ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 29 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ παρούσα υπόθεση άφορα τήν ἀναπροσαρμογή τῶν ἀμοιβών τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί) τῶν Κοινοτήτων. Ό κανονισμός τοῦ Συμβουλίου, πού προσβάλλεται ἐν προκειμένω ευθέως μέ προσφυγή, έχει επίσης ἀμφισβητηθεί μέ ἔνσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά τό άρθρο 184 τῆς συνθήκης, στό πλαίσιο προσφυγών πού έχουν ἀσκηθεί βάσει τοῦ άρθρου 179 τῆς συνθήκης ἀπό υπαλλήλους ὅλων τῶν ὀργάνων καί υπηρεσιών τῆς Κοινότητας (Συμβουλίου, 'Επιτροπής, Κοινοβουλίου, Δικαστηρίου, Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, Οικονομικής καί Κοινωνικής Ἐπιτροπής).
Ι —
Γιά τήν καλύτερη κατανόηση τῆς προελεύσεως καί τῆς σημασίας τῆς παρούσας προσφυγής ακυρώσεως τοῦ κανονισμοῦ 160/80 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης 'Ιανουαρίου 1980 περί τροποποιήσεως τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς καί τοῦ καθεστώτος τοῦ εφαρμοζόμενου στό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων αυτών (Abl. L 20 τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1980, σ. 1. ΕΕ ειδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 20, τόμ. 01/002, σ. 131), μοῦ φάνηκε χρήσιμο ν' ἀρχίσω μέ μιά κάπως διεξοδική μελέτη τῶν διαφόρων γεγονότων πού ὁδήγησαν στην έκδοση τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ.
Α —
Μέ πράξη πού δέ φέρει ὀνομασία καί δέν έχει δημοσιευθεί στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, τό Συμβούλιο εισήγαγε στίς 29 'Ιουνίου 1976, μιά νέα μέθοδο προσαρμογής τῶν ἀμοιβών τῶν ὑπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων. Στίς μεταβολές πού ἐπέφερε ἡ νέα αύτη μέθοδος συγκαταλεγόταν καί ἡ ενσωμάτωση, στους πίνακες τῶν βασικών ἀποδοχών, τοῦ συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού ἴσχυε τήν εποχή εκείνη στό Βέλγιο καί στό Λουξεμβοῦργο, καί ὁ όποιος εἶχε φτάσει στό ὕψος τοῦ 148,7 %. Ή ἐνσωμάτωση αύτη έπρεπε νά γίνει έτσι ώστε νά ἀποφευχθεί, γιά κάθε υπάλληλο ἀτομικά, ἡ μείωση τῆς καθαρῆς ἀμοιβῆς του. Ό κίνδυνος τέτοιας μειώσεως προερχόταν ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ συντελεστή ἀναπροσαρμογῆς στίς βασικές ἀποδοχές, οἱ όποιες χρησιμεύουν ὡς βάση γιά τον υπολογισμό τοῦ φόρου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 260/68 τοῦ Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968 (ABl. L 56 της 4ης Μαρτίου 1968, σ. 8), καί τῶν άλλων υποχρεωτικῶν κρατήσεων (συντάξεως, ἀσφαλίσεως κατά τῆς ἀσθένειας, ἀσφαλίσεως κατά ἀτυχημάτων), ὁδήγησε ὅπως ήταν φυσικό, μέσω τῆς αυξήσεως των βασικών ἀποδοχών, στην άνοδο τῆς βάσεως υπολογισμού τοῦ φόρου καί των άλλων κρατήσεων καί, κατά συνέπεια, τοῦ ύψους τους — μέ ἀναπόφευκτο ἀποτέλεσμα τή μείωση τῶν καθαρών ἀμοιβών.
Γιά νά ἀποτραπεί τό ἀποτέλεσμα αυτό, δύο μέθοδοι προσφέρονταν, πέρα ἀπό τήν ελάττωση τοῦ συντελεστῆ τοῦ φόρου καί τῶν άλλων κρατήσεων. Ή πρώτη, υπέρ της ὁποίας τάχθηκαν οι εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ, συνίστατο στήν ἀνάλογη μείωση τῆς επιπτώσεως τοῦ φόρου μέ τήν εφαρμογή κατάλληλων συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς στά ἴδια τά φορολογικά κλιμάκια (πρακτικά τῆς συσκέψεως τῆς 29ης Μαρτίου 1976, πού πραγματοποιήθηκε στό πλαίσιο τοῦ διαλόγου μεταξύ τοῦ Συμβουλίου καί τῶν εκπροσώπων τοῦ προσωπικοῦ, σχετικό ὑπ' ἀριθμόν 4 τῆς προσφυγῆς, σ. 2). Αύτη παρουσίαζε τό μειονέκτημα ὅτι δύσκολα γινόταν δεκτή ἀπό ὁρισμένα Κράτη μέλη, πού τήν ἀπέκρουαν γιά λόγους ἀρχης, προπάντων σέ περίοδο πληθωρισμοῦ.
Γιά τό λόγο αυτό, τό Συμβούλιο προτίμησε νά αυξήσει τίς βασικές ἀποδοχές μέ ποσό πού εξουδετερώνει τήν αύξηση τοῦ φόρου καί τῶν άλλων κρατήσεων, κατά τρόπο ώστε νά εξασφαλίζεται ἡ σταθερότητα τῶν καθαρών ἀποδοχών. 'Η μέθοδος αύτη, ὅμως, είχε τό μειονέκτημα ὅτι προκαλοῦσε ἀνισότητες στίς ἀμοιβές υπαλλήλων τοῦ ίδιου βαθμοῦ καί κλιμακίου.
Οἱ ἀνισότητες αυτές προκαλούνταν κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: γιά νά εξασφαλιστεί ή σταθερότητα ὅλων τῶν καθαρών ἀμοιβών, περιλαμβανομένων καί τῶν καθαρών ἀμοιβών τῶν βαρύτερα φορολογούμενων υπαλλήλων, προβλέφθηκε ὅτι «για τή μετατροπή αυτή τῶν καθαρών ποσών σέ ἀκαθάριστα, λαμβάνεται υπόψη ή κατάσταση άγάμου υπαλλήλου στόν όποιο δέν χορηγούνται διάφορες ἀποζημιώσεις» (τμῆμα II, παράγραφος 6 c), τρίτη περίπτωση, τῆς πράξεως τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976). 'Αλλά, γιά ὅσους υπαλλήλους ὑπόκειντο σέ ἐλαφρότερους φόρους χάρη στη μείωση τοῦ φόρου λόγω συντηρούμενων τέκνων ἤ εἶχαν μή φορολογητέα τμήματα ἀποδοχών, κυρίως τήν ἀποζημίωση ἀποδημίας, ἡ μέθοδος αύτη συνεπαγόταν ἀναπόφευκτα αύξηση τῆς καθαρῆς ἀμοιβῆς τους.
Ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές, τό Συμβούλιο περιέλαβε προληπτικά στήν πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976 ρήτρα ἀναθεωρήσεως, πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τοῦ τμήματος V τῆς πράξεως καί ἔχει ὡς έξης:
«Κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπῆς, τό Συμβούλιο εξετάζει τά ἀποτελέσματα της εφαρμογῆς τῆς μεθόδου πού περιγράφεται ἀνωτέρω, μέ σκοπό ἰδίως νά προσδιορίσει ενδεχόμενες μεταγενέστερες βελτιώσεις καί νά διορθώσει ενδεχόμενες ἀνισότητες.»
Τή μέθοδο αύτη έθεσε σέ εφαρμογή γιά πρώτη φορά ὁ κανονισμός 3177/76 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1976 περί ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀμοιβών καί τῶν συντάξεων τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἐν λόγω ἀμοιβών καί συντάξεων (ABl. L 359 τῆς 30ης Δεκεμβρίου 1976, σ. 1). Ή εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ επέφερε ὄχι μόνο τά προβλεπόμενα ὀφέλη πού ἀνέφερα προηγουμένως, άλλά καί μειώσεις της καθαρής ἀμοιβῆς εἰς βάρος, ἀφ' ενός, των δικαιούχων συντάξεως ἀποχωρήσεως καί τῶν δικαιούχων ἀποζημιώσεως ἀναχωρήσεως καί, ἀφ' έτερου, τῶν υπαλλήλων τῶν κατηγοριῶν C καί D πού ήταν δικαιούχοι παρεπομένων ἀπολαβών (ἀποζημιώσεως γραμματείας, ἀμοιβῆς υπερωριών).
Β —
1.
Πρό τῆς καταστάσεως αὐτης, τό Συμβούλιο ἀντέδρασε ἀρχικά μέ την ἀναστολή τῆς εφαρμογής του' κανονισμοῦ 3177/76 ὡς πρός τά πρόσωπα πού εἶχαν υποστεί μείωση τῆς ἀμοιβής τους (έκθεση της επιτροπής ἐπί τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως πρός τήν Ἐπιτροπή Μόνιμων Ἀντιπροσώπων τῆς 24ης 'Ιουνίου 1977, σ. 2, παράρτημα 1 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως τοῦ καθ' οὗ).
Ἐν συνεχεία, κατά τήν ετήσια εξέταση τῶν ἀμοιβών τοῦ 1977, ἡ 'Επιτροπή, γιά νά εξουδετερωθεί στό μέλλον τό ἀποτέλεσμα της ενσωματώσεως τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, πρότεινε τήν ἀναπροσαρμογή τῶν κλιμακίων τοῦ κοινοτικοῦ φόρου. Τό Συμβούλιο ἀκολούθησε τήν πρόταση αυτή ἐν μέρει μόνο, εισάγοντας προσωρινά μόνο τό μέτρο αυτό, γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1977 μέχρι 30ης 'Ιουνίου 1978, μέ τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 2859/77 της 19ης Δεκεμβρίου 1977 περί ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀμοιβών καί τῶν συντάξεων υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής τῶν ἐν λόγω ἀμοιβών καί συντάξεων (ABl. L 330 της 30ης Δεκεμβρίου 1976, σ. 1).
2.
Τό Μάιο τοῦ 1978, στήν πρότασή της πρός τό Συμβούλιο για τή θέσπιση κανονισμοῦ περί τροποποιήσεως τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς, ἡ 'Επιτροπή συνέστησε νά υιοθετηθεί ὁριστικά ὁ τύπος ενσωματώσεως μέσω τῆς ρήτρας ἀναπρο-σαρμογής τῶν φορολογικών κλιμακίων, πού εἶχε γίνει προσωρινά δεκτή τό προηγούμενο έτος. 'Ως ἀντιστάθμισμα στήν τροποποίηση τῆς μεθόδου ἀναπροσαρμογής τῶν ἀμοιβών, πρότεινε επίσης τήν προσθήκη μιᾶς νέας περιπτώσεως ὑπό στοιχείο d στό σημείο II, 6, τῆς πράξεως τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976.
Τό Συμβούλιο ἀποδέχτηκε τίς τροποποιήσεις αυτές: στίς 26 'Ιουνίου τοῦ ίδιου ἔτους, συμπληρώθηκε ἡ πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976 μέ τόν τρόπο πού πρότεινε ἡ 'Επιτροπή καί εκδόθηκε ὁ κανονισμός 1461/78 περί τροποποιήσεως τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής (ABl. L 176 τῆς 30ης 'Ιουνίου 1978, σ. 1), τό άρθρο 2 τοῦ ὁποίου τροποποιεί ἐπ' ἀόριστο τά φορολογικά κλιμάκια βάσει ενός συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τό Βέλγιο καί τό Λουξεμβοῦργο.
Ό κανονισμός 3084/78 τοῦ Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1978 περί ετήσιας ἀναπροσαρμογής τῶν ἀμοιβών καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής (ABl. L 369 της 29ης Δεκεμβρίου 1978, σ. 1), περιέχει επίσης ένα άρθρο 9 παρόμοιο μέ τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 2859/77.
3.
Στίς 30 Μαΐου 1979, ἡ 'Επιτροπή υπέβαλε στό Συμβούλιο τήν πρόταση κανονισμοῦ πού ἀποτέλεσε, μετά ὁρισμένες μόνο συντακτικής φύσεως μεταβολές, τόν κανονισμό 160/80.
Κατόπιν συζητήσεων πού ὁπως φαίνεται διεξάχθηκαν μέ δυσκολίες, σχετικά μέ τήν πρόταση αυτή καί μέ τήν πρόταση περί ετήσιας ἀναπροσαρμογής τῶν ἀμοιβών, τά Κράτη μέλη κατέληξαν σέ κοινό προσανατολισμό υπέρ τῆς ταυτόχρονης υἱοθετήσεως τῶν δύο αυτών προτάσεων. Μέ τόν τρόπο αυτό οἱ νέοι πίνακες ἀποδοχών (πίνακες πού υπέστησαν «ἀποκάθαρση») κατέστη δυνατό νά χρησιμεύσουν ὡς βάση γιά τίς μισθολογικές ἀναπροσαρμογές πού επρόκειτο νά ἀποφασιστοῦν μέ ἰσχύ ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1979 μετά τήν ετήσια εξέταση τοῦ επιπέδου τῶν ἀμοιβών (έκθεση τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς Μόνιμων 'Αντιπροσώπων πρός τό Συμβούλιο τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1979 σχετικό ὑπ' ἀριθμόν 6 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως τοῦ καθ' οὗ).
Ό σκοπός αυτός επιτεύχθηκε μέ τη θέσπιση στίς 21 'Ιανουαρίου 1980 των κανονισμῶν 160 καί 161/80.
Γ —
1.
Ό κανονισμός 160/80 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης 'Ιανουαρίου 1980 (ABl. L 20 τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1980, σ. 1 καί 2, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 20, τόμ. 01/002, σ. 131) έχει ὡς ἀντικείμενο την τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς καί τοῦ καθεστώτος τοῦ εφαρμοζόμενου ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικού τῶν Κοινοτήτων αὐτών. 'Εκδόθηκε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 παράγραφος 1 εδάφιο 2 της συνθήκης περί Ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ἑνιαίας Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τῆς 8ης 'Απριλίου 1965.
Τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ αυτού επιβάλλει τήν ἀναπροσαρμογή τῶν πινάκων τῶν βασικών ἀποδοχών, ἀπαλείφοντας τίς ἀνισότητες πού προέκυπταν ἀπό τόν κανονισμό 3177/76. Τά ποσά τῶν αναπροσαρμοσμένων πινάκων εἶναι συνεπώς χαμηλότερα ἀπό εκείνα πού εἶχαν περιληφθεί στόν κανονισμό 3084/78. Αυτά δέ τά ποσά πρέπει νά χρησιμεύσουν ὡς βάση ὑπολογισμοῦ γιά τίς μελλοντικές ἀναπροσαρμογές τῶν ἀμοιβών.
Τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμού άφορᾶ μόνο τά πρόσωπα πού ωφελήθηκαν ἀπό τίς ἀνισότητες αυτές. Προβλέπει ὅτι δέ γίνεται καμιά επιστροφή τῶν ἀποδοχών πού καταβλήθηκαν μεταξύ τῆς 1ης 'Ιουλίου 1979, ημερομηνίας ἀπό τήν οποία άρχιζε ή ουσιαστική ἰσχύς τοῦ κανονισμού, καί της 27ης 'Ιανουαρίου 1980, ημερομηνίας ενάρξεως τῆς τυπικής ισχύος του (παράγραφος 1, α).
Προβλέπει προπάντων (παράγραφος 1, β καί γ) μεταβατικά μέτρα, σκοπός τῶν ὁποίων εἶναι ἡ προοδευτική ἀπορρόφηση τῶν προσαυξήσεων, χωρίς νά προκληθεί στά πρόσωπα «τῶν ὁποίων οἱ ἀποδοχές μειώνονται λόγω τῆς εφαρμογής τοῦ άρθρου 1» μείωση τῶν πραγματικῶς εισπραττόμενων ποσών. Μέ άλλα λόγια, γιά τά πρόσωπα αυτά, οἱ ἀποδοχές ὑπό στοιχείο (β) καί οἱ παροχές πού ἀναφέρονται ὑπό στοιχείο (γ), δηλαδή οἱ παροχές τοῦ συστήματος ἀσφαλίσεως κατά ἀτυχημάτων, ἡ ἀποζημίωση εγκαταστάσεως καί ή ἀποζημίωση ἐπανεγκαταστάσεως (δήλωση τῆς Ἐπιτροπῆς στην ὁμάδα ἐπί τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, έκθεση τῆς ἐν λόγω ὁμάδας τῆς 20ής Νοεμβρίου 1979 πρός τήν 'Επιτροπή Μόνιμων 'Αντιπροσώπων, σ. 4, σχετικό ὑπ' ἀριθμόν 5 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως τοῦ καθ' οὗ), εκκαθαρίζονται βάσει τῆς ἀμοιβής πού καταβλήθηκε στίς 30 'Ιουνίου 1979. Μέ τόν τρόπο αυτό, ὄχι μόνο εξασφαλίζεται ή σταθερότητα τῆς προγενέστερης ἀμοιβής τους, ἀλλά αυτή αυξάνεται καί κατά τι (β τέλος).
Αυτοί οἱ κανόνες ὑπολογισμοῦ παύουν νά εφαρμόζονται ὅταν οἱ ἀμοιβές καί οἱ παροχές πού υπολογίζονται βάσει τῶν πινάκων στους ὁποίους έχουν ἀπαλειφθεί οἱ ἀνισότητες φτάνουν τό επίπεδο τῶν ἀμοιβών καί τῶν παροχών ὅπως υπολογίζονται βάσει τῶν πινάκων πού ίσχυαν στίς 30 'Ιουνίου 1979 (ἀμοιβές: παράγραφος 2 παροχές: παράγραφος 1, γ, στό τέλος) καί, τό ἀργότερο, ὡς πρός τίς ἀμοιβές, εντός προθεσμίας έξι ετών.
Στην πραγματικότητα, κατά τήν 'Επιτροπή, οἱ κανόνες αυτοί δέν εφαρμόστηκαν ποτέ γιά τό 95 % περίπου τῶν προσώπων πού εμπίπτουν σ' αυτούς (δήλωση τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς 'Επιτροπής, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στην έκθεση τοῦ προέδρου τῆς 'Επιτροπής Μόνιμων 'Αντιπροσώπων στό Συμβούλιο τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1979 σχετικό ὑπ' ἀριθμόν 6 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως τοῦ καθ' οὗ, σ. 6).
Τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ, τέλος, καθορίζει τήν ημερομηνία ενάρξεως τῆς τυπικής ισχύος του (την επομένη τῆς δημοσιεύσεώς του στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, δηλαδή την 27η Ἰανουαρίου 1980) καί την ἡμερομηνία ενάρξεως τῆς ουσιαστικῆς ισχύος του (1η 'Ιουλίου 1979).
2.
Τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 2, πού μόλις περιέγραψα, ἐφαρμόστηκε σέ μικρό μόνο ἀριθμό προσώπων ὀφείλεται στό ὅτι, ἀμέσως μετά τή θέσπιση τοῦ κανονισμού 160/80, τό Συμβούλιο, δυνάμει, συγκεγρι-μένα, τῶν άρθρων 64, 65, καί 82 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, εξέδωσε τόν κανονισμό 161/80 (ABl. L 20 τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1980, σ. 5 ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 20, τόμ. 01/002, σ. 135) περί προσαρμογῆς των ἀποδοχών καί τῶν συντάξεων πού προκύπτουν ἀπό τους πίνακες (πού υπέστησαν «ἀποκάθαρση») τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμού 160/80 λόγω, ἀφ' ενός μέν, τῆς ἀνόδου τοῦ κόστους ζωής καί, ἀφ' έτερου, τῆς αυξήσεως τῶν πραγματικών καθαρῶν εισοδημάτων τῶν εθνικών δημοσίων υπαλλήλων κατά τήν περίοδο ἀναφοράς μεταξύ 1ης 'Ιουλίου 1978 καί 30ης 'Ιουνίου 1979, καθώς καί τῶν συντελεστῶν ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀμοιβών. Ταυτόχρονα, τό άρθρο 13 τοῦ κειμένου αυτού καταργούσε, έκτος ἀπό τους κανονισμούς 3084/78 καί 1793/79 τοῦ Συμβουλίου — ἀπό τους ὁποίους ὁ δεύτερος εἶχε επιφέρει διόρθωση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς τόν Αύγουστο τοῦ 1979 — τόν κανονισμό 160/80, πλην τοῦ ἄρθρου του 2.
Ἔτσι, παρά τή μείωση τῶν βασικών ἀποδοχών τους λόγω τῆς «ἀποκαθάρσεως τοῦ πίνακα ἀμοιβών», οἱ καθαρές ἀμοιβές τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῶν προσώπων πού ἀφοροῦσαν οἱ κανονισμοί 160 καί 161/80 αυξήθηκαν.
II —
1.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 173 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης, ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως πού προβλέπεται ἀπό τή διάταξη αυτή δέν εἶναι παραδεκτή, ἄν ἀσκείται ἀπό προσφεύγοντες άλλους ἀπό τά Κράτη μέλη μέλη, τό Συμβούλιο ἡ τήν 'Επιτροπή, έκτός ἄν ἀσκείται κατά τῶν ἀποφάσεων πού ἀπευθύνονται στους προσφεύγοντες ἡ κατά ἀποφάσεων πού, ἄν καί εκδίδονται ὡς κανονισμοί ἡ ἀποφάσεις πού ἀπευθύνονται σέ άλλο πρόσωπο, τους ἀφοροῦν άμεσα καί ἀτομικά.
Τό παραδεκτό τῆς προσφυγῆς πού ἀσκήθηκε ἀπό τους Giuffrida καί Campogrande κατά τοῦ κανονισμού 160/80 εξαρτάται, συνεπώς, ἀπό τό ἄν ἡ πράξη αυτή είναι κανονισμός ή, αποτελεί στην πραγματικότητα, ἀπόφαση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 189 τῆς συνθήκης. Δυνάμει τής παραγράφου 2 τῆς διατάξεως αύτης, τό κριτήριο τῆς διακρίσεως μεταξύ τοῦ κανονισμού καί τῆς αποφάσεως ἔγκειται στό ἄν ή πράξη εἶναι ἤ όχι γενικῆς ισχύος (ἀπόφαση τῆς 20ης Νοεμβρίου 1979, Hans-Otto Wagner κατά 'Επιτροπῆς, υπόθεση 162/78, Slg. σ. 3487, σκέψη 17).
2.
Ό κανονισμός 160/80 ἀποτελείται ἀπό τρία άρθρα.
Τό άρθρο 3 εἶναι έκτός ἀμφισβητήσεως: προβλέπει τίς ἡμερομηνίες ενάρξεως τῆς ουσιαστικῆς καί τυπικῆς ισχύος τοῦ κανο-νισμοῦ.
Τό άρθρο 1 έχει περιεχόμενο ἀναμφισβήτητα κανονιστικό: προβλέπει τήν ἀντικατάσταση τῶν πινάκων τῶν μηνιαίων βασικών ἀποδοχών τῶν ὑπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, ὅπως εἶχαν καθοριστεί ἀπό τόν κανονισμό 3084/78, μέ τους πίνακες πού ἐμφαίνονται στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ. 'Εφαρμόζεται, συνεπώς, «σέ καταστάσεις πού προσδιορίζονται ἀντικειμενικά καί έχει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων πού περιγράφονται μέ τρόπο γενικό καί ἀφηρημένο» (ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1977, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπῆς, υπόθεση 101/76, Slg. σ. 807, σκέψη 21). Αυτό ενισχύεται ἀκόμα περισσότερο ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ πίνακες πού υπέστησαν «ἀποκάθαρση» καί πού εμφαίνονται στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ 160/80 χρησίμευσαν ὡς βάση υπολογισμού γιά τους πίνακες τοῦ κανονισμού 161/80 καί εἶχαν, ἑπομένως, ἀποτελέσματα καί στό μέλλον γιά ὅλους τους υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων.
Συνεπώς, μοῦ φαίνεται περιττή ἡ έρευνα γιά τό ἄν ἡ διάταξη αυτή άφορᾶ τους προσφεύγοντες άμεσα καί ἀτομικά.
3.
Ὄσο γιά τό άρθρο 2, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἡ διάταξη αύτη έχει κανονιστικό περιεχόμενο καί ἄν άφορᾶ άμεσα καί ἀτομικά τά πρόσωπα στά όποια έχει εφαρμογή, τό ἀπαράδεκτο προσφυγής κατ' αὐτοῦ προκύπτει, κατά τή γνώμη μου, ἀπό ἕναν άλλο λόγο. 'Απορρέει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἀκύρωση του, ἄν υποτεθεί ὅτι ἡ διάταξη αυτή εφαρμόστηκε ἡ εφαρμόζεται ἀκόμα στους προσφεύγοντες, δέ θά βελτίωνε τήν κατάσταση τους, ἀφοῦ ἡ μερική ἀπαγόρευση τῆς αυξήσεως τῶν ἀμοιβῶν δέν προκύπτει ἀπό τή διάταξη αυτή, άλλά ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού.
'Αντίθετα, τά πρόσωπα τά όποια ἀφοροῦν οἱ κανονισμοί 160 καί 161/80 καί στά όποια, λόγω τοῦ συνδυασμένου ἀποτελέσματος τῶν δύο αυτών πράξεων, εφαρμόστηκε ἡ διάταξη αυτή, θά ὑφίσταντο — ἄν αυτό δέν εἶχε προβλεφθεί — μείωση τῆς καθαρής ἀμοιβής τους. Πρόκειται, συνεπώς, γιά εὐεργετική διάταξη, τήν ἀκύρωση τῆς ὁποίας δέν έχουν συμφέρον, καί, επομένως, δέ νομιμοποιούνται νά ζητήσουν οἱ προσφεύγοντες.
'Από τό σύνολο τῶν σκέψεων αυτών έπεται ὅτι καμιά ἀπό τίς διατάξεις τοῦ κανονισμού 160/80 δέν μπορεί νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο ευθείας προσφυγής ἀκυρώσεως ἀπό πρόσωπα άλλα ἀπό τους προνομιούχους προσφεύγοντες πού προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 173 τής συνθήκης. Κατά συνέπεια, τό ίδιο Ισχύει καί γιά τόν κανονισμό στό σύνολό του.
Γι' αυτό δέ θά υπεισέλθω στην ουσία τῆς υποθέσεως παρά μόνο επικουρικώς.
ΙΙΙ
'Επί τῆς οὐσίας, οἱ προσφεύγοντες προβάλλουν πέντε λόγους, ἀπό τους ὁποίους ὁ τελευταίος περιλαμβάνει τρία σκέλη, καί τους ὁποίους θά εξετάσω μέ τή σειρά.
Α —
Ό πρώτος λόγος ἀνάγεται στην εσφαλμένη αιτιολογία τοῦ κανονισμού 160/80, ἡ δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ ὁποίου ἀναφέρει ὅτι,
«μετά τήν ενσωμάτωση τοῦ συντελεστή ἀναπροσαρμογής 157,8% στους πίνακες βασικών ἀποδοχών, πού ἀποφασίστηκε τό Δεκέμβριο 1976, μέ ισχύ ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1977, σύμφωνα μέ τή μέθοδο ἀναπροσαρμογής τῶν ἀποδοχών, ἡ ὁποία θεσπίστηκε στίς 29 'Ιουνίου 1976, διαπιστώθηκε ὅτι ὁ τρόπος μέ τόν όποιο έγινε ή ενσωμάτωση αυτή προκάλεσε μή ηθελημένες προσαυξήσεις τῶν ἀποδοχών».
Οἱ λέξεις «μή ηθελημένες» θεωροῦνται ἀπό τους προσφεύγοντες ἀνακριβείς.
1.
Ό συλλογισμός τους διατυπώνεται ὡς έξῆς: σύμφωνα μέ τή γνώμη τους, κατά τήν έκδοση τῆς πράξεως τοῦ 'Ιουνίου 1979 καί τοῦ κανονισμοῦ εφαρμογής τῆς 3177/76, τό Συμβούλιο δέν ήταν δυνατό ν' ἀγνοεί ὅτι ή ἐν λόγω ενσωμάτωση θά προκαλούσε διακρίσεις μεταξύ τῶν καθαρών ἀποδοχών, ἁπλώς καί μόνο επειδή οἱ εμπειρίες τοῦ παρελθόντος είχαν επιφέρει, ἄν καί σέ πολύ μικρότερο βαθμό, πανομοιότυπα ἀποτελέσματα (παραδείγματα: ἡ ενσωμάτωση συντελεστή ἀναπροσαρμογής 122 % γιά τίς Βρυξέλλες τό 1969 — βλ. ἀπάντηση τῶν προσφευγόντων στό πρώτο ερώτημα τοῦ Δικαστηρίου, σ. 2, παράγραφος 1 ἡ ενσωμάτωση συντελεστή ἀναπροσαρμογής τῆς τάξεως τοῦ 128 % τό 1972 — βλ. ἀπάντηση, σ. 11, παράγραφος 2).
Οἱ προσφεύγοντες ἐπικαλοῦνται δύο ἀκόμα έγγραφα τῆς περιόδου μετά τήν ἔναρξη ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 3177/76 — στη διάρκεια τῆς ὁποίας τό Συμβούλιο προσπαθούσε νά ἀπαλείψει τίς ἀνισότητες — ἀπό τά όποια προκύπτει κατ' αυτούς ὅτι τό Συμβούλιο εἶχε πλήρη επίγνωση τῶν πλεονεκτημάτων πού συνεπαγόταν υπέρ ὁρισμένων υπαλλήλων ἡ μέθοδος πού επέλεξε: τήν αιτιολογική ἔκθεση τῆς προτάσεως της Ἐπιτροπής γιά τήν τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ 3177/76 τῆς 18ης 'Ιουλίου 1977 (σχετικό ὑπ' ἀριθμόν 1 τῆς ἀπαντήσεως) καί τό υπόμνημα τῆς Γενικῆς διευθύνσεως προσωπικοῆ καί διοικήσεως τῆς 'Επιτροπῆς τῆς 8ης Νοεμβρίου 1977, πού περιέχει τά πρακτικά τῆς συσκέψεως συνδιαλλαγής της 28ης Ὀκτωβρίου 1977 ἐπί τῆς εκθέσεως 1977 γιά τήν ετήσια εξέταση τῶν ἀμοιβῶν (σχετικό ὑπ' ἀριθμόν 2 τῆς ἀπαντήσεως).
Οἱ προσφεύγοντες συμπεραίνουν ἀπό τά ἀνωτέρω ὅτι τό Συμβούλιο, θεσπίζοντας τήν πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976 καί τόν κανονισμό 3177/76, εἶχε τήν πρόθεση νά προβεί σέ επιλογή πολιτικῆς τῶν ἀμοιβῶν πού συνίστατο στην εὐνοϊκή μεταχείριση τῶν ἀρχηγών οικογενείας καί τῶν δικαιούχων ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Προσθέτουν ὅτι ἡ ἐπιλογή αυτή δέν εἶχε τίποτα τό ἀπροσδόκητο, δεδομένου ὅτι τό Συμβούλιο, κατά τή λήψη κάθε ἀποφάσεως περί ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀμοιβών, υπενθύμιζε τή μέριμνα του νά ευνοήσει αυτές τίς κατηγορίες υπαλλήλων.
2.
'Απαντώντας, τό Συμβούλιο ἀναφέρει ὅτι εἶχε προβλέψει τό ενδεχόμενο δυσχερειών ὅπως αυτές πού προκλήθηκαν. Γι' αυτό άλλωστε περιέλαβε ρήτρα ἀναπροσαρμογῆς στην πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976. 'Αλλά, κατά τήν άποψή του, ἡ πρόβλεψη αυτή δέν μπορεί γιά τό λόγο αὐτό νά έχει τήν έννοια ὅτι οἱ διακρίσεις πού προκλήθηκαν ήταν ἠθελημένες.
3.
Κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος τοῦ Συμβουλίου εἶπε ὅτι τό Συμβούλιο θά προτιμούσε νά υἱοθετήσει ἀπό τό 1976 τή μέθοδο πού πρότειναν οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικού καί πού πράγματι υιοθέτησε τό επόμενο έτος, ἀλλά ὅτι αυτό δέν κατέστη δυνατό λόγω της ἀντιθέσεως ὁρισμένων Κρατών μελών.
Κατά τή γνώμη μου, ἡ προτίμηση ἀπό τό Συμβούλιο τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν φορολογικών κλιμακίων καί ἡ περίσκεψη πού επέδειξε μέ τήν εισαγωγή τῆς ρήτρας ἀναθεωρήσεως, ἀποτελούν ένδειξη ὅτι είχε επίγνωση τῶν κινδύνων τοῦ συστήματος πού θέσπιζε. Χωρίς ἀμφιβολία γνώριζε ὅτι ἀναπόφευκτα, κατά κάποιο τρόπο αυτόματα, θά δημιουργούνταν ἀνισότητες. Δέν είχε ὅμως προβλέψει, ἀφ' ενός, τό μέγεθός τους καί, ἀφ' έτερου, τίς μειώσεις πού σημειώθηκαν σέ ὁρισμένες περιπτώσεις.
Δέ μοῦ φαίνεται συνεπώς ἀποδεδειγμένο ὅτι, θεσπίζοντας τήν πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976 καί τόν κανονισμό τῆς εφαρμογῆς τῆς τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1976, τό Συμβούλιο άποδέχθηκε, σ' ὅλη τήν έκτασή τους καί μέ πλήρη επίγνωση τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, τά ὀφέλη πού προκλήθηκαν. Αυτά δέν κατέστη δυνατό νά έλθουν στην επιφάνεια παρά μόνο μετά τήν εκκαθάριση καί καταβολή τῶν ἀμοιβών μετά τήν έκδοση τοῦ κανονισμοῦ 3177/76.
Β —
Μέ τό δεύτερο λόγο τους, οἱ προσφεύγοντες ἐπικαλοῦνται μιά γενική ἀρχή τοῦ δικαίου πού συνίσταται στήν υποχρέωση κάθε διοικητικῆς ἀρχῆς νά επιδεικνύει σύνεση κατά τήν άσκηση τῆς κανονιστικῆς της εξουσίας.
Δέν ἀπαιτείται κάν νά ἀποφανθεί προηγουμένως τό Δικαστήριο ἐπί τῆς υπάρξεως αἐτῆς τῆς ἀρχῆς στό κοινοτικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο ἀρκεῖ ἡ παρατήρηση ὅτι ὁ λόγος περί παραβιάσεως της, ἄν υποτεθεί ὅτι εἶναι παραδεκτός, ἀντιφάσκει σαφώς προς τό έρεισμα τῆς προσφυγῆς. Ή τελευταία δέν εἶναι παραδεκτή παρά μόνο ἄν θεωρηθεί ὅτι ὁ κανονισμός 160/80 συνιστά πράγματι μιά δέσμη ἀτομικών ἀποφάσεων καί ὄχι ἀληθινό κανονισμό. "Αν ἡ άποψη αύτη γίνει δεκτή, δέν εἶναι πλέον δυνατό νά ἀντιταχθεί κατά τῆς πράξεως ισχυρισμός πού προϋποθέτει τόν κανονιστικό χαρακτήρα της.
Γ —
Ό τρίτος λόγος τῆς προσφυγής ἀνάγεται στην παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς θεμιτής ἐμπιστοσύνης. Ὅπως θά δούμε, ὁ λόγος αυτός συνδέεται μέ τόν πρῶτο.
1.
Δεδομένου ὅτι εἶχε καταστεί γνωστό ὅτι ἡ ενσωμάτωση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής στους πίνακες τῶν βασικῶν ἀποδοχών μέσω τῆς αυξήσεως τῶν βασικών ἀποδοχών χωρίς ἀναπροσαρμογή τῶν φορολογικών κλιμακίων θά επέφερε ἀναπόφευκτα ἀνισότητες, τό Συμβούλιο δέν μπορεί νά ισχυριστεί ὅτι ἡ επιλογή αυτής τῆς μεθόδου ενσωματώσεως — μέ τίς ἀρνητικές συνέπειες πού επέφερε — ήταν ἀποτέλεσμα εσφαλμένης εκτιμήσεως ἀπό μέρους του. Οἱ προσφεύγοντες θεωρούν ὅτι, ὑπό τίς συνθήκες αυτές, ἡ επιλογή πού έγινε δέν μπορεί παρά νά προήλθε ἀπό μιά ἐσκεμμένη πολιτική, ἡ ὁποία συνίσταται στό νά εὐνοήσει τους υπαλλήλους πού φέρουν οικογενειακά βάρη καί τους δικαιούχους ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Συνάγουν έτσι τό συμπέρασμα ὅτι οἱ ωφελούμενοι ἀπό τή μέθοδο πού επιλέχτηκε μπορούσαν εύλογα νά βασίζονται στό ὅτι θά διατηρηθεί. Ή εμπιστοσύνη αυτή ήταν κατά τήν άποψη τους ἀκόμη περισσότερο θεμιτή ἀφοῦ τό Συμβούλιο δέ μεταρρύθμισε τή μέθοδο αυτή, ούτε εντός τῆς προθεσμίας τῶν δύο μηνών πού τάσσει τό άρθρο 173 παράγραφος 3 τῆς συνθήκης, ούτε ἀκόμα εντός τῆς προθεσμίας τοῦ ἑνός έτους πού προβλέπει γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ επιπέδου τῶν ἀμοιβών τό άρθρο 65 τοῦ κανονισμού περί τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων.
2.
Ή επιχειρηματολογία αύτη, κατά τή γνώμη μου, δέν μπορεί νά γίνει δεκτή. 'Αφ' ἑνός, ὅπως είδαμε κατά τήν εξέταση τοῦ πρώτου λόγου, εἶναι υπερβολικό νά λεχθεί ὅτι τό Συμβούλιο θέλησε τή δημιουργία τῶν ἀνισοτήτων. Ἀφ' ἑτερου, ἡ έκθεση τῶν γεγονότων πού ὁδήγησαν στην παρούσα προσφυγή έδειξε ὅτι ἀπό τή στιγμή πού είχε επίγνωση τῶν μειώσεων εἰς βάρος ὁρισμένων υπαλλήλων καί γενικότερα τήν έκταση τῶν ἀνισοτήτων, τό Συμβούλιο προσπάθησε νά τίς διορθώσει.
Οἱ προσφεύγοντες ιδιαίτερα δέ δύνανται νά υποστηρίζουν ὅτι μπορούσαν νά έχουν εμπιστοσύνη στή διατήρηση τῆς μεθόδου ενσωματώσεως τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού επιλέχτηκαν τό 1976, δεδομένου ὅτι ἀπό τό 1977 θεσπίστηκε ή μέθοδος πού οἱ ἴδιοι πρότειναν τό προηγούμενο έτος.
'Εξάλλου, ἄν τους κατάλαβα καλά, δέν ἀντιτίθενται τόσο στην τροποποίηση τοῦ συστήματος καθαυτού, ὅσο στον ἀναδρομικό τῆς χαρακτήρα καί στον ἀντικανονικό κατά τή γνώμη τους τρόπο μέ τόν όποιο επήλθε.
Δ —
Μέ τόν τέταρτο λόγο τους, οἱ προσφεύγοντες επικαλούνται πράγματι τήν παραβίαση, μέ τόν κανονισμό 160/80, τῶν δικαιωμάτων πού πιστεύουν ὅτι είχαν ἀποκτήσει γιά τή διατήρηση τῶν συνεπειών τῆς εφαρμογής τοῦ συστήματος ἐνσωματώσεως τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, ὅπως ὁρίστηκε μέ τήν πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976, εφαρμογής πού πραγματοποιήθηκε μέ τόν κανονισμό 3177/76 καί τους μεταγενέστερους κανονισμούς περί ἀναπροσαρμογής τῶν ἀμοιβών γιά τήν περίοδο μέχρι τῆς 30ής 'Ιουνίου 1979.
Εἶναι σαφές ὅτι δέν έχουν κανένα κεκτημένο δικαίωμα γιά τή διατήρηση τῆς μεθόδου ἀναπροσαρμογής πού καθορίστηκε στίς 29 'Ιουνίου 1976 μέ μιά πράξη γενικῆς ισχύος, ὁ συντάκτης τῆς όποιας έχει αρμοδιότητα νά τη μεταρρυθμίζει, ὑπό τόν ὅρο ὅτι αυτό γίνεται μέ νόμιμο τρόπο.
1.
Κατά την άποψη μου, παραβίαση κεκτημένων δικαιωμάτων ἐν προκειμένω εἶναι νοητή σέ δύο περιπτώσεις. Θά μπορούσε νά γίνει λόγος γιά κατάφωρη παραβίαση τῶν δικαιωμάτων ἐπί τῆς ἀμοιβῆς τά όποια ἀπέκτησαν οἱ ενδιαφερόμενοι ὑπό τό καθεστώς τοῦ κανονισμού 3177/76 καί μεταγενέστερων κανονισμών, ἄν τά ποσά πού καταβλήθηκαν σ᾽ ὅσους ωφελήθηκαν ἀπό τίς διατάξεις αυτές εἶχαν ἀναζητηθεί. Τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, ουδέποτε ἀντιμετωπίστηκε.
Ή δεύτερη δυνατή περίπτωση παραβιάσεως κεκτημένων δικαιωμάτων θά συνίστατο στην ἀναδρομική τροποποίηση τῆς μεθόδου πού περιγράφεται στην πράξη τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976, μέ τίς ἀρνητικές συνέπειες πού θά συνεπαγόταν αυτή ἐπί τῶν καθαρών ἀμοιβών τῶν υπαλλήλων, μέσω τῶν κανονισμών εφαρμογής τῆς μεθόδου μετά τήν τροποποίηση της, κανονισμών περί τροποποιήσεως τῶν πινάκων τῶν βασικών ἀποδοχών.
2.
Ούτε ἡ περίπτωση αυτή συντρέχει, όπως οὔτε καί ἡ προηγούμενη. Ειδικότερα, ὁ προσβαλλόμενος κανονισμός δέν ἀποσκοπούσε στην τροποποίηση τῆς μεθόδου ἀναπροσαρμογής τῶν ἀμοιβών πού είχε θεσπιστεί τό 1976. Ή τροποποίηση αυτή, πραγματοποιήθηκε, ὁπως εἴδαμε, τό 1978, μέ τρόπο ώστε νά εξαλειφθούν οἱ ἀνισότητες πού προήλθαν ἀπό τήν ενσωμάτωση τῶν νέων συντελεστών ἀναπροσαρμογής. Σκοπός τοῦ κανονισμοῦ 160/80 ήταν μόνο νά εξαλείψει τή γενεσιουργό αιτία τῶν ἀνισοτήτων, δηλαδή τήν ενσωμάτωση τοῦ συντελεστή ἀναπροσαρμογής 148,7 ο/ο στόν κανονισμό 3117/76.
'Επιπλέον, ἀκόμη κι ἄν ἀγνοήσουμε όσα λέχτηκαν ἀνωτέρω, τό σύστημα πού θεσπίστηκε στίς 21 'Ιανουαρίου 1980 δέν έχει, κατά τή γνώμη μου, οποιαδήποτε ἀναδρομική ἰσχύ. Βεβαίως, οἱ βασικές ἀποδοχές τῶν πινάκων πού προσαρτώνται στόν προσβαλλόμενο κανονισμό (ὁ όποιος ἄρχισε νά ισχύει στίς 27 'Ιανουαρίου 1980) εφαρμόστηκαν ἀναδρομικά ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1979 — καί ήταν κατώτερες ἀπό εκείνες πού ίσχυαν τήν 30ή 'Ιουνίου 1979. 'Αλλά δέν εἶναι δυνατό νά παραβλεφθεί τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 160/80, πού παραπέμπει στους πίνακες αυτούς, καταργήθηκε τήν ίδια ήμερα ενάρξεως τῆς ισχύος του καί ἀντικαταστάθηκε ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 161/80. Ή τελευταία αυτή διάταξη έχει, ὁπως εἴδαμε, στό 95 % τῶν περιπτώσεων, συνέπειες πιό εὐεργετικές ἀπό ὅ,τι ὁ κανονισμός 3084/78 πού ίσχυσε μέχρι τίς 30 'Ιουνίου 1979 γιά τίς περιπτώσεις πού δέ συμβαίνει αυτό, τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ 160/80 εγγυάται τή διατήρηση τῶν οικονομικών πλεονεκτημάτων πού ίσχυαν στίς 30 'Ιουνίου 1979.
Δέν μπορεί ἐν προκειμένω νά ἀντιταχθεί τό επιχείρημα ὅτι ὁ συλλογισμός αὐτός δέν ισχύει διότι οἱ κανονισμοί 160 καί 161/80 λαμβάνεται ὡς ενιαίο σύνολο. Πράγματι, κατά τή γνώμη μου, δέν εἶναι δυνατό νά ἐξεταστούν χωριστά ὁ ένας ἀπό τόν άλλο. Είναι βέβαιο ὅτι τό Συμβούλιο θέλησε νά επωφεληθεί ἀπό τήν ετήσια ἀναπροσαρμογή τῶν ἀμοιβών γιά τό 1979 γιά νά προβεί στην «ἀποκάθαρση τοῦ πίνακα ἀμοιβών». Μέ τόν τρόπο αυτό κατέστη δυνατό νά ἀντισταθμιστούν οἱ ἀρνητικές συνέπειες τῆς «ἀποκαθάρσεως» τῶν ἀποδοχών, πού επιχειρήθηκε μέ τόν κανονισμό 160/80, ἀπό τίς θετικές συνέπειες τῆς ἀναπροσαρμογής τους δυνάμει τοῦ κανονισμού 161/80.
Συνεπώς, ἀφοῦ δέν υπήρξε οὔτε ἀναζήτηση τῶν ήδη καταβληθέντων ποσών οὔτε μείωση τῶν καθαρών ἀμοιβών, δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι θίγηκαν κεκτημένα δικαιώματα.
Ε —
Οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν, τέλος, ὅτι τό Συμβούλιο δέν τήρησε τίς τρεις διαδικασίες, οἱ όποιες κατ' αυτούς συνιστούν ουσιώδεις τύπους κατά την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης.
1.
Τό πρώτο σκέλος τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀνάγεται στό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο, κατά τή θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 160/80 στίς 21 'Ιανουαρίου 1980, δέν έλαβε υπόψη του τή γνώμη τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τῆς 18ης'Ιανουαρίου 1980.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 24 παράγραφος 1 ἐδάφιο 2 τῆς συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῆς 8ης 'Απριλίου 1965 γιά τή θέσπιση τῆς ἐν λόγω πράξεως, ὅπως καί κάθε άλλου κανονισμού πού τροποποιεί τόν κανονισμό περί τῆς ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, εἶναι υποχρεωτική ἡ προηγούμενη γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου.
α)
Κατά τή συζήτηση τοῦ σημείου αὐτοῦ, τόσο οἱ προσφεύγοντες ὅσο καί τό καθ' οὗ ἀναφέρθηκαν στίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1980, ἐπί τῶν ὑποθέσεων τῆς ἰσογλυκόζης (Roquette κατά Συμβουλίου, υπόθεση 138/79, Maizena κατά Συμβουλίου, υπόθεση 139/79, οἱ όποιες δέν έχουν ἀκόμα δημοσιευτεί στή Συλλογή). Μέ τίς ἀποφάσεις αυτές, τό Δικαστήριο ἀκύρωσε έναν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, επειδή τό Συμβούλιο τόν θέσπισε χωρίς νά έχει εκφέρει γνώμη τό Κοινοβούλιο (σκέψεις 33 ως 38 τῆς ἀποφάσεως).
β)
Τά περιστατικά ὅμως τῶν υποθέσεων εκείνων διέφεραν σέ πολλά σημεία ἀπό τήν παρούσα υπόθεση.
Οἱ προθεσμίες πού δόθηκαν στό Κοινοβούλιο γιά νά εκφέρει τή γνώμη του ήταν κατά πολύ βραχύτερες ἀπό ὅ,τι στην προκειμένη περίπτωση (τρεις μήνες καί τρεις ήμερες έναντι ἑπτά μηνών μεταξύ τῆς υποβολής στό Κοινοβούλιο τῆς αἰτήσεως περί διατυπώσεως γνώμης καί τῆς εκδόσεως τοῦ κανονισμού ἀπό τό Συμβούλιο). 'Εξάλλου, ἀντίθετα πρός ὅ,τι συνέβη στην παρούσα υπόθεση (αίτηση τῆς 23ης Αὐγούστου 1979, της ὁποίας έγινε υπόμνηση στίς 29 'Οκτωβρίου καί στίς 27 Νοεμβρίου 1979), στην περίπτωση εκείνη τό Συμβούλιο δέν είχε ζητήσει τή χρήση τῆς συνοπτικῆς διαδικασίας (σκέψη 37 τῶν ἀποφάσεων).
'Αλλά, κυρίως, στίς υποθέσεις τῆς ἰσογλυκόζης, έλειπε εντελώς ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῶ στην παρούσα υπόθεση περιῆλθε στό Συμβούλιο τήν Παρασκευή 18 'Ιανουαρίου 1980.
Επομένως, ὅταν τή Δευτέρα 21 'Ιανουαρίου 1980 τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 160/80, εἶχε στή διάθεση του τή γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου καί είχε ἤδη τό χρόνο νά λάβει γνώση τῆς γνώμης αυτής, έστω κι ἄν ληφθεί υπόψη ὅτι έλαβε τήν ἀπόφαση του τήν πρώτη εργάσιμη ἡμερα μετά τήν ήμερα λήψεως τῆς γνώμης καί μάλιστα μέ τήν έγγραφη διαδικασία.
Συνεπώς, δέν μπορεί, κατά τή γνώμη μου, νά γίνει λόγος γιά παράβαση οὐσιώδους τύπου μέ τήν αιτιολογία ὅτι δέ λήφθηκε υπόψη ἡ γνώμη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου.
2.
Μέ τό δεύτερο σκέλος τοῦ λόγου αὐτοῦ, ο ἱ προσφεύγοντες επικαλούνται τή μή τήρηση ἀπό τό Συμβούλιο τῆς κοινῆς δηλώσεως τῆς Συνελεύσεως, τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπῆς, πού έγινε στίς Βρυξέλλες στίς 4 Μαρτίου 1975 καί δημοσιεύτηκε στήν 'Επίσημη 'Εφημερίδα (ABl. C 89 τῆς 22ας 'Απριλίου 1975, σσ. 1 καί 2, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 89, τόμ. 01/002, σ. 3).
α).
Μέ τή δήλωση αύτη, πού επακολούθησε τήν επέκταση ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1975, τῶν εξουσιών τῆς Συνελεύσεως ἐπί τοῦ προϋπολογισμού, καθιερώθηκε μιά διαδικασία συνεννοήσεως μεταξύ τῆς Συνελεύσεως καί τοῦ Συμβουλίου μέ τήν ενεργό συνδρομή τῆς Ἐπιτροπῆς (σημείο 1), μέ σκοπό νά επιτευχθεί ἡ ἀποτελεσματική συμμετοχή τῆς Συνελεύσεως στή διαδικασία επεξεργασίας καί λήψεως τῶν ἀποφάσεων πού προκαλούν σημαντικά ἔξοδα ἤ ἔσοδα εἰς βάρος ἤ ἐπ᾽ ωφελεία τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Κοινοτήτων.
Ή διαδικασία αύτη «δύναται νά εφαρμόζεται ἐπί τῶν κοινοτικῶν πράξεων γενικῆς ἰσχύος, οἱ όποιες έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις καί τῶν ὁποίων ή έκδοση δέν επιβάλλεται ἀπό προϋπάρχουσες πράξεις» (σημείο 2).
«Ή διαδικασία ἀρχίζει ἐφ᾽ ὅσον πληρούνται οἱ ὅροι πού προβλέπονται στην παράγραφο 2 καί ἐφ᾽ ὅσον τό Συμβούλιο έχει την πρόθεση να παρεκκλίνει ἀπό τη γνώμη πού υιοθετήθηκε ἀπό τή Συνέλευση» (σημείο 4).
β)
Πρίν ἐξεταστούν τά πραγματικά περιστατικά τά όποια, κατά τους προσφεύγοντες, θεμελιώνουν τήν παραβίαση τῆς δηλώσεως, πρέπει νά ἀποφανθεί κανείς περί τοῦ ἄν ἡ δήλωση αυτή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς δεσμευτική ἀπό νομική άποψη δήλωση βουλήσεως, ὁ σεβασμός τῆς ὁποίας επιβάλλεται στά όργανα πού τήν υπέγραψαν.
Τό ζήτημα τῶν έννομων συνεπειῶν τῶν «κοινῶν δηλώσεων», ὅπως ἡ ἀνωτέρω, υπήρξε τό θέμα, μεταξύ άλλων, ἔγγραφης ερωτήσεως τῆς 27ης 'Απριλίου 1977 ἀπό τό βουλευτή Jens Maigaard πρός τό Συμβούλιο (ἐρώτηση 169/77).
Στην ἀπάντηση του τῆς 23ης Σεπτεμβρίου 1977 (ABl. C 259 τῆς 27ης 'Οκτωβρίου 1977, σ. 5), τό Συμβούλιο δήλωσε τά έξῆς:
«Οἱ κοινές δηλώσεις πού ἀναφέρει ὁ κύριος βουλευτής ἀποτελοῦν δεσμεύσεις πολιτικοῦ χαρακτήρα. Σέ τελευταίο βαθμό εναπόκειται στό Δικαστήριο νά εκτιμήσει τή νομική σημασία τους. Όσον άφορᾶ ειδικότερα τήν κοινή δήλωση πού καθιερώνει τή διαδικασία συνεννοήσεως, τό Συμβούλιο θεωρεί ότι μέ τή δήλωση αὐτή τά τρία όργανα πού τήν ὑπέγραψαν υποχρεούνται νά εφαρμόζουν τή διαδικασία ὅταν συντρέχουν ὅλες οἱ προϋποθέσεις τῆς εφαρμογής της, καί σύμφωνα μέ τίς λεπτομέρειες εφαρμογής πού ὁρίζει ἡ δήλωση.»
Συμφωνώ μέ τίς εκτιμήσεις αυτές.
γ)
Κατά τους προσφεύγοντες, ἡ μή τήρηση τῆς δηλώσεως συνίσταται στό γεγονός ὅτι, ἐνῶ μέ τήν ἀπόφαση του της 18ης 'Ιανουαρίου τό Κοινοβούλιο καλούσε ρητά τό Συμβούλιο νά έρθει σέ συνεννόηση μαζί του, δεδομένου ότι εἶχε σκοπό νά ἀποστεῖ ἀπό τή θέση πού εἶχε λάβει, δηλαδή τήν ἀπόρριψη τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπής, καί νά τῆς ζητήσει νά τήν ἀποσύρει, τό Συμβούλιο, παρά τήν ἀντίθετη αυτή γνώμη καί τή σύμφωνη πρός τους κατά νόμο τύπους αίτηση συνεννοήσεως, εξέδωσε στίς 21 'Ιανουαρίου τόν κανονισμό 160/80.
Τό Συμβούλιο ἀντιτάσσει ὅτι, κι ἄν ἀκόμη υποτεθεί ὅτι ἡ δήλωση έχει δεσμευτικό χαρακτήρα ἀπό νομική άποψη, δέ συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις γιά τήν εφαρμογή της.
Γιά νά περιοριστώ σ᾽ αύτη τήν προϋπόθεση καί μόνο, δέ νομίζω, πράγματι, ὅτι τό ἐπίδικο μέτρο μπορεί νά χαρακτηριστεί ὡς πράξη πού έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Μοῦ δόθηκε ήδη ἡ εὐκαιρία νά ἀναφέρω ὅτι τό άρθρο 1 τῆς πράξεως αυτής, τό όποιο διόρθωσε τους πίνακες τῶν βασικών μηνιαίων ἀποδοχών εξαλείφοντας τίς ἀνισότητες, καί τό όποιο μείωσε μέ τόν τρόπο αυτό τίς ἐν λόγω ἀποδοχές, καταργήθηκε τήν ήμερα τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος του ἀπό τόν κανονισμό 161/80, καί ὅτι τό άρθρο του 2, δεδομένου ὅτι περιείχε μεταβατικές διατάξεις υπέρ εκείνων πού εἶχαν ωφεληθεί ἀπό τίς ἀνισότητες, εφαρμοζόταν μόνο στό 5 ο/ο περίπου τῶν υπαλλήλων πού ἀφοροῦσε, οἱ περιπτώσεις τῶν ὁποίων — πλην ελαχίστων εξαιρέσεων — επρόκειτο νά τακτοποιήθοῦν τό 1980.
Αυτό τό σκέλος τοῦ λόγου εἶναι, συνεπῶς, ἀπορριπτέο.
3.
Τέλος, μέ τό τελευταίο σκέλος τοῦ λόγου αὐτοῦ, οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν ὅτι τό Συμβούλιο παραβίασε τή διαδικασία τοῦ διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων τοῦ προσωπικοῦ καί τοῦ Συμβουλίου.
α)
Ή διαδικασία αύτη καθιερώθηκε μέ μονομερή πράξη τῆς 11ης Δεκεμβρίου 1973 τοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία δέν ἔχει ὀνομασία καί δέν ἔχει δημοσιευτεί, θεσπίστηκε δέ κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπής, ὅπως προκύπτει ἀπό τό προοίμιό της.
Ή πράξη αύτη προσδιορίζει πρώτα τό πνεῦμα καί τό σκοπό τῆς διαδικασίας πού καθιερώνει καί ὁρίζει κατόπιν τίς τρεις φάσεις της:
Πρώτη φάση :
—
'Ανάλυση τῶν τεχνικών δεδομένων.
Δεύτερη φάση:
—
Διάλογος κατά τή διάρκεια τῶν εργασιών τῆς Ἐπιτροπῆς Μόνιμων 'Αντιπροσώπων.
Τρίτη φάση :
—
Διάλογος κατά τή διάρκεια τῶν εργασιών τοῦ Συμβουλίου.
Γιά κάθε μιά ἀπό τίς φάσεις αυτές, ἡ πράξη προσδιορίζει λεπτομερώς τή διαδικασία πού πρέπει ν' ἀκολουθείται, καί ἰδίως τά μέσα πού διαθέτουν οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ γιά νά εκφράζουν τίς ἀπόψεις τους.
β)
Οἱ προσφεύγοντες επικρίνουν τό Συμβούλιο διότι θεώρησε πώς ἡ διαδικασία τοῦ διαλόγου είχε διεξαχθεί κανονικά παρά τήν άρνηση τῶν εκπροσώπων τοῦ προσωπικοῦ νά συμμετάσχουν σ᾽ αυτή πρίν εκφέρει γνώμη τό Κοινοβούλιο.
Ή άποψη αύτη μοῦ φαίνεται εσφαλμένη. Πρέπει πρώτα νά δηλώσω ὅτι διστάζω νά ἀποδώσω στή διαδικασία αυτή τό χαρακτήρα δεσμευτικῆς πράξεως δικαίου. 'Αλλά καί ἄν ἀκόμη τῆς ἀναγνωριστεί τέτοιος χαρακτήρας, καί πάλι δέ βλέπω μέ ποιο τρόπο κωλύεται ἡ ὁμαλή διεξαγωγή τῆς διαδικασίας ἀπό τήν έλλειψη γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ μάλιστα στή διαδικασία αυτή προβλέπεται ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν άλλων ὀργάνων έκτός τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπῆς καλοῦνται νά λάβουν μέρος στίς προβλεπόμενες συσκέψεις μεταξύ τοῦ Συμβουλίου καί τῶν εκπροσώπων τοῦ προσωπικοῦ κατά τήν πρώτη καί δεύτερη φάση.
Γιά ὅλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στό Δικαστήριο:
—
νά ἀπορρίψει την προσφυγή ως ἀπαράδεκτη
—
ἄλλως, νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀβάσιμη
—
ἐν πάση περιπτώσει, νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικῶν εξόδων σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy