ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
α) Η απόφαση
Στις τέσσερις υπό κρίση υποθέσεις, που συνεκδικάζονται βάσει διατάξεως του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1981, οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση της Επιτροπής 80/256/ΕΟΚ της 14ης Δεκεμβρίου 1979 (OJ 1980 L 60/21: στο εξής «η απόφαση») ή τουλάχιστον να μειώσει τα επιβληθέντα με την εν λόγω απόφαση πρόστιμα. Στην απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνονται δύο εναρμονισμένες πρακτικές αντίθετες προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της συνθήκης. Η πρώτη φέρεται ως η πρακτική μεταξύ της προσφεύγουσας στην πρώτη υπόθεση, Musique Diffusion Française, Vélizy-Villacoublay («MDF»), της προσφεύγουσας στη δεύτερη υπόθεση, C. Melchers & Co., Bremen («Mel-chers»), και της προσφεύγουσας στην τρίτη υπόθεση, Pioneer Electronic (Europe) NV, Αμβέρσα («Pioneer»), συνίσταται δε στην παρεμπόδιση, από το τέλος του 1975 μέχρι το Φεβρουάριο του 1976, των εισαγωγών των προϊόντων Pioneer από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στη Γαλλία. Ως δεύτερη εναρμονισμένη πρακτική θεωρείται η πρακτική μεταξύ της MDF, της Pioneer και της προσφεύγουσας στην τέταρτη υπόθεση, Pioneer High Fidelity (GB) Ltd., («Pioneer GB»), πρώην Shriro (UK) Ltd., Iver, Buckinghamshire («Shriro»), που συνίσταται στην παρεμπόδιση, από τα τέλη του 1975 μέχρι τα τέλη του 1977, των εισαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο στη Γαλλία. Με την απόφαση η Επιτροπή επέβαλε στη MDF πρόστιμο 850000 ΕΛΜ (ή 4942597 FF), στην Pioneer πρόστιμο 4350000 ΕΛΜ (ή 175476825 BFR), στην Melchers πρόστιμο 1450000 ΕΛΜ (ή 3596667 DM) και στην Pioneer GB πρόστιμο 300000 ΕΛΜ (ή 194925 UKL) και ζήτησε από τις προσφεύγουσες να παύσουν αμέσως κάθε εναρμονισμένη πρακτική «και όλες τις ενέργειες που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών στην ΕΟΚ».
β) Οι προσφεύγουσες
Στην απόφαση αναφέρεται ότι η Pioneer είναι θυγατρική εταιρεία της Pioneer Electronic Corporation, Τόκιο, μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο κατασκευάστριες υψηλής πιστότητας προϊόντων ηλεκτροακουστικής καταγραφής ήχου («Hi-Fi»), και εισάγει τα περισσότερα από τα πωλούμενα στην Ευρώπη προϊόντα της εταιρείας αυτής. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η Pioneer είχε ανεξάρτητους αποκλειστικούς διανομείς σε επτά κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Melchers ήταν ο μόνος διανομέας προϊόντων Pioneer στη Γερμανία, σύμφωνα με συμφωνία που συνάφθηκε στις 18 Ιουλίου 1967, η οποία, αντίθετα προς παλαιότερη συμφωνία μεταξύ της Melchers και της Pioneer, δείχνει την πρόθεση των μερών να τηρήσουν τους κανόνες που περιέχει ο κανονισμός της Επιτροπής 67/67, της 22ας Μαρτίου 1967, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικότητας.
Από την 1η Ιανουαρίου 1978 τα προϊόντα Pioneer διέθετε μια νέα εταιρεία 40 % του εταιρικού κεφαλαίου της οποίας κατείχε η Pioneer και 60 % η Melchers. Η MDF ήταν αποκλειστικός διανομέας της Pioneer στη Γαλλία, χωρίς όμως να έχει συναφθεί γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτών των μερών. Στην Shriro είχε ανατεθεί η αποκλειστική διάθεση των προϊόντων Pioneer στο Ηνωμένο Βασίλειο με επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 1969. Η Pioneer απέστειλε στην Shriro δύο σχέδια συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, το Σεπτέμβριο του 1969 και τον Αύγουστο του 1976. Τα σχέδια αυτά περιείχαν όρους που απέβλεπαν προφανώς στον περιορισμό των πωλήσεων προϊόντων Pioneer από την Shriro σε αγοραστές άλλων κρατών μελών η Shriro όμως δεν υπέγραψε κανένα σχέδιο. Το Δεκέμβριο του 1978, η Pioneer απέκτησε όλο το εταιρικό κεφάλαιο της Shriro και η αγγλική εταιρεία άλλαξε την επωνυμία της σε Pioneer GB.
Στην αρχική γνωστοποίηση αιτιάσεων, η Επιτροπή είχε υπολογίσει ότι το τμήμα αγοράς που αντιπροσώπευαν τα προϊόντα Pioneer στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν 7 έως 10 % και 8 έως 9 % αντίστοιχα και ότι στη Γερμανία το ποσοστό τους ήταν μικρότερο. Η MDF και η Shriro υπολόγισαν ότι το τμήμα που κατείχαν ήταν περίπου το μισό από αυτό που είχε υπολογίσει η Επιτροπή. Αν και αναγνώρισε ότι δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστεί η αγορά Hi-Fi με ακρίβεια, η Επιτροπή ανέφερε στην απόφαση της ότι το τμήμα ήταν ίσως μεγαλύτερο απ' ό,τι η αρχική της εκτίμηση όσον αφορά τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο (11,5 ο/ο και 10,5 ο/ο αντίστοιχα), θεώρησε όμως ότι το τμήμα αυτό δεν ήταν κατώτερο από την αρχική εκτίμηση για τις δύο αυτές χώρες και ότι ήταν 2 % για τη Γερμανία.
γ) Η προβαλλόμενη πρώτη εναρμονισμένη πρακτική
Για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ MDF, Melchers και Pioneer, η Επιτροπή στηρίχθηκε στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Παρ· όλον ότι υπήρχαν διαφορές ως προς ορισμένες εκπτώσεις, το κόστος των προϊόντων Pioneer για καθέναν από τους τρεις διανομείς ήταν ουσιαστικά το ίδιο. Καθένας ήταν ελεύθερος να καθορίσει τις δικές του τιμές πωλήσεως, αν και η Pioneer έδειχνε «ιδιαίτερο ενδιαφέρον» για τις συνθήκες και την εξέλιξη των εθνικών αγορών, ιδίως σχετικά με τις τιμές χονδρικής και λιανικής πωλήσεως. Οι τιμές που εφάρμοζε η MDF για την πώληση προϊόντων Hi-Fi Pioneer στο εμπόριο λιανικής πωλήσεως ήταν σαφώς υψηλότερες, περί τα τέλη του 1975, από εκείνες που εφάρμοζαν η Melchers και η Shriro. Οι διαφορές αυτές στις τιμές αποτελούσαν ιδιαίτερο κίνητρο για παράλληλες εισαγωγές. Εν μέρει, εξηγούνται από την τακτική της MDF που συνίστατο στην παροχή εξαιρετικών υπηρεσιών, που περιελάμβαναν ιδίως προηγούμενο έλεγχο της ποιότητας προϊόντος, εγγύηση πέντε ετών και την έκδοση ενός τεχνικού οδηγού, του «Μπλε βιβλίου». Ο Setton, πρόεδρος της MDF, δήλωσε ότι όταν άρχισαν οι παράλληλες εισαγωγές προϊόντων Pioneer στη Γαλλία, μείωσε τις τιμές λιανικής πωλήσεως, αφού έπαυσε τη χορήγηση εγγύησης και τη διενέργεια πλήρους ελέγχου ποιότητας. Το 1976, λόγω της μεταβολής των ισοτιμιών, οι γερμανικές τιμές δεν ήταν πλέον τόσο ενδιαφέρουσες για τους γάλλους αγοραστές, οι τιμές όμως στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ακόμη συμφέρουσες.
Η πηγή ορισμένων από τις παράλληλες εισαγωγές ήταν η «Connexion», επιχείρηση που ίδρυσαν το 1975 ο Β. Iffli, ιδιοκτήτης επιχειρήσεως πωλήσεων ηλεκτρικών συσκευών με εκπτώσεις, με έδρα το Metz, και οι συνέταιροι του, προκειμένου να αγοράζουν από κοινού προϊόντα Hi-Fi. Οι περισσότερες από τις αγορές του όμιλου Connexion διενεργούνταν από αποκλειστικούς διανομείς στη Γαλλία, σημαντικό όμως τμήμα προερχόταν από παράλληλες εισαγωγές που πραγματοποιούνταν μέσω της Megaservice, εταιρείας που συστήθηκε ειδικά για το σκοπό αυτό. Το Νοέμβριο του 1975, τρία από τα μέλη του όμιλου Connexion, ιδίως ο Iffli, προσέφεραν εκπτώσεις μεταξύ 26 και 31 °/ο σε σχέση με τις συνήθεις τιμές λιανικής πωλήσεως των συσκευών Pioneer, χάρη στις παράλληλες εισαγωγές που πραγματοποιούσαν από προμηθευτές εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, ιδίως στην Euro Electro, SPRL, Βρυξέλλες (στο εξής: «Euro Electro»),
Το Νοέμβριο του 1975 ή περίπου την ίδια εποχή, ο Iffli ζήτησε προϊόντα Pioneer και άλλες συσκευές Hi-Fi από την Willi Jung KG, Saarbrücken (στο εξής: «Jung»), εταιρεία που μόλις είχε περιέλθει στην Otto Gruoner KG, Rommeishausen (στο εξής: «Gruoner»), επιχείρηση εμπορίου χονδρικής πωλήσεως, στην οποία η Melchers δεν είχε πωλήσει προηγουμένως προϊόντα Pioneer. Στις 12 Δεκεμβρίου 1975, ο Iffli συζήτησε το θέμα στο Rommeishausen με τον Weber, διευθυντή της Jung, και τον προϊστάμενο του τμήματος αγορών της Gruoner, τον Schreiber. Η Gruoner έλαβε έναν τιμοκατάλογο προϊόντων Pioneer από τον αντιπρόσωπο της Melchers στην Καρλσρούη, τον Full, και διαβίβασε τις τιμές αυτές στον Iffli, ο οποίος έδωσε τότε, στις 12 και 14 Ιανουαρίου 1976, δύο παραγγελίες στην Jung, για προϊόντα Pioneer αξίας 950000 DM, σε τιμές «αισθητά κατώτερες» από εκείνες που εφάρμοζε η MDF, περί τα τέλη του 1975 και «σαφώς λιγότερο υψηλές» από τις τιμές της MDF μετά τις μειώσεις του Ιανουαρίου 1976. Η Jung διαβίβασε την παραγγελία στην Gruoner. Ο Schreiber μείωσε το ύψος της παραγγελίας σε 550000 DM, θεωρώντας ότι η φύση και το μέγεθος της τελευταίας, 9α έδιναν την εντύπωση ότι τα προϊόντα προορίζονταν για τη Γαλλία έπειτα δε, διαβίβασε την παραγγελία στην Melchers, η οποία την έλαβε στις 20 Ιανουαρίου 1976. Ο Iffli έλαβε από τις γαλλικές αρχές άδεια για την εισαγωγή από τη Γερμανία προϊόντων Pioneer στις 22 Ιανουαρίου. Η Pioneer το πληροφορήθηκε και ενημέρωσε σχετικά την Melchers.
Μεταξύ 20 και 23 Ιανουαρίου 1976, η Melchers έλεγξε τα αποθέματα της, προέβη σε ασφάλιση για τη χορηγούμενη εμπορική πίστωση για την κάλυψη της παραγγελίας της Gruoner μέχρι ποσού 200000 DM, και επιβεβαίωσε την παραγγελία της Gruoner με τηλετύπημα, γνωστοποιώντας στην Gruoner το όνομα του μεταφορέα.
Στις 19 και 20 Ιανουαρίου όμως, η Pioneer κάλεσε σε σύσκεψη τους ευρωπαίους διανομείς των προϊόντων της, στην Αμβέρσα. Η σύσκεψη αυτή πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία του Ito, γενικού διευθυντή της Pioneer. Μεταξύ των προσώπων που έλαβαν μέρος ήταν οι Setton, Todd (ένας διευθυντής της Shriro) και Mackenthun (ο προϊστάμενος του τμήματος Hi-Fi της Melchers). Η Pioneer είχε προηγουμένως διαβιβάσει στην Melchers την καταγγελία του Setton, κατά την οποία οι παράλληλες εισαγωγές αποδιοργάνωναν τη γαλλική αγορά. Ο Setton επανέλαβε την καταγγελία του στη σύσκεψη. Στις 27 Ιανουαρίου 1976, η Melchers απέστειλε τηλετύπημα στον Schreiber, ζητώντας του να έρθει σε επαφή με τον Full. Αντί γι' αυτό, ο Schreiber τηλεφώνησε στο διευθυντή πωλήσεων της Melchers, von Bonin, στον οποίο τόνισε ότι η Melchers είχε ενημερωθεί για την άδεια εισαγωγής από την Pioneer, στην Αμβέρσα, και ότι αρνείτο να παραδώσει το εμπόρευμα στην Jung, εκτός και αν ελάμβανε την εξασφάλιση ότι τα προϊόντα δεν θα εξάγονταν. Στις 28 Ιανουαρίου, ο Schreiber απέστειλε τηλετύπημα με παρόμοιο περιεχόμενο στο Weber, ο οποίος διαβίβασε την πληροφορία στον Iffli, με επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 1976. Ένας από τους συνεταίρους του Iffli, ο οποίος ήταν ιδρυτικό μέλος της Connexion, o Debard, δήλωσε ότι περί τα τέλη Ιανουαρίου 1976, ο Couadou, διευθυντής πωλήσεων της MDF, του είχε πεί: «Δεν θα παραλάβετε το εμπόρευμα».
Ο Iffli διαμαρτυρήθηκε τόσο στην Jung, απειλώντας να προσφύγει στα δικαστήρια, όσο και στην Gruoner, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι στη γαλλική αγορά διετί-θεντο προϊόντα Pioneer με το σήμα της Melchers, τα οποία είχαν εισαχθεί μέσω βέλγου εμπόρου χονδρικής πωλήσεως. (Ορισμένες άλλες συσκευές που είχαν αγοραστεί από την Melchers, είχαν επίσης εξαχθεί στη Γαλλία από την EVB, εταιρεία στη Στουτγάρδη, η οποία ειδικευόταν στις εξαγωγές. Οι εξαγωγές αυτές είχαν πραγματοποιηθεί παρ' όλον ότι ο Full αξίωσε από την EVB να επιβεβαιώσει με τηλετύπημα στην Melchers ότι τα προϊόντα δεν προορίζονταν να μεταπωληθούν εντός της ΕΟΚ). Οι κατηγορίες αυτές επαναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Rommeishausen (στις 17 Φεβρουαρίου, όπως ειπώθηκε, αλλά στην πραγματικότητα στις 11 Φεβρουαρίου 1976) με πρωτοβουλία του Schreiber, στην οποία έλαβαν μέρος οι von Bonin, Full και Mackenthun. Απαντώντας η Melchers στην κατηγορία αυτή κατά τη σύσκεψη, απάντηση που επανέλαβε με τηλετύπημα στον Weber στις 18 Φεβρουαρίου 1976, αρνήθηκε ότι εξήγαγε η ίδια και ισχυρίστηκε ότι «κάθε παρόμοια δραστηριότητα απαγορευόταν ρητώς από τις συμφωνίες που είχε συνάψει η Pioneer στην Αμβέρσα με τους εθνικούς διανομείς. Η Melchers θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική της κατάσταση αν δεν έλεγχε όλους τους αγωγούς διανομής προϊόντων Pioneer προς αποφυγή σημαντικών πωλήσεων από μια χώρα σε άλλη». Ο Iffli ουδέποτε έλαβε τα εμπορεύματα που είχε παραγγείλει. Αργότερα, η Melchers συνήψε συμφωνία επί μακροχρονίου βάσεως με την Gruoner, η οποία κατέστη ο κυριότερος πελάτης της Melchers.
ό) Η προβαλλόμενη δεύτερη εναρμονισμένη πρακτική
Για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ MDF, Pioneer και Shriro η Επιτροπή στηρίχθηκε στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Στις αρχές Δεκεμβρίου 1975, η γαλλική επιχείρηση Office pour le développement de l'acoustique appliquée Sàrl, Rungis (στο εξής «ODA»), παράγγειλε επειγόντως 50 περιστροφικές πλάκες Pioneer στην Comet Radiovision Services Ltd., Hull, (στο εξής: «Comet»), η οποία είναι η κυριότερη αλυσίδα καταστημάτων πωλήσεων με εκπτώσεις και φθηνών καταστημάτων λιανικής πωλήσεως συσκευών Hi-Fi. Αν και ο διευθυντής εξαγωγών της Comet δεν γνώριζε την ODA, απέστειλε τα εμπορεύματα αεροπορικώς. Την ίδια περίπου εποχή, η ODA παρήγγειλε επειγόντως δέκα περιστροφικές πλάκες Pioneer, από την επιχείρηση όμως Audiotronic (στο εξής: «Audiotronic»), στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία επίσης έστειλε τις πλάκες αυτές αεροπορικώς. Στην πραγματικότητα, 95 ο/ο του κεφαλαίου της ODA κατέχει η MDF, το δε υπόλοιπο ο πρόεδρός της Setton. Η ODA προέβη στις εν λόγω δοκιμαστικές αγορές, για να αποδείξει την ύπαρξη παραλλήλων εισαγωγών. Ο Setton, ο οποίος δήλωσε ότι «είναι τελείως αντίθετος» στις παράλληλες εισαγωγές, απέδειξε κατά τη σύσκεψη της Αμβέρσας στις 19 και 20 Ιανουαρίου 1976 στον αντιπρόσωπο της Pioneer και τον Todd, διευθυντή της Shriro, την ύπαρξη πωλήσεων περιστροφικών πλακών από την Αγγλία. Ο Todd δήλωσε στους ελεγκτές της Επιτροπής ότι ο ίδιος και ο Setton είχαν «συμφωνήσει» ότι ο Todd θα προσπαθούσε να πείσει τους βρετανούς πελάτες του να μην εξάγουν προϊόντα Pioneer. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα παραπάνω συμφωνήθηκαν κατά τη σύσκεψη της Αμβέρσας.
Στις 28 Ιανουαρίου 1976, ο Todd έγραψε στον D. Smith, ο οποίος ήταν τότε ο γενικός διευθυντής της Audiotronic, ότι «είχε πρόσφατα κληθεί στα γραφεία της Pioneer στην Αμβέρσα προκειμένου να συζητήσει τα παράπονα του γάλλου διανομέα σχετικά με τη διείσδυση στη Γαλλία προϊόντων Pioneer από το Ηνωμένο Βασίλειο». Δήλωσε ότι είχε αρνηθεί στο παρελθόν τον ισχυρισμό αυτόν, αλλά ότι στην προκειμένη περίπτωση είχε τεθεί ενώπιον αποδεικτικών στοιχείων. Προσέθετε «ότι δεν αγνοούσε τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με τις παράλληλες εισαγωγές», αλλά λυπάται γιατί η Audiotronic τον έφερε «σε αρκετά δυσάρεστη θέση». Ο Smith απάντησε στις 2 Φεβρουαρίου 1976 ως εξής: «Δεν έχω καμία απόδειξη ότι είχαμε ποτέ εξαγάγει σημαντικές ποσότητες προϊόντων Pioneer... εντούτοις, θα ζητήσω να τεθεί τέρμα στην πρακτική αυτή».
Στις 29 Ιανουαρίου 1976, ο Todd έγραψε στον J. Hollingberry, πρόεδρο της Comet, αναφέροντας και πάλι ότι είχε κληθεί στην Αμβέρσα για να συζητήσει τα παράπονα που απεύθυνε η MDF στην Pioneer σχετικά με εισαγωγές προϊόντων Pioneer στη Γαλλία από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ανέφερε ότι του «κόπηκαν τα πόδια» όταν του προσκόμισαν την απόδειξη της παραδόσεως των περιστροφικών πλακών από την Comet στην ODA. Ο Todd προσέθετε: «Δεν αγνοώ τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας που αφορούν τις παράλληλες εξαγωγές, θα σας πω όμως με ειλικρίνεια ότι μερικές φορές αποδίδω μεγαλύτερη σημασία στο ορθό παρά στον ίδιο το νόμο... Ίσως μπορείτε να με βοηθήσετε για να αποφύγουμε μια κατάσταση ανελέητου ανταγωνισμού». Ο Hollingberry απάντησε στις 30 Ιανουαρίου 1976«βεβαιώνω ότι η επιχείρηση μου δεν θα εξαγάγει σκοπίμως προϊόντα Pioneer σε πελάτες εμπόρους εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου». Ο Todd δήλωσε ότι έστειλε τις επιστολές αντές με την ελπίδα ότι ο ενοχλητικός Setton θα τον «άφηνε ήσυχο».
Η Επιτροπή έκρινε ότι είχε αποδειχθεί, κατά τις επισκέψεις που πραγματοποίησαν οι ελεγκτές στην Comet και στον κυριότερο πελάτη της Comet για τις εξαγωγές, την Euro Electro, ότι οι εξαγωγές προϊόντων Pioneer από την Comet σε εμπορεύσιμες ποσότητες, οι οποίες ήταν σημαντικές κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μεταξύ 19 Δεκεμβρίου 1975 και 16 Ιανουαρίου 1976, έπαυσαν μετά την παρέμβαση της Shriro. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με δήλωση της Audiotronic, η Shriro της προέβαλε δυσχέρειες για τις εξαγωγές και ότι θα μπορούσε να είχε πολύ περισσότερες συναλλαγές εάν ήταν ελεύθερη να εξάγει' το Μάρτιο του 1976, η Audiotronic έλα6ε παραγγελίες αξίας μεγαλύτερης των 150000 UKL από τις οποίες, όμως, εκτέλεσε μόνο ένα τμήμα αξίας 55000 UKL.
Η Επιτροπή έκρινε ότι οι δύο εναρμονισμένες πρακτικές, που είχαν διαπιστωθεί, ήταν αρκετά σημαντικές για να μπορούν καταρχήν να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Ο σκοπός και το αποτέλεσμά τους ήταν η παρεμπόδιση των εξαγωγών στη Γαλλία για να προστατευθούν οι υψηλές τιμές που εφαρμόζονταν στην αγορά αυτή.
e) Η καταγηελία
Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την απόφαση προβάλλοντας λόγους που αφορούν τόσο τη διαδικασία όσο και την ουσία, ισχυρίζονται δε επικουρικά, ότι τα πρόστιμα που επέβαλε η Επιτροπή είναι υπέρογκα και πρέπει να μειωθούν.
Διαδικαστικά ζητήματα
α) Γενικοί λόγοι διαδικαοτικού χαρακτήρα
Με τον πρώτο λόγο διαδικαστικού χαρακτήρα η MDF ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιο λήψεως της αποφάσεως η Επιτροπή ενήργησε ταυτόχρονα ως κατήγορος και ως δικαστής, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμβάσεως περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο λόγος αυτός δεν περιορίζεται στον τρόπο, με τον οποίο ενήργησε η Επιτροπή στη συγκεκριμένη υπόθεση' προβάλλεται επίσης ο γενικότερος ισχυρισμός ότι οι Κοινότητες έχουν παραβεί τη σύμβαση με το ίδιο το σύστημα που καθιέρωσαν για τη διαπίστωση προβαλλομένων παραβάσεων των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης και τη λήψη αποφάσεων εν προκειμένω. Τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναφέρονται στη σύμβαση αυτή αναγνωρίζονται από μακρού χρόνου ως αποτελούντα αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες πρέπει αναμφίβολα να τηρούνται, mutatis mutandis, στις σχετικές με τον ανταγωνισμό υποθέσεις όπως και στις άλλες: πρβλ. υπόθεση 4/73, Noid κατά Επιτροπής, ECK. 1974, σσ. 491, 508 και υπόθεση 136/79, National Panasonic (UK) Ltd. κατά Επιτροπής, ECR 1980, σσ. 2033, 2057. Δεν προκύπτει πάντως ότι οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, όταν ερευνά για τη διαπίστωση τέτοιων παραβάσεων στις υποθέσεις ανταγωνισμού, δυνάμει του κανονισμού του Συμβουλίου 17, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25, υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμβάσεως. Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής στις υποθέσεις αυτές δεν είναι δικαστική αλλά διοικητική: υπόθεση 45/69, Boehringer-Mannheim κατά Επιτροπής ECR 1970, σσ. 769, 802. Όταν ασκεί τις αρμοδιότητες της στις υποθέσεις αυτές, η Επιτροπή δεν πρέπει να θεωρείται ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 6 της ευρωπαϊκής συμβάσεως: συνεκδικασθείσεις υποθέσεις 209 έως 215 και 218/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής («FEDETAB»), ECR 1980, σσ. 3125, 3248. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή εξαιρείται της υποχρεώσεως να μην επιδεικνύει αθέμιτη συμπεριφορά αυτό σημαίνει ότι δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι η διαδικασία σ' αυτές τις υποθέσεις δεν ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμβάσεως.
Στη συνέχεια η MDF ισχυρίστηκε ότι η απόφαση συζητήθηκε στο πλαίσιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων και ότι η γνώμη της επιτροπής αυτής δεν της είχε κοινοποιηθεί. Αυτό συνιστούσε, κατά την MDF, προσβολή του δικαιώματος υπερασπίσεως. Η Pioneer παραπονείται επίσης για την άρνηση της Επιτροπής να της γνωστοποιήσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, ισχυριζόμενη (μεταξύ άλλων) ότι η απαγόρευση δημοσιεύσεως των γνωμών αυτών, που απαγγέλλεται στο άρθρο 10, παράγραφος 6, του κανονισμού 17, δεν κωλύει την κοινοποίηση τους στις επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των γνωμών αυτών. Η τακτική που ακολουθείται βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 6, επικρίθηκε από διακεκριμένους συγγραφείς, σε άρθρα που παραθέτουν η MDF και η Pioneer, οι επικρίσεις όμως αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε διαδικασία που ακολουθείται σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 6, είναι νομικώς άκυρη. Συγκεκριμένα, οι επικρίσεις στηρίζονται εν μέρει στην προϋπόθεση ότι η απαγόρευση δημοσιεύσεως των γνωμών σημαίνει ότι δεν πρέπει να κοινοποιούνται ούτε και στα ενδιαφερόμενα μέρη.
Ο ρόλος της επιτροπής είναι κυρίως συμβουλευτικός και η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί, στην απόφαση, στα στοιχεία που της παρέσχε η Επιτροπή, επί των οποίων τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν τις απόψεις τους. Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις που για να είναι η διαδικασία ορδή 9α πρέπει να κληθούν τα μέρη να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με τα στοιχεία που προέρχονται από την επιτροπή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να κοινοποιηθεί η ίδια η έκθεση. Στην παρούσα υπόθεση, δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι έχει στηριχθεί αυτή, από οποιαδήποτε άποψη, στα στοιχεία που παρέσχε η Συμβουλευτική Επιτροπή ή σε ισχυρισμούς της, κανένα δε στοιχείο δεν προσκομίστηκε που να δείχνει ότι το πράγμα είχε έτσι.
Καμία απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, δεν παρατέθηκε που να στηρίζει τον ισχυρισμό της MDF. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός δεν στηρίζεται στην απόφαση 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτοοπής, ECR 1979, σ. 461, στις σσ. 511-512, στην οποία το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την υποχρέωση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 17, να τηρεί τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που παρέχονται στην Επιτροπή και στην οποία το Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στο άρθρο 10, με το οποίο καθιερώθηκε μια μέθοδος επαφής μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών των κρατών μελών.
Αντίθετα, στην υπόθεση FEDETAB, σ. 3291, ο γενικός εισαγγελέας Reischl δήλωσε ότι «σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 17, η γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής... προορίζεται για την Επιτροπή και όχι για τα ενδιαφερόμενα μέρη. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι, δεν μπορεί να ζητηθεί η προσκόμιση της ακόμη και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, απλώς για το λόγο ότι μόνο με τον τρόπο αυτό μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει αν επελήφθη δεόντως της υποθέσεως η Συμβουλευτική Επιτροπή».
Η απαγόρευση που απαγγέλλει το άρθρο 10, παράγραφος 6: «δεν δημοσιεύεται» σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν πρέπει να κοινοποιείται αυτή καθαυτή η γνώμη. Δεν νομίζω ότι στο πλαίσιο του κανονισμού 17η απαγόρευση δημοσιεύσεως της γνώμης αφορά μόνο την κοινοποίηση της σε οποιονδήποτε εκτός από τους διάδικους στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής. Ανεξάρτητα από τις απόψεις που μπορεί να υποστηριχθούν όσον αφορά τη βασιζόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 6, πρακτική, δεν νομίζω ότι είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κοινοποίησε την έκθεση στους διαδίκους της υπό κρίση υποθέσεως συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου.
6) Λόγοι πον στηρίζονται στην προβαλλομένη μη κοινοποίηση στοιχείων
Όλες οι προσφεύγουσες παραπονούνται για τη συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία δεν αποκάλυψε ορισμένα στοιχεία, που οι προσφεύγουσες θεωρούσαν ως ζωτικής σημασίας για την άμυνα τους, παρά μόνο μετά τη λήψη της αποφάσεως ή ακόμη σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ισχυρίζονται ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία καθιστά ελαττωματική την απόφαση είτε σε σχέση με τα υπέρτατα δικαιώματα του αμυνομένου, είτε σε σχέση με το άρθρο 4 του κανονισμού της Επιτροπής 99/63, στο οποίο προβλέπεται ότι στις αποφάσεις της η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη κατά των επιχειρήσεων παρά μόνο τις αιτιάσεις, σχετικά με τις οποίες οι τελευταίες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν τις απόψεις τους. Αναφέρονται επίσης στο άρθρο 190 της συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να αναφέρεται η αιτιολογία, επί της οποίας στηρίζεται μια απόφαση.
Το θέμα των υποχρεώσεων της Επιτροπής ως προς τα δικαιώματα του αμυνομένου θίχτηκε στις υποθέσεις Boehringer-Mannheim (σ. 795), Hoffmann-La Roche (σ. 512) και FEDETAB (σ. 3237). Πρέπει να αναφέρει σαφώς, αλλά συνοπτικώς, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, τα κύρια πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται και, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, πρέπει να παρέχει «τα αναγκαία για την υπεράσπιση στοιχεία». Στις προϋποθέσεις αυτές το Δικαστήριο πρόσθεσε, στην υπόθεση Hoffmann-La Roche (σ. 513), το ακόλουθο στοιχείο: «αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, θεραπεύτηκαν πράγματι αντι-κανονικότητες..., οι τελευταίες δεν επιφέρουν κατ' ανάγκη την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον το δικαίωμα υπερασπίσεως δεν θίγεται από την εν λόγω καθυστερημένη θεραπεία». Επομένως, οι αιτιάσεις των προσφευγουσών πρέπει να εκτιμηθούν βάσει των κριτηρίων αυτών.
(ί) Οι πίνακες που επισυνάπτονται στο υπόμνημα αντικρούσεως
Η MDF και η Pioneer υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή ανέφερε, σε διάφορους πίνακες που επισύναψε στο υπόμνημα αντικρούσεως, ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν διαφορές μεταξύ των τιμών των προϊόντων Pioneer στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι θα έπρεπε κανονικά να τους έχουν γνωστοποιηθεί με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων ή, εν πάση περιπτώσει, πριν από τη λήψη της αποφάσεως. Τόσο η MDF όσο και η Pioneer προσθέτουν ότι ορισμένοι από τους πίνακες που έχουν επισυναφθεί στο υπόμνημα αντικρούσεως ήταν από άποψη περιεχομένου διαφορετικοί από έναν πίνακα που τους είχε διαβιβαστεί ταυτόχρονα με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων και αντιφατικοί προς αυτό, τα στοιχεία δε επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή είτε είναι εν πάση περιπτώσει πεπλανημένα, είτε «τελείως λανθασμένα», ή χρησιμοποιήθηκαν για τη συναγωγή αδικαιολόγητων συμπερασμάτων. Οι πρώτοι περιλαμβάνουν (i) πίνακες, στους οποίους γίνεται σύγκριση των τιμών της MDF, της Shriro και της Melchers για την πώληση στο λιανεμπόριο διαφόρων τύπων προϊόντων Pioneer κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών και τα μεικτά περιθώρια κέρδους των εταιρειών αυτών στο εν λόγω εμπόριο· (ii) πίνακες όπου συγκρίνονται οι τιμές, στις οποίες φέρεται η Melchers ότι προσέφερε προϊόντα Pioneer στην Gruoner με τις τιμές που φέρεται ότι προσέφερε η Gruoner στον Iffli και με τους τιμοκαταλόγους της MDF, και (iii) πίνακες όπου συγκρίνονται οι τιμές λιανικής πωλήσεως προϊόντων Pioneer στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Στα παραπάνω προστέθηκε, στην περίπτωση της MDF απόσπασμα από το τεύχος του Φεβρουαρίου 1976 του γαλλικού περιοδικού Audio Magazine, στο οποίο περιέχονται στοιχεία σχετικά με τον όγκο της γαλλικής βιομηχανίας Hi-Fi.
Τα συμπεράσματα που η Επιτροπή επιχείρησε να συναγάγει από τους πίνακες που επισύναψε στο υπόμνημα αντικρούσεως είχαν περιγραφεί, κατά τρόπο γενικό, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, ιδίως στις παραγράφους Ι.Β.3., I.D.1. και H.A.3., όπου η Επιτροπή ανέφερε ότι οι τιμές, στις οποίες αγόραζαν η MDF, η Melchers και η Pioneer GB προϊόντα Pioneer, ήταν σε γενικές γραμμές οι ίδιες, ότι οι τιμές της MDF για τα προϊόντα Pioneer ήταν σχετικά υψηλότερες κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών από εκείνες που εφάρμοζαν η Melchers και η Shriro και ότι o Iffli (ο οποίος πωλούσε ήδη διάφορα προϊόντα Pioneer σε τιμές σαφώς κατώτερες από τις συνήθεις τιμές λιανικής πωλήσεως, λόγω των παραλλήλων εισαγωγών), θεώρησε ενδιαφέροντα τον κατάλογο τιμών που του απέστειλε η Gruoner το Δεκέμβριο του 1975. Γι' αυτόν το λόγο δεν μπορώ να δεχθώ ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εκθέσει περιληπτικά, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, τα κύρια περιστατικά, επί των οποίων στηρίχτηκε. Δεν ήταν υποχρεωμένη, σ' αυτό το στάδιο, να εκθέσει λεπτομερώς όλα τα στοιχεία που παρέσχε αργότερα με τους πίνακες.
Το προβαλλόμενο από την Επιτροπή ποσοστό της MDF στο σχετικό με τα προϊόντα Hi-Fi συνολικό κύκλο εργασιών στη Γαλλία αμφισβητήθηκε με την προσφυγή βάσει δύο μελετών, της μελέτης BREF και της μελέτης SIERE, σύμφωνα με τις οποίες ο συνολικός κύκλος εργασιών είναι μεγαλύτερος από εκείνον που έλαβε υπόψη η Επιτροπή και καταλήγουν συνεπώς στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό της MDF ήταν μικρότερο. Ο κύκλος εργασιών της γαλλικής αγοράς Hi-Fi το 1975, που αναφέρεται στο απόσπασμα από το Audio Magazine, ενισχύει τον κύκλο εργασιών που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για τον υπολογισμό του τμήματος αγοράς που κατείχε η Pioneer στη Γαλλία, προκειμένου να προσδιορίσει αν η εναρμονισμένη πρακτική, στην οποία συμμετέσχε η MDF, μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών όχι μόνο σε ασήμαντο βαθμό. Το απόσπασμα προσκόμισε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως ως απάντηση στον ισχυρισμό που στηρίχθηκε στην έκθεση BREF.
Στην παράγραφο Ι.Α.Ι., πάντως, της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, η Επιτροπή προβαίνει σε εκτίμηση του τμήματος της γαλλικής αγοράς που κατείχε η Pioneer, στη δε παράγραφο ΙΙ.Α.4. επαναλαμβάνει ότι η Pioneer κατείχε ισχυρή θέση στην αγορά προϊόντων Hi-Fi υψηλής ποιότητας και ότι οι υψηλές τιμές που εφαρμόζονταν στη Γαλλία συνιστούσαν σημαντικό κίνητρο νια παράλληλες εισαγωγές. Συνεπώς και πάλι τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή, εκτίθενται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων.
Το επιχείρημα που προβλήθηκε για λογαριασμό της MDF και της Pioneer ήταν ότι οι επιχειρήσεις αυτές εξεπλάγησαν με τον τρόπο, με τον οποίο παρουσιάστηκαν τα στοιχεία, δεδομένου ότι οι πίνακες οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα και δεν συγκρίνονται σ' αυτούς πράγματα που μπορεί να συγκριθούν. Τα στοιχεία πάντως δεν προσκομίστηκαν για να ενισχύσουν τους αρχικούς ισχυρισμούς της Επιτροπής, αλλά για να αντικρούσουν τα ειδικά επιχειρήματα που προέβαλαν η MDF και η Pioneer με τις προσφυγές τους.
Στην υπόθεση αυτή υπάρχει σαφώς μεγάλη διάσταση απόψεων σχετικά με το τι έπρεπε να θεωρηθεί ότι συνιστά την αγορά Hi-Fi, σχετικά με το τμήμα της αγοράς αυτής που κατείχε η Pioneer, σχετικά με το εγχώριο τμήμα του συγκεκριμένου ειδικού διανομέα, σχετικά με τη διαφορά που υπήρχε σε διάφορα χρονικά σημεία μεταξύ των τιμών της MDF και των τιμών των άλλων διανομέων, σχετικά με τον κύκλο εργασιών σε προϊόντα Pioneer και σε άλλα προϊόντα των διανομέων, σχετικά με τα συνολικά τους κέρδη, σχετικά με το ακριβές ποσοστό που αντιπροσωπεύουν τα πρόστιμα σε σχέση με τον κύκλο εργασιών. Οι προσφεύγουσες προέβαλαν διάφορα στοιχεία και επιχειρήματα, όχι μόνο με την προσφυγή αλλά και με την απάντηση αλλά και με το δικόγραφο που νομίζω ότι μπορεί να αποκληθεί «αντίκρουση ανταπαντήσεως», το οποίο περιέχει νέους ισχυρισμούς προκειμένου να πραγματευθούν τα εν λόγω θέματα ουσίας. Για να απαντήσει στα ειδικά αυτά επιχειρήματα η Επιτροπή προσκόμισε στοιχεία, επί των οποίων οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις, δυνατότητα της οποίας έκαναν πλήρη χρήση.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή ενήργησε με τον τρόπο αυτό δεν νομίζω ότι καθιστά ελαττωματική ούτε την αρχική διαδικασία ούτε την αρχική απόφαση. Το κύριο ζήτημα είναι κατά πόσο δικαιολογημένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν δύο εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν αισθητή επίδραση επί του εμπορίου και ότι το τμήμα αγοράς και ο κύκλος εργασιών δικαιολογούσαν τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν.
(ii) Η έκθεση Mackintosh
Η MDF και η Pioneer GB παραπονούνται γιατί η Επιτροπή, προκειμένου να υπολογίσει το τμήμα αγοράς που αντιπροσώπευαν τα προϊόντα Pioneer το 1976, στηρίχθηκε στην έκθεση που κατάρτισαν το Σεπτέμβριο του 1979 οι Mackintosh Consultants Co. (στο εξής: «η έκθεση Mackintosh»), η οποία δεν κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες αυτές παρά μετά την λήψη της αποφάσεως.
Στην παράγραφο Ι.Α.1. της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, η Επιτροπή προέβη σε εκτίμηση του τμήματος της αγοράς Hi-Fi που κατείχε η Pioneer στη Γαλλία, στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η σημασία του κατ' εκτίμηση αυτού τμήματος τονίστηκε στην παράγραφο Π.Α.4. της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, όπου η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια εναρμονισμένη πρακτική σχετικά με τα προϊόντα Pioneer ήταν δυνατόν να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, στηρίζει δε το συμπέρασμα αυτό στη διαπίστωση ότι η Pioneer κατείχε ισχυρή θέση στην αγορά προϊόντων Hi-Fi.
Στην έγγραφη απάντηση της της 27ης Οκτωβρίου 1978, η Shriro ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε υπερβάλει τη σημασία της αγοράς Pioneer στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθόσον υιοθέτησε έναν ανακριβή και απατηλό ορισμό της αγοράς Hi-Fi. Στηρίζοντας τον υπολογισμό της στον κατά τη δική της άποψη ορισμό της αγοράς, η Shriro κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πωλήσεις της προϊόντων Pioneer αντιπροσώπευαν λιγότερο από το μισό του αριθμού που αναφέρεται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Η Shriro ανέπτυξε το επιχείρημα αυτό στη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1978, όταν ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε παρουσιάσει συνολικά στοιχεία για την αγορά Hi-Fi στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Shriro προσκόμισε τρεις πηγές στατιστικών στοιχείων εν προκειμένω: έκθεση του «The Economist Intelligence Unit» που συντάχτηκε τον Αύγουστο του 1975, έκθεση του «Mintel Market Intelligence» που συντάχθηκε το Μάρτιο του 1976 και απόσπασμα του «Mackintosh Yearbook» του 1978.
Για να απαντήσει στα επιχειρήματα αυτά η Επιτροπή ζήτησε από την Mackintosh Consultants Limited τη σύνταξη εκθέσεως που να περιέχει (μεταξύ άλλων) συνολικά στοιχεία για την αγορά προϊόντων Hi-Fi σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τη διάρκεια των ετών 1976 έως 1979. Η Επιτροπή θεώρησε ότι τα στοιχεία της εταιρείας αυτής αποτελούσαν επιβεβαίωση του γεγονότος ότι η εκτίμηση, στην οποία προέβη στη γνωστοποίηση αιτιάσεων σχετικά με το τμήμα της αγοράς Pioneer δεν ήταν υπερβολική. Πράγματι, η έκθεση Mackintosh καταλήγει σε μεγαλύτερο ποσοστό, δηλαδή 11,5 ο/ο για τη Γαλλία και 10,5 ο/ο για το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Επιτροπή δεν ζήτησε από τα ενδιαφερόμενα μέρη να λάβουν θέση επί της εκθέσεως Mackintosh, αλλά ανέφερε στην απόφαση (παράγραφος 25.3) ότι θα ενέμενε στους ισχυρισμούς που προέβαλε στη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αποκάλυψε ένα τμήμα της εκθέσεως Mackintosh στις 6 Μαρτίου 1980 και το υπόλοιπο στις 26 και 27 Ιανουαρίου 1982.
Νομίζω ότι στη γνωστοποίηση αιτιάσεων περιείχοντο περιληπτικά τα ουσιώδη στοιχεία, τα οποία φέρονται ως αποδειχθέντα από την έκ9εση Mackintosh. Η Επιτροπή δεν μπορεί να επικριθεί γιατί ζήτησε από τη Mackintosh Consultants Limited, μετά τη συνεδρίαση, να προσκομίσει, ενόψει των επιχειρημάτων που προέβαλε η Shriro, μια έκδεση με το σκοπό να αποδειχθεί αν η αρχική εκτίμηση της Επιτροπής ήταν εσφαλμένη. Το ζήτημα είναι αν όφειλε στην περίπτωση αυτή να παράσχει στους διαδίκους την ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με την έκθεση, πριν λάβει την απόφαση.
Νομίζω ότι το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως επέβαλε στην Επιτροπή να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό. Εντούτοις, δεν φρονώ ότι το γεγονός ότι δεν ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό στην υπό κρίση υπόθεση συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια, που πρέπει να επιφέρει την ακύρωση της αποφάσεως.
Πρώτον, η απόφαση δεν στηρίχθηκε στα στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση Mackintosh, αλλά στα στοιχεία που αναφέρονται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων (τα οποία ήταν ευνοϊκότερα για την MDF και την Pioneer). Όταν έλαβε την απόφαση, η Επιτροπή είχε στη διάθεση της τις παρατηρήσεις της MDF και της Pioneer σχετικά με τα στοιχεία που περιείχοντο στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, καθώς και τις εκτιμήσεις των εταιρειών αυτών σχετικά με το τμήμα της αγοράς που κατείχαν. Δεν φρονώ ότι υπήρχε οποιοδήποτε νέο ουσιώδες στοιχείο που οι διάδικοι θα μπορούσαν να προβάλλουν ή που δεν είχαν τη δυνατότητα να επικαλεστούν.
Δεύτερον, αν και είναι σαφώς κατώτερες από εκείνες της Επιτροπής, οι δικές τους εκτιμήσεις σχετικά με τα τμήματα της αγοράς που κατείχαν η MDF και η Pioneer GB είναι τέτοιες, ώστε δείχνουν ότι η καθεμιά κατείχε τμήμα εν πάση περιπτώσει περισσότερο από αμελητέο. Στην υπόθεση 5/69, Volk κατά Vervaeke, ECR 1969, σσ. 295, 302, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια συμφωνία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρ9ρου 85, όταν επηρεάζει την αγορά του σχετικού προϊόντος μόνο σε ασήμαντο 6α9μό, στην υπόθεση όμως αυτή τα τμήματα της αγοράς της οικείας επιχειρήσεως ανέρχονταν μόνο σε 0,5 °/ο και 0,2 °/ο στα δύο κράτη μέλη, για τα οποία επρόκειτο. Έστω κι αν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες που προέβαλε η MDF στα υπομνήματα για τον υπολογισμό του ποσοστού που κατείχε στην εξακριβωμένη, όπως υποστήριζε, αγορά, τα ποσοστά αυτά απέχουν πολύ από εκείνα που επικαλείται η MDF. Συγκεκριμένα, στις αρχικές προσφυγές τους στο Δικαστήριο, η MDF και η Pioneer GB ισχυρίζονται ότι κατά το σημαντικότερο έτος (1976), κατείχαν αντίστοιχα, βάσει της εκθέσεως BREF, τμήματα της τάξεως περίπου 4,6 ο/ο και 3,6 °/ο, ποσοστά που διορθώθηκαν ακολούθως για να τοποθετηθούν αντίστοιχα στο ύψος περίπου του 3,4 °/ο και 3,2 ο/ο. Είναι κατώτερα από το ποσοστό του 5 ο/ο, το οποίο αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής περί των συμφωνιών ήσσονος σημασίας της 27ης Μαΐου 1970 (JO 1970, C 64/1, όπως αναθεωρήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1977, JO 1977, C 313/3), για τους λόγους, όμως, που αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας Warner στην υπό9εση 19/77, Miller κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 131, σσ. 158-159, τα ποσοστά που περιέχονται στην ανακοίνωση αυτή δεν δεσμεύουν καθόλου το Δικαστήριο και πρέπει εν πάση περιπτώσει να λαμβάνονται υπόψη μαζί με την παραγωγή ή τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων σε απόλυτους αρι9μούς. Αν ληφθούν υπόψη οι παράγοντες αυτοί, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι πωλήσεις της MDF και της Pioneer GB αντιπροσώπευαν, κατά την κρίσιμη περίοδο, ένα όχι ασήμαντο ποσοστό της αγοράς.
(iii) Η δήλωση του Mason
Η Pioneer GB και η Pioneer παραπονούνται γιατί η Επιτροπή στηρίχτηκε στην απόφαση σε γραπτή δήλωση του W. J. Mason, διευθυντή της Cornet, από την οποία προκύπτει δήθεν, ότι εξήγαγε προϊόντα Hi-Fi σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες από το Δεκέμβριο 1975, από την οποία όμως η Επιτροπή αποκάλυψε στην Shriro τον Οκτώβριο του 1978, μόνον ένα τμήμα, το δε υπόλοιπο διαγράφτηκε από το κείμενο για το λόγο ότι περιείχε εμπιστευτικές πληροφορίες. Το Νοέμβριο 1978, η Shriro πήρε από την Comet τα τμήματα της δηλώσεως που είχαν διαγραφεί από το κείμενο, υποστήριξε δε ότι τα τμήματα αυτά δεν ήτανε εμπιστευτικά αλλά ότι είχαν περιέλθει σε γνώση της Shriro πολύ καθυστερημένα για να μπορέσει να τα αντικρούσει λεπτομερώς κατά τη συνεδρίαση.
Δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν είχε αναφέρει, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, τα ουσιώδη περιστατικά που δήθεν προέκυπταν από τη δήλωση. Η γνωστοποίηση αιτιάσεων περιέχει επαρκή περίληψη των ισχυρισμών, που βασίζονται στην επιστολή, επί των οποίων στηρίχτηκε η Επιτροπή (παράγραφος Ι.Ε.Ι.). Ο ισχυρισμός συνίσταται στο ότι, διαγράφοντας τα εν λόγω τμήματα, η Επιτροπή στέρησε την Pioneer και την Pioneer GB (ή Shriro) από στοιχεία, τα οποία είχαν ανάγκη, σε ένα πρόσφορο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, εφόσον τα διαγραφέντα τμήματα περιείχαν ένα στο οποίο ο Mason δήλωνε ότι από τον Ιανουάριο του 1976η Comet μπορούσε να εξάγει προϊόντα Pioneer μόνο σε περιορισμένο βαθμό «λόγω των συνδυασμένων αποτελεσμάτων των ορίων που εφαρμόζονται στους πελάτες μας όσον αφορά τις πιστώσεις και των διαθέσεων των περιθωρίων..., αν και η εταιρεία κατέστησε σαφές στην Shriro (UK) Ltd., ότι έπρεπε να είναι ελεύθερη να εμπορεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας». Η Pioneer έλαβε από την Comet ολόκληρο το κείμενο της δηλώσεως του Mason μόλις κατά το χρόνο της ακροάσεως ενώπιον της Επιτροπής ή περίπου αυτήν την ημερομηνία.
Είναι λυπηρό, κατά τη γνώμη μου, ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε ως εμπιστευτικά τα τμήματα της δηλώσεως, που μπορούσαν ίσως να θεωρηθούν ως χρήσιμα στις προσφεύγουσες, χωρίς να ζητήσει πρώτα από την Comet να πληροφορηθεί αν η εταιρεία αυτή είχε οποιαδήποτε αντίρρηση για να κοινοποιηθούν, γιατί είναι προφανές ότι η τελευταία δεν είχε παρόμοια αντίρρηση. Πάντως, δεν υπάρχει κανείς λόγος να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή επέδειξε οποιαδήποτε κακή πίστη εν προκειμένω, αλλά μάλλον ότι υπερέβαλε τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών, τις οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, υποχρεούται να κρατά μυστικές, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 17. Εν πάση περιπτώσει, τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη μπορούσαν να λάβουν θέση σχετικά με ολόκληρο το κείμενο της δηλώσεως κατά την ακρόαση (πράγμα που έκανε η Pioneer GB), είχαν δε την ευκαιρία να αναπτύξουν τις απόψεις τους κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μεταξύ της ακροάσεως και της ημερομηνίας λήψεως της αποφάσεως. Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι τελικά η Pioneer και η Pioneer GB θίχτηκαν από τη συμπεριφορά της Επιτροπής.
(iv) Οι εκθέσεις των ελεγκτών
Η Pioneer GB παραπονείται ότι δεν έλαβε, πριν από την απόφαση, την έκθεση που συνέταξαν οι ελεγκτές της Επιτροπής μετά τις επισκέψεις τους στην Comet, την Euro-Electro και την Audiotronic, ούτε τα τιμολόγια στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να συμπεράνει ότι η Audiotronic έπαυσε τις εξαγωγές μετά τη λήψη της επιστολής του Todd. Επιπλέον, η Pioneer GB παραπονείται γιατί μόνον όταν έλαβε την απόφαση έμαθε ότι η Audiotronic είχε δήθεν λάβει, το Μάρτιο του 1976, παραγγελίες για προϊόντα Pioneer, που προορίζονταν να εξαχθούν, αξίας πλέον των 150000 UKL, αλλά ότι είχε μόνο μπορέσει να πωλήσει προϊόντα αξίας 55000 UKL.
Στην παράγραφο 50 της αποφάσεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι:
«κατά τις επισκέψεις που πραγματοποίησαν οι ελεγκτές της Επιτροπής στην Cornet και στον κυριότερο πελάτη της για τις εξαγωγές Euro-Electro αποδείχθηκε ότι η εξαγωγή προϊόντων Pioneer για μεταπώληση έπαυσε λόγω της παρεμβάσεως της Shriro. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώθηκε από τα αρχεία της εταιρείας. Πράγματι, η Audiotronic αντικατέστησε την Cornet ως προς τον εφοδιασμό της Euro-Electro, μόλις η Cornet έπαυσε να εξάγει προϊόντα Pioneer. Η Audiotronic έλαβε το Μάρτιο του 1976 παραγγελίες ποσού πλέον των 150000 UKL, από τις οποίες εκτέλεσε πράγματι μόνον παραγγελίες ποσού 55000 UKL. Σύμφωνα με τη δήλωση της Audiotronic, η Sliriro της προέβαλε δυσχέρειες και αν ήταν ελεύθεροι να εξαγάγουν θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιήσει πολύ περισσότερες συναλλαγές».
Από την παράγραφο αυτή προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει οι ελεγκτές της ήταν σημαντικές για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων της προβαλλόμενης εναρμονισμένης πρακτικής. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν προτιμότερο στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή να κοινοποιήσει τις εκθέσεις των ελεγκτών και τα τιμολόγια σε προηγούμενο στάδιο.
Συγκεκριμένα, τα κρίσιμα τμήματα των εκθέσεων των ελεγκτών κοινοποιήθηκαν μόλις στις 6 Μαρτίου 1980 και τα τιμολόγια της Cornet διατέθηκαν για εξέταση μόλις μετά τη σύσκεψη στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου 1981.
'Εχει γίνει πάντως δεκτό ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, εκείνος που αμφισβητεί το κύρος μιας διοικητικής αποφάσεως δεν μπορεί να στηριχτεί σε πλημμέλεια της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση αυτή, αν δεν μπορεί να αποδείξει ότι υπήρχε τουλάχιστον η πιθανότητα να είναι διαφορετική η απόφαση, αν δεν υφίστατο η εν λόγω πλημμέλεια (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση 30/78, Distillers Company κατά Επιτοοπής, ECR 180, σσ. 2229, 2290, και τις υποθέσεις ανταγωνισμού που παραθέτει). Η Pioneer GB δεν απέδειξε ότι η απόφαση θα ήταν κατ' ουσία διαφορετική αν είχε την ευκαιρία να εκθέσει προηγουμένως τις απόψεις της σχετικά με τις εκθέσεις των ελεγκτών και με τα έγγραφα της Comet και όχι μόνο με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Διαφορά μεταξύ των εκθέσεων των ελεγκτών και της παραγράφου 50 της αποφάσεως, επί της οποίας επεστήθη η προσοχή του Δικαστηρίου, υπάρχει κατά το ότι οι ελεγκτές προσέθεσαν στην τελική τους έκθεση μια χειρόγραφη σημείωση, στην οποία αναφέρεται ότι κάποιος Keighley της Audiotronic δεν είχε δηλώσει γραπτώς ότι η Audiotronic θα μπορούσε να πραγματοποιήσει πολύ περισσότερες εξαγωγές προϊόντων Pioneer, αν δεν είχε υποχρεωθεί να παύσει τις δραστηριότητες της από την Sliriro και από άλλους διανομείς. Η δυνατότητα της Pioneer GB να εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με τη χειρόγραφη σημείωση δεν επηρέασε την απόφαση. Η κοινοποίηση των τιμολογίων της Cornet κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου επέτρεψε στους διαδίκους να συμφωνήσουν στο γεγονός ότι οι πωλήσεις προϊόντων Pioneer από την Audiotronic το Μάρτιο του 1976 θα έπρεπε να ήταν αξίας όχι 55000 UKL αλλά 59000 UKL. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η τροποποίηση δεν έχει κρίσιμη σημασία. Κατά συνέπεια, η πλημμέλεια, για την οποία παραπονείται η Pioneer GB, δεν μπορεί να επιφέρει ακύρωση της αποφάσεως.
(ν) Ο υπολογισμός του προστίμου
Η Melchers ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν της γνωστοποίησε, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, τα κριτήρια, 6άσει των οποίων σκόπευε να υπολογίσει το πρόστιμο, ούτε κατά προσέγγιση το ποσό του προστίμου, το οποίο είχε κατά νου η Επιτροπή. Μόλις με την ανταπάντηση της η Επιτροπή αποκάλυψε ότι είχε αποφασίσει να επιβάλλει πρόστιμα που αντιστοιχούσαν περίπου με το 4 % του κύκλου εργασιών της MDF και της Pioneer Europe, με 3 % του κύκλου εργασιών στην Shriro (ή Pioneer GB) και με 2,5 % του κύκλου εργασιών στην Melchers, παρ' όλον ότι προηγουμένως είχε τονίσει ότι ο κύκλος εργασιών δεν συνιστούσε τη μόνη βάση για τον καθορισμό του προστίμου, αλλά ότι θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη άλλοι παράγοντες όπως η σοβαρότητα και η διάρκεια της παραβάσεως, καθώς και το αν διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή όχι. Στην ανταπάντηση επίσης η Επιτροπή προσέθεσε ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Melchers ίσο με 2,5 % του κύκλου εργασιών της, δεν υπερέβαινε κατά πολύ τα πρόστιμα, που αντιπροσώπευαν περίπου 2% του κύκλου εργασιών, τα οποία είχαν επιβληθεί σε προηγούμενες υποθέσεις.
Φρονώ ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν έχει κατ' ανάγκη ελάττωμα, επειδή η Επιτροπή δεν εκθέτει τα γενικά κριτήρια που χρησιμοποιεί για τον καθορισμό του ύψους ενός προστίμου (εφόσον, στο βαθμό που δεν διευκρινίζονται στον κανονισμό, αναφέρονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου), αν και είναι προτιμότερο να τα εκθέτει συνοπτικά, προκειμένου να μπορούν οι διάδικοι και το Δικαστήριο να διαπιστώσουν αν ελήφθησαν υπόψη τα πρόσφορα στοιχεία. Επίσης φρονώ ότι είναι ορθός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι δεν ενδείκνυται να αναφέρει το συγκεκριμένο ύψος του προστίμου που μπορεί να επιβάλλει (αφού έτσι θα προκατελάμβανε τα επιχειρήματα που πρέπει ακόμη να υποβληθούν). 'Οταν, πάντως, η Επιτροπή προτίθεται να λάβει υπόψη για τον καθορισμό του προστίμου ένα συγκεκριμένο κύκλο εργασιών (όπως αυτή φαίνεται ότι ήταν η περίπτωση εν προκειμένω), θα ήταν νομίζω ευκταίο να αποκαλύπτει το γεγονός αυτό στους διαδίκους, ώστε να μπορούν αυτοί να διαπιστώνουν αν χρησιμοποιήθηκε ως βάση υπολογισμού ο ορθός κύκλος εργασιών. Αυτό είναι ιδίως προτιμότερο όταν (όπως στην υπό κρίση υπόθεση) η ίδια η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ποσό του προστίμου αποτελεί «το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση αυτή» και όταν το ποσό αυτό είναι, συνολικά, σαφώς υψηλότερο από οποιοδήποτε άλλο πρόστιμο που έχει επιβάλλει η Επιτροπή.
Όσον αφορά τη γνωστοποίηση των γενικών κριτηρίων, δεν φαίνεται ότι η Melchers θίχτηκε από τη συμπεριφορά της Επιτροπής. Τίποτα από όσα ελέχθησαν για λογαριασμό της Melchers δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν η Επιτροπή είχε λάβει γνώση των επιχειρημάτων αυτών νωρίτερα, θα είχε υιοθετήσει γενικώς μια διαφορετική στάση. Επιπλέον, το ίδιο το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι οι διάδικοι είχαν κάθε ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο η Επιτροπή καθορίζει τα ποσά των προστίμων, αυτό δε το θέμα είναι ένα από τα κύρια σημεία ουσίας που το Δικαστήριο πρέπει να επιλύσει στην υπόθεση αυτή. Ως προς το ζήτημα αν η Επιτροπή έσφαλε όσον αφορά τον κύκλο εργασιών που έλαβε υπόψη της, θα εξεταστεί αργότερα στις παρούσες προτάσεις. Για τους λόγους αυτούς νομίζω ότι η πλημμέλεια δεν μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση της αποφάσεως.
Θέματα ουσίας
Και οι τέσσερις προσφεύγουσες αμφισβητούν, κατ' ουσίαν, τη διαπίστωση, πραγματική και νομική, της Επιτροπής κατά την οποία συμμετέσχαν σε εναρμονισμένη πρακτική που είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού, αντίθετα προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ. Για την εξέταση του λόγου αυτού, θα ήταν ίσως καλύτερα να εκτεθούν καταρχάς οι αρχές του δικαίου που διέπουν τον ορισμό μιας εναρμονισμένης πρακτικής και τη μέθοδο, με την οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη μιας τέτοιας πρακτικής, έπειτα να εξεταστούν οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν στην υπόθεση αυτή και, τέλος, να εξεταστούν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που τίθενται κατά τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων των προβαλλόμενων εναρμονισμένων πρακτικών.
(α) Απόδειξη της νπάρξεως μιας εναρμονισμένης τακτικής
(i) Η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής
Από τη διατύπωση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγορεύει και τις «συμφωνίες» και τις «εναρμονισμένες πρακτικές» που έχουν ειδικό αντικείμενο ή αποτέλεσμα, προκύπτει ότι οι δύο έννοιες είναι διαφορετικές, και τούτο, παρ' όλο ότι υπήρχαν υποθέσεις, στις οποίες υπήρχαν ταυτόχρονα στοιχεία συμφωνίας και στοιχεία εναρμονισμένης πρακτικής και που το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να κάνει τη διάκριση μεταξύ τους (όπως στην υπόθεση FEDETAB).
Αντίθετα προς μια συμφωνία, θεωρείται ότι υφίσταται μια εναρμονισμένη πρακτική, όταν αποδεικνύεται ότι υπάρχει «μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να φθάσει μέχρι τη σύναψη μιας καθαυτής συμφωνίας, υποκαθιστά εκ προθέσεως μια πρακτική συνεργασία μεταξύ τους με κίνδυνο του ανταγωνισμού... Από την ίδια της τη φύση, η εναρμονισμένη πρακτική δεν συγκεντρώνει, συνεπώς, όλα τα στοιχεία μιας συμφωνίας, αλλά μπορεί ιδίως να προκύψει από συντονισμό, ο οποίος εξωτερικεύεται με τη συμπεριφορά των συμμετασχόντων» : υπόθεση 48/69, ICI κατά Επιτροπής, ECR 1972, σ. 619, στη σ. 658. Κατά συνέπεια, συντονισμός και συνεργασία μπορεί να συνιστούν εναρμονισμένη πρακτική, ακόμη και όταν δεν περιλαμβάνουν καθόλου «την κατάρτιση πραγματικού σχεδίου»: συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, Suiker Unie και Αοιποί κατά Επιτροπής, ECR 1975, σ. 1663, στη σ. 1942.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 56 και 58/64, Consten & Grundig κατά Επιτροπής, ECR 1966, σ. 429, στη σ. 494:
«συμφωνία μεταξύ παραγωγού και διανομέα, με την οποία επιχειρείται η επαναφορά των εθνικών στεγανοποιήσεων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορεί να είναι ικανή να ματαιώσει τους πλέον θεμελιώδεις στόχους της Κοινότητας·... η συνθήκη, το προοίμιο και το κείμενο της οποίας αποβλέπουν στην κατάργηση των φραγμών μεταξύ των κρατών και η οποία, σε πολλές διατάξεις, αντιμετωπίζει με αυστηρότητα την επανεμφάνιση τους, δεν θα μπορούσε να επιτρέπει στις επιχειρήσεις την επανασύσταση τέτοιων φραγμών... το άρθρο 85, παράγραφος 1, ανταποκρίνεται στο στόχο αυτό».
Συνεπώς, το ουσιώδες στοιχείο μιας εναρμονισμένης πρακτικής είναι η αντικατάσταση των κινδύνων του ανταγωνισμού με ένα συντονισμό ή μια κοινή πρόθεση. Γι' αυτό το λόγο, η απλή παρουσία του αντιπροσώπου μιας επιχειρήσεως σε μια σύσκεψη, κατά τη διάρκεια της οποίας άλλοι συμφωνούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην κοινή αγορά, δεν συνεπάγεται καθαυτή τη συμμετοχή της πρώτης επιχειρήσεως σε μια εναρμονισμένη πρακτική. Η παρουσία όμως του αντιπρόσωπου σε μια τέτοια σύσκεψη μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη του γεγονότος ότι εγνώριζε τη συμφωνία και, σε συνδυασμό με άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συμπεριφορά της επιχειρήσεως, μπορεί, σε ορισμένες κατάλληλες περιπτώσεις, να θεωρηθεί ως ένδειξη υπάρξεως κοινής προθέσεως, που είναι αναγκαία για τη δημιουργία εναρμονισμένης πρακτικής.
Μια «συμφωνία κυρίων» μπορεί 6ε6αίως να συνιστά τη βάση εναρμονισμένης πρακτικής ακόμη όμως και όταν μια τέτοια συμφωνία έχει τερματιστεί, η εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να εξακολουθεί, όταν παραμένει ο αναγκαίος βαθμός συνεργασίας μεταξύ των μερών: πρβλ. το γενικό εισαγγελέα Gând στην υπόθεση 41/69, Chemiefarma κατά Επιτροπής, ECR. 1970, σ. 661, στις σσ. 717 ώς 718. Κατά μείζονα λόγο έπεται ότι όταν υπάρχει μια «συμφωνία κυρίων», η επιχείρηση που δεν συμμετέχει στη συμφωνία αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμετέχει σε εναρμονισμένη πρακτική με τα συμβεβλημένα στη συμφωνία αυτή μέρη, όταν συνεργάζεται εκ προθέσεως με αυτά για την πραγματοποίηση των σκοπών της εν λόγω συμφωνίας.
(ii) Απόδειξη της εναρμονισμένης πρακτικής
Είναι σαφές ότι η εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να διαπιστωθεί όχι μόνο από μια άμεση αλλά και από μια έμμεση απόδειξη. Η άμεση απόδειξη μπορεί να είναι απίθανη, για ορισμένους προφανείς λόγους. Είναι προδήλως δυνατό να στηριχθεί κανείς σε τεκμήρια και συμπεράσματα από τα βασικά πραγματικά περιστατικά, πράγμα που μπορεί να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το κρίσιμο σημείο της εξετάσεως του ζητήματος αν υφίσταται εναρμονισμένη πρακτική (πρβλ. γενικό εισαγγελέα Mayras στην υπόθεση Suiker Unie). Όπως αναφέρθηκε σε μια γνωστή υπόθεση στην Αμερική: «Προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη μιας συμπράξεως κατά την έννοια του άρθρου 1 του “Sherman Act”, είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι συμπράξεις σπάνια μπορεί να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία και μπορεί να συναχθούν από πραγματικά περιστατικά» (Eastern States Retail Lumber Dealers κατά US 234, US 600).
Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι υπάρχει εναρμονισμένη πρακτική, εφόσον η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής θα πρέπει να ακυρωθεί, το βάρος αποδείξεως του παρανόμου της αποφάσεως φέρει, κατά κανόνα και κατά πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα. Αυτό προκύπτει από την αναγνωρισμένη σε όλα τα κράτη μέλη αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία το βάρος αποδείξεως των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών προς υποστήριξη ενός ισχυρισμού φέρει συνήθως ο διάδικος που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό. Η εν λόγω αρχή εφαρμόστηκε σε προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε υποθέσεις ανταγωνισμού από το γενικό εισαγγελέα Warner στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 7/73, Commercial Solvents κατά Επιτροπής, ECR 1974, σ. 223, στη σ. 269. Σε πολλές από τις αποφάσεις που εξέδωσε σε υπο9έσεις ανταγωνισμού, φαίνεται ότι το Δικαστήριο δέχθηκε την εφαρμογή της αρχής αυτής, κρίνοντας ότι ο προσφεύγων δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωση που έφερε: Chemiefarma, σ. 692· Suiker Unie, σ. 1948· Miller κατά Επιτροπής, σ. 153.
Αντίθετα, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που προοάλλει η Επιτροπή στην απόφαση της, πρέπει να μπορούν να υποστηρίξουν το συμπέρασμα που συνάγει από αυτούς. Αν δεν υποστηρίζουν το συμπέρασμα αυτό, η απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, έστω και αν οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν καμία απόδειξη: Suiker Unie, σσ. 1977 και 1991 · υπόθεση 27/76, United Brands κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 207, στη σ. 303. Επιπλέον, παρ' όλον ότι μπορεί να φέρει ο προσφεύγων το βάρος της αποδείξεως ότι η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση της κατά τρόπο αδικαιολόγητο, δεν νομίζω ότι ο προσφεύγων οφείλει κατ' ανάγκη να αποδείξει και ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν πεπλανημένη. Αρκεί να μπορεί να αποδείξει ότι ήταν αοέβαιη ή ότι είχε αποδειχθεί ανεπαρκώς. Θα πρέπει να υπάρχουν πραγματικά στοιχεία, επί των οποίων η Επιτροπή μπόρεσε να στηριχθεί λογικά για να ισχυριστεί ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική. Στην Επιτροπή εναπόκειται η συγκέντρωση των στοιχείων αυτών (πρ6λ. παραδείγματος χάρη το γενικό εισαγγελέα May ras στην υπόθεση Suiker Unie, σ. 2061). Από τα προηγηθέντα προκύπτει ότι όταν το ίδιο το Δικαστήριο προβαίνει σε έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού διαδικασίας, κατά τη διάρκεια ενδίκου διαδικασίας που ακολουθεί κατ' ανάγκη η διοικητική διαδικασία, οι συγκεντρωθείοες αποδείξεις λαμβάνονται υπόψη μόνο για να διακριβωθεί αν η Επιτροπή ορθώς κατέληξε σε μια απόφαση την εποχή που την έλαβε. Οι αποδείξεις που συγκεντρώνονται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προς υποστήριξη των απόψεων της Επιτροπής, εκτός στο βαθμό που οι αποδείξεις αυτές αναφέρονται άμεσα σε ισχυρισμούς που προέβαλε η Επιτροπή στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας (πρβλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gând στην υπόθεση Chemiefarma, σ. 707).
(6) Οι αποδείξεις ατην θπό κρίση υπόΰεοη
(i) Η πρώτη προβαλλόμενη εναρμονισμένη πρακτική
Υπάρχουν σαφείς αποδείξεις ότι ο Setton εναντιώθηκε αποφασιστικά στις παράλληλες εισαγωγές προϊόντων Pioneer στη Γαλλία, είτε προέρχονταν από την Αγγλία, είτε από τη Γερμανία είτε από αλλού, ότι γνώρισε την άποψη του αυτή στους αντιπρόσωπους της Pioneer και της Melchers, κατά τον κρίσιμο χρόνο, και ότι προσπάθησε να βρει βοήθεια για να εμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές. Πράγματι, τα περισσότερα από αυτά τα σημεία δέχθηκε ο Setton κατά την ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής (παράγραφος 46 της αποφάσεως). Οι λόγοι για τους οποίους ο Setton αντιτίθετο στις παράλληλες εισαγωγές είναι αρκετά σαφείς: οι τιμές πωλήσεως της MDF στο λιανικό εμπόριο, μη υπολογιζόμενου του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήταν κατά το τέλος του 1975 σαφώς υψηλότερες από εκείνες που εφάρμοζαν η Melchers και η Shriro (ibidem, παράγραφος 18). Το ζήτημα του μεγέθους αυτών των διαφορών στις τιμές και οι λόγοι υπάρξεως τους απετέλεσαν αντικείμενο εκτεταμένης διαμάχης στα γραπτά υπομνήματα, καθώς και κατά τις ακροάσεις και συζητήσεις ενώπιον της Επιτροπής και του Δικαστηρίου. Αν και νομίζω ότι είναι ορθός κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι τιμές που ανέφερε ο Schreiber στον If f li ήταν κατώτερες κατά 26 έως 31 % από τις τιμές της MDF για συγκρίσιμα προϊόντα, δεν θεωρώ σκόπιμο να λάβω οριστική θέση όσον αφορά τα ακριοή στοιχεία, γιατί καμία απόδειξη από αυτές που προσκόμισε η MDF δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι διαφορές μεταξύ των τιμών της MDF και των τιμών της Melchers δεν ήταν τέτοιες ώστε να μην αποτελούν ενδιαφέρον κίνητρο για παράλληλες εισαγωγές από τη Γερμανία κατά το τέλος του 1975. Συγκεκριμένα, αν δεν αποτελούσαν τότε ενδιαφέρον κίνητρο, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς γιατί ο Setton παραπονέθηκε στην Pioneer για τις παράλληλες εισαγωγές από τη Γερμανία, όπως δέχεται ο ίδιος ότι έκανε (παράγραφος 61 της αποφάσεως, σελίδα 7 της προσφυγής της MDF).
Είναι προφανές ότι το ζήτημα των παραλλήλων εισαγωγών συζητήθηκε στη σύσκεψη της Αμβέρσας. Όπως δήλωσε ο Setton «λόγω της επιμονής μου κατά τη σύσκεψη της Αμβέρσας, τέθηκε το ζήτημα των παραλλήλων εισαγωγών και αποτέλεσε αντικείμενο μακράς συζητήσεως λόγω του υψηλού τόνου που εχρησιμοποίησα». Είναι επίσης προφανές ότι ο Setton παραπονέθηκε για τις παράλληλες εισαγωγές από τη Γερμανία κατά τη σύσκεψη αυτή. Αυτό δεν το αρνείται ο Setton και ενισχύεται από τη δήλωση του Ito όπως και από τη δήλωση του Mackenthun. Η MDF και η Pioneer αρνούνται ότι η σύσκεψη οργανώθηκε για να συζητηθούν οι παράλληλες εισαγωγές, καίτοι όμως ο σκοπός της συσκέψεως συζητήθηκε εκτεταμένα, νομίζω ότι ο αρχικός λόγος συγκλίσεως της συσκέψεως δεν είναι αποφασιστικός για τον καθορισμό της συμμετοχής της MDF σε οιαδήποτε εναρμονισμένη πρακτική, που δημιουργήθηκε σε σχέση με αυτήν. Είναι δεδομένο ότι ο Iffli δεν έλαβε τα προϊόντα Pioneer που ήλπιζε ότι θα αγοράσει μέσω της Melchers λίγο μετά τη σύσκεψη της Αμβέρσας, στη δε δήλωση του Debard της 28ης Ιουνίου 1977 αναφέρεται ότι ο Couadou, διευθυντής πωλήσεων της MDF είπε στο συνεταίρο του Iffli, τον Debard, κατά το τέλος Ιανουαρίου 1976: «Δεν θα έχετε το εμπόρευμα». Αν και η απόδειξη αυτή δεν είναι αναγκαία για να αποδειχθεί η συμμετοχή της MDF σε οιαδήποτε εναρμονισμένη πρακτική και παρά το γεγονός ότι την αρνείται ο ίδιος ο Couadou, φαίνεται ευλογοφανής. Ο Weber τόνισε στον Iffli, στην επιστολή του της 29ης Ιανουαρίου 1976, ότι τα εμπορεύματα δεν επρόκειτο να παραδοθούν, εκτός αν αναλαμβανόταν η υποχρέωση να μην εξαχθούν στη Γαλλία.
Είναι επίσης σαφές ότι η Melchers αντιτάχθηκε στην πώληση προϊόντων Pioneer για εξαγωγή σε άλλα κράτη της ΕΟΚ, παρά το προφανές όφελος που θα είχε η επιχείρηση αυτή, εντός μικρού χρόνου, αν αναλάμβανε παρόμοιες συναλλαγές. Η Melchers δέχεται ότι προμήθευσε την EVB με προϊόντα Pioneer, κατά το μήνα Νοέμβριο 1975, υπό το ρητό όρο ότι δεν θα επω-λούντο σε άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ. Η Melchers εξηγεί ότι ο λόγος αυτός επιβλήθηκε για να αποφύγει η Melchers την υποχρέωση να παρέχει τις μετά την πώληση υπηρεσίες για τα προϊόντα αυτά στο εξωτερικό, η εξήγηση όμως αυτή δεν είναι πειστική, εφόσον με τη σύμβαση της Melchers με την Pioneer επιβαλλόταν στην πρώτη υποχρέωση να παρέχει τις μετά την πώληση υπηρεσίες για τα προϊόντα της μόνο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Στην προσφυγή που κατατέθηκε για λογαριασμό της Melchers αναφέρεται (στη σελίδα 20), ότι «κατά τις συζητήσεις της με την Gruoner, η Melchers δεν απέκρυψε το γεγονός ότι, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερών όρων εφοδιασμού, επιθυμούσε να παραμείνει στη Γερμανία το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων». Ενόψει της δηλώσεως αυτής, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο Schreiber (προϊστάμενος του τμήματος αγορών της Gruoner), μείωσε αισθητά την παραγγελία που είχε λάβει από τον Iffli, πριν να τη διαβιβάσει στην Melchers, για να αποκρύψει από την τελευταία το γεγονός ότι τα εμπορεύματα είχαν προορισμό τη Γαλλία.
Επιπλέον, από τις χειρόγραφες σημειώσεις του Schreiber στο τηλετύπημα της 6ης Φεβρουαρίου 1976 προκύπτει ότι εγνώριζε ότι η Melchers επιθυμούσε να περιοριστούν οι παράλληλες εισαγωγές. Σχετικά με την πώληση στην EVB, ο Schreiber έγραψε: «Σύμφωνοι. Ήταν το Νοέμβριο του 1975, υπέρμετρες δυσχέρειες, συνεπώς τώρα προσοχή».
Ενώ δέχεται ότι τα παραπάνω είναι ακριβή, η Melchers εμμένει στον ισχυρισμό ότι δεν αρνήθηκε να παραδώσει τα εμπορεύματα που ζήτησε ο Iffli. Ισχυρίζεται καταρχάς ότι η ανταλλαγή τηλετυπημάτων με την Gruoner δεν κατέληξε σε μια «παραγγελία», και ότι κατά το χρόνο που συνέβησαν τα εν λόγω περιστατικά, τα αποθέματά της δεν ήταν αρκετά για να εκτελέσει οποιαδήποτε παραγγελία που θα ελάμβανε. Η Melchers χαρακτηρίζει την ανταλλαγή των τηλετυπημάτων ως απλές αιτήσεις παροχής πληροφοριών (προσφυγή, σ. 13).
Νομίζω ότι κατά το τέλος Ιανουαρίου 1976, οι σχέσεις της Gruoner με την Melchers είχαν περάσει το στάδιο της παροχής πληροφορίων. Είναι γεγονός ότι μετά τη συνάντηση που είχαν ο Iffli, ο Jung και ο Schreiber στις 12 περίπου Δεκεμβρίου 1975, ο Schreiber ζήτησε από την Melchers να του γνωστοποιήσει σύντομα τις τιμές της · στον Full εστάλη ένας από τους αντιπροσώπους της Melchers, ο οποίος διαπραγματεύθηκε με τον Full μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 1975. Μετά το τέλος αυτών των συζητήσεων, ο Schreiber, απέστειλε τους τιμοκατάλογους και άλλες πληροφορίες στον Iffli.
Ο τελευταίος απέστειλε δύο τηλετυπήματα στην Gruoner για να δώσει τις παραγγελίες και στις 20 Ιανουαρίου 1976 η Gruoner απέστειλε τηλετύπημα στην Melchers. Δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό της Melchers ότι το τηλετύπημα αυτό ήταν απλή αίτηση παροχής πληροφοριών, αφού παρέμενε εκκρεμής ο καθορισμός των τιμών και των όρων παραδόσεως. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο στο οποίο απεστάλησαν τα τηλετυπήματα και, ιδίως, το ιστορικό των διαπραγματεύσεων με τον Full. Η ίδια η διατύπωση του τηλετυπήματος δείχνει ότι το τηλετύπημα έφερε τα χαρακτηριστικά μιας παραγγελίας. Η ένορκη κατάθεση του von Bonin, του διευθυντή πωλήσεων της Melchers, δείχνει ότι είχε θεωρηθεί τότε ως παραγγελία. Συγκεκριμένα, στις 22 Ιανουαρίου 1976, η Melchers είχε φθάσει μέχρι το σημείο να επιδιώκει να λάβει ασφάλεια καλύψεως εμπορικής πιστώσεως για τα προϊόντα που αναφέρονταν στο τηλετύπημα της Gruoner, η ασφάλεια δε αυτή επιβεβαιώθηκε εν μέρει στις 27 Ιανουαρίου 1976. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί γιατί θα προέβαινε η Melchers στις ενέργειες αυτές, αν δεν αντιμετώπιζε σοβαρά στο στάδιο αυτό να παραδώσει στην Gruoner τα προϊόντα που αναφέρονταν στο τηλετύπημα.
Άλλη απόδειξη της αρχικής προθέσεως της Melchers να αντιμετωπίσει το τηλετύπημα της Gruoner ως παραγγελία, και να την εκτελέσει αν ήταν δυνατόν, αποτελεί το τηλετύπημα που απέστειλε η υπάλληλος της Melchers, Hammer, στην Gruoner, στις 23 Ιανουαρίου 1976, το οποίο ανέφερε: «Επιβεβαιώνουμε με την παρούσα τις παραγγελίες σας που διαβιβάστηκαν με τηλετύπημα. Ο μεταφορέας που 9α παραδώσει το εμπόρευμα είναι ο μεταφορέας Gildemeister». Δέχομαι ότι η Hammer ήταν φοιτήτρια 20 ετών, η οποία απησχολείτο προσωρινά από την Melchers, χωρίς εμπορική πείρα και κατά τη δεύτερη μόλις ημέρα της εργασίας της και ότι δεν είχε την πρόθεση μετά την αποστολή του τηλετυπήματος να συνάψει σύμβαση με δική της πρωτοβουλία. Το ζήτημα είναι πάντως αν η Melchers και η Gruoner συνήψαν οριστική σύμβαση, έστω κι αν η πρώτη αντιμετώπισε το τηλετύπημα της Gruoner μάλλον ως απλή αίτηση πληφοροριών παρά ως παραγγελία. Η Hammer δεν διευκρίνισε το σημείο αυτό, ο ισχυρισμός της όμως ότι ήταν βοηθός γραφείου και βοηθούσε το μόνιμο προσωπικό της Melchers, είναι βάσιμος, καθιστά δε επομένως αληθοφανές ότι απάντησε όχι με δική της πρωτοβουλία, αλλά κατόπιν υποδείξεως ή εντολών. Επιπλέον, το τηλετύπημα, στο οποίο απάντησε, έφθασε δύο ημέρες πριν από την πρόσληψη της Hammer, συνεπώς δε το μόνιμο προσωπικό είχε το χρόνο να το εξετάσει. Η Hammer θα έπρεπε να το είχε συζητήσει με κάποιον, έστω και μόνο για να μπορέσει να δώσει το όνομα του μεταφορέα.
Τέλος, είναι σαφές ότι η Gruoner θεώρησε το τηλετύπημά της ως παραγγελία και περίμενε να λάβει τα εμπορεύματα που ανέφερε σ' αυτό. Ο Schreiber κατέθεσε κατά την εξέταση των μαρτύρων (σ. 88) ότι μετά τη λήψη του τηλετυπήματος της Melchers «υπέθεσε ότι η παραγγελία είχε γίνει δεκτή. Εφόσον αναφέρθηκε ο μεταφορέας υποτίθεται ότι η παραγγελία είχε γίνει δεκτή».. Πράγματι, ο Weber έγραψε μάλιστα στον Iffli στις 20 Ιανουαρίου 1976, για να του αναφέρει ότι είχε ήδη αποσταλεί ένα τμήμα της παραγγελίας. Καίτοι είναι σαφές ότι η ενέργεια του Weber ήταν πρόωρη (και, παρεμπιπτόντως, έκανε λάθος όσον αφορά την τοποθεσία της αποθήκης, απ' όπου έπρεπε να αποσταλούν τα εμπορεύματα), δεν είναι λιγότερο σαφές ότι αυτός τουλάχιστον θεώρησε ότι το ζήτημα είχε στην πραγματικότητα ρυθμιστεί.
Δεν αμφισβητείται ότι ακριβώς την ημερομηνία αυτή πραγματοποιήθηκε η σύσκεψη στην Αμβέρσα. Στις 20 Ιανουαρίου 1976, δηλαδή την ίδια ημέρα που ο Weber ανέφερε στην επιστολή του προς τον Iffli ότι τα εμπορεύματα ήταν έτοιμα, συζητήθηκε στην Αμβέρσα το θέμα των παραλλήλων εισαγωγών. Είναι γεγονός ότι τα εμπορεύματα δεν παραδόθηκαν στην Gruoner ούτε, επομένως, στον Iffli. Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται σχετικά ότι «post hoc ergo propter hoc». Προσκόμισε την απόδειξη, την οποία δέχτηκε η Melchers (στη σελίδα 27 της προσφυγής της), από την οποία προκύπτει ότι η Pioneer έλαβε γνώση της προθέσεως της Gruoner να εξάγει τα εμπορεύματα και ενημέρωσε, συνεπώς, σχετικά, τη Melchers, προβάλλει δε ως άλλη απόδειξη την τηλεφωνική συνομιλία του Schreiber με τον von Bonin, της 27ης Ιανουαρίου 1976.
Σύμφωνα με τη δήλωση του Schreiber στις 18 Μαΐου 1977 (απάντηση στην υπόθεση Melchers, παράρτημα Η), ο von Bonin είπε κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ότι είχε μάθει από την Pioneer στην Αμβέρσα ότι η παραγγελία της Gruoner προοριζόταν για εξαγωγή και ότι η Melchers δεν θα παρέδιδε τα εμπορεύματα εκτός αν ελάμβανε την εξασφάλιση ότι δεν θα εξάγονταν. Ο von Bonin αρνείται κατηγορηματικά την παραπάνω περιγραφή της συνομιλίας και επιμένει στο γεγονός ότι η συζήτηση αφορούσε απλώς τη σύσκεψη που επρόκειτο να γίνει στο Rommeishausen (κατάθεση της 5ης Σεπτεμβρίου 1980: απάντηση στην υπόθεση Melchers, παράρτημα I-1, και εξέταση μαρτύρων). Αποδείχθηκε ότι ο Schreiber δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας, άλλαξε δε την κατάθεση του επανειλημμένως. Εντούτοις, νομίζω ότι, σ' αυτό το σημείο και με αυτή την ευκαιρία, η Επιτροπή ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Schreiber έλεγε την αλήθεια. Το υποστηρίζω αυτό για τρεις λόγους. Πρώτον, οι σημειώσεις του Schreiber σχετικά με τη συνομιλία επιβεβαιώνονται από το τηλετύπημα που έστειλε αυτός στον Weber στις 28 Ιανουαρίου 1976. Κατά την ημερομηνία αυτή, 9α έπρεπε να έχει νωπή στο μυαλό του τη συνομιλία, ενώ η περιγραφή του von Bonin είναι πολύ περισσότερο καθυστερημένη. Δεύτερον, η εκδοχή του Schreiber είναι ευλογοφανής. Εφόσον η Melchers εγνώριζε πράγματι ότι υπήρχε πρόθεση εξαγωγής, και είχε, στην περίπτωση της EVB επιβάλλει έναν όρο, προκειμένου να παρεμποδίσει τη μεταπώληση (έστω κι αν επρόκειτο για όρο που απέβλεπε στην παρεμπόδιση των διαδοχικών πωλήσεων με επιστροφή στο σημείο εκκινήσεως). Τρίτον, ο Schreiber δεν είχε τότε κανένα συμφέρον να βλάψει την Melchers, ο δε ισχυρισμός της επιχειρήσεως αυτής ότι η δήλωση του Schreiber της 18ης Μαϊου 1977 έπρεπε να αντιμετωπισθεί με επιφύλαξη, γιατί ο Iffli είχε απειλήσει τότε ότι 9α προσέφευγε στη δικαιοσύνη, δεν μειώνει την αποδεικτική αξία του τηλετυπήματος αυτού της 28ης Ιανουαρίου 1976, το οποίο στάλ9ηκε πολύ πριν δημιουργηθεί η πρόθεση προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Αρχικά η Melchers εξήγησε τη μη παράδοση των εμπορευμάτων στην Gruoner με τον ισχυρισμό ότι τα αποθέματα της δεν επαρκούσαν για την εκτέλεση της παραγγελίας (προσφυγή, σ. 9). Η Melchers υποστήριξε ότι τα αποθέματά της μπορούσαν να καλύψουν μόνον, κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ένα μήνα πωλήσεων, αντί του συνήθους αριθμού των δύο ή τριών μηνών, δεν μπορούσε δε να υπολογίσει στα αποθέματα της Pioneer στην Αμβέρσα, αφού τα τελευταία πωλούνται συνήθως «προκαταβολικά». Η εξήγηση αυτή δεν με πείθει. Από τα στοιχεία που παρέ9εσε η Melchers προκύπτει ότι είχε σε απο9έματα, κατά το τέλος Ιανουαρίου 1976 ή μάλιστα νωρίτερα κατά τη διάρκεια του μήνα αυτού, πολύ περισσότερα από τα τρία τέταρτα των προϊόντων που παράγγειλε η Gruoner, το δε υπόλοιπο μπορούσε να αποσταλεί στις 10 Φεβρουαρίου. Έστω κι αν ήταν ακριβής ο ισχυρισμός της Melchers ότι μπορούσε να εκτελέσει αμέσως μόνον τη μισή παραγγελία, η Επιτροπή είχε αποδείξεις, από τις οποίες προέκυπτε ότι το υπόλοιπο αντιπροσώπευε μόνον 2,3 % της αξίας των αποθεμάτων της Pioneer στην Αμβέρσα, δεν προβλή9ηκε δε ο ισχυρισμός ότι ποσοστό 97 ή 98 °/ο των αποθεμάτων αυτών είχε πωληθεί «προκαταβολικά». Ακόμη κι αν ήταν αδύνατο να λάβει τα αποθέματα αμέσως, θα ήταν φυσικό να εξηγήσει η Melchers το λόγο αυτό στην Gruoner και να της προτείνει να γίνει η παράδοση το νωρίτερο δυνατό. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται ιδίως από τον ισχυρισμό της Melchers (στη σελίδα 17 της προσφυγής της) ότι η προθεσμία τριών μηνών για την παράδοση δεν είναι ασυνήθιστη και από την παρατήρηση της (στη σελίδα 13 της προσφυγής της) ότι στο τηλετύπημα της Gruoner δεν γινόταν καθόλου λόγος για την προθεσμία παραδόσεως. Δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατες ή δύσκολες οι συμπληρωματικές προμήθειες από την παραγωγό εταιρεία. Αν η ανεπάρκεια των αποθεμάτων ήταν ο λόγος της μη εκτελέσεως της παραγγελίας από την Melchers, η τελευταία 9α τον είχε σίγουρα ανακοινώσει τότε στην Gruoner.
Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Melchers προέβαλε ένα διαφορετικό λόγο για να δικαιολογήσει τη μη παράδοση των εμπορευμάτων από την Gruoner στον Iffli. Η Melchers προσκόμισε νέα δήλωση, στην οποία προέβη ο Schreiber στις 5 Σεπτεμβρίου 1980, στην οποία αυτός αναφέρει ότι γνωστοποιώντας τις τιμές στον Iffli στις 30 Δεκεμβρίου 1975, έκανε το λάθος να αφαιρέσει το φόρο προστιθέμενης αξίας από την τιμή, από την οποία ο φόρος αυτός είχε ήδη αφαιρεθεί· αργότερα, ανακάλυψε το λάθος αυτό και εφεύρε τη δικαιολογία ότι αρνήθηκε η Melchers να παραδώσει τα εμπορεύματα στην Gruoner για να κρύψει το λάθος του από τον Iffli. Η εξήγηση αυτή δεν με πείθει. Ένα τέτοιο λάθος εκ μέρος του Schreiber θα ήταν κάτι το εξαιρετικό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι τιμοκατάλογοι που χρησιμοποίησε ο Schreiber φέρουν σε εμφανές μέρος σημείωση, στην οποία αναφέρεται ότι δεν περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Ο Schreiber ισχυρίστηκε ότι διέπραξε το λάθος αυτό σχετικά με όλες τις συσκευές που είχαν αναφερθεί στην Gruoner, η Επιτροπή όμως απέδειξε (ανταπάντηση σ. 21) ότι δεν μπορούσε να είχε γίνει λάθος σχετικά με τα μεγάφωνα. Ο Schreiber δεν μπόρεσε να εξηγήσει στη συνεδρίαση ενώπιον του τμήματος πώς μπόρεσε να κάνει το λάθος μόνο για ορισμένες συσκευές και όχι για άλλες. Επίσης, δεν εξήγησε πώς κατέληξε στις τιμές που δόθηκαν στην Gruoner, αφαιρώντας εσφαλμένα το φόρο προστιθέμενης αξίας από τους αριθμούς που ο Schreiber ισχυρίζεται ότι ήταν ορθοί. Ο δικηγόρος της Melchers υποστήριξε ότι είχε βρεί τον τύπο που θα χρησιμοποιήσει ο Schreiber και που οδηγεί στις τιμές που ανέφερε η Gruoner. Ο τύπος όμως αυτός δεν ήταν ορθός για να αφαιρεθεί ο ΦΠΑ με συντελεστή 11 % που είχε εφαρμογή. Επιπλέον, το λάθος δεν εξηγεί την αδυναμία της Gruoner να παραδώσει τα εμπορεύματα στον Iffli. Πράγματι, έστω κι αν είχε γίνει το λάθος αυτό και η Gruoner έπρεπε να διορθώσει τις τιμές της προς τα άνω, αυτές θα παρέμεναν αισθητά κατώτερες από τις τιμές της MDF ούτως ώστε να εξακολουθούσε πιθανώς ο Iffli να επιθυμεί την πραγματοποίηση της συναλλαγής. Το κέρδος του θα παρέμενε ικανοποιητικό. Στο τηλετύπημα του Schreiber στον Iffli της 20ής Φεβρουαρίου 1976, δεν προτείνεται νέα διαπραγμάτευση, εφόσον αναφέρεται ότι η πληροφορία που δόθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1975 δεν ίσχυε πλέον «λόγω της εξελίξεως των τιμών».
Άλλη μία απόδειξη της συμμετοχής της Melchers στην εναρμονισμένη πρακτική, προκειμένου να παρεμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές, αποτελούν τα διαμειφθέντα κατά τη σύσκεψη στο Rommeishausen στις 11 Φεβρουαρίου 1976. Φαίνεται ότι με την ευκαιρία αυτή συζητήθηκε το θέμα των παραλλήλων εξαγωγών και εισαγωγών. Αυτή είναι η εκδοχή του Schreiber και του Schmidt της Gruoner, η δε Melchers, στην απάντηση της στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, δέχεται μάλιστα ότι είχαν συζητηθεί στην παραπάνω σύσκεψη και παραγγελίες του Iffli (αν και αυτό το αρνήθηκαν τόσο ο Schreiber όσο και ο von Bonin κατά την εξέταση των μαρτύρων). Ο Schreiber κράτησε σημειώσεις κατά τη σύσκεψη και την επομένη, δηλαδή στις 12 Φεβρουαρίου 1976, απέστειλε τηλετύπημα στον Weber συνοψίζοντας τις συζητήσεις. Στο τηλετύπημα αυτό αναφέρονται μεταξύ άλλων:
«Η Melchers αρνείται κατηγορηματικά ότι εξηγαγε ποτέ η ίδια. Η ενέργεια αυτή απαγορεύεται ρητά από τις συμφωνίες που έχει συνάψει η έδρα της Pioneer στην Αμβέρσα με τους εθνικούς διανομείς. Είναι απόλυτα θεμιτή η διακίνηση των εμπορευμάτων από την Αμβέρσα, η δε Melchers θα έθετε σε κίνδυνο τη θέση της αν δεν έλεγχε τα δίκτυα διανομής προϊόντων Pioneer, ούτως ώστε να αποτρέψει τη διενέργεια σημαντικών πωλήσεων από τη μία χώρα στην άλλη.»
Αυτό δείχνει σαφώς ότι οι παράλληλες εισαγωγές συζητήθηκαν στο Rommeishausen.
Τέλος, η Melchers παρατηρεί ότι το Μάιο του 1977, προσφέρθηκε να προμηθεύσει με προϊόντα Pioneer την Jung (επιχείρηση που συνεργάζεται με την Gruoner), χωρίς τη ρητή ανάληψη εκ μέρους της τελευταίας της υποχρεώσεως να μην εξάγει. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι η προσφορά αυτή μειώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αποδεικτική αξία του γεγονότος ότι τον Ιανουάριο του 1976η Melchers αρνήθηκε να προμηθεύσει με παρόμοια προϊόντα, σε χαμηλότερη τιμή, την Gruoner, εκτός και αν η τελευταία αναλάμβανε την υποχρέωση να μην εξάγει.
Η Pioneer ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο κατά τη σύσκεψη της Αμβέρσας ή μετά τη σύσκεψη αυτή, εκτός από το ότι συμβούλευσε την MDF να μειώσει τις τιμές της, δεν υπάρχει δε κανένα πραγματικό στοιχείο, βάσει του οποίου η Επιτροπή μπορούσε να διαπιστώσει ότι η Pioneer συμμετέσχε σε εναρμονισμένη πρακτική. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό αυτό.
Πρώτον, υπάρχουν πολλές πραγματικές ενδείξεις από τις οποίες προκύπτει ότι η Pioneer αντιτίθετο, όπως και η MDF και η Melchers, στις παράλληλες εισαγωγές. Η πρώτη σύμβαση μεταξύ Pioneer και Melchers απέβλεπαν πράγματι στην παρεμπόδιση των παραλλήλων εισαγωγών. Η νέα συμφωνία, που συνήφθη προφανώς λόγω του κανονισμού της Επιτροπής 67/67, επέτρεπε στην Melchers να πωλεί εμπορεύματα σε άλλες χώρες της ΕΟΚ, αλλά της απαγόρευε να αναζητεί παραγγελίες στο εξωτερικό και προέβλεπε ορισμένα μέτρα που θα έπρεπε να λάβει η Pioneer για την προστασία της Melchers έναντι των παραλλήλων εισαγωγών. Αν και οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν πολύ πριν το 1976, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι η Pioneer έπαυσε ακολούθως να εναντιώνεται καταρχήν στις παράλληλες εισαγωγές. Αντίθετα μάλιστα, το σχέδιο συμφωνίας που απέστειλε η Pioneer στην Sliriro τον Αύγουστο του 1976, περιείχε διατάξεις που αποσκοπούσαν στην προστασία του διανομέα έναντι των παραλλήλων εισαγωγών.
Η Pioneer έλαβε τις καταγγελίες του Setton σχετικά με τις παράλληλες εισαγωγές, οι οποίες είχαν απευθυνθεί τηλεφωνικά στον Ito, περί τα τέλη του 1975, και τις διαβίβασε στην Melchers (απόφαση, παράγραφος 51). Τον Ιανουάριο του 1976, η Pioneer συγκάλεσε τη σύσκεψη της Αμοέρσας, στην οποία είχε, μέσω του Ito, την προεδρία, και στην οποία συζητήθηκε το θέμα των παραλλήλων εισαγωγών προϊόντων Pioneer. Ο εκπρόσωπος της Melchers, Mackenthun, άρχισε παραπονούμενος, κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, για τις εισαγωγές στη Γερμανία από το Βέλγιο. Η Pioneer δεν κράτησε καθόλου πρακτικά της συσκέψεως αυτής. 'Εστω κι αν γίνει δεκτό ότι η παραπάνω παράλειψη δεν είναι καθαυτή περίεργη (για τους λόγους που προδάλει η Pioneer στην παράγραφο 16 του υπομνήματος αντικρούσεως), νομίζω ότι για να διαπιστωθούν τα διαδραμαπσθέντα κατά τη σύσκεψη αυτή, είναι δικαιολογημένο να θεωρηθεί ότι έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία οι σύγχρονες ή σχεδόν σύγχρονες με τη σύσκεψη περιγραφές συζητήσεων ή πρακτικά, αν δεν συμπίπτουν με μεταγενέστερες δηλώσεις ή εξηγήσεις.
Ο Schreiber κράτησε σημειώσεις στις οποίες αναφέρεται ιδίως: «Πρέπει να αποφευχθούν οι παράλληλες εισαγωγές: Βέλγιο». Λίγο μετά τη σύσκεψη, απέστειλε τηλετύπημα αναφέροντας ότι από τη σύσκεψη αποκόμισε την εντύπωση ότι οι παράλληλες εισαγωγές αποκλείονταν λόγω των συμφωνιών μεταξύ της Pioneer και των διανομέων της, προσθέτοντας ότι η Melchers «θα έθετε σε κίνδυνο τη θέση της», αν δεν παρεμπόδιζε την πραγματοποίηση σημαντικών παραλλήλων εισαγωγών. Ο Todd, ο οποίος επίσης συμμετείχε στη σύσκεψη, έγραψε στον πρόεδρο της Comet, στις 29 Ιανουαρίου, μια επιστολή στην οποία έλεγε ότι πωλώντας προϊόντα Pioneer σε γάλλους αγοραστές, η Comet ήταν «υπεύθυνη για τη δυσμενή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε». Τόσο στην επιστολή αυτή όσο και στην επιστολή στην Audiotronic, ο Todd ανέφερε ότι είχε κληθεί πρόσφατα στην Αμβέρσα για να συζητήσει τις παράλληλες εισαγωγές. Μόνον η Pioneer μπορούσε να τον έχει καλέσει. Δεν με πείθει ο προβαλλόμενος κατά της αποδείξεως αυτής ισχυρισμός του Collinot (οικονομικού διευθυντή της MDF), ότι η Pioneer αρνήθηκε να ενεργήσει λόγω της καταγγελίας της MDF. Είναι σαφές ότι η Pioneer είχε αρνηθεί να προβεί σε ενέργειες στο παρελθόν: αυτό προκύπτει από τις επιστολές του Todd. Επίσης, φαίνεται ότι στη σύσκεψη της Αμβέρσας, στην οποία δεν συμμετέσχε ο Collinot, τόσο ο Schreiber όσο και ο Todd είχαν την εντύπωση ότι η Pioneer επιθυμούσε να παύσουν την κατάρτιση συμφωνιών που ήταν ικανές να οδηγήσουν σε. παράλληλες εισαγωγές. Δεν νομίζω ότι είναι δυνατόν, ενόψει των περιστατικών της υποθέσεως, να είναι εσφαλμένη η εντύπωση και των δύο ή και οι δύο να είπαν τις ίδιες ανακρίβειες ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Φρονώ ότι η συμμετοχή της Pioneer έχει σχέση με τις παράλληλες εισαγωγές και από τη Γερμανία και από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ομοίως, δεν δέχομαι το επιχείρημα της MDF, κατά το οποίο το γεγονός ότι ο Ito πρότεινε στον Setton να μειώσει τις τιμές του, καθιστά αδύνατη τη διαπίστωση οποιασδήποτε εναρμονισμένης πρακτικής. Αυτό νομίζω ότι είναι τελείως «ανακόλουθο».
Για τους λόγους αυτούς, παρά όλα τα αντίθετα επιχειρήματα που προβλήθηκαν, συμπεραίνω ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, βάσει των οποίων η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση, δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ MDF, Melchers και Pioneer. Υπήρχαν ταυτόχρονα τα στοιχεία του «συντονισμού» και της «πρακτικής συνεργασίας», που τονίστηκαν στην επιχειρηματολογία.
(ii) Η δεύτερη προβαλλόμενη εναρμονισμένη πρακτική
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Pioneer GB επεδίωξε να παρεμποδίσει, σε συνεργασία με άλλους, την εισαγωγή προϊόντων Pioneer στη Γαλλία από το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι επιστολές του Todd στον Smith της Audiotronic και στον Hollingberry της Comet αποτελούν προφανή απόδειξη ότι επιχειρήθηκε εκ προθέσεως η παρεμπόδιση των παραλλήλων εισαγωγών κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Οι απαντήσεις του Smith και του Hollingberry δείχνουν ότι ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν: η συμπεριφορά που επέδειξαν ακολούθως βρίσκεται σε άμεση σχέση με το παραπάνω αίτημα. Απορρίπτω τελείως το επιχείρημα που προβάλλει η MDF στην προσφυγή της, ότι δηλαδή οι δύο επιστολές του Todd από μόνες τους, δεν μπορεί «σοβαρά» να θεωρηθούν ότι αποτελούν απόδειξη συντονισμένης πρακτικής. Αν γινόταν δεκτό το επιχείρημα αυτό, θα έπρεπε η Επιτροπή να παραιτηθεί για πάντα από κάθε προσπάθεια να αποδείξει την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Ο Todd δέχεται ότι προέβη σε αυτές τις προσπάθειες κατ' εφαρμογή συμφωνίας που συνήψε ο ίδιος με τον Setton της MDF (παράγραφος 47 της αποφάσεως). Ο ίδιος ο Todd αναφέρεται σ' αυτήν χαρακτηρίζοντάς την ως «συμφωνία κυρίων». Τόνισε ότι σε κάθε συνάντηση τους, ακόμη και σε κοινωνικές συναναστροφές, ο Setton προέβαλε επίμονα το πρόβλημα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει ο ίδιος τη φροντίδα να απαλλαγεί από τον Setton. Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι ήθελε να εξαφανίσει το λόγο των παραπόνων του Setton σχετικά με τις παράλληλες εισαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία επίσης ότι η MDF συμμετέσχε στον παραπάνω διακανονισμό. Ο Setton αναγνώρισε ότι είχε προβεί σε δοκιμαστικές αγορές προϊόντων Pioneer στην Αγγλία, ότι προσκόμισε την απόδειξη των αγορών αυτών στην Αμβέρσα και ότι προέβαλε το ζήτημα κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην πόλη αυτή.
Το ζήτημα που αμφισβητήθηκε έντονα είναι ο βαθμός, στον οποίο ενέχεται η Pioneer (ενδεχομένως), στις πρακτικές που ακολούθησαν τη συμφωνία μεταξύ Setton και Todd. Ο Todd ισχυρίζεται ότι η συμφωνία με τον Setton πραγματοποιήθηκε χωρίς την πίεση της Pioneer. Αν η συμμετοχή της Pioneer στην υπόθεση αυτή περιοριζόταν στη σύγκλιση μιας συσκέψεως, κατά τη διάρκεια της οποίας τα άλλα μέρη συνήψαν μια συμφωνία, αυτό δεν θα αρκούσε για να αποδειχθεί ότι η Pioneer συμμετέσχε σε εναρμονισμένη πρακτική. Οι αποδείξεις όμως της συμμετοχής της Pioneer είναι περισσότερο ουσιώδεις από αυτήν. Ο ίδιος ο Todd ισχυρίζεται ότι βρέθηκε σε μειονεκτική θέση έναντι της Pioneer λόγω των περιορισμένων δραστηριοτήτων της στον τομέα των παράλληλων εισαγωγών. Αυτό φαίνεται πιθανό, ενόψει των σχεδίων συμβάσεων αποκλειστικότητας που υπέβαλε η Pioneer στην Shriro και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η MDF δεν είχε καμία νομική ή οικονομική εξουσία επί της Pioneer GB (ούτε επί της Sliriro) και επιχείρησε να ασκήσει επιρροή επί της επιχειρήσεως αυτής μέσω της Pioneer. Στην Pioneer υπέβαλε ο Setton τα παράπονά του τηλεφωνικά και κατά τη διάρκεια συναντήσεως που οργάνωσε η εταιρεία αυτή· επίσης στην Pioneer έκανε τα παράπονά της η MDF στην Αμβέρσα. Δεν είναι λογικό να υποτεθεί εν πάση περιπτώσει ότι ο Setton θα ενεργούσε κατά τον τρόπο αυτό, 8α προέβαινε δε σε αυτές τις ενέργειες με επιμονή, αν δεν είχε την εντύπωση ότι υπήρχε σύμπραξη ή κοινή πρόθεση μεταξύ της επιχειρήσεώς του και της Pioneer που του επέτρεπε να ασκεί ορισμένη πίσεη στην Pioneer GB. Τέλος, το συμπέρασμά μου όσον αφορά τη συμμετοχή της Pioneer στην πρώτη εναρμονισμένη τακτική επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ενέχεται και στη δεύτερη, εφόσον δεν είναι πιθανό να συμμετέσχε σε συμφωνίες που απέβλεπαν στη συμφωνία της MDF έναντι των παράλληλων εισαγωγών από τη Γερμανία και όχι έναντι των παράλληλων εισαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι οι αποδείξεις που προσκόμισε ο Setton στη σύσκεψη της Αμβέρσας είχαν σχέση με τις εισαγωγές από την Αγγλία.
Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η διαπίστωση της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη της δεύτερης εναρμονισμένης πρακτικής δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Και εδώ υπήρχαν ο απαιτούμενος «συντονισμός» και η «πρακτική συνεργασία».
γ) Η διάρκεια των εναρμονισμένων πρακτικών
Η Επιτροπή εμμένει στον ισχυρισμό ότι η πρώτη εναρμονισμένη πρακτική διήρκεσε από το τέλος του 1975 μέχρι το Φεβρουάριο του 1976 και ότι η δεύτερη εναρμονισμένη πρακτική διήρκεσε από το τέλος του 1975 μέχρι το τέλος του 1977.
(i) Η πρώτη εναρμονισμένη πρακτική
Υποστηρίχθηκε για λογαριασμό της MDF και της Pioneer ότι τα παράπονα του Setton συνιστούσαν απλές μονομερείς πράξεις, που δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν καμία εναρμονισμένη πρακτική. Καμία τέτοια πρακτική δεν μπορούσε να αρχίσει πριν από τη σύσκεψη της Αμβέρσας στις 19 και 20 Ιανουαρίου 1976 (προσφυγή MDF, σ. 38 · προσφυγή Pioneer, σ. 50). Έγινε πάντως δεκτό ότι η Pioneer έλαβε γνώση των παραπόνων του Setton περί τα τέλη του έτους 1975· συγκεκριμένα, η ίδια η Pioneer δέχεται ότι ο Setton ανέφερε το θέμα αυτό στον Ito το Δεκέμβριο του 1975 (προσφυγή Pioneer, σ. 12). Εξάλλου, είναι φανερό ότι η Pioneer διαβίβασε τα παράπονα αυτά στην Melchers πριν από τη συνάντηση της Αμβέρσας. Πριν από τη συνάντηση της Αμβέρσας ο Schreiber μείωσε την παραγγελία του Iffli, πριν την διαβιβάσει στην Melchers, με σκοπό να κρύψει από την Melchers ότι τα εμπορεύματα προορίζονταν για τη Γαλλία. Βάσιμα μπορούσε να θεωρηθεί, ακόμη και πριν από τη συνάντηση της Αμβέρσας, ότι η Melchers δεν θα δεχόταν ευνοϊκά μια παραγγελία με προορισμό τη Γαλλία, γιατί κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που είχε με την Gruoner η Melchers δεν είχε κρύψει ότι επιθυμούσε να παραμείνει στη Γερμανία το μεγαλύτερο τμήμα των εμπορευμάτων (προσφυγή Melchers, σ. 20). Επιπλέον, ο Schreiber γνώριζε τι συνέβη με την EVB το Νοέμβριο 1975 (όπως δείχνουν οι χειρόγραφες σημειώσεις που κράτησε πάνω σε ένα τηλετύπημα). Για τους λόγους αυτούς, νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρώτη εναρμονισμένη πρακτική είχε αρχίσει στο τέλος του 1975.
Όσον αφορά το τέλος της πρώτης εναρμονισμένης πρακτικής, η Επιτροπή είναι προσεκτική, αναφέρει ότι:
«δεν αποδείχθηκε ότι η παράβαση αυτή εξακολούθησε μετά την άρνηση της Melchers να εκτελέσει την παραγγελία της Gruoner. Εξάλλου, η εξέλιξη των τιμών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας... κατά τη διάρκεια του 1976 μείωσε, αφαίρεσε μάλιστα τελείως, το ενδιαφέρον για παράλληλο εμπόριο των προϊόντων αυτών» (απόφαση, παράγραφος 100).
Ναι μεν η διαπίστωση αυτή επιτρέπει την άποψη ότι η συμμετοχή της Melchers ήταν σαφώς κατώτερη από δύο μήνες, η μικρή όμως αυτή διάρκεια ελήφθη υπόψη για τον καθορισμό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Melchers. Έστω κι αν η διάρκεια της ιδιαίτερης αυτής εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των τριών μερών είναι ελαφρώς υπερβολική, δεν νομίζω ότι αυτό επηρεάζει το πρόστιμο που επιβλήθηκε σε μία από αυτές.
(ii) Η δεύτερη εναρμονισμένη πρακτική
Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Pioneer GB προκύπτει σαφώς ότι ο Todd έλαβε γνώση των παραπόνων του Setton σχετικά με τις παράλληλες εισαγωγές το αργότερο κατά το τέλος του 1975. Αυτό προκύπτει από τη δήλωση του Todd (παράγραφος 3, παράρτημα της προσφυγής της Pioneer GB) και από το ότι ισχυρίστηκε ότι δεν έγραψε τις επιστολές του της 28ης και 29ης Ιανουαρίου 1976, παρά μόνο αφού ο Setton του έκανε με επιμονή και επανειλημμένως παράπονα, κατά τη διάρκεια διαδοχικών επαφών. Στην επιστολή του στον Hollingberry της 29ης Ιανουαρίου, ο Todd έγραφε ότι ο Setton είχε παραπονεθεί «τους τελευταίους αυτούς μήνες» και ότι ο ίδιος είχε απορρίψει στο παρελθόν παρόμοιους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν κατά της Pioneer GB (προφανώς κατά τη διάρκεια συσκέψεως που είχε συγκαλέσει η Pioneer). Στην επιστολή του στον Smith της 28ης Ιανουαρίου, υπεν9υμίζει στον τελευταίο ότι είχε προηγουμένως πληροφορήσει την Pioneer GB ότι η Audiotronic δεν εξήγαγε τα προϊόντα Pioneer όπως οι άλλοι μεγάλοι διανομείς της Pioneer GB. Ο Todd δεν 9α αναφερόταν στις διαβεβαιώσεις που είχε δώσει προηγουμένως η Audiotronic, αν η Audiotronic δεν είχε δώσει τέτοιες διαβεβαιώσεις, και οι τελευταίες δεν 9α είχαν δοθεί ή ζητηθεί, αν η Pioneer GB δεν είχε θελήσει να τις λάβει. Όλοι αυτοί οι λόγοι επέτρεψαν στην Επιτροπή το συμπέρασμα ότι η Pioneer και η MDF εμπλέκονταν στην προσπά9εια παρεμποδίσεως των παραλλήλων εισαγωγών στη Γαλλία κατά το τέλος του 1975.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι όταν, όπως στην παρούσα υπό9εση, τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση σε μια εναρμονισμένη πρακτική να παρεμποδίσουν τις παράλληλες εισαγωγές, η πρακτική αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί μέχρις ότου τα ίδια μέρη αποφασίσουν να θέσουν τέρμα σ' αυτή, ή μέχρις ότου η εν λόγω πρακτική δεν έχει πλέον λόγο υπάρξεως. Η Pioneer υποστηρίζει ότι η εναρμονισμένη πρακτική εξακολουθεί όσο χρονικό διάστημα τα μέρη λαμβάνουν μέτρα για να την εφαρμόζουν (επιστολή του Waelbroeck στο Δικαστήριο, της 5ης Μαρτίου 1982). Η Pioneer GB ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Comet έπαυσε τις εξαγωγές, ενώ όφειλε να προσκομίσει την απόδειξη αυτή για να μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολουθούσε η εναρμονισμένη πρακτική. Νομίζω ότι μια εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει, έστω κι αν δεν λαμβάνονται μέτρα για την εφαρμογή της. Πράγματι, αν και η πρακτική είναι αρκετά αποτελεσματική και ευρέως γνωστή, δεν απαιτούνται συγκεκριμένες ενέργειες για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της. Μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες η έλλειψη οποιασδήποτε αποδείξεως σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή μιας εναρμονισμένης πρακτικής, ενδέχεται να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι έχει τεθεί τέρμα στην πρακτική. Εντούτοις, πρόκειται εδώ για θέμα αποδείξεως, που θα πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως. Νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή (τουλάχιστον όσον αφορά την αρχή) ισχυρίστηκε (στη σελίδα 40 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση Pioneer) ότι όταν οι συμμετα-σχόντες σε μια εναρμονισμένη πρακτική έθεσαν τέρμα στις εξαγωγές ορισμένων από τους προμη9ευτές τους, σ' αυτούς εναπόκειται να αποδείξουν, αν μπορούν, ότι εφοδίασαν ακολού9ως τον προμη9ευτή χωρίς να επιβάλλουν περιορισμούς. Θα ήταν ίσως ενδιαφέρουσα η αναφορά στην απόφαση Court of Appeals των Ηνωμένων Πολιτειών στην υπόθεση US κατά Stromberg και λοιπών (268 F 2D. 256), στην οποία το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι από τη στιγμή που αποδεικνύεται η ύπαρξη μιας συμπράξεως, η σύμπραξη αυτή θεωρείται ότι εξακολουθεί μέχρι αποδείξεως του εναντίου.
Επικουρικά, η Pioneer ισχυρίστηκε ότι οι διαφορές τιμών μεταξύ των προϊόντων Pioneer στη Γαλλία αφενός, και στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αφετέρου, δεν ήταν πλέον αρκετές, μετά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία το 1976, ώστε να είναι επικερδείς οι παράλληλες εισαγωγές. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι ακριβές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει η ίδια η Pioneer (απάντηση, σ. 54), μεταξύ Απριλίου και Δεκεμβρίου 1976, οι τιμές στην Shriro, εκφραζόμενες σε ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες, ήταν κατώτερες από εκείνες της MDF κατά 19 έως 40 ο/ο. Έστω κι αν ληφθούν υπόψη τα έξοδα μεταφοράς, η διαφορά αυτή είναι αρκετή για να είναι επικερδείς οι παράλληλες εισαγωγές (σ. 16 της ανταπαντήσεως της Επιτροπής). Ορισμένα από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά με το θέμα αυτό αγνοούν και πάλι την εμπορική πραγματικότητα, δηλαδή ότι ακόμη κι αν τα κέρδη στην εγχώρια αγορά είναι υψηλότερα, ο εξαγωγέας μπορεί εντούτοις να έχει βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο συμφέρον να πωλεί στο εξωτερικό με μικρότερο περιθώριο κέρδους, εφόσον μπορεί να εφοδιάζεται και στις δύο αγορές. Η Pioneer τονίζει το γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ των γερμανικών και γαλλικών τιμών μειώθηκαν μετά τον Απρίλιο του 1976. Ακόμη και σ' αυτήν την περίπτωση, δεν θα υπήρχε καμιά επίπτωση σε σχέση με τη διάρκεια της δεύτερης εναρμονισμένης πρακτικής, η οποία λαμβάνεται υπόψη χωριστά από την πρώτη. Εν πάση περιπτώσει είναι σαφές ότι η μείωση της διαφοράς των τιμών ήταν περισσότερο χαρακτηριστική για ορισμένα προϊόντα απ' ό,τι για άλλα. Επειδή οι παράλληλοι εισαγωγείς δεν υποχρεούνται να εισάγουν μια ολόκληρη σειρά προϊόντων, νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν δεν ληφθούν υπόψη τρία συγκεκριμένα προϊόντα, η μέση διαφορά μεταξύ των γερμανικών και γαλλικών τιμών ήταν 13,33 %. Έστω και αν η Audiotronic είχε εφοδιάσει την King Music και την All-Wave NV, όπως ισχυρίζεται η MDF, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μείωσε τις εξαγωγές, στις οποίες θα προέβαινε σε αντίθετη περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι ορθώς η Επιτροπή κατέληξε, βάσει των στοιχείων που διέθετε, συμπεριλαμβανομένων των τιμοκαταλόγων της Pioneer στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη εναρμονισμένη πρακτική συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 1977. 'Εστω κι αν στην πραγματικότητα η εναρμονισμένη πρακτική τερματίστηκε νωρίτερα, δεν νομίζω ότι η διαφορά στη διάρκεια μπορεί να επηρεάσει το ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν.
δ) Τα αποτελέσματα των εναρμονισμένων πρακτικών
Και οι τέσσερις προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η Επιτροπή απέδειξε την ύπαρξη δύο εναρμονισμένων πρακτικών, δεν απέδειξε ότι οι πρακτικές αυτές μπορούσαν «να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και ότι (είχαν) ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς» (προσφυγές MDF, σσ. 10 και 19, Melchers, σσ. 34 και 35, Pioneer, σσ. 51 και 61 και Pioneer GB, σσ. 25 και 31). Για την εξέταση των επιχειρημάτων αυτών, δέχομαι ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να αποδείξει τόσο ότι η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο όσο και ότι έχει το αντικείμενο ή το αποτέλεσμα που αναφέρθηκε. Συνεπώς, θα αντιπαρέλθω τη γνώμη που εξέφερε η Επιτροπή στις αποφάσεις της στην υπόθεση Pittsburgh Corning Europe (JO 1972, L 272/35) και στην υπόθεση French Taiwanese Mushroom Packers (JO 1975, L 29/26), κατά την οποία μια πρακτική που έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, έστω κι αν δεν μπορούσε να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο σε σημαντικό βαθμό.
(i) Δυνατότητα επιδράσεως επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών
Στην παράγραφο 82 της αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι εναρμονισμένες πρακτικές μπορούσαν εν προκειμένω να«επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών», εφόσον τα τμήματα αγοράς των προϊόντων Pioneer στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν αρκετά σημαντικά. Η Pioneer GB και η MDF αμφισβητούν το σημείο αυτό. Ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή καθόρισε την «αγορά Hi-Fi» κατά τρόπο πολύ στενό, ιδίως γιατί απέκλεισε από τον καθορισμό αυτό τα ενιαία στερεοφωνικά συγκροτήματα και ότι επιπλέον υπερτίμησε τον κύκλο εργασιών της MDF και της Pioneer GB, ιδίως γιατί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τελευταίας, υπολόγισε στον κύκλο αυτό τον κύκλο εργασιών για συσκευές όπως τα ραδιόφωνα αυτοκινήτων. Υποστηρίχτηκε επίσης ότι οι αριθμοί που παρατίθενται στο Mackintosh Yearbook, είναι πλασματικές τιμές εργοστασίου, ενώ οι αριθμοί που περιέχονται στον πίνακα στην παράγραφο 25 2. 3 της αποφάσεως είναι «πλασματικές τιμές του αποκλειστικού αντιπρόσωπου για τη διάθεση στο εμπόριο λιανικής πωλήσεως». Με βάση το επιχείρημα αυτό, αμφισβητούν τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι τα προϊόντα Pioneer αντιπροσώπευαν 7 έως 10 ο/ο της γαλλικής αγοράς Hi-Fi και 8 έως 9 ο/ο της βρετανικής αγοράς.
Δεν νομίζω ότι οι αντιρρήσεις αυτές μπορεί να γίνουν δεκτές. Για να είναι ικανή μια εναρμονισμένη πρακτική να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να μπορεί να ασκεί «άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επιρροή στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» και πρέπει η επιρροή αυτή να μην είναι «ασήμαντη»: υπόθεση 56/65, Société Technique Minière κατά Maschinenbau Ulm, ECR 1966, σ. 337, στη σ. 359, Volk κατά Vervaecke, όπως προαναφέρθηκε. Ακόμη και αν γίνονταν δεκτοί οι ισχυρισμοί της MDF και της Pioneer GB όσον αφορά το τμήμα της Pioneer στη βρετανική και γαλλική αγορά, οι εναρμονισμένες πρακτικές στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσαν ακόμη να έχουν σημαντική επίδραση στο εν λόγω εμπόριο. Είναι ορθό να ληφθούν υπόψη οι απόλυτοι αριθμοί, όπως και στην περίπτωση των τμημάτων της αγοράς. Ακόμη και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των προσφευγουσών, ο κύκλος εργασιών της MDF σε προϊόντα Hi-Fi το 1976 ανερχόταν σε 50660000 FF, ενώ ο κύκλος εργασιών της Pioneer ανερχόταν σε 4130000 UK.L Όταν η εναρμονισμένη πρακτική είναι αποτέλεσμα των ενεργειών επιχειρήσεων που έχουν αυτούς τους κύκλους εργασιών, πρέπει, νομίζω, να θεωρηθεί ότι μπορεί να έχει αποτελέσματα που δεν είναι ασήμαντα. Επιπλέον, ακόμη και τα σχετικώς μικρά τμήματα αγοράς που προβάλλουν η MDF και η Pioneer μπορούν, όπως είπα παραπάνω, να αποτελούν ένδειξη ότι οι εναρμονισμένες πρακτικές, στις οποίες εμπλέκονται οι προσφεύγουσες αυτές, μπορούσαν να έχουν σημαντικά αποτελέσματα. Η περίπτωση αυτή συντρέχει ιδίως όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, τα σχετικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν τμήμα αγοράς σχεδόν ίσο με τα τμήματα αγοράς δώδεκα περίπου ανταγωνιστών. Στο πλαίσιο αυτό, η σημασία του τμήματος αγοράς έγκειται στη διαπίστωση αν η θέση μιας επιχειρήσεως είναι ισχυρή ή ασθενής, εφόσον οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές, στις οποίες εμπλέκονται επιχειρήσεις που έχουν σχετικώς ισχυρή θέση, μπορούν να έχουν τα πλέον σημαντικά αποτελέσματα (πρβλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gand, στην υπόθεση Volk κατά Vervaecke, σσ. 305 ώς 306). Όταν το μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς κατανέμεται κατά τρόπο σχεδόν ίσο μεταξύ, παραδείγματος χάρη, δώδεκα επιχειρήσεων, καθεμιά από τις επιχειρήσεις αυτές κατέχει μια σχετικώς ισχυρή θέση· αντίθετα, μια επιχείρηση που κατέχει ένα σχεδόν παρόμοιο σε ποσοστό τμήμα αγοράς θα βρεθεί σε σχετικώς ασθενή θέση, αν αντιμετωπίζει έναν ή δύο σημαντικότερους ανταγωνιστές.
Για τους λόγους αυτούς, δεν θεωρώ σκόπιμο να αποφανθεί το Δικαστήριο σχετικά με την οροθέτηση της αγοράς Hi-Fi και των αγορών Mid-Fi ή γενικώς «Audio», οι οποίες εξάλλου δεν μπορούν αναμφίβολα να αποτελέσουν αντικείμενο ακριβούς ή παγκόσμια αποδεκτού ορισμού' παρέλκει επίσης η λεπτομερής εξέταση των υπολογισμών της Επιτροπής όσον αφορά τον κύκλο εργασιών της MDF και της Pioneer GB το 1976, καθώς και των σχετικών επικρίσεων που διετύπωσαν αυτές. Αρκεί να σημειωθεί ότι σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που παρατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το τμήμα της Pioneer στη γαλλική και βρετανική αγορά ήταν τέτοιο, ώστε η εναρμονισμένη πρακτική, στην οποία συμμε-τέσχαν οι προσφεύγουσες αυτές, θα μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών σε σημαντικό βαθμό.
(ii) Αντικείμενο ή αποτέλεσμα νοθεύσεως του ανταγωνισμού
Για τη διαπίστωση της παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, στην παρούσα υπόθεση, είναι νομίζω τελείως άσκοπο να αποδείξει η Επιτροπή ότι οι εναρμονισμένες πρακτικές είχαν πράγματι ως αποτέλεσμα να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Στο άρθρο 85, παράγραφος 1, περιέχεται η φράση «ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα» αρκεί, προφανώς, να αποδειχθεί ότι είχαν το ένα ή το άλλο, γιατί οι προϋποθέσεις αυτές δεν έχουν χαρακτήρα «σωρευτικό αλλά εναλλακτικό»: Société Technique Minière, όπως προαναφέρθηκε στη σ. 249. Οι πρακτικές που προσάπτονται στις προσφεύγουσες είχαν ουσιαστικά ως αντικείμενο να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό προστατεύοντας τη γαλλική αγορά. Η απαγόρευση εξαγωγών με σκοπό την απομόνωση μιας συγκεκριμένης αγοράς, έχει αναγνωριστεί από μακρού χρόνου ότι αποτελεί μια από τις σοβαρότερες παραβάσεις του άρθρου 85.
Επιπλέον, υπάρχουν αποδείξεις ότι οι πρακτικές αυτές είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Δεν εκτελέστηκε η σημαντική παραγγελία του Iffli (η οποία είχε ήδη μειωθεί, δεδομένου ότι ο Schreiber περίμενε ότι δεν θα παραδίνονταν εμπορεύματα με προορισμό τη Γαλλία). Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη που να στηρίζει τον ισχυρισμό της Pioneer ότι αν η άρνηση παραδόσεως των εμπορευμάτων στον Iffli ήταν το αποτέλεσμα εναρμονισμένης πρακτικής, δεν επρόκειτο παρά μόνον για μια μεμονωμένη παράβαση. Αντίθετα, ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε λόγος μόνο για μια προσφορά μετά τον Ιανουάριο του 1976 για την προμήθεια στη Γερμανία προϊόντων Pioneer με προορισμό τη γαλλική αγορά, η δε προσφορά αυτή έγινε το Μάιο του 1977. Παρά τη μεταβολή των τιμών συναλλάγματος, οι τιμές της MDF παρέμειναν υψηλότερες από εκείνες της Melchers καθ'όλο δε το 1976 για ορισμένα προϊόντα Pioneer, ενώ για άλλα προϊόντα του είδους αυτού έπαψαν να είναι υψηλότερες σε διάφορες ημερομηνίες κατά το 1976.
Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι οι επιστολές του Todd προς την Comet και την Audiotronic δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα, φαίνεται ότι μετά την επιστολή του Todd, η Comet έπαυσε να εξάγει προϊόντα Pioneer, εκτός από πολύ περιορισμένες ποσότητες, ενώ εξακολουθούσε να εξάγει άλλες μάρκες προϊόντων Hi-Fi. Αυτό προκύπτει σαφώς από τα στοιχεία που παρέσχε ο Lightowler, διευθυντής πωλήσεων της Comet, στους ελεγκτές της Επιτροπής και που περιέχονται σε πρακτικά που τήρησαν επιτοπίως οι ίδιοι οι ελεγκτές. Για λογαριασμό της Pioneer GB προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το αντίθετο αποδεικνύεται από ένα απόσπασμα της επιστολής του Mason, στο οποίο εξηγείται ότι η Comet είχε μειώσει τις εξαγωγές της λόγω «των συνδυασμένων αποτελεσμάτων των περιορισμών στις πιστώσεις προς τους πελάτες μας και των διαθέσιμων περιθωρίων». Εντούτοις η όλη αλληλουχία δείχνει ότι στο απόσπασμα αυτό ο Mason αναφερόταν στους περιορισμούς στις πιστώσεις για τους βρετανούς πελάτες και στα περιθώρια που εφαρμόζονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία μπορούσαν να παρεμποδίσουν την Comet στη δημιουργία απο-9εμάτων για ενδεχόμενες εξαγωγές. Το απόσπασμα αυτό δεν στηρίζει το επιχείρημα ότι η Comet δεν προμήθευε αγοραστές σε άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ, λόγω συμφωνίας και ελλείψει αντιρήσεων εκ μέρους της Pioneer GB. Οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών δεν ενισχύονται από το γεγονός ότι μερικοί έμποροι λιανικής πωλήσεως ήρθαν από τη Γαλλία για να αγοράσουν προϊόντα Comet στην Αγγλία, ούτε από το γεγονός ότι η Comet πώλησε εμπορεύματα στα νησιά της Μάγχης. Είναι προφανές ότι ορθώς η Επιτροπή στηρίχθηκε στις υπάρχουσες αποδείξεις για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Comet είχε παύσει τις εξαγωγές με προορισμό τους διανομείς. Στην περίπτωση της Audiotronic τα στελέχη της είχαν λόγους να φοβούνται, μετά από τις δοκιμαστικές αγορές που πραγματοποιήθηκαν μέσω της ODA, ότι οι πωλήσεις της στη Γαλλία θα παρακολουθούνταν από την MDF. Ο διευθυντής της Audiotronic είχε ακολούθως επιδιώξει να τεθεί τέρμα στην πρακτική, που συνίστατο στην εξαγωγή προϊόντων Pioneer στη Γαλλία. Έστω και αν τα περιστατικά αυτά είχαν όχι μόνο αποτέλεσμα να διοχετεύσουν τις εξαγωγές της Audiotronic προς το Βέλγιο, το αποτέλεσμα αυτό εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1. Φαίνεται πάντως ότι περιορίστηκαν ακόμη και οι πωλήσεις στο Βέλγιο' συγκεκριμένα, η Audiotronic δεν μπόρεσε να εκτελέσει παρά μόνον το ήμισυ των παραγγελιών της Euro-Electro, αφού παρέδωσε εμπορεύματα αξίας μόνο 59000 λιρών στερλινών, ενώ οι παραγγελίες ανέρχονταν σε 150000 λίρες. Επιπλέον, υπήρχαν αποδείξεις ότι η Audiotronic έπαυσε τις προμήθειες, εκτός από εκείνες που πραγματοποίησε προς τη θυγατρική της, τον Ιούλιο του 1976.
(iii) Προβαλλόμενες δικαιολογίες προς υποστήριξη των πρακτικών
Η Melchers ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν εξετίμησε ορθά τα αποτελέσματα της πρώτης εναρμονισμένης πρακτικής, γιατί δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι με μια σειρά αποφάσεων που έλαβε μεταξύ 1976 και 1979, η ίδια η Επιτροπή επέτρεψε στις γαλλικές αρχές να μην εφαρμόσουν κοινοτική μεταχείριση στα προϊόντα Hi-Fi που προέρχονταν από την Ιαπωνία και ετίθεντο σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη. Οι αποφάσεις αυτές επέτρεπαν, πάντως, περιορισμούς των ποσοστώσεων επί της εισαγωγής στη Γαλλία δεκτών ραδιοφώνου που κατασκευάζονταν στην Ιαπωνία. Μεγάλο μέρος των εξαγωγών της Gruoner δεν αποτελείτο από δέκτες ραδιοφώνου και, κατά συνέπεια, δεν επηρεαζόταν από τις ποσοστώσεις. Επιπλέον, η ποσόστωση τελικά καθορίστηκε σε 390000 συσκευές (σε σύγκριση με τις 2636 συσκευές που παράγγειλε ο Schreiber). Υπήρχε, συνεπώς, στο πλαίσιο των περιορισμών που επιβλήθηκαν με την ποσόστωση, ένα μεγάλο περιθώριο για εισαγωγές, που μπορούσαν να επηρεαστούν από την επίδικη εναρμονισμένη πρακτική.
Η MDF ισχυρίζεται ότι αν θεωρηθεί ότι συμμετέσχε σε μια εναρμονισμένη πρακτική, το έπραξε λόγω «καταστάσεως ανάγκης», δεδομένου ότι ήταν επιτακτική ανάγκη γι' αυτήν να αμυνθεί έναντι του παρασιτικού εμπορίου στο οποίο προέβαιναν οι αθέμιτοι ανταγωνιστές της υπό τη μορφή παράλληλων εισαγωγών και να διατηρήσει την ανεξαρτησία της έναντι της Pioneer. Δεν φρονώ ότι οι αποφάσεις του
Δικαστηρίου σχετικά με την «κατάσταση ανάγκης» καθιερώνουν μια αρχή, η οποία επιτρέπει σε έναν έμπορο να ενεργεί κατά τρόπο που θα αποτελούσε διαφορετικά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ, για να προστατευθεί έναντι της ζημίας που του προξενούσαν οι ανταγωνιστές του, οι ενέργειες των οποίων είναι νόμιμες: πρβλ. υπόθεση 16/61, Acciaierie Ferriere e Fonderie di Modena κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1962, σ. 547, και συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 154, 205, 206 και 226 έως 228/78, 31, 39, 83 και 85/79, Ferriera Valsabbia και λοιποί, κατά Επιτροπής, ECR 1980, σ. 907· έστω και αν αυτό το μέσο αμύνης είναι δυνατό στη θεωρία, δεν νομίζω ότι τεκμηριώνεται επακριβώς από τις αποδείξεις. Η ίδια η MDF ισχυρίζεται ότι της προτάθηκε να αντιμετωπίσει τις ενέργειες αυτές με μείωση των τιμών.
Τα πρόστιμα
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι «το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση αυτή» είναι το ποσό των προστίμων. Είναι η πρώτη φορά που η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμα από 3 έως 4 ο/ο του κύκλου εργασιών των εν λόγω επιχειρήσεων. Στο παρελθόν, τα πρόστιμα ήταν 1 έως 2 % σε παρόμοιες υποθέσεις. Η Επιτροπή εξήγησε στη συνεδρίαση ότι εφάρμοζε τώρα μια νέα πολιτική όσον αφορά τα πρόστιμα. Κατά την Επιτροπή, η πολιτική αυτή, η οποία συνεπάγεται την επιβολή υψηλότερων προστίμων, εφαρμόστηκε σε όλες τις μεταγενέστερες από τις παρούσες υποθέσεις, ισχυρισμό που οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί την υπόθεση αυτή ως υπόθεση που θα αποτελέσει «κρίσιμο προηγούμενο για την κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού».
α) Η μεταβολή πολιτικής
Η Melchers, η Pioneer και η Pioneer GB παραπονούνται ότι τα πρόστιμα στην παρούσα υπόθεση είναι για πρώτη φορά τόσο σοβαρά (προσφυγές, σσ. 41, 67 και 39 κατά σειρά). Δύο από τις προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι με την επιβολή τέτοιων προστίμων, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως' η νέα πολιτική δεν είχε ανακοινωθεί, σε προηγούμενες δε αποφάσεις η Επιτροπή επέβαλε κατώτερα πρόστιμα σε επιχειρήσεις, οι οποίες, όπως διαπίστωσε, είχαν διαπράξει παρόμοιες παραβάσεις, την ίδια περίπου εποχή. Η εφαρμογή της νέας πολιτικής στην υπόθεση αυτή, χαρακτηρίστηκε ως «αναδρομική» και ως «διακριτική μεταχείριση».
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τίθεται βεβαίως καθόλου το ζήτημα της τροποποιήσεως του εφαρμοστέου δικαίου. Οι ενέργειες, στις οποίες προέβησαν οι επιχειρήσεις, συνιστούσαν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου κατά το χρόνο που διαπράχθηκαν, και υπόκεινταν, συνεπώς, σε κυρώσεις, υπό τη μορφή επιβολής προστίμου ποσού μέχρι 10 ο/ο του αντίστοιχου κύκλου εργασιών, ή ίσου με ένα εκατομμύριο ΕΛΜ, ανάλογα με το ποιο από τα δύο ποσά ήταν το υψηλότερο. Η Επιτροπή είχε τις ίδιες εξουσίες καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Δεν δέχομαι το αβάσιμο επιχείρημα ότι ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση που έχει υποπέσει σε αδίκημα ή σε παράβαση δεν μπορεί να πληγεί με υψηλότερα πρόστιμα από εκείνα που επιβάλλονταν στο παρελθόν, ή τουλάχιστον ότι δεν είναι δυνατόν να της επιβληθούν τέτοιες κυρώσεις, εκτός και αν η πρόθεση αυξήσεως του ποσού των προστίμων είχε κοινοποιηθεί πριν τη διάπραξη των παραβάσεων. Κάδε κανόνας του είδους αυτού 9α ενθάρρυνε τον υπολογισμό, αν η παράβαση του νόμου συμφέρει από οικονομική άποψη, τακτική που 9α έπρεπε να αποθαρ-ρυν9εί. Δεδομένου, επίσης, ότι η έρευνα και η απόδειξη των παραβάσεων του άρ9ρου 85 απαιτεί φυσιολογικά πολύ χρόνο, η κατάσταση αυτή 9α έχει επιπλέον ως πρακτικό αποτέλεσμα να διστάζει η Επιτροπή να αυξήσει τα πρόστιμα σε ορισμένες περιπτώσεις επί πολλά έτη, μέχρις ότου τα νέα ποσά δεν 9α ήταν ίσως και πάλι κατάλληλα, 9α μπορούσε δε η Επιτροπή να βρεθεί κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου έτους υποχρεωμένη να υποβάλλει για την ίδια μορφή παραβάσεως πρόστιμα πολύ διαφορετικών ποσών, ανάλογα με την ημερομηνία που διαπράχτηκε η παράβαση. Η Επιτροπή, η οποία υποχρεούται βάσει του άρθρου 155 της συνθήκης ΕΟΚ να μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη όταν επιβάλλει πρόστιμα βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, κατά πόσο οι κοινοτικές επιχειρήσεις γενικώς πρέπει να αποτραπούν, σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, από το να ενεργούν κατά παράβαση των άρθρων 85 και 86. Αν οι συγκεκριμένες πρακτικές αρχίσουν να επεκτείνονται θα πρέπει να είναι αμέσως δυνατή η επιβολή βαρύτερων προστίμων, προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι πρακτικές αυτές. Επίσης, η Επιτροπή έχει δικαίωμα να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι συνέπειες μιας παραβάσεως του άρθρου 85 ή του άρθρου 86 μπορεί να είναι βαρύτερες τώρα που έχει προχωρήσει η οικονομική ολοκλήρωση απ' ό,τι ήταν τις πρώτες ημέρες της Κοινότητας και ότι οι επιχειρήσεις που ενεργούν κατά παράβαση των άρθρων αυτών δεν μπορούν πλέον να ισχυριστούν ότι το κοινοτικό δίκαιο είναι ένα νέο νομικό σύστημα, στο οποίο η βιομηχανία πρέπει ακόμη να προσαρμοστεί.
Αφετέρου, αν και δέχομαι καταρχήν τα επιχειρήματα της Επιτροπής, νομίζω ότι κατά το χρόνο αυξήσεως του επιπέδου των προστίμων, θα πρέπει να ληφθούν σε ορισμένο βαθμό υπόψη τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί στο παρελθόν, καθίσταται δε ιδιαίτερα σημαντική η συνεκτίμηση της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως και των αποτελεσμάτων της, όπως και του κύκλου εργασιών. Μια κατάφωρη εκ προθέσεως διαπραχθείσα παράβαση με εκτεταμένες συνέπειες μπορεί να δικαιολογήσει απόλυτα την επιβολή του μέγιστου προστίμου χωρίς προειδοποίηση. Οι επιχειρηματίες γνωρίζουν επαρκώς την κλίμακα των ποινών από τη διάταξη του κανονισμού, δυνάμει της οποίας το πρόστιμο μπορεί να ανέλθει σε 10 °/ο του κύκλου εργασιών. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι παρούσες υποθέσεις δεν εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι σε απόλυτους αριθμούς και όχι σε ποσοστά επί του κύκλου εργασιών, τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν είναι υψηλότερα απ' όσο θα ήταν δικαιολογημένα, ιδίως στην περίπτωση της Pioneer, και τούτο, έστω και αν τα υψηλότερα πρόστιμα δικαιολογούνται για λόγους κολασμού.
β) Η υπόθεση Kawasaki
Η Melchers και η Pioneer ισχυρίζονται ότι τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αισθητά υψηλότερα από εκείνα που επιβλήθηκαν στην Kawasaki (JO 1977, L 16/9). Αν και η απόφαση αυτή είναι σχετικά πρόσφατη, αφορά διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα της υπό κρίση υποθέσεως. Ιδίως, τα πρόσωπα που εμποδίστηκαν να εξάγουν από το Ηνωμένο Βασίλειο στην υπόθεση Kawasaki ήταν έμποροι λιανικής πωλήσεως, καθένας δε από αυτούς δεν μπορούσε να εξάγει παρά ορισμένες μόνο μοτοσυκλέτες, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση οι εξαγωγείς ήταν έμποροι χονδρικής πωλήσεως, οι οποίοι διαχειρίζονταν μεγάλες ποσότητες προϊόντων επιπλέον, οι διαφορές μεταξύ των βρετανικών τιμών και των τιμών που εφαρμόζονταν στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν πολύ υψηλότερες στην παρούσα υπόθέση απ' ό,τι ήταν στην υπόθεση Kawasaki. Συνεπώς, δεν νομίζω ότι οι διαφορές μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και της υποθέσεως Kawasaki μπορούν να οδηγήσουν στη διαπίστωση παράνομης διακρίσεως. Επιπλέον, όπως παρατήρησε και το Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 32/78 και 36-82/78 BMW κατά Επιτροπής, ECR 1979, σσ. 2435, 2482, «το γεγονός ότι σε παρόμοιες προηγούμενες υποθέσεις η Επιτροπή δεν έκρινε ότι έπρεπε να επιβάλλει πρόστιμο... δεν μπορεί να τις στερήσει από μια τέτοια εξουσία, ή οποία έχει απονεμηθεί ρητώς... εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες για την άσκηση της προϋποθέσεις».
γ) Το εΰνικό όίκαιο
Η Melchers υποστηρίζει ότι τα μέγιστα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 15 του κανονισμού 17 είναι σαφώς υψηλότερα από εκείνα που καθορίζονται στα διάφορα εθνικά δίκαια, συμπεριλαμβανομένου και του δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών. Με βάση την παρατήρηση αυτή καταλήγει ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, πριν αποφασίσει να επιβάλλει τόσο μεγάλα πρόστιμα. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι το πρόστιμο είναι το μόνο όπλο που διαθέτει η Επιτροπή για να εξασφαλίσει την τήρηση των κοινοτικών κανόνων ενώ πολλά από τα εθνικά νομικά συστήματα, στα οποία αναφέρεται η Melchers, προβλέπουν την εξασφάλιση της τηρήσεως της νομοθεσίας κατά των συμπράξεων μέσω αγωγών αποζημιώσεως, που μπορούν να ασκήσουν τα άτομα (που μπορούν να λάβουν τριπλάσια αποζημίωση βάσει του Sherman Act των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής). Σε διάφορα άλλα συστήματα του είδους αυτού, η τήρηση της νομοθεσίας κατά των συμπράξεων μπορεί να επιβληθεί με ποινές φυλακίσεως. Εφόσον, συνεπώς, γίνεται δεκτό ότι τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν δεν πρέπει να θεωρηθούν, εν πάση περιπτώσει, ως παράλογα ή άδικα, δεν νομίζω ότι οι εθνικές νομοθεσίες των οποίων έγινε επίκληση βοηθούν τα επιχειρήματα των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση.
δ) Άρθρο 15, παράγραφος 5, τoυ κανονισμού 17
Η Melchers ισχυρίζεται ότι το πρόστιμο που της επιβλήθηκε αντιβαίνει προς το άρθρο 15, παράγραφος 5, του κανονισμού 17, καθόσον της επιβλήθηκαν κυρώσεις για συμπεριφορά σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Melchers, υποχρεώσεις που είχαν κοινοποιηθεί κανονικά στην Επιτροπή (προσφυγή, σ. 42). Η μόνη συμβατική υποχρέωση που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, στην οποία στηρίζεται η Melchers για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της, είναι η υποχρέωση προμήθειας της γερμανικής αγοράς. Εντούτοις, για τους λόγους που ήδη ανέφερα, δεν θεωρώ ότι οι επίδικες παραβάσεις ήταν συνέπεια της ανάγκης προμήθειας της γερμανικής αγοράς' ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας να προστατευθεί η γαλλική αγορά.
ε) Χωριανά πρόστιμα
Η Pioneer ισχυρίζεται ότι επιβάλλοντας ένα μόνο πρόστιμο για δύο παραβάσεις, η Επιτροπή τής στέρησε το δικαίωμα να γνωρίσει το ακριβές ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε για καθεμιά από τις παραβάσεις αυτές. Ισχυρίζεται ότι αυτό ισοδυναμεί με παράβαση ουσιωδών τύπων. Είναι, πάντως, τεχνητή η τόσο σαφής διάκριση μεταξύ των δύο παραβάσεων στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και οι δύο διαπράχθηκαν ταυτόχρονα με προφανή σκοπό την προστασία της ίδιας αγοράς και τις δύο φαίνεται ότι τις ξεκίνησε η MDF, σε κάθε δε περίπτωση δύο από τα τρία μέρη που συμμετέσχαν στην εναρμονισμένη πρακτική ήταν τα ίδια. Επιπλέον, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου διευκρινίζουν το γεγονός ότι επιτρέπεται η επιβολή ενός προστίμου για χωριστές παραβάσεις που συνδέονται, όμως, μεταξύ τους: πρβλ. υπόθεση 27/76, United Brands κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 207, και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 7/73, Commercial Solvents, ECR 1974, σ. 223. Απορρίπτω, συνεπώς, το επιχείρημα αυτό.
or) Ενθύνη τρίτου
Η Melchers υποστηρίζει ότι κάθε παράβαση του κοινοτικού δικαίου, για την οποία η επιχείρηση αυτή είναι υπεύθυνη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εκ προθέσεως» ή «σκόπιμη», αφού οι πράξεις που την ενέπλεξαν στην εναρμονισμένη πρακτική διαπράχθηκαν από τους Mackenthun και von Bonin, οι οποίοι ήταν απλοί υπάλληλοι. Η Melcliers είναι απλή ετερρόρυθμος εταιρεία και τίποτα δεν αποδεικνύει ότι οι ετερρό-ρυθμοι εταίροι γνώριζαν τις ενέργειες των Mackenthun και von Bonin. Το ζήτημα, πάντως, που ανέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι αν οι υπάλληλοι αυτοί είχαν το δικαίωμα να αναλάβουν υποχρεώσεις δεσμεύοντας την Melcliers (ζήτημα που λύεται ίσως βάσει του γερμανικού δικαίου), αλλά αν η Επιτροπή κατέληξε ορθώς στο συμπέρασμα ότι η Melcliers είχε συμμετάσχει πράγματι σε εναρμονισμένη πρακτική. Δεν βρίσκω κανένα απολύτως στοιχείο που να επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί να εμπλακεί σε εναρμονισμένη πρακτική με ενέργειες των υπαλλήλων της, ακόμη λιγότερο όταν στις ενέργειες αυτές προέβησαν τα διευθύνοντα στελέχη, όπως ο προϊτάμενος του τομέα Hi-Fi και ο διευθυντής πωλήσεων: πρβλ. Thiesing-Schröter και Humbaum, Les ententes et les positions dominantes dans le droit de la CEE (ot συμπράξεις και οι δεσπόζουσες θέσεις κατά το δίκαιο της ΕΟΚ), 1977. σσ. 554 έως 555.
ξ) Κύκλος εργασιών
Προβλήθηκε για λογαριασμό της εταιρείας Melcliers ο ισχυρισμός ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην επιχείρηση αυτή υπερέβαινε το μέγιστο επιτρεπόμενο βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, δεδομένου ότι ο όρος «κύκλος εργασιών» που περιέχεται στη διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει τον κύκλο εργασιών στον τομέα που αφορά άμεσα η παράβαση. Η Pioneer και η MDF υποστήριξαν επίσης ότι η Επιτροπή όφειλε να καθορίσει το πρόστιμο σε σχέση μόνο με τις πωλήσεις τους προϊόντων Hi-Fi, χωρίς να λάβει υπόψη της εμπορεύματα όπως τα ραδιόφωνα αυτοκινήτων και οι κασέτες. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό είναι λίγο σοφιστικό.
Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να επιβάλλει «πρόστιμα ύψους χιλίων μέχρις ενός εκατομμυρίου λογιστικών μονάδων, ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση». Στο κείμενο αυτό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι ο όρος «κύκλος εργασιών» σημαίνει κάτι άλλο εκτός από το συνολικό κύκλο εργασιών της επιχειρήσεως. Με το άρθρο αυτό τίθενται τα όρια των εξουσιών της Επιτροπής και, με τον καθορισμό του ανώτατου ποσού του προστίμου, φαίνεται ότι συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό το πρόστιμο και η ικανότητα της επιχειρήσεως να το πληρώσει.
Αν, όπως υποστηρίχθηκε, ο όρος «κύκλος εργασιών» σήμαινε τον κύκλο εργασιών σε έναν ειδικό τομέα, θα επέρχονταν ορισμένες ιδιάζουσες συνέπειες. Η Επιτροπή δεν θα διέθετε πλέον την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμο ποσού τέτοιου, ώστε να είναι αρκετά αποτρεπτικό, στην περίπτωση που ένας πολύ μεγάλος βιομηχανικός όμιλος με ποικίλα συμφέροντα διέπραττε πολύ σοβαρή παράβαση του κοινοτικού δικαίου σε έναν από τους τομείς που ασκούσε τις δραστηριότητες του. Επιπλέον, όταν (όπως στην παρούσα υπόθεση) μια επιχείρηση παύει να έχει δραστηριότητες στον τομέα που αφορά άμεσα η παράβαση, κανένα πρόστιμο δεν μπορεί να καθοριστεί με βάση τον «κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο». Η Melchers διατείνεται ότι στην περίπτωση αυτή το πρόστιμο μπορεί να καθοριστεί σε σχέση με τον κύκλο εργασιών του τελευταίου έτους, κατά το οποίο η επιχείρηση ασκούσε εμπόριο στον εν λόγω τομέα, αυτό όμως, θα ισοδυναμούσε με σαφή απομάκρυνση από το γράμμα του κανονισμού.
Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση ανακύπτει μια δυσχέρεια, δεδομένου ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έλαβε ως βάση υπολογισμού για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου που θα επέβαλε τον κύκλο εργασιών των εταιρειών. Αποφάσισε να επιβάλει στις τέσσερις επιχειρήσεις πρόστιμα ποσού περίπου ίσου με συγκεκριμένα ποσοστά των κύκλων εργασιών τους, ανάλογα με την εκτίμηση από την Επιτροπή του βαθμού ενοχής τους. Εφόσον η Επιτροπή ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο, θα έπρεπε, νομίζω, να λάβει υπόψη της το βαθμό στον οποίο υπάρχει διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων των εταιρειών. Το πράγμα θα έπρεπε να είχε έτσι, γιατί παράβαση που διαπράττεται από μια επιχείρηση σε μικρό μόνο τομέα των δραστηριοτήτων της είναι συνήθως λιγότερο σοβαρή από μια παράβαση που αφορά το σύνολο των δραστηριοτήτων της.
Ποτέ το εμπόριο προϊόντων Hi-Fi δεν υπερέβη το 10 ο/ο του κύκλου εργασιών της Melchers· οι άλλες δραστηριότητες της εταιρείας αυτής δεν έχουν καμία σχέση με την αγορά Audio (ηχοαγορά). Το πράγμα έχει διαφορετικά για την MDF, την Pioneer και την Pioneer GB, οι οποίες, παρ' όλον ότι δρουν στην αγορά των ραδιοκασετών και άλλων συσκευών που δεν ανήκουν στην αγορά Hi-Fi, έχουν πολύ λιγότερο διαφοροποιημένες δραστηριότητες. Συσχετίζοντας το βαθμό ενοχής των τεσσάρων επιχειρήσεων με τον κύκλο εργασιών τους, η Επιτροπή χρησιμοποίησε μια μέθοδο υπολογισμού, κατά την οποία δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι, τουλάχιστον στην περίπτωση της Melchers, το μεγαλύτερο τμήμα του κύκλου εργασιών δεν επηρεάστηκε καθόλου από την παράβαση. Φρονώ ότι πρόκειται εδώ για σημαντική παράλειψη και ότι πρέπει να μειωθεί ανάλογα το πρόστιμο της Melchers.
Ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόζεται στο επιχείρημα ότι κακώς η Επιτροπή υπολόγισε το πρόστιμο βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών της Pioneer και όχι βάσει του κύκλου εργασιών της στις σχετικές αγορές (δηλαδή στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Θεωρώ ότι, για τους λόγους που ήδη ανέφερα, η Επιτροπή έχει την εξουσία, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, να επιβάλλει πρόστιμα ύψους μέχρι 10 ο/ο του συνολικού κύκλου εργασιών μιας επιχειρήσεως· πάντως, όταν η Επιτροπή χρησιμοποιεί τον κύκλο εργασιών ως βάση υπολογισμού του ποσού του προστίμου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά πόσο ο κύκλος εργασιών αντικατοπτρίζει τις εμπορικές ανταλλαγές σε αγορές που δεν θίγονται από την παράβαση. Η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη της αυτό το στοιχείο στην παρούσα υπόθεση, και πρέπει να μειωθεί ανάλογα το πρόστιμο της Pioneer. Η μείωση θα είναι, πάντως, αναλογικά λιγότερο σημαντική απ' ό,τι στην περίπτωση της Melchers γιατί, αν και από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρεπόταν ακριβής σύγκριση, είναι σαφές ότι οι πωλήσεις στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία αποτελούν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών της Pioneer απ' ό,τι οι πωλήσεις προϊόντων Pioneer στο συνολικό κύκλο εργασιών της Melchers.
Η Pioneer ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή 9α έπρεπε να λάβει ως βάση υπολογισμού του προστίμου τον κύκλο εργασιών της διαχειριστικής περιόδου πριν από την παράβαση. Νομίζω ότι στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, η φράση «προηγούμενη διαχειριστική περίοδος» αφορά την περίοδο πριν από την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας επιβλή9ηκε το πρόστιμο και όχι την περίοδο πριν από την παράβαση, διαφορετικά ο υπολογισμός 9α γινόταν υπερβολικά περίπλοκος, αν η παράβαση αφορούσε περισσότερες από μία διαχειριστικές περιόδους και από την αναφορά στον κύκλο εργασιών της περιόδου πριν από την πρώτη από τις περιόδους αυτές μπορούσε να προκύψει μεγαλύτερο ή μικρότερο αποτέλεσμα, εν πάση δε περιπτώσει απόλυτα εσφαλμένο. Η Pioneer υποστηρίζει επικουρικά ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της την ίδια περίοδο για να υπολογίσει τον κύκλο εργασιών των διαφόρων επιχειρήσεων που είχαν συνεργήσει στις παραβάσεις. Η Επιτροπή χρησιμοποίησε τους τελευταίους δια9έσιμους λογαριασμούς, δηλαδή εκείνους του ημερολογιακού έτους 1978 για τις τρεις από τις προσφεύγουσες και εκείνους της διαχειριστικής περιόδου που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 1979, στην περίπτωση της Pioneer. Οι όροι «προηγούμενη διαχειριστική περίοδος» δικαιολογούν, νομίζω, την αναφορά στη λογιστική χρήση που κα9ορίζει η εταιρεία, ούτως ώστε, από αυστηρή άποψη, η Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί στις εν λόγω περιόδους. Αφετέρου, νομίζω ότι 9α έπρεπε εδώ να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ημερολογιακό έτος 1978 θεωρήθηκε ως η εταιρική χρήση αναφοράς για όλες τις άλλες εταιρείες και ότι ο κύκλος εργασιών της Pioneer τόσο κατά την εταιρική χρήση που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 1978 όσο και κατά το ημερολογιακό έτος 1978 ήταν αισθητά κατώτερος από τον κύκλο εργασιών της λογιστικής χρήσεως που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 1979. Κατά το μέτρο που μπορεί να διαπιστωθεί εδώ, η Επιτροπή αγνόησε το γεγονός αυτό, που νομίζω ότι 9α πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό του προστίμου.
Φρονώ επίσης ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην MDF πρέπει να μειωθεί λόγω ενός λάθους σχετικού με τον κύκλο εργασιών της επιχειρήσεως αυτής, το οποίο όμως δεν οφείλεται καθόλου στην Επιτροπή. Για να καθορίσει το πρόστιμο, η Επιτροπή ζήτησε από την MDF να της γνωστοποιήσει τον κύκλο εργασιών της κατά τα έτη 1976, 1977 και 1978. Από λάθος η MDF αντέστρεψε τους κύκλους εργασιών των ετών 1977 και 1978. Φαίνεται ότι η Επιτροπή υπολόγισε πρόστιμο 850000 ΕΛΜ εφαρμόζοντας στους αριθμούς του 1977 το συντελεστή 4 %. Στις γραπτές της παρατηρήσεις στις άλλες τρεις υπο9έσεις, η Επιτροπή αναφέρει ειδικά ότι το ποσοστό 4 ο/ο αποτέλεσε τη βάση υπολογισμού του προστίμου της MDF. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θεωρώ πειστικό το επιχείρημα της ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην MDF καθορίστημε με βάση το 4,32 % του κύκλου εργασιών (δηλαδή 4 % περίπου). Συνεπώς, ανεξάρτητα από άλλες σκέψεις, προτείνω να μειωθεί το πρόστιμο της MDF κατά 50000 ΕΛΜ, για να φθάσει σε έναν αριθμό εγγύτερο του 4 ο/ο του κύκλου εργασιών της εν λόγιο διαχειριστικής χρήσεως.
η) Άλλα σημεία
Η MDF υποστηρίζει ότι τα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν έχουν χαρακτήρα δημεύσεως και την απειλούν με πτώχευση. Το Δικαστήριο έχει δείξει στο παρελθόν κάποια επιφυλακτικότητα όσον αφορά τη
μείωση προστίμων επί τη βάσει παρόμοιων λόγων: Miller κατά Επιτροπής, σ. 131 συνεκδικασθείσες υποθέσεις 2 έως 10/63, San Michele κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1963, σ. 696 υπόθεση 21/64, Dalmas κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1965, σ. 228. Ενόψει των στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο, φρονώ ότι ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η MDF υπερβάλλει τις ενδεχόμενες συνέπειες του προστίμου επί της ικανότητας να εξακολουθήσει τις δραστηριότητές της. Επιπλέον, η MDF παρακίνησε και επωφελήθηκε των δύο εναρμονισμένων πρακτικών, θύματα των οποίων ήταν οι δυνητικοί αγοραστές στο χώρο που αναπτύσσει τις δραστηριότητες της. Εντούτοις, είναι δίκαιο (και σύμφωνο με την πολιτική που καθιερώθηκε με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17) να καθορίζεται το πρόστιμο, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητας της επιχειρήσεως να το πληρώσει. Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή υπερβαίνει το κεφάλαιο κινήσεως της MDF· από τους λογαριασμούς που υπέβαλε η MDF στο Δικαστήριο φαίνεται ότι υπάρχει υψηλή αναλογία βραχυπρόθεσμων δανείων' επιπλέον, αντίθετα προς τις άλλες επιχειρήσεις που ενέχονται στην παρούσα υπόθεση, η MDF παραμένει ανεξάρτητη. Οι παράγοντες αυτοί δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου μια κάποια μείωση του προστίμου.
Η Pioneer ισχυρίζεται ότι δεν συμμετέσχε «εκ προθέσεως» σε εναρμονισμένη πρακτική' παρατηρεί, εξάλλου, ότι με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων η Επιτροπή της προσήψε απλώς ότι ενήργησε «εκ προθέσεως ή τουλάχιστον εξ αμελείας». Είναι σαφές ότι η Επιτροπή επανέλαβε τη διατύπωση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Δεν βλέπω πώς μπορεί να θεωρηθεί ότι η Pioneer συμμετέσχε εξ αμελείας σε εναρμονισμένη πρακτική που απαιτεί το σχηματισμό κοινής βουλήσεως, όπως αποδείχθηκε στην παρούσα υπόθεση. Στην Pioneer προσάπτεται ουσιαστικά ότι συμμετέσχε εκ προθέσεως στην πρακτική αυτή. Η Pioneer υποστηρίζει ότι ενεπλάκη στις εναρμονισμένες πρακτικές μόνο στο βαθμό που οργάνωσε μια σύσκεψη, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν οι παράλληλες εισαγωγές και ότι δεν μπορούσε, κατά συνέπεια, να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά της ήταν παράνομη. Για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, δεν δέχομαι ότι η συμμετοχή της Pioneer στις εναρμονισμένες πρακτικές ήταν τόσο περιορισμένη. Επιπλέον, η άγνοια του νόμου δεν δικαιολογεί ποτέ την παράβαση και δεν μεταβάλλει μια εκ προθέσεως διαπραχθείσα παράβαση σε παράβαση εξ αμελείας. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι η Pioneer δεν αποκόμισε άμεσο κέρδος από τις υψηλότερες τιμές που εφαρμόζονταν στην Γαλλία, παρ' όλον ότι θα είχε μακροπρόθεσμα κέρδος, αν οι γάλλοι διανομείς της εξακολουθούσαν να είναι ικανοποιημένοι. Πράγματι, θεωρούσε ότι οι τιμές πωλήσεως της MDF ήταν πολύ υψηλές (πρβλ. την επιστολή του Setton στον Ito, της 19ης Ιουνίου 1978, παράρτημα 5 της απαντήσεως). Ούτε η Melchers και η Pioneer GB απεκόμισαν άμεσο οικονομικό όφελος από τις πρακτικές, στις οποίες συμμετέσχαν στην πραγματικότητα, ήταν δυνατό να έχουν και οι δύο ζημία στο βαθμό που, παρά τα μικρά περιθώρια κέρδους, μπορούσαν να εφοδιαστούν με αρκετές συσκευές για να προμηθεύσουν ταυτόχρονα τους ημεδαπούς και τους αλλοδαπούς πελάτες. Εξάλλου, δεν είναι πειστικά τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν για να υποστηριχθεί η άποψη ότι δεν θα ήταν αποδοτική η εξακολούθηση των εξαγωγών. Στην περίπτωση της Pioneer, φαίνεται ότι ο Todd ενήργησε για να ικανοποιήσει τα επίμονα παράπονα του Setton.
Νομίζω ότι το γεγονός αυτό δικαιολογεί μείωση των προστίμων που επι6λή3ηκαν στην Pioneer, στην Melchers και στην Pioneer GB. Όσον αφορά την τελευταία, πάντως, η μείωση 3α είναι μικρή, επειδή οι επιστολές του Todd προς την Cornet και την Audiotronic δείχνουν την εχθρική στάση του διευθυντή της Pioneer GB έναντι των υποχρεώσεων της εταιρείας βάσει του κοινοτικού δικαίου.
Για τον υπολογισμό των προστίμων που πρέπει να επιβληθούν στην παρούσα υπόθεση, δεν 9α λάβω καθόλου υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε από τις προσφεύγουσες την παροχή τραπεζικών εγγυήσεων μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί των προσφυγών τους. Η απόφαση αυτή είχε ως συνέπεια ότι οι προσφεύγουσες απέ-λαυαν της χρήσεως των χρημάτων ή των τόκων επί του ποσού των προστίμων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η οποία διήρκεσε επί πολύ χρόνο. Την απόφαση αυτή, πάντως, την έλαβε ελεύθερα η Επιτροπή' δεν βλέπω κανένα λόγο να αυξηθούν τα πρόστιμα στο παρόν στάδιο της διαδικασίας για το λόγο ότι η Επιτροπή αποφάσισε σε προηγούμενο στάδιο να μην ασκήσει ένα δικαίωμα που διαθέτει.
Οι παρούσες προτάσεις είναι ήδη αρκετά εκτεταμένες. Εντούτοις, γνωρίζω ότι στις χίλιες περίπου σελίδες γραπτών παρατηρήσεων στα ογκώδη παραρτήματα και στις εκθέσεις για την επ' ακροατηρίου συζήτηση βρίσκονται πολλά άλλα επιχειρήματα που αφορούν λεπτομέρειες, καθώς και οι απαντήσεις στα επιχειρήματα αυτά, στα οποία δεν αναφέρθηκα ρητώς. Δεν νομίζω ότι αυτό επηρεάζει το γενικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα ή ότι θα ήταν χρήσιμη η εξέταση των επιχειρημάτων αυτών ένα προς ένα, με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη επέκταση του παρόντος κειμένου.
Τελικά, ο καθορισμός του επιολητέου προστίμου είναι μάλλον θέμα κρίσεως και εκτιμήσεως παρά υπολογισμού. Δεν 9α ήταν σωστό να «διορθωθούν» τα επιβληθέντα πρόστιμα, αν περιοριζόμουν απλώς να προτείνω μικρές μεταβολές. Ενόψει των πρόσφορων εν προκειμένω στοιχείων που αναφέρονται στον κανονισμό και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (παραδείγματος χάρη η διάρκεια και η σοβαρότητα των παραβάσεων, η πρόθεση, η συμμετοχή και η οικονομική κατάσταση κάθε διαδίκου) και των παραγόντων, στους οποίους αναφέρθηκα, φρονώ ότι τα πρόστιμα πρέπει να μειωθούν. Μετά από ώριμη σκέψη υπό το φως των στοιχείων που προβλήθηκαν, έχω τη γνώμη ότι τα πρόστιμα πρέπει να μειωθούν στα ακόλουθα ποσά:
—
MDF 600000 ΕΛΜ
—
Melchers 500000 ΕΛΜ
—
Pioneer 2250000 ΕΛΜ
—
Pioneer GB 200000 ΕΛΜ
Κατά τα λοιπά, η απόφαση της Επιτροπής δεν πρέπει να μεταβληθεί.
Σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, φρονώ ότι η Επιτροπή νίκησε όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως λόγω μη παραβάσεως του άρθρου 85. Θα έπρεπε, συνεπώς, κανονικά να της επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα ως προς το ζήτημα αυτό. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες νίκησαν, σύμφωνα με τις προτάσεις μου, όσον αφορά το αίτημα τους περί μειώσεως των προστίμων, έστω και αν η μείωση δεν είναι τόσο σημαντική όσο ζητούσαν. Λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς και της εκτάσεως της νίκης κάθε διαδίκου, νομίζω ότι θα ήταν δίκαιο και σκόπιμο να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικά της δικαστικά έξοδα, καθώς και στο ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων των προσφευγουσών.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy