅτι επέρχεται σιωπηρή ἀπόφαση ἀπορρίψεως. Ἐν τῶ μεταξύ, στίς 21 Φεβρουαρίου, ἡ προσφυγή τοῦ Kindermann πρωτοκολλήθηκε στή γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου.
II —
Ή 'Επιτροπή πρόβαλε κατά τῆς προσφυγής τοῦ Kindermann ένσταση ἀπαραδέκτου, ἐρειδόμενη στό γεγονός ὅτι ή προσβαλλόμενη ἀπόφαση συνιστᾶ ἁπλό μέτρο εσωτερικής ὀργανώσεως τῆς υπηρεσίας, μή δεκτικό νά προξενήσει βλάβη καί στερούμενο επομένως τοῦ χαρακτήρα ἀκυρώσιμης πράξεως κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ.
Κατά τήν ἀνάλυση μᾶς δόθηκε ἡ εντύπωση ὅτι ἡ άποψη αυτή στηρίζεται σέ διττή επιχειρηματολογία.
1.
Ή 'Επιτροπή επικαλείται κατ' αυτό τόν τρόπο νομολογία τοῦ Δικαστηρίου σύμφωνα μέ τήν ὁποία μπορούν νά προξενήσουν βλάβη μόνες οἱ πράξεις ἡ οἱ παραλείψεις πού εἶναι ικανές νά θίξουν τήν κατάσταση τοῦ ὑπαλλήλου πού ἀπορρέει ἀπό τόν κανονισμό. Δεδομένου ὅτι ὁ προσφεύγων ούτε ἀπέδειξε οὔτε κάν υποστήριξε ὅτι τό ἐπίπεδο τῶν καθηκόντων πού τοῦ ἀνατέθηκαν ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1980 δέν εἶναι σύμφωνο μέ τό βαθμό καί τή θέση του, τῶν ὁποίων ἡ διατήρηση εἶναι εγγυημένη ἀπό τά άρθρα 5 καί 7 τοῦ κανονισμοί), ἡ προσφυγή του εἶναι ἀπαράδεκτη.
α)
Κατά τήν ἀνάπτυξη της, ἡ 'Επιτροπή στηρίζεται σέ τέσσερις ἀποφάσεις. "Ας ποῦμε ἀμέσως ὅτι τρία ἀπό αυτά τά νομολογιακά προηγούμενα, ἡ υπόθεση 66/75 (Macevicius κατά Κοινοβουλίου, ἀπόφαση τῆς 20ής Μαΐου 1976, Rec. 1976, σ. 593), ή υπόθεση 129/75 (Hirschberg κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1976, Rec. 1976, σ. 1259) καί ἡ υπόθεση 124/78 (List κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, Rec. 1979, σ. 2499) ἀφοροῦν υποθέσεις διαφορετικές ἀπό τήν προκειμένη καί ὅτι τό τέταρτο νομολογιακό προηγούμενο, πού εἶναι καί τό ἀρχαιότερο, ἀπηχεί θεωρία τήν ὁποία ἔχει εγκαταλείψει τό Δικαστήριο.
Στην τέταρτη υπόθεση, 46/69 (ἀπόφαση τῆς 13ης Μαΐου 1970, Reinarz κατά 'Επιτροπής, Rec. 1970, σ. 275) ὁ προσφεύγων ζητοῦσε τήν ἀκύρωση ἀποφάσεως περί τοποθετήσεως του σέ θέση κύριου συμβούλου βαθμοί) Α 2, ἐνῶ θά προτιμούσε νά ὀνομασθεί διευθυντής. Τό Δικαστήριο θεώρησε ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση δέν προξένησε βλάβη, μέ τό αιτιολογικό ὅτι οἱ θέσεις διευθυντή καί κύριου συμβούλου ἀνήκουν στόν 'ίδιο βαθμό καί ὅτι ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ἀντίστοιχων δικαιοδοσιών των, ἄν μπορεῖ νά δικαιολογήσει κάποια προσωπική προτίμηση γιά τή μιά ἡ τήν άλλη θέση, δέ θίγει πάντως τόν κανόνα τῆς Ισοτιμίας μεταξύ βαθμοῦ καί θέσεως, τίς όποιες οἱ υπάλληλοι δικαιοῦνται ν' ἀπαιτήσουν (σκέψεις 9 καί 10).
β)
'Αλλά, ἡ άποψη αύτη προδήλως εγκαταλείφθηκε στην ἀπόφαση τῆς 27ης 'Ιουνίου 1973 (υπόθεση 35/72, Kley κατά 'Επιτροπής, Rec. 1973, σ. 679). Ό Kley ζητούσε μέ τήν προσφυγή του τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ἀπορρίφθηκε σιωπηρῶς ἡ ένσταση πού εἶχε υποβάλει κατά τῆς ἀποφάσεως τοῦ γενικού διευθυντή τοῦ κοινού κέντρου ερευνῶν περί ἀπαλλαγής του ἀπό τά καθήκοντα τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος «Φυσική» τοῦ ιδρύματος τοῦ Ispra καί διορισμοῦ του ὡς συμβούλου στην επιστημονική διεύθυνση τοῦ ἐν λόγω Ιδρύματος. 'Η 'Επιτροπή πού στηριζόταν μεταξύ άλλων ἐπί τῆς ἀποφάσεως Reinarz (Rec. 1970, σ. 684), επικαλέσθηκε τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής, ἡ ὁποία, κατά τή γνώμη της, ἀπευθυνόταν κατά πράξεως πού δέν προξενοῦσε βλάβη. 'Επικαλέσθηκε ὅτι ἡ μετάθεση τοῦ προσφεύγοντος δέν εἶχε επιφέρει καμιά μεταβολή στά υλικά του συμφέροντα ούτε καμιά υποβάθμιση του στην Ιεραρχία καί, επομένως, δέν έθιγε τή νομική του κατάσταση (σκέψεις 2 καί 3).
'Επανερχόμενο ἐπί τῆς νομολογίας του, τό Δικαστήριο ἀπάντησε ὅτι, «ἀκόμα καί ὅταν μια ἀπόφαση μεταθέσεως δέ θίγει τά υλικά συμφέροντα ούτε τήν τάξη υπαλλήλου, μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τή φύση τῆς επίμαχης θέσεως καί τίς περιστάσεις, νά θίξει τά ηθικά συμφέροντα καί τίς μελλοντικές προοπτικές τοῦ ενδιαφερόμενου υπαλλήλου (σκέψη 4) καί ὅτι ὑπό αυτές τίς συνθήκες δέν μπορεί νά θεωρηθεί a priori ὅτι δέν εἶναι ικανή νά προξενήσει βλάβη στον ενδιαφερόμενο» (σκέψη 5).
Στην ενδεχόμενη ἀντίρρηση ὅτι δέν είναι δυνατό νά γίνει ἀνάλογη εφαρμογή τῆς λύσεως αυτής, ἡ ὁποία ἀφοροῦσε περίπτωση μεταθέσεως, στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ὁποία δέν άφορᾶ παρά μεταβολή τοποθετήσεως υπαλλήλου μαζί μέ τή θέση του, ἀπαντοῦμε ὅτι ò ὅρος «μετάθεση» χρησιμοποιήθηκε σ' αυτή τή διαδικασία ἀπό τό Δικαστήριο, ὅπως άλλωστε καί ἀπό τήν 'Επιτροπή, μέ τήν ευρεία τῆς έννοια, καί ὄχι ὑπό τήν ἀκριβή έννοια πού τῆς ἀποδίδει ὁ κανονισμός (βλ. στίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 161 καί 162/80, Carbognani καί Coda Zabetta, τίς προτάσεις μας τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1981, σ. 12 τοῦ πολυ-γραφημένου κειμένου καί τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, δεύτερου τμήματος, τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 πού δέ δημοσιεύθηκε ἀκόμα, σημεία 19 καί 20). Όπως πράγματι προκύπτει ἀπό τή δικογραφία τῆς υποθέσεως Kley μεταβλήθηκε ἡ τοποθέτηση του μαζί μέ τή θέση του. Ὑπό αυτές τίς συνθήκες, τό ἐν λόγω νομολογιακό προηγούμενο μᾶς φαίνεται ἱκανό γιά τήν ἀνασκευή τοῦ επιχειρήματος τῆς 'Επιτροπής.
γ)
Πάντως, ἄν πρέπει νά βρεθεί ἀπόφαση πού ν' άφορα εἰδικῶς μεταβολή τοποθετήσεως μαζί μέ τή θέση, έννοια τήν ὁποία επικαλείται ἡ 'Επιτροπή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἐδῶ καί λίγο καιρό μόνο, εἶναι δυνατή ἡ αναφορά στην ἀπόφαση τῆς 28ης Μαΐου 1980 (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 33 καί 75/79, Kuhner κατά Ἐπιτροπής, Rec. 1980, σ. 1677), ἡ ὁποία, ἄν καί μέ ελαφρά στενότερο τρόπο, επιβεβαιώνει τήν ἀπόφαση Kley. Τό Δικαστήριο, ἀφοῦ εξέφρασε ἀμφιβολίες «ἐπί τοῦ ἄν τό μέτρο, μέ τό όποιο ἀνατίθενται στόν Kuhner νέα καθήκοντα, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς μετάθεση κατά την έννοια τοῦ κανονισμοί) παρά ὡς μέτρο ὀργανώσεως τῆς υπηρεσίας εσωτερικῆς τάξεως», ἔκρινε ὅτι τά ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου αὐτοῦ ήταν, στην προκειμένη περίπτωση, τῆς 'ίδιας φύσεως ὅπως καί τά ἀποτελέσματα τῆς μεταθέσεως (σκέψη 12). Θεώρησε ὅτι, παρόλο πού ὁ προσφεύγων διατήρησε τήν ἴδια θέση-τύπο τοῦ κύριου υπαλλήλου διοικήσεως καί τόν ἴδιο βαθμό, ἡ μεταβολή τῶν καθηκόντων του, ἡ οποία εκφράζεται μέ τροποποίηση τοῦ τίτλου ὑπό τόν όποιο ἀναφέρονται στόν πίνακα περιγραφής τῶν θέσεων-τύπων πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 5 παράγραφος 4 εδάφιο 2 τοῦ κανονισμοῦ, ήταν ικανή νά επηρεάσει τίς μελλοντικές του προοπτικές καί μποροῦσε νά εἶναι τέτοιας φύσεως ὥστε νά τοῦ προξενήσει βλάβη. Μολονότι ἡ μεταβολή τῶν καθηκόντων τοῦ Kindermann, ó όποιος παρέμεινε κύριος μεταφραστής, δέν εκφράσθηκε μέ τόν ίδιο τρόπο, τή θεωροῦμε επίσης ἱκανή νά επηρεάσει τίς μελλοντικές του προοπτικές. Εἶναι ἐν πάση περιπτώσει ένα ἀπό τά επιχειρήματα πού προβάλλει γιά ν' ἀποδείξει τήν έλλειψη τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας ἀπό τήν επίδικη ἀπόφαση.
δ)
'Ασφαλώς, ακολουθώντας αυτή τήν άποψη, ἀνοίγουμε διάπλατα τίς πόρτες στό παραδεκτό τῶν προσφυγῶν. Θά ἀρκοῦσε πράγματι ένας υπάλληλος νά υποστηρίξει ὅτι ἡ ἀπόφαση μεταβολής τοποθετήσεως πού λήφθηκε ἔναντι του εἶναι ἱκανή νά επηρεάσει τίς μελλοντικές του προοπτικές γιά νά καταστήσει ἀποδεκτή τήν προσφυγή τήν ὁποία θά ἀσκοῦσε κατά τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως.
'Αλλά τό ἀνωτέρω ἀποτέλεσμα μᾶς φαίνεται καθόλου απρεπές. Θεωροῦμε πράγματι, ὅπως καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Trabucchi στίς προτάσεις του στην υπόθεση Kley (Rec. 1973, σ. 693), ὅτι προσήκει νά υιοθετηθεί μεγαλύτερη διάθεση γιά νά γίνει δεκτό τό παραδεκτό μιᾶς προσφυγής ἀπό τό νά κριθεί βάσιμη. Ὅπως τό υπογράμμιζε ὁ γενικός σας εἰσαγγελεύς, τό παραδεκτό εξαρτάται ἀπό τήν ύπαρξη πράξεως πού προξενεί βλάβη, ἐνῶ ἡ ἀποδοχή τοῦ βάσιμου τῆς προσφυγής προϋποθέτει τήν ἀπόδειξη ἀπό τόν προσφεύγοντα ὅτι ή πράξη, τῆς ὁποίας ζητά τήν ἀκύρωση, έχει προσβάλει ένα ἀπό τά υποκειμενικά του δικαιώματα. Καί, συνέχιζε, «τό άρθρο 91 τοῦ καταστατικού προβλέπει... ένα μηχανισμό πού χρησιμεύει ὄχι μόνο γιά τήν προστασία τῶν υποκειμενικών δικαιωμάτων τοῦ υπαλλήλου — ὅπως εἶναι ή περίπτωση τῆς προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας (ή ἁρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου, ἐπινοηθείσα. ἀκριβῶς ενόψει τῆς προστασίας τῶν υποκειμενικών δικαιωμάτων τοῦ ὑπαλλήλου, δέν προβλέπεται παρά γιά τίς χρηματικές διαφορές) — ἀλλά πού έχει μᾶλλον προορισμό νά επιτρέψει τόν ἀντικειμενικό έλεγχο τῆς νομιμότητας τῆς συμπεριφορᾶς τῆς κοινοτικῆς διοικητικής ἀρχής». Θά καταλήξουμε ἀπό αυτό, μαζί του, στό συμπέρασμα ὅτι πρέπει «ν' ἀποδεχθούμε μιά έννοια τῆς πράξεως πού προξενεί βλάβη καθαρώς διαφορετική καί ἐν πάση περιπτώσει ευρύτερη ἀπό τήν έννοια τῆς πράξεως, ἡ ὁποία προσβάλλει υποκειμενικό δικαίωμα τοῦ υπαλλήλου» καί ὅτι «τό γεγονός ὅτι ένας υπάλληλος προτιμά μιά θέση ἀπό μιά άλλη δέν επαρκεί ἀσφαλῶς γιά νά επιτραπεί ὁ χαρακτηρισμός ὡς παράνομης τῆς ἀποφάσεως τῆς διοικήσεως μέ τήν ὁποία ὁ ἐν λόγω υπάλληλος μετατίθεται παρά τή θέληση του», ἀλλά «επαρκεί γιά νά πληρωθεί ἡ προϋπόθεση τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής, ἡ ὁποία ἀσκείται βάσει τοῦ άρθρου 91».
ε)
Ἐν πάση περιπτώσει, εφόσον, κατά τήν ἴδια τήν ὁμολογία τῆς 'Επιτροπής, οἱ ἀποφάσεις μεταθέσεως δέ διακρίνονται ἀπό τίς ἀποφάσεις μεταβολής τοποθετήσεως μαζί μέ τή θέση παρά ἀπό τίς τυπικές καί ὄχι τίς ουσιαστικές προϋποθέσεις, θά ήταν παράλογο νά γίνει δεκτό χωρίς δυσκολία τό παραδεκτό γιά τίς πρῶτες καί νά τό ἀρνηθούμε γιά τίς δεύτερες.
Ἑπομένως, κατά τή γνώμη μας, οἱ μεταβολές τοποθετήσεως μαζί μέ τή θέση, ὄπως καί οἱ κατά κυριολεξία μεταθέσεις, πρέπει νά θεωροῦνται ως πράξεις, οἱ όποιες προξενοῦν βλάβη καί ὑπό αύτη τήν ιδιότητα μπορούν εγκύρως ν' ἀποτελέσουν ἀντικείμενο προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
2.
'Αλλά ἀκόμα πρέπει νά εξετασθεί ἄν ή ἀπόφαση πού μετέβαλε τήν τοποθέτηση τοῦ προσφεύγοντος έχει πράγματι αυτή τήν ιδιότητα ἡ ἄν ἡ έκταση τῆς περιορίζεται στην κοινοποίηση πρός αυτόν τοῦ τερματισμού τῆς θέσεως του στή διάθεση τῆς CASSTM.
Ἡ 'Επιτροπή δέχεται βεβαίως ὅτι, τυπικώς — εφόσον τέτοια εἶναι ἡ διατύπωση τῆς — ή ἀπόφαση τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979 συνιστᾶ μεταβολή τοποθετήσεως. Ἀλλά υποστηρίζει ὅτι δέ συμβαίνει κάτι τέτοιο οὔτε λειτουργικῶς ούτε ὀργανικῶς. Δέ συμβαίνει κάτι τέτοιο λειτουργικῶς, διότι, εφόσον ὁ προσφεύγων δέν ἀποτέλεσε ἀντικείμενο ἀποσπάσεως ἀπό τίς μεταφραστικές υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπῆς στην CASSTM, άλλά ἁπλῆς θέσεως στή διάθεση τοῦ ἐν λόγω ὀργανισμοῦ, ἡ ἀπόφαση ἀνακλήσεως του στίς μεταφραστικές υπηρεσίες δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά ἀπόφαση τερματισμοῦ θέσεως σέ διάθεση. 'Ομοίως, ὀργανικῶς, ή προσβαλλόμενη ἀπόφαση δέν έχει μεταβάλει τήν τοποθέτηση τοῦ προσφεύγοντος, εφόσον ουδέποτε έπαυσε νά εἶναι τοποθετημένος στό ὀλλανδικό μεταφραστικό γραφείο τό ὁποῖο προάχθηκε, μετά τή θέση του σέ διάθεση, σέ τμῆμα.
Ἀλλά γιά ποιο λόγο ἀπαιτήθηκε νά ληφθεί ή επίδικη ἀπόφαση ἀπό τόν υπεύθυνο γιά τά θέματα τοῦ προσωπικού, μέλος τῆς 'Επιτροπῆς, καί ὄχι, ὅπως κανονικά θά ήταν ή περίπτωση γιά ένα τερματισμό θέσεως σέ διάθεση, ἀπό τόν ἱεραρχικῶς ἀνώτερο του, τόν προϊστάμενο τοῦ τμήματος ΙΧ-D-3 «Μεταφράσεις, γενικές υποθέσεις»; Ὁ λόγος συνίσταται, κατά τήν καθ' ἧς, στην ἀναδιοργάνωση τῶν μεταφραστικών υπηρεσιών, πού έγινε μετά τή θέση σέ διάθεση τοῦ προσφεύγοντος καί ἡ ὁποία ὁδήγησε σ' αὐτή τήν ἀσυνήθη γι' αυτό τό θέμα διαδικασία καί επικαλείται τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 1977 τῆς σχετικής μέ τήν άσκηση τῶν εξουσιών πού έχουν δοθεί ἀπό τόν κανονισμό στην ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή.
Θά ὁμολογήσουμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐπιχειρηματολογία δέν κατόρθωσε νά μᾶς πείσει. Βεβαίως, προκύπτει ἀπό τήν πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὅτι, ὅπως τό εκθέσαμε στίς προτάσεις μας στην προαναφερθείσα υπόθεση List, (Rec. 1979, σ. 2516), «γιά νά καθορισθεί ἡ φύση νομικῆς πράξεως, δέν πρέπει νά ληφθεί υπόψη τό τυπικό κριτήριο τῆς εξωτερικής μορφής ούτε ἀκόμα ὁ χαρακτηρισμός ἀπό τόν ἐνεργήσαντα τήν πράξη ἡ ἀπό τρίτο, άλλά ἀποκλειστικώς τό ἀντικειμενικό περιεχόμενο καί ἡ ἀληθής σημασία τῆς νομικής πράξεως». 'Αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε πεισθεῖ ὅτι ἡ φαινόμενη φύση τῆς επίδικης πράξεως ἀντιστοιχεί πρός τήν πραγματική τῆς φύση.
Κατά τή γνώμη μας, ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής δέ θά μποροῦσε νά γίνει δεκτή παρά ἄν ὁ προσφεύγων δέν έπαυε ποτέ ν' ἀνήκει στό μεταφραστικό τμήμα ὀλλανδικής γλώσσας, πράγμα πού δέ συμβαίνει. Δέ θ' ἀμφισβητήσουμε ὅτι ὁ προσφεύγων, τό 1970, ὅταν τέθηκε στή διάθεση τῆς CASSTM, προερχόταν ἀπό τό ὀλλανδικό γραφείο τοῦ μεταφραστικοῦ τμήματος — πού τότε ήταν ἐνιαίο — καί ὅτι, τό 1980, ἀνακλήθηκε στό μεταφραστικό τμήμα ὀλλανδικής γλώσσας. 'Εντούτοις, οἱ διαπιστώσεις αυτές δέ λαμβάνουν, ἀκριβώς, υπόψη τήν ἀναδιοργάνωση τῶν μεταφραστικῶν υπηρεσιών πού έγινε τό 1973. Ἀπό τη στιγμή πού τό μεταφραστικό γραφείο ὀλλανδικής γλώσσας έγινε τμήμα μέχρι την 1η 'Ιανουαρίου 1980, εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ μεταφραστές πού είχαν τεθεί στη διάθεση τῆς CASSTM, ἄν καί συνέχιζαν νά εξαρτώνται, ὅπως καί στό παρελθόν, ἀπό τό γενικό γραμματέα καί τόν προϊστάμενο τῆς μεταφραστικής ὁμάδας τοῦ ἐν λόγω ὀργανισμού ὅσον άφορᾶ την κρίση ἐπί τῆς εργασίας τους, εἶχαν τεθεί ὑπό την ιεραρχική εξουσία τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος IX-D-3 «Μεταφράσεις, γενικές υποθέσεις». Ὑπό αυτές τίς συνθήκες, διερωτώμεθα ματαίως ποιό ρόλο τά μεταφραστικά τμήματα, ὅπως τό τμήμα IX-D-8 «Μεταφράσεις, ὀλλανδική γλώσσα» γιά τόν προσφεύγοντα, μπορούσαν ἀκόμα νά διαδραματίσουν έναντι τους.
Ἀπό τά ἀνωτέρω έπεται ὅτι ἡ επίδικη ἀπόφαση εἶναι πραγματική ἀπόφαση μεταβολής τοποθετήσεως, ώστε, έξαλλου, λήφθηκε κατ' εφαρμογή ὅλως διόλου κανονική τοῦ ἄρθρου 3 τῆς προαναφερθείσας ἀποφάσεως τῆς 5ης 'Οκτωβρίου 1977 ἀπό τόν υπεύθυνο γιά τά θέματα τοῦ προσωπικοῦ, μέλος τῆς 'Επιτροπής, καί ὄχι κατόπιν ἀναδιοργανώσεως τῆς υπηρεσίας, περιπτώσεως, ἡ ὁποία δέν προβλέπεται ἀπό τό ἴδιο αυτό άρθρο 3.
Ὑπό αυτές τίς συνθῆκες, ἡ προσφυγή πού ἀπευθύνεται κατ' αὐτής πρέπει ὁριστικώς νά θεωρηθεί ὡς ἀποδεκτή.
III —
Ἐπί τῆς ουσίας, ὁ Kindermann πρόβαλε διαδοχικώς διάφορους λόγους στους ὁποίους δέν επέμεινε παρά μερικώς μέχρι τοῦ τέλους τῶν παρατηρήσεων του.
Πρώτο ἀπό ὅλους εγκατέλειψε, στην ἀπάντηση του, τό λόγο πού είχε προβάλει ὡς κύριο στην προσφυγή του, στηριζόμενο έπί τῆς παραβάσεως τῆς αποφάσεως τῆς 'Επιτροπής τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 τῆς σχετικῆς μέ τή διαδικασία κινητικότητας.
Ή εγκατάλειψη τοῦ πρώτου αὐτοῦ λόγου ἀντισταθμίσθηκε κατά κάποιο τρόπο μέ τήν προβολή, επίσης στην ἀπάντηση, τῶν τριών ἀκόλουθων λόγων: παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς μή διακρίσεως, τοῦ καθήκοντος μέριμνας («Fürsorgepflicht») καί τοῦ δικαιώματος τῆς υπερασπίσεως. Προκειμένου περί νέων λόγων, τῶν ὁποίων ἡ προβολή κατά τή διάρκεια τῆς δίκης εἶναι κατ'ἀρχήν ἀπαγορευμένη ἀπό τόν κανονισμό διαδικασίας μας, δέ θά τους εξετάζαμε παρά ὅλως διόλου επικουρικώς. Δεδομένου, ἐπιπλέον, ὅτι ὁ δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος τους παρέλειψε ἀπό τήν ἀγόρευση του δέν έχουμε κανένα δισταγμό γιά νά τους ἀγνοήσουμε τελείως.
Δύο λόγοι παραμένουν ἑπομένως, οἱ όποιοι άλλωστε συνδέονται μεταξύ τους: ἡ παράβαση τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού κατά τό ὅτι τό άρθρο αυτό ἀπαιτεί οἱ ἀποσπάσεις νά γίνονται πρός τό μόνο συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί ή κατάχρηση εξουσίας. Ό λόγος πού άφορα τήν κατάχρηση εξουσίας δέν παρουσιάζει παρά επικουρικό χαρακτήρα ἐν σχέσει μέ τό λόγο πού ἀναφέρεται στην παραβίαση τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας. Πράγματι, μόνο ἄν ἀποδειχθεί ὅτι ἡ επίμαχη ἀπόφαση δέ λήφθηκε πρός τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας θά πρέπει ν' ἀναζητηθεί ἀλλοῦ ή πραγματική τῆς αἰτία. "Αν, ἀντιστρόφως, ή ἀμφισβητούμενη ἀπόφαση μπορεί νά δικαιολογηθεί ἀπό τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι περιττό νά εξετασθεί ἄν ὑπήρξε πραγματικά κατάχρηση εξουσίας.
1.
Ή παράβαση τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας κατέστη ἐνδεχομένως ένοχος ἡ 'Επιτροπή προβαίνοντας στή μεταβολή τοποθετήσεως του, υφίσταται στην πραγματικότητα κατά τήν ἀντίληψη τοῦ προσφεύγοντος γιά δύο λόγους. Πρώτον, ἡ Ἐπιτροπή δέν τήρησε τήν προβλεπόμενη γιά τήν περίπτωση μεταθέσεως διαδικασία δεύτερον, ἡ επίδικη ἀπόφαση δέ λήφθηκε πρός τό μόνο συμφέρον τῆς υπηρεσίας.
'Επί τοῦ πρώτου σημείου, μποροῦμε ν' ἀρκεσθούμε στην επανάληψη ὅτι ἡ επίμαχη ἀπόφαση δέν ήταν μετάθεση κατά την ἔννοια τοῦ κανονισμοῦ, ώστε δέν υπήρχε λόγος νά τηρηθοῦν οἱ προβλεπόμενες γιά παρόμοια περίπτωση διατυπώσεις.
'Αλλά, εἶναι εμφανώς ἡ παραβίαση τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας, ἡ ὁποία, κατά τόν προσφεύγοντα, έχει τή μεγαλύτερη σημασία.
α)
Πρίν προβοῦμε στην εξέταση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ προσφεύγοντος, θεωρούμε σκόπιμο νά προσδιορίσουμε τή φύση τοῦ έλεγχου πού τό Δικαστήριο μπορεί ν' ἀσκήσει έπί τῶν ἀποφάσεων μεταθέσεως ή μεταβολῆς τοποθετήσεως.
'Αφενός, ὅπως προκύπτει ἀπό πάγια νομολογία (ἀπόφαση τῆς 11ης 'Ιουλίου 1968, Labeyrie κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 16/67, Rec. 1968, σ. 432 ἀπόφαση τῆς 16ης 'Ιουνίου 1971, Vistosi, υπόθεση 61/70 Rec. 1971, σ. 535 ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1977, Geist κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 61/76, Rec. 1977, σ. 1419 ἀπόφαση τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981, Carbognani καί Coda Zabetta, υποθέσεις 161 καί 162/80, προαναφερθείσα ήδη) «τά όργανα τῆς Κοινότητας εἶναι ελεύθερα νά ὀργανώνουν τίς υπηρεσίες τους σέ συνάρτηση μέ τίς ἀποστολές πού τους έχουν ἀνατεθεί καί νά τοποθετούν, ενόψει αυτών, τό προσωπικό τό όποιο βρίσκεται στή διάθεση τους». Ἑπομένως, ὅπως τό ἀναφέραμε στις προτάσεις μας στην υπόθεση Geist (61/76, προαναφερθείσα) «γιά πράξεις ... πού συνδέονται στενά μέ τήν άσκηση τῆς ὀργανωτικῆς ἐξουσίας, ή ἀρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή διαθέτει ἀξιόλογα περιθώρια εκτιμήσεως». Γι' αυτό τό λόγο «σέ παρόμοια περίπτωση, τό Δικαστήριο δέν πρέπει... ν' ἀναμειχθεί σέ ὅλες τίς λεπτομέρειες καί ἰδίως ὄχι σ' εκείνες πού ἀφορούν εκτιμήσεις σκοπιμότητας» (Rec. 1977, σ. 1441).
'Αντιστρόφως, δέν ἀρκεῖ ἡ διοίκηση νά ἐπικαλεσθεί, ἀορίστως, τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας ώστε, ipso facto, ἡ μεταβολή τοποθετήσεως τῶν υπαλλήλων τῆς νά είναι κανονική. Ή έννοια τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας εἶναι ρευστή, αόριστη έννοια, τῆς ὁποίας ἡ μόνη επίκληση — πού μπορεί νά περιβληθεί τελετουργικό χαρακτήρα καί νά μήν ἀντιστοιχεί σέ τίποτα τό συγκεκριμένο — εἶναι ἀνεπαρκής γιά νά επιτρέψει δικαστικό έλεγχο, έστω καί περιορισμένο. Θεωρούμε ἀναγκαίο τό νά εἶναι ἡ διοίκηση σέ θέση νά υποδείξει σέ τί συγκεκριμένως συνίσταται αὐτό τό συμφέρον καί ὅτι ή ἀξία του δέν εἶναι δυσαναλογος μικρότερη ἀπό τά βλαπτόμενα συμφέροντα τῶν υπαλλήλων τους ὁποίους άφορᾶ.
Ὑπό τό φῶς, συνεπώς, τῶν ἀνωτέρω άρχων θά εξετάσουμε διαδοχικώς τά επιχειρήματα τοῦ προσφεύγοντος μέ τά ὁποῖα επιζητα ν' ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀπόφαση πού λήφθηκε έναντι του ήταν ἀντίθετη πρός τό καλῶς ἐννοούμενο συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί ἀκόμα ὅτι, ἐν ἀντιθέσει πρός τίς γενόμενες ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς δηλώσεις, δέν ήταν καθόλου σύμφωνη πρός τό δικό του συμφέρον.
β)
Θ' ἀρχίσουμε ἀπό τή διάκριση, γενικῆς ἐκτάσεως, τήν ὁποία κάνει ὁ προσφεύγων ἀνάλογα μέ τό ἄν ἡ μεταβολή τοποθετήσεως πραγματοποιείται ἡ ὄχι κατόπιν ἀναδιοργανώσεως υπηρεσιών, ὅπως αυτή πού έγινε στίς μεταφραστικές υπηρεσίες τό 1973.
Ὁ προσφεύγων δέχεται ὅτι, μέσα στά πλαίσια μιᾶς ἀναδιοργανώσεως, εἶναι δυνατό νά αἰτιολογηθεῖ ἡ μετακίνηση θέσεως μαζί μέ τόν κάτοχό τῆς ἀπό τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας. Όμως, δεδομένου ὅτι ή ἀπόφαση πού τόν άφορα λήφθηκε έκτός ὁποιασδήποτε ἀναδιοργανώσεως, έστω καί μερικής, καταλήγει στό συμπέρασμα οτι δέν μπορεί νά δικαιολογηθεί ἀπό την απόδειξη, πού προκύπτει ἀπό τίς εργασίες πού ὁδήγησαν στην ἀναδιοργάνωση, ὅτι ἡ θέση του ήταν χρησιμότερη στό νέο του τμήμα παρά σ' εκείνο προελεύσεως του.
Αυτός ὁ συλλογισμός ξεκινᾶ, κατά τή γνώμη μας, ἀπό ἐσφαλμένο δεδομένο. Θεωρούμε ὅτι ἡ διάκριση πού γίνεται ἀπό τόν προσφεύγοντα ἀντιφάσκει τόσο πρός τήν πολύ γενική διατύπωση τῶν ἀποφάσεων, οί όποιες ἀναγνωρίζουν στά όργανα τῆς Κοινότητας τό δικαίωμα νά προσδιορίσουν καί νά τροποποιήσουν τήν ὀργάνωση τῶν υπηρεσιῶν τους καί νά τοποθετήσουν, συνεπώς, τό προσωπικό πού βρίσκεται στή διάθεση τους ὅσο καί πρός τά γεγονότα τά όποια έδωσαν λαβή τουλάχιστο σέ ὁρισμένες ἀπό αυτές (Ιδιαιτέρως, οἱ ἀποφάσεις Labeyrie καί Vistosi, πού ήδη ἀναφέρθηκαν).
γ)
Τά άλλα επιχειρήματα πού προβλήθηκαν έχουν πιό περιορισμένη έκταση. Έτσι, ὁ Kindermann ἀναφέρει τίς ἀρνητικές επιπτώσεις τῆς μεταθέσεώς του ἐπί τῆς λειτουργίας τῆς μεταφραστικής ὁμάδας τής CASSTM, τίς όποιες θεωρεί ὡς άποδει-χθεισες ἀπό τό υπηρεσιακό σημείωμα της 29ης Αυγούστου 1979 τοῦ Schneider προς τόν Ciancio.
Μέ τό σημείωμα αυτό, ὁ γενικός γραμματεύς τῆς CASSTM εφιστούσε τήν προσοχή τοθ διευθυντή τῆς μεταφραστικής υπηρεσίας έπί τῶν φόβων πού αισθανόταν ώς πρός τίς επιπτώσεις πού θά εἶχαν ἐπί τής λειτουργίας τῆς Ἐπιτροπῆς καί τῶν βοηθητικῶν ὀργάνων πού εργάζονται στα πλαίσιά της, οἱ μεταθέσεις τεσσάρων ἀναθεωρητῶν καί μεταφραστών, οἱ όποιοι εἶχαν τεθεί ἀπό μακρού χρόνου στή διάθεση τους. Κατέληγε ζητώντας ἀπό τόν Ciancio νά επανέλθει ἐπί τῆς ἀποφάσεως του ή, σέ ἀντίθετη περίπτωση, νά καθυστερήσει τήν ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων πού είχαν ληφθεί, ὥστε νά βρεθεί τό ἀναγκαίο προσωπικό πρός ἀντικατάσταση τῶν ἀποχωρούντων καί νά τό εκπαιδεύσει στά νέα του καθήκοντα.
"Αν καί δέν μπορεί ν' ἀμφισβητηθεί ὅτι, κατά τό τέλος Αυγούστου 1979, ὁ Schneider είχε ὁρισμένες ἀνησυχίες, δέν εἶναι, πιστεύουμε, δυνατό γι' αυτό τό λόγο νά προσδοθεί στίς παρατηρήσεις του ἡ έκταση πού τους ἀποδίδει ὁ προσφεύγων. Κατά πρώτο λόγο, εἶναι αυτονόητο ὅτι κάθε μεταβολή στή σύνθεση διοικητικής υπηρεσίας μπορεί νά προκαλέσει προσωρινές δυσχέρειες στή λειτουργία της.
Κατά δεύτερο λόγο, ὅπως φαίνεται νά προκύπτει ἀπό τή σύγκριση τῆς δικογραφίας van Schaik μέ τήν παρούσα, οἱ μεγαλύτερες δυσχέρειες υπήρχαν ὄχι στό ὀλλανδικό τμήμα άλλά στό γερμανικό. Ἐπί τεσσάρων γλωσσομαθών ὀλλανδικής μητρικής γλώσσας μόνο ὁ Kindermann ἀποτέλεσε ἀντικείμενο μεταβολής τοποθετήσεως καί ἀντικαταστάθηκε κατά ικανοποιητικό τρόπο. Είναι συνεπώς ἀληθοφανές ὅτι, ὁπως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς δήλωσε στή συνεδρίαση, τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ Schneider ἀφοροῦσε κυρίως τό γερμανικό τμήμα τῆς μεταφραστικής ὁμάδας τῆς CASSTM, ἡ ὁποία επρόκειτο νά στερηθεί — ὅπως έχουμε ἀντιληφθεί — δύο ἐμπείρων μελών ἐπί τεσσάρων, ἐνῶ εἶχε μεγάλο φόρτο εργασίας, πράγμα πού προκάλεσε σημαντική καθυστέρηση τῶν μεταφράσεων στίς όποιες έπρεπε νά προβεί.
δ)
Ό προσφεύγων επισημαίνει επίσης ὅτι, ἀπό ὅσα γνωρίζει, τό μεταφραστικό τμήμα ὀλλανδικής γλώσσας δέν εἶχε ἀνάγκη καμίας ενισχύσεως όταν τοποθετήθηκε ἐκεῖ. Τόν ἀνακάλεσαν συνεπώς ἀπό μιά υπηρεσία ὅπού τόν είχαν ἀνάγκη γιά νά τόν τοποθετήσουν σέ μιά άλλη ὅπου δυσκολεύτηκαν νά τόν χρησιμοποιήσουν. Διαβλέπει ἀπόδειξη τῶν ισχυρισμών του στό γεγονός ὅτι ἀρχικά τέθηκε ὑπό τήν άμεση εξουσία τοῦ προϊσταμένου τοῦ ολλανδικοί) τμήματος, ὁ όποιος τοῦ ἀνέθεσε μεταφραστική εργασία σέ διάφορους τομεῖς.
Τό επιχείρημα αυτό πρέπει, κατά τήν ἀντίληψή μας, νά εξετασθεί έχοντας κατά νοῦ τήν ευρύτητα τῆς εξουσίας πού διαθέτει ἡ 'Επιτροπή γιά τήν ὀργάνωση των υπηρεσιών της. Ἐφόσον λοιπόν ἡ διοίκηση έχει τό δικαίωμα νά μεταβάλει τήν τοποθέτηση τῶν μεταφραστών τῆς καί μπορεί νά δικαιολογήσει τέτοιες μεταβολές μέ τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, εἶναι φυσικό νά επανατοποθετεί, στό μεταφραστικό τμῆμα της γλώσσας τους, πού συνιστᾶ τή φυσική τους τοποθέτηση, εκείνους ἀπό αυτούς, οἱ όποιοι ήταν προηγουμένως στή διάθεση άλλων μονάδων. Ἀπό τή στιγμή πού πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐν λόγω τοποθέτηση, είναι ἐπίσης εξίσου φυσικό ὁ υπεύθυνος τοῦ τμήματος νά μορφώσει γνώμη περί των ιδιαίτερων ικανοτήτων καθενός ἀπό αὐτούς ἀναθέτοντάς του διάφορων τύπων μεταφράσεις πρίν τόν τοποθετήσει σέ ειδική ὁμάδα τῆς μονάδας του.
'Επιπλέον, ὁ προσφεύγων δέν ισχυρίσθηκε ποτέ ὅτι έμεινε χωρίς εργασία.
ε)
Νομίζουμε ὅτι ἀποδείξαμε σέ αυτό τό στάδιο ὅτι ἡ επίδικη ἀπόφαση δέν ήταν ἀντίθετη πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας.
'Επίσης, δέ νομίζουμε ὅτι εἶναι δυνατή ή ἀποκάλυψη πρόδηλης πλάνης περί τήν εκτίμηση. Πράγματι ἡ αιτιολογία πού δόθηκε ἀπό τήν 'Επιτροπή γιά τήν πραγματοποίηση τῆς μετακινήσεως τοῦ προσφεύγοντος εἶναι εύλογη: πρόκειται περί τῆς θελήσεως νά καθιερωθεί σέ ὅλες τίς υπηρεσίες, στίς όποιες περιλαμβάνονται καί οἱ μεταφραστικές υπηρεσίες, ὁρισμένη κινητικότητα. Ή καθ' ἧς θεωρεί ὅτι ἡ παραμονή μεταφραστή στην ίδια διοικητική μονάδα ἐπί πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα συνεπάγεται ὁρισμένη σκλήρωσή του, ἡ ὁποία έχει ὡς ἀποτέλεσμα τή μείωση τῶν υπηρεσιών του ἀπό ποσοτικής καί ποιοτικής ἀπόψεως.
Ή επιχειρηματολογία πού προβλήθηκε σέ ἀπάντηση ἀπό τόν προσφεύγοντα δέν ἀρκεῖ — πιστεύουμε — γιά ν' ἀποδείξει ὅτι ή άποψη αυτή εἶναι λανθασμένη. Ό Kindermann, ἄν καί δέν ἀμφισβητεῖ, κατ' ἀρχήν, τή σκοπιμότητα τῆς πολιτικής περί κινητικότητας τοῦ προσωπικού, βρίσκει ὅτι προσαρμόζεται κακώς στην ειδική κατάσταση τῶν μεταφραστών γενικώς καί, ειδικώς, τῶν μεταφραστών πού εἶναι εἰδικευμένοι κατόπιν μάκρᾶς καί δύσκολης μαθητείας σέ έναν τεχνικό τομέα, ὁ όποιος ἀπαιτεῖ ειδικό λεξιλόγιο ὅπως ἡ κοινωνική ἀσφάλιση τῶν διακινούμενων εργαζομένων. Υποστηρίζει, επομένως, βασιζόμενος Ιδιαιτέρως ἐπί ὁρισμένων ἀποσπασμάτων τοῦ «Πρακτικού ὁδηγοῦ τοῦ διερμηνέως», ὅτι ή ειδίκευση εἶναι Ιδιαιτέρως ἀναγκαία στους μεταφραστές, ὅτι εφαρμόζεται εὐρέως στίς υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὅτι βελτίωσε τήν ποιότητα τῆς εργασίας, ἐπιτρέποντας στενότερες σχέσεις μεταξύ τῶν μεταφραστών καί τῶν ὑπηρεσιών πού τους χρησιμοποιούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τῆς ἐν λόγω πολιτικής προσεγγίσεως είναι ἀκριβώς ἐκεῖνο τῆς CASSTM.
Ἐπ᾽ αυτού ἡ 'Επιτροπή ἀπάντησε μέ άλλες ἀναφορές στόν «Πρακτικό ὁδηγό τοῦ διερμηνέως», τονίζοντας τήν κινητικότητα καί τήν ἐναλλακτικότητα μεταξύ τῶν διάφορων μεταφραστικών ὁμάδων.
Πρόκειται περί διαφοράς μεταξύ ειδικών γιά τήν επίλυση τῆς ὁποίας τό Δικαστήριο βρίσκεται σέ δύσκολη θέση. Λαμβάνοντας υπόψη τόν περιορισμένο χαρακτήρα τοῦ έλεγχου σας ἐπ᾽ αὐτού τοῦ ζητήματος, δέν μποροῦμε παρά νά υποδείξουμε ὅτι δέ μᾶς φαίνεται παράλογος ὁ ισχυρισμός ὅτι ένας υπάλληλος, ἀκόμα καί ευσυνείδητος, ὁ όποιος ἐπί μία δεκαετία περίπου μεταφράζει καθ᾽ ὅλη τή διάρκεια τῆς ημέρας τόν ἴδιο τύπο κειμένων, υπάρχει κίνδυνος νά υποστεί ὁρισμένη σκλήρωση, την ὁποία θεμιτῶς μπορεί ἡ διοίκηση νά επιδιώξει νά προλάβει — ἡ νά θεραπεύσει — μέ μεταβολή τῆς τοποθετήσεως του.
στ)
Τέλος, ὁ προσφεύγων θεωρεί ὅτι ἡ ἀπόφαση πού λήφθηκε έναντι του, μακριά ἀπό τοῦ νά εἶναι σύμφωνη πρός τό συμφέρον του — ὅπως τό υποστηρίζει ἡ Ἐπιτροπή — τοῦ προξενεί ἀντιθέτως βλάβη. Μειώνει τίς πιθανότητες προαγωγής του, ἐξαιτίας ιδίως τοῦ γεγονότος ὅτι στά νέα του καθήκοντα ή εργασία του θ' ἀναθεωρείται συστηματικῶς, ἐνῶ στους κόλπους τῆς CASTM εἶχε ἀποκτήσει εμπειρία, ἡ ὁποία τοῦ επέτρεπε ν' ἀναθεωρεί περιστασιακά τίς εργασίες των συναδέλφων του.
Δέ νομίζουμε ὅτι τό επιχείρημα αυτό μπορεῖ, στην προκειμένη περίπτωση, νά ληφθεί υπόψη. 'Ελλείψει γεωγραφικής μετακινήσεως ἡ μεταβολής τῆς θέσεωςτύπου τοῦ υπαλλήλου, ἡ μεταβολή τοποθετήσεως τῆς οποίας ἀποτελεί ἀντικείμενο, δέ διακυβεύει, κατά τή γνώμη μας, «σημαντικά προσωπικά συμφέροντα», ἐπί των ὁποίων «ὁ έλεγχος τῆς ἀντικειμενικής αιτιολογήσεως τῆς κατακρινόμενης ἀποφάσεως μπορεί μόνο ν' ἀσκηθεί», γιά νά επαναλάβουμε τίς δηλώσεις πού περιέχονται στίς προτάσεις μας στην υπόθεση Geist (προαναφερθείσα, Rec. 1977, σ. 1441).
'Επιπλέον, δέν εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ διαβεβαίωση αύτη ἀνταποκρίνεται πλήρως προς τήν πραγματικότητα. Στην έκθεση ἀξιολογήσεως τοῦ προσφεύγοντος διά τά έτη 1975/1977, ἡ προαγωγή του δικαιολογήθηκε στην ουσία ἀπό τήν ηλικία, ἀρχαιότητα καί κατάρτιση του. Τά δύο πρώτα στοιχεία είναι ἀκόμα ευνοϊκότερα σήμερα. Ὡς πρός τή νομική του κατάρτιση, ὁ προσφεύγων εἶχε τήν εὐκαιρία νά τήν εκμεταλλευθεί ιδιαιτέρως μετά τήν ἀποχώρηση του ἀπό τήν CASSTM ἀφοῦ, σύμφωνα μέ τά ὅσα μᾶς εἰπώθηκαν στή συνεδρίαση, προσφάτως ἀναπλήρωσε νομικό γλωσσομαθή. Τέλος, ἡ νέα του τοποθέτηση τοῦ επιτρέπει χωρίς ἀμφιβολία νά διευρύνει τους ὁρίζοντες του, ἀφοῦ ἀνήκει τώρα, εντός των κόλπων τοῦ ὀλλανδικού μεταφραστικού τμήματος, στην εἰδικευμένη ὁμάδα «Κοινωνικές υποθέσεις, διοίκηση καί πληροφορίες», τῆς ὁποίας τό ἀντικείμενο εἶναι ευρύτερο ἀπό εκείνο τῆς CASSTM.
2.
'Εφόσον ὁ προσφεύγων απέτυχε στην προσπάθειά του ν' ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀπόφαση, τῆς ὁποίας υπήρξε ἀντικείμενο, δέ λήφθηκε πρός τό μόνο συμφέρον τῆς υπηρεσίας, δέν υπάρχει λόγος νά εξετασθεί ἄν ή καθ' ἧς, λαμβάνοντας τήν προσβαλλόμενη ἀπόφαση, κατέστη ένοχος καταχρήσεως εξουσίας. Δέ μας ἀπομένει λοιπόν παρά νά διατυπώσουμε τίς προτάσεις μας.
IV —
Προηγουμένως, πάντως, ὅπως καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti στίς πρόσφατες προτάσεις του στην υπόθεση 148/79, Korter κατά Συμβουλίου (προτάσεις τής 29ης 'Ιανουαρίου 1981, πού δέ δημοσιεύθηκαν ἀκόμα, σ. 12 τού πολυγραφημένου κειμένου), θά θέλαμε νά εκφράσουμε μιά ευχή. Ἔχουμε πράγματι τήν εντύπωση ὅτι ἡ παρούσα διαφορά μπορούσε ν' αποφευχθεί.
Σύμφωνα μέ τά ὅσα επισήμανε ὁ δικηγόρος του στή συνεδρίαση, ἄν ὁ προσφεύγων άσκησε τήν παρούσα προσφυγή, ἀναμφιβόλως δέν τό έπραξε διότι ἤθελε μέ κάθε δύναμη νά συνεχίσει εργαζόμενος γιά τήν CASSTM μέχρι τῆς συντάξεως του, άλλά τήν άσκησε διότι προσβλήθηκε ἀπό τίς συνθήκες ὑπό τίς όποιες ἀποφασίσθηκε ἡ μεταβολή τοποθετήσεως του καί κατά τῆς αξιώσεως τῆς διοικήσεως νά μετατραπεῖ σέ μόνο κριτή τοῦ επαγγελματικού του συμφέροντος. Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ πεδίου δέν εἶναι δυνατό παρά ν' ἀναγνωρισθεί ὅτι ήταν μέσο, τουλάχιστον ὄχι λεπτό καί μάλιστα βλαπτικό γιά τίς σχέσεις ἐμπιστοσύνης πού πρέπει νά επικρατούν μεταξύ τῆς διοικήσεως καί τῶν υπαλλήλων της, ἡ δημόσια ἀνακοίνωση τῆς ἀποφάσεως περί μεταβολῆς τῆς τοποθετήσεως τοῦ προσφεύγοντος ἐν απουσία του, χωρίς προηγουμένως νά εἰδοποιηθεῖ ὁ προσφεύγων περί τούτου, χωρίς νά τοῦ επιτραπεῖ νά ἐκφράσει τήν άποψη του καί χωρίς ἡ ἀπόφαση νά εκθέτει τό νομικό τῆς έρεισμα μέ κάθε ἀναγκαία σαφήνεια.
Ἐν τούτοις, δέν μποροῦμε παρά νά σᾶς προτείνουμε ν' ἀπορρίψετε την προσφυγή καί νά καταδικάσετε τόν κάθε διάδικο στά δικαστικά του έξοδα σύμφωνα μέ τά ἄρθρα 69 παράγραφος 2 καί 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy