ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 3 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Τό tribunal d'instance τοῦ Ιου arrondissement τοῦ Παρισιοῦ σᾶς θέτει τό ζήτημα — μέ ἀπόφαση τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1980, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — τοῦ κύρους τῶν κανονισμών «μέ τους ὁποίους επιβλήθηκε ή πληρωμή νομισματικών εξισωτικῶν ποσών στίς εξαγωγές τοῦ τυριοῦ roquefort ἀπό τή Γαλλία, τόσο πρός τά Κράτη μέλη ὅσο καί πρός τίς τρίτες χώρες». Τό ζήτημα ἀνακύπτει ἀπό μιά εκκρεμή διαφορά ενώπιον τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ, στην ὁποία πολυάριθμοι παραγωγοί καί εξαγωγείς τοϋ τυριοῦ roquefort ζητοῦν ἀπό τή γαλλική διοίκηση τελωνείων τήν επιστροφή τοῦ συνόλου τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά τήν εξαγωγή, τά όποια οἱ ενάγοντες ισχυρίζονται ὅτι κατέβαλαν ἀχρεωστήτως μεταξύ Μαρτίου 1976 καί 'Ιουνίου 1979 (κατά τήν περίοδο πού εφαρμοζόταν στό roquefort τό καθεστώς τῶν εξισωτικών ποσών). Καί ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα συνεπάγεται τήν εξέταση τῶν κανονισμών, μέ τους ὁποίους ἡ 'Επιτροπή θέσπισε τήν ὑπαγωγή τοῦ τυριοῦ roquefort στό παραπάνω καθεστώς, ὑπό τό πρίσμα τοῦ κανονισμοῦ 974/71 τοῦ Συμβουλίου τῆς 12ης Μαΐου 1971 — περί ὁρισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής πού πρέπει νά ληφθοῦν στό γεωργικό τομέα σάν συνέπεια τῆς προσωρινῆς διευρύνσεως τῶν περιθωρίων διακυμάνσεως τῶν νομισμάτων ὁρισμένων Κρατών μελών — δηλαδή τῆς κανονιστικής πράξεως πού δημιούργησε τό σύστημα τῶν ἐξισωτικών ποσών καί καθόρισε τίς βασικές προϋποθέσεις τους.
2.
Εἶναι σκόπιμο πρίν ἀπ᾽ ὅλα νά υπενθυμίσω σέ τί συνίστανται οι προϋποθέσεις αυτές. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 974/71, ἡ 'Επιτροπή μπορεί νά θεσπίζει εξισωτικά ποσά ὡς πρός ὁρισμένα προϊόντα πού περιλαμβάνονται στην κοινή ὀργάνωση τῶν γεωργικών ἀγορῶν, ἀρκεῖ εἴτε νά προβλέπονται γι' αὐτα μέτρα παρεμβάσεως εἴτε, εναλλακτικά, ἡ τιμή τους νά εξαρτάται ἀπό άλλα προϊόντα γιά τά όποια προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως (ἄς ἀφήσουμε κατά μέρος τήν περίπτωση τῶν προϊόντων πού δέν περιλαμβάνονται στην κοινή ὀργάνωση τῶν ἀγορών καί εἶναι ἀντικείμενο ειδικῆς ρυθμίσεως, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 235 τῆς συνθήκης). Ἐξάλλου ἡ ευχέρεια πού ἀπονέμεται στην 'Επιτροπή μπορεί νά ἀσκηθεί μόνο ὅταν πρόκειται γιά προϊόντα οἱ συναλλαγές τῶν ὁποίων διαταράζονται ἀπό τίς νομισματικές διακυμάνσεις (άρθρο 1 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 974/71, ὅπως διαμορφώθηκε ἀπό τόν κανονισμό 2746 τοῦ Συμβουλίου τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1972).
Στην περίπτωση μας δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό roquefort, ὅπως καί ὅλα τά υπόλοιπα τυριά, περιλαμβάνεται στην κοινή ὀργάνωση τῶν ἀγορών στόν τομέα τοῦ γάλακτος καί τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων (άρθρο 1 τοῦ κανοισμοῦ 804/68 τῆς 27ης 'Ιουνίου 1968) καί ὅτι, ἀπό τήν άλλη μεριά, γι' αυτό δέν προβλέπεται κανένα μέτρο παρεμβάσεως. Δύο λοιπόν εἶναι τά ἀμφισβητούμενα σημεία: ἄν πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ τιμή τοῦ roquefort εξαρτᾶται ἀπό τήν τιμή τῶν άλλων προϊόντων γιά τά όποια προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως καί ἄν τό 1976 υπήρχαν διαταραχές στίς συναλλαγές roquefort λόγω τῶν ἀπότομων διακυμάνσεων τοῦ γαλλικοῦ φράγκου.
3.
Ὡς πρός τό πρώτο σημεῖο, ἡ 'Επιτροπή πρίν ἀπ᾽ ὅλα παρατηρεί ὅτι τά τυριά ἐπωφελοῦνται γενικά ἀπό την κοινή ὀργάνωση της γαλακτοκομικῆς ἀγορᾶς, ἀφοῦ γι' αυτά προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα, ὅπως οι εἰσφορές κατά την εισαγωγή, ἔστω καί ἄν οἱ τιμές παρεμβάσεως ἔχουν καθοριστεί μόνο γιά δύο τυριά, τό Grana Padano καί τό Parmigiano Reggiano. Στά πλαίσια τῆς κοινῆς ὀργανώσεως τῆς παραπάνω ἀγορᾶς, ή 'Επιτροπή ἀναγνωρίζει μιά γενική σχέση εξαρτήσεως τῶν τιμῶν τῶν τυριών ἀπό τίς τιμές τοῦ βουτύρου καί τοῦ γάλακτος σέ σκόνη, δηλαδή δύο προϊόντων γιά τά ὁποῖα προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως. Ή σχέση αυτή ὑπάρχει γιά ὅλα τά τυριά, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν παρασκευάζονται ἀπό γάλα ἀγελάδας ἡ προβάτου. 'Επιπλέον, τό roquefort καί τά τυριά «bleus» (τυριά τύπου ροκφόρ) ἀπό γάλα ἀγελάδας ἀλληλεξαρτῶνται ὅσον άφορᾶ τίς τιμές πωλήσεως τους, επειδή ἡ τιμή τοῦ roquefort ποικίλλει ἀνάλογα μέ τίς διακυμάνσεις τῶν τιμών τῶν άλλων τυριών τύπου roquefort πού εἶναι ἀνταγωνιστικά πρός αυτό!
Γιά νά υποστηρίξει αυτή τή γενική σχέση ἐξαρτήσεως, ἡ 'Επιτροπή υπενθυμίζει ὅσα είχε εκθέσει ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Roemer στίς προτάσεις πού ἀνέπτυξε στίς 26 'Ιουνίου 1973 στην υπόθεση 5/73, Balkan. Τό ζήτημα τότε ήταν ἡ εξάρτηση τῶν τιμῶν τοῦ τυριού (καί συγκεκριμένα ἑνός βουλγάρικου πρόβειου τυριοῦ, στό όποιο εφαρμόστηκαν εξισωτικά ποσά κατά την εισαγωγή) ἀπό τίς τιμές παρεμβάσεως τοῦ βουτύρου καί τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη. Ό γενικός εἰσαγγελεύς μεταξύ άλλων εξέφρασε τήν πεποίθηση ὅτι «ἀκόμα καί ἄν γίνει δεκτό ὅτι δέν υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ τῶν τιμών τοῦ τυριού καί τῶν παραπάνω τιμῶν παρεμβάσεως ὁπωσδήποτε δέ φαίνεται καθόλου πειστικός ὁ ισχυρισμός ὅτι οἱ πρώτες είναι τελείως ἀνεξάρτητες ἀπό τίς δεύτερες. Οἱ τιμές παρεμβάσεως τοῦ βουτύρου καί τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη πρέπει πράγματι νά διασφαλίζουν τουλάχιστον μιά κατώτατη τιμή γιά τό τυρί» (Raccolta 1973, σ. 1132).
Ἡ γνώμη αυτή έγινε δεκτή ἀπό τό Δικαστήριο, πού ἀναγνώρισε πράγματι στην ἀπόφαση Balkan τῆς 24ης 'Οκτωβρίου 1973 (Συλλογή 1973, σ. 1091, σημείο 39 τοῦ σκεπτικού) τήν ύπαρξη σχέσεως μεταξύ τῆς τιμής τοῦ τυριού ἀφ᾿ ενός καί τῆς τιμής τοῦ βουτύρου καί τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη ἀφ᾿ έτερου, παραδείγματος χάριν ὅσον άφορᾶ τήν τιμή κατωφλίου, βάσει τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου 804 τῆς 27ης 'Ιουνίου 1968 καί 823 τῆς 28ης 'Ιουνίου 1968, οἱ όποιοι περιέχουν διατάξεις σχετικά μέ τίς κατηγορίες τῶν προϊόντων καί μέ τόν υπολογισμό τῶν εισφορών στόν τομέα τοῦ γάλακτος καί τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων. Πιό πρόσφατα, ἐξάλλου, τό Δικαστήριο είχε άλλη μιά ευκαιρία νά δώσει εὐρεία ερμηνεία στην έννοια τῆς εξαρτήσεως τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 974/71, πού ἀνέφερα παραπάνω. Πράγματι στην ἀπόφαση τῆς 3ης Μαΐου 1978 σχετικά μέ τήν υπόθεση 131/77, Milac, ἀποφάνθηκε ὅτι «ή τιμή ὁρισμένου προϊόντος πού περιλαμβάνεται στην κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγοράς εξαρτάται ... ἀπό τήν τιμή ἑνός προϊόντος γιά τό όποιο προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στά πλαίσια τῆς κοινής ὀργανώσεως τῶν γεωργικών ἀγορών, ὅταν κυμαίνεται σημαντικά λόγω τῶν μεταβολών τῆς τιμής τοῦ τελευταίου αὐτοῦ προϊόντος» (σημείο 5 τοῦ σκεπτικού). Τά δύο αυτά νομολογιακά προηγούμενα μοῦ φαίνονται ἀποφασιστικά.
Οἱ παραγωγοί roquefort ἐν τούτοις υποστηρίζουν ὅτι τό τυρί αυτό, σέ ἀντίθεση μέ τό τυρί στό ὁποῖο ἀναφέρόνταν ἡ παραπάνω ἀπόφαση Balkan καί τό όποιο επίσης παρασκευάζεται ἀπό πρόβειο γάλα, έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πού τό θέτουν έκτός τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν άλλων τυριών καί ὑπό τήν επίδραση τῶν κοινοτικών μηχανισμών παρεμβάσεως. Ή 'ίδια άλλωστε ἡ διατύπωση τοῦ δικαστῆ τῆς παραπομπῆς υπαινίσσεται την ἰδιαιτερότητα τοῦ τυριοῦ roquefort, πράγμα πού θά δικαιολογούσε την ἀμφιβολία ὡς πρός την ἰσχύ τῶν κοινοτικῶν κανονισμῶν βάσει τῶν ὁποίων θεσπίστηκε ἡ πληρωμή νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά την εξαγωγή.
Ἀποτελεί πραγματικότητα ὅτι τό roquefort διαφέρει ἀπό άλλα ἀνάλογα προϊόντα, γιατί παρασκευάζεται ἀπό πρόβειο γάλα. Αυτό ὅμως δέ μεταβάλει τό γεγονός ὅτι ἀνήκει στην οικογένεια τῶν τυριών τύπου roquefort (πού ὁρίζονται επίσης ὡς «φέροντα ἐν τη μάζη πράσινα στίγματα») καί ὅτι ἡ υπαγωγή του σ᾽ αὐτή την οικογένεια ἀποτελεί ἀπό τήν άποψη τοῦ καταναλωτή τό πρώτο καί θεμελιώδες χαρακτηριστικό του. Δέ μοῦ φαίνεται ἐν τούτοις ἀκριβές ὅτι τό ἐν λόγω προϊόν δέν υπόκειται στόν ἀνταγωνισμό γιατί ἀποτελεί μιά «μοναδική περίπτωση»: γιά τό μέσο καταναλωτή ἡ διαφορά γεύσεως σέ σχέση μέ τά άλλα τυριά τύπου roquefort δέν είναι τέτοια ώστε νά καθίστᾶ τό roquefort ἀναντικατάστατο.
Όσον άφορα, ἐν συνεχεία τίς τιμές, είναι γνωστό ὅτι τό roquefort, ἀκριβώς επειδή παρασκευάζεται ἀπό πρόβειο γάλα, είναι ἀνέκαθεν πιό ἀκριβό (γύρω στά 30 % τουλάχιστον) σέ σχέση μέ τά άλλα τυριά «bleus» πού παρασκευάζονται ἀπό γάλα ἀγελάδας. Αυτό ὅμως πού μᾶς ενδιαφέρει εἶναι ἡ συνεχής σχέση μεταξύ τῶν τιμών τοῦ ἑνός καί των άλλων. Ό πίνακας πού υποβλήθηκε ἀπό τήν Ἐπιτροπή, ὁ όποιος δέν ἀποτέλεσε ἀντικείμενο καμίᾶς ἀμφισβήτησης σ᾽ ὅλη τή διάρκεια τῆς δίκης, δείχνει ὅτι κατά τήν περίοδο 1974-1978 οἱ τιμές τοῦ roquefort κυμάνθηκαν, τόσο σέ περίπτωση πτώσεως ὅσο καί σέ περίπτωση ἀνόδου, σύμφωνα μέ μιά καμπύλη παράλληλη μέ τήν καμπύλη παρόμοιων τυριών πού παρασκευάζονται ἀπό γάλα ἀγελάδας, ἀπό τά όποια ξεχωρίζουν στή Γαλλία τό «bleu des Causses» καί τό «bleu d'Auvergne».
Οἱ παραγωγοί roquefort υποστήριξαν ὅτι στή Γαλλία τό επίπεδο τῆς τμῆς τού πρόβειου γάλακτος, αισθητά ψηλότερο ἀπό τό επίπεδο τοῦ ἀγελαδινού, προσδιορίζεται ἀπό τήν παραγωγή τοῦ roquefort, γιά τήν ὁποία διατίθεται τό μεγαλύτερο μέρος του. 'Αν αυτό ἀληθεύει, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι οἱ μεταβολές τῆς τιμής τοῦ roquefort προκαλούνται ἀπό παράγοντες διαφορετικούς ἀπό τήν τιμή τού πρόβειου γάλακτος, καί γιά τήν ἀκρίβεια ἀπό τήν εξέλιξη τῆς ἀγοράς τῶν τυριών τύπου roquefort πού παρασκευάζονται ἀπό ἀγελαδινό γάλα. Πράγματι, ἀφοῦ ἡ παραγωγή roquefort ε̟ναι πολύ πιό περιορισμένη ἀπό τήν παραγωγή άλλων παρόμοιων τυριών πού έχουν σάν βάση τό γάλα ἀγελάδας, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ τιμές τῶν τελευταίων επηρεάζουν τήν τιμή τοῦ roquefort καί ὄχι ἀντίστροφα.
Πρέπει τέλος νά ἀναφερθεί ὅτι τό roquefort, ὅπως ἀκριβώς καί τά άλλα κοινοτικά τυριά «bleus», ἀπολαύει τουλάχιστον έμμεσα τῆς προστασίας πού παρέχει τό σύστημα τῶν εἰσφορῶν πού εφαρμόζονται σέ ὅλα τά τυριά μέ πράσινα στίγματα στή μάζα τους. Προστατεύεται μάλιστα ιδιαίτερα ἀπό εισαγωγές στην Κοινότητα τυριών τέτοιου τύπου, καταγωγής ἀνατολικοευρωπαϊκών χωρών.
'Επομένως συμμερίζομαι τή θέση τῆς 'Επιτροπής σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό roquefort πρέπει νά θεωρηθεί, ὅπως καί τά άλλα τυριά, ὡς τμήμα τῆς συνολικής ἀγορᾶς τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων καί ὅτι ἡ τιμή τοῦ roquefort περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών πού έχουν σχέση εξαρτήσεως ἀπό τήν τιμή τῶν προϊόντων πού ἀποτελούν ἀντικείμενο μέτρων παρεμβάσεως στά πλαίσια της κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀγορᾶς γάλακτος (βούτυρο καί γάλα σέ σκόνη).
4.
Τό άλλο σημείο πού πρέπει νά διευκρινιστεί εἶναι ἄν τό 1976 ὑπήρχε κίνδυνος διαταραχών στίς ἀνταλλαγές τοῦ προϊόντος αυτού σάν συνέπεια τῶν διακυμάνσεων τῶν συναλλαγματικών ισοτιμιών. 'Εδώ πρέπει κυρίως νά ληφθεί υπόψη ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ 974/71, έγκειται στην 'Επιτροπή, ἡ ὁποία διασκέπτεται σύμφωνα μέ τή λεγόμενη διαδικασία τῆς επιτροπής διαχειρίσεως, νά αποφασίσει ἄν υπάρχει κίνδυνος διαταραχών αὐτοῦ τοῦ είδους. Ὅπως έκρινε τό Δικαστήριο στη δεύτερη ἀπόφαση Balkan, ἡ ὁποία εκδόθηκε στίς 22 'Ιανουαρίου 1976 στήν υπόθεση 55/75 (Raccolta 1976, σ. 19, βλ. ιδίως τά σημεῖα 9 καί 11 τοῦ σκεπτικοῦ), ὅταν πρόκειται νά εκτιμηθεί περίπλοκη οικονομική κατάσταση, ἡ 'Επιτροπή καί ἡ επιτροπή διαχειρίσεως διαθέτουν ευρεία διακριτική εξουσία. Ό δικαστικός έλεγχος τῆς ἀσκήσεως τῆς εξουσίας αυτής πρέπει επομένως νά περιορίζεται σέ τυχόν ελαττώματα λόγω προφα-νοῦς σφάλματος, καταχρήσεως εξουσίας ή καταφανοῦς υπερβάσεως τῶν ὁρίων τῆς διακριτικής εξουσίας (ὁ προσανατολισμός αυτός ἐπιβεβαιώθηκε στην ἀπόφαση τῆς 25ης Μαΐου 1978 στην υπόθεση 137/77, Racke, Raccolta 1978, σ. 1245). Ειδικότερα, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν είναι υποχρεωμένη νά ἀποφασίζει γιά τό κάθε εμπόρευμα χωριστά ἄν υπάρχει κίνδυνος διαταραχών, και ερμήνευσε τή διάταξη τοῦ ἄρθρου 1 τελευταίο εδάφιο τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ 974/71, μέ τήν έννοια ὅτι ἡ 'Επιτροπή μπορεί νά πραγματοποιεί σ᾽ αυτό τό θέμα συνολικές εκτιμήσεις, ὡς πρός ολόκληρες ὁμάδες προϊόντων. Επομένως ἀκόμα καί ἄν ἀποδειχτεί, μετά τόν καθορισμό εξισωτικών ποσών σέ ὁρισμένο προϊόν, ὅτι ἡ εισαγωγή ἡ ἡ ἐξαγωγή του δέν μποροῦσε νά προκαλέσει διαταραχές στίς συναλλαγές τῶν γεωργικών προϊόντων στην Κοινότητα, αυτό δέ θά σήμαινε ὅτι ή 'Επιτροπή διέπραξε μόνο γιά τό λόγο αυτό πρόδηλο σφάλμα ἡ υπερέβη καταφανῶς τά ὅρια τῆς διακριτικής ἐξουσίας τῆς ὅταν ἀποφάνθηκε ὅτι, ἄν δέν καθορίζονταν εξισωτικά ποσά, οἱ ἀνταλλαγές τοῦ ἐν λόγω προϊόντος θά διαταράσσονταν (βλ. τό σημείο 11 τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως στην υπόθεση 55/75).
Οἱ πρακτικές σκέψεις πού συνηγορούν υπέρ αυτής τῆς γενικής κατευθύνσεως εκτέθηκαν ἀπό τό γενικό εἰσαγγελέα Roemer στίς προτάσεις του στην πρώτη υπόθεση Balkan, ὅπού εἶχε πράγματι παρατηρήσει ὅτι δέν ήταν δυνατό νά θεωρείται ἡ 'Επιτροπή ὑποχρεωμένη νά κρίνει ἄν υπάρχει ἀνάγκη εξαιρέσεων γιά συγκεκριμένα προϊόντα κατά τή στιγμή τῆς επιβολής νομισματικών εξισωτικών ποσών ὡς προς ὁρισμένη κατηγορία εμπορευμάτων (τυριά), δεδομένου ὅτι αὐτό θά έκανε ἀναγκαία τήν υποβολή τῶν ἐν λόγω προϊόντων σέ ειδικούς έλεγχους, πράγμα πού θά επιβάρυνε σημαντικά τή διοίκηση (βλ. Raccolta 1973, σ. 1133). Στό 'ίδιο κείμενο, ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Roemer πρόσθεσε ὅτι, κατά τή στιγμή τοῦ καθορισμοῦ τῶν εξισωτικών ποσών μέ κανονισμό τῆς 'Επιτροπής, «ή σωστή άσκηση τῆς διακριτικῆς εξουσίας δέν ἀπαιτεί παρά μιά συνοπτική πρόβλεψη τῆς μελλοντικής εξελίξεως τῆς ἀγορᾶς τῶν διαφόρων προϊόντων». Ό γενικός εἰσαγγελεύς τέλος καθόρισε ὅτι θά μπορούσε νά εξεταστεί ἡ δυνατότητα ειδικής μεταχειρίσεως συγκεκριμένων προϊόντων ἐφ᾽ ὅσον υπήρχε ρητή καί επαρκώς αιτιολογημένη αίτηση. Καί τό Δικαστήριο δέχτηκε τήν άποψη αὐτή καί ἀποφάνθηκε — σημείο 41 τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως τῆς 24ης 'Οκτωβρίου 1973 — ὅτι «δεδομένου τοῦ γενικοῦ καί ἑνιαίου χαρακτήρα τοῦ συστήματος τῶν εξισωτικών ποσών καί δεδομένης τῆς ἀνάγκης μιας ταχείας προσαρμογής στίς συνεχείς νομισματικές διακυμάνσεις, δικαίως ἡ 'Επιτροπή έλαβε ὑπόψη τῆς τίς διαταραχές μόνο κατά ὁμάδες προϊόντων».
Στην περίπτωση μας τά κριτήρια πού έγιναν δεκτά σέ προηγούμενες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου ὁδηγοῦν σέ ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα: επειδή κατά τό χρόνο τῆς επιβολής τῶν ἐν λόγω εξισωτικών ποσών ούτε οἱ ενδιαφερόμενοι ούτε καμιά ἀπό τίς κυβερνήσεις πού μετείχαν στην ἁρμόδια ἐπιτροπή διαχειρίσεως φρόντισαν νά παρουσιάσουν στην 'Επιτροπή τήν ἰδιαίτερη, ὅπως υποστηρίζεται, κατάσταση τοῦ roquefort, οὔτε ζήτησαν νά εξαιρεθεί ἀπό την επιβολή τῶν νομισματικῶν εξισωτικών ποσῶν, ἡ 'Επιτροπή εἶχε κάθε δικαίωμα νά υποβάλει τό roquefort στην κοινή μεταχείριση στην οποία υπέβαλε ὅλα σχεδόν τά άλλα τυριά.
Αυτό τό γενικό συμπέρασμα ενισχύεται, ἄν εξεταστεί ἡ αντίστοιχη θέση τῶν κυριότερων γαλλικῶν τυριών τύπου roquefort κάτω ἀπό τό πρίσμα τῆς ἀνταγωνιστικότητάς τους. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι στην περίοδο στην ὁποία εἶναι ἀνάγκη νά ἀναφερθούμε τά νομισματικά εξισωτικά ποσά πού επιβάλλονταν στή Γαλλία ήταν ἀρκετά ψηλά (18-20 % περίπου). 'Εξάλλου, ή διαφορά μεταξύ τῆς τιμής τοῦ roquefort ἀπό την τιμή τοῦ πιό άμεσου ἀνταγωνιστή του, τοῦ «bleu des Causses», ήταν περίπου 30 %, ὅπως βεβαιώνει ἡ 'Επιτροπή. 'Επομένως, ἡ τυχόν εξαίρεση τοῦ roquefort ἀπό τό εξισωτικό ποσό θά είχε επιτρέψει στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς νά πλησιάσουν τήν τιμή τοῦ προϊόντος τους σημαντικά στην τιμή τῶν άλλων γαλλικών τυριών τύπου roquefort κατώτερης ποιότητας, πράγμα πού θά τό ἔθετε σέ προνομιακή θέση ἀπό άποψη ἀνταγωνισμοῦ τόσο στή γαλλική ἀγορά, ὅσο καί στίς εξαγωγικές ἀγορές. Κάτι τέτοιο θά ἀποτελούσε σοβαρή παράβαση τῶν ὅρών τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί θά εἶχε ἀρνητικές συνέπειες στην ισορροπία τῆς ροής τῶν συναλλαγών τῶν σχετικών γεωργικών προϊόντων, θίγοντας τήν ὀρθή λειτουργία τῆς κοινῆς ὀργανώσεως τοῦ γάλακτος καί τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων στόν τομέα τῶν τυριών μέ πράσινα στίγματα στή μάζα τους.
5.
Ὅ,τι έχω πεῖ μέχρι ἐδῶ δέν ἀναιρείται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός 777/79 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 20ής 'Απριλίου 1979, ὁ όποιος άρχισε νά ισχύει στίς 4 'Ιουνίου τοῦ 'ίδιου έτους, κατάργησε τά ἐξισωτικά ποσά γιά τό roquefort. Τό μέτρο αυτό εντάσσεται στά πλαίσια τῶν προσπαθειών τῆς 'Επιτροπής γιά τήν προοδευτική κατάργηση τῶν εξισωτικών ποσών καί εἶχε ζητηθεί ἀπό ένα μέλος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, πού ὑπέβαλε δύο ερωτήσεις, στίς 2 'Ιουνίου καί στίς 4 Δεκεμβρίου 1978, στίς όποιες προστέθηκε αίτηση τῶν παραγωγών roquefort τῆς 15ης Νοεμβρίου τοῦ 'ίδιου έτους. Σέ ὅλες αυτές τίς παρεμβάσεις γινόταν λόγος κυρίως γιά τους κινδύνους τους ὁποίους δημιουργοῦσαν τά εξισωτικά ποσά στίς εξαγωγές roquefort στίς Ἡνωμένες Πολιτείες, χώρα πού ἀντιπροσωπεύει τήν κυριότερη εξωτερική ἀγορά τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. 'Η 'Επιτροπή έκρινε ὅτι γιά τό roquefort δέν προβλέπονταν επιστροφές κατά τήν εξαγωγή καί επιπλέον τά δύο γαλλικά τυριά, τά όποια ἀποτελούν τους άμεσους ἀνταγωνιστές τοῦ roquefort, ουσιαστικά δέν εξάγονται στην ἀμερικανική ἀγορά. Ἔλαβε ἀκόμα ὑπόψη τῆς ὅτι στίς αρχές τοῦ 1979 τά εξισωτικά ποσά γιά τό roquefort καί τά ἀνταγωνιστικά του προϊόντα είχαν ήδη μειωθεί στό 5 % έναντι 18-20 % τό 1977 καί τό 1978. Κατά συνέπεια ἡ κατάργηση τους ἐπ' ὠφελεία τοῦ roquefort δέ θά μποροῦσε πιά νά ἀποτελεί σοβαρό κίνδυνο διαταραχών γιά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές τῶν τυριών μέ πράσινα στίγματα στή μάζα τους.
'Η κατάργηση τῶν εξισωτικών ποσών γιά τό roquefort ἀποφασίστηκε επομένως μέ βάση μεταγενέστερα στοιχεία. Αυτό ἀποκλείει τή δυνατότητα νά καταλογιστεί στην 'Επιτροπή ὅτι έλαβε στάση ἀντίθετη μέ τήν προηγούμενη ἀπόφαση τῆς νά επιβάλει τέτοια ποσά στό roquefort κατά τό χρόνο πού συνέβηκαν τά περιστατικά πού συζητήθηκαν στά πλαίσια τῆς ἐκκρεμοῦς δίκης ενώπιον τοῦ γάλλου δικαστή.
6.
Οἱ σκέψεις πού ἀνέπτυξα μέ οδηγοῦν στή διαπίστωση ὅτι ἀπό την εξέταση τῆς αιτήσεως δέν προκύπτουν λόγοι ἀκυρότητας τῶν κανονισμών τῆς Ἐπιτροπής πού επέβαλαν νομισματικά εξισωτικά ποσά ὡς πρός τό τυρί roquefort κατά τήν περίοδο 25 Μαρτίου 1976 — 3 Ἰουνίου 1979. Εἶμαι λοιπόν τῆς γνώμης ὅτι αυτή πρέπει νά εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Δικαστηρίου στην αἴτηση εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως τοῦ tribunal d'instance τοῦ Ιου arrondissement τοῦ Παρισιοῦ, πού περιέχεται στην ἀπόφαση τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1980.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy