ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ προδικαστική διαδικασία μέ την ὁποία πρόκειται νά ἀσχοληθοῦμε σήμερα μας ὁδηγεί καί πάλι στή μελέτη τοῦ προβλήματος τῆς σωρεύσεως παροχῶν κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ή διαφορά τῆς κύριας δίκης ἔχει ὡς ἀντικείμενο την έκδοση ἀποφάσεως ἐπί τοῦ θέματος συζεύξεως οικογενειακών επιδομάτων πού χορηγούνται βάσει τοῦ γερμανικού δικαίου καί τοῦ δικαίου τῆς Δανίας.
Ό προσφεύγων στην κύρια δίκη γεννήθηκε τό 1935, εἶναι γερμανός υπήκοος καί διαμένει στή Δανία μέ τή σύζυγο καί τά δυό του τέκνα πού γεννήθηκαν τό 1967 καί 1968. Ἐργάζεται ὡς μισθωτός στό Flensburg καί μεταβαίνει καθημερινά στόν τόπο τῆς εργασίας του ὅπού δέ διαθέτει κατοικία. Ή σύζυγός του εργάζεται ὡς μισθωτή στή Δανία καί λαμβάνει γιά τά δυό τέκνα τά δανικά οἰκογενειακά επιδόματα (Børnetilskud).
Τό Δεκέμβριο τοῦ 1977 ὁ προσφεύγων ζήτησε ἀπό τό Arbeitsamt τοῦ Flensburg τήν καταβολή γιά τό δεύτερο τέκνο του, τοῦ ἡμίσεος τοῦ ποσού τῶν οικογενειακῶν επιδομάτων, σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 παράγραφος 2 τοῦ Bundeskindergeldgesetz (γερμανικού ὁμοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων, εφεξής: BKGG) τῆς 14ης Άπριλίου 1964 ὑπό τή διατύπωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1975 (Bundesgesetzblatt Ι, σ. 412) εφαρμοστέου ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1978. Αυτό τό περιορισμένο κατά τό ήμισυ οικογενειακό επίδομα ήταν μιά ιδιομορφία τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων στή διατύπωση πού ἴσχυε τήν εποχή εκείνη. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 παράγραφος 1 ἀριθ. 2 τοῦ BKGG, κανένα οικογενειακό επίδομα δέ χορηγείται πράγματι γιά τέκνο τό όποιο δικαιοῦται, έκτός τοῦ εδάφους ἐφαρμογής τοῦ BKGG, παροχών δεκτικών συγκρίσεως μέ τά οικογενειακά επιδόματα. Τό άρθρο 8 παράγραφος 2 τοῦ BKGG προέβλεπε, ἐξαλλου, στή διατύπωση
μέ τήν οποία εφαρμοζόταν μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1978, ὅτι τά οικογενειακά επιδόματα μποροῦσαν νά καταβληθοῦν κατά τό ήμισυ, ἄν ἡ άλλη παροχή ήταν μικρότερη ἀπό τό 75 % τοῦ ποσοῦ τῶν οἰκογενειακῶν επιδομάτων. Ό νόμος τῆς 14ης Νοεμβρίου 1978 (Bundesgesetzblatt, 1, σ. 1757) έδωσε στή διάταξη αυτή τή διατύπωση μέ τήν ὁποία εἶναι εφαρμοστέα ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά οἰκογενειακά ἐπιδόματα καταβάλλονται σέ ποσό ἴσο μέ τή διαφορά, ὅταν τό ἀκαθάριστο ποσό τῆς άλλης παροχής εἶναι μικρότερο ἀπό τά οικογενειακά επιδόματα. Στίς 12 'Ιανουαρίου 1978, τό Arbeitsamt τοῦ Flensburg ἀπέρριψε τήν αἴτηση πού βασίζόνταν στην διάταξη πού προαναφέρθηκε, επειδή λόγω τῆς έμμισθης δραστηριότητας τῆς συζύγου τοῦ προσφεύγοντος, χορηγούνταν οικογενειακές παροχές γιά τά τέκνα, βάσει τῆς δανικής νομοθεσίας. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 574/72, τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Μαρτίου 1972 περί τοῦ τρόπου εφαρμογής τοῦ κανονισμού ΕΟΚ. 1408/71 περί εφαρμογής τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως στους μισθωτούς καί τίς οικογένειες τους πού διακινούνται εντός τῆς Κοινότητας (ABl. Nr. L 74 τῆς 27ης Μαρτίου 1972, σ. 1 — ΕΕ ειδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 74, τόμ. 05/001, σ. 138) ὅπως τροποποιήθηκε ἀπό τόν κανονισμό ΕΟΚ 1209/76 τοῦ Συμβουλίου τῆς 30ής 'Απριλίου 1976 (ABl. Nr. L 138 τῆς 26ης Μαΐου 1976, σ. 1 — ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 138, τόμ. 05/002, σ. 78). Σέ μιά τέτοια περίπτωση τό δικαίωμα γιά οἰκογενειακές παροχές πού υπάρχει βάσει τοῦ BKGG, πρέπει νά ἀνασταλεί. Σύμφωνα μέ τή διάταξη αυτή καταβάλλονται μόνο οἱ οἰκογενειακές παροχές τοῦ Κράτους μέλους στό έδαφος τοῦ ὁποίου διαμένει τό μέλος τῆς οικογένειας, καί εἰς βάρος τοῦ τελευταίου αὐτοῦ κράτους.
Μετά τήν ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως του, ὁ προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Sozialgericht τοῦ Schleswig, βασιζόμενος σέ ἀπόφαση τῆς 25ης Όκτωβρίου 1977 τοῦ Bundessozialgericht ('Αποφάσεις τοῦ Bundessozialgericht — BSGE τόμ. 45, σ. 95). Στην απόφαση αύτη τό Bundessozialgericht, αποφάνθηκε, σέ μιά κατά βάση παρόμοια διαφορά, μεταξύ άλλων, ὅτι γερμανός μεθοριακός εργαζόμενος ὁ όποιος εργάζεται ὡς μισθωτός στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία καί διαμένει μέ την οικογένεια του στη Δανία, πρέπει, λόγω τῶν στενῶν δεσμῶν πού υφίστανται μεταξύ της νομοθεσίας περί οικογενειακών επιδομάτων καί τῆς φορολογικής νομοθεσίας, νά θεωρηθεί ὅτι ἔχει τη συνήθη διαμονή του, κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 1 ἀριθ. 1 τοῦ BKGG, στό δαφος ὅπου ἐφαρμόζεται αυτός ὁ νόμος. Τά τέκνα, του μπορούν νά ληφθοῦν υπόψη σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγραφος 5 φράση 1 σημείο 1 στοιχείο α τοῦ BKGG. Δέ συντρέχει περίπτωση ἀναστολής τοῦ γερμανικοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν οικογενειακών επιδομάτων βάσει τῶν συνδυασμένων διατάξεων τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 574/72 καί τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 γιατί τό επίδικο δικαίωμα ἀποκλείεται ἤδη ἀπό τή διάταξη τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 1 σημείο 2 τοῦ BKGG στον όποῖο παραπέμπει τό κοινοτικό δίκαιο.
Τό Sozialgericht τοῦ Schleswig, πού προφανώς δέ θέλησε νά ἀκολουθήσει τήν παραπάνω ερμηνεία, ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικῆς ἀποφάσεως μέ διάταξη τῆς 19ης Νοεμβρίου 1979 καί υπέβαλε στό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα ερωτήματα πρός τό σκοπό εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως:
«1.
Γερμανός υπήκοος πού διαμένει μέ τή σύζυγο καί τά τέκνα του στη Δανία καί εργάζεται ὡς μισθωτός στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, επιστρέφει δέ καθημερινά ἀπό τόν τόπο τῆς εργασίας του στόν τόπο τῆς διαμονής του στη Δανία καί τοῦ ὁποίου ή σύζυγος εργάζεται επίσης ὡς μισθωτή στή Δανία, ἀποκτά τό δικαίωμα ἐπί τῶν οικογενειακών επιδομάτων πού προβλέπει τό εθνικό δίκαιο τῆς Όμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, βάσει τῶν συνδυασμένων διατάξεων τῶν άρθρων 20, 4 καί 1 τοῦ κανο-νισμοῦ 1408/71 τοῦ Συμβουλίου τῆς 14ης 'Ιουνίου 1971 ὡς «μεθοριακός εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τῶν διατάξεων αυτών, καί τοῦτο κυρίως βάσει τοῦ τυπικά υπερέχοντος εὐρωπαϊκοῦ δικαίου;
2.
Συμβαίνει τό ἴδιο ὅταν, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ευρωπαϊκό δίκαιο, ὁ ἐν λόγω εργαζόμενος θεωρείται ήδη ἀπό τό εθνικό του δίκαιο ὅτι διαμένει συνήθως στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας;
3.
Τό δικαίωμα ἐπί οικογενειακών επιδομάτων πού παρέχεται ἀπό τήν εθνική γερμανική νομοθεσία, σέ εργαζόμενο πού διαμένει στή Δανία, ἀναστέλλεται ἐξ ὁλοκλήρου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχεῖο α τοῦ κανονισμοῦ 574/72 περί τοῦ τρόπου εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ὅταν ή σύζυγος τοῦ ἐν λόγω εργαζομένου λαμβάνει γιά τά τέκνα τῆς στή Δανία τά δανικά οικογενειακά επιδόματα (Børnetilskud) ἄν καί τό άρθρο 8 παράγραφος 2 τοῦ γερμανικοῦ Bundeskindergeldgesetz προβλέπει τήν καταβολή οικογενειακών επιδομάτων ἴσων μέ τή διαφορά μεταξύ τῶν δανικών οικογενειακών επιδομάτων καί τῶν γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων;»
Ἐπί τῶν ερωτημάτων αυτών υποβάλλουμε τίς ἀκόλουθες προτάσεις:
1.
Μέ τά δυό πρώτα ερωτήματα τό παραπέμπον δικαστήριο ζητά νά πληροφορηθεί ἄν «μεθοριακός εργαζόμενος» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 1 στοιχείο β τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ἀποκτά δικαίωμα ἐπί τῶν γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων βάσει τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν διαθέτει ἤ όχι ἀρχικό δικαίωμα βάσει τοῦ γερμανικοῦ ὁμοσπονδιακοῦ νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων. Τό πρώτο ερώτημα ἀναφέρει πρός τό σκοπό αυτό τό άρθρο 20 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. Ή διάταξη αυτή άφορᾶ πάντως, ὁπως προκύπτει ἀπό τή θέση του μέσα στην ὅλη οικονομία τοῦ κανονισμοῦ, τίς παροχές πρός μεθοριακούς εργαζόμενους σέ περίπτωση ἀσθένειας ἡ μητρότητας κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α καί ὄχι τίς οικογενειακές παροχές, στίς όποιες ἀνήκουν καί τά οικογενειακά επιδόματα, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο η τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί). Οἱ τελευταίες, οἱ όποιες ἀφοροῦν τους μισθωτούς εργαζόμενους καί τους άνεργους, διέπονται ἀπό τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ, τό όποιο δέ διατυπώνει ιδιαίτερους κανόνες, ἀναφορικά μέ τους μεθοριακούς εργαζόμενους, πρός τό σκοπό συντονισμοῦ τέτοιων δικαιωμάτων.
Κατά συνέπεια ὁ καθορισμός τῶν εφαρμοστέων διατάξεων εξαρτᾶται ἀπό τους κανόνες τῶν άρθρων 73 καί 13 παράγραφος 2 στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ πού εφαρμόζονται στους εργαζόμενους. Τό άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο α προβλέπει ὅτι ή νομοθεσία τῆς χώρας ὅπου προσφέρεται ή εργασία, εφαρμόζεται κατ' ἀρχήν στους μετανάστες εργαζόμενους. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 73 παράγραφος 1, «ὁ εργαζόμενος πού υπάγεται στή νομοθεσία Κράτους μέλους, έκτός τῆς Γαλλίας, δικαιοῦται οικογενειακών παροχών γιά τά μέλη της οικογένειάς του, πού διαμένουν στό έδαφος άλλου Κράτους μέλους κατά τή νομοθεσία τοῦ πρώτου κράτους, σάν νά διέμεναν τά μέλη αυτά στό έδαφός του». Σύμφωνα μ' αυτές τίς διατάξεις, μεθοριακός εργαζόμενος πού εργάζεται στό έδαφος τῆς Όμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, έχει λοιπόν δικαίωμα κατ' ἀρχήν, γιά τά τέκνα του πού διαμένουν στό έδαφος άλλου Κράτους μέλους, ἐπί τῶν οικογενειακῶν επιδομάτων πού προβλέπονται ἀπό τή γερμανική νομοθεσία.
Τό δικαίωμα ἐπί οικογενειακῶν επιδομάτων προκύπτει κατά συνέπεια ἀποκλειστικά ἀπό τό συνδυασμό τῆς κοινοτικής διατάξεως τοῦ ἄρθρου 73, πού ἐπιβεβαιώνει τήν ἀρχή ὅτι εἶναι ἀδιάφορος ὁ τόπος διαμονής, καί τῶν εθνικών διατάξεων πού διέπουν τά οικογενειακά επιδόματα. Τό άρθρο 73 παράγραφος 1 θεσπίζει, υπέρ τῶν εργαζομένων πού κάνουν χρήση τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας, αυτόνομο σύστημα, πού παρεκκλίνει ἀπό τίς διατάξεις τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου, καί τό όποιο πρέπει νά ἑρμηνεύεται ὁμοιόμορφα σέ ὅλα τά Κράτη μέλη, ἀνεξάρτητα ἀπό τή διαμόρφωση τῶν ἐθνικών νομοθεσιών τῶν σχετικών μέ τήν κτήση τοῦ δικαιώματος ἐπί οικογενειακών παροχών. Αὐτό προκύπτει, ήδη, ἀπό τό σκοπό τῆς διατάξεως αυτής, ἡ ὁποία, ὅπως τό αναφέρει ἡ πέμπτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 1408/81, εγγυᾶται «ἴση μεταχείριση σέ ὅλους τους υπηκόους τῶν Κρατών μελών έναντι τῶν διαφόρων εθνικών νομοθεσιών καί, ἀφ' έτερου τήν ἀπολαβή τῶν παροχών κοινωνικής ἀσφαλίσεως ἀπό τους εργαζόμενους καί τά πρόσωπα πού έλκουν ἀπ' αυτούς δικαιώματα, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τόπο ἀποσχολή-σεως ἡ κατοικίας τους».
Ή δημιουργική δικαιωμάτων λειτουργία τοῦ ἄρθρου 73 παράγραφος 1, μιας διατάξεως δηλαδή, ἡ ὁποία, δυνάμει τοῦ άρθρου 189 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμόζεται ἀπευθείας σέ ὅλα τά Κράτη μέλη, δέν μπορεί, ἀντίθετα ἀπό τήν άποψη τής Ἐπιτροπής, οὔτε νά τεθεί σέ ἀμφισβήτηση ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀνεξάρτητα ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, ένας μεθοριακός εργαζόμενος θεωρείται ήδη ἀπό τό εθνικό δίκαιο ὅτι διαμένει συνήθως μέ τά μέλη τῆς οικογένειάς του στην χώρα ὅπου εργάζεται. Πράγματι ἄν ἀκολουθοῦσε κανείς τήν άποψη πού προφανώς υποστηρίζει ή Ἐπιτροπή σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν υπάρχει ἀνάγκη προσφυγής στίς διατάξεις τῶν άρθρων 73 παράγραφος 1 καί 13 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 ἐφ' ὅσον καί στό μέτρο κατά τό όποιο ὁ δικαιοῦχος ἀποκτᾶ ήδη τό δικαίωμα ἐπί οικογενειακών επιδομάτων βάσει τῆς εθνικής νομοθεσίας, τά Κράτη μέλη θά είχαν τή δυνατότητα νά «υποκαταστήσουν» μέ κατάλληλη διευθέτηση τῆς έννομης τάξεως τους, τό ἀπευθείας εφαρμοστέο καί ὑπε-ρέχον, κοινοτικό δίκαιο, πράγμα πού θά είχε ως συνέπεια ὅτι οἱ ἀντισωρευτικές διατάζεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, οἱ όποιες συνδέονται μέ τά δικαιώματα πού παρέχονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, δέ θά μποροῦσαν νά ἐφαρμοσθοῦν σέ τέτοιες περιπτώσεις.
'Έχοντας υπόψη αυτές τίς σκέψεις, στά δύο πρώτα ερωτήματα τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου, πρέπει νά δοθεί ὡς ἀπάντηση ὅτι γερμανός υπήκοος πού διαμένει μέ τή σύζυγο καί τά τέκνα του στη Δανία, ἐργάζεται δέ μισθωτός ὡς μεθοριακός ἐργαζόμενος, στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί τοῦ ὁποίου ἡ σύζυγος εργάζεται επίσης ὡς μισθωτή στή Δανία, ἀποκτά δικαίωμα ἐπί οικογενειακών ἐπιδομάτων, βάσει τῶν συνδυασμένων διατάξεων τῶν άρθρων 73 καί ἑπ. καί τοῦ άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο α τοῦ κανονισμοί) 1408/71 ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἤδη θεωρείται ἀπό τό εθνικό δίκαιο ὡς διαμένων συνήθως μέ τά τέκνα του στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας.
2.
Μέ τό τρίτο ερώτημα τό όποιο πρακτικά εἶναι τό μόνο πού σχετίζεται μέ τήν επίλυση τῆς διαφορᾶς, τό παραπέμπον δικαστήριο ζητᾶ ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ἄν ἡ ἀπαγόρευση τῆς σωρεύσεως πού προβλέπει τό κοινοτικό δίκαιο στό άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοί) 574/72, καλύπτει επίσης καί τους κανόνες βελτιώσεως (Aufstockungsregelung) πού περιέχονται στην παλιά καί νέα διατύπωση τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 2 τοῦ BKGG ἡ ἄν οἱ τελευταίοι αυτοί μποροῦν νά διατηρηθοῦν παρά τήν ύπαρξη μιᾶς ἀντισωρευτικῆς διατάξεως τοῦ κοινοτικοί) δικαίου.
Όπως εἴδαμε, ὁ προσφεύγων στην κύρια δίκη συμπληρώνει τίς προϋποθέσεις χορηγήσεως οικογενειακῶν επιδομάτων σύμφωνα μέ τίς συνδυασμένες διατάξεις τοῦ άρθρου 73 τοῦ κανονισμού 1408/71 καί τοῦ γερμανικοῦ ὁμοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακῶν ἐπιδομάτων, ἐνῶ ἡ σύζυγός του διαθέτει ένα πρωτογενές δανικό δικαίωμα ἐπί οικογενειακών επιδομάτων (Børnetilskud) τό όποιο παρέχεται ἀνεξάρτητα ἀπό τό εἰσόδημα ἡ τήν επαγγελματική δραστηριότητα τοῦ δικαιούχου.
Διαθέτουμε δυό διαφορετικούς ἀντισωρευτικούς κανόνες γιά τή σύζευξη δυό παρόμοιων παροχών πού χορηγοῦνται γιά τό ἴδιο τέκνο. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 παράγραφος 1 ἀριθ. 2 τοῦ BKGG, τά οἰκογενειακά επιδόματα δέ χορηγοῦνται γιά τέκνο πού δικαιούται παροχών, παρόμοιων μέ οικογενειακά επιδόματα, έξω ἀπό τό έδαφος εφαρμογής τοῦ γερμανικού ὁμοσπονδιακοί) νόμου περί οικογενειακών ἐπιδομάτων. Παράλληλα τό κοινοτικό δίκαιο θέσπισε ἐπίσης μιά αυτόνομη ρύθμιση γιά τή σώρευση σέ περίπτωση συζεύξεως παρόμοιων οικογενειακών επιδομάτων σέ δυό Κράτη μέλη. Οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 καί τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοί) 574/72, εφαρμόζονται σέ περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων ἐπί οἰκογενειακῶν επιδομάτων στή χώρα ὅπου παρέχεται ή εργασία, καί δικαιωμάτων ἐπί οικογενειακών ἐπιδομάτων στή χώρα διαμονῆς.
Τό άρθρο 76 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 πού ἀφορᾶ τά δικαιώματα πού παρέχονται στή χώρα διαμονής τοῦ τέκνου, λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας ορίζει ὅτι «τό δικαίωμα οικογενειακών παροχών ἡ επιδομάτων πού ὀφείλονται κατά τίς διατάξεις τῶν άρθρων 73 ἡ 74 ἀναστέλλεται, ἄν λόγω τῆς ἀσκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας ὀφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ἡ επιδόματα δυνάμει τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους μέλους, στό ἔδαφος τοῦ ὁποίου κατοικούν τά μέλη τῆς οἰκογένειας».
'Αντίθετα τό άρθρο 10 τοῦ κανονισμού 574/72 άφορᾶ τά δικαιώματα στή χώρα διαμονής τοῦ τέκνου πού χορηγοῦνται μέ βάση μόνο τόν τόπο διαμονής. Σύμφωνα μέ την παράγραφο 1 φράση 1 τῆς διατάξεως αυτής, ὅταν ὑπάρχουν δικαιώματα στή χώρα διαμονής τοῦ τέκνου ἀνεξάρτητα ἀπό τους ὅρους ἀσφαλίσεως ἡ ἐργασίας καί ὅταν ὁ σύζυγος τοῦ εργαζόμενου δέν ἀσκεῖ επαγγελματική δραστηριότητα στό έδαφος τοῦ κράτους αὐτοῦ, ἀναστέλλονται τά δικαιώματα στή χώρα διαμονής. 'Αντίθετα ἄν ὁ σύζυγος ἀσκεῖ επαγγελματική δραστηριότητα, τά δικαιώματα πού παρέχονται βάσει τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμού 1408/71, δηλαδή τά δικαιώματα στή χώρα ὅπου παρέχεται ἡ ἐργασία τοῦ μετανάστη εργαζόμενου, ἀναστέλλονται. Σέ περίπτωση συζεύξεως οικογενειακών παροχών πού μποροῦν νά συγκριθοῦν, τά δικαιώματα ἐπί παροχών πού ὀφείλονται στή χώρα διαμονής τοῦ τέκνου έχουν λοιπόν πάντοτε προτεραιότητα μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ὁ σύζυγος πού διαμένει ἐκεῖ ἀσκεί επαγγελματική δραστηριότητα.
Δεδομένου ὅτι τό δανικό οικογενειακό επίδομα χορηγείται ἀνεξάρτητα ἀπό τό εισόδημα ἡ την επαγγελματική δραστηριότητα τοῦ δικαιούχου ἡ σύζευξη μέ τό γερμανικό οικογενειακό επίδομα εἶναι σύμφωνη μέ τίς προϋποθέσεις τοῦ άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανο-νισμοῦ 574/72, ὅπως σωστά τό υποθέτουν τό παραπέμπον δικαστήριο, ὁ καθ' οὗ στην κύρια δίκη καί ἡ Ἐπιτροπή. Ἐπειδή έξάλλου, ἡ σύζυγος τοῦ προσφεύγοντος ἀσκεῖ ἐπαγγελματική δραστηριότητα στή χώρα διαμονής τῶν τέκνων, πρέπει νά ἀνασταλεί τό δικαίωμα ἐπί τῶν γερμανικῶν οικογενειακών επιδομάτων πού προκύπτει ἀπό τίς συνδυασμένες διατάξεις τοῦ άρθρου 73 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 καί τή γερμανική κανονιστική ρύθμιση στόν τομέα τῶν οικογενειακών επιδομάτων.
'Αντίθετα ἀπό τήν άποψη πού διατύπωσε τό Bundessozialgericht στην ἀπόφαση του τῆς 25ης Όκτωβρίου 1977, πού μνημόνευσε τό παραπέμπον δικαστήριο, αυτή ἡ ἀπαγόρευση τῆς σωρεύσεως πού θεσπίζει τό κοινοτικό δίκαιο, δέ θίγεται οὔτε ἀπό τό γεγονός ὅτι τό δικαίωμα ἐπί οικογενειακῶν επιδομάτων ἀποκλείεται ήδη ἀπό τή διάταξη τοῦ ἐθνικοῶ δικαίου τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 1 ἀριθ. 2 τοῦ BKGG. 'Από μιᾶς ἀπόψεως, μιά εθνική διάταξη δέν μπορεί, πράγματι, νά ἀποκλείσει παρά μόνο δικαίωμα πού ἀποκτάται βάσει τοῦ εθνικού δικαίου καί μόνο, καί ὄχι δικαίωμα πού ἀποκτάται βάσει τοῦ κοινοτικού δικαίου, ἐνῶ ἀπό άλλης ἀπόψεως ἡ υπεροχή τοῦ κοινοτικού δικαίου έχει ἐπίσης εφαρμογή ἐδω, ἐφ' όσον οἱ δυό διατάξεις ἀποβλέπουν στόν ἴδιο σκοπό. Κατά συνέπεια, τό παραπέμπον δικαστήριο, ὁ καθ' οὖ, καθώς καί ή Ἐπιτροπή, σωστά εκτιμούν ὅτι ἡ σύζευξη παρόμοιων παροχῶν διέπεται ἀποκλειστικά ἀπό τους ἀντισωρευτικούς κανόνες τοῦ άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμού 574/72.
Ἐπομένως, τό ἄν πρέπει νά ἀνασταλούν καί οἱ κανόνες βελτιώσεως ἡ οἱ κανόνες περί τμηματικών οικογενειακών επιδομάτων τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 2 τοῦ BKGG, εξαρτάται επίσης μόνο ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς διατάξεως αυτής.
Οἱ διάδικοι τῆς παρούσας δίκης έδωσαν διαφορετικές ἀπαντήσεις στό ερώτημα αυτό.
Σύμφωνα μέ τόν καθ' οὗ, ἡ ἐν λόγω διάταξη συνιστά υποχρεωτική καί ὁριστική ρύθμιση πού δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο βελτιώσεως, ἐκ μέρους τῆς χώρας ἀπασχολήσεως τοῦ μετανάστη εργαζόμενου, τῶν οικογενειακών παροχών πού ὀφείλονται στή χώρα διαμονῆς τῶν τέκνων. Αυτό προκύπτει ιδίως ἀπό τό τελευταίο μέρος τῆς φράσεως ὑπό στοιχείο α σύμφωνα μέ τήν ὁποία «καταβάλλονται μόνο οἱ οἰκογε-νειακές παροχές ἡ επιδόματα τοῦ Κράτους μέλους στό έδαφος τοῦ ὁποίου διαμένει τό μέλος τῆς οικογένειας καί εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ Κράτους μέλους».
'Αντίθετα ἡ κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας θεωρεῖ ὅτι τό δικαίωμα για τμηματικά οικογενειακά επιδόματα δέν μπορεί νά θιγεί ἀπό διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, τό άρθρο 76 τοῦ κανο-νισμοῦ 1408/71 καί ἡ διάταξη εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ 574/72, πρέπει νά εξετασθούν στό πλαίσιο τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας, οἱ όποιες εφαρμόζονται επίσης καί στά μέλη τῆς οικογένειας τοῦ εργαζόμενου. Κατά συνέπεια, τόσο οἱ επίδικες διατάξεις ὅσο καί οἱ άλλοι παράλληλοι «ἀντισωρευτικοί» κανόνες, πρέπει σύμφωνα μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου πού επιβεβαιώνεται κυρίως ἀπό τήν ἀπόφαση του τῆς 6ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση Rossi (Υπόθεση 100/78, Claudino Rossi κατά Caisse de compensation pour allocations familiales τῶν περιοχών Charleroi καί Namur, Sig. 1979 σ. 831) νά ἐφαρμοσθοῦν μέ τέτοιο τρόπο ώστε νά μή στερούν τό μετανάστη εργαζόμενο ἡ εκείνους πού έλκουν δικαίωμα ἀπ' αυτόν ἀπό παροχές πού τους ὀφείλονται βάσει τῆς νομοθεσίας Κράτους μέλους.
Ἡ Ἐπιτροπή, ἀπό την πλευρά της, διατυπώνει διαφορετική άποψη. Κατά τη γνώμη τῆς πρέπει νά γίνει διάκριση, πρός τό σκοπό εφαρμογής τῶν ἀντισωρευτικῶν κανόνων τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, ἀνάλογα μέ τό ἄν ἀντιμετωπίζεται νομική κατάσταση προγενέστερη ἡ μεταγενέστερη της 1ης 'Ιανουαρίου 1980. Σύμφωνα μέ τή διατύπωση τοῦ BKGG πού ἴσχυε μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1978 καί τῆς ὁποίας ἡ ἰσχύς παρατάθηκε μέ μεταβατική διάταξη ὡς τήν 31η Δεκεμβρίου 1979, ήταν πράγματι δυνατό γιά μεθοριακό εργαζόμενο νά εκπληρώνει τίς προϋποθέσεις παροχής οικογενειακῶν επιδομάτων γιά τά τέκνα του πού διαμένουν σέ άλλο Κράτος μέλος χωρίς νά παρίσταται ἀνάγκη νά προσφύγει πρός τό σκοπό αυτό στό κοινοτικό δίκαιο. Ή διευκρίνιση τοῦ ζητήματος τοῦ ἄν ή συνήθης διαμονή μεθοριακοί) εργαζόμενου κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 1 ἀριθ. 1 τοῦ BKGG, βρίσκεται στό έδαφος εφαρμογής τοο γερμανικοί) νόμου, ἔλαβε θετική ἀπάντηση ἀπό τό Bundessozialgericht στην ἀπόφαση πού ἀναφέρθηκε ἤδη. Σύμφωνα μέ τήν παλιά διατύπωση τοῦ BKGG πού εφαρμοζόταν τό ἀργότερο μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1979 δέν υπήρχε ἀπαίτηση κατοικίας ἡ διαμονής τῶν τέκνων στό εθνικό ἔδαφος ὅταν ὁ μεθοριακός εργαζόμενος εἶχε ἐπί 15 τουλάχιστον έτη κατοικία ή συνήθη διαμονή στό εθνικό έδαφος.
''Αν υποτεθεί ὅτι αυτή ήταν ἡ περίπτωση τοῦ προσφεύγοντος στην κύρια δίκη, ὁ τελευταίος θά εἶχε δικαίωμα, βάσει μόνο τῆς γερμανικής νομοθεσίας, ἐπί τῶν οικογενειακῶν επιδομάτων μέχρι καί τό μήνα Δεκέμβριο τοῦ 1979 περιλαμβανομένου, έχοντας υπόψη τή μεταβατική διάταξη. Στην περίπτωση αυτή πρέπει νά ἀναχωρήσουμε ἀπό τήν ιδέα ὅτι δυνάμει τῆς «ἀρχής Rossi σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ εφαρμογή μιᾶς ἀπαγορεύσεως σωρεύσεως, πού προβλέπεται ἀπό τους κοινοτικούς κανονισμούς δέν μπορεί νά καταλήξει στην κατάργηση των δικαιωμάτων ἐπί οικογενειακῶν παροχών πού παρέχονται βάσει τοῦ ἐθνικοῦ καί μόνο δικαίου, ἡ ἀπαγόρευση τῆς σωρεύσεως πού θεσπίζει τό κοινοτικό δίκαιο πρέπει νά περιοριστεί στό ποσό πού ἀντιστοιχεί στή δανική παροχή πράγμα πού θά εἶχε σάν συνέπεια τή διατήρηση των πλεονεκτημάτων πού παρέχει ἡ γερμανική ρύθμιση (πού ὑποκαταστάθηκε) στόν τομέα τῆς σωρεύσεως. Άντίθετα ἡ νομική κατάσταση διαφοροποιείται μετά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1980. Τό άρθρο 2 παράγραφος 5 τοῦ γερμανικού ομοσπονδιακοί) νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων, ἀποκλείει, πράγματι, στή σημερινή του διατύπωση τό δικαίωμα ἐπί τῶν οικογενειακών επιδομάτων γιά τέκνα πού διαμένουν στό εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ὅτι ἀπό τήν έναρξη ισχύος τῆς σημερινής διατυπώσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, μόνο τό κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στόν προσφεύγοντα τῆς κύριας δίκης νά βασίσει δικαίωμα ἐπί τῶν γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων. Μετά τήν ημερομηνία αυτή, ἡ ρύθμιση τῆς σωρεύσεως πού θεσπίζει τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἀπολήγει πλέον στην κατάργηση τῶν δικαιωμάτων πού βασίζονται μόνο στό εθνικό δίκαιο. Γι' αυτό τό λόγο τό κοινοτικό δίκαιο πρέπει νά καταστήσει δυνατή τή ρύθμιση καί τοῦ θέματος τῆς σωρεύσεως κατά τρόπο ώστε τό γερμανικό δικαίωμα ἐπί τῶν οικογενειακών επιδομάτων νά ἀναστέλλεται ἐξ ολοκλήρου.
Ή εκτίμηση τῶν επιχειρημάτων αυτών μᾶς υποχρεώνει κατ' ἀρχήν νά υπενθυμίσουμε, μαζί μέ τήν Ἐπιτροπή, ὅτι ἀπό τήν υφιστάμενη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου έχει προσδιοριστεί ὅτι τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν εξουσιοδοτεί τό Συμβούλιο νά θεσπίσει διατάξεις πού ἀποστεροῦν μετανάστη εργαζόμενο ἀπό δικαιώματα πού έχει ήδη ἀποκτήσει βάσει μόνο της νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους. Αυτό υπογράμμισε σαφώς τό Δικαστήριο μεταξύ άλλων στην υπόθεση Rossi ἡ ὁποία ἀφοροῦσε σώρευση δικαιωμάτων ἐπί οικογενειακών παροχών ἀνάπηρου μετανάστη εργαζόμενου τῶν ὁποίων ὁ τελευταίος ήταν δικαιούχος εἰς βάρος διαφόρων ιδρυμάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ή ἀνωτέρω ἀρχή επιβεβαιώθηκε ἀργότερα μέ τήν ἀπόφαση La Terza, (υπόθεση 733/79) Caisse de compensation des allocations familiales τῶν περιοχών Charleroi καί Namur κατά Cosimo Laterza, ἀπόφαση τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980) ή ὁποία ἀφοροῦσε επιδόματα γιά τέκνα προστατευόμενα ἀπό ἐργαζόμενο, δικαιοῦχο συντάξεως ἀναπηρίας, καί τελευταία μέ την ἀπόφαση Gravina (υπόθεση 807/79) Giacomo Gravina καί λοιποί κατά Landesversicherungsanstalt Schwaben, ἀπόφαση πού εκδόθηκε στίς 9 'Ιουλίου 1980 ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἀντικείμενο συντάξεις ὀρφανῶν. Τό Δικαστήριο προσδιόρισε στίς υποθέσεις αυτές ὅτι οἱ διατάξεις πού ἀποβλέπουν στόν ἀποκλεισμό τῆς σωρεύσεως οικογενειακῶν επιδομάτων δέν εφαρμόζονται παρά μόνο ἐφ᾽ ὅσον δέν ἀποστερούν χωρίς λόγο τους δικαιούχους ἀπό μέρος τῶν παροχών πού τους ὀφείλονται βάσει τῆς νομοθεσίας ενός μόνο Κράτους μέλους. Πρέπει λοιπόν νά ἐφαρμοσθούν μόνο ἐν μέρει οἱ αντίστοιχοι ἀντισωρευτικοί κανόνες καί νά χορηγηθεί ὡς συμπλήρωμα ἡ διαφορά, ὅταν τό ποσό τῶν παροχών, τῶν ὁποίων ή καταβολή ἀναστέλλεται, εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τό ποσό τῶν παροχών πού καταβάλλονται.
'Ακόμα καί ἄν οἱ διαφορές πού ἀποτελούσαν τό ἀντικείμενο τῆς κύριας δίκης καί πού έδωσαν ἀφορμή στην έκδοση τῶν ἀποφάσεων πού προαναφέρθηκαν, διαφέρουν ἀπό τήν παρούσα περίπτωση — στίς περιπτώσεις πού ἀναφέρθηκαν τό δικαίωμα ἐπί παροχών υπήρχε ήδη βάσει μόνο τῆς εθνικής νομοθεσίας, ἐνῶ στην παρούσα κατάσταση τοῦ γερμανικοῦ δικαίου, τό δικαίωμα ἐπί τῶν γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων υφίσταται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μόνο δυνάμει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου — δέν μπορεί κανείς, κατά τή γνώμη μας, νά ἀγνοήσει τήν ἰδέα στην ὁποία βασίζονται οἱ ἀποφάσεις αυτές κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ 574/72.
Ἔστω καί ἄν ἡ διατύπωση τῆς διατάξεως αυτής ἀφήνει ἐκ πρώτης ὄψεως νά ἐννοηθεί ὅτι πρέπει νά ἀποκλεισθεί εντελώς τό δικαίωμα εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτη ὀργανισμού τῆς χώρας όπου προσφέρεται ή εργασία, δέν εἶναι πάντως σαφής σέ σημείο πού νά ἀποκλείει μιά διαφορετική ερμηνεία ή ὁποία ἀνταποκρίνεται καλύτερα στό σκοπό τῶν διατάξεων καθώς καί τίς γενικές ἀρχές τῆς κοινοτικῆς κανονιστικής ρυθμίσεως.
Πρέπει νά υπενθυμίσουμε στό σημείο αυτό ὅτι ὁπως διευκρινίζει ἡ έβδομη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού 1408/71 «οἱ κανόνες συντονισμού πού θεσπίσθηκαν γιά τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 51 τῆς συνθήκης πρέπει νά εξασφαλίζουν στους εργαζόμενους, οἱ όποιοι διακινούνται στό εσωτερικό τῆς Κοινότητας τά κεκτημένα δικαιώματα καί πλεονεκτήματα, χωρίς νά δύνανται νά προκαλέσουν ἀδικαιολόγητες σωρεύσεις». Πρόκειται λοιπόν ἁπλώς γιά ἀποτροπή ἀδικαιολόγητου πλουτισμοῦ τῶν εργαζομένων λόγω συζεύξεως διαφόρων νομικών τάξεων, ἄν καί διατηρούνται, ὅσο εἶναι δυνατό, τά κεκτημένα βάσει τῶν εθνικών νομοθεσιών πλεονεκτήματα.
Ό σκοπός αυτός πρέπει επίσης νά ληφθεί υπόψη κατά τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1. Ή διάταξη αυτή ἀποσκοπεί νά εμποδίσει εργαζόμενο ὁ όποιος ἀσκεῖ τό δικαίωμα του ελεύθερης κυκλοφορίας νά επωφεληθεί, στό σύνολό τους, περισσότερων δικαιωμάτων εἰς βάρος διαφόρων ὀργανισμών. Τόν ἴδιο ἀντικειμενικό σκοπό φαίνεται επίσης νά επιδιώκει ἡ τελευταία φράση τῆς ἐν λόγω διατάξεως, κατά τό μέρος πού προβλέπει καί πάλι κατά τρόπο σαφή, περίπου σάν κανόνας παραπομπής, ὅτι καταβάλλονται μόνο τά οικογενειακά επιδόματα τοῦ Κράτους μέλους στό έδαφος τοῦ ὁποίου διαμένει τό μέλος τῆς οικογένειας καί εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ Κράτους μέλους. Ή φράση αυτή ὅμως δέ σημαίνει, καί, κατά τή γνώμη μας, δέ θά μποροῦσε νά ἑρμηνευθεί μέ μιά τέτοια έννοια, ὅτι οἱ κανόνες βελτιώσεως πού προβλέπει τό εθνικό δίκαιο, δηλαδή οἱ διατάξεις θετικοῦ χαρακτήρα ἐπί τῶν ὁποίων θεμελιώνεται δικαίωμα ἐπί τῶν οικογενειακῶν επιδομάτων ἄν καί υπάρχουν άλλες παροχές, πρέπει νά παραμείνουν ἀνεφάρμοστες.
Γι' αυτό τό λόγο καί τό Bundessozialgericht ὀρθά κρίνει στην ἀπόφαση πού επικαλέσθηκε ὁ καθ᾽ οὗ ὅτι δέν υπάρχει περίπτωση ἀναστολῆς τῆς συμπληρωματικῆς αὐτῆς πληρωμῆς ἡ ὁποία νοείται σάν συμπλήρωμα ἀλλοδαπῶν παροχών κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ 574/72, γιατί ή διάταξη αύτη προϋποθέτει σχέση ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ περισσότερων δεκτικών συγκρίσεως παροχών. Ἐν τούτοις, ὅπως ἄλλωστε προκύπτει ἀπό την ἀπόφαση αύτη, οἱ πληρωμές πού πραγματοποιοῦνται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 2 τοῦ BKGG δέν ἀνταγωνίζονται ἀκριβώς, σύμφωνα μέ τή γερμανική ἀντίληψη γιά τό δικαίωμα, μέ τίς δανικές παροχές, άλλα συνιστούν τήν ἀναγκαία προϋπόθεση τούτων, διότι μόνο σέ μιά τέτοια περίπτωση, μιά «βελτίωση» εἶναι νοητή σέ ἀφηρημένο επίπεδο.
Μέ ἀφετηρία μιά τέτοια ἀντίληψη τοῦ δικαιώματος, πρέπει νά ληφθεί υπόψη ὅτι ὁ ἀντικειμενικός σκοπός τοῦ ἄρθρου 51 της συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή τό νά επιτραπεί ή θέσπιση τῶν ἀναγκαίων μέτρων στον τομέα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως γιά τήν πραγμάτωση τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν ἐργαζομένων, δέν μπορεί νά επιτευχθεί ἄν σάν συνέπεια τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τους γιά ελεύθερη διακίνηση, οἱ εργαζόμενοι έχαναν πλεονεκτήματα τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως πού τους εξασφαλίζει, ἐν πάση περιπτώσει, καί ἡ νομοθεσία μόνο ενός Κράτους μέλους. Ό ἴδιος συλλογισμός πρέπει, στην παρούσα περίπτωση, νά γίνει επίσης ὅσον άφορᾶ παροχές πού ὀφείλονται στους εργαζόμενους βάσει τῶν συνδυασμένων διατάξεων τοῦ κοινοτικού καί τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου. Πράγματι ἄν ξεκινοῦσε κανείς ἀπό τήν ἰδέα ὅτι τό άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμού 574/72 εφαρμόζεται επίσης στους κανόνες βελτιώσεως τοῦ γερμανικοῦ ὁμοσπονδιακοῦ νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων ὁ προσφεύγων, υπάλληλος στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, θά στεροῦνταν μέρους τῶν δικαιωμάτων του γιά γερμανικά οικογενειακά επιδόματα πού τοῦ ὀφείλονται βάσει τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμοῦ 1408/81 στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ἡ σύζυγός του, ἀσκώντας τό δικαίωμά τῆς γιά ελεύθερη διακίνηση, ἀποκτοῦσε επαγγελματική δραστηριότητα σέ άλλο Κράτος μέλος στό όποιο θά διέμενε καί ἡ οικογένεια. Στην περίπτωση αυτή ὁ προσφεύγων δέ θά δικαιοῦνταν παρά μόνο τή μικρότερη δανική παροχή, ἐνῶ θά ἀπολάμβανε πλήρως τό δικαίωμα ἐπί τῶν γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων, ἄν ἡ σύζυγός του δέν εργαζόταν στή Δανία. Ή άσκηση λοιπόν, ἀπό έναν τῶν συζύγων, τοῦ δικαιώματος ελεύθερης διακινήσεως πού ἐγγυάται ἡ συνθήκη, θά κατέληγε σέ μείωση τοῦ δικαιώματος πού ὁ έτερος σύζυγος έλκει ἀπό τίς συνδυασμένες διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου καί τή γερμανική νομοθεσία περί οικογενειακών επιδομάτων. Παρόμοια συνέπεια, πού εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ τους σκοπούς τοῦ άρθρου 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δέν μπορεί νά ἀποτραπεί παρά μόνο ἄν δοθεί στους ἀντισωρευτικούς κανόνες τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου ερμηνεία σύμφωνη μέ τή συνθήκη.
Ἔχοντας υπόψη τίς σκέψεις αυτές προτείνουμε σάν συμπέρασμα νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στά ερωτήματα τοῦ Sozialgericht τοῦ Schleswig:
1.
Γερμανός υπήκοος πού διαμένει μέ τή σύζυγο καί τά τέκνα του στή Δανία, εργάζεται δέ μισθωτός ὡς μεθοριακός εργαζόμενος στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ἀποκτᾶ κατ' ἀρχήν δικαίωμα ἐπί τῶν γερμανικῶν οικογενειακών επιδομάτων βάσει τῶν άρθρων 73 καί ἑπ. τοῦ κανονισμοῦ 1408/71.
2.
Τό άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ κανονισμοί) 574/72 πού προβλέπει την ἀναστολή τῶν οικογενειακών επιδομάτων πού ὀφείλονται δυνάμει τοῦ κοινοτικοί) δικαίου ὅταν ὁ σύζυγος μετανάστη εργαζόμενου ἀσκεῖ επαγγελματική δραστηριότητα στό έδαφος άλλου Κράτους μέλους δέν ἀποκλείει τήν πληρωμή συμπληρωματικῶν παροχών βάσει τοῦ ἄρθρου 8 παράγραφος 2 τοῦ ὁμοσπονδιακοί) γερμανικοί) νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy