ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ παρούσα ἀγωγή ἔχει δύο αιτήματα, πού διετύπωσε ὁ Bernard Fournier, υπάλληλος της 'Επιτροπής, μέ τό πρῶτο ζητεί ἀποζημίωση, ἔχει δέ ὡς βάση τόν τρόπο μεταχειρίσεως πού είχε τύχει κατά τήν διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Μέ τό δεύτερο ζητεί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι οἱ συμβάσεις εργασίας του μέ τήν 'Επιτροπή ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1964, άλλως ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1965, ἀποτελοῦσαν κατ' οὐσίαν συμβάσεις περί διορισμού του ὡς έκτακτου υπαλλήλου καί ὡς τοιαῦτες πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη γιά τόν υπολογισμό τῆς συντάξεως του καί τῶν ετῶν υπηρεσίας, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 77 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Τά περιστατικά τῆς υποθέσεως είναι μακροσκελή καί περίπλοκα, άλλα δύνανται νά συνοψισθούν ὡς ἀκολούθως, γιά τόν παρόντα σκοπό. Ό Fournier ἀπησχολήθη κατ' ἀρχήν ἀπό τήν 'Επιτροπή τῆς ΕΟΚ, ὡς είχε τότε, στην ΓΔ 1 ('Εξωτερικές σχέσεις) ὡς επικουρικός υπάλληλος, γιά περίοδο 6 μηνών ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1964. Ή σύμβαση εργασίας του παρετάθη γιά άλλους έξι μήνες μέχρι τήν 31η Αυγούστου 1965. Κατά τήν εποχή εκείνη, φαίνεται ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ἀνεγνώρισε ὅτι ὁ διορισμός του, ὡς ἐπικουρικοῦ υπαλλήλου, δέν ἠδύνατο νά παραταθεί πέραν τῆς ἐν λόγω ημερομηνίας, διότι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 52 τῶν Όρων Απασχολήσεως τοῦ Λοιποῦ Προσωπικοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («οἱ Ὅροι Ἀπασχολήσεως»), ἡ ἀπασχόληση του δέν ήταν δυνατό νά υπερβεί τό έτος, έκτός ἄν αὐτός εἶχε προσληφθεί εἰς ἀντικατάσταση υπαλλήλου ἡ έκτάκτου υπαλλήλου, ὁ όποιος ήταν ἐν τω μεταξύ ἀνίκανος προς εκτέλεση τῶν καθηκόντων του. Δέν φαίνεται ὅμως ὅτι αυτό συνέβη. 'Εν τούτοις, ή ΓΔ Ι ἐζήτησε ὅπως ἡ σύμβαση του παραταθεί γιά τρίτη φορά μέχρι τήν 28η Φεβρουαρίου 1966. Ό λόγος φαίνεται ὅτι ήταν ὅτι ἡ εργασία γιά τήν ὁποία εἶχε αρχικά διορισθεί ὁ Fournier δέν εἶχε ἀκόμα περατωθεί. Κατόπιν κάποιας εσωτερικής συζητήσεως, ἡ σύμβαση του παρετάθη μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1965, ἐνῶ οἱ διαπραγματεύσεις γιά τόν ἀναδιορισμό του εὑρί-σκοντο ἐν προόδω. Τελικά, ἡ Ἐπιτροπή ἀπεφάσισε νά παρατείνει τήν σύμβαση του μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1965 καί ἐν συνεχεία μέχρι τήν 28η Φεβρουαρίου 1966. Τήν 11η 'Ιανουαρίου 1966, ὁ Γενικός Διευθυντής Προσωπικοῦ καί Διοικήσεως ἐπλη-ροφόρησε εγγράφως τόν Fournier ὅτι ή σύμβαση του δέν θά παρετείνετο πέραν τῆς 28ης Φεβρουαρίου καί τόν ευχαρίστησε γιά τίς υπηρεσίες του.
Φαίνεται ὅτι ὁ Fournier ἐπεράτωσε πράγματι τήν εργασία του στην ΓΔ Ι κατά τό τέλος Δεκεμβρίου 1965, συνήφθη δέ μιά συμφωνία μεταξύ τῆς ΓΔΙ καί τῆς ΓΔ III ('Εσωτερική Ἀγορά), βάσει τῆς οποίας αὐτός έπρεπε νά μετατεθεί στην τελευταία ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1966, προκειμένου νά εκτελέσει κάποια προπαρασκευαστική ἐργασία γιά μιά συνδιάσκεψη, τήν ὁποία ή 'Επιτροπή επρόκειτο νά ὀργανώσει τόν 'Ιούνιο. Κατόπιν αιτήσεως τῆς ΓΔ III, ή σύμβαση τοῦ Fournier, ὡς ἐπικουρικοῦ υπαλλήλου, παρετάθη μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1966 καί ἐν συνεχεία, μέ έξι περαιτέρω παρατάσεις, μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1968. Μέχρι τότε, φαίνεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἶχε ἀποφασίσει νά θέσει τέρμα στην απασχόληση ὅλων τῶν επικουρικών υπαλλήλων καί νά τους επαναπροσλάβει ὡς έκτακτους υπαλλήλους, ούτως ώστε νά τους παράσχει τήν δυνατότητα νά προσληφθοῦν ὡς μόνιμοι υπάλληλοι (βλ. υπόθεση 18/69, Foumier κατά 'Επιτροπῆς (1970) ECR 249, σ. 253). Κατά συνέπεια, στον Fournier προσεφέρθη σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου, μέ τοποθέτηση στην ΓΔ ΙΙ (Οικονομικές καί Δημοσιονομικές Υποθέσεις) γιά περίοδο τριών μηνών ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1969, «εκκρεμούσης τῆς ἀποφάσεως περί διορισμοῦ του ὡς μονίμου υπαλλήλου». Ή σύμβαση αυτή παρετάθη προοδευτικώς, κατά εξαμηνιαία διαλείμματα, μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1971. 'Εν συνεχεία τοῦ προσεφέρθη σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου στην ΓΔ VΙΙΙ (Ἀνάπτυξη). Ή σύμβαση ήταν ἀρχικά γιά τρεις μήνες, ἀλλα παρετάθη μερικές φορές, μέχρι τό τέλος τοῦ 1972. Τήν 21η Φεβρουαρίου 1973, ή 'Επιτροπή ἀπεφάσισε νά τόν ἀναδιορίσει ὡς ἔκτακτο υπάλληλο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1973 γιά περίοδο τεσσάρων μηνών. Ό Fournier φαίνεται ὅτι ἐπληροφορήθη αυτό στίς 9 Μαρτίου. Ἐν συνεχεία, διήνυσε περίοδο δοκιμασίας υπαλλήλου ἀπό 1ης Μαΐου καί τελικώς ἐμονιμοποιήθη ἀπό 1ης 'Απριλίου 1974.
Τήν 30ή Μαρτίου 1979, ὁ Fournier υπέβαλε επίσημη αἴτηση, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, ζητώντας ἀποζημίωση γιά τήν ζημία πού τοῦ προεκάλεσαν οἱ παράνομες πράξεις τῆς 'Επιτροπής, οἱ όποιες είναι κατ' οὐσίαν τά μέτρα τά ὁποῖα εἶχε λάβει ἡ εἶχε παραλείψει νά λάβει ἡ 'Επιτροπή, ἐν σχέσει πρός τόν διορισμό του γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1965 μέχρι 31ης Μαρτίου 1974. Ή προκληθείσα ζημία καί τά ἀξιούμενα ποσά εἶναι τά 'ίδια ὅπως εκτίθενται στό δικόγραφο τῆς ὑπό κρίση ἀγωγής. Πέραν τῶν χρηματικών ἀξιώσεων, υπάρχει αἴτημα ἐκ νέου υπολογισμοῦ τῶν συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Αυτό ἀνακύπτει, διότι, ἐνῶ τό άρθρο 40 τῶν Όρων 'Απασχολήσεως ὁρίζει ὅτι κάθε περίοδος υπηρεσίας ὡς έκτάκτου υπαλλήλου λαμβάνεται ὑπ' ὄψη κατά τόν υπολογισμό τῶν ετών συνταξίμου υπηρεσίας τοῦ υπαλλήλου, δέν φαίνεται νά υφίσταται καμμία παρόμοια διάταξη ἐν σχέσει πρός περιόδους υπηρεσίας πού διήνυσε επικουρικός υπάλληλος. Ό Fournier ισχυρίζεται ὅτι κακώς τοῦ ἐπεφυλάχθη ἡ μεταχείριση τοῦ επικουρικού υπαλλήλου κατά τήν διάρκεια τῆς επιδίκου περιόδου. Ή αἴτηση ἀπερρίφθη τήν 1η Αυγούστου. Τήν 25η 'Οκτωβρίου, ὁ Fournier υπέβαλε ένσταση κατά τῆς ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως, εντός τριμήνου προθεσμίας πού καθορίζει πρός τούτο ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή 'Επιτροπή παρέλειψε νά ἀπαντήσει εντός τεσσάρων μηνών καί, τήν 28η Μαρτίου 1980, ὁ Fournier προσέφυγε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε ρητώς τήν υποβληθείσα ἔνσταση, μέ τήν ἀπό 22 Μαΐου 1980 ἐπιστολή, άλλά, καίτοι ἀπέρριψε τίς ἀξιώσεις του περί ἀποζημιώσεως, εδέχθη ἐν τούτοις ὅτι, οἱ συμβάσεις τοῦ Fournier ὡς επικουρικοί) υπαλλήλου, ἀπό 31ης Δεκεμβρίου 1965, έπρεπε νά θεωρηθούν ὡς συμβάσεις ἐκτάκτου υπαλλήλου, διότι εἶχε εκτελέσει καθήκοντα μονίμου υπαλλήλου, καί ὄχι καθήκοντα μεταβατικού χαρακτῆρος, ὅπως εκείνα πού εκτελούν οἱ επικουρικοί υπάλληλοι stricto sensu. Κατά συνέπεια, έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὁλόκληρη ἡ σταδιοδρομία τοῦ Fournier μετά τήν ἐν λόγω ημερομηνία, κατά τόν υπολογισμό τῆς συνταξίμου ὑπηρεσίας του.
Ή 'Επιτροπή, ἐνῶ ἐναντιοῦται στίς ἀξιώσεις του ὅσον ἀφορᾶ τήν ουσία, ισχυρίζεται ὅτι τό περί ἀποζημιώσεως αἴτημα εἶναι ἐν πάση περιπτώσει ἀπαράδεκτο. Συνεφωνήθη μεταξύ τῶν διαδίκων ὅπως τό Δικαστήριο αποφανθεί κατά τήν παρούσα φάση: 1) ἐπί τῆς ουσίας τοῦ περί συντάξεως αιτήματος καί 2) ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ αἰτήματος περί ἀποζημιώσεως. "Αν τό τελευταίο κριθεί παραδεκτό, συμφωνείται νά ἐπανοιγοῦν ἡ έγγραφη καί προφορική διαδικασία.
Τό αίτημα τοῦ Fournier ὅτι ἡ πρό τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1965 περίοδος πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς συμπληρωθείσα, κατ' οὐσίαν, ὑπό την ιδιότητα τοῦ έκτάκτου υπαλλήλου στηρίζεται στην υπόθεση 17/78 Deshormes κατά Ἐπιτροπῆς (1979), ECR 189, ὅπού εκρίθη ὅτι ὁ χαρακτηρισμός μιᾶς περιόδου ἀπασχολήσεως εξαρτάται ἀπό τά ἐκτελούμενα καθήκοντα καί ἀπό τους ὅρους βάσει των ὁποίων αυτά ἐκτελοῦνται, παρά ἀπό τόν τυπικό χαρακτήρα τῆς συμβάσεως εργασίας. Στην ἀπόφαση ἀναφέρεται ὅτι «τό χαρακτηριστικό αυτής τῆς συμβάσεως (ὡς επικουρικοῦ υπαλλήλου) εἶναι τό πρόσκαιρο αυτής, δεδομένου ὅτι δέν δύναται νά χρησιμοποιηθεί παρά μόνο ὡς προσωρινή ἀντικατάσταση ἤ νά επιτρέψει τήν εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων τά όποια εἶναι μεταβατικής φύσεως, πληροῦντα άμεση ἀνάγκη ἡ δέν εἶναι σαφώς καθορισμένα... Ή διαφορά μεταξύ τοῦ επικουρικού καί έκτάκτου προσωπικού έγκειται στό γεγονός ὅτι ἕνα μέλος τοῦ έκτάκτου προσωπικού καταλαμβάνει μόνιμη θέση, πού περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων ἐνῶ ἕνα μέλος τοῦ επικουρικού προσωπικού, πλην τῆς περιπτώσεως τῆς προσωρινής ἀντικαταστάσεως μονίμου υπαλλήλου, εκτελεί διοικητική εργασία, χωρίς νά τοποθετεῖται σέ θέση πού περιλαμβάνεται στόν πίνακα θέσεων» (σσ. 201 καί 202). Στην περίπτωση αὐτή, τό περί οὗ ὁ λόγος πρόσωπο εἶχε εκτελέσει τά ἴδια καθήκοντα ἐπί 18 έτη, τά καθήκοντα δέ αὐτά ἀντιστοιχούσαν στον ὁρισμό μιᾶς θέσεως εντός τοῦ πίνακος θέσεων, πού προσαρτάται στό τμήμα τοῦ προϋπολογισμού πού άφορα τήν 'Επιτροπή. 'Επομένως, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι αυτή έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι είχε ἀπασχοληθεί de facto ὡς έκτακτος υπάλληλος.
Ἀπό τήν υπόθεση αυτή, ὁ πληρεξούσιος τοῦ Fournier έχει συναγάγει τό συμπέρασμα ὅτι, ἄν τά ἐκτελούμενα καθήκοντα εἶναι καλώς προσδιορισμένα καθήκοντα κοινοτικής δημοσίας υπηρεσίας μονίμου υπαλλήλου, ἡ περίοδος ἀπασχολήσεως είναι περίοδος έκτάκτου καί ὄχι επικουρικού υπαλλήλου. Αυτό ὅμως δέν ἀφήνει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη (ή δέν προσδίδει ἀρκετή πρός τούτο βαρύτητα) ἐκεῖνο πού μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποτελεί τό στοιχείο πού ἐτόνισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση Deshormes, ήτοι ὅτι πρέπει νά υπάρχει «θέση». Δέν ἀρκεῖ ὅτι άλλοι, ὡς επικουρικοί υπάλληλοι, εκτελούν συχνά ἡ έστω πάντοτε, καθήκοντα τοῦ ιδίου γενικοῦ εἴδους. "Αλλως, κάθε επικουρικός υπάλληλος θά ἠδύνατο νά ἀξιώσει τήν ιδιότητα τοῦ έκτάκτου υπαλλήλου. Τό ἀληθινό κριτήριο φαίνεται ὅτι έγκειται στην ύπαρξη θέσεως μέ τά 'ίδια καθήκοντα, ὅπως εκείνα πού εκτελεί ὁ επικουρικός υπάλληλος. Αυτό παρέχει τήν ἀπόδειξη ὅτι τά καθήκοντα τοῦ ἐπικουρικοῦ υπαλλήλου εἶναι πράγματι μόνιμα, καλώς προσδιορισμένα, καθήκοντα κοινοτικής δημοσίας υπηρεσίας.
Λίγα στοιχεία υπάρχουν ὅσον άφορα τά καθήκοντα πού ὁ Fournier εκλήθη νά ἐκτελέσει μετά τήν 1η Σεπτεμβρίου 1964 καί, λόγω παρελεύσεως χρόνου, ἡ Ἐπιτροπή δέν ἠδυνήθη νά ἀποσαφηνίσει τά ζητήματα. Ό Fournier στηρίζεται πάρα πολύ σέ ένα σημείωμα πού ἐγράφη τό 1972 ἀπό έναν άλλο υπάλληλο τῆς Ἐπιτροπῆς πρός τόν Γενικό Διευθυντή Προσωπικού καί Διοικήσεως, πρός υποστήριξη τῶν προσπαθειών τοῦ Fournier νά καταστεί μόνιμος υπάλληλος. 'Από τά σύγχρονα έγγραφα προκύπτει ὅτι ὁ Fournier ήταν ένας ἀπό τους έξι οἱ όποιοι διωρίσθησαν επικουρικοί υπάλληλοι κατηγορίας Α καί διετέθησαν στό 'Επιτελείο τῆς ΓΔ Ι, πού ἀσχολείται μέ τήν γενική εμπορική πολιτική. Ό λόγος διορισμοῦ τους ήταν ὅτι ἡ διεύθυνση αύτη ἐπαρουσίαζε στενότητα προσωπικού καί δέν ἠδύνατο νά ἀντιμετωπίσει τά έργα πού τῆς είχαν ἀνατεθεί πρός εκτέλεση τό 1964. Στην σύμβαση του εργασίας, οἱ ευθύνες τοῦ Fournier εἶχαν περιγραφεί ὡς «la fonction de collaborateur scientifique». Στην ἀπό 22 'Ιουλίου 1965 επιστολή, πού ἔγραψε ὁ Γενικός Διευθυντής τῆς ΓΔ Ι, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Fournier εἶχε ἀρχικῶς διορισθεί «pour une étude importante» καί φαίνεται ὅτι ή εργασία του εἶχε σχέση μέ ἔρευνα στό εξωτερικό εμπόριο τῆς Κοινότητος.
Στό ἀπό 9 'Ιουλίου 1965 σημείωμα, πού έγραψε ὁ 'ίδιος ὁ Fournier, ἀναφέρεται ὅτι, κατά τό φθινόπωρο τοῦ 1964, εἶχε εργασθεί ἐπί μιᾶς εκθέσεως, πού ἐκάλυπτε τό εξωτερικό εμπόριο τῆς Κοινότητος μεταξύ των ἐτῶν 1958 καί 1963 καί ἐπί μιας περαιτέρω εκθέσεως περί ἐμπορίου κατά τό τρίτο τρίμηνο τοῦ 1964. Τό ἑπόμενο έτος εἰργάσθη γιά την σύνταξη τῆς 'Ογδόης Γενικής 'Εκθέσεως περί τῶν δραστηριοτήτων τῆς Κοινότητος, πού ἀφοροῦν τό εξωτερικό εμπόριο κατά τό 1964 καί ἐπί μιᾶς εκθέσεως πού καλύπτει τό εμπόριο κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1964. Αυτό επιβεβαιώνεται, κατά κάποια έκταση, ἀπό τό σημείωμα πού αυτός τώρα επικαλείται, ὑπό ἡμερομηνία 30 Μαΐου 1972, καί πού προφανώς ἐγράφη ἀπό τόν προϊστάμενο τοῦ τμήματος, ὅπως εἶχε τότε ἡ ΓΔ ΧΙ (Ἐξωτερικό 'Εμπόριο), τό όποιο ἀναφέρει ὅτι ὁ Fournier συνέταξε τήν πρώτη έκθεση περί τοῦ εξωτερικοί) εμπορίου τῆς Κοινότητος (μαζί μέ τήν ἀναθεωρημένη έκθεση γιά τό επόμενο έτος), τριμηνιαίες εκθέσεις περί κοινοτικοῦ εμπορίου, καί ένα πρόγραμμα ἐρεύνης στό εξωτερικό εμπόριο της Κοινότητος. Φαίνεται ὅτι ὁ Fournier είχε επίσης εκπροσωπήσει τήν ΓΔ Ι σέ μιά ὁμάδα εμπειρογνωμόνων, ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο μέ μεσοπρόθεσμες προβλέψεις. Πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι τό περιεχόμενο τοῦ σημειώματος αύτοῦ φαίνεται ὅτι έχει ἀντληθεί ἀπό διερευνήσεις, στίς όποιες προέβη ὁ συντάκτης καί ἀπό στοιχεία πού τοῦ έδωσαν άλλοι δέν φαίνεται ὅτι αυτός εἶχε ὁποιαδήποτε προσωπική ἡ άμεση γνώση τῶν γεγονότων, τά όποια, υπαινίσσεται, έλαβαν χώρα πρό τῆς εμφανίσεως του στην δημοσιότητα.
Ό πληρεξούσιος τοῦ Fournier επισύρει τήν προσοχή στό γεγονός ὅτι οἱ ἐκθέσεις πού συνέταξε ὁ Fournier ἤ ἐβοήθησε στην σύνταξη τους έχουν συνταχθεί κατά κανονικά χρονικά διαστήματα. Πρέπει ὅμως νά ἀποδειχθεί ὅτι ὁ Fournier έκανε, κατά τό μάλλον καί ήττον, ὅ,τι θά έκανε ένας έκτακτος υπάλληλος. Γιά αὐτό, εἶναι ουσιώδες ὅτι τά καθήκοντά του δύνανται νά προσιδιάζουν σέ μιά συγκεκριμένη θέση. Χωρίς ἀμφιβολία, θά ήταν ἀρκετό ἄν ἠδύνατο νά ἀποδειχθεί ὅτι, μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ Fournier ἀπό τήν ΓΔ Ι, τοῦ ἀνετέθη μιά υπάρχουσα ἡ νέα θέση μέ τά καθήκοντα πού αυτός εἶχε εκτελέσει. Πάντως, δέν έχει υποστηριχθεί ὅτι τά καθήκοντά του, καθ' ὅ μέτρο δύνανται νά προσδιορισθούν, ἐνέπεσαν καθ' οιοδήποτε χρόνο ὑπό τόν τίτλο μιᾶς συγκεκριμένης θέσεως εντός τῆς 'Επιτροπῆς. 'Αντίθετα, φαίνεται ὅτι έχουν ἀποτελέσει μέρος τῶν γενικών ἁρμοδιοτήτων τῆς διευθύνσεως στην ὁποία ήταν τοποθετημένος. Περαιτέρω, τό γεγονός ὅτι αυτός ἀπησχολήθη στην ΓΔ Ι, γιά νά βοηθήσει μέ τόν αὐξηθέντα ὄγκο εργασίας τῆς κατά τό 1964, καί μετεφέρθη ευθύς ὡς εἶχε τελειώσει ή εργασία, ὑποδηλοῖ ὅτι τά καθήκοντα πού αυτός ἐξετέλεσε ικανοποίησαν μιά επιτακτική άλλά μεταβατική ἀνάγκη καί επομένως δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθοῦν ὡς μόνιμα. Τό γεγονός ὅτι τήν 22α 'Ιουλίου 1965 τοῦ κατέστη γνωστόν ὅτι δέν ήταν δυνατόν νά παραταθεί ἡ ἀπασχόληση του πέραν τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1966 καί ὅτι πρέπει νά περαιώσει τήν εργασία πού ἀνέλαβε, τονίζει τόν ad hoc χαρακτήρα τῆς ἐργασίας του.
Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπῆς περί ἀναγνωρίσεως τῆς μετά την 31η Δεκεμβρίου 1965 περιόδου ὡς κατ' οὐσίαν διανυθείσης σέ θέση έκτάκτου υπαλλήλου, ἐσήμαινε κατ' ἀνάγκην ὅτι καί ή προηγούμενη περίοδος ἔπρεπε νά θεωρηθεί ὡς τοιαύτη. 'Η παραχώρηση τῆς 'Επιτροπής ἐκπηγάζει ἀπό έναν κανόνα βασιζόμενο στην πείρα καί στον κοινό νοῦ, πού υιοθέτηθη ὑπό τό πρίσμα τῆς υποθέσεως Deshormes, ὑπό την έννοια ὅτι, ελλείψει ὁποιασδήποτε σαφούς ἀποδείξεως περί των πράγματι εκτελεσθέντων καθηκόντων, τεκμαίρεται ὅτι τό περί οὗ ὁ λόγος πρόσωπο υπήρξε πράγματι επικουρικός υπάλληλος, τουλάχιστον κατά τό πρῶτο έτος τῆς ἀπασχολήσεως του, πλην ὅμως, ἐν συνεχεία, μόνον κατά τύπο ὑπήρξε ἐπικουρικός υπάλληλος. Στην παρούσα υπόθεση, ἡ 'Επιτροπή διετύπωσε τήν άποψη ὅτι ἀπό τίς ἀποδείξεις προέκυψε ὅτι ὁ Fournier, κατά τόν χρόνο τῆς υπηρεσίας του στην ΓΔ Ι, εἶχε κατ' οὐσίαν εκτελέσει τά καθήκοντα επικουρικού υπαλλήλου. 'Εξ άλλου, τά στοιχεία πού ἀφορούν τά καθήκοντά του μετά τήν μετάθεση του στην ΓΔ ΙΙΙ, κατά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1966, ήταν τόσο ισχνά, ώστε συνήχθη υπέρ αυτού τό τεκμήριο ὅτι υπήρξε ένας de facto έκτακτος υπάλληλος. 'Ανεξαρτήτως τοῦ ὀρθοῦ ἡ τοῦ εσφαλμένου τῆς παραχωρήσεως αυτής, δέν φαίνεται ὀρθό, ἐν ὄψει τῶν ἀποδεικτικών στοιχείων, νά γίνει επέκταση αὐτής στην πρό τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1965 περίοδο. Ό πληρεξούσιος τοῦ Fournier υπεστήριξε ὅτι ὁ Fournier εκτελούσε τά ἴδια καθήκοντα πρό καί μετά τήν ἐν λόγω ημερομηνία, πλην ὅμως δέν φαίνεται ὅτι αυτό συνέβη. Διότι, ἀφ' ενός, αυτός δέν υπηρετεί στην ἴδια Γενική Διεύθυνση καί, ἀφ' έτερου, ἀρχικῶς ἀπησχολήθη στην ΓΔ ΙΙΙ, γιά νά βοηθήσει στήν προετοιμασία επικείμενης συνδιασκέψεως.
Ό λόγος τῆς μή χορηγήσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σέ έναν επικουρικό υπάλληλο εἶναι ευνόητος. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀποκλεισμού τῶν ετών πού διανύει ένας επικουρικός υπάλληλος εἶναι λιγότερο ελκυστικό, ὅταν ένας επικουρικός υπάλληλος προσλαμβάνεται μέ συνταξιοδοτικά δικαιώματα καί διανύει ὅλη του τήν σταδιοδρομία μέ έναν εργοδότη. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἐν προκειμένω ἡ 'Επιτροπή συμπεριεφέρθη κατά τρόπο άψογο, ἴσως γενναιόδωρο, χαρακτηρίσασα τήν μετά τήν 31η Δεκεμβρίου 1965 περίοδο ὡς συντάξιμο χρόνο. Βάσει τῆς ἀποφάσεως Deshormes, ἠδύνατο νά ἀποκλείσει τήν μέχρι τῆς ἐν λόγω ἡμερομηνίας περίοδο.
Κατά συνέπεια, τό αἴτημα αυτό, πρέπει κατά τήν γνώμη μου νά ἀπορριφθεί.
Ό Fournier, μέ τήν προσφυγή του, προβάλλει τρία σημεία, στά όποια ἡ 'Επιτροπή ενήργησε κατά τρόπο άδικο: (1) ἡ σταδιοδρομία του στην 'Επιτροπή υπήρξε ἀσταθής καί ἀβέβαιη, (2) ἡ διαβάθμιση του ὡς ἐπικουρικοῦ καί έκτάκτου υπαλλήλου, (3) ή διαβάθμιση του ὡς μονίμου υπαλλήλου, (4) ἡ ἀπασχόληση του ὡς επικουρικού υπαλλήλου παρετάθη παρανόμως καί καταχρηστικώς, (5) παρενόχληση, ἐκφόβιση καί τό γεγονός ὅτι, ἀπό τῆς μονιμοποιήσεώς του, τοῦ έχουν ἀνατεθεί ἀσήμαντα καθήκοντα, (6) ἡ 'Επιτροπή έχει ἀγνοήσει προειδοποιήσεις σχετικές μέ τήν κατάσταση του ἀπό πλευρᾶς υγείας. Τά κεφάλαια τῆς ζημίας ἀνέρχονται επίσης σέ έξι: (1) ἐπισφαλής υγεία, (2) πνευματική ταλαιπωρία ἀπορρέουσα ἀπό τήν επισφαλή υγεία τῆς οικογενείας του, (3) πνευματική ταλαιπωρία ἀπορρέουσα ἀπό τήν έλλειψη φυσιολογικής επαγγελματικής σταδιοδρομίας, (4) διαφυγόν κέρδος, μείωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων καί έλλειψη προαγωγής, (5) μονιμοποίηση στον βαθμό Α6 καί ὅχι στόν βαθμό Α4, (6) πνευματική ταλαιπωρία προερχομένη ἀπό τήν ἀσημαντότητα τῶν καθηκόντων πού τοῦ ἀνατέθησαν.
Ή 'Επιτροπή ἐνίσταται ὅτι τό σύνολο τῶν αιτημάτων περί ἀποζημιώσεως εἶναι ἀπαράδεκτο, διότι ὁ Fournier προσπαθεί, μέσω τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως, τήν 'ίδια θεραπεία, τήν ὁποία εἴτε δέν επέτυχε τό 1969 ὅταν τοῦ ἀπερρίφθη σχετική προσφυγή ακυρώσεως εἴτε τήν ὁποία ἠδύνατο εμπροθέσμως νά επιδιώξει μέ ἄλλες προσφυγές περί ἀκυρώσεως πράξεων τῆς 'Επιτροπής. Ή 'Επιτροπή ἀναφέρεται στην υπόθεση 18/69, Fournier κατά Ἐπιτροπῆς (1970), ECR 249. Στην υπόθεση εκείνη, ὁ Fournier επεδίωξε νά ἀκυρώσει μιά σιωπηρή ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία απερρίφθη αἴτησή του νά διορισθεί ὡς υπάλληλος στον βαθμό Α 4 στην θέση τῆς υφισταμένης θέσεως του ὡς έκτακτου υπαλλήλου βαθμοῦ Β1. Είχε δέ ζητήσει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι αυτός έπρεπε νά τοποθετηθεί στόν βαθμό Α4. Τό αἴτημά του ἀπερρίφθη, διότι αυτός ἐζήτει ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά ἀποστεῖ ἀπό τίς ἀπαιτήσεις καί τίς διαδικασίες τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Τήν 4η Δεκεμβρίου 1972, υπέβαλε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, αἴτηση, ζητώντας νά διορισθεί σέ θέση ἀντίστοιχη πρός τά προσόντα του. Ή 'Επιτροπή δέν φαίνεται νά έχει ἀπαντήσει στην αἴτησή του. Αυτός δέ δέν υπέβαλε καμμία ένσταση κατά ὁποιασδήποτε ἀπορρίψεως της. Ἐπί πλέον, ἡ 'Επιτροπή επικαλείται τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στις υποθέσεις 114 μέχρι 117/82, Fournier κατά 'Επιτροπής (1980), ECR 1529, ὅπού ἡ σύζυγος καί τά τέκνα τοῦ Fournier, ἰσχυρίσθησαν ὅτι είχαν υποστεί προσωπικές βλάβες, συνεπεία της ἀμελοῦς συμπεριφοράς τῆς 'Επιτροπής έναντι αὐτοῦ. Τό Δικαστήριο απέρριψε τίς ἀγωγές αυτές ὡς ἀπαράδεκτες. Εἶπε δέ, ὅτι επρόκειτο περί ἀγωγῶν «ἀποζημιώσεως γιά ζημία πού φέρεται ὡς προκληθείσα ἀπό τήν συμπεριφορά ενός ὀργάνου, ἡ ὁποία επηρεάζει τήν πρόοδο τῆς σταδιοδρομίας ενός ἐκ τῶν υπαλλήλων τῆς ἡ τοῦ προσωπικού της, καίτοι ὁ τελευταίος ήταν σέ θέση νά επωφεληθεί τῶν δυνατοτήτων πού τοῦ παρέχονται ἀπό τήν συνθήκη, γιά νά προσβάλει κάθε ἀπόφαση τοῦ οικείου ὀργάνου, ή ὁποία σκοπό εἶχε νά τόν θέσει ἡ νά τόν διατηρήσει, ἡ ὅντως τό έπραξε, εντός μή νομίμων ὅρων ἀπασχολήσεως καί πρός τόν σκοπό αυτό, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, νά προσφύγει ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου» (σ. 1531).
Κατά τό άρθρο 179 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό Δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο ἐπί ὁποιασδή-ποτε διαφοράς μεταξύ τῆς Κοινότητος καί των υπαλλήλων της, εντός τῶν ὁρίων καί σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ἡ στους ὅρους ἀπασχολήσεως. Στην υπόθεση 9/75, Meyer-Burckhardt κατά 'Επιτροπής (1975), ECR 1171, στην σελίδα 1181, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι τό ἐν λόγω εἶδος διαφοράς «ὅπου αυτή ἀπορρέει ἀπό τήν σχέση εργασίας μεταξύ τοῦ ενδιαφερομένου προσώπου καί τοῦ ὀργάνου» πρέπει νά επιλύεται «δυνάμει τοῦ άρθρου 179 τῆς συνθήκης καί τῶν άρθρων 90 καί 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καί, ὅσον άφορᾶ ειδικότερα ὁ θέμα τοῦ παραδεκτού της, ἐκφεύγει τοῦ πεδίου εφαρμογής τῶν άρθρων 178 καί 215 τῆς συνθήκης καί τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ» (βλ. υπόθεση 11/72, Giordano κατά Ἐπιτροπῆς (1973) ECR, 417).
Ὅπως ἐπεξηγεῖται ἀπό τήν 'ίδια τήν ἀπόφαση Meyer-Burckhardt, ἀκόμη κι ἄν οἱ διαδικασίες πού πρόκειται νά ἀκολουθηθούν περιέχονται καί οἱ δύο στά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, εἶναι διαθέσιμοι δύο τύποι προσφυγής — ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως πράξεως πού φαίνεται ὡς μή νόμιμη καί ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως. Στόν προσφεύγοντα εναπόκειται νά ἀποφασίσει κατά πόσον θά επιλέξει τό ένα ἡ τό άλλο ἡ καί τά δύο, ἐφ' ὅσον αυτός τηρήσει τίς τασσόμενες προθεσμίες μετά τήν ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως του.
«Ἡ αγωγή ἀποζημιώσεως ἀποτελεί ἀνεξάρτητο ένδικο μέσο θεραπείας ... δέν ἀποσκοπεῖ στην ἀκύρωση μιᾶς συγκεκριμένης ἀποφάσεως, αλλά στην ἀποκατάσταση τῆς ζημίας πού προεκάλεσε ένα ὅργανο κατά την άσκηση τῶν λειτουργιών του ... Γιά να εἶναι βάσιμη ἡ ἀγωγή, πρέπει νά ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ εναγόμενος ευθύνεται γιά παράνομη πράξη ἡ παράλειψη, ἡ ὁποία προκάλεσε στόν ενάγοντα ζημία πού εξακολουθεί νά υφίσταται». Εἶναι δυνατόν νά ἀποκατασταθοῦν οἱ ζημίες, έστω καί ἄν ἀντιπροσωπεύουν μιά οικονομική συνέπεια πού δέν διαφέρει καθόλου ἀπό ὅ,τι θά προέκυπτε ἀπό την ἀκύρωση τῆς πράξεως (Υπόθεση 79/71, Heinemann κατά Ἐπιτροπῆς (1972), ΕCR 579, 588-9).
Καίτοι οἱ δύο τύποι προσφυγής εἶναι διαφορετικοί, εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξουν περιστάσεις, κατά τίς όποιες ἡ παράλειψη ἀσκήσεως προσφυγής ἤ, μετά την άσκηση προσφυγής, ἡ μή επίτευξη διατάξεως περί ἀκυρώσεως παρανόμου πράξεως δύναται νά επηρεάσει τό δικαίωμα ἀσκήσεως ἀγωγής ἀποζημιώσεως. Έτσι, πχ. στην υπόθεση 4/67, Muller κατά Ἐπιτροπῆς (1967), ΕCR 365, ἡ προσφεύγουσα επεδίωξε, εκπροθέσμως, νά ζητήσει τήν ἀκύρωση διορισμοί) άλλου προσώπου καί ἐπί πλέον ἀξίωσε ὡς ἀποζημίωση τό εισόδημα πού έχασε ἐκ τοῦ ὅτι δέν διωρίσθη στην ἐν λόγω θέση. Τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι τό ἀπαράδεκτο τοῦ πρώτου αιτήματος συνεπήγετο καί τό ἀπαράδεκτο τοῦ δευτέρου. Ή ἀπόφαση φαίνεται ὅτι βασίζεται στό ὅτι ή φερομένη ζημία ἀπέρρευσε πράγματι ἀπό τήν παράλειψη νά ζητηθεί εμπροθέσμως ή ἀκύρωση. «Ἡ προσφεύγουσα θά ἠδύνατο νά ἀποφύγει τήν ἐν λόγω ζημία, προσβάλλοντας εμπροθέσμως τό ἐν λόγω μέτρο ... παρέλειψε ὅμως νά πράξει τοῦτο. 'Υπό τίς περιστάσεις αυτές, δέν δύναται νά επανορθώσει τήν παράλειψη αύτη καί, ούτως εἰπείν, νά ἀποκτήσει τήν δυνατότητα ἀσκήσεως νέας προσφυγής δι' ἀγωγής ἀποζημιώσεως» (σελίδες 373 μέχρι 374).
Στήν υπόθεση 59/65, Schreckenberg κατά 'Επιτροπής (1966), ΕCR 543, σ. 550, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη: «Καίτοι ένα πρόσωπο δύναται νά προσφύγει ἀσκώντας ἀγωγή ἀποζημιώσεως, χωρίς νά υπο-χρεοῦται ἀπό καμμία διάταξη νόμου νά επιδιώξει τήν ἀκύρωση τοῦ παρανόμου μέτρου πού τοῦ προκαλεί τήν ζημία, ἐν τούτοις, δέν δύναται μέ τό μέσο αυτό νά παρακάμψει τό ἀπαράδεκτο προσφυγῆς ἡ ὁποία άφορᾶ τήν 'ίδια παρανομία καί επιδιώκει τόν ἴδιο οικονομικό σκοπό». Ή προσέγγιση υπήρξε παρόμοια σέ άλλες υποθέσεις, ὅπως στην υπόθεση 15/73 καί Al SchotsKortner κλπ. κατά Συμοονλίον, 'Επιτροπής καί Κοινοβονλίου (1974) ΕCR 177 καί στην υπόθεση 33/80, Albini κατά Σνμβουλίον καί 'Επιτροπής, τῆς 16ης 'Ιουλίου 1981, ἡ ὁποία δέν έχει ἀκόμα δημοσιευθεί στην Συλλογή.
Στίς συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις 4 καί 30/74, Scuppa κατά Επιτροπής (1975) ΕCR 919, 940, ὁ Γενικός Εἰσαγγελεύς Trabucchi εἶπε ὅτι «τό γεγονός ὅτι ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως τῆς πράξεως, ἡ ὁποία φέρεται ὡς προκαλέσασα τήν ζημία, εἶναι ἀπαράδεκτη δέν επηρεάζει αυτό καθ' εαυτό, κατά τήν γνώμη μου, τό παραδεκτό τῆς ἀγωγής περί ἀποζημιώσεως». Παρετήρησε δέ ὅτι στην περίπτωση πού ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως δέν ἀποτελεί ἁπλως καί μόνο ένα μέσο παρακάμψεως μιας παραγραφής, πού ἀποκλείει τήν προσφυγή ἀκυρώσεως, ἡ στην περίπτωση πού δέν θά ήταν δυνατό νά λεχθεί ὅτι ουδεμία ζημία ἀπέρρευσε ἐκ τῆς πράξεως, ἡ στην περίπτωση πού θά ήταν δυνατό νά λεχθεί ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως ἀποτελεί πράγματι ἀνεξάρτητο ένδικο μέσο, ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως θά ἠδύνατο νό προχωρήσει, έστω κι ἄν ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως εἶναι ἀπαράδεκτη. Ό Γενικός Εἰσαγγελεύς Capotorti, στην περίπτωση 153/79, Bowden κλπ. κατά Επιτροπής κλπ., τῆς 14ης Μαΐου 1981, ἡ ὁποία δέν έχει ἀκόμα δημοσιευθεί στην Συλλογή, στην σελίδα 39 διετύπωσε τήν άποψη ὅτι, στην περίπτωση πού τά δύο μέσα προσφυγής συνδέονται στενῶς, δέν πρέπει νά επιτρέπεται στόν προσφεύγοντα νά καταστρατηγεί τους κανόνες περί παραγραφής τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως μέ τήν άσκηση ἀγωγής ἀποζημιώσεως.
Αυτές καί άλλες υποθέσεις, ὅπως ἡ υπόθεση 53/70, Vinck κατά Ἐπιτροπῆς (1971), ECR 601, υποθέσεις 126/75, Giry κλπ. κατά 'Επιτροπῆς (1977), ECR 1937, υπόθεση 23/69, Fiehn κατά Ἐπιτροπῆς (1970), ECR 547 (ὅπου, έστω κι ἄν τά οικονομικά ἀποτελέσματα ἐνδέχετο νά εἶναι τά 'ίδια, εκρίθη ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως δέν ἐστηρίζετο στό μη νόμιμο τῆς ἀποφάσεως πού προσεβλήθη μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως) φαίνεται νά ὁδηγοῦν στίς ἀρχές: (α) ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως δέν δύναται νά χρησιμοποιηθεί ὡς υποκατάστατο μιας ἀπαραδέκτου προσφυγής ἀκυρώσεως' (β) ὅτι ἡ παράλειψη ὑποβολής προσφυγής ἀκυρώσεως εμφαίνει ενδεχομένως ὅτι καμμιά ζημία δέν ἀπορρέει ἀπό τίς προσβαλλόμενες πράξεις, άλλα μόνο ἀπό τήν παράλειψη ἀσκήσεως εμπροθέσμου προσφυγής (γ) ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως ενδέχεται νά ἀποτελεί ἀνεξάρτητο μέσο προσφυγής καί νά περιλαμβάνει διαφορετικούς λόγους ἀπό εκείνους τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως, έστω κι ἄν γίνεται επίκληση τῶν ιδίων περιστατικών (δ) ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως ενδέχεται νά ἀσκηθεί κατά τελείως ἀνεξάρτητο τρόπο ἐν σχέσει προς τήν προσφυγή ἀκυρώσεως.
"Αν εφαρμοσθούν οἱ ἀρχές αυτές ἐπί τῆς παρούσης υποθέσεως, μοῦ φαίνεται ὅτι κατά τήν παρούσα φάση τῆς διαδικασίας, καθ' ὅ μέτρο ζητείται ἀπλώς ἀποζημίωση γιά τίς πράξεις τῆς Ἐπιτροπής, οἱ όποιες θά ἠδύναντο εμπροθέσμως νά ἀποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ἀκυρώσεως (ή εκείνης πού ἀπερρίφθη τό 1969), τά αιτήματα δεύτερο, τρίτο καί τέταρτο εἶναι ἀπαράδεκτα. Τά υπόλοιπα αιτήματα (ενδεχομένως δέ καί θέματα πού περιλαμβάνονται στά αιτήματα δεύτερο, τρίτο καί τέταρτο) τίθενται ἐπί διαφορετικής βάσεως. Δημιουργούν ένα ἀνεξάρτητο ερώτημα περί τοῦ ἄν ἡ 'Επιτροπή παρέβη τό καθήκον της έναντι τοῦ Fοurnier, ἐν σχέσει πρός τόν τρόπο μέ τόν ὁποίον τόν μετεχειρίσθη κατά τήν σταδιοδρομία του, πράγμα πού συνεπήχθη ζημία. Αὐτά δέν ἀφορούν ἀποκλειστικώς τό ἄν ὁρισμένοι διορισμοί ή παραλείψεις διορισμοῦ ήταν παράνομοι καί ή ἀξιουμένη ζημία εἶναι διαφορετική ἀπό εκείνη πού θά ἀπέρρεε ἀπό ἀνεξάρτητη παράνομη πράξη.
Ἑπομένως κατά τήν γνώμη μου:
1)
Χωρίς νά εκφράζω ὁποιαδήποτε γνώμη περί τοῦ ἄν εἶναι ἐν τέλει βάσιμα τά αιτήματα τοῦ Fοurnier ἤ περί τοῦ ἄν αυτός θά ἠδύνατο νά έχει ελαχιστοποιήσει τήν ζημία του, φρονῶ ὅτι τά αιτήματα δέν πρέπει νά ἀπορριφθοῦν ὡς ἀπαράδεκτα, κατά τό μέτρο πού έχω ἀναφέρει. Κατά τήν γνώμη μου, πρέπει νά ἐπανοιγεῖ τώρα ἡ έγγραφη διαδικασία, οὕτως ὥστε νά υποβληθούν περαιτέρω παρατηρήσεις ἐπί τῶν αιτημάτων περί ἀποζημιώσεως, κατά τό μέτρο πού αυτά εἶναι παραδεκτά, ἄν βέβαια οἱ διάδικοι θέλουν νά υποβάλουν. Ειδικότερα, ó Fοurnier πρέπει νά παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες περί τῆς φερομένης ζημίας καί περί τοῦ τρόπου κατά τόν όποιο κατέληξε στά ποσά τά όποια ἀξιώνει
2)
πρέπει νά ἀπορριφθεί τό αίτημα ὅτι ἡ περίοδος ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1965 πρέπει νά θεωρηθεί ὡς περίοδος ἀπασχολήσεως μή επικουρικοῦ υπαλλήλου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy