ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ JEAN-PIERRE WARNER
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ παρούσα υπόθεση φέρεται ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως τοῦ Social Security Commissioner τοῦ Λονδίνου. «Social Security Commissioner», ὁπως μᾶς πληροφορούν, εἶναι ὁ νέος τίτλος τοῦ δικαιοδοτικοῦ ὀργάνου πού μέχρι πρόσφατα ἔφερε τόν τίτλο National Insurance Commissioner. Στό έξης θά τόν ἀποκαλῶ ἁπλῶς «Commissioner».
Προσφεύγων στή διαδικασία ενώπιον τοῦ Commissioner εἶναι ὁ Maurice Galinsky, βρετανικής ιθαγένειας, κάτοικος 'Ολλανδίας. Καθ' οὗ εἶναι ὁ Insurance Officer. Ή διαφορά μεταξύ τους άφορᾶ μιά αίτηση τοῦ Galinsky περί αυξήσεως τῆς βρετανικής του συντάξεως ἀποχωρήσεως γιά τά συντηρούμενα τέκνα του.
Τά περιστατικά τῆς υποθέσεως εἶναι τά έξης:
Ό Galinsky γεννήθηκε στην 'Αγγλία στίς 29 'Ιουνίου 1905. Νυμφεύτηκε τό 1953 καί έχει τέσσερα τέκνα πού γεννήθηκαν τό 1955, 1956, 1958 καί 1961 ἀντίστοιχα. Μέχρι τό 1964 εργάστηκε στή Μεγάλη Βρετανία ως ἀνεξάρτητος επαγγελματίας καί ὑπό τήν ιδιότητα του αυτή ήταν υποχρεωτικά ἀσφαλισμένος στό βρετανικό σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Τό Δεκέμβριο τοῦ 1964 ἐγκαταστάθηκε μέ τήν οἰκογένειά του στην 'Ολλανδία, ὅπού άρχισε νά εργάζεται ὡς μισθωτός καί υπάχθηκε υποχρεωτικά στό σύστημα κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως πού προβλέπει ἡ ὀλλανδική νομοθεσία. Δέν ἀμφισβητείται ὅτι ὁ Galinsky ορθῶς θεωρήθηκε στην 'Ολλανδία ὡς «εργαζόμενος» κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 1 περίπτωση α τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71 τοῦ Σνμβουλίου.
'Από τή στιγμή πού ὁ Galinsky μετέβη στην 'Ολλανδία έπαψε νά εἶναι υποχρεωμένος νά καταβάλλει εισφορές σύμφωνα μέ τό βρετανικό σύστημα, άλλα τοῦ επιτράπηκε νά συνεχίσει προαιρετικά τήν καταβολή τέτοιων εισφορῶν ὡς «μή ἀπασχολούμενος». Μέ τόν τρόπο αυτό θά βελτίωνε τό «μητρώο εισφορών» του στή Μεγάλη Βρετανία ἀπό τήν άποψη τῆς συντάξεως ἀποχωρήσεως. Ἀφοῦ προέβη σέ διερευνήσεις σχετικά μέ τά ἐν λόγω δικαιώματα του, ὁ Galinsky ἀποφάσισε νά καταβάλλει εισφορές «μή ἀπασχολούμενου», μέχρις ὅτου συμπληρώσει τό συντάξιμο ὅριο ἡλικίας τῶν 65 ετών. Ἔτσι ἀπέκτησε δικαίωμα πλήρους βρετανικής συντάξεως κατά τήν ἀποχώρηση ἀπό τήν υπηρεσία.
Λίγο πρίν συμπληρώσει τήν ηλικία τῶν 65, ὁ Galinsky πληροφορήθηκε ἀπό τόν ἁρμόδιο βρετανικό φορέα, δηλαδή τό υπουργείο υγείας καί κοινωνικής ἀσφαλίσεως, ὅτι πιθανώς θά δικαιούνταν μιά προσαύξηση τῆς συντάξεως του λόγω τέκνων. Γιά τό λόγο πού θά εξηγήσω σέ λίγο, ή πληροφορία αύτη ήταν σωστή σύμφωνα μέ τό τότε ισχύον δίκαιο, δυνάμει μιᾶς διμερούς συμβάσεως περί κοινωνικής ἀσφαλίσεως μεταξύ τῶν Κάτω Χωρών καί τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, πού εἶχε υπογραφεί στή Χάγη στίς 11 Αυγούστου 1954, οἱ διατάξεις τῆς ὁποίας εἶχαν ενσωματωθεί στό βρετανικό δίκαιο μέ ένα διάταγμα τοῦ 1955, τό National Insurance and Industrial Injuries (Netherlands) Order 1955 (S. Ι. 1955, ἀριθμός 874).
Ὁ Galinsky συμπλήρωσε τά 65 του χρόνια στίς 29 'Ιουνίου 1970. 'Εντούτοις, δέν κατέστη τότε δικαιούχος βρετανικής συντάξεως ἀποχωρήσεως επειδή, σύμφωνα μέ τή σχετική βρετανική νομοθεσία, προϋπόθεση τοῦ δικαιώματος συντάξεως ἀποχωρήσεως γιά άνδρα κάτω τῶν 70 ἐτών ήταν καί εἶναι ὅτι πρέπει νά έχει ἀποχωρήσει ἀπό τήν κανονική ἀπασχόληση. 'Ο Galinsky συνέχισε πράγματι νά ἀπασχολείται κανονικά στίς Κάτω Χώρες ὄχι μόνο μετά τή συμπλήρωση τοῦ 65ου έτους τῆς ηλικίας του, άλλά καί μετά τό 70ό του έτος.
Τέτοια προϋπόθεση δέν τίθεται, ὅπως φαίνεται, γιά τή λήψη ὀλλανδικής συντάξεως γήρατος. Στον Galinsky χορηγήθηκε μιά τέτοια σύνταξη, δυνάμει τοῦ ὀλλανδικοῦ «Γενικοῦ Νόμου περί γήρατος»(Algemene Ouderdomswet ἤ AOW), ὄχι ὅμως πλήρης. Τοῦ χορηγήθηκε μειωμένη κατά 36 %, γιά τό λόγο, ὅπως τόν ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι, ἄν καί ὁ Galinsky εἶχε ἐθελουσίως καταβάλει ἀναδρομικές εισφορές γιά τήν περίοδο ἀπό τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ ΑΟW καί μετά, δέν ήταν δυνατό, λόγω τῆς βρετανικής του ιθαγένειας, νά τοῦ ἀναγνωριστοῦν πλασματικές εισφορές γιά περίοδο προγενέστερη ἀπό τό χρονικό αυτό σημείο.
Τήν 1η Ἀπριλίου 1973, κατόπιν τῆς προσχωρήσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα, ἡ εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 επεκτάθηκε στους υπηκόους τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου. Στίς 16 'Απριλίου 1975 ὁ Galinsky υπέβαλε αίτηση γιά τή συνεπαγόμενη ἀναθεώρηση τοῦ ποσοῦ τῆς ὀλλανδικής του συντάξεως. Διαπιστώθηκε ὅτι συγκέντρωνε τίς προϋποθέσεις τοῦ στοιχείου Θ περίπτωση 2 τοῦ παραρτήματος 5 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ, καί ἡ σύνταξη του, μετά τήν ἀναθεώρηση της, έγινε πλήρης μέ ἀναδρομική ἰσχύ ενός έτους.
Στίς 29 'Ιουνίου 1975, ὁ Galinsky συμπλήρωσε τό 70ό έτος τῆς ηλικίας του, όποτε τό γεγονός ὅτι συνέχιζε νά ἀπασχολείται έπαψε νά ἀποτελεί κώλυμα γιά τή λήψη ἀπό αυτόν βρετανικής συντάξεως ἀποχωρήσεως. Έκτοτε τοῦ χορηγείται πλήρης σύνταξη τοῦ είδους αὐτοῦ. Τό δικαίωμά του γιά τή σύνταξη αυτή θεμελιωνόταν μόνο στή σχετική βρετανική νομοθεσία, χάρη στίς εισφορές πού εἶχε καταβάλει, πρώτα ὡς ἀνεξάρτητος επαγγελματίας καί ἀργότερα ὡς «μή ἀπασχολούμενος».
Τόσο ἡ ὀλλανδική ὅσο καί ἡ βρετανική σύνταξη τοῦ Galinsky πρέπει νά καταβάλλονται μέ τίς προσαυξήσεις πού εφαρμόζονται στους έγγαμους άνδρες. 'Ως πρός αυτό δέ γεννᾶται ζήτημα. Σέ ὅλες τίς κρίσιμες χρονικές περιόδους τοῦ παρέχονταν στίς Κάτω Χῶρες επιδόματα τέκνων. Δέν ἀμφισβητείται ὅτι τά επιδόματα αυτά ἀποτελούν «παροχές» τοῦ είδους πού εμπίπτουν στό άρθρο 77 τοῦ κανονισμού 1408/71.
Μαζί μέ τήν αἴτησή του νά τοῦ παρασχεθεί ή βρετανική του σύνταξη ἀποχωρήσεως, ὁ Galinsky ζήτησε ταυτόχρονα προσαύξηση λόγω τέκνων τῆς συντάξεως αυτής γιά τά τρία μικρότερα τέκνα του — δεδομένου ὅτι γιά τό μεγαλύτερο δέν υπήρχε πιά αυτό τό δικαίωμα λόγω τῆς ηλικίας του. Κατά τή σχετική βρετανική νομοθεσία καί μόνο, ὁ Galinsky δέν εἶχε δικαίωμα σέ τέτοια προσαύξηση, επειδή τά τέκνα του δέ βρίσκονταν στή Μεγάλη Βρετανία. Δέ χωρεῖ ἀμφιβολία, ὅμως, ὅτι πρίν ἀπό τήν 1η 'Απριλίου 1973 θά εἶχε δικαίωμα προσαυξήσεως δυνάμει τῆς διμερούς συμβάσεως πού ἀνέφερα, τό άρθρο 35 τῆς ὁποίας ὁρίζει ὅτι:
«Σέ κάθε περίπτωση κατά τήν ὁποία, σύμφωνα μέ τή νομοθεσία ενός ἀπό τά συμβαλλόμενα μέρη, θά καταβαλλόταν ὁποιαδήποτε παροχή σέ χρήμα λόγω εξαρτώμενου προσώπου ἄν τό εξαρτώμενο πρόσωπο βρισκόταν στό έδαφος τοῦ συμβαλλόμενου αὐτοῦ μέρους, ἡ παροχή αυτή καταβάλλεται καί ἄν τό εξαρτώμενο πρόσωπο βρίσκεται στό έδαφος τοῦ άλλου μέρους.»
Ή αίτηση τοῦ Galinsky ἀπορρίφθηκε μέ τό αιτιολογικό ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, οἱ διατάξεις τοῦ κανο-νισμοῦ αὐτοῦ ἀντικατέστησαν τίς διατάξεις τῆς συμβάσεως καί ὅτι, δυνάμει τοῦ άρθρου 77 παράγραφος 2 περίπτωση 6 i, εἶχε δικαίωμα παροχών λόγω τέκνων μόνο στίς Κάτω Χώρες, στό Κράτος μέλος, δηλαδή, ὅπού διέμενε.
'Ενώπιον τοῦ Commissioner ὁ Galinsky αμφισβήτησε τό συμπέρασμα αυτό, γιά τό λόγο κυρίως ὅτι, δεδομένου ὅτι στό 'Ηνωμένο Βασίλειο εἶχε ἀσφαλιστεί υποχρεωτικά μόνον ὡς αυτοτελώς ἀπασχολούμενος δέ θεωροῦνταν, ὡς πρός τίς παροχές τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, «εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ, καί συνεπώς οἱ διατάξεις του δέν είχαν εφαρμογή.
Κατά τή γνώμη τοῦ Commissioner, ὁ ισχυρισμός αυτός εἶναι δυνατό νά ἀποκρουστεί κατά δύο τρόπους. Πρώτον, θά μποροῦσε νά υποστηριχθεί ὅτι, ἀφοῦ ὁ Galinsky ήταν «εργαζόμενος» στην Ὀλλανδία, πρέπει νά θεωρηθεί «εργαζόμενος» σ' ὁλόκληρη τήν Κοινότητα. Δεύτερον, εἶναι δυνατό νά υποστηριχθεί ὅτι, ἀφοῦ κατά τό βρετανικό σύστημα τόσο οἱ μισθωτοί εργαζόμενοι ὅσο καί οἱ αυτοτελώς ἀπασχολούμενοι εἶναι υποχρεωτικά ἀσφαλισμένοι κατά των ίδιων ἀσφαλιστικών κινδύνων (μέ τή διαφορά ὅτι μόνον οἱ μισθωτοί εἶναι ἀσφαλισμένοι κατά τῆς ἀνεργίας, τῶν εργατικών ἀτυχημάτων καί τῶν επαγγελματικών νόσων), ὁ Galinsky, ὡς πρόσωπο υποχρεωτικά ἀσφαλισμένο στό πλαίσιο τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ήταν γιά τό λόγο αυτό «εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 1 περίπτωση α i τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. Ὁ Commissioner, ὅμως, έχει επίσης τή γνώμη ὅτι ἀκόμα καί ἄν ὁ Galinsky εἶναι «εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ, θά μποροῦσε, ὅσον άφορᾶ τή βρετανική του σύνταξη, νά μήν εἶναι «δικαιοῦχος συντάξεως» κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 77. Τέλος, ὁ Commissioner, ενόψει μιᾶς ἀπόψεως πού εἶχα ἐκφράσει στην υπόθεση 32/77 Giuliani κατά Landesversicherungsanstalt Schwaben [1977] 2 ECR 1857 (βλ. σσ. 1668-1669) θεωρεί ὅτι τίθεται τό ζήτημα ἄν τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 έχει ἰσχύ κατά τό μέτρο πού ἡ εφαρμογή του στερεί τόν Galinsky ἀπό παροχή τήν ὁποία δικαιούται σύμφωνα μέ τή διμερή σύμβαση, ὅπως έχει ενσωματωθεί στό βρετανικό δίκαιο μέ τό National Insurance and Industrial Injuries (Netherlands) Order 1955.
Αυτές εἶναι οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ὁ Commissioner έθεσε στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα:
«I.
Κατά πόσον, ὅσον άφορᾶ παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πού χορηγοῦνται σύμφωνα μέ τή νομοθεσία ενός Κράτους μέλους, ένα πρόσωπο πού υπήρξε υποχρεωτικά ἀσφαλισμένο στό κράτος αυτό ως αυτοτελῶς ἀπασχολούμενος (ἀλλα ὄχι ὡς μισθωτός) θά πρέπει νά θεωρείται εργαζόμενος, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 1 περίπτωση α τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71 τοῦ Συμβουλίου, σ᾽ αυτό τό Κράτος μέλος:
α)
Εἴτε επειδή εἶναι εργαζόμενος σύμφωνα μέ τή νομοθεσία άλλου Κράτους μέλους εἴτε
β)
(ἄν ἡ ἀπάντηση στό α εἶναι ἀρνητική) επειδή ὑπήρξε ἀσφαλισμένος μέ τόν παραπάνω τρόπο ὡς ἀνεξάρτητος επαγγελματίας ὑπό ένα σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως κατά ἑνός ἡ περισσότερων ἀπό τους κινδύνους πού καλύπτονται ἀπό ένα σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως γιά μισθωτούς, αὐτοτελῶς ἀπασχολούμενους καί μή εργαζόμενους.
II.
(Ἄν ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα 1 α ἡ 1 6 εἶναι καταφατική), κατά πόσον ένα πρόσωπο, πού υπήρξε ἀσφαλισμένο ὡς αὐτοτελώς ἀπασχολούμενος (άλλά ὄχι ὡς μισθωτός) σέ ένα Κράτος μέλος, πρέπει ὅσον άφορᾶ μιά σύνταξη πού ὀφείλεται σύμφωνα μέ τή νομοθεσία αὐτοῦ τοῦ Κράτους μέλους, νά θεωρηθεί δικαιούχος συντάξεως γιά τους σκοπούς τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ γιά τό λόγο ὅτι εἶναι ή ὑπῆρξε εργαζόμενος γιά τους σκοπούς τοῦ κανονισμού αὐτοῦ καί/ἤ γιά τό λόγο ὅτι ἡ σύνταξη του (μολονότι δέν επηρεάστηκε στό ἁρμόδιο κράτος ἀπό τίς διατάξεις τοῦ κανονισμού αὐτοῦ) υπήρξε ἀντικείμενο ἀναθεωρήσεως σέ άλλο Κράτος μέλος δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ.
III.
(Ἄν οἱ ἀπαντήσεις στό ερώτημα 1 α ἡ 6 καί στό ερώτημα 2 εἶναι καταφατικές), κατά πόσο τό άρθρο 6 τοῦ παραπάνω κανονισμοῦ ισχύει κατά τό μέτρο πού ή εφαρμογή του στερεί ένα πρόσωπο ἀπό δικαίωμα παροχής τό όποιο ἀπορρέει ἀπό διάταξη εθνικού δικαίου ενός Κράτους μέλους, μέ τήν ὁποία τίθεται σέ εφαρμογή μιά σύμβαση ἀμοιβαιότητας μέ ένα ἡ περισσότερα άλλα Κράτη μέλη.»
Μολονότι τό ερώτημα III, ὅπως διατυπώθηκε ἀπό τόν Commissioner, ἀνακύπτει μόνον ἄν οἱ ἀπαντήσεις στά ερωτήματα Ι καί II εἶναι καταφατικές, προτί-θεμαι νά τό εξετάσω πρώτο. Ἀναφέρεται στην έκταση τῶν ἐξουσιών τοῦ Συμβουλίου, κατά τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης, καί είναι πολύ γενικότερης σπουδαιότητας ἀπό ὅ,τι τά δύο άλλα ερωτήματα. Ό Commissioner μάλιστα ἀναφέρει στή διάταξη του περί παραπομπής ὅτι ἄν δέν υπήρχε αυτό τό τόσο σημαντικό πρόβλημα, πολύ πιθανό νά μήν παρέπεμπε καθόλου τήν παρούσα υπόθεση στό Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Giuliani, κατά τήν εξέταση ενός ερωτήματος πού είχε τεθεί στό Δικαστήριο ἀπό τό Sozialgericht τοῦ Augsburg, τό όποιο ὅμως είχε επιφανειακά μόνο συζητηθεί ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, εξέφρασα τή γνώμη ὅτι ἡ λογική βάση τῶν πολύ γνωστών ἀποφάνσεων τοῦ Δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τίς όποιες τό άρθρο 51 της συνθήκης δέν ἀπονέμει στό Συμβούλιο τήν εξουσία νά νομοθετεί εἰς βάρος τῶν διακινούμενων εργαζόμενων, έχει ισχύ εἴτε τό πλεονέκτημα πού υποστηρίζεται ὅτι στερεί ἀπό έναν τέτοιο ἐργαζόμενο ἡ νομοθεσία τοῦ Συμβουλίου ἀπορρέει ἀπό μόνο τό εθνικό δίκαιο εἴτε ἀπορρέει ἀπό εθνικό δίκαιο πού ενσωματώνει διεθνή σύμβαση. Τό Δικαστήριο δέν τό θεώρησε ἀναγκαίο, στήν περίπτωση ἐκείνη, νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ στην ἀπόφαση του.
'Εκείνη τήν εποχή οἱ μόνες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου σχετικά μέ τό ζήτημα αυτό ήταν ἡ υπόθεση 34/69 (Duffy [1969] ECR 597) καί ἡ ὑπόθεση 82/72 (Walder [1973] 1 ECR, 599). Ή υπόθεση Duffy ήταν ἀπό τίς πρώτες υποθέσεις στή διαμόρφωση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, κατά τήν ὁποία τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης δέν ἀπονέμει στό Συμβούλιο τήν εξουσία νά ἀφαιρεί δικαιώματα πού ἀπορρέουν γιά τό διακινούμενο εργαζόμενο μόνο ἀπό τό εθνικό δίκαιο. Στην ὑπόθεση εκείνη τό Δικαστήριο ρητά εξομοίωσε πρός τά δικαιώματα αὐτά καί εκείνα πού απορρέουν γιά τό διακινούμενο εργαζόμενο ἀπό «ειδικές συμβάσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών» — βλ. σκέψη 9 τῆς ἀποφάσεως. 'Η υπόθεση Walder ἀφορούσε μόνο τήν ερμηνεία καί όχι τό κύρος τῆς σχετικής νομοθεσίας τοῦ Συμβουλίου. Τό Δικαστήριο φυσικά ἀποφάνθηκε ὅτι ἡ νομοθεσία αυτή πρέπει νά ἑρμηνεύεται ὅτι εννοεί αυτά πού λέει. 'Υποστηρίχτηκε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅτι καί άλλες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου έχουν σχέση μέ αυτό τό σημείο, καί ειδικότερα οἱ ἀποφάσεις στην υπόθεση 28/68 (Torrekens [1969] ECR 125) καί στην υπόθεση 187/73 (Callemeyn [1974] 1 ECR 553). Αὐτό, ὅμως, δέ μοῦ φαίνεται ὅτι συμβαίνει.
Στην παρούσα ὑπόθεση εἴχαμε τό πλεονέκτημα πληρέστατης επιχειρηματολογίας ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἡ οποία ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν Insurance Officer, τήν κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τό Συμβούλιο καί τήν 'Επιτροπή. Ὅλοι ήταν σύμφωνοι ὅτι τό συμπέρασμα πού διατύπωσα στην υπόθεση Giuliani ήταν εσφαλμένο. Δυστυχώς δέν ἀναπτύχθηκε σχετικό επιχείρημα γιά λογαριασμό τοῦ Galinsky, ὁ όποιος ενδεχομένως νά υποστήριζε τήν ἀντίθετη άποψη. Καί τούτο παρά τό γεγονός ὅτι, ὁπως ἀναφέρεται στή διάταξη τοῦ Commissioner περί παραπομπής, τό υπουργείο ὑγείας καί κοινωνικής ἀσφαλίσεως προσφέρθηκε στά έξοδα τῆς εκπροσωπήσεως τοῦ Galinsky ενώπιον τοῦ παρόντος Δικαστηρίου.
"Οπως καί ἄν έχει τό πράγμα, τά επιχειρήματα αὐτά μέ έπεισαν ὅτι εἶχα πράγματι άδικο στην υπόθεση Giuliani. Χωρίς ἀμφιβολία τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης δέν απονέμει τήν εξουσία στό Συμβούλιο νά ἀφαιρεί ἀπό διακινούμενο εργαζόμενο δικαιώματα πού αυτός έχει βάσει μόνο τοῦ δικαίου Κράτους μέλους. Αυτό δέν τό ἀμφισβητεί κανείς. 'Εδώ ὅμως μᾶς ἀπασχολεί ένα διαφορετικό αἴτημα: κατά πόσον δηλαδή, τό άρθρο 51 ἀπένειμε στό Συμβούλιο τήν εξουσία νά ἀντικαταστήσει τίς διμερεῖς καί πολυμερείς συμβάσεις περί κοινωνικής ἀσφαλίσεως, πού ίσχυαν μεταξύ τῶν Κρατών μελών πρό τῆς συνθήκης, μέ ένα ενιαίο σύστημα συντονισμού τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν Κρατών μελών, έστω καί ἄν αυτό θά μποροῦσε ειδικότερα νά έχει ὡς συνέπεια ὅτι ὁρισμένοι εργαζόμενοι θά βρεθούν, ἀπό ὁρισμένες ἀπόψεις, σέ λιγότερο ευνοϊκή θέση.
Δύο εἶναι οἱ κύριοι λόγοι πού μέ ὁδήγησαν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό πρέπει νά εἶναι καταφατική.'Ο πρώτος εἶναι ὅτι οἱ περισσότερες διατάξεις τῶν διμερών καί πολυμερών αὐτών συμβάσεων λειτουργούν μέ βάση τήν ιθαγένεια τοῦ προσώπου γιά τό ὁποῖο πρόκειται σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, αυτό συμβαίνει μέ τή διμερή σύμβαση μεταξύ Κάτω Χωρών καί 'Ηνωμένου Βασιλείου πού μᾶς ἀπασχολεί ἐδῶ. Μόνον ὀλλανδοί υπήκοοι καί πολίτες τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί τῶν ἀποικιών μπορούν νά επωφεληθούν ἀπό τίς διατάξεις της. Ἔτσι, ἡ διατήρηση στή ζωή τέτοιων διατάξεων έχει ἀναπόφευκτα ὡς ἀποτέλεσμα, σέ πολλές περιπτώσεις, τή διατήρηση διακρίσεων πού ἀπαγορεύονται ἀπό τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης. Οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης δέν εἶναι δυνατό νά επιδίωξαν ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα.
Κατά δεύτερο λόγο, ἡ πολυπλοκότητα καί ή ποικιλία τῶν διμερῶν καί πολυμερῶν αυτών συμβάσεων εἶναι τέτοιες, ώστε θά ήταν παράλογο ἀπό διοικητικής ἀπόψεως νά ἀπαιτείται ἀπό τους φορείς κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν Κρατών μελών νά εξετάζουν, στην περίπτωση κάθε διακινούμενου εργαζόμενου, ὄχι μόνο τά δικαιώματά του κατά τό ἐθνικό καί τό κοινοτικό δίκαιο, άλλά καί τά τυχόν δικαιώματά του κατά τίς συμβάσεις αυτές. "Εχω πεισθεί ὅτι οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης δέν μπορεί νά επιδίωξαν ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα. Λέγοντας αυτό, δέν παραβλέπω τό γεγονός ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ορισμένες διεθνείς συμβάσεις καί ὁρισμένες διατάξεις άλλων διεθνών συμβάσεων ἐξαιρούνται ἀπό τή διάταξη τοῦ άρθρου 6, ἡ ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8, τά Κράτη μέλη μπορούν, εφόσον παρίσταται ἀνάγκη νά συνάπτουν μεταξύ τους συμβάσεις «βασιζόμενες στίς ἀρχές καί στό πνεῦμα» τοῦ κανονισμού. Δέ νομίζω, ὅμως ὅτι αυτό μειώνει τή δύναμη τῶν πρακτικών σκέψεων πού πρέπει νά εἶχαν κατά νοῦ οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης ὅταν διατύπωναν τό άρθρο 51.
Ὑποστηρίχτηκε, εντούτοις, ὁμόφωνα ἀπό τήν κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, τό Συμβούλιο καί τήν 'Επιτροπή — καί αυτό εἶναι σημαντικό — ὅτι τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 μπορεί νά έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση πού οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ ἀντικατέστησαν πράγματι τίς προϋφιστάμενες συμβάσεις.
Στή συνέχεια, προτίθεμαι νά εξετάσω τό ερώτημα 1 β τοῦ Commissioner, μέ τό όποῖο, ὁπως θυμάστε, κύριοι δικαστές, ζητείται νά προσδιοριστεί ἄν, ἐνόψει τοῦ γενικοῦ χαρακτήρα τοῦ βρετανικοῦ συστήματος κοινωνικής ἀσφαλίσεως, τό όποιο καλύπτει τους μισθωτούς, τους αυτοτελώς ἀπασχολούμενους, καί άλλους, ὁ Galinsky πρέπει νά θεωρηθεί «εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 στή Μεγάλη Βρετανία, ἀνεξάρτητα ἀπό τή νομική του κατάσταση στίς Κάτω Χώρες.
Ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, μέ τίς έγγραφες παρατηρήσεις της, ζήτησε επίμονα ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στό ερώτημα αυτό καί μάλιστα καταφατικά, επειδή, ὅπως είπε, μια τέτοια ἀπάντηση θά διευκόλυνε σημαντικά τή διαχείριση της κοινωνικής ἀσφαλίσεως στην Κοινότητα ὅσον άφορᾶ πρόσωπα πού σέ κάποια χρονική περίοδο υπήρξαν ἀσφαλισμένοι Οπό ἕνα τέτοιο γενικό σύστημα. Στίς 27 Νοεμβρίου 1980, ὅμως, ἀφοῦ εἶχαν υποβληθεί οἱ παρατηρήσεις αὐτές, τό Συμβούλιο ἀνακοίνωσε ὅτι εἶχε ἀποφασίσει τήν έκδοση κανονισμού περί επεκτάσεως στους αυτοτελώς ἀπασχολούμενους πού διακινοῦνται εντός τῆς Κοινότητας τοῦ συστήματος συντονισμοῦ τῶν εθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως, τό όποιο εφαρμόζεται ήδη στους μισθωτούς εργαζόμενους. 'Ο κανονισμός πρόκειται νά τεθεί σέ ισχύ μόλις συμφωνηθοῦν οἱ ἀναγκαίες προσαρμογές τοῦ κανονισμού 574/72 (τοῦ «κανονισμοῦ εφαρμογής»). 'Ο πληρεξούσιος τῆς κυβερνήσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου μᾶς εἶπε στην ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ὅτι αυτό έχει ὡς συνέπεια νά ελαττώνεται ή σημασία τοῦ κρινόμενου ζητήματος.
Τό ερώτημα άφορᾶ ουσιαστικά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 1 περίπτωση α τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, τό όποιο δίνει τόν ὁρισμό τοῦ ὅρού «εργαζόμενος» γιά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμού. Ἔγινε παραπομπή σέ μιά σειρά ἀποφάσεων πού ἀφοροῦν τήν ερμηνεία τῆς φράσεως «travailleurs salariés ou assimilés» τοῦ παλαιοῦ κανονισμοῦ 3. Οἱ ἀποφάσεις αυτές ὅμως, δέν έχουν θέση, κατά τή γνώμη μου, ἐν προκειμένω, δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός 1408/71 χρησιμοποιεί διαφορετική γλώσσα. Τό άρθρο 1 περίπτωση (1) έχει ὡς έξῆς:
«Ὡς «εργαζόμενος» νοείται κάθε πρόσωπο:
i)
τό όποιο εἶναι ἀσφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικῆς ἡ προαιρετικῆς συνεχίσεως τῆς ἀσφαλίσεως κατά ενός ή περισσότερων κινδύνων πού αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως πού εφαρμόζεται στους μισθωτούς, ὑπό την επιφύλαξη των περιορισμῶν πού ἀναφέρονται στό παράρτημα V,
ii)
τό όποιο εἶναι ἀσφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ἑνός ἡ περισσότερων κινδύνων πού ἀντιστοιχούν στους κλάδους, στους οποίους εφαρμόζεται ὁ παρών κανονισμός, στό πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ἀσφαλίσεως πού καλύπτει όλους τους κατοίκους ἡ τό σύνολο τοῦ ενεργού πληθυσμού,
—
ὅταν οἱ τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως τοῦ συστήματος αυτού επιτρέπουν τό χαρακτηρισμό του ὡς μισθωτού ἤ
—
ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, ὅταν τό πρόσωπο εἶναι ἀσφαλισμένο δυνάμει ὑποχρεωτικής ἤ προαιρετικής συνεχίσεως ἀσφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζόμενου στό παράρτημα V, στό πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος πρός όφελος τῶν μισθωτών,
iii)
τό όποιο εἶναι ἀσφαλισμένο προαιρετικά κατά ενός ἡ περισσότερων κινδύνων πού ἀντιστοιχούν στους κλάδους, στους ὁποίους εφαρμόζεται ὁ παρών κανονισμός, στό πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ἀσφαλίσεως Κράτους μέλους δημιουργηθέντος πρός όφελος τῶν μισθωτών ἤ ὅλων τῶν κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων, ἄν τούτο είχε προηγουμένως ἀσφαλισθεί υποχρεωτικά κατά τοῦ ἴδιου κινδύνου στό πλαίσιο συστήματος δημιουργη-θέντος πρός όφελος τῶν μισθωτών τοῦ ἴδιου Κράτους μέλος.»
Ή μόνη διάταξη τοῦ παραρτήματος V πού φαίνεται νά έχει σημασία ἐν προκειμένω εἶναι ἡ περίπτωση 1 τοῦ σημείου Θ, ή ὁποία προβλέπει, ὡς πρός τό θέμα πού μᾶς ενδιαφέρει, ότι κάθε πρόσωπο πού εἶναι «εργαζόμενος μισθωτός» κατά τήν ἔννοια τῆς νομοθεσίας τῆς Μεγάλης Βρετανίας, θεωρείται «εργαζόμενος» κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 1 περίπτωση α ii). Στή διάταξη αυτή δόθηκε ἡ ἑρμηνεία, στην ὑπόθεση 17/76 (Brack [1976] 2 ECR 1429), ὅτι δέν περιορίζει άλλα διευκρινίζει τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 1 περίπτωση α ii) σέ σχέση μέ τή βρετανική νομοθεσία.
Θυμόσαστε, κύριοι δικαστές ὅτι ἡ άποψη τοῦ Commissioner ήταν ότι ὁ Galinsky θά μποροῦσε νά θεωρηθεί στή Μεγάλη Βρετανία ὡς «ἐργαζόμενος» δυνάμει τοῦ άρθρου 1 περίπτωση α i). Αὐτό, ὅμως, θά συνεπαγόταν ότι τό βρετανικό σύστημα θεωρείται ὡς «σύστημα πού εφαρμόζεται στους μισθωτούς», κατά τήν ἔννοια τῆς φράσεως αυτής στό άρθρο 1 α. Αυτό μοῦ φαίνεται ἀδύνατο, ἔστω καί μόνο γιά τό λόγο ὅτι ἡ φράση στό άρθρο αυτό χρησιμοποιεῖται σέ ἀντιδιαστολή μέ φράσεις όπως «σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως πού καλύπτει όλους τους κατοίκους ἤ τό σύνολο τοῦ ἐνεργοῦ πληθυσμοῦ» (στό άρθρο 1 περίπτωση α ii) καί «σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως Κράτους μέλους δημιουργηθέν πρός όφελος τῶν μισθωτών ή όλων τῶν κατοίκων ἡ ὁρισμένων κατηγοριών κατοίκων» (στό άρθρο 1 περίπτωση α iii). Τό άρθρο 1 α πρέπει κατά τή γνώμη μου νά ερμηνευθεί στό σύνολό του καί μοῦ φαίνεται πρόδηλο ότι τό άρθρο 1 α ii), εἶναι εκείνο πού ἁρμόζει σέ πρόσωπο πού εἶναι ἀσφαλισμένο δυνάμει τοῦ βρετανικοῦ συστήματος. Αὐτό συμφωνεί μέ τήν άποψη τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση Brack (μολονότι τό Δικαστήριο άφησε ἀνοικτό τό ζήτημα), καθώς καί στίς υποθέσεις 84/77 (Recq [1978] ECR 7) καί 143/79 (Walsh [1980] ECR 1639). Πράγματι, ἄν ἕνα γενικό σύστημα, ὁπως τό βρετανικό, θεωρηθεί ὡς «σύστημα πού εφαρμόζεται στους μισθωτούς», τό άρθρο 1 περίπτωση α ii) θά περιπέσει σέ ἀχρησία καί δέν έχουν λόγο υπάρξεως οἱ διατάξεις του πού περιορίζουν τόν ὁρισμό τοῦ «εργαζόμενου», προκειμένου γιά πρόσωπο ἀσφαλισμένο σέ τέτοιο σύστημα, μόνο στην περίπτωση πού «οἱ τρόποι διαχειρίσεως ἤ χρηματοδοτήσεως τοῦ συστήματος αὐτοῦ επιτρέπουν τό χαρακτηρισμό του ὡς μισθωτοῦ κλπ.»
Καταλήγω έτσι στό συμπέρασμα ὅτι ὁ Galinsky εἶναι ἤ ὑπήρξε «εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 1 α, ἐκ τοῦ γεγονότος καί μόνο ὅτι υπήρξε ἀσφαλισμένος στίς Κάτω Χῶρες.
Μέ αυτή τή βάση, έρχομαι, τέλος, στά ερωτήματα Ι (α) καί ΙΙ τοῦ Commissioner τά όποῖα προτίθεμαι νά εξετάσω ταυτοχρόνως καί μέ συντομία.Τό γεγονός ὅτι ὁ Galinsky εἶναι ἡ ὑπήρξε «εργαζόμενος» στίς Κάτω Χώρες είναι σαφῶς ἀρκετό γιά νά θεωρηθεί ὡς πρόσωπο στό όποιο έχει εφαρμογή ὁ κανονισμός 1408/71 — βλέπε άρθρο 2 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ. Δέ σημαίνει, ὅμως, κατά τή γνώμη μου, ὅτι ήταν «εργαζόμενος» στή Μεγάλη Βρετανία. Ούτε σημαίνει ὅτι καθεμιά διάταξη τοῦ κανονισμοῦ μπορεί νά εφαρμοστεί στην περίπτωση του σά νά ήταν «εργαζόμενος»
καί στά δύο Κράτη μέλη. Αυτό εξαρτάται, γιά κάθε τέτοια διάταξη, ἀπό τό περιεχόμενο της.
"Ολοι ὅσοι ἀνέπτυξαν τό σημείο αυτό ἐνώπιόν μας (ὁ Insurance Officer, ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί ἡ Επιτροπή) υποστήριξαν ὁμόφωνα ὅτι τό άρθρο 77 τοῦ κανονισμοῦ θά εἶχε εφαρμογή ἐπί τοῦ Galinsky στή Μεγάλη Βρετανία μόνο ἄν ήταν «εργαζόμενος» στή χώρα αυτή. Τήν ἄποψη αυτή συμμερίζεται καί ὁ Commissioner ὅπως φαίνεται ἀπό τή διάταξη του περί παραπομπής. Τή συμμερίζομαι καί ἐγώ, καί ένας ἀπό τούς κύριους λόγους εἶναι ὅτι κάθε άλλη άποψη θά, ὁδηγοῦσε στό άτοπο νά βρίσκεται ὁ δικαιοῦχος συντάξεως αιωρούμενος μεταξύ δύο συστημάτων στην περίπτωση πού ἡ προϋπόθεση εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 79 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ έπρεπε νά εφαρμοστεί σέ ένα ἀπό τά ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη. Ούτε μοῦ φαίνεται ὅτι τό γεγονός; ὅτι τό ποσό τῆς ολλανδικής συντάξεως τοῦ Galinsky ἀναθεωρήθηκε δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ, μπορεί νά έχει ὁποιαδήποτε επιρροή στή λύση τοῦ ζητήματος. 'Έχω τή γνώμη, συνεπώς, ὅτι τό άρθρο 77 δέν έχει εφαρμογή ἐπί τοῦ Galinsky στή Μεγάλη Βρετανία. 'Αν έτσι έχει τό πράγμα, οἱ διατάξεις του δέν ἀντικαθιστούν τίς διατάξεις τῆς διμεροῦς συμβάσεως ὅσον άφορᾶ τά δικαιώματά του στή χώρα αυτή, καί, επομένως ούτε καί τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ έχει εφαρμογή.
Καταλήγοντας, προτείνω, κύριοι δικαστές, νά ἀποφανθείτε, ἀπαντώντας στά ερωτήματα πού έθεσε στό Δικαστήριο ὁ Commissioner, ὅτι πρόσωπο τό όποιο έχει ἀσφαλιστεί υποχρεωτικά ὡς αυτοτελώς ἀπασχολούμενος (άλλά ὄχι ὡς μισθωτός εργαζόμενος) σ' ένα Κράτος μέλος δέν μπορεί νά θεωρηθεί σ' αυτό τό Κράτος μέλος ὡς «εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 1 α τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71 τοῦ Συμβουλίου ἐκ, μόνου τοῦ γεγο νότος ὅτι εἶναι «εργαζόμενος» σύμφωνα μέ τή νομοθεσία άλλου Κράτους μέλους ἡ ὅτι έχει ἀσφαλισθεί στό πρῶτο Κράτος μέλος στό πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ἀσφαλίσεως πού καλύπτει μισθωτούς, αυτοτελῶς ἀπασχολούμενους καί άλλα πρόσωπα.
Ό Commissioner διατύπωσε τά ερωτήματά του μέ τέτοιο τρόπο ώστε, ἄν ή ἀπάντηση πού έδωσα στό ερώτημα Ι εἶναι ἡ σωστή, δέ χρειάζεται νά δοθεί ἀπάντηση στά ερωτήματα II καί III. Γνωρίζετε ὅμως, κύριοι δικαστές, τίς ἀπαντήσεις πού θά έδινα στά ἐρωτήματα αυτά.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy