ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤίΣ 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Σύμφωνα μέ τό Invoerbesluit Landen 1963, πού εκδόθηκε βάσει τοῦ In- en uitvoerwet, καί τοῦ ὁποίου ἡ ισχύς παρατάθηκε μέ νόμο τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1978, ἀπαγορεύεται στίς Κάτω Χῶρες ἡ εισαγωγή προϊόντων ἀπό την Τσεχοσλοβακία χωρίς έγκριση τοῦ υπουργού οικονομικῶν υποθέσεων. Ὅσον άφορᾶ ἰδιαίτερα τά μαντήλια, χορηγήθηκαν διαδοχικά ὡς τό 1978 άδειες εισαγωγής, μέχρις ὅτου — κατόπιν επαφών μέ τους ἁρμόδιους υπουργούς τῶν άλλων χωρών τῆς Benelux — εκδόθηκε ἀρνητική ἀπόφαση τοῦ υπουργού λόγω τοῦ όγκου τῶν εισαγωγών πού εἶχε επιτευχθεί.
Γιά τό 1979 προβλεπόταν γιά τά μαντήλια στην ἀπόφαση 79/252 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, μέ έναρξη ισχύος τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 60, τόμ. 11-013, σ. 199) ὅτι οι χώρες της Benelux ἀνοίγουν ποσόστωση ύψους 3393000 τεμαχίων γιά εισαγωγές ἀπό τήν Τσεχοσλοβακία (πρβλ. τό παράρτημα IΧ αυτής τῆς ἀποφάσεως). Τό μερίδιο πού σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση αύτη ἀναλογούσε στίς Κάτω Χώρες κατανεμήθηκε μέ ὑπουργική ἀπόφαση μέ κριτήριο τίς εισαγωγές μαντηλιών ἀπό τήν Τσεχοσλοβακία πού διενεργήθηκαν τό 1977.
Ἡ προσφεύγουσα τῆς κύριας δίκης είναι ἀντιπρόσωπος τῆς επιχειρήσεως Centrotex πού ἑδρεύει στην Πράγα, ἡ ὁποία προτίθετο νά προμηθεύσει μαντήλια στίς ὀλλανδικές ἑταιρείες Peijnenborg's Handelsmij BV καί Grotex-Textiles BV, παίρνει δέ γι' αυτές τίς εξαγωγές προμήθεια, ἀπό τήν επιχείρηση στην Πράγα, ἡ ὁποία φυσικά δέν καταβάλλεται ἄν λόγω ἀρνήσεως χορηγήσεως άδειας εἰσαγωγῆς δέν πραγματοποιηθεί ἡ παράδοση τοῦ εμπορεύματος.
Βάσει τῆς παραπάνω ρυθμίσεως δέ χορηγήθηκε τό Φεβρουάριο τοῦ 1979 στίς παραπάνω ὀλλανδικές επιχειρήσεις έγκριση εἰσαγωγῆς βαμβακερών μαντηλιών ἀπό τήν Τσεχοσλοβακία, τίποτα δέ δέν μεταβλήθηκε ἐν προκειμένω μετά τήν υποβολή ἐνστάσεων ὡς πρός τήν επιχείρηση Grotex, ή ὁποία προφανώς δέ διενήργησε εισαγωγές αὐτοῦ τοῦ είδους τό 1977, ἐνῶ στην εταιρεία Peijnenborg επιτράπηκε ἀργότερα ή εισαγωγή.
Ἀπό τό γεγονός αυτό ὠθήθηκε ἡ επιχείρηση Toneman σέ δικαστικό ἀγώνα γιά τήν άρση τῶν ἀρνητικών ἀποφάσεων, καθώς καί γιά ἀνόρθωση τῆς ζημίας, επικαλείται δέ ὅτι ἡ εισαγωγή μαντηλιών ἀπό τήν Τσεχοσλοβακία ήταν ἀπό πολλά χρόνια de facto ελεύθερη, εφόσον χορηγούνταν άδειες εἰσαγωγῆς άνευ ἑτερου. Ἐπίσης, τονίζει ιδιαιτέρως ὅτι ἡ δημοσίευση τῆς ἀποφάσεως περί ἀνοίγματος ποσοστώσεων πρέπει νά θεωρηθεί — επειδή έγινε μόλις στίς 12 Μαρτίου 1979 — ὡς καθυστερημένη. Τό σωστό θά ήταν νά εἶχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως οἱ ενδιαφερόμενοι γιά τους περιορισμούς τῶν εισαγωγών, ώστε νά τους λάμβαναν υπόψη κατά τή σύναψη τῶν εμπορικών τους συμφωνιών καί νά εἶχε τουλάχιστον προβλεφθεί μιά μεταβατική ρύθμιση γιά τίς ήδη συναφθείσες συμβάσεις.
Γιά τό δικαστήριο τῆς κύριας δίκης, τό όποιο θεωρεί τήν προσφυγή ὡς ἀπαράδεκτη ὡς πρός τήν ἀπόφαση πού ἀπευθύνθηκε στην εταιρεία Peijnenborg, τίθεται στή συνέχεια τό ερώτημα ἄν σέ μιά τέτοια περίπτωση δέν υφίσταται υποχρέωση δημοσιότητας ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο γιά τά εἴδη, γιά τά όποια ἀπαιτείται έγκριση εἰσαγωγῆς, καθώς καί γιά τίς λεπτομέρειες, σύμφωνα μέ τίς όποιες δίνεται ἡ έγκριση εισαγωγής ενόψει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοί) 1023/70 τοῦ Συμβουλίου τῆς 25ης Μαΐου 1970«περί θεσπίσεως κοινής διαδικασίας διαχειρίσεως τῶν ποσοστώσεων» (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. αριθ. Ν 24, τόμ. 11-001, σ. 114) ὅπου ὁρίζεται:
«τό ἀργότερο τρεις εβδομάδες μετά ἀπό κάθε κατανομή ποσοστώσεως, τά Κράτη μέλη γνωστοποιοῦν, μέ επίσημη δημοσίευση, τά προϊόντα γιά τά ὁποῖα καί τόν τρόπο κατά τόν ὁποιο εγκρίνονται οἱ εισαγωγές ἡ οἱ εξαγωγές ...»
Τό Δικαστήριο ἀνέβαλε γιά τό λόγο αυτό τή δίκη καί υπέβαλε σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«I.
Ό κανονισμός ΕΟΚ 1023/70 τοῦ Συμβουλίου πρέπει νά ἑρμηνευτεί κατά τήν ἔννοια ὅτι ἡ διάταξη περί δημοσιότητας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοῦ εἶναι εφαρμοστέα σέ ποσοστώσεις εισαγωγών, τίς όποιες ανοίγουν τά Κράτη μέλη σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως ΕΟΚ 79/252 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978;
II.
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, προκύπτει ἀπό τήν ὀρθή ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοί) 1023/70 — εἴτε θεωρούμενο αυτοτελῶς εἴτε λαμβάνοντας υπόψη τό χρονικό σημείο, κατά τό όποιο έγινε ἡ δημοσίευση κατά τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού — ὅτι ή ρύθμιση ενός Κράτους μέλους περί ἐγκρίσεων εισαγωγών ὡς πρός τό άνοιγμα ποσοστώσεων σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, δέν εἶναι έγκυρη, ἄν τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος δέν έλαβε υπόψη τή διάταξη περί δημοσιότητας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμού 1023/70;»
Ἐπί τῶν ερωτημάτων αυτών ἡ θέση μου εἶναι ἡ έξῆς:
1.
Θεωρῶ ὅτι ενδείκνυται, πρίν προχωρήσω πιό ἀναλυτικά, νά κάνω μερικές γενικές παρατηρήσεις στό δίκαιο τοῦ εξωτερικού εμπορίου τῆς Κοινότητας, σχετικά μέ τό πώς διεξάγεται έναντι χωρών κρατικού εμπορίου.
Είναι σημαντικό ὅτι ἐν προκειμένω δέν υπάρχει πλήρως ενιαίο σύστημα, επειδή ὁ βαθμός ελευθερώσεως τοῦ εμπορίου σέ σχέση μέ τίς χώρες κρατικού εμπορίου είναι εξαιρετικά διαφορετικός μέσα στίς χώρες μέλη.
Ἐν μέρει ισχύει ελευθέρωση τῶν εἰσαγωγῶν στην Κοινότητα. Ἐδώ εἶναι καθοριστικός ὁ κανονισμός 925/79 «περί τοῦ κοινού καθεστώτος εἰσαγωγῶν ἀπό χώρες κρατικού εμπορίου» (ΕΕ είδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 31 τόμ. 11-014, σ. 3) τά σχετικά προϊόντα ἀναφέρονται σ' έναν κατάλογο.
Ειδικώς ὡς πρός τά υφαντουργικά ἡ Κοινότητα έχει συνάψει μέ μερικές χώρες κρατικού εμπορίου — ὄχι μέ τήν Τσεχοσλοβακία — διμερείς συμφωνίες. Ἐν προκειμένω εἶναι καθοριστικός ὁ κανονισμός 3059/78 (ABl L 365 τῆς 27ης Δεκεμβρίου 1978, σ. 1).
Κατά τά λοιπά εξακολουθοῦν νά υπάρχουν διαφορετικά εθνικά συστήματα, ἰδίως — επειδή μόλις σιγά-σιγά δημιουργούνται κοινοτικές ποσοστώσεις — ὡς πρός τή διατήρηση τῶν εθνικών ποσοστώσεων. Ἐν προκειμένω, εἶχε κατ' ἀρχάς σημασία ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῆς 27ης Μαρτίου 1975 (75/210 ΕΟΚ) «περί τῶν αυτόνομων ρυθμίσεων εἰσαγωγῶν έναντι χωρών κρατικού εμπορίου» (ABl L 99 τῆς 21ης Ἀπριλίου 1975, σ. 7 ἑπ.). Ή ἀπόφαση αυτή θέσπιζε μια κοινοτική μέθοδο γιά τίς αυτόνομες ρυθμίσεις εἰσαγωγῶν, δηλαδή γιά τά προϊόντα, γιά τά όποια ισχύουν στίς χώρες μέλη ποσοτικοί περιορισμοί ἡ τῶν ὁποίων ή εισαγωγή μόνο σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη εἶναι ελεύθερη, καί ρυθμίζει τους όρους πού ισχύουν γιά τίς τροποποιήσεις τῶν ρυθμίσεων εισαγωγών. Στό άρθρο 2 αυτής τῆς ἀποφάσεως προβλέπεται ὅτι τά Κράτη μέλη μποροῆν, ὡς πρός τά είδη πού υπόκεινται σέ ποσοτικούς περιορισμούς έναντι χωρών κρατικοῦ ἐμπορίου καί πού ὅμως δέν εμπίπτουν στίς ποσοστώσεις πού ἀνοίγονται σύμφωνα μέ τό άρθρο 1, νά παρέχουν ἐτησίως έναντι καθεμίας ἀπό αὐτές τίς χῶρες δυνατότητες εισαγωγών, οι όποιες νά ἀνέρχονται κατ' ἀξία ἡ ὄγκο στό ἀνώτατο ὅψος τῶν εισαγωγών οἱ όποιες διενεργήθηκαν σέ ένα ἀπό τά τελευταία τρία χρόνια ὡς πρός ένα καί τό αυτό είδος ἀπό την τρίτη χώρα, γιά την ὁποία πρόκειται. Τό άρθρο 8 ὁρίζει ὅτι τό Συμβούλιο επιφέρει κάθε χρόνο τίς τροποποιήσεις πού, ενόψει τῶν ποσοστώσεων πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1, ἀποδεικνύονται ἀναγκαίες γιά τό ἑπόμενο έτος. Ἐπιπλέον, στην ἀπόφαση αυτή ἀναγράφηκαν καί ὡς πρός τίς χώρες πού ἀναφέρονται στό παράρτημα Ι οἱ ποσοστώσεις εισαγωγής πού ἴσχυαν γιά τό 1975.
Ἡ ἀπόφαση τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη — πάντως μερικώς — τήν τελευταία δέ φορά — καθόσον ενδιαφέρει ἐδῶ — μέ τήν παραπάνω ἀπόφαση 79/252. Ἀν καί στίς προηγούμενες ἀποφάσεις δέν είχαν καθοριστεί ποσοστώσεις γιά τά ἐν λόγω στην κύρια δίκη εἴδη ὡς πρός τίς χώρες τῆς Benelux στην παραπάνω απόφαση προβλέπεται μιά τέτοια ποσόστωση στό — ήδη παραπάνω — παράρτημα ΙΧ. Τοῦτο ὀφείλεται στό προηγουμένως ἀναφερόμενο άρθρο 2 τῆς αποφάσεως 75/210 καί στό γεγονός ὅτι οἱ εισαγωγές ἀκόμη καί παλαιότερα δέν ήταν ελεύθερες ἀλλά ὑπόκεινταν στην υποχρέωση άδειας μέ ὁρισμένους περιορισμούς, πράγμα πού θεωρήθηκε ὡς «ποσοτικός περιορισμός».
2.
Ἀν στή συνέχεια στραφοῦμε στό πρώτο ερώτημα, ἄν δηλαδή ἡ περί δημοσιότητας διάταξη τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοί) 1023/70 εἶναι εφαρμοστέα στίς ποσοστώσεις εισαγωγών πού άνοιξαν τά Κράτη μέλη σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως 79/252, ἡ ἀπάντηση δεν μπορεί — ὅπως κατέδειξαν ὁμόφωνα ἡ Ἐπιτροπή καί ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση — παρά νά είναι ἀρνητική.
Σημασία έχει, πράγματι, ὅτι κατά τό κοινοτικό δίκαιο γίνεται θεμελιώδης διάκριση μεταξύ ποσοστώσεων πού καθορίζει ἡ Κοινότητα ἑνιαίως κατ' ἀπόκλιση ἀπό τους κανονισμούς 925/79 καί 926/79 καί ποσοστώσεων εισαγωγών πού ἀνοίγουν τά Κράτη μέλη στά πλαίσια τῶν συστημάτων τους εισαγωγών — ἐν μέρει σημαντικά διαφορετικών — ἀκόμη κι ἄν αυτό συμβαίνει βάσει εξουσιοδοτήσεως ἀπό τήν Κοινότητα, ὅπως περιέχεται στό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως 74/252, σύμφωνα μέ τό όποιο ἐκδίδονται κανονισμοί γιά τίς κοινοτικές ποσοστώσεις καί ἀποφάσεις πού ἀπευθύνονται στά Κράτη μέλη γιά τίς εθνικές ποσοστώσεις. Εἶναι ὅμως ἀπόλυτα σαφές ὅτι ὁ κανονισμός πού επικαλείται ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης ισχύει μόνο γιά τή διαχείριση κοινοτικών ποσοστώσεων. Στίς αιτιολογικές σκέψεις αὐτοῦ τοῦ κανονισμοί) γίνεται λόγος γιά «κατανομή τῶν κοινοτικών ποσοστώσεων», τό δέ άρθρο 1 δέν ἀφήνει καμιά ἀμφιβολία ὅτι ὁ κανονισμός άφορᾶ μόνο ποσοστώσεις πού καθορίζει ἡ Κοινότητα αυτόνομα ἡ συμβατικά.
Ἀν τά παραπάνω συνηγοροῦν κατά τῆς ἐφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ σέ ἐθνικές ποσοστώσεις εισαγωγών, πού μποροῦν νά ἀνοιχθοῦν σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση 79/252, τότε ὁδηγούμαστε περαιτέρω καί στους ἑπόμενους συλλογισμούς.
Ή Ἐπιτροπή κατέδειξε ὅτι καί στην προκειμένη περίπτωση εἶναι ἀναγκαίο ν' ἀναφερ-θοῦμε στην ἀπόφαση 75/210 τήν ὁποία μνημόνευσα ήδη στην ἀρχή. Ή ἀπόφαση αυτή τροποποιήθηκε ἀπό μεταγενέστερες ἀποφάσεις μόνο ὡς πρός τόν ετήσιο καθορισμό τῶν ποσοστώσεων εισαγωγών, άρα ὡς πρός τό άρθρο 1 παράγραφος 1. Ἀντίθετα παρέμεινε ἀμετάβλητο καί συνεπώς σέ ἰσχύ γιά τά επόμενα χρόνια τό άρθρο 1 παράγραφος 2, στό όποιο ὁρίζεται: «οἱ διαδικασίες πού ισχύουν στά Κράτη μέλη γιά τό άνοιγμα καί τη ρύθμιση τῶν ποσοστώσεων δέ θίγονται». Ἀπό αυτό συνήγαγε ή Ἐπιτροπή δικαίως ὅτι ἀκόμα κι ἄν υποτεθεί ὅτι ὁ κανονισμός 1023/70 άφορᾶ κατ' ἀρχήν εθνικές ποσοστώσεις εισαγωγῶν, πρέπει ἐν πάση περιπτώσει νά ληφθεί ὡς ἀφετηρία τό ὅτι ἀποκλείεται ἡ εφαρμογή του στον τομέα τοῦ ἀνοίγματος καί διαχειρίσεως ἐθνικῶν ποσοστώσεων, δηλαδή ὅσον άφορᾶ τήν κατανομή τῶν ποσοστώσεων, τίς προϋποθέσεις ἐγκρίσεως εισαγωγών καί τά συναφή ζητήματα δημοσιότητας.
Παράλληλα ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση υπογράμμισε ὅτι βάσει τῶν παραπάνω κανονισμών ἐκδόθηκε ἡ ἀπόφαση 72/455 (ABl. L 299 τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1972, σ. 46 ἑπ.) στό άρθρο 1 τῆς ὁποίας προβλέπεται ὅτι τά Κράτη μέλη μπορούν νά τροποποιήσουν αὐτόνομα τίς ρυθμίσεις τους περί εισαγωγών έναντι τρίτων χωρών, ἀπό δέ τίς αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει ὅτι πρέπει νά γίνει σαφής διάκριση μεταξύ εθνικών ρυθμίσεων εισαγωγών καί κοινών — αὐτόνομων ἤ συμβατικών — ρυθμίσεων εισαγωγών. Ή ὀλλανδική κυβέρνηση πρόβαλε περαιτέρω ὅτι ἄν υποτεθεῖ ὅτι ὁ κανονισμός 1023/70 άφορᾶ καί εθνικές ποσοστώσεις, ἀκριβώς λόγω τοῦ ὅτι ἡ ἀπόφαση 75/210 διατηρήθηκε ἀνέπαφη στά ουσιώδη σημεία τῆς καί άρα πρέπει νά ισχύει καί ὡς πρός τόν καθορισμό καί τίς μεταβολές μεταγενέστερων ποσοστώσεων, τότε πρέπει νά λαμβάνονται υπόψη συγχρόνως δύο διαφορετικές διαδικασίες γιά τή μεταβολή τῶν συστημάτων εισαγωγών (άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ, άρθρο 4 καί 5 τῆς αποφάσεως) καί δύο διαφορετικές διατάξεις περί δημοσιότητας (άρθρο 3 τοῦ κανονισμοί), άρθρο 5 τῆς ἀποφάσεως). Αυτό ὅμως δέν μπορεί πράγματι νά εἶναι ἔλλογο καί ηθελημένο. Τέλος εἶναι ἐπίσης ἐνδιαφέρον τό ὅτι οἱ κανονισμοί περί κοινοτικών ποσοστώσεων, πχ. τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ 3020/77 (ABl. L 357 τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1977, σ. 51), ἀναφέρονται ρητά στόν κανονισμό 1023/70, πράγμα πού δέ συμβαίνει μέ τίς ἀποφάσεις περί εθνικών ποσοστώσεων.
3.
Ἐνόψει τοῦ σαφοῦς αὐτοῦ συμπεράσματος, στό όποιο ὁδηγεί ἡ εξέταση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, παρέλκει ἡ ἔρευνα τοῦ δεύτερου ἐρωτήματος, τό όποιο τέθηκε μόνο γιά τήν περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στό πρώτο ερώτημα.
4.
Συνεπῶς, προτείνω νά δοθεί στην αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως τοῦ College van Beroep voor het Bedrijfsleven ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση:
Ή διάταξη περί δημοσιότητας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοί) 1023/70 δέν εφαρμόζεται σέ ποσοστώσεις εισαγωγῶν πού ανοίγουν τά Κράτη μέλη σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 3 τῆς αποφάσεως ΕΟΚ 79/252.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy