ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 21 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ δίκη περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία πρέπει ν' ἀσχοληθοῦμε σήμερα μας φέρνει καί πάλι ἀντιμέτωπους μέ προβλήματα πού ἀνέκυψαν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 563/76 τοῦ Συμβουλίου τῆς 15ης Μαρτίου 1976 περί υποχρεωτικής ἀγοράς ἀποκο-
ρυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη πού βρίσκεται στην κατοχή τῶν ὀργανισμῶν παρεμβάσεως καί προορίζεται νά χρησιμοποιηθεί στίς ζωοτροφές (JO L 67 τῆς 15ης Μαρτίου 1976, σ. 18).
Ή ρύθμιση πού εισήγαγε ὁ κανονισμός αὐτός ἀπέβλεπε, ὅπως γνωρίζουμε, στή μείωση τῶν ἀποθεμάτων ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη τῆς Κοινότητας μέ την αυξημένη χρήση τῶν πρωτεϊνών πού περιέχει τό ἀποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη, γιά τη διατροφή τῶν ζώων. Γιά τό λόγο αυτό ὁ κανονισμός συνέδεε τή χορήγηση ενισχύσεων γιά ὁρισμένα πρωτεϊνούχα φυτικά προϊόντα, ὅπως σπόρους κράμβης, γογγυλίων καί σόγιας κλπ., καθώς καί τή θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητας ὁρισμένων εισαγόμενων ζωοτροφών, μέ τήν υποχρέωση ἀγοράς ὁρισμένων ποσοτήτων ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη. Προς εξασφάλιση τῆς τηρήσεως τῆς υποχρεώσεως αυτής, ἡ χορήγηση ενισχύσεων καί ή θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία εξαρτιόνταν ἀπό τήν προσκόμιση, ὑπό ὁρισμένες διατυπώσεις, τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀγορᾶς καί μεταποιήσεως τῶν ὁριζόμενων ποσοτήτων ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη, ἤ ἀπό τή σύσταση εγγυήσεως, ἡ ὁποία κατέ-πιπτε σέ περίπτωση μή τηρήσεως τῆς υποχρεώσεως ἀγοράς.
Τό Δικαστήριο έκρινε τόν κανονισμό αυτό ἀνίσχυρο μέ τρεις ἀποφάσεις τῆς 5ης 'Ιουλίου 1977 πού εκδόθηκαν ἐπί τῶν προδικαστικών υποθέσεων 114/76 — Bela-Mühle Josef Bergmann KG κατά Grows-Farm GmbH & Co — 116/76 — Granaria BV κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten — καί 119 καί 120/76 — Ölmühle Hamburg AG κατά Hauptzollamt Hamburg-Waltershof καί Firma Kurt Α. Becher κατά Hauptzollamt Bremen-Nord (Slg. 1977, σ. 1211 ἐπ.) Τό Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή μέ τήν αιτιολογία ὅτι ὁ κανονισμός εἶχε θεσπίσει τήν υποχρέωση ἀγοράς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη σέ τιμή τόσο δυσανάλογη ώστε ἀποτελούσε δημιουργική διακρίσεων κατανομή τῶν βαρών μεταξύ τῶν διαφόρων γεωργικών τομέων, χωρίς νά δύναται νά δικαιολογηθεί ὡς μέτρο ἀναγκαίο γιά τήν επίτευξη τοῦ επιδιωκόμενου σκοποῦ, δηλαδή τῆς διαθέσεως τῶν ἀποθεμάτων ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη.
Κατόπιν τῶν ἀποφάσεων αυτών, ἡ SpA International Chemical Corporation, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ἡ ὁποία παράγει σύνθετες ζωοτροφές, υπέβαλε στό Tribunale Civile τῆς Ρώμης, στίς 17 Νοεμβρίου 1978, προσφυγή κατά τῆς Amministrazione delle Finanze dello Stato, μέ τήν ὁποία ζητοῦσε νά καταδικασθεί ἡ καθ' ης στην ἀπόδοση τῶν εγγυήσεων ποσοῦ 61057554 LIT πού εἶχαν συσταθεί ἀπευθείας ἀπό τήν ἴδια τήν προσφεύγουσα ἤ ἀπό τους προμηθευτές της, στους ὁποίους τίς εἶχε ἀποδώσει, γιά τήν εισαγωγή προϊόντων, υπαγομένων στόν επίδικο κανονισμό και οἱ ὁποίες κατέπεσαν επειδή δέν πραγματοποιήθηκε ἡ ἀγορά.
Ζητούσε επίσης τήν καταδίκη τῆς καθ' ἧς στην καταβολή επιστροφών ποσού 173493317 LIT πού τῆς ὀφείλονταν, ὅπως ισχυρίσθηκε βάσει τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 τοῦ Συμβουλίου τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1975 περί κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στόν τομέα τῶν σιτηρών (JO L 281 τῆς 1ης Νοεμβρίου 1975, σ. 1 — ΕΕ, τόμ. 03/013, σ. 158) γιά τήν εξαγωγή, μεταξύ τῆς 4ης Αυγούστου καί της 1ης 'Οκτωβρίου 1976, διάφορων φορτίων σύνθετων ζωοτροφών, παρασκευασμένων κυρίως ἀπό σιτηρά, μέ προσθήκη καί άλλων προϊόντων καί πού περιείχαν μεταξύ άλλων ἕνα μέσο ποσοστό 20 ο/ο ἀλεύρου σόγιας καί ἀραχίδων πού εἶχαν εἰσαχθεῖ ἀπό τρίτες χώρες στά πλαίσια τοῦ εμπορίου ενεργητικής τελειοποιήσεως.
Γιά νά στηρίξει τό πρώτο αἴτημά της, ή προσφεύγουσα ισχυρίζεται κυρίως ὅτι ή ισχύς τῆς ἀποφάνσεως περί τοῦ ἀνίσχυρου τοῦ κανονισμοῦ 563/76 στίς υποθέσεις Bela-Mühle καί λοιποί, πρέπει νά επεκταθεί ὁμοίως καί στίς ενέργειες τίς όποιες είχε πραγματοποιήσει πρίν ἀπό τή δημοσίευση τῶν ἀποφάσεων αυτών. Συνεπώς οἱ κατα-πεσοῦσες ἐγγυήσεις πρέπει νά ἀποδοθούν, διότι εἶχαν συσταθεί γιά νά διασφαλίσουν τήν τήρηση υποχρεώσεως πού ἦταν ἀντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο.
Ἀντιθέτως, κατά τήν καθ' ἧς, ἀπό τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο έκρινε ἀνίσχυρο τόν κανονισμό αυτό σέ άλλες περιπτώσεις, δέ δύναται νά συναχθεί τό μή εφαρμόσιμο του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τό ἔγκυρο τῶν ὁριζόμενων φόρων, στά πλαίσια τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ισχύοντος κοινοτικοῦ δικαίου, ἀποκλείει τήν ἀγωγή περί ἀποδόσεως βάσει τοῦ ἀδικαιολόγητου πλουτισμού.
Όσον άφορᾶ τήν αίτηση περί καταβολῆς των επιστροφών, ἡ προσφεύγουσα ισχυρίζεται ὅτι κατέφυγε στή δυνατότητα τοῦ εμπορίου ενεργητικῆς τελειοποιήσεως, πού προβλέπεται στό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 677/76 τῆς 'Επιτροπής τῆς 26ης Μαρτίου 1976 περί κανόνων εφαρμογής τοῦ κανονισμού 536/76 (JO L 81 τῆς 27ης Μαρτίου 1976, σ. 23), μόνο γιά νά αποφύγει τήν υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως γιά τήν εισαγωγή φυτικῶν ζωοτροφῶν, οἱ όποιες ήταν δυνατό έξαλλου νά εισαχθούν ελεύθερα στην Κοινότητα χωρίς νά ἀπαιτεῖται γι' αυτές ἡ καταβολή τελωνειακών δασμών ἤ εισφορών. Τό πραγματοποιούμενο, στά πλαίσια τοῦ εμπορίου ενεργητικής τελειοποιήσεως, μείγμα εισαγόμενων φυτικών ζωοτροφών καί σιτηρών προελεύσεως τῆς Κοινότητας ἡ τά όποια τελοῦσαν σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτής, ἐπανε-ξάχθηκε ὡς σύνθετη ζωοτροφή υπαγόμενη στή δασμολογική κλάση 23.07 Β τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, χωρίς νά τῆς χορηγηθεί επιστροφή.
Ή καθ' ης υποστηρίζει ἀντιθέτως ὅτι δέν ὀφείλεται επιστροφή διότι οἱ έξαχθεῖσες ζωοτροφές περιείχαν στοιχεία πού δέν εἶχαν τεθεί σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητας. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού 192/75 τῆς 'Επιτροπής τῆς 17ης 'Ιανουαρίου 1976 περί κανόνων εφαρμογής τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή γιά τά γεωργικά προϊόντα (JO L 25 τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1975, σ. 1) ἡ επιστροφή δέ χορηγείται παρά γιά τά προϊόντα πού κατάγονται ἀπό τά Κράτη μέλη ἡ πού βρίσκονται σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτών. Στή συγκεκριμένη περίπτωση, πάντως, πρόκειται γιά προϊόντα τοῦ τομέα τῶν σιτηρών σχετικά μέ τά ὁποῖα ἡ επιστροφή έχει καθορισθεί γιά τό προϊόν στό σύνολό νου καί όχι γιά καθένα ἀπό τά συστατικά του.
Μέ διάταξη τῆς 12ης Νοεμβρίου 1979, τό πρώτο τμήμα τοῦ Tribunale Civile τῆς Ρώμης αποφάσισε νά ἀναβάλει τήν έκδοση τῆς ὁριστικής του ἀποφάσεως καί υπέβαλε στό Δικαστήριο, γιά τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1. Κατά τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης, ή απόφανση περί τοῦ ἀνίσχυρου ἑνός κοινοτικού κανονισμοῦ παράγει ἀποτέλεσμα erga omnes ἡ μήπως δέ δεσμεύει παρά μόνο τό δικαστή a quo καί, στην περίπτωση αύτη, επιτρέπεται νά επεκταθεί στην ἀπόφανση περί ἀνίσχυρου, ή ἀρχή πού περιέχεται στην ἀπόφαση τῆς 27ης Μαρτίου 1963 ἐπί τῶν συνεκ-δικασθεισῶν υποθέσεων 28, 29 καί 30/62;
2. "Αν εἶναι ἀκριβής ἡ δεύτερη περίπτωση ὁ κανονισμός 563/76 τῆς 15ης Μαρτίου 1976 εἶναι άραγε ἀνίσχυρος γιά τους 'ίδιους λόγους πού ἀναφέρονται στίς ἀποφάσεις τῆς 5ης 'Ιουλίου 1977 ἐπί τῶν υποθέσεων 114, 116, 119 καί 120/76;
3. Στην περίπτωση πού ὁ παραπάνω κανονισμός εἶναι ἀνίσχυρος προκύπτει μήπως ἀπό τίς ἀρχές, ἀπό τίς όποιες εμπνέεται ἡ κοινοτική έννομη τάξη, ὅτι πρέπει νά θεωρηθεί ὡς επιτρεπόμενη, ἀπαγορευόμενη ἡ επιτρεπόμενη εντός ὁρισμένων ορίων ἤ ὁρισμένων προθεσμιών, ἡ ἀπόδοση τῶν ποσών πού καταβλήθηκαν ἀχρεωστήτως ἀπό τόν ιδιώτη καί, στην περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, ἡ ἀπόφαση περί ἀνίσχυρου συνεπάγεται γιά τόν ιδιώτη τή δυνατότητα νά ζητήσει, σύμφωνα μέ τό εσωτερικό δίκαιο, τήν ἀπόδοση των προηγουμένως καταβληθέντων ποσών δυνάμει διατάξεων πού κρίθηκαν ἀνίσχυρες καί, ἄν ναί, ἡ ἀπόδοση αύτη πρέπει νά γίνει εντός ὁρισμένων ὁρίων, ἐντός ὁρισμένων προθεσμιῶν ἡ ὑπό ὁρισμένους ὁρούς, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την περίπτωση κατά την ὁποία ή ἀγωγή περί ἀποδόσεως ἀφορᾶ ποσά, τά όποια ὁ αἰτῶν έχει ἀποδώσει στους προμηθευτές του;
4. Λαμβάνοντας υπόψη τους κοινοτικούς κανόνες καί, ιδιαίτερα, τους κανονισμούς τῆς Ἐπιτροπῆς 192/75 τῆς 17ης 'Ιανουαρίου 1975, 2727/75 τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1975, 2743/75 τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1975, 677/76 τῆς 26ης Μαρτίου 1976, 1871/76 τῆς 30ης 'Ιουλίου 1976, 2141/76 τῆς 31ης Αυγούστου 1976 καί 2372/76 τῆς 30ης Σεπτεμβρίου 1976, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἡ επιστροφή κατά τήν εξαγωγή σύνθετων ζωοτροφῶν ὀφείλεται ἀποκλειστικώς γιά τά σιτηρά συστατικά καί ἀντίκειται κυρίως πρός τίς γενικές ἀρχές πού ἀπορρέουν ἀπό τίς διατάξεις αυτές ή χορήγηση επιστροφῆς κατά τήν εξαγωγή γιά τά σύνθετα προϊόντα καί ὅσον άφορᾶ μόνο ὁρισμένα συστατικά, στην περίπτωση ὅπου τά άλλα συστατικά έχουν εισαχθεί ὑπό προσωρινό καθεστώς;»
'Επί τῶν ερωτημάτων αυτών διατυπώνω τίς ἀκόλουθες παρατηρήσεις:
"Οσον άφορᾶ τό πρώτο καί δεύτερο ἐρώτημα
Τά δύο πρώτα ερωτήματα ἀφοροῦν τήν υποχρεωτική ἰσχύ τῶν προδικαστικών ἀποφάσεων, τίς όποιες εκδίδει τό Δικαστήριο σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὡς πρός τό κύρος τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητας. Τό παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί νά γνωρίσει ἄν, γιά νά ἀποφανθεί στην κύρια δίκη, δεσμεύεται ἀπό τίς προδικαστικές ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου τῆς 5ης 'Ιουλίου 1977, στίς υποθέσεις Bela-Mühle καί λοιποί, στίς όποιες ἀναγνωρίσθηκε ανίσχυρος ὁ κανονισμός 563/76 ἡ ἄν δύναται ἡ ὀφείλει νά υποβάλει ἐκ νέου αίτηση πρός τό Δικαστήριο, περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς πρός τό κύρος τοῦ επίδικου κανονισμοῦ.
Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ επιστήμη διχάζεται ὅσον άφορᾶ τό ἐρώτημα ἄν οἱ ἀποφάσεις μέ τίς όποιες τό Δικαστήριο ἀναγνωρίζει τό ἀνίσχυρο κανονιστικών πράξεων τῶν Κοινοτήτων σύμφωνα μέ τό άρθρο 117 τῆς συνθήκης ΕΟΚ παράγουν ἀποτελέσματα ἀποκλειστικώς inter partes ἡ erga omnes. Δεδομένου ὅτι γνωρίζετε τά ἐπιχειρήματα πού συζητιούνται στην επιστήμη ἐπί τοῦ θεωρητικοῦ αὐτοῦ θέματος καί ὅτι μέ τό πρόβλημα έχουν ἀσχοληθεί διεξοδικώς στίς προτάσεις τους ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Gand, πού ἀναπτύχθηκαν στίς 28 'Οκτωβρίου 1965, στην υπόθεση 16/65 (Firma C. Schwarze κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Slg. 1965, σ. 1170), ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner, πού ἀναπτύχθηκαν στίς 20 Σεπτεμβρίου 1977 στίς υποθέσεις 112/76, 22/77, 32/77 καί 37/77 (Renato Manzoni καί λοιποί κατά Fonds National de Retraite des Ouvriers Mineurs, Slg. 1977, σ. 1658) καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti, πού ἀναπτύχθηκαν στίς 12 Σεπτεμβρίου 1979 στην υπόθεση 238/78 (Ireks-Arkady GmbH κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, Slg. 1979, σ. 2976), δύναμαι νά περιορισθώ στην έκθεση μόνο τῶν κύριων επιχειρημάτων καί στή βραχύτατη ἀνάλυση τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου, κατά τό μέρος πού εἶναι δυνατό νά συναχθεί ἀπό αυτό κάποιο δίδαγμα ἐπί τοῦ θέματος.
Στό σημείο αυτό δέν ἀμφισβητείται ὅτι ή κατά τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία μέ τήν οποία επιδιώκεται νά διαπιστωθεί ἄν μιά πράξη τῶν ὀργάνων δέ συμβιβάζεται πρός τή συνθήκη, δέν έχει ούτε τό ἴδιο πεδίο εφαρμογῆς ούτε τήν ἴδια ἰσχύ μέ τήν κατά τά άρθρα 173 καί 174 τῆς συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, μέ τήν ὁποία κηρύσσεται άκυρη μιά τέτοια πράξη. Πάντως, ὅπως τόνισε επίσης κυρίως ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner στίς ἀνωτέρω προτάσεις, ἀπό τή διαφορά μεταξύ αυτών των δύο τύπων διαδικασίας δέν εἶναι δυνατό νά συναχθεί ὅτι ἡ κατά τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου δέν έχει υποχρεωτική ἰσχύ παρά μόνο ὡς πρός τήν ὑπό κρίση υπόθεση. Μιά τέτοια ἀντίληψη δέ συμβιβάζεται μέ τό πνεύμα καί τό σκοπό τοῦ ἄρθρου 177 πού εἶναι ἡ εξασφάλιση ὁμοιόμορφης ερμηνείας καί εφαρμογής τοῦ κοινοτικού δικαίου σέ ὅλα τά Κράτη μέλη. Αυτό ἀκριβῶς ἀποδεικνύει σειρά ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου, οἱ όποιες ἀφορούν, κατά τά λοιπά, κυρίως τό θέμα τῆς ερμηνείας τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
Ἔτσι, τελευταία στην υπόθεση 61/79 (Amministrazione della Finanze dello Stato κατά Denkavit italiana, ἀπόφαση τῆς 27ης Μαρτίου 1980, σ. 1205) καί στίς συνεκδι-κασθεῖσες υποθέσεις 66, 127 καί 128/79 (Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Meridionale Industria Salumi καί λοιποί, ἀπόφαση τῆς 27ης Μαρτίου 1980, Slg. 1980, σ. 1237) τό Δικαστήριο τόνισε καί πάλι ὅτι «ή ερμηνεία πού δίνει τό Δικαστήριο σέ κανόνα κοινοτικοῦ δικαίου, στά πλαίσια τῆς ἀσκήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων πού τοῦ παρέχει τό άρθρο 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ἀποσαφηνίζει καί διευκρινίζει, ὅταν χρειάζεται, τή σημασία καί τήν ἔκταση τοῦ κανόνα αὐτοῦ ὅπως πρέπει ή έπρεπε νά εννοείται καί νά εφαρμόζεται ἀπό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος του». Ἀπό αυτό ἕπεται «ὅτι κατ' αυτό τόν τρόπο ἑρμηνευόμενος κανόνας δύναται καί πρέπει νά εφαρμόζεται ἀπό τό δικαστή ἀκόμα καί στίς έννομες σχέσεις πού γεννώνται καί συνιστώνται πρίν ἀπό τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς αιτήσεως περί ἑρμηνείας ...».
Λαμβάνοντας υπόψη τό ἀναγνωριστικό χαρακτήρα τῶν ἀποφάσεων περί ἑρμηνείας, ήταν ἑπομένως ἐπίσης λογικό νά κρίνει τό Δικαστήριο στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 28—30/62 (Da Costa & Schaake NV, Jacob Meijer NV καί Hoechst-Holland NV κατά Niederländische Finanzverwaltung, ἀπόφαση τῆς 27ης Μαρτίου 1963, Sig. 1963, σ. 62), ὅτι ἡ υποχρέωση πού ἐπιβάλλει τό άρθρο 177 εδάφιο 3 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, στά εθνικά δικαιοδοτικά ὄργανα τελευταίου βαθμού δύναται νά χάσει τή σημασία της ἀπό τό γεγονός τῆς δεσμευτικότητας τῆς ερμηνείας πού δίνει τό Δικαστήριο δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177, στίς περιπτώσεις πού τό τιθέμενο ἐρώτημα εἶναι ουσιαστικά πανομοιότυπο μέ κάποιο προδικαστικό ερώτημα ἐπί τοῦ οποίου εκδόθηκε ήδη προδικαστική ἀπόφαση στά πλαίσια ἀνάλογης υποθέσεως. "Αν ὅμως τά δικαιοδοτικά ὄργανα τελευταίου βαθμού, πού υποχρεοῦνται κατ' ἀρχή ν᾽ ἀπευθυνθοῦν στό Δικαστήριο, ἀπαλλάσσονται τῆς παραπομπής ἐπειδή, ἐν πάση περιπτώσει, ὀφείλουν ν᾽ ἀκολουθήσουν τήν ερμηνεία πού έδωσε τό Δικαστήριο λόγω τῆς υποχρεωτικής ισχύος τῶν προδικαστικών ἀποφάσεων, ἡ υποχρεωτική αυτή ἰσχύς ενεργεί κατά πρώτο λόγο έναντι τῶν δικαιοδο-τικῶν ὀργάνων πού δέν εἶναι τελευταίου βαθμοῦ. Αυτή ἡ υποχρεωτική ἰσχύς δέν ἀποκλείει πάντως τή δυνατότητα τῶν εθνικών δικαιοδοτικῶν ὀργάνων νά υποβάλουν ἐκ νέου αἴτηση ερμηνείας, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἀναφερθείσα υπόθεση Da Costa καί τήν υπόθεση 29/68 (Milch-, Fettund Eierkontor GmbH κατά Hauptzollamt Saarbrücken, ἀπόφαση τῆς 24ης 'Ιουνίου 1969, Slg. 1969, σ. 165).
Ὅπως έχουν δεχθεί ὅλοι οἱ συμμετέχοντες στή διαδικασία, οἱ ἀρχές αυτές πρέπει νά εφαρμόζονται καί στίς προδικαστικές ἀποφάσεις περί τῆς ισχύος τῶν κοινοτικών πράξεων. Αυτό προκύπτει ἤδη ἀπό τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης καί τό άρθρο 20 τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ρυθμίζουν κατά τρόπο ὁμοιόμορφο τή διαδικασία περί ερμηνείας καί τή διαδικασία περί έλεγχου τοῦ κύρους. Κατά συνέπεια τό Δικαστήριο δέ δίστασε ποτέ έξαλλου νά εξετάσει τό θέμα τοῦ κύρους στά πλαίσια αιτήσεως ερμηνείας, προβάλλοντας τίς ιδιομορφίες τῆς διαδικασίας των προδικαστικών ἀποφάσεων.
Τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο στηρίζεται, καί αυτό, στην ἀρχή ὅτι μία προδικαστική ἀπόφαση περί τοῦ κύρους κοινοτικής πράξεως παράγει ἀποτελέσματα πού εκτείνονται πέραν τῆς διαφοράς στην κύρια δίκη τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, προκύπτει επίσης ἀπό τίς ἀκόλουθες σκέψεις: Τό ἴδιο τό Δικαστήριο έχει στηριχθεί πολλές φορές ἐπί προδικαστικῶν ἀποφάσεων πού διαπιστώνουν τό ἀνίσχυρο ὁρισμένων κανονισμών, στίς περιπτώσεις πού εἶχε νά ἀποφανθεί ἐπί ἀγωγών ἀποζημιώσεως, οἱ όποιες εἶχαν ἀσκηθεί ἀπό πρόσωπα διάφορα τῶν διαδίκων στίς ἐκκρεμοῦσες ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων δίκες, στά πλαίσια τῶν ὁποίων ἐκδόθηκαν οἱ προδικαστικές ἀποφάσεις (βλ. στό θέμα αυτό τήν ἀπόφαση τῆς 25ης Μαΐου 1978 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 83 καί 94/76, 4, 15 καί 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe GmbH & Co. καί λοιποί κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, Slg. 1978, σ. 1209 ἀπόφαση τῆς 28ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 90/78, Granaria BV κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, Slg. 1979, σ. 1081 ἀπόφαση τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 238/78, Ireks-Arkady GmbH κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, Slg. 1979, σ. 2955 ἀπόφαση τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1979 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 64 καί 113/76, 167 καί 239/78, 27, 28 καί 45/79, P. Dumortier Frères SA καί λοιποί κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, Slg. 1979, σ. 3091).
Τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο ἀναγνωρίζει στίς προδικαστικές ἀποφάσεις σπουδαιότητα πού ὑπερβαίνει τήν απλή «inter partes ἰσχύ» προκύπτει επιπλέον καί ἀπό τήν υπόθεση 43/75 (Gabrielle Defrenne κατά Société anonyme belge de navigation aérienne Sabena, ἀπόφαση τῆς 8ης 'Απριλίου 1976, Slg. 1976, σ. 455). Στην υπόθεση αυτή τό Δικαστήριο θεώρησε, λαμβάνοντας υπόψη τίς σημαντικές δυσχέρειες πού θά ήταν δυνατό νά δημιουργήσει ἡ ἀπόφαση για τό παρελθόν, στην περίπτωση έννομων σχέσεων πού συστάθηκαν καλοπίστως, ὅτι ὄφειλε νά περιορίσει, καί μάλιστα, έναντι ὅλων τῶν ενδιαφερομένων, τή δυνατότητα επικλήσεως τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πού δίνει ἡ ἀπόφαση, πράγμα πού θά είχε ὡς ἀποτέλεσμα νά προκαλέσει νέα ἀπόφαση κατ' ουσία, ἐπί τῶν έννομων σχέσεων για τίς όποιες πρόκειται. Τέλος ἡ άποψη τοῦ Δικαστηρίου κατά τήν ὁποία οἱ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 εκδιδόμενες προδικαστικές αποφάσεις πρέπει νά εξομοιώνονται ὡς πρός τήν ἰσχύ τους, πρός τίς κατά τό άρθρο 173 τῆς συνθήκης ἀκυρωτικές ἀποφάσεις προκύπτει σαφέστατα ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1980, στίς υποθέσεις 4/79 — Société Coopérative «Providence agricole de la Champagne» — 109/79 — Sàrl Maïserie de Beauce — καί 145/79 — Roquette Frères. Στίς ἀποφάσεις αὐτές, τό Δικαστήριο, μέ ἀνάλογη εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 174 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ., περιόρισε τή δυνατότητα επικλήσεως τοῦ ἀνίσχυρου ενός κανονισμοῦ πού διαπιστώθηκε μέ προδικαστική' ἀπόφαση, στή μεταγενέστερη τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων περίοδο. Μιά τέτοια ἀνάλογη εφαρμογή τοῦ άρθρου 174 παράγραφος 2 δέν εἶναι πάντως δυνατή καί εύλογη παρά μόνο ὅταν, ὅπως πρότεινε καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti στίς προτάσεις του στην υπόθεση Ireks-Arkady, γίνει δεκτή ἡ ἰσχύς ex tunc τῆς ἀναγνωρίσεως ἀνίσχυρου ενός κανονισμοῦ μέ προδικαστική ἀπόφαση καί ὅταν επιπλέον θεωρηθεί ὅτι τό ἀνίσχυρο πού διαπιστώθηκε κατ' αυτόν τόν τρόπο παράγει τό ίδιο ἀποτέλεσμα, σάν ὁ επίδικος κανονισμός νά είχε κηρυχθεί άκυρος erga omnes κατά τό άρθρο 173.
Ἐξάλλου, υπέρ τῆς θεωρίας κατά την ὁποία οἱ προδικαστικές ἀποφάσεις πρέπει νά εξομοιώνονται ὡς πρός τήν ἰσχύ μέ τίς ἀκυρωτικές ἀποφάσεις, συνηγορούν οἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου στίς υποθέσεις 23/75 (Rey Soda κατά Cassa Conguaglio Zucchero, ἀπόφαση τῆς 30ής Ὀκτωβρίου 1975, Slg. 1975, σ. 1279), 117/76 καί 16/77 (Albert Ruckdeschel & Co καί Hansa-Lagerhaus Ströh & Co. κατά Hauptzollamt Hamburg-St. Annen, καθώς καί Diamalt AG κατά Hauptzollamt Itzehoe, ἀπόφαση τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977, Slg. 1977, σ. 1753) καί 124/76 (S.A. Moulins et Huileries de Pont-à-Mousson κατά Office National Interprofessionnel des Céréales, ἀπόφαση τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977, Slg. 1977, σ. 1795). Στίς δύο τελευταίες ἀποφάσεις τό Δικαστήριο έκρινε, εμπνεόμενο προφανῶς ἀπό τό άρθρο 176 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅτι στά υπεύθυνα γιά τή γεωργική πολιτική όργανα της Κοινότητας ἀπόκειται ἡ λήψη των ἀναγκαίων μέτρων γιά νά εκλείψει τό ασυμβίβαστο ενός κανονισμοῦ πρός τό ὑπερέχον κοινοτικό δίκαιο, πού διαπιστώθηκε στά πλαίσια διαδικασίας προδικαστικής ἀποφάσεως. Στην ἀπόφαση Rey Soda κρίθηκε επιπλέον ὅτι ἀπόκειται κατά πρῶτο λόγο στίς εθνικές ἀρχές νά εφαρμόσουν, στή δική του έννομη τάξη, τίς συνέπειες αυτής τῆς ἀναγνωρίσεως ἀνίσχυρου στά πλαίσια τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος, ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς 13ης Φεβρουαρίου 1979, στην ὑπόθεση 101/78 (Granaria BV κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, Slg. 1979, σ. 623), δύναται νά συναχθεί νέα ένδειξη περί τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ ἀποφάσεις πού εκδίδονται στά πλαίσια τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ἐξομοιώνονται ὡς πρός τήν ισχύ τους, πρός τίς ἀποφάσεις πού κηρύσσουν τήν ἀκυρότητα κανονιστικής πράξεως. Στην παραπάνω υπόθεση τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι κάθε κανονισμός πού τίθεται ἐν ἰσχύ σύμφωνα μέ τή συνθήκη συνεπάγεται, γιά ὅλα τά υποκείμενα κοινοτικού δικαίου, τήν υποχρέωση ἀναγνωρίσεως τῆς πλήρους Ισχύος του, εφόσον δέν έχει κριθεί ἀνίσχυρος ἀπό ἁρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο. Σύμφωνα μέ τά άρθρα 173 καί 184 τῆς συνθήκης, μόνο στό Δικαστήριο ἀπόκειται, ἀφενός νά ἐλέγχει τή νομιμότητα τῶν κανονισμών καί ἀφετέρου νά ἀποφαίνεται ἐπί τοῦ κύρους τους, κατά τό άρθρο 177. 'Από αυτό έπεται, a contrario, ὅτι ἀπό τή στιγμή πού τό Δικαστήριο ἀναγνώρισε τό ἀνίσχυρο ἑνός κανονισμού — όποια κι ἄν εἶναι, ἐν προκειμένω ἡ φύση τῆς διαδικασίας — ὁ κανονισμός δέ δύναται νά εφαρμοσθεί.
Τό συμπέρασμα αυτό δέν ἀναιρείται ούτε ἀπό τό γεγονός ὅτι, στίς ἀποφάσεις του, στίς υποθέσεις 62/76 (Jozef Strehl κατά Nationaal Pensioenfonds voor Mijnwerkers, τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1977, Slg. 1977, σ. 211) καί 32/77 (Antonio Giuliani κατά Landesversicherungsanstalt Schwaben, τῆς 20ής 'Οκτωβρίου 1977, Slg. 1977, σ. 1857), τό Δικαστήριο έκανε δεκτή μιά νέα παραπομπή ὡς πρός τό θέμα τοῦ κύρους ενός κανονισμοῦ, ἀφοῦ είχε ήδη ἀναγνωρίσει τό ἀνίσχυρο τῶν διατάξεων γιά τίς ὁποιες ἐπρόκειτο, στην υπόθεση 24/75 (Teresa und Silvana Petroni κατά Office national des pensions pour travailleurs salariés, ἀπόφαση τῆς 21ης 'Οκτωβρίου 1975, Slg. 1975, σ. 1149). Ό λόγος γιά τόν όποιο μιά νέα παραπομπή κρίθηκε παραδεκτή, είναι, προφανώς, γιά νά μήν ἐμποδίζεται ἡ υποβολή στό Δικαστήριο αιτήσεως περί ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, ἀπό τόν εθνικό δικαστή ὁ όποιος, επειδή ἀγνοεί μιά σχετική προδικαστική ἀπόφαση ἡ γιά άλλους λόγους, έχει ἀμφιβολίες ὅσον άφορᾶ τό κύρος κοινοτικής πράξεως. Αυτό δέν ἀποκλείει, πάντως, τήν υποχρεωτική ἰσχύ μιᾶς προδικαστικής ἀποφάσεως περί τοῦ κύρους κοινοτικῆς πράξεως, έναντι ὅλων των εθνικῶν δικαιοδοτικῶν ὀργάνων, στην περίπτωση πού τά τελευταία δέν υποβάλλουν στό Δικαστήριο νέα αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως.
Επομένως, ἀφοῦ δέν ἀπαιτεῖται πλέον νά επανέλθω στό δεύτερο ερώτημα, προτείνω λοιπόν, γιά νά καταλήξω, νά δοθεί στά δύο πρώτα ερωτήματα ἡ απάντηση ὅτι ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἀνίσχυρου ἑνός κοινοτικοῦ κανονισμού, στά πλαίσια τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δεσμεύει ὅλα τά εθνικά δικαιοδοτικά ὄργανα, ὑπό τήν ἐπιφύλαξη νέας παραπομπής στό Δικαστήριο.
'Ως πρός τό τρίτο ἐρώτημα
Μέ τό τρίτο του ερώτημα, τό παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί νά γνωρίσει ἄν, καί ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, εντός ποίων ὁρίων ἡ προθεσμιών, γίνεται δεκτή, κατά τό κοινοτικό δίκαιο, ἀγωγή ἀποδόσεως ἀχρεωστήτων καταβολών, στην περίπτωση πού ὁ κανονισμός 563/76 πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀνίσχυρος, ἐξ ὑπαρχῆς. Τό ἐρώτημα αυτό δύναται νά γίνει ἀντιληπτό, ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι τό άρθρο 2033 τοῦ ιταλικού Codice civile επιτρέπει τήν ἀγωγή ἀναζητήσεως τέτοιας καταβολής εντός προθεσμίας 10 ετών, ἀνεξαρτήτως τοῦ θέματος ἄν ἡ επιβάρυνση ἀπό τήν καταβολή αυτή έχει, ἡ ὄχι, ἐν τῶ μεταξύ, ἐπιρριφθεῖ σέ τρίτους.
Γιά τό λόγο αυτό ἡ προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προβάλλει επίσης ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν προηγούμενη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, σχετικά μέ τήν ἀγωγή περί αποδόσεως τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων, στό τωρινό στάδιο τοῦ κοινοτικού δικαίου, ελλείψει κανονιστικής ρυθμίσεως κοινοτικού δικαίου περί ἀκυρώσεως καί επιστροφής ἀχρεωστήτως ἀπαιτη-θέντων φόρων, οἱ διαφορές περί ἀποδόσεως ἀνήκουν στην ἁρμοδιότητα τῶν ἐθνικών δικαιοδοτικῶν ὀργάνων, ἀπό τά ὁποια πρέπει νά τέμνονται σύμφωνα μέ τό εφαρμοστέο κατά τόν τύπο καί κατά τήν ουσία ἐθνικό δίκαιο. Όπως ρητώς παρατήρησε τό Δικαστήριο, ἡ διαφορά πού προκύπτει ἀπό αυτό στή μεταχείρηση τῶν ιδιωτών στά διάφορα Κράτη μέλη πρέπει νά γίνεται δεκτή.
'Αντιθέτως, ἡ ιταλική κυβέρνηση, τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή Ισχυρίζονται ὅτι, κατά τή νομολογία αύτη, οἱ διαφορές περί ἀχρεωστήτων καταβολών δέν ἀνήκουν στην ἀρμοδιότητα τῶν δικαιοδοτικῶν ὀργάνων κάθε κράτους καί δέν πρέπει νά τέμνονται ἀπό τά όργανα αυτά σύμφωνα μέ τό εσωτερικό δίκαιο τῶν κρατών αυτών παρά μόνο κατά τό μέρος πού τό κοινοτικό δίκαιο δέν 'έχει ευθέως ρυθμίσει τόν ἐπίδικο τομέα. 'Η εφαρμογή ὅμως τοῦ εθνικού δικαίου συνδέεται, ἐν πάση περιπτώσει, μέ τήν ἀναγνώριση ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο τοῦ δικαιώματος ἀπαιτήσεως τῆς επιστροφής. Κατά τή γνώμη τους πάντως, ή προϋπόθεση αύτη δέν πληρούται ἐν προκειμένω, ὅπως συνάγεται ἀπό τόν κανονισμό 563/76 πού κρίθηκε ἀνίσχυρος. Ή ἐπίρριψη τῶν οἰκονομικῶν επιβαρύνσεων πού συνεπάγεται ἡ υποχρέωση πρός ἀγορά, ἐπί τῶν διαδοχικών αγοραστών προκύπτει πράγματι ἀπό τόν ἴδιο τόν κανονισμό καί αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό τοῦ συστήματος πού θεσπίζει. Όταν ὅμως ἡ ἴδια ή κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ρητώς τή μετάθεση τῶν οἰκονομικῶν επιβαρύνσεων πού θεσπίζει, ἡ δομή τῶν έννομων σχέσεων, οἱ όποιες συνιστώνται μεταξύ τῶν διαδοχικών συμβαλλόμενων μερών ἀποκλείει, κατά μείζονα λόγο, ενδεχόμενο δικαίωμα ἀναζητήσεως τοῦ ἀχρεωστήτου. Πρέπει επιπλέον νά ληφθεί υπόψη τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο ἀπέρριψε τήν ἀγωγή ἀποζημιώσεως τῶν ἀγοραστών σύνθετων ζωοτροφών ἐπί τῶν ὁποίων είχαν ἐπιρριφθεῖ οἱ οικονομικές επιβαρύνσεις.
Κατά την άποψη τῆς ιταλικῆς κυβερνήσεως, τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπῆς, ἄν ἡ προσφεύγουσα ἀπήλαυε τῆς «condictio indebiti», θά βρισκόταν σέ ευνοϊκότερη θέση τόσο έναντι τῶν ανταγωνιστῶν της, οἱ όποιοι προέβησαν στήν υποχρεωτική ἀγορά ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη, ὅσο καί έναντι τῶν αγοραστών της ἐπί τῶν ὁποίων ἐπιρρίφθηκε ἡ οικονομική επιβάρυνση καί οἱ όποιοι δέν ἔλαβαν καμία ἀποζημίωση μέσω τῶν ἀγωγῶν τους περί ἀποζημιώσεως. Δεδομένου, έξαλλου, ὅτι ή προσφεύγουσα στην κύρια δίκη δέν υπέστη καμία ζημία, θά πλούτιζε, επιπλέον, ἀδικαιολόγητα. "Αν δέν ξεκινούσαμε ἀπό τήν ἀρχή ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο ἀποκλείει τήν ἀναζήτηση τοῦ ἀχρεωστήτου στην περίπτωση πού ἡ ἀπόδοση θά ὁδηγούσε σέ ἀδικαιολόγητο πλουτισμό καί θά έθετε ὑπό ἀμφισβήτηση ἀπρόβλεπτο ἀριθμό έννομων σχέσεων, ἡ ἀπαίτηση τῆς νομικής ἀσφάλειας θά θιγόταν σοβαρά. "Αν τό Δικαστήριο δέν επιθυμεί νά ἀποκλείσει a priori τήν «condictio indebiti» σέ τέτοιες περιπτώσεις, ὀφείλει τουλάχιστο νά λάβει υπόψη τίς ἀπαιτήσεις δικαιοσύνης καί νομικής ἀσφάλειας ἐφαρμόζοντας αναλόγως τό άρθρο 174 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Πρέπει επίσης νά έχει ἀκόμα τή δυνατότητα νά περιορίσει ἐκ τῶν υστέρων, μέ μεταγενέστερη ἀπόφαση τή χρονική ἰσχύ τοῦ ἀνίσχυρου, τό όποιο έχει κριθεί προηγουμένως στά πλαίσια προδικαστικής ἀποφάσεως.
1.
Γιά νά εκτιμηθεί ἡ νομική άξια τῆς ἀπόψεως αυτής, πρέπει — ὅλοι οἱ μετέχοντες στή διαδικασία συμφωνοῦν προδήλως στό σημείο αυτό — νά ληφθεί ὡς ἀφετηρία ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὅσον άφορᾶ τό θέμα τῆς ἀναζητήσεως τῶν ἀχρεωστήτων καταβολών, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, οὁ διαφορές πού αφοροῦν τήν ἀπόδοση τῶν καταβολών αυτών, ἀνήκουν στην ἀρμοδιότητα τῶν ἐθνικών δικαιοδοτικῶν ὀργάνων, ἀπό τά όποια πρέπει νά τέμνονται σύμφωνα μέ τό εθνικό δίκαιο, κατά τό μέρος πού τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἔχει ρυθμίσει τό θέμα αὐτό. Ή λύση αυτή ισχύει εἴτε πρόκειται γιά εθνικούς φόρους, ή είσπραξη τῶν ὁποίων δέν υπήρξε κανονική, λόγω τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν σχετικών διατάξεων πρός τό κοινοτικό δίκαιο (βλ. στό θέμα αυτό τίς υποθέσεις 61/79 — Denkavit italiana —, 811/79 — Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Ariete SpA, ἀπόφαση τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980 — καί 826/79 — Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Mireco, ἀπόφαση τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980), εἴτε πρόκειται γιά τήν ἀγωγή ἀναζητήσεως ἡ ἀποδόσεως ὀφειλομένων στην Κοινότητα ποσών (βλ. στό θέμα αὐτό τίς υποθέσεις 265/78 — Η. Fewerda BV, Ρόττερνταμ, κατά Produktschap voor Vee en Vlees, ἀπόφαση τῆς 5ης Μαρτίου 1980, Rec. 1980, σ. 617 —, σ. 127 καί 128/79 — Meridionale Industria Salumi καί λοιποί — καί 119/79 καί 126/79 — Lippische Hauptgenossenschaft κατά Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, ἀπόφαση τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980), εἴτε, ἀκόμα, πρόκειται γιά κοινοτικό φόρο πού εισπράχθηκε βάσει κανονισμοῦ κοινοτικοῦ δικαίου ὁ όποιος ἀναγνωρίσθηκε ἐν συνεχεία μή έγκυρος, ὅπως στην υπόθεση 130/79 (Express Dairy Foods Limited κατά Intervention Board for Agricultural Produce, ἀπόφαση τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980).
Όπως προκύπτει ἀπό τίς ἀναφερθείσες ἀποφάσεις, τό Δικαστήριο έλαβε ρητώς υπόψη ὅτι τό θέμα τῆς ἀμφισβητήσεως τῶν ὅρών πού ἀπαιτήθηκαν παρανόμως ἡ τῆς αποδόσεως τῶν φόρων πού καταβλήθηκαν ἀχρεωστήτως λύεται κατά διαφορετικούς τρόπους στά διάφορα Κράτη μέλη, ἀκόμα δέ καί εντός τοῦ 'ίδιου Κράτος μέλους, ἀνάλογα μέ τους διάφορους τύπους φόρων γιά τους οποίους πρόκειται. Τό Δικαστήριο ἀρκέσθηκε νά υπογραμμίσει σταθερά ὅτι ή εφαρμογή τῆς εθνικής νομοθεσίας πρέπει νά γίνεται κατά τρόπο πού νά μή δημιουργεί διακρίσεις, σχετικά μέ τίς διαδικασίες πού έχουν ὡς ἀντικείμενο τήν ἐπίλυση διαφορών τοῦ ἴδιου τύπου, άλλά καθαρώς εθνικών καί ὅτι οἱ διαδικαστικές λεπτομέρειες δέ δύνανται νά καταλήγουν στό νά ἀποβαίνει πρακτικά ἀδύνατη ή άσκηση τῶν δικαιωμάτων πού παρέχει τό κοινοτικό δίκαιο.
Οἱ σκέψεις αυτές ισχύουν επίσης στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην οποία, ὅπως καί στην υπόθεση Express Dairy Foods, πρόκειται γιά ἀγωγή ἀποδόσεως ὀφειλών πρός τήν Κοινότητα, οἱ όποιες εισπράχθηκαν ἀχρεωστήτως βάσει κοινοτικοῦ κανονισμοῦ πού κηρύχθηκε ἀνίσχυρος. Πρέπει, ἑπομένως, νά εξετάσουμε ἄν, ἀντίθετα με ὅ,τι συνέβαινε στην τελευταία ἀναφερθείσα ἀπόφαση, ὑπάρχει ἐν προκειμένω ειδική διάταξη ἡ γενική αρχή τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού νά εμποδίζει τήν εφαρμογή τοῦ κατ' ἀρχήν εφαρμοστέου ἐθνικοῦ δικαίου, μήπως, δηλαδή, τό κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει τήν άσκηση τῆς ἀγωγής «condictio indebiti», ὁπότε ἡ εξέλιξη τῆς ρυθμίζεται ἀπό τό εθνικό δίκαιο.
2.
Κατά τή γνώμη μου, ἡ ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι καταφατική γιά τους ἀκόλουθους λόγους: πρώτον, δέ δύναται νά μή ληφθεί υπόψη τό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός 536/76 περί τῆς υποχρεώσεως ἀγορᾶς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη προοριζόταν νά εξυπηρετήσει τή μείωση τῆς ποσότητας τῶν ἀποθεμάτων μέ τή θέσπιση υποχρεώσεως ἀγορᾶς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη. Ή σύσταση ἐγγυήσεως προοριζόταν επίσης νά διασφαλίσει τήν τήρηση τῆς υποχρεώσεως αυτής. Ὅπως προκύπτει ἀπό τις αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ, ἡ 'Επιτροπή ξεκίνησε ἀπό τή σκέψη ὅτι ἡ ἐπίρριψη τῶν επιβαρύνσεων τῶν μέτρων αυτών, ἐπί τῶν διαδοχικών ἀγοραστών τῶν ἐν λόγω προϊόντων ἀνταποκρινόταν κατά τόν καλύτερο τρόπο στους ἀντικειμενικούς σκοπούς τοῦ θεσπιζόμενου καθεστώτος, δεδομένου ὅτι οἱ ἐπιβα-ρύνσεις κατανέμονται ἔτσι πιό δίκαια στό σύνολο τῶν επιχειρηματιών. Τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμού προέβλεψε επομένως ὅτι, ἀκόμα καί γιά τίς συμβάσεις πού είχαν συναφθεί πρίν ἀπό τήν ημερομηνία τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμού, οἱ διαδοχικοί ἀγοραστές όφειλαν νά υποστούν τήν επίπτωση τῆς επιβαρύνσεως, ἡ ὁποία προέκυπτε ἀπό τό σύστημα πού όρισε ὁ κανονισμός. Σκοπός τῆς διατάξεως αὐτής ήταν ἑπομένως νά εμποδίσει τό ενδεχόμενο νά ὑποστοῦν βλάβη οἱ παραγωγοί ζωοτροφών, στά πλαίσια τῶν τρεχουσῶν συμβάσεων, λόγω τῆς υποχρεώσεως ἀγοράς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη πού θέσπισε ὁ κανονισμός. Μιά τέτοια ζημία, πού συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη καί τῆς χαμηλότερης τιμής πού θά πλήρωναν οἱ παραγωγοί γιά τά υποκατάστατα προϊόντα ἡ πού συνίσταται στην ἀπώλεια τῆς εγγυήσεως, θά ἐπερχόταν, ἐν τούτοις, στά πλαίσια τῶν τρεχουσῶν συμβάσεων, ἄν ὁ κανονισμός δέν εἶχε προβλέψει ρητώς τήν ἐπίρριψη τῶν επιβαρύνσεων αυτών στους ἀγοραστές.
Ἐξάλλου, ὅπως ὀρθώς προβάλλει ἡ 'Επιτροπή, μιά τέτοια διάταξη δέν ήταν ἀναγκαία γιά τίς συμβάσεις πού εἶχαν συναφθεί μετά τή θέση σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμοῦ, διότι οἱ ἐξ αὐτοῦ απορρέουσες επιβαρύνσεις ήταν δυνατό ἐν πάση περιπτώσει νά επιρρίπτονται ἐπί τῶν ἀγοραστών. Ούτε ἀληθεύει — ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι πιστεύει ή προσφεύγουσα στην κύρια δίκη — ὅτι μία τέτοια ἐπίρριψη ἐπί τῶν ἀγοραστών, τῶν ἐκ τοῦ κανονισμοῦ ἀπορρεουσῶν επιβαρύνσεων ἀποκλειόταν λόγω τῆς πραγματικής καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς, ἀφοῦ, ἀφενός ή ζήτηση σύνθετων ζωοτροφών εἶναι σταθερή λόγω τῆς φύσεως τῆς καί, ἀφετέρου, όλοι οἱ παρασκευαστές ζωοτροφών έφεραν, τήν εποχή εκείνη, τίς 'ίδιες επιβαρύνσεις.
Ἡ ἐπίρριψη τῶν επιβαρύνσεων στους διαδοχικούς αγοραστές δέν τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση οὔτε ἀκυρώνεται, ἀντίθετα μέ ὅ,τι πιστεύει ἡ προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, οὔτε ἀπό τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο αναγνώρισε ἐκ τῶν υστέρων τό ἀνίσχυρο τοῦ ἐν λόγω κανονισμού, στην υπόθεση Bela-Mühle καί λοιποί. Πράγματι ὅπως διδάσκει ἡ απόφαση πού εκδόθηκε στην υπόθεση 101/78 (Granaria BV), άπό την ἀρχή τῆς νομιμότητας προκύπτει οτι ὅλα τα υποκείμενα κοινοτικοῦ δικαίου εἶχαν τήν υποχρέωση νά ἀναγνωρίσουν τήν πλήρη ισχύ τοῦ κανονισμού 536/76, εφόσον αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο δέν τόν εἶχε ἀναγνωρίσει ὡς ἀνίσχυρο. Αυτό ὅμως σημαίνει ὅτι ἡ προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ζητά τήν ἀπόδοση ἀχρεωστήτων καταβολών, στίς όποιες τελικά δέν είχε τήν υποχρέωση αὐτή νά προβεί, σύμφωνα μέ τό ισχύον καί εφαρμοστέο κατά τό χρόνο εκείνο, κοινοτικό δίκαιο. Λαμβάνοντας υπόψη τή νομική κατάσταση, ἀποδεικνύεται ἑπομένως κατ' ἀρχήν ὅτι ἡ «condictio indebiti», βασισμένη στό κοινοτικό δίκαιο, θά ὁδηγοῦσε σέ ἀδικαιολόγητο πλουτισμό τῆς προσφεύγουσας στην κύρια δίκη.
3.
Είναι πάντως γνωστό ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί πολλές φορές τοῦ ερωτήματος ἄν τά ἀχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά πρέπει νά ἀποδίδονται στην περίπτωση πού ὁ επιχειρηματίας, ó όποιος ὀφείλει τό φόρο, τόν έχει επιρρίψει στους πελάτες του. Ἤδη στην ὑπόθεση 68/79 (Hans Just I/S κατά Ministère danois des impôts et accises, ἀπόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980, Sig. 1980, σ. 501) τό Δικαστήριο ὑπογράμμισε ὅτι ἡ προστασία των δικαιωμάτων πού εξασφαλίζει στόν τομέα ἡ κοινοτική έννομη τάξη, δέν ἀπαιτεῖ τήν ἀπόδοση τῶν ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων φόρων ὑπό συνθήκες πού συνεπάγονται ἀδικαιολόγητο πλουτισμό τῶν δικαιούχων, καί ὅτι, ἀπό τήν άποψη τοο κοινοτικοῦ δικαίου, τίποτα δέν ἀντιτίθεται στό νά λαμβάνονται υπόψη τά ἐθνικά δικαιοδοτικά όργανα, σύμφωνα μέ τό εθνικό τους δίκαιο, τό γεγονός ὅτι, φόροι ἀχρεωστήτως εισπραχθέντες έχουν ενσωματωθεί στίς τιμές τῆς επιχειρήσεως πού ὀφείλει τό φόρο καί έχουν ἐπιρριφθεῖ στους ἀγοραστές.
"Αν εἶναι ἀληθές ὅτι ἡ νομολογία αυτή ἔλαβε προδήλως υπόψη τή νομική κατάσταση στή Δανία, ὅπου τά δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν νά λαμβάνουν υπόψη τό γεγονός ὅτι οἱ ἀχρεωστήτως καταβληθέντες φόροι έχουν ἐπιρριφθεῖ στίς μεταγενέστερες βαθμίδες τοῦ οικονομικού κυκλώματος, τό Δικαστήριο επανέλαβε ἐν συνεχεία τήν άποψη του, στίς ἀποφάσεις πού ἐκδόθηκαν στίς υποθέσεις Denkavit (61/79) καί Express Dairy Foods (130/79). Καί στίς δύο περιπτώσεις έκρινε ὅτι ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀχρεωστήτου ρυθμίζεται ἀπό τίς εθνικές έννομες πράξεις γιά τίς όποιες πρόκειται, οἱ όποιες, ἄν δέν ἀπατῶμαι, δέ λαμβάνουν υπόψη τόν αδικαιολόγητο πλουτισμό τῶν δικαιούχων ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀγωγή περί «condictio indebiti».
Δεδομένου ὅτι, στην ὑπόθεση Express Dairy Foods, τό κοινοτικό δίκαιο δέν εἶχε προβλέψει ἐπίρριψη τῶν ἐπιβαρύνσεων καί ὅτι, ἑπομένως, δέν ἀποδείχθηκε ὅτι οἱ δικαιοῦχοι εἶχαν πράγματι προβεί στην ἐπίρριψη αὐτη, τό Δικαστήριο ἀρκέσθηκε νά παρατηρήσει ὅτι «τίποτα δέν ἐμποδίζει τά εθνικά δικαιοδοτικά όργανα νά λάβουν υπόψη τό γεγονός (αυτό) ...». Ἀντιθέτως πρέπει νά σημειωθεί ὅτι, όταν — ὁπως ἐν προκειμένω — τό κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ἐπίρριψη ἐπί τῶν διαδοχικών ἀγοραστών, τό γεγονός αυτό πρέπει νά λαμβάνεται υπόψη, ἄν δέν ἀποδεικνύεται τό ἀντίθετο.
4.
Τέλος, εἶναι δυνατό νά συναχθεῖ επιχείρημα, πού δικαιολογεί τόν αποκλεισμό, ἐν προκειμένω, τῆς «condictio indebiti», ἀπό τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου περί τῆς μή συμβατικής ευθύνης. Έτσι, τό Δικαστήριο ἔχει υπογραμμίσει, μεταξύ άλλων, ιδίως στίς υποθέσεις Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe καί λοιποί (ὑποθέσεις 83 καί 94/76, 4, 15 καί 40/77), ὅτι, στους τομείς πού ἀνήκουν στην οικονομική πολιτική τῆς Κοινότητας, εἶναι δυνατό νά ἀπαιτηθεί ἀπό τους ιδιῶτες, νά υφίστανται εντός λογικών ὁρίων, ὁρισμένα ἀποτελέσματα μιᾶς κανονιστικής πράξεως, βλαπτικά τῶν οικονομικών τους συμφερόντων, χωρίς νά δύνανται νά τύχουν ἀποζημιώσεως ἀπό τά δημόσια ταμεία, ἀκόμα καί στην περίπτωση πού ἡ πράξη έχει κριθεί ανίσχυρη. ΟΙ σκέψεις αυτές δύνανται επίσης νά μετατεθοῦν καί στην περίπτωση τῆς «condictio indebiti» επομένως, δυνάμεθα κατά μείζονα λόγο, νά ἀπαιτήσουμε ἀπό ιδιώτες, νά δέχονται, στους τομείς πού ανήκουν στην οικονομική πολιτική τῆς Κοινότητας, οἱ ἀξιώσεις τους πρός ἀποζημίωση ἀπό τά δημόσια ταμεία νά μή γίνονται δεκτές, στην περίπωση πού εἶχαν τή δυνατότητα νά επιρρίψουν ἐπί τῶν ἀγοραστών την επιβάρυνση πού συνεπάγονται οἱ κοινοτικές διατάξεις καί εφόσον δέν ἀποδεικνύουν τό ἀντίθετο, ὅτι δηλαδή δέν έκαναν χρήση τῆς δυνατότητας ἐπιρρίψεως πού τους παρείχετο.
5.
Τέλος, ὁ ἀποκλεισμός τῆς «condictio indebiti» επιβάλλεται καί ἐν προκειμένω, λόγω τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως πού γίνεται γενικώς δεκτή στό κοινοτικό δίκαιο. Ό κανονισμός 563/76 εἶχε πράγματι ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι οἱ επιχειρηματίες πού είχαν αγοράσει αποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη ἐπέρριπταν τις επιβαρύνσεις, πού εἶχε σάν συνέπεια ἡ υποχρέωση αυτή, έπί τών διαδοχικών ἀγοραστών τους καί αύτη τήν επιβάρυνση. Δεδομένου ὅτι, ὅπως μας είπαν, τό ποσό τῆς εγγυήσεως ἀντιστοι-χούσε περίπου πρός τήν οικονομική επιβάρυνση πού συνεπαγόταν ἡ υποχρέωση ἀγοράς, δύναται νά λεχθεῖ ὅτι ἡ ἐπίρριψη ἐπί τῶν ἀγοραστῶν είχε, τελικώς, τό 'ίδιο ἀποτέλεσμα. "Αν τώρα ἀποδοθοῦν οἱ εγγυήσεις στους παρασκευαστές ζωοτροφών, ἀπό αυτό θά προκύψει ευνοϊκότερη μεταχείριση τῶν τελευταίων, σέ σχέση μέ τους ἀνταγωνιστές τους, οἱ όποιοι συμμορφώθηκαν πρός τήν υποχρέωση ἀγοράς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη. 'Εκείνοι οἱ όποιοι τήρησαν τόν κανονισμό δέ θά ελάμβαναν τίποτα, ἐνῶ εκείνοι οἱ όποιοι συμμορφώθηκαν μόνο ἐν μέρει πρός τίς ἐκ τοῦ κανονισμού υποχρεώσεις θά ἀνακτούσαν τήν εγγύηση τους καί θά πλούτιζαν κατά τούτο, ἀδικαιολόγητα σέ σχέση μέ τους ἀνταγωνιστές τους, ἀπό τους ὁποίους, ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση HNL στέρησε τή δυνατότητα νά λάβουν ἀποζημίωση.
Ὅπως υπογραμμίζει ἰδίως τό Συμβούλιο, ή εκκρεμούσα διαδικασία προδικαστικής ἀποφάσεως πρέπει επιπλέον νά ἐξετάζεται στά πλαίσια τῶν άλλων ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου πού έχουν εκδοθεί σέ σχέση μέ τόν κανονισμό 536/76. Είναι γνωστό ὅτι στίς υποθέσεις Bayerische HNL καί Granaria (101/78), τό Δικαστήριο ἀπέρριψε, γιά λόγους οἱ ὁποίοι ἀναφέρθηκαν ήδη, τίς ἀγωγές ἀποζημιώσεως ποχύ εἶχαν ἀσκηθεῖ κατόπιν τῆς ἀναγνωρίσεως ἀνίσχυρου τοῦ κανονισμοῦ 536/76. Θά ήταν συνεπώς άδικο νά μή χορηγηθεῖ ἀποζημίωση στους ἑπομένους δικαιούχους, ἐπί τῶν ὁποίων είχαν ἐπιρριφθεῖ οἱ επιβαρύνσεις πού συνεπαγόταν ὁ ἐν λόγω κανονισμός καί νά επιτραπεί ὁ ἀδικαιολόγητος πλουτισμός εκείνων πού είχαν επιρρίψει τίς επιβαρύνσεις αυτές. 'Εξάλλου δέν επιτρέπεται νά μή ληφθεί υπόψη τό γεγονός ὅτι οἱ Ιταλικές επιχειρήσεις, λόγω τῆς καταστάσεως τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου, είχαν δεκαετή προθεσμία γιά νά κινήσουν τήν «condictio indebiti», ἐνῶ οἱ επιχειρήσεις Granaria καί Bayerische HNL δέν μπόρεσαν νά τύχουν ἀποκαταστάσεως, μέσω ἀγωγής ἀποζημιώσεως πού ασκήθηκε εντός περιορισμένων προθεσμιῶν.
6.
Δεδομένου ὅτι ὅπως προκύπτει ήδη ἀπό τίς προηγούμενες σκέψεις, ὑπό τό πρίσμα τῶν θεμελιωδών άρχων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, οἱ επιχειρήσεις πού ἐπέρριψαν τίς επιβαρύνσεις στους διαδοχικούς τους ἀγοραστές κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 563/76 δέν έχουν κανένα δικαίωμα νά τους ἀποδοθοῦν τά ἀχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, πιστεύω ὅτι δέν ἀπαιτείται πλέον νά εξετασθεί λεπτομερῶς τό ερώτημα πού ἤγειραν οἱ μετέχοντες στή διαδικασία, ὡς πρός τό ἄν πρέπει νά ικανοποιηθούν οἱ ἀπαιτήσεις δικαιοσύνης καί νομικής ἀσφάλειας, μέ τό χρονικό περιορισμό τῆς ισχύος τοῦ ἀνίσχυρου τοῦ κανονισμοῦ, μέσω τῆς ἀνάλογης εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 174 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ή ιταλική κυβέρνηση, τό Συμβούλιο καί ή 'Επιτροπή υποστηρίζουν, στό θέμα αυτό, τήν άποψη ὅτι τό Δικαστήριο, ἀφοῦ κρίνει ἀνίσχυρο έναν κανονισμό, δύναται ἀκόμα μέ μεταγενέστερη ευκαιρία νά συμπληρώσει τήν προηγούμενη ἀπόφαση του καί νά διευκρινίσει τήν έκταση τοῦ ἀνίσχυρου.
Μιά τέτοια λύση δέ μοῦ φαίνεται δυνατή ἐν προκειμένω γιά λόγους νομικής ἀσφάλειας καί λόγω τῆς προηγούμενης νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου. Πράγματι, ὅπως τό Δικαστήριο ἀναγνώρισε ήδη στην υπόθεση Defrenne, μόνο κατ' εξαίρεση, δηλαδή οταν καμία άλλη λύση δέ φαίνεται δυνατή, δύναται νά θεωρήσει ὅτι υποχρεούται, γιά τους λόγους πού ἀναφέρονται στην ἀπόφαση, νά περιορίσει έναντι ὅλων των ενδιαφερομένων τή δυνατότητα επικλήσεως μιᾶς ερμηνείας ενόψει επιτεύξεως νέας ἀποφάσεως ἐπί τῆς ουσίας. 'Εντούτοις, ὅπως ρητώς κρίθηκε ἐκ νέου στην υπόθεση Salumi καί λοιποί, ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει νά περιέχεται στην ἀπόφαση πού εκδίδεται ἐπί τῆς αἰτήσεως ἐρμηνείας. Ό περιορισμός αυτός πρέπει επίσης νά εφαρμόζεται στίς προδικαστικές ἀποφάσεις μέ τίς όποιες κρίνεται τό κύρος πράξεως τῶν ὀργάνων γιά τους λόγους πού ἀναφέρονται στίς προτάσεις μου σχετικά μέ τά δύο πρώτα ερωτήματα, ἄν ὄχι a fortiori, γιά λόγους νομικής ἀσφάλειας. Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο έκρινε ἀνίσχυρες ὁρισμένες πράξεις τῶν Κοινοτήτων, επίσης στίς ἀπα-φάσεις Société Coopérative «Providence agricole de la Champagne» (4/79) Maïserie de Beauce (101/79) καί Roquette (145/79), συγχρόνως δέ περιόρισε χρονικά τήν ἰσχύ τής κρίσεως αυτής.
7.
Ἔτσι, δέν ἀπαιτείται νά εξετασθεί ούτε τό ερώτημα, πού ήγειρε ἰδίως ἡ ιταλική κυβέρνηση, ὡς πρός τό ἄν ἡ επιστροφή πού ζήτᾶ ἡ προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, γιά τά ποσά πού ἀπέδωσε στους προμηθευτές της, πρέπει νά εξετασθεί ὑπό τό πρίσμα τῆς ἀναζητήσεως ἀχρεωστήτου ἡ μήπως πρόκειται στην πραγματικότητα γιά αποζημίωση, γιά τήν ὁποία πρέπει νά διωχθεί ἀποκλειστικά ἡ Κοινότητα καί ὄχι τό Κράτος μέλος.
Ως πρός τό τέταρτο ερώτημα
Τέλος, μέ τό τέταρτο ερώτημα, τό παρα-πέμπον δικαστήριο επιθυμεί νά διευκρινισθεί τό θέμα ἄν ὀφείλεται επιστροφή κατά τήν εξαγωγή γιά τά σιτηρά συστατικά τῶν σύνθετων ζωοτροφών τῆς δασμολογικῆς κλάσεως 23.07 Β, τίς όποιες εξήγαγε ἡ προσφεύγουσα μεταξύ τῆς 4ης Αυγούστου καί τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1976. Οἱ ζωοτροφές αυτές ἀποτελούνταν ἀπό σιτηρά προελεύσεως τῶν Κρατών μελών ή πού βρίσκονταν σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτών καί ἀπό πρωτεϊνοῦχα φυτικά προϊόντα πού εἶχαν εισαχθεί ὑπό καθεστώς τελωνειακής τελειοποιήσεως, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 677/76 τῆς 'Επιτροπῆς τῆς 26ης Μαρτίου 1976 περί ορισμένων λεπτομερειῶν εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 503/76, περί υποχρεωτικής ἀγοράς αποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη (JO L 81 τῆς 27ης Μαρτίου 1976, σ. 23).
Κατά τήν προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εἶναι ἀπαράδεκτο τό ὅτι ἄν καί ζήτησε τό ευεργέτημα τοῦ καθεστώτος τελωνειακής τελειοποιήσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 677/76, δέ δικαιούται επιστροφῶν κατά τήν εξαγωγή βάσει τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 192/75 τῆς 'Επιτροπής τῆς 17ης 'Ιανουαρίου 1975 περί τοῦ τρόπου εφαρμογής τῶν επιστροφών κατά τήν ἐξαγωγή γιά γεωργικά προϊόντα JO L 25 τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1975, σ. 1), ένώ αυτές οφείλονται σέ άλλους επιχειρηματίες, οἱ όποιοι δέν έκαναν χρήση τῆς δυνατότητας τοῦ εμπορίου ενεργητικής τελειοποιήσεως. Ή επιλογή μεταξύ προσωρινής εισαγωγής καί συστάσεως εγγυήσεως προβλέφτηκε στον κανονισμό εφαρμογής 677/76 τῆς 'Επιτροπής, ὁ όποιος βασίζεται στον κανονισμό 536/76 τοῦ Συμβουλίου καί ὁ όποιος, κατά τήν προσφεύγουσα πρέπει επίσης νά θεωρηθεί ὡς ἀνίσχυρος, λόγω τοῦ ἀνίσχυρου τοῦ κανονισμού ἐπί τοῦ ὁποίου βασίζεται. Ή προσφεύγουσα δέν κατέφυγε στό καθεστώς τελωνειακής τελειοποιήσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 677/76, παρά μόνο γιά νά ἀποφύγει τήν υποχρέωση ἀγορᾶς αποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη ἡ τήν υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεων, οἱ όποιες προβλέπονται στόν κανονισμό 536/76, πού ἀναγνωρίσθηκε ανίσχυρος έκ τῶν υστέρων. Μέ τό γεγονός αυτό αναγκάσθηκε νά καταφύγει σέ μιά μορφή εισαγωγής ἡ ὁποία, κατά τή γνώμη τῆς καθ' ἧς στην κυρία δίκη, εμποδίζει τήν προσφεύγουσα νά ἀπο-λαύει επιστροφών τίς όποιες θά δικαιοῦταν διαφορετικά. Σύμφωνα μέ τήν τελευταία, τό γεγονός ὅτι θέλησε νά ἀποφύγει τίς συνέπειες ενός παράνομου κανονισμοῦ δέν πρέπει πάντως νά έχει καμία ἔννομη συνέπεια.
'Ανεξαρτήτως τοῦ θέματος τοῦ κύρους τοῦ κανονισμοῦ 563/76, ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ άρθρου 8 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 192/75 έπρεπε, κατά τήν ενάγουσα, νά συνεπάγεται τή χορήγηση επιστροφής κατά τήν ἐξαγωγή, ἐν πάση περιπτώσει γιά τά προερχόμενα ἀπό τήν Κοινότητα σιτηρά συστατικά τῶν ἐν λόγω ζωοτροφών. Κατά τή γνώμη της, αυτό ἀκριβώς προκύπτει ἀπό τό σκοπό πού επιδιώκει τό σύστημα τῶν επιστροφών, τό όποιο ἐξυπηρετεί τό συμψηφισμό τῆς διαφοράς μεταξύ τῶν τιμών πού εφαρμόζονται έκτός καί εντός τῆς Κοινότητας. Γιά τόν 'ίδιο λόγο, ὅπως προκύπτει Ιδίως ἀπό τό άρθρο 16 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 2727/75 καί ἀπό τό άρθρο 8 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 2743/75, καθώς καί από τους κανονισμούς 1871/76 καί 2372/76, στην περίπτωση πού ένα μέρος τῶν σιτηρών άνω τοῦ 65 ο/ο βρισκόταν σέ ελεύθερη κυκλοφορία ἐντός τῆς Κοινότητας, ὀφείλεται μερική επιστροφή γιά τό μέρος αὐτό, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν τά λοιπά συστατικά έχουν τεθεῖ, στό σύνολό τους, σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τής Κοινότητας καί ἄν ἔχουν εἰσαχθεῖ ὐπό καθεστώς τελωνειακής τελειοποιήσεως.
Δέ νομίζω πάντως, γιά πολλούς λόγους, ὅτι τά επιχειρήματα αυτά πρέπει νά γίνουν δεκτά. Πράγματι, ἀπό τήν ἀπόφαση στην υπόθεση Granaria (υπόθεση 101/78) γνωρίζουμε ὅτι ὅσο ὁ κανονισμός 563/76 δέν είχε κριθεί ἀνίσχυρος σύμφωνα μέ τή συνθήκη, οἱ εθνικές ἀρχές στίς όποῖες εἶχε ἀνατεθεί ἡ εφαρμογή του όφειλαν νά ἀναγνωρίσουν τήν πλήρη ἰσχύ του. Τό 'ίδιο πρέπει νά ισχύει καί γιά τόν κανονισμό εφαρμογής 677/76, πού εκδόθηκε σέ εκτέλεση τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ.
'Επομένως, ἡ προσφεύγουσα μπορούσε νά επιλέξει, ὁπως ὅλοι οἱ επιχειρηματίες, εἴτε νά θέσει σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας τίς φυτικές ζωοτροφές είτε νά εισαγάγει τά προϊόντα αυτά μόνο προσωρινῶς στά πλαίσια τοῦ εμπορίου ενεργητικῆς τελειοποιήσεως.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 563/76, γιά τή θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητας, ἀπαιτεῖται ή προσκόμιση «πιστοποιητικοῦ πρωτεΐνης», ἡ χορήγηση τοῦ ὁποίου ἐξαρτιόταν ἀπό τή σύσταση εγγυήσεως ἡ ἀπό την προσκόμιση βεβαιώσεως περί ἀγορᾶς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη. Γιά τά προϊόντα πού εἶχαν έτσι τεθεῖ σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητας, έπρεπε επίσης νά χορηγηθεῖ επιστροφή κατά τήν εξαγωγή, σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 παράγραφος 1 εδάφιο 1 τοῦ κανονισμοῦ 192/75.
Ἀντιθέτως, ὅπως γνωρίζουμε, ἡ προσφεύγουσα επέλεξε, στά πλαίσια τῶν συνυφασμένων μέ τήν εμπορική δραστηριότητά της κινδύνων, τή δυνατότητα πού προβλέπεται στό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 677/76 — νά εισαγάγει προσωρινῶς ἐλαιούχους σπόρους ἀπό τρίτες χώρες, στά πλαίσια τοῦ εμπορίου ενεργητικής τελειοποιήσεως καί επομένως δέν ἀπαιτείτο νά υποστεί τίς επιβαρύνσεις πού προέκυπταν ἀπό τήν ἀγορά ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη ἡ ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς εγγυήσεως. Λόγω τῆς στενής σχέσεως μεταξύ τῶν επιβαρύνσεων αυτών πού συνεπάγεται ἡ εισαγωγή, καί τίς πρός χορήγηση επιστροφές κατά τήν εξαγωγή, είναι επομένως λογικό νά μή δικαιούται επιστροφής σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 παράγραφος 1 εδάφιο 1 τοῦ κανονισμοῦ 192/75. Αυτή ἡ ουσιαστική σχέση καθίσταται φανερή μέ ιδιαίτερη σαφήνεια καί στό γεγονός ὅτι, ὅπως έμαθα ἀπό τήν Επιτροπή, οἱ ἐπιστροφές αυξήθηκαν ἀφοῦ διαπιστώθηκε ὅτι τά ἀρχικά ποσοστά επιστροφής δέν ἐπαρκοῦσαν γιά νά συμψηφίσουν τήν ἀπώλεια τῆς εγγυήσεως.
Ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι νομίζει ἡ προσφεύγουσα, ὁ κανόνας αυτός δέν τροποποιεῖται ἀπό τό τρίτο εδάφιο τῆς διατάξεως σύμφωνα μέ τό όποιο «κατά τήν εξαγωγή σύνθετων προϊόντων, τά όποια ἀπολαύουν επιστροφής πού καθορίζεται γιά ἕνα ἡ περισσότερα ἀπό τά συστατικά τους, ἡ επιστροφή ή σχετική μέ αυτό ἡ αυτά τά τελευταία, παρέχεται εφόσον τό ἡ τά συστατικά, γιά τά ὁποια ζητείται βρίσκονται σέ μιά ἀπό τίς καταστάσεις στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 9 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης». Όπως μοῦ εἶπε ἡ Επιτροπή, ἡ διάταξη αυτή άφορᾶ στην πραγματικότητα μόνο τά γεωργικά προϊόντα, τά όποια έχουν εξαχθεί ὑπό μορφή διαφορετική ἀπό τά εμπορεύματα πού ἀπαριθμοῦνται στό παράρτημα II τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Δεδομένου ὅτι οἱ σύνθετες ζωοτροφές τῆς δασμολογικής κλάσεως 23/07 Β τοῦ κοινοῦ δασμολογίου δέν ἀνήκουν στην κατηγορία αυτή, ἡ επιστροφή, ἄν καί υπολογίζεται βάσει τῆς περιεκτικότητας σέ σιτηρά προϊόντα, καθορίζεται γιά τό προϊόν στό σύνολό του καί ὄχι γιά τά σιτηρά συστατικά πού περιέχει.
Ἐν συνεχεία ἡ προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, φαίνεται νά έχει τή γνώμη ὅτι οἱ εφαρμοστέοι κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου δέν παρέχουν στην 'Επιτροπή τήν άδεια νά καθορίζει, ὅπως τό έπραξε, τίς επιστροφές γιά τά σύνθετα προϊόντα. Γιά νά ἀνατραπεί ἡ άποψη αύτη ἀρκεῖ, πάντως, νά υπογραμμισθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τους σχετικούς κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου, στην 'Επιτροπή ἀπόκειται νά ἀποφασίζει γιά τή χορήγηση ἡ μή τῶν επιστροφών, λαμβάνοντας υπόψη τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἀγορᾶς.
Τό γεγονός ὅτι δέν υπάρχει, ἐν προκειμένω, ούτε περιοριζόμενο στά σιτηρά συστατικά δικαίωμα επιστροφής κατά τήν εξαγωγή δέν παραβιάζει, οὔτε καί αυτό, ἀντιθέτως ἀπό ὅ,τι πιστεύει ἡ προσφεύγουσα, την ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως πού ἀναγνωρίζει τό κοινοτικό δίκαιο. Στό σημείο αυτό πρέπει νά ληφθεῖ υπόψη τό γεγονός οτι οἱ επιχειρηματίες, οἱ όποιοι έθεσαν σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητας ελαιώδεις σπόρους καί απέκτησαν, επομένως, δικαίωμα επιστροφές κατά την εξαγωγή τῶν σύνθετων προϊόντων, οφείλουν επίσης νά υποστούν τίς επιβαρύνσεις πού συνδέονται μέ τό «πιστοποιητικό πρωτείνης», χωρίς νά δύνανται νά προβάλουν αίτηση ἐπιστροφής εφόσον δέ δύνανται νά ἀποδείξουν ὅτι δέν ἐπέρριψαν τήν επιβάρυνση αυτή.
Ἀντιθέτως, ἡ ενάγουσα, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ επιστροφή κατά τήν εξαγωγή γία ζωοτροφές πού παράχθηκαν στό πλαίσιο τοῦ εμπορίου ενεργητικής τελειοποιήσεως, μέ ελαιώδεις σπόρους πού εἰσάχθηκαν ἁπλῶς ὑπό καθεστώς προσωρινής εισαγωγής ἀπό τρίτες χώρες, θά ευνοηθεί σέ σχέση μέ τους ἀνταγωνιστές της, ἄν τῆς χορηγηθεί ἡ ἀντίστοιχη επιστροφή.
Καί γιά τό λόγο αὐτό ἑπομένως πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο 1 τοῦ κανονισμοῦ 192/75, πού υποστήριξαν οἱ ιταλικές ἀρχές.
Καταλήγοντας προτείνω, λοιπόν, νά δοθούν στά ἐρωτήματα πού σᾶς υποβλήθηκαν οἱ ἀκόλουθες ἀπαντήσεις:
1.
Ὅλες οἱ εθνικές ἀρχές καί τά δικαιοδοτικά ὄργανα δεσμεύονται ἀπό τήν ἀναγνώριση ἀνίσχυρου ενός κοινοτικοῦ κανονισμοῦ, στά πλαίσια τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὑπό τήν επιφύλαξη νέας παραπομπής στό Δικαστήριο.
2.
Τό κοινοτικό δίκαιο ἀποκλείει τήν ἀναζήτηση καταβολῶν πού ἔγιναν βάσει τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 563/76 τοῦ Συμβουλίου τῆς 15ης Μαρτίου 1976, ὁ όποιος ἀναγνωρίσθηκε ἀνίσχυρος, εφόσον δέν ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ οικονομικές επιβαρύνσεις γιά τίς ὁποῖες πρόκειται δέν ἐπιρρίφθηκαν ἐπί τῶν ἑπόμενων ἀγοραστῶν.
3.
Δέ χορηγοῦνται επιστροφές κατά τήν εξαγωγή γιά τά προϊόντα τῆς δασμολογικής κλάσεως 23.07 Β τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, πού είχαν παρασκευασθεί πρίν ἀπό τήν ἀναγνώριση ἀνίσχυρου τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, ἀπό φυτικά, πρωτεϊνούχα προϊόντα, τά ὁποῖα εἶχαν εισαχθεί μόνο προσωρινώς, ἀπό τρίτες χώρες, στα πλαίσια καθεστώτος τελωνειακής τελειοποιήσεως, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 677/76 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 26ης Μαρτίου 1976, καθώς καί ἀπό σιτηρά πού βρίσκονταν σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy