ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 21 ΜΑΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Τό πρός επίλυση πρόβλημα στην παροῦσα υπόθεση εἶναι ἄν πρόσωπο πού έχει τήν ιδιότητα δοκίμου υπαλλήλου σέ κοινοτικό όργανο διατηρεί ἡ ὄχι κατά τήν περίοδο τῆς δοκιμασίας, εννοείται ὑπό καθεστώς προσωρινής ἀναστολῆς, τά δικαιώματα τά όποια ἀπορρέουν ἀπό προηγούμενη πρόσληψη ὑπό τήν ιδιότητα «τοπικοῦ υπαλλήλου» στην υπηρεσία τοῦ Ιδίου ὀργάνου.
Θά ἀρχίσω μέ σύντομη χρονολογική έκθεση τῶν πραγματικών περιστατικῶν. Μέ σύμβαση ὡρισμένης διαρκείας τῆς 12ης Αυγούστου 1974, ὁ Hugues Desmedt, βέλγος υπήκοος, προσελήφθη ἀπό τήν 'Επιτροπή των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων ὡς τοπικός υπάλληλος γιά διάρκεια έξι μηνών καί ἐπε-φορτίσθη μέ τήν εκτέλεση καθηκόντων αποθηκαρίου. Ή σύμβαση παρετάθη ἐπ᾽ ἀόριστον στίς 13 Φεβρουαρίου 1975. Λίγο ἀργότερα, ὁ Desmedt συμμετέσχε σέ εσωτερικό διαγωνισμό (τόν διαγωνισμό COM/C/8/75) πρός τόν σκοπό καταρτίσεως πίνακος προσληπτέων ἀναπληρωτών υπαλλήλων γραφείου, κατηγορίας C 5/C 4 και, ἀφοῦ εκρίθη ικανός, ἀνεγράφη στόν πίνακα αυτό. Στίς 7 'Ιανουαρίου 1977, διω-ρίσθη δόκιμος υπάλληλος καί έπεφορτίσθη μέ τήν εκτέλεση τῶν καθηκόντων τοῦ χείριστου στό κέντρο υπολογισμών, στό Λουξεμβοῦργο.
Δυστυχώς γιά εκείνον ἡ περίοδος τῆς δοκιμασίας εἶχε ἀρνητική έκβαση. Ή έκθεση τῆς διοικήσεως ἡ σχετική μέ τήν Ικανότητα τοῦ ενδιαφερομένου νά εκτελεί τό έργο πού ἀντιστοιχεί στά καθήκοντα του, τήν ἀπόδοση του καί την συμπεριφορά του εντός τῆς υπηρεσίας — έκθεση πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 34 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως των υπαλλήλων — έφερε στό φως πολλές ἀνεπάρκειες ὡς πρός την ἀπόδοση τοῦ Desmedt καί συνέστησε την ἀπόλυση του. Μέ ἀπόφαση τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή έλαβε σύμφωνη ἀπόφαση, ισχύουσα ἀπό την 1η 'Ιουλίου 1977, (ημερομηνία πού παρετάθη ἀκολούθως μέχρι τίς 16 'Ιουλίου 1977).
Στίς 15 Σεπτεμβρίου 1977, ὁ ενδιαφερόμενος προσέφυγε κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής, άλλα ἡ ένσταση αύτη ἀπερρίφθη ἀπό τήν διοίκηση μέ επιστολή τῆς 20ής Μαρτίου 1978 πού έφερε τήν υπογραφή τοῦ επιτρόπου Tugendhat. 'Εν τω μεταξύ ὁ Desmedt ενήγαγε τήν 'Επιτροπή ενώπιον τοῦ Tribunal du Travail τῶν Βρυξελλών, μέ δικόγραφο πού ἐπεδόθη στίς 15 Δεκεμβρίου 1977, υποστηρίζοντας ὅτι ἡ ἀρχική τους σχέση ἐργασίας ὑπό τήν ιδιότητα τοπικού υπαλλήλου εἶχε ἁπλῶς ἀνασταλεί λόγω τοῦ ὅτι έγινε δεκτός σέ περίοδο δοκιμασίας ὡς χειριστής τοῦ κέντρου ὑπολογισμών καί ζητώντας, επομένως, εἴτε τήν ἀναπρόσληψή του στην παλαιά του θέση εἴτε τήν καταβολή συμψηφιστικής ἀποζημιώσεως λόγω ελλείψεως προειδοποιήσεως. Ό βέλγος δικαστής, μέ ἀπόφαση τῆς 20ης Μαρτίου 1980, υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ὑπάρχει ἡ όχι ἀσυμβίβαστο μεταξύ τῆς ιδιότητος τοῦ δοκίμου υπαλλήλου τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, πού υπάγεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ὁ όποιος έχει δημοσιευθεί στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1972, C 110, σσ. 5 ὥς 32 καί εἰδικώτερα στό άρθρο 34 (8) (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 160, τόμ. 01/001, σ. 136) καί τῆς ιδιότητος τοπικοῦ υπαλλήλου πού υπάγεται στό ιδιωτικό δίκαιο τῆς εθνικής νομοθεσίας, σύμφωνα μέ κανόνα πού ἐδημοσιεύθη στην ἵδια 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1972 C 100 σ. 80 (άρθρα 79-81)' στην προκειμένη υπόθεση, ὅσον άφορᾶ τήν βελγική νομοθεσία, τό άρθρο 37 τοῦ νόμου τῆς 3ης 'Ιουλίου 1978 καί τό παλαιό άρθρο 14 τοῦ κωδικοποιημένου νόμου περί ἐξηρτημένης εργασίας;»
2.
Εἶναι σκόπιμο νά υπογραμμισθεί προηγουμένως ὅτι τό Δικαστήριο, έχοντας τό δικαίωμα νά επιληφθεί τῆς παρούσης υποθέσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καλείται νά ερμηνεύσει κανόνες κοινοτικοί) δικαίου καί, κατά πρώτο λόγο, τίς διατάξεις τοῦ παράγωγου δικαίου, οἱ όποιες διέπουν τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί καθορίζουν τό καθεστώς πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 'Αντιθέτως, δέν οφείλει νά ἀσχοληθεί μέ τήν ερμηνεία βελγικών κανόνων ἐργατικοῦ δικαίου, κατά τό μέτρο πού εφαρμόζονται στην υπηρεσία πού προσέφερε ὁ προσφεύγων ὡς τοπικός υπάλληλος καί τοῦτο παρ' ὅλον ὅτι τό ερώτημα τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ ρητώς ἀναφέρεται, στό τελευταίο τμήμα, σέ κανόνες τοῦ εἴδους αὐτοῦ. Πράγματι, τό Δικαστήριό μας ὀφείλει ἀποκλειστικώς νά διαπιστώσει βάσει τῆς κοινοτικής έννομης τάξεως ποῖα εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς προσλήψεως προσώπου ὡς δοκίμου υπαλλήλου σέ ένα ἀπό τά όργανα, ἐπί προηγουμένης σχέσεως εργασίας συμβατικής φύσεως, ἡ ὁποία συνέδεε τό πρόσωπο αυτό μέ τό ἴδιο όργανο.
3.
Είναι ἀναγκαίο νά επισημανθεί συνοπτικά τό νομικό καθεστώς πού εφαρμόζεται κατά τήν περίοδο δοκιμασίας τῶν ευρωπαίων ὑπαλλήλων. Σχετικά μέ αυτό, ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ὁρίζει (στό άρθρο 34 παράγραφος 1) ὅτι: «Κάθε υπάλληλος, μέ εξαίρεση τους υπαλλήλους τῶν βαθμών Α 1 καί Α 2, υποχρεοῦται νά συμπληρώσει περίοδο δοκιμασίας πρίν δυνηθεί νά μονιμοποιηθεί.» ἐν συνεχεία προσθέτει (στην παράγραφο 2 εδάφιο 1 τοῦ ἴδιου άρθρου) ὅτι ὁ δόκιμος υπάλληλος πού δέν έχει επιδείξει ἐπαγγελματικές Ικανότητες ἐπαρκείς γιά τήν μονιμοποίηση του ἀπολύεται. Ή περίοδος τῆς δοκιμασίας καί ἡ επομένη μονιμοποίηση (ἤ ἡ ἀπόλυση) τοῦ υπαλλήλου ἀποτελοῦν τίς τελικές φάσεις τῆς διαδικασίας προσλήψεως, ἡ ὁποία διεξάγεται σέ περισσότερα στάδια καί διέπεται ἀπό τό κεφάλαιο Ι τοῦ τίτλου ΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων (άρθρα 27 ως 34).
Όσον ἀφορᾶ τό νομικό καθεστώς των τοπικών ὑπαλλήλων, ὑπενθυμίζω κατά πρῶτον λόγο ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικοῦ τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων «θεωρείται τοπικός υπάλληλος ... υπάλληλος ὁ όποιος προσλαμβάνεται σύμφωνα μέ νίς νοπικές συνήθειες, γιά τήν εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας ἡ τήν παροχή υπηρεσιών, σέ θέση πού δέν προβλέπεται στόν πίνακα θέσεων, ὁ όποιος προσαρτᾶται στό τμήμα τοῦ προϋπολογισμοί) πού ἀναφέρεται σέ κάθε όργανο τῆς Κοινότητος, καί ἀμείβεται ἀπό τίς συνολικές πιστώσεις πού ἀνοίγονται γιά τόν σκοπό αυτό στό ἐν λόγω τμήμα τοῦ προϋπολογισμοῦ». Ὅπως βλέπομε ἡ ἔννοια τοῦ τοπικοῦ ὑπαλλήλου συσχετίζεται μέ τά ἐκτελούμενα καθήκοντα πρέπει νά πρόκειται περί εργασίας πού δέν προβλέπεται στόν πίνακα τῶν υπαλλήλων, ὁ όποιος εἶναι προσηρτημένος στόν προϋπολογισμό. 'Αλλά ἡ άποψη πού ἐνδιαφέρει περισσότερο τήν παροῦσα διαφορά εἶναι εκείνη τῆς προσλήψεως: πρέπει νά γίνεται «σύμφωνα μέ τίς τοπικές συνήθειες».
Τά άρθρα 79 μέχρι 81 τοῦ ἰδίου καθεστώτος περιγράφουν ἀκολούθως τά κύρια χαρακτηριστικά τοῦ νομικοί) καθεστώτος τῶν τοπικών υπαλλήλων, τά ὁποῖα δυνάμεθα νά συνοψίσομε ὡς έξῆς: οἱ υπάλληλοι προσλαμβάνονται βάσει συμβάσεως τό κάθε όργανο ὁρίζει μέ τους δικούς του κανόνες «τίς συνθήκες εργασίας τῶν τοπικών ὑπαλλήλων, ἰδίως ὅσον άφορᾶ: α) τόν τρόπο προσλήψεως καί ἀπολύσεως β) τίς άδειες γ) τίς ἀποδοχές τους». Πάντως, οἱ συνθήκες αυτές πρέπει νά καθορίζονται «βάσει τῆς ρυθμίσεως καί τῶν συνηθειών πού υφίστανται στόν τόπο ὅπου ὁ ὑπάλληλος καλείται νά ἀσκήσει τά καθήκοντά του». Οἱ υποχρεώσεις τοῦ κοινοτικοί) ὀργάνου στό θέμα τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως ἐξομοιοῦνται μέ τίς υποχρεώσεις πού επιβάλλονται στους εργοδότες ἀπό τόν τοπικό νόμο. Ὡς πρός τίς διαφορές μεταξύ τοῦ οργάνου καί τοῦ υπαλλήλου υπάγονται στον ἁρμόδιο δικαστή βάσει τοῦ νόμου τοῦ τόπου ὅπου ὁ υπάλληλος ἐκτελεῖ τήν υπηρεσία του, πράγμα πού φαίνεται σύμφωνο μέ τό γενικό κριτήριο τοῦ άρθρου 183 τῆς συνθήκης ΕΟΚ σύμφωνα μέ τό όποιο «ἐφ' όσον ἡ παροῦσα συνθήκη δέν προβλέπει ἁρμοδιότητα τοῦ Δικαστηρίου, οἱ διαφορές στίς όποιες ἡ Κοινότης είναι διάδικος δέν εξαιροῦνται ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀπό τήν ἁρμοδιότητα τῶν εθνικών δικαστηρίων».
Ή ρύθμιση τῆς σχέσεως εργασίας τῶν τοπικών ὑπαλλήλων εἶναι συνεπώς «μικτής» φύσεως, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι πηγές τόσο κοινοτικές ὅσο καί εθνικές συντρέχουν στην θεμελίωση της. Είναι ἀληθές ὅτι σύμφωνα μέ τό προαναφερθέν άρθρο τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων, ή πρόσληψη τῶν τοπικών υπαλλήλων πρέπει νά εἶναι σύμφωνη μέ τίς τοπικές συνήθειες καί ὅτι οἱ κανόνες τοῦ καθεστώτος αὐτοῦ καθώς καί οἱ διατάξεις πού θεσπίζονται ἀπό τό όργανο πού προσλαμβάνει τόν τοπικό υπάλληλο ἀναφέρονται στην ἀτομική σύμβαση εργασίας ὥστε δύναται νά γίνει λόγος περί ρυθμίσεως στην ουσία ἐθνικοῦ καί Ιδιωτικοί) δικαίου μέ τό νά εξαρτάται ἡ ὑποχρεωτική Ισχύς τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως, στίς σχέσεις μεταξύ τοῦ κάθε ὀργάνου καί τῶν τοπικών ὑπαλλήλων του, ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀναγνωρίζεται μέσα στην σύμβαση. 'Αλλά δέν ἀποκλείω ὅτι εἶναι δυνατή ἡ κατάληξη σέ διαφορετικά ἀποτελέσματα βάσει τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἐν λόγω ρύθμιση ἐθεσπίσθη μονομερώς καί κατά γενικό τρόπο γιά ὅλες τίς σχέσεις ἐργασίας τῶν τοπικών υπαλλήλων ἀπό τήν Κοινότητα καί μέσα στό πλαίσιο τῆς Κοινότητος, ἀπό κάθε ενδιαφερόμενο κοινοτικό όργανο. "Αν υἱοθετηθεί αυτός ὁ τρόπος σκέψεως, ὁ τοπικός νόμος φαίνεται νά ἔχει προορισμό, ἀφ᾽ ενός, νά θέσει ὅριο στην κανονιστική ἐξουσία τῶν ὀργάνων (υπερισχύοντας μέ αυτόν τόν τρόπο ενδεχομένων ἀσυμβιβάστων διατάξεων πού έχουν θεσπισθεί ἀπό τά όργανα) καί ἀφ᾽ ἑτερου, νά ρυθμίσει ὅλα τά θέματα, τά όποια δέν έχουν καλυφθεί ἀπό τήν κοινοτική ρύθμιση. Ἀλλά μέ οιονδήποτε τρόπο καί ἄν λυθεί τό εξεταζόμενο πρόβλημα χαρακτηρισμού θεωρώ ἀναμφισβήτητο ὅτι οἱ διατάξεις πού έχουν θεσπισθεί ἀπό κάθε όργανο στό θέμα τῶν τοπικών υπαλλήλων ἀποτελούν τμήμα τῆς ρυθμίσεως αυτής: καί ὅτι, συνεπώς, στην υπόθεση μας πρέπει νά ληφθεί ἐπίσης ὑπ᾽ ὄψη ἡ κανονιστική ρύθμιση πού ἐθεσπίσθη ἀπό τήν 'Επιτροπή στίς 14 Μαΐου 1971 περί καθορισμού τῶν συνθηκών εργασίας τῶν τοπικών υπαλλήλων της πού υπηρετούν στίς Βρυξέλλες.
4.
"Ας εξετάσω τώρα τό ερώτημα πού έθεσε ὁ βέλγος δικαστής. Έρωτᾶ ἄν ἡ απλή ἀναστολή τῆς ιδιότητος τοῦ τοπικοῦ υπαλλήλου κατόπιν τοῦ διορισμού ως δοκίμου ἀπό τό 'ίδιο κοινοτικό όργανο συμβιβάζεται μέ τήν ιδιότητα τοῦ δοκίμου υπαλλήλου. Ἐφ' όσον στηριζόμεθα στους κανόνες τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού ἀφορούν τήν περίοδο δοκιμασίας ἡ ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι καταφατική: τό νομικό καθεστώς τῆς περιόδου δοκιμασίας δέν μοῦ φαίνεται καθόλου ἀσυμβίβαστο πρός τήν ταυτόχρονη διατήρηση προηγουμένης σχέσεως εργασίας πού έχει ἁπλώς ἀνασταλεί. 'Αντιθέτως, ὁ προσωρινός χαρακτήρας καί τόἀβέβαιο ἀποτέλεσμα τῆς περιόδου δοκιμασίας δικαιολογούν, ἀπό τήν άποψη τῆς προστασίας τοῦ εργαζομένου — κριτήριο ἀπό τό όποιο εμπνέεται ἡ ρύθμιση τής εργασίας σέ όλες τίς έννομες τάξεις — τήν λύση πού συνίσταται στό νά μή διακόπτει κατά τρόπο ὁριστικό μιά προηγούμενη σχέση εργασίας άλλά στό νά περιορίζεται στην ἀναστολή της. "Αν, ἀκολούθως, ἀνα-φερθοῦμε στίς γενικές ἀρχές τοῦ καθεστώτος τῆς ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας διαπιστώνομε ὅτι ἡ μόνη ἀρχή στην ὁποία εἶναι δυνατό, ἐξ υποθέσεως, νά ἀναφερθούμε εἶναι τό καθήκον πίστεως τοῦ υπαλλήλου πρός τό ἴδρυμα, τό όποιο εκφράζεται στά άρθρα 11 μέχρι 19 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Πάντως, δέν νομίζω ὅτι ἡ διατήρηση τῆς προηγουμένης σχέσεως δύναται νά θεωρηθεί ὡς ἀντίθετη πρός τό καθήκον πίστεως, ὅταν ὁπως στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ἀνασταλεῖσα σχέση διατηρείται μέ τό ίδιο όργανο, στό όποιο ὁ υπάλληλος καλείται νά συμπληρώσει τήν περίοδο δοκιμασίας του. Μία κατάσταση τοῦ είδους αὐτοῦ ἀποκλείει τήν σύγκρουση, έστω καί αυτοδύναμη, μεταξύ τοῦ συμφέροντος τῆς διοικήσεως καί τῆς διατηρήσεως, ὑπό καθεστώς ἀναστολής, τῆς ἀρχικής σχέσεως. Θά ἠδύνατο μάλιστα νά υποστηριχθεί ὅτι τό συμφέρον τοῦ δοκίμου υπαλλήλου νά διατηρήσει, ὑπό ἀναστολή, τήν προηγουμένη σχέση εργασίας συμπίπτει μέ τό συμφέρον τῆς διοικήσεως νά διατηρήσει δεσμό μέ πρόσωπο, τό όποιο, ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ τοπικοῦ υπαλλήλου, ἀπέκτησε ὡρισμένη ειδική επαγγελματική πείρα στό πλαίσιο τῶν υπηρεσιών του.
Πρέπει κατά δεύτερο λόγο νά ληφθούν ὑπ᾽ όψη οἱ διατάξεις τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων καί εἰδικώτερα τῶν διατάξεων πού ἀφορούν τους τοπικούς υπαλλήλους. 'Αλλά καμμία ἀπό τίς διατάξεις αυτές δέν ορίζει — ἀμέσως ἡ ἐμμέσως — ὅτι ή διατήρηση τοῦ καθεστώτος τῆς ιδιότητος τοπικοῦ υπαλλήλου πού έχει ἀνασταλεί εἶναι ασυμβίβαστη πρός τήν ιδιότητα τοῦ δοκίμου υπαλλήλου. Σέ αυτήν επίσης τήν περίπτωση τό ἀσυμβίβαστο δύναται, ἀορίστως, νά προκύψει ὡς πρός τό καθήκον πίστεως, ἀλλά σχετικά, τήν φορά αυτή, μέ τήν Ιδιότητα τοῦ τοπικοῦ υπαλλήλου καί ὄχι πλέον τήν ιδιότητα τοῦ μονίμου υπαλλήλου. Ἐν τούτοις, ἀποκλείω ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς Ιδιότητος τοῦ δοκίμου υπαλλήλου συνεπάγεται σέ μιά περίπτωση ὅπως ἡ προκειμένη τήν παράβαση τοῦ καθήκοντος πίστεως πού πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι συνδέει τόν τοπικό υπάλληλο ἀκόμη καί σέ περίπτωση ἀναστολής τῆς σχέσεως. Ή αἰτιολογία πού εδόθη προηγουμένως δηλαδή τό γεγονός ὅτι ὁ δόκιμος ὑπάλληλος εξαρτάται ἀπό τό ἴδιο όργανο πού τόν εἶχε προσλάβει ὡς τοπικό ὑπάλληλο ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά τρίτο λόγο πρέπει νά εξετασθεί ή κανονιστική ρύθμιση πού ἐθεσπίσθη ἀπό τήν 'Επιτροπή γιά νά καθορίσει τίς συνθήκες εργασίας τῶν τοπικῶν ὑπαλλήλων τῆς πού υπηρετοῦν στίς Βρυξέλλες. Καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ περίπτωση τῆς ἀναστολής εκτελέσεως τῆς συμβάσεως προβλέπεται ἀπό περισσότερα τοῦ ἑνός άρθρα (άρθρο 12 παράγραφος 4, άρθρο 22 παράγραφος 1 α), άρθρο 22bis παράγραφος 1) καί ὅτι εἰδικῶς τό άρθρο 12 παράγραφος 4 ἀντιμετωπίζει τήν ἀναστολή αυτή «στίς περιπτώσεις πού προβλέπονται ἀπό τήν βελγική νομοθεσία στό θέμα τῆς συμβάσεως εργασίας» παραθέτοντας στην συνέχεια παραδείγματα (ὅπως τό επισημαίνει τό επίρρημα «ἰδίως»), Ό κανόνας αυτός περιέχει πραγματική παραπομπή στόν τοπικό νόμο καί συνεπάγεται τό εφαρμόσιμο στους τοπικούς υπαλλήλους τοῦ ευεργετήματος τῆς ἀναστολής τῆς σχέσεως ἐργασίας τους κάθε φορά πού ἡ ἀναστολή γίνεται δεκτή στην βελγική έννομη τάξη. Φυσικά, ἡ διαπίστωση αὐτοῦ τοῦ σημείου ἀνήκει στον δικαστή τῆς ουσίας.
5.
Βάσει ὅλων τῶν σκέψεων πού ἀνεπτύχθησαν προηγουμένως προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στό υποβληθέν ἀπό τό Tribunal du Travail τῶν Βρυξελλών μέ διάταξη τῆς 20ῆς Μαρτίου 1980 ερώτημα κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο:
Δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων καί τοῦ καθεστῶτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί) τῶν Κοινοτήτων αυτών, τίποτα δέν εμποδίζει έναν υπάλληλος, ὁ όποιος συνδέεται μετά κοινοτικοί) ὀργάνου μέ συμβατική σχέση ὑπό τήν Ιδιότητα τοπικοῦ ὑπαλλήλου καί πού μεταγενεστέρως διωρίσθη δόκιμος υπάλληλος στην υπηρεσία τοῦ ἰδίου ὀργάνου, νά διατηρήσει, κατά τήν περίοδο δοκιμασίας, τήν προηγουμένη ιδιότητα ὑπό καθεστώς ἀναστολής. Σύμφωνα μέ τήν ρύθμιση τῶν συνθηκών εργασίας τῶν τοπικών υπαλλήλων τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ όποιοι υπηρετοῦν στίς Βρυξέλλες πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀναστολή επιτρέπεται κάθε φορά πού τήν δέχεται ὁ τοπικός νόμος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά
Full & Egal Universal Law Academy