ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 8 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
ΟΙ παροῦσες προτάσεις εντάσσονται στό πλαίσιο μιᾶς διαδικασίας πού έχει κινήσει ένας Ιδιώτης βάσει τοῦ ἄρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ό προσφεύγων, ὁ Cattaneo Adorno, είναι 'Ιταλός πολίτης, κάτοχος μιᾶς γεωργικής επιχειρήσεως στό Πεδεμόντιο, ἡ ὁποία παράγει κυρίως οίνο. Μέ τήν προσφυγή του ζητᾶ τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής, τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1980, μέ τήν ὁποία απορρίφθηκε ἡ αίτηση γιά ενίσχυση πού εἶχε υποβάλει στίς 30 'Ιανουαρίου 1979 δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 355/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1977 (περί «κοινής δράσεως γιά τή βελτίωση των συνθηκῶν μεταποιήσεως καί εμπορίας τῶν γεωργικών προϊόντων»).
Ό ενδιαφερόμενος εἶχε ζητήσει τήν οἰκονο-μική ενίσχυση τοῦ ΕΓΓΠΕ γιά τήν πραγματοποίηση ενός σχεδίου επενδύσεως μέ τό όποιο επιδίωκε τή βελτίωση καί τήν ἀνάπτυξη τῆς οἰνοποιήσεως καί τῆς εμπορίας τῶν σταφυλιών πού παρήγε στην επιχείρηση του. Σχεδίαζε δέ τήν κατασκευή ἑνός οἰνικοῦ κέντρου πού θά ἀντικαθι-στοῦσε τίς παλιές οινοποιητικές εγκαταστάσεις, εκσυγχρονίζοντας έτσι τόσο τήν παραγωγή, ὅσο καί τή συντήρηση, τήν εμφιάλωση καί τήν εναποθήκευση τοῦ οἴνου (βλ. τή συνοπτική περιγραφή τοῦ σχεδίου στό παράρτημα Β τῆς αιτήσεως ἐνισχύσεως). Ή 'Επιτροπή ὅμως έκρινε ὅτι δέν μποροῦσε νά εξετάσει τό σχέδιο, επειδή «ή ἐν λόγω αίτηση ενισχύσεως εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου, τῆς 17ης 'Απριλίου 1972, περί εκσυγχρονισμού τῶν γεωργικῶν εκμεταλλεύσεων (72/159/ΕΟΚ). Τά μέτρα πού προβλέπει ἡ προαναφερθείσα ὁδηγία συνιστούν κοινή ενέργεια κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 6 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 15 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 355/77, τά σχέδια πού δύνανται νά τύχουν κοινοτικής ενισχύσεως στά πλαίσια άλλων κοινῶν ενεργειών δέν εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 355/77».
"Ηδη ἀπό τό ἀπόσπασμα αὐτό τῆς προσβαλλόμενης ἀποφάσεως διαφαίνεται τό κεντρικό θέμα τῆς παρούσας διαφοράς: ή ὁριοθέτηση τῶν πεδίων εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ 355/77 καί τῆς ὁδηγίας 72/159. Ή λειτουργία τῆς ὁδηγίας συνίσταται στή συμβολή τῆς γιά τήν ἀναμόρφωση των γεωργικών διαρθρώσεων μέ προώθηση τῆς ἀναπτύξεως τῶν γεωργικών εκμεταλλεύσεων στά πλαίσια πολυετών σχεδίων ἀναπτύξεως τῶν κατ' Ιδίαν επιχειρήσεων (βλ. προοίμιο, Ιδίως δέ τήν πρώτη, πέμπτη καί έκτη αἰτιολογική σκέψη). 'Ιδιαίτερη σημασία μοῦ φαίνεται ὅτι έχει ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος 1: «Γιά νά δημιουργηθούν οἱ διαρθρωτικές προϋποθέσεις πού θά επιτρέπουν μία αισθητή βελτίωση τοῦ εισοδήματος καθώς καί τῶν συνθηκών εργασίας καί ὅρών παραγωγής στή γεωργία, τά Κράτη μέλη καθιερώνουν ένα καθεστώς γιά τήν κατ' επιλογή ενθάρρυνση τῶν γεωργικών εκμεταλλεύσεων πού είναι επιδεκτικές ἀναπτύξεως, μέ σκοπό νά εύνοηθοῦν οἱ δραστηριότητές τους καί ή ἀνάπτυξη τους ὑπό ὀρθολογικούς ὅρους». Επομένως οἱ εκμεταλλεύσεις πρέπει, γιά νά τύχουν τῶν ωφελημάτων τῆς ὁδηγίας, νά είναι «επιδεκτικές ἀναπτύξεως», δηλαδή νά συγκεντρώνουν τίς προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 2, μεταξύ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται καί ὁρισμένο επίπεδο τοῦ εισοδήματος ἐξ εργασίας: εισόδημα κατώτερο ἀπό τό εἰσόδημα πού παρέχεται γιά μή γεωργικές δραστηριότητες στην ἴδια ζώνη ἡ πού κινδυνεύει λόγω τῆς διαρθρώσεως τῆς εκμεταλλεύσεως νά πέσει κάτω άπό αυτό τό σημείο ἀναφοράς (βλ. τά άρθρα 2 παράγραφος 2 καί 4 παράγραφοι 1 καί 2). Αυτό σημαίνει ὅτι τά μέτρα ενθαρρύνσεως — οἰκονομικά καί άλλα — προορίζονται γιά τίς μή ἀνθοῦσες γεωργικές εκμεταλλεύσεις καί επιδιώκουν μέ τόν εκσυγχρονισμό τῶν διαρθρώσεων τή διευκόλυνση τῆς εξασφαλίσεως ἑνός δίκαιου εἰσοδήματος καί ὅρων εργασίας πού νά συγκρίνονται μέ τους ὅρους εργασίας τῶν άλλων επαγγελμάτων (βλ. τήν τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
Ὅσον άφορα τόν κανονισμό 355/77 — πού εκδόθηκε σχεδόν πέντε έτη μετά τήν ὁδηγία — ἡ λειτουργία του συνίσταται στην εξασφάλιση τῆς οἰκονομικῆς ενισχύσεως τοῦ ΕΓΤΠΕ γιά τή βελτίωση καί τήν ὀρθολογική ὀργάνωση τῶν διαρθρώσεων μεταποιήσεως καί εμπορίας τῶν γεωργικών προϊόντων, στό πλαίσιο εἰδικῶν προγραμμάτων κατά τομείς, τά όποια καταρτίζονται ἀπό τά Κράτη μέλη, καί ἐν ἀναφορά πρός Ιδιωτικά, ἡμικρατικά ἡ κρατικά σχέδια ἐπενδύσεων (βλ. τήν πρώτη, τρίτη καί τέταρτη αἰτιολογική σκέψη, καθώς καί τά άρθρα 1 παράγραφος 1, 6 παράγραφος 1, 7 παράγραφος 1). Τά σχέδια αὐτά δύνανται νά ἀφοροῦν, μεταξύ άλλων, εγκαταστάσεις ἡ εξοπλισμούς προορισμένους γιά τήν ὀρθολογική ὀργάνωση ἡ τήν ἀνάπτυξη τῆς εναποθηκεύσεως, τῆς συσκευασίας, τῆς συντηρήσεως, τῆς επεξεργασίας ἤ τῆς μεταποιήσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων (άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α). Δεδομένου ὅτι ὁ επιδιωκόμενος σκοπός εἶναι ή βελτίωση τῶν διαρθρώσεων τῆς ἀγοράς των γεωργικῶν προϊόντων, δέν ἀπαιτείται οἱ ἐπιχειρήσεις πού ζητούν τήν ενίσχυση τοῦ ΕΓΤΠΕ νά εἶναι γεωργικές επιχειρήσεις: ἀρκεῖ νά ἀσχολούνται «μέ τήν επεξεργασία, μεταποίηση ἡ εμπορία τῶν γεωργικών προϊόντων» (βλ. τό προαναφερθέν άρθρο 1 παράγραφος 1). Ό σύνδεσμος πάντως μεταξύ τῶν σχεδίων επενδύσεως καί τῶν καταστάσεων τῶν τομέων τήῆ γεωργικής παραγωγής τους ὁποίους ἀφορούν προβάλλεται στό άρθρο 9: τά σχέδια πρέπει «νά συμβάλλουν στη βελτίωση τῆς καταστάσεως στους σχετικούς τομείς, ως προς τή βασική γεωργική παραγωγή» καί πρέπει «ιδίως νά ἐξασφαλίζουν στους παραγωγούς τοῦ βασικοῦ γεωργικοῦ προϊόντος μία επαρκή καί διαρκή συμμετοχή στά ἀπορρέοντα οικονομικά ὀφέλη».
2.
Ό προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους ἀκυρώσεως. Ό ευρύτερος λόγος εἶναι ὁ πρώτος, μέ τόν όποιο προβάλλεται «παράβαση καί εσφαλμένη εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 355/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1977, ἰδίως τῶν άρθρων 1, 6 καί 15 παράγραφος 2, καθώς καί τῆς ὁδηγίας 72/159/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 17ης 'Απριλίου 1972 κατάχρηση εξουσίας». Κατά τή γνώμη μου, ὁ λόγος αυτός πρέπει νά εξετασθεί ἀπό κοινοῦ μέ τόν τρίτο, ὁ όποιος καί αυτός ἀναφέρεται στην παράβαση καί τήν εσφαλμένη εφαρμογή τῆς προαναφερθείσας ὁδηγίας (καθώς καί στην κατάχρηση εξουσίας). Πράγματι, τόσο μέ τόν πρώτο, ὅσο καί μέ τόν τρίτο λόγο, επιδιώκεται νά ἀποδειχθεί ὅτι, ἀντίθετα μέ ὅσα υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή στην προσβαλλόμενη ἀπόφαση, ἡ αίτηση τοῦ Cattaneo Adorno ενέπιπτε στό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμοί) 355/77 καί όχι τῆς ὁδηγίας 72/159.
Γιά τήν επίλυση τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, μοῦ φαίνεται κατ' ἀρχάς ὅτι επιβάλλεται νά λάβω θέση ἐπί τοῦ γενικοῦ προβλήματος τῆς υφισταμένης σχέσεως μεταξύ τῶν δύο πράξεων, ὅσον άφορα τά θέματα πού ρυθμίζει καθεμία ἀπό τίς δύο. Ή άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς — εμμέσως διατυπώθηκε ήδη στην επιστολή τῆς 24ης Ἰανουαρίου 1980 καί κατόπιν ἀναπτύχθηκε διά μακρών κατά τήν παρούσα δίκη — εἶναι ὅτι μεταξύ τῶν δύο πράξεων υπάρχει σχέση ἀμοιβαίου ἀποκλεισμοῦ: μέ άλλα λόγια, οἱ δραστηριότητες πού δύνανται νά τύχουν ενθαρρύνσεως βάσει τῆς οδηγίας 72/159 εἶναι πάντοτε σαφώς διαφορετικές ἀπό τίς δραστηριότητες πού δύνανται νά τύχουν ενισχύσεως βάσει τοῦ κανονισμοῦ 355/77. Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει τήν άποψη τῆς αὐτή προβάλλοντας πολυάριθμες διαφορές μεταξύ τῶν δύο αὐτών συστημάτων παρεμβάσεως. Παρατηρεί ὅτι ή ὁδηγία καί ὁ κανονισμός έχουν διαφορετικά ἀντικείμενα (βελτίωση τῶν διαρθρώσεων γεωργικής παραγωγής ἡ μία, βελτίωση τῶν διαρθρώσεων ἀγορᾶς τῶν γεωργικών προϊόντων ὁ άλλος), απευθύνονται σέ διαφορετικούς τύπους εκμεταλλεύσεων (ή οδηγία στίς παραδοσιακές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, ὁ κανονισμός στίς επιχειρήσεις επεξεργασίας, μεταποιήσεως καί εμπορίας τῶν γεωργικών προϊόντων), ἔχουν διαφορετική επίπτωση ἐπί τῆς παραγωγής (ἐπί τῆς ὁποίας ὁ κανονισμός δύναται νά επιδράσει μόνο ἐμμέσως, συμβάλλοντας στόν προσανατολισμό τῆς μέσω τῆς ενισχύσεως ὁρισμένων διαρθρώσεων τῆς ἀγοράς) καί διαφορετικούς κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς (ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ ὁδηγία επιδιώκει τή βελτίωση τοῦ εισοδήματος τῶν κατ' ἰδίαν επιχειρήσεων, ἐνῶ ὁ κανονισμός εξυπηρετεί γενικότερα συμφέροντα, πού ἀφοροῦν ὁλόκληρους τομείς τῆς παραγωγής). Πάντα κατά την 'Επιτροπή, πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς σύμφωνες μέ τά γενικότερα αυτά συμφέροντα οἱ περιπτώσεις ἐκείνες, στίς όποιες ἑνώνονται οἱ διαρθρώσεις μεταποιήσεως καί εμπορίας περισσοτέρων τῆς μιᾶς γεωργικών εκμεταλλεύσεων ή χρησιμοποιοῦνται γιά δραστηριότητες τοῦ εἴδους αὐτοῦ κεφάλαια μή γεωργικών επιχειρηματιών — καί ἑπομένως οἱ περιγραφείσες περιπτώσεις ἀνταποκρίνονται στή λογική τοῦ κανονισμοῦ 355/77. 'Αντίθετα, ἡ βελτίωση τῶν κατ' Ιδίαν διαρθρώσεων παραγωγής ἡ ἀκόμη καί τῶν διαρθρώσεων μεταποιήσεως καί εμπορίας εξυπηρετεί μόνο τό συμφέρον τοῦ κατόχου τῆς εκμεταλλεύσεως, χωρίς νά συμβάλλει στην ὀρθολογική ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς, καί συνεπώς τίθεται έκτός τοῦ πεδίου εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω κανονισμού.
Μοῦ φαίνεται πάντως ὅτι οἱ διαφορές μεταξύ τῶν δύο ὑπό ἐξέταση συστημάτων παρεμβάσεως δέν ἀποκλείουν τήν ύπαρξη ενός τομέα οἰκονομικῆς δραστηριότητας, στον ὁποῖο μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι εφαρμόζονται καί τά δύο συστήματα, δηλαδή ἑνός φαινόμενου επαλληλίας, έστω καί περιθωριακής, τῶν δύο κανονιστικών ρυθμίσεων. 'Όσον άφορᾶ πράγματι τό ἀντικείμενο καθεμιάς, ἄν ὁ εκσυγχρονισμός τῶν γεωργικών εκμεταλλεύσεων, πράγμα πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς οδηγίας, δύναται ὄντως νά περιλαμβάνει, ὅπως Ισχυρίζεται ή 'Επιτροπή, τή βελτίωση τῶν διαρθρώσεων μεταποιήσεως ἡ εμπορίας τῶν γεωργικών προϊόντων πού παράγονται στην ἴδια τήν εκμετάλλευση, τότε καί ἡ βελτίωση τῶν διαρθρώσεων ἀγορᾶς τῶν γεωργικών προϊόντων συμπίπτει, κατά τήν ἔωωοιa τοῦ κανονισμοί), μέ τή βελτίωση τῶν διαρθρώσεων μεταποιήσεως καί εμπορίας τῶν προϊόντων αυτών. Ἑπομένως, ἡ γεωργική επιχείρηση πού μεταποιεί τά προϊόντα της καί τά θέτει ἡ ἴδια πρός πώληση εἶναι σέ θέση νά επωφεληθεί καί τῶν δύο συστημάτων ἐνισχύσεως τῆς ἀναπτύξεως της, ἐκτός ἄν θεωρηθεῖ ὅτι ἡ γεωργική επιχείρηση ἀποκλείεται ἀπό τή φύση τῆς καί μόνο ἀπό τά ωφελήματα τοῦ κανονισμού ή ὅτι τό γεγονός ὅτι μεταποιεί καί διαθέτει στό εμπόριο δικά τῆς προϊόντα τήν ἀποστερεί τῶν ὠφελημάτων αυτών.
'Από τῆς ἀπόψεως αυτής εύκολα διαπιστώνεται ὅτι ὁ κανονισμός 355/77 ἀναφέρει μέν στό άρθρο 1 ὅ,τι άφορᾶ τίς επιχειρήσεις πού «ἀσχολοῦνται μέ τήν ἐπεξεργασία, μεταποίηση ἡ εμπορία τῶν γεωργικών προϊόντων», δέν προδικάζει ὅμως τό ζήτημα τῆς φύσεως τῶν επιχειρήσεων αυτών, κατά πόσο δηλαδή πρέπει νά εἶναι γεωργικές, βιομηχανικές ἡ εμπορικές, καί επομένως δέν ἀποκλείει καθόλου τίς γεωργικές επιχειρήσεις ἀπό τό πεδίο εφαρμογής του. Ὁμοίως ἀπό τόν κανονισμό δέν προδικάζεται, κατά τή γνώμη μου, τό ζήτημα τῆς προελεύσεως τῶν προϊόντων πού μεταποιεί ή διαθέτει στό εμπόριο ἡ ἴδια ἡ εκμετάλλευση ἡ άλλες εκμεταλλεύσεις.
Σχετικά μέ τό τελευταίο αυτό σημείο, ή 'Επιτροπή προσπάθησε νά ἀντλήσει επιχειρήματα ἀπό τό προαναφερθέν άρθρο 9 τοῦ κανονισμού. 'Η πρώτη παράγραφος τοῦ κανόνα αυτού ὁρίζει, ὅπως ἔχω ήδη ἀναφέρει, ὅτι τά σχέδια επενδύσεως πρέπει «νά συμβάλλουν στή βελτίωση τῆς καταστάσεως στους σχετικούς τομείς, ὡς πρός τή βασική γεωργική παραγωγή» καί ὅτι πρέπει «ιδίως νά ἐξασφαλίζουν στους παραγωγούς τοῦ βασικοῦ γεωργικοῦ προϊόντος μία επαρκή καί διαρκή συμμετοχή στά ἀπορρέοντα οἰκονομικά ὀφέλη». Ή δεύτερη παράγραφος διευκρινίζει κατόπιν ὅτι πρέπει νά ἀποδεικνύεται ὅτι πληροῦνται οἱ οροί τῆς προηγουμένης παραγράφου καί ὅτι εἶναι δυνατό «νά λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ τῶν άλλων, συμφωνητικά μακροχρόνιας προμήθειας, πού συνάπτονται μέ παραγωγούς τοῦ βασικού γεωργικού προϊόντος σέ λογικούς ὅρούς γιά τους παραγωγούς αυτούς». Τό ζήτημα εἶναι ἄν ἀπό τίς διατάξεις αυτές συνάγεται ἡ ἀνάγκη διαρκούς διακρίσεως μεταξύ τῆς μεταποιούσας επιχειρήσεως, πού ἀποβλέπει στά ὠφελήματα τοῦ κανονισμού, καί τῶν παραγωγῶν τοῦ βασικού γεωργικού προϊόντος. Νομίζω πώς ὄχι.
'Αναμφισβήτητα, κατά τήν κατάρτιση τοῦ άρθρου 9 προϋπετέθη ὅτι οἱ παραγωγοί τοῦ βασικού γεωργικού προϊόντος εἶναι τρίτο έναντι τῆς μεταποιούσας επιχειρήσεως. Αυτό ὅμως δέν ἀρκεῖ γιά νά γίνει δεκτό ὅτι ή ενδεχομένη ταύτιση τῶν δύο ρόλων (τοῦ παράγωγοῦ καί τοῦ μεταποιητή) καθιστά τόν κανονισμό ἀνεφάρμοστο. Ό κύριος στόχος τοῦ ἄρθρου 9 συνίσταται στό νά επωφεληθεί ἡ κατάσταση τῶν διαφόρων τομέων τῆς γεωργικής παραγωγής ἀπό τά σχέδια επενδύσεων. 'Η επίτευξη ὅμως τοῦ στόχου αυτού διευκολύνεται σαφῶς, ἄν ή επιχείρηση πού υποβάλλει τό σχέδιο ανήκει καί ἡ ἴδια στην κατηγορία τῶν παραγωγών τοῦ βασικοῦ γεωργικού προϊόντος. Στην περίπτωση αυτή, ἡ συμμετοχή τοῦ παράγωγοῦ στά ὀφέλη ἀπό τό σχέδιο επενδύσεως στον τομέα τῆς μεταποιήσεως επέρχεται αυτομάτως. Προφανώς, δέ θά υπάρχουν συμβάσεις προμηθείας μεταξύ παραγωγοῦ καί μεταποιητοῦ, εφόσον ταυτίζονται. Οι συμβάσεις ὅμως αυτές δέν ἀπο-τελοῦν, σύμφωνα μέ τήν προαναφερθείσα παράγραφο 2 τοῦ ἄρθρου 9, παρά έναν ἀπλώς ἀπό τους δυνατούς τρόπους ἀποδεί-ξεως τοῦ γεγονότος ὅτι τηρήθηκε ἡ προϋπόθεση τῆς παραγράφου 1.
3.
Οἱ ισχυρισμοί τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαιτούν προσεκτική εξέταση καί ἀπό μιᾶς άλλης ἀπόψεως: ἀπό τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ κανονισμός εξυπηρετεί συμφέροντα «τομέων», ἐνῶ ἀντίστοιχοι σκοποί δέν ἀνευρίσκονται στην ὁδηγία. Θά ήθελα νά διευκρινίσω ευθύς ἐξαρχής ὅτι θά ήταν ἀνακριβής ή ἀντιπαράθεση τῆς συνδέσεως τοῦ κανονισμού μέ ορισμένα συλλογικά συμφέροντα πρός τήν υποτιθεμένη ἐπιδίωξη τῆς ὁδηγίας νά προστατεύσει μεμονωμένα συμφέροντα: μοῦ φαίνεται σαφές ὅτι τόσο ἡ μία, ὅσο καί ἡ άλλη ρύθμιση προβλέπουν τρόπους ενισχύσεως υπέρ τῶν κατ' Ιδίαν επιχειρηματιών, ἀπλώς καί μόνο επειδή τό σύνολο τῶν ὠφελημάτων μεταφράζεται τελικώς σέ γενικό όφελος (ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωση τῶν προοιμίων τῶν δύο πράξεων γιά τήν επιβεβαίωση τῆς διαπιστώσεως αυτής, πού είναι πάντως προφανής). "Αλλο εἶναι τό πρόβλημα: ἄν ὁ κανονισμός, προβλέποντας τή χρηματοδότηση σχεδίων πού εντάσσονται σέ ειδικά προγράμματα τῶν Κρατών μελών (άρθρα 1 παράγραφος 3, 2 έως 5, 10) καί συνδέοντας τους στόχους κάθε σχεδίου μέ τήν κατάσταση ενός ολόκληρου τομέα τῆς παραγωγης (άρθρο 9), ἀποκλείει γιά τόν λόγο ἀκριβώς αὐτό ὅλα εκείνα τά σχέδια πού επιδιώκουν μέν τήν ἀνάπτυξη κατ' Ιδίαν εκμεταλλεύσεων (μέ τή βελτίωση, εννοείται, τῶν ὅρων μεταποιήσεως καί εμπορίας τῶν γεωργικών προϊόντων), δέ συνδέονται ὅμως ρητά μέ κανένα συνολικό σχέδιο. Πράγματι, ἡ Ἐπιτροπή ἐκκινεῖ ἀπό τήν ἰδέα τῆς απόλυτης εξαιρέσεως τῶν σχεδίων τοῦ είδους αυτού ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ καί υποστηρίζει ὅτι οἱ ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις έχουν μόνο τή δυνατότητα — εφόσον βεβαίως πρόκειται γιά γεωργικές επιχειρήσεις — νά τύχουν τῶν ωφελημάτων τῆς ὁδηγίας, ή ὁποία ἀπαιτεί ἀπλώς καί μόνο τήν υποβολή τῶν σχεδίων ἀναπτύξεως τῶν κατ' ἰδίαν εκμεταλλεύσεων, άλλά δέ φαίνεται νά εξαρτᾶ τή χορήγηση τῶν ενισχύσεων ἀπό την επιδίωξη ευρύτερων σκοπῶν.
Γιά τήν επίλυση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ δέ δύναται, κατά τή γνώμη μου, νά μή ληφθεῖ υπόψη τό άρθρο 12 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού 355/77. Ή διάταξη αυτή ὁρίζει: «Κατά παρέκκλιση τοῦ ἄρθρου 10α, έως τήν 31η Δεκεμβρίου 1980, σχέδια, πού σχετίζονται μέ τομείς καί γεωγραφικές περιοχές γιά τίς όποιες δέν έχουν ακόμη εγκριθεί προγράμματα, δύνανται νά τυγχάνουν τῆς ενισχύσεως τοῦ Ταμείου». Οἱ ἀπορρέουσες συνέπειες εἶναι δύο:
α)
κατά τήν πρώτη φάση τῆς εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ (ἀφ᾽ ὅτου τέθηκε σέ ἰσχύ μέχρι τό τέλος τοῦ έτους 1980) ήταν δυνατό νά επωφεληθοῦν ἀπό τίς διατάξεις του καί σχέδια επενδύσεων τά οποία δέν περιλαμβάνονταν σέ εἰδικά προγράμματα τῶν Κρατών μελών,
β)
ἡ δυνατότητα αὐτή εξαρτιόταν ἀπό τήν ύπαρξη ἐγκεκριμένων προγραμμάτων. Ἐν προκειμένω κατά τήν ημερομηνία υποβολής τοῦ σχεδίου επενδύσεως τῆς επιχειρήσεως Cattaneo Adorno, ἡ ιταλική κυβέρνηση δέν εἶχε υποβάλει ἀκόμη κανένα πρόγραμμα, άρα ήταν δυνατό νά ἐφαρμοσθεί ἡ παρέκκλιση πού προβλέπεται στό άρθρο 12 παράγραφος 1.Όσον ἀφορᾶ δέ τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 9, ἡ επιχείρηση πού ζήτα ἐνίσχυση ἀπό τό Ταμείο πρέπει καταρχήν νά ἀποδείξει, μεταξύ άλλων, ὅτι τό σχέδιό τῆς «συμβάλλει στή βελτίωση τῆς καταστάσεως στό σχετικό τομέα, ὡς πρός τή βασική γεωργική παραγωγή». Τίποτε ὅμως δέν επιτρέπει τή συναγωγή τοῦ συμπεράσματος ὅτι τό σχέδιο γιά τή βελτίωση τῶν ὅρων μεταποιήσεως καί εμπορίας ενός γεωργικού προϊόντος, πού υποβάλλει ένας μεμονωμένος επιχειρηματίας (καί μάλιστα ένας γεωργικός επιχειρηματίας), δέ δύναται νά επιδράσει θετικώς ἐπί τῆς καταστάσεως
στό σχετικό τομέα παραγωγής. 'Εναπόκειται βεβαίως στην 'Επιτροπή νά ἀποφανθεί, κατά τόν έλεγχο τοῦ σχεδίου κατ' ουσία, ἄν τό σχέδιο αυτό ἀνταποκρίνεται στην προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 2, καθώς καί στίς προϋποθέσεις πού καθορίζουν τά άρθρα 6, 7 παράγραφος 1, 10 καί 11 παράγραφος 1. Δέν πιστεύω ὅμως ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται νά θεωρήσει τό σχέδιο ὡς ἀσυμβίβαστο πρός τό άρθρο 9 — καί νά τό ἀπορρίψει a priori — επειδή καί μόνο υποβλήθηκε ἀπό μεμονωμένο επιχειρηματία καί επειδή μέ αυτό ὁ επιχειρηματίας επιδιώκει κατά κύριο λόγο τήν ἀνάπτυξη τῆς εκμεταλλεύσεως του.
"Ας μοῦ επιτραπεί, τέλος, νά παρατηρήσω ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ, ὅταν τό σχέδιο ἐπενδύσεως ἀφορᾶ τήν παραγωγή ενός ἀπό τά μεταποιημένα προϊόντα πού καθορίζονται στό παράρτημα II τῆς συνθήκης (τόν οἶνο ἐν προκειμένω) καί ἄν υποτεθεί ὅτι τό σχέδιο αυτό ὄντως ἀνταποκρίνεται στό κριτήριο τῆς ὀρθολογικής ὀργανώσεως τῆς διεργασίας μεταποιήσεως τοῦ βασικοῦ γεωργικοῦ προϊόντος — τό κριτήριο αὐτό αναφέρεται στό άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο δ) τοῦ κανονισμοῦ — ἡ θετική επίδραση ἐπί τῆς καταστάσεως στό σχετικό τομέα τῆς γεωργικής παραγωγής θά είναι τόσο μεγαλύτερη, ὅσο μεγαλύτερες είναι καί οἱ διαστάσεις τῆς εκμεταλλεύσεως στην ὁποία παράγεται καί μεταποιείται τό βασικό προϊόν. Μέ άλλα λόγια, στην περίπτωση τῆς εκμεταλλεύσεως πού κατέχει σημαντική θέση σέ έναν τομέα τῆς γεωργικής παραγωγής (ἐν προκειμένω στην παραγωγή σταφυλιών προορισμένων γιά τήν παρασκευή οίνου) καί πού μεταποιεί ή ἴδια τό προϊόν βάσεως, τό όφελος γιά τήν παραγωγή πού ἀπαιτεί τό άρθρο 9 θά είναι ή φυσική συνέπεια τῆς ὀρθολογικοποιή-σεως τῆς διεργασίας μεταποιήσεως.
4.
Ή ἀπορριπτική ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής ἀναφέρεται ἰδίως στό άρθρο 15 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 355/77, τό όποιο ὁρίζει τά έξῆς: «Τά σχέδια πού δύνανται νά τύχουν κοινοτικής ἐνισχύσεως στά πλαίσια άλλων κοινῶν μέτρων, κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 6 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) ἀριθ. 729/70, δέν εμπίπτουν στόν παρόντα κανονισμό». Ή Ἐπιτροπή θεώρησε, βάσει τῶν γενικῶν σκέψεων πού εξετάσθηκαν ἤδη, ὅτι τό σχέδιο πού εἶχε ὑποβάλει ἡ επιχείρηση Cattaneo Adorno υπάγεται στην κατηγορία τῶν σχεδίων πού δύνανται νά τύχουν κοινοτικής ενισχύσεως στά πλαίσια τῶν μέτρων πού προβλέπονται στην ὁδηγία 72/159, μέτρα πού ὁπωσδήποτε ἀποτελούν κοινή ενέργεια κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμού 729/70 (πράγμα πού ἀναγνωρίζει τό άρθρο 15 τῆς ὁδηγίας). Κατά συνέπεια, τό σχέδιο ἐν προκειμένω παραμένει, κατά τήν 'Επιτροπή, έκτός τοῦ πεδίου ἐφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ 355/77.
Οἱ διάδικοι εξέφρασαν ἀντιτιθέμενες ἀπόψεις ὡς πρός τή φύση τοῦ ἀνωτέρω κανόνα: σύμωνα μέ τόν προσφεύγοντα, πρόκειται γιά ἀντισωρευτικό κανόνα, ὁ όποιος υποδηλώνει ὅτι εἶναι δυνατόν — εφόσον δέν υπάρχει ἀντίθετη διάταξη — τό ἴδιο σχέδιο νά τύχει τῶν ωφελημάτων τόσο τοῦ κανονισμού, ὅσο καί τῆς ὁδηγίας σύμφωνα μέ τήν 'Επιτροπή ὅμως, ὁ κοινοτικός νομοθέτης ἁπλώς επανέλαβε τήν — βάσει ἀντικειμενικών κυρίως στοιχείων — ὁριοθέτηση τοῦ πεδίου εφαρμογῆς τοῦ κανονισμού καί επιβεβαίωσε τό ὅτι στό πεδίο αυτό δέν ἐμπίπτει κανένα είδος σχεδίου πού δύναται νά τύχει άλλης κοινοτικής ενισχύσεως. Είναι σαφές ὅτι οἱ διαφορετικές αυτές ἑρμηνείες ἀντικατοπτρίζουν τήν ήδη ἐξετασθείσα διαφορά ἀπόψεων ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς υπάρξεως σχέσεως μερικής επαλληλίας ἡ ἁπλώς καί μόνο δυνατότητας επιλογής μεταξύ τοῦ κανονισμού 355/77 καί τῆς οδηγίας 72/159.
"Εχω ήδη εκφράσει τή γνώμη μου ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ καί νομίζω ὅτι αυτό ἀρκεῖ γιά νά μή γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής. 'Ανεξάρτητα ὅμως ἀπ' αυτό, δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ὅταν εφαρμόζεται in concreto τό άρθρο 15 παράγραφος 2, τό πρώτο πού πρέπει νά εξακριβώνεται είναι ἄν τό σχέδιο δύναται νά τύχει άλλης κοινοτικής ενισχύσεως (ἰδίως τῶν μέτρων ενθαρρύνσεως πού προβλέπει ἡ προαναφερθείσα ὁδηγία): αυτή τήν πορεία ἀκολουθούν καί οἱ σκέψεις τῆς ἴδιας τῆς Ἐπιτροπῆς στην προσβαλλομένη ἀπόφαση. Δέν είναι δυνατόν ὅμως νά θεωρηθεῖ ὅτι μπορούν νά τύχουν ενισχύσεων πού προβλέπονται ἀπό άλλους κοινοτικούς κανόνες τά σχέδια εκείνα, τά ὁποῖα δέν ἀνταποκρίνονται στίς προϋποθέσεις πού καθορίζονται ἀπό τους κανόνες αὐτούς. Ὅσον άφορᾶ τήν ὁδηγία 72/159, εἶναι γνωστό ὅτι άφορᾶ μόνο τίς «επιδεκτικές ἀναπτύξεως» γεωργικές εκμεταλλεύσεις (άρθρο 1 παράγραφος 1), οἱ ὁποίες χαρακτηρίζονται μεταξύ άλλων, ὅπως έχω ήδη ἀναφέρει, ἀπό ὁρισμένο χαμηλό επίπεδο εἰσοδήματος ἐξ εργασίας (άρθρο 2 παράγραφος 2). Κατά συνέπεια, τά σχέδια επενδύσεων πού υποβάλλουν γεωργικές εκμεταλλεύσεις πού δέν υπάγονται στην κατηγορία αύτη δέν ἀνταποκρίνονται σέ μία οὐσιώδη υποκειμενική προϋπόθεση πού τίθεται ἀπό τήν ὁδηγία, άρα δέ δύνανται νά τύχουν τῶν ωφελημάτων πού παρέχει ἡ ὁδηγία.
'Εφόσον αύτη ήταν ἡ κατάσταση ἐν προκειμένω, δέν μπορούσε νά γίνει επίκληση τοῦ άρθρου 15 παράγραφος 2 γιά νά δικαιολογηθεί ἡ μή εφαρμογή τοῦ κανονισμού έναντι τοῦ προσφεύγοντος.
Ή 'Επιτροπή υποστήριξε ὅτι θά ήταν ἀσυνεπές τό νά επιτρέψει σέ ένα σχέδιο επενδύσεως σάν τό ἐν λόγω σχέδιο νά τύχει τῶν ωφελημάτων τοῦ κανονισμοῦ, τά όποια είναι μεγαλύτερα ἀπό τά ὠφελήματα τῆς ὁδηγίας, ἐπειδή ἡ επιχείρηση πού υπέβαλε τό σχέδιο ἀνθεῖ, ἐνῶ τό ἴδιο σχέδιο, ἄν υποβαλλόταν ἀπό άλλη γεωργική ἐπιχείρηση χαμηλοῦ εἰσοδήματος, θά ἐτύγχανε μόνο τῶν μικρότερων ὠφελημάτων πού παρέχονται βάσει τῆς ὁδηγίας. Εὔκολα ὅμως δύναται νά δοθεί ἡ έξῆς ἀπάντηση, ὅτι ἡ προβαλλόμενη ασυνέπεια προέρχεται ἀπό την ἐπιλογή γεωργικῆς πολιτικῆς, στην ̠ποία προέβησαν τά κοινοτικά ὄργανα, ὅταν προέβλεψαν μεγαλύτερες ενισχύσεις γιά τίς — έστω καί ἀνθούσες — επιχειρήσεις μεταποιήσεως γεωργικῶν προϊόντων παρά γιά τίς «επιδεκτικές ἀναπτύξεως» γεωργικές επιχειρήσεις. "Αν συγκριθούν τά σχέδια δύο επιχειρήσεων μεταποιήσεως γεωργικῶν προϊόντων, μιας πρώτης ἀνθούσης καί μή γεωργικής (πού εἶναι επομένως σέ θέση νά τύχει τῶν ὠφελημάτων μόνο τοῦ κανονισμοί), καί ὄχι τῆς ὁδηγίας) καί μιας δεύτερης γεωργικής καί χαμηλού εἰσοδήματος (πού εἶναι συνεπώς σέ θέση νά τύχει μόνο τῶν ενισχύσεων τῆς ὁδηγίας, βάσει τοῦ ἄρθρου 15 παράγραφος 2), εμφανίζεται ἡ ἴδια ἀσυνέπεια. 'Αναρωτιέμαι, έξαλλου, ἄν δέν εἶναι άδικο νά μήν παρέχονται τά ὠφελήματα τοῦ κανονισμοῦ σέ μία ἀνθούσα γεωργική επιχείρηση παραγωγής καί μεταποιήσεως, ἡ ὁποία ἀποκλείεται ἀπό τίς ενισχύσεις τῆς ὁδηγίας, ἐνῶ τά ὠφελήματα αυτά παρέχονται σέ ὁποιαδήποτε εξίσου ἀνθούσα μή γεωργική επιχείρηση, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τίς ίδιες δραστηριότητες μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων. 'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ θά επανέλθω κατά τήν εξέταση τοῦ τελευταίου λόγου τῆς προσφυγής.
5.
Τά επιχειρήματα πού ἀναπτύχθηκαν ήδη μέ ὁδηγούν στό συμπέρασμα ὅτι πρέπει νά γίνουν δεκτοί ὁ πρώτος καί ὁ τρίτος λόγος ἀκυρώσεως. Θεωρώ Ιδίως βάσιμους τους Ισχυρισμούς περί παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 355/77, λόγω τῆς ἀρνήσεως εφαρμογής τοῦ άρθρου αὐτοῦ σέ μία επιχείρηση πού ἀσχολείται καί μέ τή μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, καί τοῦ ἄρθρου 15 παράγραφος 2 τοῦ ίδιου κανονισμού, σέ συνδυασμό μέ τά άρθρα 1 παράγραφος 1 καί 2 τῆς ὁδηγίας 72/159, λόγω τοῦ ὅτι ἡ προσβαλλόμενη ἀπόφαση εσφαλμένα έκρινε ὅτι στην περίπτωση τοῦ προσφεύγοντος εφαρμόζεται ἡ ὁδηγία αύτη. Θά ήθελα πάντως νά διευκρινίσω ὅτι δέ συμφωνώ μέ ένα ἀπό τά ἐπιχειρήματα πού προέβαλε ὁ προσφεύγων πρός υποστήριξη τοῦ πρώτου λόγου ἀκυρώσεως, δηλαδή ὅτι τό σχέδιο πού είχε υποβάλει δέν ἀποτελούσε πρωτοβουλία γιά τή βελτίωση τῆς διαρθρώσεως υφισταμένης ήδη γεωργικής εκμεταλλεύσεως, άλλά μέ αυτό επιδιωκόταν ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δημιουργία μιας χωριστής παραγωγικής μονάδας μεταποιήσεως καί εμπορίας (τοῦ οἰνικοῦ κέντρου), ἡ ὁποία θά χαρακτηριζόταν, ἀπό ἀπόψεως ἐμπορολογικῆς καί διαρθρωτικής, ἀπό πλήρη αυτονομία. Πράγματι, φαίνεται ὅτι ἡ προσφεύγουσα επιχείρηση διαθέτει παλιές εγκαταστάσεις μεταποιήσεως καί εμπορίας τῆς παραγωγής τῆς σταφυλιών καί ὅτι μέ τό σχέδιο τῆς επιδίωκε νά τίς ἀντικαταστήσει μέ μία νέα εγκατάσταση, πλέον σύγχρονη, παραγωγική καί ὀρθολογική. Μιά τέτοια κατάσταση δέν ἀπαγορεύει πάντως καθόλου τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 355/77.
6.
Μέ τό δεύτερο λόγο ἀκυρώσεως ἡ επιχείρηση Cattaneo Adorno ἐπικαλεῖται τήν παράβαση καί τήν εσφαλμένη εφαρμογή τῶν άρθρων 14 καί 22 τοῦ κανονισμοῦ 355/77, τήν έλλειψη αἰτιολογίας καί τήν παράβαση οὐσιωδών τύπων. Ή παράβαση τῶν δύο προαναφερθέντων άρθρων συνίσταται, κατά τόν προσφεύγοντα, στό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀποφάνθηκε ἐπί τῆς αἰτήσεως ἐνισχύσεως χωρίς νά ζητήσει τή γνώμη τῆς επιτροπής τοῦ Ταμείου ἐπί χρηματοδοτικών θεμάτων καί τῆς μόνιμης επιτροπής γεωργικών διαρθρώσεων. Πάντως, τό άρθρο 14 επιβάλλει στην 'Επιτροπή την υποχρέωση νά διαβουλεύεται προηγουμένως μέ την επιτροπή τοῦ Ταμείου ἐπί χρηματοδοτικῶν θεμάτων, εφόσον προτίθεται νά ἀποφανθεί ἐπί χορηγήσεως ενισχύσεως ἀπό τό Ταμείο, καί ὅτι ἡ διαδικασία διαβουλεύσεως μέ τή μόνιμη επιτροπή γεωργικών διαρθρώσεων ἀποτελεί καί αύτη προκαταρκτική φάση τῆς λήψεως ἀποφάσεων ἐπί τῶν ενισχύσεων. Ἐκτός αὐτοῦ, ή 'Επιτροπή ισχυρίσθηκε ὅτι υπήρξε διαβούλευση καί μέ τίς δύο αυτές επιτροπές ὡς πρός τήν τύχη τοῦ σχεδίου τοῦ προσφεύγοντος, ὁ όποιος άλλωστε δέν ἀμφισβήτησε τόν ισχυρισμό αυτό (πού επιβεβαιώνεται, έξαλλου, ἀπό τά έγγραφα πού έχει προσαγάγει ἡ καθ' ἧς).
Ὅσον άφορα τήν αιτιολογία τῆς προσβαλλόμενης ἀποφάσεως, είδαμε ὅτι περιοριζόταν στή διαπίστωση ὅτι ἡ αἴτηση ενισχύσεως ενέπιπτε στό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας 72/159 καί ὅτι επομένως ἀποκλειόταν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 355/77, ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ τελευταίου αὐτοῦ. Δέ διευκρινιζόταν καθόλου ποῦ βασίσθηκε ή 'Επιτροπή γιά νά καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ αίτηση ενέπιπτε στό πεδίο εφαρμογῆς τῆς ὁδηγίας. Διευκρινήσεις παρασχέθηκαν κατά τή διάρκεια τῆς δίκης. Θά ήθελα πάντως νά παρατηρήσω ὅτι ὁ προσφεύγων ήταν σέ θέση νά υποστηρίξει επαρκώς τήν άποψη του ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου αὐτοῦ καί ὅτι ἡ δυνατότητα τοῦ Δικαστηρίου νά προβεί στον έλεγχο τῆς νομιμότητας τῆς ἀποφάσεως οὔτε μειώθηκε οὔτε ἐμποδίσθηκε ἐξ αὐτοῦ. 'Επομένως, ὁ δεύτερος λόγος ἀκυρώσεως πρέπει νά ἀπορριφθεί καί κατά τά δύο σκέλη του.
7.
Μέ τόν τέταρτο λόγο ὁ προσφεύγων προβάλλει ἐκ νέου τήν παράβαση καί τήν εσφαλμένη εφαρμογή τῆς ὁδηγίας 72/159, καθώς καί τήν ἀναρμοδιότητα καί τήν κατάχρηση εξουσίας, ισχυριζόμενος ὅτι, βάσει τῆς 'ίδιας τῆς ὁδηγίας, ἐναπόκειται στίς εθνικές ἀρχές «νά εξατομικεύουν in concreto τους δικαιούχους τοῦ συστήματος των διαρθρωτικών ενισχύσεων» καί ὅτι ή 'Επιτροπή «δέ δύναται νά τίς ἀντικαταστήσει μέ εἰδικές ἀποφάσεις ad hoc». 'Εν προκειμένω ὅμως τά εθνικά όργανα είχαν εκφράσει μόνο τήν εὐνοϊκή γνώμη πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 13 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού 355/77 γιά τή χορήγηση τῆς ενισχύσεως πού προβλέπεται στόν κανονισμό αυτό.
Ό λόγος αυτός μοῦ φαίνεται ἀβάσιμος. Στην παρούσα υπόθεση ἡ 'Επιτροπή πράγματι δέν έλαβε καμία «ειδική ad hoc» ἀπόφαση ὑπό τήν έννοια τῆς εγκρίσεως ἑνός σχεδίου ἀναπτύξεως καί μιᾶς σύγχρονης αἰτήσεως ενισχύσεων, πράγμα πού βεβαίως εναπόκειται στίς κρατικές ἀρχές, σύμφωνα μέ τά άρθρα 5 καί 7 τῆς ὁδηγίας. Ή 'Επιτροπή περιορίσθηκε στην (έστω καί εσφαλμένη, ὁπως έχω ἀναφέρει) ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 15 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ καί, γιά νά μπορέσει νά χρησιμοποιήσει τή διάταξη αυτή, έπρεπε νά χαρακτηρίσει τό σχέδιο τῆς επιχειρήσεως Cattaneo Adorno ὡς δυνάμενο νά ἐπωφεληθεί τοῦ συστήματος ενισχύσεων τῆς ὁδηγίας. Ό χαρακτηρισμός αυτός εἶναι σαφώς κάτι τελείως διαφορετικό ἀπό τίς ἀποφάσεις πού λαμβάνονται στό πλαίσιο τῆς ὁδηγίας, ὅπως οἱ ἀποφάσεις τῶν άρθρων τῆς 5 καί 7. Δέ δύναται άλλωστε νά γίνεται λόγος γιά ἀρμοδιότητα πού επιφυλάσσεται στά Κράτη μέλη καί στίς περιπτώσεις, στίς όποιες ἁπλώς διαπιστώνεται ἄν υπάρχουν οἱ προϋποθέσεις εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 15 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί). Όσον άφορᾶ, τέλος, τή γνώμη τῶν κρατικῶν ὀργάνων ὡς πρός τή χορήγηση τῆς ενισχύσεως πού προβλέπεται στον κανονισμό 355/77, κανένα στοιχείο δέ δικαιολογεί τήν άποψη ὅτι ἡ γνώμη αύτη δεσμεύει τήν Ἐπιτροπή, ὅταν ἡ Ἐπιτροπή πρόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ζητήματος κατά πόσον εφαρμόζεται ὁ κανονισμός.
8.
Ό πέμπτος καί τελευταίος λόγος ἀκυρώσεως άφορᾶ τήν υποτιθεμένη παράβαση τῆς ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων, τήν ὁποία διέπραξε ἡ 'Επιτροπή ἀπορρίπτοντας τήν αἴτηση ενισχύσεως πού ὑπέβαλε στό πλαίσιο τοῦ κανονισμοῦ 355/77 ὁ προσφεύγων, ἕνας γεωργικός επιχειρηματίας, καί μάλιστα ἀπορρίπτοντάς την ἀκριβώς λόγω τῆς Ιδιότητάς του αυτής, ἐνω ἡ 'ίδια αἴτηση «Μ είχε γίνει ὁπωσδήποτε δεκτή, ἄν είχε υποβληθεί ἀπό ὁποιοδήποτε μή γεωργικό επιχειρηματία». Κατά συνέπεια, ὁ γεωργικός επιχειρηματίας, ἀφοῦ δύναται νά τύχει μόνο τῶν ωφελημάτων τῆς ὁδηγίας 72/159, υφίσταται δυσμενέστερη μεταχείριση σέ σύγκριση μέ τους επιχειρηματίες πού ευρίσκονται σέ παρόμοια κατάσταση. Κατά τήν εξέλιξη τῆς δίκης ὁ προσφεύγων διεύρυνε τό λόγο αυτό, ισχυριζόμενος ὅτι ἕνα σχέδιο επενδύσεως παρόμοιο μέ τό δικό του θά εἶχε κριθεί παραδεκτό, ἀκόμη καί ἄν εἶχε υποβληθεί ἀπό συνεταιρισμό γεωργικῶν παραγωγών, σύμφωνα μέ τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής ὅτι τά σχέδια, γιά νά μπορούν νά τύχουν τῶν ενισχύσεων πού προβλέπονται στόν κανονισμό, πρέπει νά ἀποφέρουν ὄφελος σέ πλείονες παραγωγούς. 'Επομένως, ὁ προσφεύγων έπεσε θύμα δυσμενέστερης μεταχειρίσεως σέ σύγκριση μέ τους συνεταιρισμούς παραγωγών.
Όπως μοῦ δόθηκε ήδη ευκαιρία νά πῶ, δέν υπάρχει λόγος νά μήν παρέχονται τά ωφελήματα τοῦ κανονισμοῦ στίς γεωργικές ἐπιχειρήσεις παραγωγής καί μεταποιήσεως τῶν προϊόντων τους, ἐνῶ ἀντίθετα νά παρέχονται στίς επιχειρήσεις μεταποιήσεως τῶν ἴδιων προϊόντων, οἱ ὁποῖες δέν έχουν γεωργικό χαρακτήρα. "Αν μάλιστα πρόκειται γιά δύο ἀνθούσες επιχειρήσεις, ούτε ἡ μία οὔτε ἡ άλλη θά ήταν σέ θέση νά τύχουν τών ενισχύσεων τῆς ὁδηγίας (ή πρώτη επιχείρηση λόγω τοῦ επιπέδου τοῦ εισοδήματος της, ἡ δεύτερη λόγω τοῦ μή γεωργικοί) χαρακτήρα της). Πράγματι, επομένως, ἡ ἑρμηνεία πού δίνει ἡ 'Επιτροπή στόν κανονισμό ὁδηγεί σέ διακρίσεις, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἐντός τῆς κατηγορίας τῶν επιχειρήσεων πού άφορα ἡ πράξη αύτη (καί πού περιγράφεται στό άρθρο 1 παράγραφος 1) μία νέα υποκατηγορία, ἡ ὁποία ούτε προβλέπεται στήν πράξη αύτη οὔτε δικαιολογείται. Ή 'Επιτροπή προσπάθησε νά υποστηρίξει τήν ερμηνεία τῆς μέ τά ἐπιχειρήματα πού ἀνέφερα προηγουμένως, τά όποια ὅμως δέ μοῦ φαίνονται καθόλου πειστικά. Συνεπώς περιορίζομαι ἁπλώς νά παραπέμψω στίς σκέψεις πού έχω ήδη εκθέσει, προσθέτοντας μόνο ὅτι ὁ λόγος περί παραβάσεως τοῦ κανονισμοῦ πρέπει νά γίνει δεκτός καί επειδή ἡ προσβαλλόμενη ἀπόφαση στηρίζεται σέ μία θεώρηση τοῦ κοινοτικοί) καθεστώτος ενισχύσεως τῆς μεταποιήσεως τῶν γεωργικών προϊόντων, ή ὁποία ὁδηγεί σέ διακρίσεις. Πράγματι, ἄν καί ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρθηκε στή φύση τοῦ σχεδίου ἐπενδύσεως πού εἶχε υποβάλει ὁ προσφεύγων ὡς δικαιολογία τῆς ἀρνήσεως της νά εξετάσει τήν αίτηση του, δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό γεγονός ὅτι ὁ Cattaneo Adorno εἶναι ένας μεμονωμένος γεωργικός επιχειρηματίας εἶχε ἀποφασιστική επίδραση ἐπί τῆς ληφθείσας ἀποφάσεως (πράγμα πού διασαφήνισε ἡ Επιτροπή ιδίως κατά τήν ἐξέλιξη τῆς δίκης).
"Οσον άφορᾶ τόν λόγο περί διακρίσεως σέ βάρος τῶν μεμονωμένων παραγωγών έναντι τῶν συνεταιρισμών παραγωγών, καί αυτός φυσικά συνδέεται μέ τήν ερμηνεία πού έδωσε ἡ 'Επιτροπή στόν κανονισμό 355/77. "Ας σημειωθεί ἐδῶ παρεμπιπτόντως ὅτι ἡ 'Επιτροπή, τονίζοντας κυρίως τό κριτήριο, σύμφωνα μέ τό ὁποιο τά σχέδια, γιά νά μπορούν νά τύχουν τῶν ενισχύσεων πού προβλέπονται στόν κανονισμό, πρέπει νά ἀποφέρουν ὄφελος σέ πλείονες παραγωγούς, τελικῶς δέχεται ὅτι οἱ γεωργικές επιχειρήσεις πού έχουν συνεταιριστική μορφή δύνανται νά υπαχθούν στην κατηγορία των δικαιούχων. Αυτό ἀντίκειται στην άποψη τῆς διαρκοῦς διακρίσεως μεταξύ επιχειρήσεων παραγωγής καί επιχειρήσεων μεταποιήσεως καί επομένως θέτει σέ ἀμφιβολία τήν ερμηνεία πού δίνει στό ἄρθρο 9 ἡ Ἐπιτροπή. Ἐκτός αὐτοῦ, παραμένει τό ζήτημα ἄν ἡ διάκριση μεταξύ μεμονωμένων γεωργικῶν παραγωγών καί συνεταιρισμών παραγωγών δικαιολογείται ἀντικειμενικά ή εἶναι αυθαίρετη καί ὁδηγεί ἑπομένως σέ διακρίσεις. Κατά τήν άποψη μου, ἄν στό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ δοθεί ἡ σημασία πού ἀναλύθηκε ἀνωτέρω, ἀναμφίβολα πρόκειται γιά αὐθαίρετη διάκριση. Επομένως, ὁ τελευταίος λόγος ἀκυρώσεως πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά κριθεί βάσιμος.
9.
'Εν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο νά δεχθεί τήν προσφυγή πού άσκησε ἡ επιχείρηση Cattaneo Adorno μέ δικόγραφο πού κατατέθηκε στίς 3 'Απριλίου 1980, νά ἀκυρώσει τήν ἀπόφαση πού εξέδωσε ἡ 'Επιτροπή στίς 24 'Ιανουαρίου 1980 ως πρός τήν επιχείρηση αύτη, καί νά καταδικάσει τήν καθ' ἧς στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy