ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό άρθρο 29 παράγραφος 1 τοῦ κανο-νισμοῦ 1035/72 τοῦ Συμβουλίου περί κοινῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγορᾶς στον τομέα των ὀπωροκηπευτικών (ΕΕ εἰδ. ἔκο. ἀριθ. Ν 188, τόμ. 03/007, σ. 250) ὅπως τροποποιήθηκε ἀπό τόν κανονισμό 2454/72 τοῦ Συμβουλίου (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 266, τόμ. 03/008, σ. 182) ὁρίζει:
«1. Δύνανται νά ἐφαρμοσθοῦν κατάλληλα μέτρα γιά τίς συναλλαγές μέ τίς τρίτες χώρες:
—
ἄν, μέσα στην Κοινότητα, συνεπεία των εισαγωγών ἡ τῶν εξαγωγῶν, ή ἀγορά ενός ἡ περισσοτέρων ἀπό τά προϊόντα πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 υφίσταται ἡ ἀπειλείται νά ὑποστεί σοβαρές διαταραχές, οι όποιες θά ήταν δυνατό νά θέσουν σέ κίνδυνο τους στόχους τοῦ άρθρου 39 τῆς συνθήκης,
—
ἡ ἄν, γιά τά προϊόντα πού ἀπαριθμοῦνται στό παράρτημα III α, οἱ πράξεις ἀποσύρσεως ἡ ἀγορᾶς πού πραγματοποιούνται στά πλαίσια των διατάξεων τῶν άρθρων 18 καί 19 ἀναφέρονται σέ σημαντικές ποσότητες.
Τά μέτρα αυτά δέ δύνανται νά εφαρμοσθούν παρά μόνον έως ὅτου, ἀνάλογα μέ την περίπτωση, εἴτε εκλείψει ή διαταραχή ἡ ἡ ἀπειλή διαταραχής εἴτε οι ποσότητες πού ἀποσύρονται ή ἀγοράζονται υποστούν σημαντική μείωση.»
Σύμφωνα μέ τήν υποπαράγραφο 2 τῆς ἀνωτέρω διατάξεως τό Συμβούλιο θεσπίζει τίς εκτελεστικές διατάξεις αὐτης τῆς παραγράφου. Ή παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 29 ὁρίζει περαιτέρω ὅτι, σέ περίπτωση πού ἀνακύπτει ἡ κατάσταση πού ἀναφέρεται στην παράγραφο 1, ἡ 'Επιτροπή ἀποφασίζει τά ἀναγκαία μέτρα, τά όποια γνωστοποιοῦνται στά Κράτη μέλη καί εφαρμόζονται αμελλητί.
Οἱ προϋποθέσεις γιά τήν εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως στόν τομέα τῶν ὀπωροκηπευτικῶν καθορίστηκαν στόν κανονισμό 2707/72 (ΕΕ ειδ. ἔκδ. ἀριθ. Ν 291, τόμ. 03/008, σ. 217). Τό άρθρο 1 ὁρίζει:
«Γιά νά εκτιμηθεί ἄν προκύπτει ἡ κατάσταση πού ἀναφέρεται στό άρθρο 29 παράγραφος 1 πρώτη περίπτωση τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 1035/72, λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη :
α)
ὁ ὄγκος τῶν πραγματοποιηθεισῶν ἡ των προβλεπόμενων εισαγωγῶν ἡ εξαγωγών,
β)
οἱ διαθέσιμες ποσότητες τῶν προϊόντων στήν ἀγορά τῆς Κοινότητας,
γ)
οἱ τιμές πού διαπιστώνονται γιά τά εγχώρια προϊόντα στήν αγορά τῆς Κοινότητας ἡ ἡ προβλεπόμενη εξέλιξη τῶν τιμών αυτών καί ἰδίως ἡ τάση τους γιά υπερβολική πτώση ἡ άνοδο σέ σχέση πρός τίς τιμές βάσεως ή, γιά τά προϊόντα πού δέν ἀποτελούν ἀντικείμενο τιμής βάσεως, σέ σχέση πρός τίς τιμές τῶν τελευταίων ετών,
δ)
ἄν ἡ κατάσταση πού προβλέπεται στήν ἀρχή τοῦ παρόντος ἄρθρου προκύπτει λόγω τῶν εισαγωγών:
—
οἱ τιμές πού διαπιστώνονται στην ἀγορά τῆς Κοινότητας γιά τά προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών καί ἰδίως ἡ τάση τῶν τιμών αὐτῶν γιά υπερβολική πτώση,
—
οἱ ποσότητες, γιά τίς όποιες λαμβάνουν χώρα ἡ θά ήταν δυνατό νά λάβουν χώρα πράξεις ἀποσύρσεως.
Στό άρθρο 3 ἀναφέρεται:
«(1) Τά μέτρα πού δύνανται νά ληφθούν κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 29 παράγραφοι 2 καί 3 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 1035/72 εἶναι:
—
ή ἀναστολή τῶν εισαγωγών ἡ τώῶ εξαγωγών ἡ ἡ είσπραξη φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τήν εξαγωγή, ὅταν προκύπτει ἡ κατάσταση πού προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρώτη περίπτωση τοῦ άρθρου αὐτοῦ
—
ή ἀναστολή τῶν εισαγωγών ἡ ή είσπραξη ἑνός συμπληρωματικοῦ ποσοῦ ίσου μέ 50 ο/ο τῆς διαφοράς μεταξύ τῆς τιμῆς βάσεως καί τῆς τιμῆς πού ἀναφέρεται στό άρθρο 18 παράγραφος 1 ὑπό α) πρώτη περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 1035/72, ὅταν προκύπτει ή κατάσταση πού προβλέπεται στήν παράγραφο 1 δεύτερη περίπτωση τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
...
(2) Τά μέτρα αυτά δύνανται νά ληφθούν μόνο κατά τό μέτρο καί γιά τη διάρκεια πού κρίνονται απολύτως ἀναγκαία.
(3) Τά μέτρα, τά όποια προβλέπονται στην παράγραφο 1, λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των προϊόντων κατά τη διάρκεια τῆς διαμετακομίσεως τους πρός την Κοινότητα ... Δύνανται νά περιορισθούν σέ προϊόντα ὁρισμένων προελεύσεων, καταγωγῶν, ... ποιοτήτων καί ὁρισμένων μεγεθών ἡ ὁμάδων ποικιλιῶν. Όσον άφορᾶ τά μέτρα πού προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρώτη περίπτωση, δύνανται νά περιορισθοῦν σέ εισαγωγές μέ προορισμό ὁρισμένες περιοχές τῆς Κοινότητας ἡ σέ εξαγωγές πού προέρχονται ἀπό τέτοιες περιοχές.»
Τήν άνοιξη τοῦ 1979 ἡ 'Επιτροπή θεώρησε ὅτι ὄφειλε νά εφαρμόσει αὐτές τίς διατάξεις, επειδή διαπίστωσε ὅτι ἡ παραγωγή επιτραπέζιων μήλων κατά τό τρέχον οικονομικό έτος εἶχε ὑπερβεῖ σημαντικά τήν παραγωγή τοῦ προηγούμενου ἔτους, ὅτι οἱ υπάρχουσες ἀποθεματοποιημένες ποσότητες ήταν σημαντικά μεγαλύτερες ἀπ᾽ ὅ,τι κατά τό ἴδιο χρονικό σημείο τῶν δύο τελευταίων οικονομικών ετών, ὅτι σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη οἱ τιμές παραγωγού σέ σύγκριση μέ τήν τιμή βάσεως ήταν ιδιαίτερα χαμηλές καί ὅτι οι κατά τό τρέχον οικονομικό έτος διαθέσιμες γιά εξαγωγή ποσότητες ἀπό χώρες τοῦ νότιου ἡμισφαίριου φαίνονταν νά ήταν μεγαλύτερες ἀπ᾽ ὅ,τι τά προηγούμενα οικονομικά έτη. Ή Ἐπιτροπή προσπάθησε ἀρχικά — ἀρχές Μαρτίου —, μέ διαπραγματεύσεις μέ τίς κυριότερες προμηθεύτριες χώρες, νά επιτύχει μία μείωση τῶν προβλεπόμενων εξαγωγών ύψους 380000 τόνων, ἀπό τους ὁποίους 75000 ἀντιστοιχούσαν στή Χιλή, σέ 310000 τόνους, μπόρεσε δέ νά έρθει σέ συμφωνία μέ τή Νότια 'Αφρική, τήν 'Αργεντινή, τήν Αυστραλία καί τή Νέα Ζηλανδία. Ή Χιλή ἀντίθετα επέμεινε στή δυνατότητα νά εξαγάγει στην Κοινότητα τουλάχιστον 55000 τόνους, δεδομένου ὅτι είχαν ήδη συναφθεῖ σχετικές συμβάσεις εξαγωγής. Στηριζόμενη στην εκτίμηση ὅτι ή Κοινότητα δέν μπορούσε νά ἀπορροφήσει χωρίς διαταραχή περισσότερο ἀπό 310000 τόνους, ἀπό τους ὁποίους — μετά ἀπό ποσοστιαίες μειώσεις τῶν προβλεπόμενων εξαγωγών — 42000 τόνοι ἀντιστοιχούσαν στή Χιλή, ἡ Ἐπιτροπή προσπάθησε νά επιτύχει αυτό τό στόχο ὅσον άφορᾶ τή Χιλή, μέ μονομερή μέτρα διασφαλίσεως.
Προκειμένου νά επιτευχθεί στίς 25 'Απριλίου ἡ παραπάνω ποσότητα καί επειδή σύμφωνα μέ τίς διαθέσιμες πληροφορίες έπρεπε νά ἀναμένονται εμπορεύματα πού βρίσκονταν ήδη καθ' ὁδόν ἡ πλοία πού είχαν φορτωθεί τίς τελευταίες μέρες, ἡ 'Επιτροπή εξέδωσε στίς 5 'Απριλίου 1979 τόν κανονισμό 687/79 (ABl. L 86 τῆς 6ης 'Απριλίου 1979, σ. 18). Ό κανονισμός αυτός ὅριζε στό άρθρο 1 ὅτι ἡ διάθεση στό ελεύθερο εμπόριο μήλων τῆς διακρίσεως 08.06 Α II τοῦ κοινού δασμολογίου καταγωγής Χιλής ἀναστέλλεται ἀπό 25 'Απριλίου ως 15 Αυγούστου. Συγχρόνως δήλωνε ἡ 'Επιτροπή στή χιλιανή κυβέρνηση μέ προφορική διακοίνωση στίς 6 'Απριλίου 1979 ὅτι ήταν διατεθειμένη νά ἐπανεξετάσει τά μέτρα πού έλαβε εφόσον οἱ εισαγωγές στίς 25 'Απριλίου δέ θά ἀνέρχονταν στην καθορισμένη ποσότητα (42000 τόνοι).
Ἡ 'Επιτροπή, ἀφοῦ ἡ χιλιανή πρεσβεία της ἀνακοίνωσε μέ υπόμνημα τῆς 17ης 'Απριλίου 1979 ὅτι τρία πλοία μέ φορτίο 6400 τόνων, οἱ όποιοι εἶχαν ληφθεί υπόψη στίς προηγούμενες εκτιμήσεις, δέ θά έφθαναν στην Κοινότητα πρίν ἀπό τίς 25 'Απριλίου, εξέδωσε, γιά νά διευκολύνει αυτές τίς εισαγωγές άλλά καί γιά νά εξασφαλίσει ὅτι δέ θά γίνονταν περαιτέρω εισαγωγές, στίς 23 'Απριλίου 1979 τόν κανονισμό 797/79 (ABl. L 101 τῆς 24ης 'Απριλίου 1979, σ. 7), τό άρθρο 1 τοῦ ὁποιου συμπλήρωσε τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 687/79 μέ τίς ἀκόλουθες διατάξεις:
«Ή θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία μέσα στην Κοινότητα τῶν μήλων πού ἀναφέρονται στό πρῶτο εδάφιο, τά όποια μεταφέρονται μέ φορτηγά πλοία πού εγκατέλειψαν τή Χιλή τό ἀργότερο μέχρι τίς 12 'Απριλίου 1979 καί κατευθύνονται σ' ένα λιμάνι τῆς Κοινότητας, ἀναστέλλεται ἀπό τήν 5η Μαΐου 1979.
...»
Στίς 5 Μαΐου 1979 κατέστη σαφές ὅτι ὁρισμένες ἀπό τίς ποσότητες μήλων καταγωγής Χιλής, πού λήφθηκαν μέχρι τότε υπόψη, δέν προορίζονταν γιά τήν ἀγορά τῆς Κοινότητας καί ὅτι ἀπό τίς ποσότητες πού εγκρίθηκαν στή Χιλή εἰσάχθηκαν μόλις 38600 τόνοι. 'Επειδή έγινε γνωστό ὅτι δύο πλοῖα μέ ένα φορτίο 3800 τόνων είχαν φθάσει στην Κοινότητα μεταξύ τῆς 5ης καί τῆς 19ης Μαΐου — τό εμπόρευμα εἶχε τεθεί σέ τελωνειακή ἀποταμίευση — ή 'Επιτροπή στίς 12 'Ιουνίου 1979 εξέδωσε περαιτέρω τόν κανονισμό 1152/79 (ABl. L 144 τῆς 13ης 'Ιουνίου 1979, σ. 13), ὁ όποιος τροποποίησε τό δεύτερο εδάφιο τοῦ άρθρου 1 τοῦ κανονισμού 687/79 ὡς έξῆς:
«Ἡ θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία μέσα στην Κοινότητα τῶν μήλων πού ἀναφέρονται στό πρῶτο εδάφιο, τά όποια μεταφέρονται μέ φορτηγά πλοία πού έφθασαν σ' ἕνα λιμάνι τῆς Κοινότητας πρίν ἀπό τίς 19 Μαΐου 1979, ἀναστέλλεται ἀπό τή 17η 'Ιουνίου 1979.»
Μέ αυτό τόν τρόπο μπόρεσαν νά εἰσαχθοῦν στην Κοινότητα προφανώς 42000 τόνοι συνολικώς μήλων Χιλής κατά τό οικονομικό έτος 1978/1979.
Ἡ επιχείρηση εισαγωγών καί χονδρεμπόρίου ὀπωροκηπευτικών Firma Dürbeck, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εἶχε συνάψει συμβάσεις γιά τήν εισαγωγή 300000 κιβώτιων μήλων καταγωγής Χιλής ἀπό τά όποια εἶχαν εισαχθεί κατά τήν έκδοση τοῦ κανονισμού 687/79 μόλις 180000. Ἡ ὑπόλοιπη ποσότητα έπρεπε νά φορτωθεί κατά τρόπο ὥστε τό πλοίο στή Χιλή νά μπορούσε νά ἐγκαταλείψει τό λιμάνι μεταξύ τῆς 18ης καί τῆς 20ής 'Απριλίου 1979. 'Ενόψει τῶν μέτρων πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή καί επειδή αυτή δέν Ικανοποίησε τήν αἴτηση περί χορηγήσεως κατ' εξαίρεση εγκρίσεως γιά 2000 τόνους ἡ ὁποία τῆς υποβλήθηκε μέ τηλετύπημα στίς 10 καί 12 'Απριλίου 1979, ἡ Firma Dürbeck κατάγγειλε τό συμβόλαιο ἀγοράς καί τό ναυλοσύμφωνο.
Γιά νά καταστήσει δυνατό τόν έλεγχο τῆς νομιμότητας τῶν μέτρων πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή, 'ίσως επίσης καί γιά νά προετοιμάσει δικαστικό ἀγώνα γιά ἀποζημίωση, ὅπως καί έγινε ἀργότερα, κατά τῆς Κοινότητας (πρβλ. υπόθεση 11/81), ἡ Firma Dürbeck εισήγαγε στίς 25 'Ιουλίου 1979 ἀεροπορικώς δύο χαρτοκιβώτια μέ μήλα Χιλής βάρους 45 χιλιόγράμμων, τόν εκτελωνισμό τῶν ὁποίων ἀρνήθηκε τό Κεντρικό Τελωνείο 'Αερολιμένα Φραγκφούρτης/Μάιν, επικαλούμενο τόν κανονισμό της Ἐπιτροπῆς 687/79.
Ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀρνήσεως προσέφυγε ή Firma Dürbeck στό Hessisches Finanzgericht μέ τήν αιτιολογία ὅτι οἱ ἀμέσως ἀνωτέρω κανονισμοί τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι άκυροι. Ή 'Επιτροπή, κατά τήν προσφεύγουσα, δέν προέβη σέ επιμελή έρευνα καί ἀξιολόγηση τῆς καταστάσεως ὁπως ήταν ἀπαραίτητο σύμφωνα μέ τίς παραπάνω κοινοτικές διατάξεις. 'Επιπλέον οἱ κανονισμοί τῆς 'Επιτροπής παραβίασαν τήν ἀρχή τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης καί τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων, τέλος δέ τά μέτρα πού λήφθηκαν πρέπει νά θεωρηθούν ὡς ἀνεπίτρεπτα επειδή παρέβησαν τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 110 τῆς συνθήκης ΕΟΚ σέ συνδυασμό μέ τίς διατάξεις τῆς Γενικής συμφωνίας δασμών καί εμπορίου (GATT) καί τοῦ διεθνούς εξωτερικού εμπορικού δικαίου.
'Ενόψει αυτών τῶν ισχυρισμών τό Hessisches Finanzgericht μέ διάταξη τῆς 24ης Μαρτίου 1980 ἀνέβαλε τη δίκη καί ὑπέβαλε γιά έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Είναι έγκυρος ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 687/79 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 5. 4. 1979 (ABl. L 86/18) σέ συνδυασμό μέ τους τροποποιητικούς κανονισμούς 797/79 τῆς 23. 4. 1979 (ABl. L 101/7) καί 1152/79 τῆς 12. 6. 1979 (ABl. L 144/13);»
Πρίν εξετάσω αυτό τό ερώτημα υπενθυμίζω ὅτι ἡ χιλιανή κυβέρνηση ζήτησε στά πλαίσια τῆς GATT καί βάσει τοῦ άρθρου ΧΧΙΙΙ 2 διαβουλεύσεις ὡς πρός τά μέτρα πού λήφθηκαν καί ὅτι έγιναν σχετικά συνεδριάσεις μιᾶς ὁμάδας εργασίας στίς 24 Μαρτίου καί στίς 18 'Ιουνίου 1980. Γιά τά ἀποτελέσματα πού προέκυψαν σχετικώς μᾶς πληροφόρησε ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπής κατά τήν προφορική διαδικασία.
'Εξάλλου τά μέτρα τῆς Ἐπιτροπῆς πού ενδιαφέρουν ἐδῶ ἀποτελοῦν τό ἀντικείμενο τριών εκκρεμών δικών (υποθέσεις 201, 202 καί 253/80) πού κίνησαν άλλες επιχειρήσεις εὐθέως ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατά τό άρθρο 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Καθόσον σ' αυτές τίς δίκες προβάλλονται πρόσθετα επιχειρήματα σχετικά μέ τή νομιμότητα τῶν μέτρων πού λήφθηκαν είναι αὐτονόητο ὅτι θά τά εξετάσω ήδη στην παρούσα δίκη, επειδή κατά τή γνώμη μου τό Δικαστήριο ὀφείλει, ἀκόμα καί ἄν δέν έχει σχετική υποχρέωση στό πλαίσιο τοῦ έλεγχου τοῦ κύρους κατά τό ἄρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά συμπεριλαμβάνει στην ἔρευνά του συγχρόνως εκκρεμείς δίκες πού ἀφορούν τό ἴδιο πρόβλημα.
1.
Στην ἀρχή ὅσων πρόκειται νά εκθέσω, ὀφείλω νά κάνω μιά σύντομη παρατήρηση ὡς πρός τό παραδεκτό. 'Η 'Επιτροπή δέν τό ἀμφισβήτησε βέβαια ρητά άλλά στό υπόμνημα τῆς ἀφήνει νά εννοηθεί ὅτι θεωρεί τήν επίδικη στην κύρια δίκη μέθοδο εισαγωγής — παράδοση μιᾶς ελάχιστης ποσότητας μήλων Χιλής ἀεροπορικώς — ὡς ἀπόλυτα ἀσυνήθιστη.
Σέ συμφωνία μέ τήν προσφεύγουσα φρονώ εντούτοις ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀρνηθούμε νά δώσουμε λύση στό πρόβλημα κοινοτικού δικαίου πού μᾶς υποβλήθηκε μέ τήν αἰτιολογία ὅτι δέν υπάρχει έννομο συμφέρον επειδή πρόκειται γιά τεχνητό τρόπο ενέργειας. Τό ἄν υπάρχει έννομο συμφέρον πρέπει νά κριθεί ἀπό τό δικαστή τῆς κύριας δίκης, ὁ όποιος προφανώς δέ διέκρινε κανένα λόγο γιά νά ἀμφιβάλει ὡς προς αυτό. Παράλληλα δέν μπορεί κανείς νά ισχυριστεί ὅτι ἡ προσφεύγουσα θά μπο-ροῦσε νά ἀσκήσει τά δικαιώματά τῆς μέ άλλο τρόπο. Πράγματι δέν μπορεί νά γίνει λόγος γιά ἀπευθείας προσβολή τῶν μέτρων πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή σύμφωνα μέ τό άρθρο 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ λόγω τοῦ νομοθετικού χαρακτήρα τους. Ή ἀγωγή ἀποζημιώσεως ὅμως λόγω ευθύνης τῶν ὀργάνων, τήν άσκηση τῆς ὁποίας ἀποφάσισε στό μεταξύ ἡ προσφεύγουσα, διέπεται ἀπό εντελώς ειδικές προϋποθέσεις. Συνεπώς δύσκολα μπορεί νά επικριθεί τό ὅτι επιδιώκεται προηγουμένως ἡ έρευνα τοῦ κύρους τῆς προσβαλλόμενης ὡς ζημιογόνου πράξεως μέ έναν άλλο επίσης τρόπο, ὁ όποιος φαίνεται πρόσφορος ἐν προκειμένω, καί γιά τόν όποῖο, σύμφωνα μέ τό γερμανικό δίκαιο — άδειες εισαγωγής δέν ἀπαιτούνται — προϋπόθεση εἶναι ἡ πραγματική διενέργεια μιᾶς εισαγωγής.
2.
Σύμφωνα μέ τά νόμιμα ερείσματα πού ἀναφέρθηκαν στην ἀρχή, τά όποια ισχύουν γιά τά μέτρα τῆς 'Επιτροπής, εἶναι σαφές ὅτι, γιά νά δοθεῖ ἀπάντηση στό ερώτημα πού υποβλήθηκε, ἡ οικονομική έρευνα — τής καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς στην Κοινότητα καί τῆς επιδράσεως τῶν εισαγωγών σ' αὐτήν — έχει μεγάλη βαρύτητα. Πρίν ἀσχοληθώ μέ αύτη θά ήθελα νά προτάξω μερικές καθαρά ἤ κυρίως νομικές σκέψεις, γιά τίς όποιες έδωσαν ἀφορμή οἱ Ισχυρισμοί πού προβλήθηκαν στην παρούσα δίκη καί στη δίκη περί ἀποζημιώσεως.
α)
Οἱ προσφεύγοντες τῆς υποθέσεως 201/80 τόνισαν τήν ἀναγκαιότητα συσταλτικής ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72 καί κατά συνέπεια τή διενέργεια εξαιρετικά διεξοδικοῦ έλεγχου των μέτρων πού στηρίζονται σ' αυτό τό άρθρο. Οἱ προσφεύγοντες ἐπέστησαν τήν προσοχή στό ὅτι ἡ ἀναστολή τῶν εισαγωγῶν συνιστά ἀπόκλιση ἀπό τό άρθρο 22 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72, σύμφωνα μέ τό όποιο ή εφαρμογή ποσοτικών περιορισμών ἡ μέτρων ισοδύναμου ἀποτελέσματος κατά τήν εισαγωγή ἀπό τρίτες χώρες ἀπαγορεύεται. 'Εξάλλου ἡ λειτουργία κυρίως τοῦ συστήματος πού θεσπίζει τό άρθρο 23 ἑπ. τοῦ κανονισμοῦ 1035/72 — καθορισμός τιμών ἀναφοράς καί τιμών εισαγωγής, καθώς καί επιβολή εξισωτικών εισφορών κατά τήν εισαγωγή — έγκειται στην ἀποφυγή διαταραχών, οἱ όποιες θά μπορούσαν νά προκύψουν ἀπό τό επίπεδο τιμών τῶν προσφορών ἀπό τρίτες χώρες.
Ή ὀρθότητα αυτής τῆς ἀπόψεως δέν μπορεί γενικά νά ἀμφισβητηθεί. Ἀπό τήν άλλη μεριά ὅμως δέν μπορεί νά παραβλέπεται ὅτι ή ἀποστολή πού έχει ἀνατεθεί στην 'Επιτροπή — έρευνα τῆς υπάρξεως σοβαρής ή επαπειλούμενης διαταραχής, καθώς καί τῶν συνεπειών πού συνάγονται ἀπ' αυτό — ἀπαιτεί ευρύ πεδίο εκτιμήσεως επειδή ή ἀποστολή αυτή συνεπάγεται μιά οικονομική προεκτίμηση ἀναγκαστικά περίπλοκου χαρακτήρα καί επειδή πρόκειται γιά λήψη πολύπλοκων οικονομικών μέτρων.. Αυτό τονίστηκε μέ ἀπόλυτη σαφήνεια μέ τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 40/72 (Ι. Schroeder KG κατά 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, απόφαση τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1973, Slg. 1973, σ. 125, ἰδίως σκέψη 14), στην οποία επρόκειτο γιά μιά παρόμοια κατάσταση — προστατευτικά μέτρα κατά τῆς εισαγωγής επεξεργασμένων προϊόντων ντομάτας.
β)
Ή προσφεύγουσα στην κύρια δίκη επέκρινε τό ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί τῆς 'Επιτροπής δέν ἀνέφεραν τόν κανονισμό 2707/72, στον όποιο — ὅπως ήδη εκτέθηκε — καθορίζεται τί πρέπει νά λαμβάνεται ὑπόψη κατά τήν κρίση τοῦ ζητήματος, ἄν υφίσταται μία κατάσταση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72, θεωρεί δέ ὅτι αυτό συνιστά τυπικό ελάττωμα τό όποιο συνεπάγεται τό μή έγκυρο τῶν κανονισμών τῆς 'Επιτροπής, γιατί εἶναι ἀμφισβητήσιμο τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή τήρησε τίς διατάξεις τοῦ κανονισμού 2707/72. Ἐν πάση περιπτώσει παρέμειναν έτσι στοιχεῖα άγνωστα στους θιγόμενους, τά όποια εἶχαν ἀνάγκη γιά τή δικαστική τους άμυνα.
Σχετικά, θά ήθελα νά εκφράσω τή γνώμη ὅτι ὡς νόμιμο έρεισμα γιά τους κανονισμούς τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νά θεωρηθεί πρωτίστως ὁ κανονισμός 1035/72, γιά τόν όποιο γίνεται ρητά λόγος στίς αιτιολογικές σκέψεις τῶν κανονισμών τῆς 'Επιτροπής. Παράλληλα, τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ἔλαβε υπόψη τόν κανονισμό 2707/72 δέ φαίνεται μόνο ἀπό τίς οἰκονομικές σταθμίσεις, γιά τίς όποιες γίνεται λόγος στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ, άλλά επιπλέον καί ἀπό τά στοιχεία πού παρασχέθηκαν κατά τή δίκη, έτσι ώστε μέ βεβαιότητα νά ἀποκλείεται ἡ ὑπόνοια παρακωλύσεως τῆς δικαστικής άμυνας, πράγμα πού ἀκριβώς δέ φαίνεται πιθανό καί ἀπό τους έγγραφους ισχυρισμούς τῆς προσφεύγουσας.
Συνεπώς δέν υφίσταται κανένας λόγος νά χαρακτηριστεί τό κενό πού παρουσιάστηκε στην παρούσα περίπτωση ὡς παράλειψη ουσιώδους τύπου, ἡ οποία ὁδηγεί σέ ἀκυρότητα τοῦ μέτρου πού λήφθηκε.
γ)
Οἱ προσφεύγοντες στην υπόθεση 201/80 παρατήρησαν περαιτέρω επικρίνοντας τίς αιτιολογικές σκέψεις τῶν κανονισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι σ' αυτές δέν αναφερόταν τίποτα γιά τίς τιμές των προϊόντων ἀπό τρίτες χῶρες καί γιά την τάση πτώσεως τῆς τιμής συναλλάγματος παρόλο ὅτι αυτό ἀναφερόταν στον κανονισμό 2707/72 ὡς ἕνα στοιχείο πού έπρεπε νά ληφθεί υπόψη. 'Επιπλέον ἐπέκριναν τό ὅτι στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμού 687/79 γίνεται λόγος μόνο γιά άμεσο κίνδυνο ευρέων ἀποσύρσεων, καθώς καί ὅτι οἱ εισαγωγές ἀπό τρίτες χώρες θά μπορούσαν θεωρητικά νά αυξήσουν τίς ποσότητες πού θά έπρεπε νά ἀποσυρθούν ἀπό τήν αγορά. Αὐτό φαίνεται νά ἀρκεῖ κατά τόν κανονισμό 2707/72, τό άρθρο 1 στοιχείο δ τοῦ ὁποίου μιλάει γιά «ποσότητες γιά τίς όποιες λήφθηκαν ἡ θά μπορούσαν νά ληφθούν μέτρα ἀποσύρσεως». Σύμφωνα ὅμως μέ τό άρθρο 29 τοῦ κανονισμού 1035/72 μέτρα εναντίον τρίτων χωρών λόγω ἀποσύρσεων ἀπό τήν ἀγορά ήταν δυνατό νά ληφθούν μόνο εφόσον εἶχαν πράγματι ληφθεί μέτρα ἀποσύρσεως ἤ εξαγοράς καί ἀναφέρονταν σέ σημαντικές ποσότητες. Έχοντας αυτό ὡς βάση θά πρέπει συνεπώς νά γίνει δεκτό — καί εφόσον δέν ἀμφισβητείται ἡ συμφωνία τοῦ κανονισμού 2707/72 μέ τόν κανονισμό 1035/72 — ὅτι τό κριτήριο πού συνάγεται ἀπό τόν κανονισμό 2707/72 πρέπει νά νοηθεί τουλάχιστον μέ τήν έννοια ὅτι κατά τίς ἀποσύρσεις ἀπό τήν ἀγορά πρόκειται γιά μία τωρινή δυνατότητα καί ὄχι μόνο — ὅπως ἀναφέρουν οἱ αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμού τῆς Ἐπιτροπῆς — γιά èva μελλοντικό κίνδυνο.
Πρέπει επιπλέον νά σημειωθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή σύμφωνα μέ τό σύστημα τοῦ κανονισμού 1035/72 (πρβλ. άρθρο 23 ἑπ.) πληροφορείται συνεχώς γιά τίς τιμές στίς τρίτες χώρες. Συνεπώς δέν μπορεί νά γίνει λόγος ὅτι δέν έλαβε υπόψη αυτά τά στοιχεία καί τίς τάσεις εξελίξεως τους. Τό ὅτι εντούτοις δέ γίνεται λόγος γι᾽ αυτό στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμού εξηγείται ἀπό τό ὅτι οἱ εισαγωγές ἀπό τρίτες χώρες καί ἡ εξέλιξη τους κατά τήν άνοιξη τοῦ 1979 ενόψει τοῦ ὁπωσδήποτε ήδη σαφώς χαμηλού επιπέδου τιμών στην Κοινότητα συνιστούσαν γιά τήν 'Επιτροπή λιγότερο ένα πρόβλημα τιμών καί περισσότερο ἕνα πρόβλημα ποσοτήτων. Ή 'Επιτροπή δέ φοβόταν τόσο μία διαταραχή τῆς ἀγορᾶς ἀπό μία περαιτέρω πτώση τῶν εσωτερικών τιμών ὅσο, ἀντιθέτως, ἀπό μία μείωση τῶν πωλήσεων καί μία επέκταση τῶν συνδεόμενων μέ αυτή μέτρων παρεμβάσεως. Ἡ παρούσα υπόθεση θυμίζει σχετικά τίς υποθέσεις 41-44/70 (NV International Fruit Company καί λοιποί κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 13ης Μαΐου 1971, Slg. 1971, σ. 411 ἑπ.), στίς όποιες γιά τήν κρίση τῶν μέτρων διασφαλίσεως πρός ὄφελος τῆς ἀγορᾶς μήλων δέ δόθηκε μεγάλη σημασία στίς τιμές τῶν εισαγόμενων προϊόντων, ἐνῶ θεωρήθηκε επαρκές τό ὅτι ἀπό τίς αυξανόμενες εισαγωγές, οἱ ὁποιες όφειλαν νά καλύψουν τή ζήτηση, παρουσιαζόταν κίνδυνος εντονότερων παρεμβάσεων.
'Εξάλλου δέν μπορεῖ κατά τή γνώμη μου νά γίνει ἐπίσης λόγος ὅτι έγινε κακή εκτίμηση τοῦ ἄρθρου 29 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ 1035/72 ἡ ὅτι εφαρμόστηκε εσφαλμένα τό άρθρο 1 στοιχείο δ δεύτερη περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ 2707/72. Τό άρθρο 29 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72 προβλέπει δύο περιπτώσεις οἱ όποιες μπορεί νά ὁδηγήσουν στή λήψη κατάλληλων μέτρων στό εμπόριο μέ τρίτες χώρες. 'Η πρώτη περίπτωση συντρέχει ὅταν στην Κοινότητα ἡ ἀγορά γιά ἕνα ἡ περισσότερα ἀπό τά προϊόντα πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 εκτίθεται λόγω εισαγωγών ή εξαγωγών σέ σοβαρές διαταραχές ἡ ἀπειλείται ἀπό σοβαρές διαταραχές. Ή δεύτερη περίπτωση παρουσιάζεται — καί μάλιστα προφανώς χωρίς νά χρειάζεται νά ἀποδειχτεί ὅτι αιτία τῆς διαταραχής εἶναι ἀκριβώς οι εισαγωγές — όταν τά ἐφαρμοσθέντα στό πλαίσιο τῶν άρθρων 18 καί 19 μέτρα αποσύρσεως ἡ εξαγορᾶς των προϊόντων πού ἀναφέρονται στό παράρτημα ΙΙΙ α ἀφορούν σημαντικές ποσότητες. Σχετικά μέ την πρώτη περίπτωση ὅμως — καί γιά μία τέτοια πρόκειται ἐδῶ — ὁρίζεται ὁμοίως σ' έναν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου, άρα σέ μία πράξη ίδιας ιεραρχικής ἀξίας — ὅτι γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα ἄν ἀνέκυψε μία τέτοια κατάσταση πρέπει νά ληφθοῦν υπόψη οἱ ποσότητες γιά τίς όποιες λήφθηκαν ἤ μποροῦσαν νά ληφθούν μέτρα ἀποσύρσεως. Μέ τά ἀνωτέρω γίνεται σαφές, καί μάλιστα χωρίς νά ἀνακύπτει θέμα ἑνός λογικοῦ ρήγματος στό σύστημα ἡ μή συμφωνίας τοῦ κανονισμοῦ 2707/72 μέ τόν κανονισμό 1035/72, ὅτι σ' αυτή τήν ἀλληλουχία ἀρκεῖ ὁ φόβος ὅτι μπορεί νά χρειαστεί νά ληφθούν μέτρα παρεμβάσεως καί μάλιστα όχι μόνο ὡς μία τωρινή δυνατότητα άλλα καί ὡς ένας μελλοντικός κίνδυνος.
Πέρα ἀπ' αυτά δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι πράγματι ήδη τό Μάρτιο του 1979 επακολούθησαν ἀποσύρσεις ἀπό τήν ἀγορά σέ ιδιαίτερα σημαντική έκταση. Αυτό τό γεγονός πρέπει νά θεωρηθεῖ ἀποφασιστικῆς σημασίας καί ὄχι ἀντίθετα τό ὅτι σχετικά έγινε λόγος, ὄχι στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ άλλα μόλις στή δίκη, δύσκολα δέ μπορεί νά προβληθεί ἡ ἀξίωση — προκειμένου νά ἀποφευχθοῦν αιτιάσεις γιά έλλειψη αιτιολογίας — ὅτι στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ πρέπει νά δίνεται μία λεπτομερής καί πλήρης παρουσίαση τῆς οικονομικῆς καταστάσεως.
3.
Έρχομαι τώρα στόν πυρήνα τῆς δίκης, δηλαδή στό ζήτημα ἄν ἡ 'Επιτροπή ὀρθῶς τήν άνοιξη τοῦ 1979 έλαβε ὡς βάση τό ὅτι ή κοινοτική ἀγορά επιτραπέζιων μήλων έπρεπε λόγω εισαγωγών νά ἀναμένει σοβαρές διαταραχές. 'Εδώ πρέπει ιδιαίτερα — ὅπως τό ἀπαιτεί ὁ κανονισμός 2707/72 — νά ἐξεταστεί σέ ποιά συμπεράσματα κατέληξε — καί μποροῦσε πράγματι νά καταλήξει — σέ σχέση μέ τήν έκταση τῶν ἀναμενόμενων εισαγωγών, τίς διαθέσιμες ποσότητες στην Κοινή 'Αγορά, τίς τιμές ημεδαπών προϊόντων στην Κοινή 'Αγορά καί τίς ποσότητες, γιά τίς όποιες λήφθηκαν ή μπορούσαν νά ληφθούν μέτρα ἀποσύρσεως. Μέ βάση τά ἀνωτέρω πρέπει νά σκεφτοῦμε ἄν ἡ ἀναστολή εισαγωγών ἀπό τή Χιλή φαίνεται δικαιολογημένη.
α)
Σύμφωνα μέ αυτά πού προέκυψαν κατά τή διαδικασία, δύσκολα μπορεί νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ἡ Κοινή 'Αγορά βρισκόταν τήν άνοιξη τοῦ 1979 σέ πολύ δύσκολη κατάσταση ὡς πρός τά επιτραπέζια μήλα.
Γιά νά ἀποδειχθεί αὐτό δέν ἀρκοῦν βεβαίως τά στοιχεία γιά τό μέγεθος τής συγκομιδής τοῦ οικονομικοῦ έτους 1978/79 (6676000 τόνοι) καί ἡ σύγκριση μέ προηγούμενες συγκομιδές (1975/76: 7551000 τόνοι, 1976/77: 6497000 τόνοι, 1977/78: 5122000 τόνοι), επειδή, ὅπως τόνισε ὀρθώς ή προσφεύγουσα, γιά τήν ἀγορά καί γιά τήν εκτίμηση τῆς έχουν σημασία μόνο προϊόντα πού μπορούν νά διατεθούν στην ἀγορά, δηλαδή εμπορεύματα πού ἀνταποκρίνονται στίς ποιοτικές προδιαγραφές τής κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς. Ή Ἐπιτροπή δέν μπόρεσε ἐντούτοις νά δώσει σχετικά ἀριθμούς ὅπως έξάλλου καί ἡ προσφεύγουσα δέν μπόρεσε νά ἀποδείξει τίς θέσεις της, δηλαδή ὅτι ἡ συγκομιδή τοῦ οικονομικοῦ έτους 1978/79 ἀνταποκρινόταν στίς ποιοτικές προδιαγραφές μόνο κατά λιγότερο ἀπό ένα τρίτο.
'Αποφασιστικά εἶναι ἀντιθέτως άλλα δεδομένα.
—
Ἔτσι, οἱ ἀριθμοί γιά τά ἀποθέματα είναι εντυπωσιακοί, ιδιαίτερα ἄν ἀντιπαρατεθοῦν μέ τους ἀριθμούς τῆς συγκομιδής. Ὅταν τό Μάρτιο καί τόν 'Απρίλιο τοῦ 1979 βρίσκονταν ἀποθεματοποιημένοι 1499000 καί 1152000 τόνοι, οἱ ἀντίστοιχοι ἀριθμοί γιά τό 1977 ήταν 1264000 και 872000 τόνοι, καθώς καί γιά τό 1978, μέ ιδιαίτερα μικρή συγκομιδή, 1072000 καί 750000 τόνοι. Τό συμπέρασμα πού προκύπτει ἀπό τά ἀνωτέρω σχετικά μέ τήν παρούσα υπόθεση καί πού άφορᾶ τήν κατάσταση της ἀγορας δέν μπορεί νά κλονιστεί ἀπό τά διαφορετικά ἐπιχειρήματα πού πρόβαλε ή προσφεύγουσα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα γιά τήν παρατήρηση τῆς ὅτι τό 55 έως 60 ο/ο των εισαγωγῶν ἀπό τή Χιλή προοριζόταν γιά τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ὅπου τά αποθέματα ἀνέρχονταν σέ μικρότερο ὕψος.Πράγματι, ενόψει ἑνός μέτρου διασφαλίσεως πού ισχύει γιά ὅλη τήν Κοινότητα σημασία έχει αυτονόητα ἡ κατάσταση σέ ὅλη τήν Κοινότητα, ὅπως έξάλλου δέν έχει σημασία ἐδῶ νά ληφθούν υπόψη μόνο οἱ εισαγωγές ἀπό τή Χιλή. Ή προσφεύγουσα δέν μπόρεσε νά προσκομίσει ἀποδείξεις τοῦ ισχυρισμού τῆς ὅτι οἱ παραγωγοί μετά τό τέλος τῆς συγκομιδῆς κράτησαν επίτηδες τά μήλα μακριά ἀπό τήν ἀγορά, ιδίως ὡς πρός τό ὅτι ἡ παρακράτηση αυτή ήταν υπέρμετρη καί δέν ελάμβανε υπόψη τίς ἀνάγκες τῆς ἀγορᾶς. Όσον άφορᾶ τή γνώμη τῆς προσφεύγουσας ὅτι τό σωστό είναι νά ληφθούν υπόψη μόνο ἀποθέματα πού βρίσκονταν σέ ἀποθήκες ψυγεία καί ὅτι κατά ἕνα σημαντικό μέρος εἶχαν εναποθηκευτεί προϊόντα πού δέν ἐπιδέχονταν μέτρα παρεμβάσεως, ἀκούσαμε ἀπό τήν 'Επιτροπή μέ ἀναφορές σέ συγγράμματα ὅτι ἡ ἀποθήκευση ὁρισμένων ειδών εἶναι δυνατή καί έξω ἀπό ἀποθῆκες ψυγεία μέχρι καί τό Μάιο, γι' αυτό δέ τό λόγο μπόρεσαν νά ληφθούν υπόψη στην εκτίμηση της καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς πού έγινε τόν 'Απρίλιο. 'Εξάλλου εἶναι περισσότερο ἀπό σαφές ὅτι οικονομικό ενδιαφέρον παρουσιάζει μόνο ἡ αποθεματοποίηση — πού συνεπάγεται υψηλά έξοδα — προϊόντων, τά όποια εἶναι δυνατό νά πωληθούν. Πρέπει επίσης νά λάβουμε υπόψη — αυτό άφορᾶ Ιδιαίτερα τίς αποθῆκες παρεμβάσεως — ὅτι ή ευθύνη γιά τά μέτρα παρεμβάσεως καί τή διενέργεια σχετικών ποιοτικῶν έλεγχων ἀνήκει στά Κράτη μέλη καί ὅτι συνεπώς ή 'Επιτροπή γιά τά μέτρα πού πρέπει νά λάβει στηρίζεται στην ὀρθότητα τῶν ἀριθμών πού τῆς παρέχουν τά Κράτη μέλη ἐφόσον δέν υφίστανται σοβαρά στοιχεία πού νά δικαιολογούν ἀμφιβολίες. Τέτοια στοιχεία ὅμως δέν μπόρεσε νά παρουσιάσει ἡ προσφεύγουσα γιά τό χρονικό διάστημα πού μᾶς ενδιαφέρει ἐδῶ ούτε ἀναφέρονται στην έκτακτη έκθεση, πού ἀναφέρει ἡ προσφεύγουσα, τοῦ 'Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά μέ διάφορα μέτρα σέ συνάρτηση μέ τήν εκτέλεση τοῦ προϋπολογισμού τοῦ ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγύηση (οικονομικό έτος 1978) (ABl. C 258), ἡ ὁποία περιέχει μόνο μερικές κριτικές παρατηρήσεις γιά τήν ὀρθή εφαρμογή τῶν μέτρων παρεμβάσεων, τή διενέργεια έλεγχων ἀπό τά Κράτη μέλη καί τήν πληροφόρηση τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπό τά Κράτη μέλη, παράλληλα δέ μιλᾶ συνεχώς γιά τίς επανειλημμένες προσπάθειες τῆς 'Επιτροπῆς νά ἐνισχυθοῦν οἱ έλεγχοι.
—
'Εντυπωσιακό εἶναι περαιτέρω ὅ,τι λέχθηκε γιά τήν κατάσταση τῶν τιμών πού υπήρχε στην Κοινή 'Αγορά τήν άνοιξη τοῦ 1979. Σύμφωνα μέ αυτά οἱ τιμές στην ἀγορά βρίσκονταν τόν 'Απρίλιο τοῦ 1979 στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας μεταξύ 16,46 καί 19,84 λογιστικών μονάδων, στό Βέλγιο μεταξύ 13,90 καί 16,39 λογιστικών μονάδων καί στίς Κάτω Χώρες μεταξύ 14,86 καί 20,26 λογιστικών μονάδων, συνεπώς δέν έφταναν τήν τιμή βάσεως τῶν 21,26 λογιστικών μονάδων, ή οποία ὁρίζεται σύμφωνα μέ τό άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72 βάσει τῆς εξελίξεως τῆς μέσης ἀξίας τῶν τιμών πού καθορίζονται στίς πιό ἀντιπροσωπευτικές ἀγορές παραγωγών στην Κοινότητα κατά τά τρία τελευταία χρόνια. 'Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης τό ὅτι σέ πέντε ἀπό επτά Κράτη μέλη οἱ τιμές πολύ ἀπῆχαν ἀπό τό νά έχουν επιτύχει τό επίπεδο πού ίσχυε τό Μάρτιο τοῦ οικονομικού έτους 1976/77, στό όποιο ὑπήρξε παρόμοια συγκομιδή. Αυτό προκύπτει μέ σαφήνεια ἀπό τους πίνακες πού προσκόμισε ἡ Ἐπιτροπή κατόπιν αιτήσεως τοῦ Δικαστηρίου. Ἐξάλλου, ἡ τάση τῶν τιμών ήταν τήν άνοιξη τοῦ 1979 (Φεβρουάριος μέχρι Ἀπρίλιο) στά περισσότερα Κράτη μέλη (Γαλλία, Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, 'Ιταλία, 'Ιρλανδία καί Δανία) σαφῶς πτωτική, πράγμα πού ἀπορρέει καί ἀπό τίς σχετικές εκθέσεις πού προσκόμισε ἡ 'Επιτροπή.
—
Περαιτέρω προκαλούν σκέψεις αυτά πού προέκυψαν σχετικά μέ τήν έκταση των ἀποσύρσεων ἀπό τήν ἀγορά, οἱ όποιες διενεργήθηκαν κατά τόν κρίσιμο χρόνο καί οι όποιες σύμφωνα μέ τήν κοινή οργάνωση ἀγοράς (άρθρα 15, 15 στοιχείο α καί 19 διενεργούνται μόνο ἄν οἱ τιμές κατέβαιναν πολύ πιό κάτω ἀπό τήν τιμή βάσεως. Αυτές οἱ ἀποσύρσεις ἀνέρχονταν τήν 1η Μαρτίου 1979 σέ 90000 τόνους — οἱ ἀντίστοιχοι ἀριθμοί τῶν ετών 1978 καί 1977 εἶναι 2450 καί 115000 τόνοι. Τήν 1η 'Απριλίου 1979 ἀνέρχονταν ήδη σέ 143512 τόνους, γιά ὁλόκληρο δέ τό οικονομικό ἔτος 1978/79 σέ 378974 τόνους. Σχετικά εἶναι χρήσιμο νά γίνει γνωστό ὅτι οἱ ἀποσύρσεις ἀνέρχονταν τό οικονομικό έτος 1976/77 σέ 167189 τόνους καί μάλιστα τό οικονομικό έτος 1975/76 — κατά τήν άνοιξη τοῦ ὁποίου υπήρχαν προφανώς ὅμοια ἀποθέματα μέ τήν άνοιξη τοῦ 1979 — σέ 840000 τόνους.
Ὅλα αυτά επιτρέπουν ἀναμφίβολα νά συμπεράνουμε ότι τήν άνοιξη τοῦ 1979 υπήρχε στην κοινή αγορά επιτραπέζιων μήλων μία ἐξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση.
β)
Μέ τά ἀνωτέρω συνδέεται καί τό ζήτημα ἄν ὁ ἀναμενόμενος όγκος εισαγωγών μπορούσε νά ὁδηγήσει σέ όξυνση τῆς καταστάσεως καί ἄν οἱ περιορισμοί τῶν εισαγωγών πού ἀποφάσισε ἡ 'Επιτροπή γιά νά εξουδετερωθεί αύτη ἡ ἀπειλή ήταν οἱ κατάλληλοι.
Ή προσφεύγουσα ἀντιτάχθηκε ἐν προκειμένω υποστηρίζοντας κατ' ἀρχήν ότι επιβάλλεται ἀρνητική ἀπάντηση, επειδή — ὡς προς τά εἴδη, ποιότητες καί τιμές γιά τά όποια πρόκειται — μπορούσε νά γίνει λόγος μόνο γιά μία περιορισμένη υποκατάσταση εισαγόμενων μήλων μέ ημεδαπά προϊόντα καί επειδή, σύμφωνα μέ τή μέχρι τώρα εμπειρία, έπρεπε ιδίως νά ληφθεί ὡς βάση τό ότι τά μήλα πού εισάγονται τήν άνοιξη καί τήν ἀρχή τοῦ καλοκαιριού ενός χρόνου προωθούν τίς πωλήσεις τῶν ημεδαπών προϊόντων καί επιδρούν ευνοϊκά στην κατάσταση τῶν τιμών. Τό επιχείρημα αυτό όμως δύσκολα μπορεί κανείς νά τό δεχτεί. Πράγματι, δύσκολα μπορεί νά νοηθεί ότι σέ μία κατάσταση πού χαρακτηρίζεται ἀπό μεγάλες δυσκολίες διαθέσεως τῶν ημεδαπών προϊόντων καί ἀπό πτώση τῶν τιμών στην Κοινή 'Αγορά καταναλωτές πού δέν προσελκύονται πιά ἀπό ημεδαπά προϊόντα θά ήταν πρόθυμοι μέ τήν εισαγωγή μήλων πρόσφατης συγκομιδής νά προμηθευτοῦν όχι μόνο αυτά άλλά καί ημεδαπά ἀποθέματα καί μάλιστα σέ υψηλότερη τιμή. Παράλληλα ὡς πρός τό ζήτημα τῆς δυνατότητας υποκαταστάσεως δέν μπορεί νά ληφθεί υπόψη μόνο ἡ σχετική εκτίμηση πού έκανε ἡ ειδική ὁμάδα τῆς GATT, ἡ ὁποία ἀσχολήθηκε μέ τίς αιτιάσεις τῆς Χιλής καί γιά τήν ὁποία μᾶς πληροφόρησε ἡ 'Επιτροπή, άλλά καί ή νομολογία (ἀπόφαση στίς υποθέσεις 41-44/70, Slg. 1971, σ. 411 ἑπ., ιδίως σκέψεις 47 έως 54) εἶναι ἀπόλυτα σαφής. 'Υπενθυμίζω μόνο τίς δύο διαπιστώσεις πού περιέχονται σ᾽ αυτή τήν ἀπόφαση:
«"Οπως καί ἄν έχουν διαμορφωθεί οἱ τιμές τῶν εισαγόμενων προϊόντων υπάρχει πάντως ὁ κίνδυνος αυτά τά εἴδη, επειδή εἶναι ὑποκατάστατα ντόπιων προϊόντων, νά προσελκύσουν ένα μέρος τῆς ζητήσεως καί νά προκαλέσουν τήν εισροή ἀκόμη μεγαλύτερων ποσοτήτων στους ὀργανισμούς παρεμβάσεως.»
«Είναι μέν ἀλήθεια ότι τά προϊόντα ἀπό τρίτες χώρες κατ' αυτό τό χρόνο» (δηλαδή την άνοιξη ενός έτους) «υπερείχαν σαφώς ὡς πρός την ποιότητα καί τήν τιμή έναντι τῶν ημεδαπών προϊόντων, ἡ ποιότητα ὅμως τῶν ημεδαπών προϊόντων δέν ήταν τόσο χαμηλή ώστε τά δύο εἴδη νά μήν μποροῦσαν σέ καμία περίπτωση νά υποκατασταθοῦν ἀμοιβαία.»
"Αν καί στην παρούσα ὑπόθεση λάβουμε αυτό ὡς βάση εἶναι σημαντικό τό ὅτι οἱ εισαγωγές πού λήφθηκαν υπόψη ἀνῆλθαν σύμφωνα μέ τήν έρευνα τῆς Ἐπιτροπῆς σέ 380000 τόνους. Αὐτό σήμαινε αύξηση ιδίως σέ σχέση μέ τό προηγούμενο έτος, κατά τό όποιο ἡ ντόπια συγκομιδή ήταν εξαιρετικά μικρή, σέ σύγκριση δέ μέ τίς εισαγωγές τοῦ έτους 1977 (249000 τόνοι), δηλαδή ενός οικονομικού έτους μέ παρόμοια συγκομιδή, ή αύξηση ήταν εξαιρετικά σημαντική. 'Εξάλλου, ποτέ στά προηγούμενα χρόνια δέν επιτεύχθηκε συγκομιδή αυτής τῆς εκτάσεως. Συνεπώς δύσκολα μπορεί κανείς νά επικρίνει τό ὅτι ἡ 'Επιτροπή ενόψει ἑνός τέτοιου μεγέθους εισαγωγών στηρίχτηκε γιά τίς εκτιμήσεις τῆς στην ύπαρξη κινδύνου διαταραχής καί δέν μπορεί, ενόψει τῆς καταστάσεως πού σκιαγραφήθηκε, νά γίνει λόγος γιά σφάλμα εκτιμήσεως ὅταν ή 'Επιτροπή προσπαθούσε νά επιτύχει μείωση μέχρι τό ὕψος περίπου τῶν 310000 τόνων. Δέν πρέπει συνεπώς νά ἀκολουθήσουμε τήν άποψη τῆς προσφεύγουσας ὅτι επρόκειτο μόνο γιά τό ζήτημα ἄν οἱ 8000 τόνοι μήλων πού θά εισάγονταν επιπρόσθετα ἀπό τή Χιλή θά συνιστούσαν κίνδυνο διαταραχής. Τελείως ἀνεξάρτητα ἀπό τό ὅτι κατά τό χρονικό σημείο τῆς λήψεως τῶν ἐπικρινόμενων μέτρων δέν υπήρχαν ἀκόμη ἀξιόπιστα στοιχεία γιά τίς συμβάσεις μεταφοράς 5000 περίπου τόνων, καθώς καί ἀπό τό ὅτι δέν μπορούσε νά θεωρηθεί ὅτι ή Χιλή θά περιοριζόταν στους 55000 τόνους — επειδή αυτός ὁ συμβιβαστικός ἀριθμός πράγματι δέν ἀποτέλεσε τό αντικείμενο μιᾶς συμφωνίας —, πρέπει ἀντιθέτως ὀρθότερα ὁ κίνδυνος διαταραχής νά θεωρηθεί ὅτι συνίστατο σ' έναν πρόσθετο ὄγκο εισαγωγής συνολικού ύψους περίπου 70000 τόνων.
Ἡ κατά τά ἀνωτέρω μείωση τῶν εισαγωγών, πού ἡ 'Επιτροπή θεώρησε — εύστοχα ὅπως φρονώ — ὡς ὀρθή, επιτεύχθηκε σέ σχέση μέ άλλες εξαγωγικές χώρες, ὡς γνωστό, μέσω συμφωνιών αὐτοπεριορισμού. 'Ενώ ἡ προσφεύγουσα Ισχυρίζεται στίς αιτιάσεις τῆς ὅτι πρέπει νά ἀμφισβητηθεί ἡ νομιμότητα μιᾶς τέτοιας μεθόδου έχω τή γνώμη ὅτι ἡ έρευνα αυτού τοῦ ζητήματος μπορεί ἐδῶ νά παραλειφθεί, επειδή οἱ ἀνωτέρω συμφωνίες αυτοπεριορισμού δέ συνιστούν νομική προϋπόθεση μέ τήν έννοια νόμιμου ερείσματος γιά τή Χιλή έναντι τῶν μέτρων διασφαλίσεως πού λήφθηκαν. Σημαντικό εἶναι μόνο τό ὅτι αυτή ἡ μέθοδος ήταν πράγματι ἀποτελεσματική, δηλαδή ὅτι μείωνε πραγματικά τόν κίνδυνο διαταραχών, έτσι ώστε τά μονομερή μέτρα διασφαλίσεως νά περιορίζονταν στή Χιλή. Παραίτηση ἀπό λήψη μέτρων διασφαλίσεως έναντι τῆς Χιλής θά δημιουργούσε ἀπό τήν άλλη μεριά τόν κίνδυνο νά μήν μπορούσαν οἱ άλλες χώρες εξαγωγής νά τηρήσουν τίς συμφωνίες τους αὐτοπεριορισμού, ὁπότε θά έπρεπε πράγματι νά ἀναμένεται μιά αύξηση τῶν εισαγωγών κατά περίπου ὄχι μόνο 8000 άλλά — ὅπως φοβόταν ἡ 'Επιτροπή — 70000 τόνων.
Πέρα ἀπ' αυτά, ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα τοῦ κατά δίκαιο τρόπο καταμερισμού τῆς μειώσεως ὅλων τῶν εξαγωγών, γιά τίς όποιες επρόκειτο, δέ βλέπω κανένα λόγο ἀσκήσεως επικρίσεων. Ἡ 'Επιτροπή ενήργησε ἐδῶ θέτοντας ὡς βάση τό μέσο ὅρο τῶν εισαγωγών τῶν τριών προηγούμενων ετών, οπότε γιά τό 1976, στό όποιο ἡ Χιλή σέ ἀντίθεση μέ άλλες χώρες δέν τήρησε προφανώς τή συμφωνία αὐτοπεριορισμοῦ, λήφθηκαν σαφώς υπόψη ὄχι οἱ πραγματοποιημένες εισαγωγές ἀλλά εκείνες γιά τίς όποιες υπήρχε συμφωνία, ἀπό αυτές δέ έγινε μία ποσοστιαία ἀφαίρεση. Κατ' αυτό τόν τρόπο πέτυχε ἡ 'Επιτροπή — ὅπως μᾶς ἀνέφερε — γιά τη Χιλή τή μικρότερη δυνατή ποσοστιαία μείωση, έτσι ώστε νά μήν μπορεί κατ' ἀρχήν νά γίνει λόγος γιά δυσμενή μεταχείριση αυτής τῆς χώρας.
Ή προσφεύγουσα φρονεί ὅτι υπήρχε λόγος νά επιφυλαχθεί στη Χιλή ἀπό τό μέγεθος τῶν εισαγωγών πού προβλέπονταν ἕνα μεγαλύτερο μερίδιο ενόψει τοῦ ὅτι αυτή ή χώρα άρχισε ἀργά εξαγωγικές δραστηριότητες, καθώς καί ενόψει τοῦ γεγονότος ὅτι τήν άνοιξη τοῦ 1979 μπόρεσε νά ληφθεί ὡς βάση τό ὅτι οἱ εξαγωγικές χώρες πού εἶχαν συνάψει συμφωνίες αυτοπεριορισμού δέ θά εξαντλούσαν τίς προβλεπόμενες ποσοστώσεις. Τήν άποψη αυτή ὅμως δέν μπορώ νά τήν υιοθετήσω. Πράγματι, δέ βλέπω βάσει ποιών συλλογισμών ήταν ανάγκη γιά νά γίνει κάτι τέτοιο, Ἀπό τήν άλλη μεριά, δέ μοῦ φαίνεται δυνατό ἀπό τή συμπεριφορά ὁρισμένων κρατών τοῦ νότιου ημισφαίριου ('Αργεντινή, Αυστραλία καί Νέα Ζηλανδία) κατά τό οικονομικό έτος 1979/80, κατά τό όποιο εἶχαν ἀνακοινωθεί προφανῶς μεγαλύτερες ποσότητες γιά εισαγωγή ἀπ' ὅσες πράγματι εἰσά-χθηκαν, νά συναχθούν συμπεράσματα γιά τό οικονομικό έτος πού μᾶς ενδιαφέρει ἐδῶ. Μόνο σημαντικό εἶναι ἀντίθετα τό ὅτι σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες τῆς 'Επιτροπής, πού δέν αμφισβητήθηκαν, στό έτος 1979 οἱ ποσοστώσεις πού προβλέπονταν στίς συμφωνίες αυτοπεριορισμού εξαντλήθηκαν πράγματι καί τό ὅτι επίσης ἡ προσφεύγουσα δέν μπόρεσε νά ἀποδείξει ὅτι αυτό έγινε — μέσω επιπλέον πωλήσεων σέ άλλες χώρες — ἀπλώς καί μόνο λόγω τοῦ φόβου ὅτι ἡ Κοινότητα θά μπορούσε ἀλλιώς νά επικαλεστεί κατά τή διαπραγμάτευση μελλοντικών συμφωνιών αυτοπεριορισμού τή μή εξάντληση τῶν ποσοστώσεων τοῦ έτους 1979.
γ)
Σύμφωνα μέ τους μέχρι τώρα συλλογισμούς δέν μπορεί νά αμφισβητηθεί ή ὀρθότητα τῶν μέτρων διασφαλίσεως πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή καί δέν μπορεί ἰδίως νά γίνει λόγος γιά ἀκυρότητα τῶν κανονισμών της Ἐπιτροπῆς λόγω ἀνεπαρκούς ἀντικειμενικῆς έρευνας ἡ εσφαλμένης ἀξιολογήσεως τῆς καταστάσεως ενόψει τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72, καθώς καί τοῦ κανονισμού 2707/72, τό συμπέρασμα δέ αυτό δέν ἀλλάζει ἀπό δύο περαιτέρω επιχειρήματα, τά όποια ἀπορρέουν ἐν μέρει ἀπό τίς δίκες περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας.
Τό ένα ἀπ' αὐτά ἀναφέρεται στό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός τῆς Ἐπιτροπῆς 687/79 τροποποιήθηκε δύο φορές. Αυτό όμως δέν ὁδηγεί ἀναγκαστικά στό νά δεχτοῦμε ὅτι τό ἐπικρινόμενο μέτρο ήταν άκυρο, επειδή λήφθηκε βάσει ἀνεπαρκών πληροφοριών. Πράγματι, παρόμοια ἀβεβαιότητα δέν υπήρχε σχετικά μέ τήν εκτίμηση τῆς καταστάσεως τῆς ημεδαπής ἀγοράς καί τοῦ ἀναμενόμενου ὄγκου τῶν εισαγωγών. Ἐν προκειμένω, μπορεί νά γίνει λόγος τό πολύ-πολύ γιά τίς λεπτομέρειες πού ἀφορούσαν τήν άφιξη τῶν εμπορευμάτων στην Κοινότητα, γιά τίς όποιες ἡ 'Επιτροπή στηρίχτηκε σέ πληροφορίες ἀπό τή χιλιανή πλευρά. 'Οταν γνωστοποιήθηκαν οἱ πληροφορίες αυτές δέν ἀπέμενε τίποτα άλλο, ενόψει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναλογικότητας, ή ὁποία εκφράζεται σαφώς στό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 2707/72, ἀπό τό νά προσαρμοστοῦν τά ἀρχικά μέτρα στην κατάσταση ὅπως εἶχε μεταβληθεί.
Τό άλλο επιχείρημα στηρίζεται στή σύγκριση μέ τό οικονομικό έτος 1979/80 καί στό γεγονός ὅτι σ' αυτό τό έτος — παρά μία συγκομιδή μήλων 6869000 τόνων καί παρά τό ὅτι ἀποσύρθηκαν ἀπό τήν ἀγορά 480186 τόνοι — δέ λήφθηκαν μέτρα διασφαλίσεως κατά τῶν εισαγωγών πού έφθασαν τό ὕψος τῶν 370000 τόνων. Τό νά συναχθοῦν συμπεράσματα ἀπ' αυτό γιά τήν ὀρθότητα τοῦ τρόπου εκτιμήσεως κατά τήν άνοιξη τοῦ 1979 καί τή νομιμότητα τῶν μέτρων πού στηρίχθηκαν σ᾽ αύτη τήν εκτίμηση, μοῦ φαίνεται εσφαλμένο επιπλέον, επειδή γιά τή στάση τῆς Κοινότητας κατά τό 1980 μπορεί νά έπαιξε ένα ρόλο καί ἡ διαδικασία πού ἀκολουθήθηκε ενώπιον τῆς GATT, ἡ ὁποία έδωσε πιθανώς ἀφορμή γιά ιδιαίτερη αυτοσυγκράτηση. Παράλληλα δέ, δέν πρέπει νά παραβλέπεται ὅτι ἡ κατάσταση τοῦ 1980 διέφερε πρός τό ευνοϊκότερο έναντι εκείνης τοῦ 1979, καθόσον τό Φεβρουάριο καί Μάρτιο διαπιστώθηκε άνοδος τῶν τιμών, στίς δέ χώρες μέ τά υψηλότερα ἀποθέματα οἱ τιμές βάσεως εἶχαν ξεπεραστεί (πρβλ. τίς δηλώσεις τοῦ επιτρόπου Gundelach, ABl. C 190 τῆς 28ης Ἰουλίου 1980, σ. 12). 'Εξάλλου οἱ τιμές πωλήσεως τῶν προμηθευτριών χωρών ήταν υψηλότερες ἀπ᾽ ὅ,τι τόν προηγούμενο χρόνο καί έτσι μπορούσε νά γίνει λόγος — σέ σύγκριση μέ τίς πραγματικές εισαγωγές τοῦ προηγούμενου χρόνου — μόνο γιά μέτρια αύξηση τῶν εισαγωγών.
4.
Περαιτέρω, πρέπει νά ερευνηθεί ἄν ή ἀκυρότητα τῶν κανονισμών τῆς 'Επιτροπής προκύπτει, ὅπως φρονεῖ ἡ προσφεύγουσα τῆς κύριας δίκης, ἀπό τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης.
Ή προσφεύγουσα πρόβαλε σχετικά ὅτι ή ἀρχή, τήν ὁποία επικαλείται, ἀποκλείει κατ' ἀρχήν επεμβάσεις σέ ὑφιστάμενα συμβόλαια. Τό πολύ-πολύ νά προβλέπονται γι' αυτά — εφόσον δέν ἀναμένονται επεμβάσεις — μεταβατικά μέτρα. Ἐξάλλου, ἡ προσφεύγουσα ἀφήνει νά εννοηθεί ὅτι κατά τή γνώμη τῆς τά μέτρα θά μπορούσαν νά εἶχαν ληφθεῖ πολύ νωρίτερα, δοθέντος ὅτι εἶχαν ήδη συναφθεί συμβάσεις εξαγωγής — πράγμα πού ήταν γνωστό στην 'Επιτροπή — τόν 'Οκτώβριο/Νοέμβριο. 'Εκεῖνο τόν καιρό ἡ Ἐπιτροπή διέθετε εκτιμήσεις γιά τό μέγεθος τῶν ημεδαπών συγκομιδών, συγκέντρωνε δέ στοιχεία ἀπό τίς χώρες εξαγωγής. Θά μπορούσε συνεπώς ήδη στό τέλος τοῦ 1978 νά κάνει ἀντιληπτό ὅτι θά έπρεπε νά ἀναμένονται μέτρα διασφαλίσεως, εντούτοις ὅμως δέ μίλησε καθόλου γι' αυτό κατά τή συνεδρίαση τῆς Συμβουλευτικής Ἐπιτροπῆς τοῦ Φεβρουαρίου 1979.
Κατά τή γνώμη μου ούτε σ᾽ αυτό τό σημείο μπορεί κανείς ν' ἀκολουθήσει τίς ἀπόψεις τῆς προσφεύγουσας.
Πράγματι, εναντίον τῆς ἀπόψεως ὅτι ή ἀρχή τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης μπορεί σέ μία νομική αλληλουχία ὅπως ἡ προκειμένη νά έχει τήν έκταση πού θεωρεί ἡ προσφεύγουσα, συνηγορεῖ — ὅπως τόνισε σωστά ή 'Επιτροπή — ἡ διαπίστωση ὅτι τότε ἀπό πολλές απόψεις δέ θά ήταν δυνατό νά ληφθοῦν αποτελεσματικά μέτρα διασφαλίσεως καί συνεπώς ἡ ρήτρα προστασίας πού προβλέπεται στην κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς θά ἀπογυμνωνόταν στό έξῆς ἀπό τήν ἀξία της. 'Εδώ δέν πρέπει νά σκεφτοῦμε μόνο τόν κίνδυνο ἀναδρομικής χρονολογήσεως τῶν συμβάσεων, μέ τήν ὁποία μποροῦν ευρέως νά υποσκάπτονται τά μέτρα, άλλά πρέπει ἐπίσης νά λάβουμε υπόψη ὅτι χρήση τῆς ρήτρας προστασίας μπορεί νά γίνει μόνο ὅταν υφίσταται μία σαφής εικόνα τῆς καταστάσεως — γιά τό όποιο ὅμως εἶναι σημαντικές οἱ συμβάσεις πού έχουν συναφθεί — καί ἀπό τήν άλλη μεριά δέν πρέπει νά παραβλέπεται ὅτι οἱ συμβάσεις εξαγωγής συνάφθηκαν πολύ νωρίς (δηλαδή τόν 'Οκτώβριο/Νοέμβριο), δηλαδή σ᾽ ένα χρονικό σημείο στό όποιο δέ διαφαινόταν όξυνση τῆς καταστάσεως στην Κοινή 'Αγορά.
Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ ὀρθότητα μιᾶς τόσο προωθημένης θέσεως, ὅπως αυτή πού πρόβαλε ἡ προσφεύγουσα δέ βρίσκει στήριγμα στή μέχρι τώρα νομολογία, ἡ ὁποία, καθόσον έχει βρεθεί ἀντιμέτωπη μέ τήν ἀνωτέρω ἀρχή, φαίνεται ἀντιθέτως νά επιβεβαιώνει τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἀρχή τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης ἀπαιτεί τό πολύ-πολύ — ὅπως τό προβλέπει επίσης τό άρθρο ΧΙΙΙ τῆς GATT — νά λαμβάνονται υπόψη εμπορεύματα πού ήδη βρίσκονται καθ᾽ ὁδόν. Ἐδώ ὁ νοῦς μου πηγαίνει στίς ἀποφάσεις τῶν υποθέσεων 68/77 (IFG-Interkontinentale Fleischhandelsgesellschaft mbH & Co. KG κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1978, Slg. 1978, σ. 353 ἑπ.) καί 84/78 (Angelo Tomadini κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato, ἀπόφαση τῆς 16ης Μαΐου 1979, Slg. 1979, σ. 1801 ἑπ.), ἀπό τίς όποιες ἡ πρώτη ἀφοροῦσε τή λήψη μέτρων διασφαλίσεως σέ περίπτωση διαταραχῶν τῆς ἀγορᾶς, ἡ δέ δεύτερη τή νομισματική εξίσωση. Πράγματι, ἀπό αυτές τίς ἀποφάσεις προκύπτει μόνο ὅτι ἡ ἀρχή τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης ἀποκλείει τή μεταβολή μιᾶς ρυθμίσεως χωρίς ιδιαίτερες μεταβατικές διατάξεις, ὅταν οἱ επιχειρηματίες, οι όποιοι ἐπικαλοῦνται συμβάσεις πού μόλις συνάφθηκαν, βρίσκονται σέ ιδιαίτερες νομικές σχέσεις μέ τή διοίκηση ἐξωτερικοῦ εμπορίου (λήψη άδειων εισαγωγής, υποχρέωση διενέργειας ὁρισμένων εισαγωγικῶν δραστηριοτήτων) καί αυτό πάλι μόνο ἄν επιτακτικά συμφέροντα τοῦ κοινοῦ ὀφέλους δέν ἀντιτίθενται στην παροχή μιᾶς τέτοιας προστασίας. Πρέπει συνεπώς — καί ὄχι μόνο ενόψει τῆς προϋποθέσεως, ἡ ὁποία τονίζεται στην ἀπόφαση 84/78, τῆς συνεχοῦς προσαρμογής τῶν ρυθμίσεων τῆς ἀγοράς στή μεταβαλλόμενη οικονομική κατάσταση — νά συνταχθοῦμε κατ' ἀρχήν μέ τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής καί νά θεωρήσουμε επιτρεπτό σέ μιά περίπτωση, ὅπως ἡ παρούσα, τό ὅτι εισαγωγείς πού εἶναι εξοικειωμένοι μέ τους μηχανισμούς τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγοράς, καί ἀπό τους ὁποίους ἀναμένεται γνώση τῆς ἀγορᾶς, εξασφαλίζονται εναντίον τῶν κινδύνων ἀπό μέτρα διασφαλίσεως μέ ἀντίστοιχες ρήτρες στίς συμβάσεις πού καταρτίζουν.
'Όσον άφορᾶ τώρα τήν προβαλλόμενη καθυστέρηση τῆς λήψεως τῶν μέτρων διασφαλίσεως, δέ φαίνεται μόνο προβληματικό τό ἄν έτσι μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι τά μέτρα — τῶν ὁποίων οἱ ἀντικειμενικές προϋποθέσεις υποτίθεται ὅτι υφίστανται — εἶναι άκυρα άλλά στην πραγματικότητα πρόκειται γιά μία στάθμιση τῆς ὁποίας ή θέση βρίσκεται μάλλον στά πλαίσια μιᾶς δίκης περί ἀστικής εὐθύνης τῆς υπηρεσίας. Σημαντικό εἶναι επίσης ἐδῶ, επίσης, ὅτι ή 'Επιτροπή δέν έκανε τήν πρώτη συγκέντρωση στοιχείων ἀπό τίς χώρες εξαγωγής ήδη τόν 'Οκτώβριο — ὅπως φρονεί ἡ προσφεύγουσα — άλλά άρχισε ἐπαφές μόλις τόν 'Ιανουάριο καί ιδιαίτερα ὅτι δέν μπόρεσε επίσης νά τῆς ἀντιταχθεί ὅτι δέν έλαβε ἀπό ἀξιόπιστες πηγές τίς ἀναγκαίες πληροφορίες σχετικά μέ τήν ντόπια ἀγορά (εξέλιξη τῶν πωλήσεων, τῶν παρεμβάσεων καί τῶν τιμών) γιά τή λήψη τῶν μέτρων διασφαλίσεως μόλις τό Μάρτιο. Συνεπώς δέν μπορεί νά προβληθεί εναντίον τῆς ὅτι θά έπρεπε ήδη νωρίτερα νά εἶχε λάβει ἡ τουλάχιστον ἀναγγείλει τά μέτρα, τελείως ἀνεξάρτητα δέ ἀπό τό ὅτι ήδη στην ἀρχή τοῦ έτους 1979 τά μέτρα διασφαλίσεως πού εἶχαν ἀναγγελθεί ή ληφθεί ήρθαν πολύ ἀργά ὡς πρός τήν προσφεύγουσα ἀφοῦ αυτή πράγματι εἶχε συνάψει τίς συμβάσεις τῆς εισαγωγής ήδη τό Νοέμβριο/Δεκέμβριο τοῦ προηγούμενου χρόνου, δηλαδή σέ μία περίοδο πού δέν ήταν ακόμη δυνατή μία σταθερή πρόγνωση γιά τήν εξέλιξη τῆς ἀγοράς στην Κοινότητα.
5.
Ή προσφεύγουσα στην κύρια δίκη πρόβαλε ὡς περαιτέρω λόγο ἀκυρότητας καί τήν παραβίαση τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων.
'Εδώ δέν πρόκειται γιά τό ὅτι λήφθηκαν μέτρα διασφαλίσεως μόνο σέ σχέση μέ τή Χιλή καί γιά τό πώς υπολογίστηκε ή μείωση τῶν χιλιανῶν εξαγωγών σέ σχέση μέ τρίτες χώρες, οἱ όποιες εἶχαν συνάψει συμφωνίες αὐτοπεριορισμοῦ, πράγμα πού — ὅπως καταδείχτηκε — δέν μπορεί πράγματι νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο επικρίσεων. Ή προσφεύγουσα θεωρεί ἀντιθέτως ὅτι ἡ μή λήψη υπόψη τῆς επιταγής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως τῶν καταναλωτών — στους ὁποίους πρέπει νά συνυπολογίζονται καί οι εισαγωγείς — πού περιέχεται στό άρθρο 40 της συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ἀπό τό ὅτι στους κανονισμούς 797/79 καί 1152/79 θεσπίστηκαν μεταβατικές ρυθμίσεις μόνο γιά ὁρισμένες εισαγωγές καί ὅτι αύτη ή ίδια ἀποκλείστηκε ἀπ' αυτές παρά τήν αἴτησή τῆς γιά έγκριση εξαιρέσεως.
Ἀνέπτυξα στην ἀρχή γιά ποιους λόγους εκδόθηκαν οἱ παραπάνω δύο πρόσθετοι κανονισμοί τῆς 'Επιτροπῆς. Αυτοί οἱ κανονισμοί ήταν, στά πλαίσια τῆς προγνώσεως, την ὁποία έλαβε ὡς βάση ἡ 'Επιτροπή περί εισαγωγής ποσοτήτων μήλων, οἱ όποιες πάντως δέν έπρεπε νά προξενήσουν διαταραχές, ἀπαραίτητοι γιά τήν τήρηση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητας, ὅπως έχει τεθεί στό άρθρο 3 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 2707/72. Συνεπώς δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἐπικρίσεως τό ὅτι κατά τήν έκδοση τοῦ πρώτου πρόσθετου κανονισμοῦ (23 'Απριλίου 1979), δηλαδή λίγο χρόνο ἀφότου, ἡ προσφεύγουσα ἀπευθύνθηκε μέ τηλετύπημα στην 'Επιτροπή καί ἀφότου ἀκύρωσε τίς συμβάσεις τῆς ἀγοράς καί ναυλώσεως, λήφθηκαν υπόψη μόνο εμπορεύματα πού βρίσκονταν ἤδη ἐν πλω καί δέ λήφθηκαν ὑπόψη οἱ προθέσεις τῆς προσφεύγουσας γιά διενέργεια εισαγωγών. 'Η μέθοδος αὐτή ενέργειας ἐνδεικνυόταν μέν σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 2707/72, πλην ὅμως έπρεπε ἐδῶ νά ληφθεί υπόψη ἡ ιδιαίτερη κατάσταση τῶν προϊόντων πού βρίσκονταν καθ' ὁδόν γιά τήν Κοινότητα. 'Εξάλλου εἶναι φανερό ὅτι ἐν προκειμένω ἡ προσφεύγουσα βρισκόταν αντικειμενικά σέ διαφορετική κατάσταση ἀπ' ὅ,τι οἱ εισαγωγείς πού ευνοούνταν ἀπό τόν ἀνωτέρω κανονισμό.
Κατά τόν ίδιο τρόπο πρέπει, ὅταν φάνηκε ἀργότερα ὅτι οἱ ποσότητες πού ἡ εισαγωγή τους θεωρούνταν ὡς επιτρεπόμενη δέν εἶχαν ἀκόμη επιτευχθεί, νά θεωρηθεί ὡς ἀπόλυτα ἀνταποκρινόμενο πρός τά πράγματα τό ὅτι κατά πρώτο λόγο λήφθηκαν υπόψη εμπορεύματα τά όποια εἶχαν ήδη φθάσει στην Κοινότητα καί τά όποια προφανώς μετά τήν έκδοση τοῦ πρώτου κανονισμού περί μέτρων διασφαλίσεως παρέμεναν ἀκόμη φορτωμένα ἀπό ὁρισμένους εισαγωγείς μέ δικό τους κίνδυνο. 'Εν πάση περιπτώσει δέ βλέπω ἀπ' αυτή τήν άποψη καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέ θέλησε νά κατανείμει τίς ἀπομένουσες ποσότητες γιά εισαγωγή σ' ὅλους τους εἰσαγωγεῖς νά υπάρχει μία μορφή διακρίσεως κατά τήν έννοια μιᾶς βάναυσης καί καταχρηστικής άνισης μεταχειρίσεως, ή ὁποία πέρα ἀπό τήν παραδοχή τῆς ἀκυρότητας τοῦ κανονισμοῦ θά μπορούσε νά θεμελιώσει καί ἀξίωση ἀποζημιώσεως λόγω ἀστικής ευθύνης τῆς υπηρεσίας — πράγμα πού ἀποτελεί σήμερα γιά τήν προσφεύγουσα τή μόνη ενδεχομένως ἀκόμη δυνατή νομική συνέπεια.
6.
Τέλος, πρέπει ἀκόμη νά ερευνηθεί τό βάρος τοῦ ισχυρισμού τῆς προσφεύγουσας περί παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 39 καί 110 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί τῶν διατάξεων τῆς GATT.
Ἐν προκειμένω υποστηρίχτηκε ότι τό άρθρο 37 τοῦ κανονισμοῦ 1035/72 ἀπαιτεί κατά τήν ἐφαρμογή του νά λαμβάνονται υπόψη καί οἱ στόχοι πού ἀναφέρονται στά άρθρα 39 καί 110 τῆς συνθήκης. Πάντως δέν μπορεί προφανώς νά γίνει λόγος γιά διακινδύνευση τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39 ἀπό τίς προγραμματισμένες γιά τήν άνοιξη τοῦ 1979 εισαγωγές. 'Αντιθέτως, πρέπει νά θεωρηθεί ότι ἡ ἐπιβαλλόμενη ἀπό τόν ἐπικρινόμενο κανονισμό μείωση των εισαγωγών συνιστά παράβαση τοῦ άρθρου 110 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀπό τό όποιο ἀπορρέει υποχρέωση ἀνοίγματος τῆς ἀγοράς, ἡ ὁποία άλλωστε συνιστά συγχρόνως συγκεκριμενοποίηση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τήν GATT ἀπό τίς όποιες, σύμφωνα μέ τή νομολογία, ή Κοινότητα δεσμεύεται.
Μ' αυτούς τους συλλογισμούς, μοῦ φαίνεται, σύμφωνα μέ όσα προέκυψαν, ότι, ἀφενός, εἶναι σαφές ότι δέν μπορεί νά υιοθετηθεί ἡ άποψη τῆς προσφεύγουσας ότι οἰ προγραμματισμένες γιά τήν άνοιξη τοῦ 1979 εισαγωγές δέν μποροῦσαν νά θέσουν σέ κίνδυνο τους στόχους τοῦ ἄρθρου 39. Κατά τή γνώμη μου, ὀρθώς ἡ 'Επιτροπή θεώρησε ὅτι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, Μ ὄφείλε ὅμως νά ἀνησυχεί ὅτι οἱ εισαγωγές θά ὁδηγοῦσαν σέ μείωση τῶν πωλήσεων ημεδαπών προϊόντων καί σέ περαιτέρω πτώση τῶν τιμῶν πού ίσχυαν γι' αυτά καί ἔτσι θά θιγόταν άμεσα ὁ στόχος πού καθορίζεται στό άρθρο 39 στοιχείο 6.
Πρέπει, ἀφετέρου, νά συμφωνήσουμε μέ τήν Ἐπιτροπή — ὅσον άφορᾶ μία ενδεχόμενη εσφαλμένη εκτίμηση τοῦ ἄρθρου 110 της συνθήκης ΕΟΚ — ὅτι αυτή ἡ διάταξη καθορίζει μόνο ἕνα πρόγραμμα καί πάντως δέν πρέπει νά ἀξιολογηθεί ὡς μία διάταξη, ή ὁποία θά μπορούσε νά χρησιμεύσει ὡς γνώμονας για τό κύρος ἡ μή ἑνός κοινοτικοῦ κανονισμού. Ὡς πρός αυτό δέ χρειάζεται, κατά τή γνώμη μου, νά λεχθεί τίποτα άλλο. Τό ίδιο πρέπει νά δεχθούμε καθόσον ή προσφεύγουσα επικαλείται εντελῶς γενικά υποχρεώσεις μέ ὅμοια κατεύθυνση, οἱ όποιες ἀπορρέουν ἀπό τήν GATT. Υπενθυμίζω σχετικά τή νομολογία ἡ ὁποία επανειλημμένα ἔχει ἀσχοληθεί κατά τρόπο γενικό μέ τό χαρακτηρισμό τῆς GATT (τονίζοντας ιδιαίτερα τά άρθρα του XIX, XXII καί XXIII) καί ἡ ὁποία κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι δικαιώματα ἰδιωτών — πράγμα πού ἀποτελεί προϋπόθεση γιά τόν έλεγχο τῆς νομιμότητος μέσω τῆς GATT — δέ θεμελιώνονται οὔτε μέ τό άρθρο του II ούτε μέ τό άρθρο του XI (αποφάσεις στίς υποθέσεις 21-24/72, International Fruit Company NV καί λοιποί κατά Produktschap voor groenten en fruit, ἀπόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1972, Slg. 1972, σ. 1219 9/73, Carl Schlüter κατά Hauptzollamt Lörrach, ἀπόφαση τῆς 24ης 'Οκτωβρίου 1973, Slg. 1973, σ. 1135).
Καθόσον όμως πέρα ἀπ' αυτά γίνανε γνωστές κατά τήν παρούσα δίκη αιτιάσεις, τίς ὁποιες περιέλαβε μία ειδική ὁμάδα τῆς GATT σέ μία έκθεση τό Νοέμβριο τοῦ 1980 κατόπιν αιτήσεως τῆς Χιλής — πρόκειται ἐδῶ γιά τήν τήρηση τῆς διατάξεως περί μή εφαρμογής ποσοτικών περιορισμών πού συνεπάγονται διάκριση (άρθρο XIII) — ή 'Επιτροπή υπογράμμισε σχετικά μέ ἕνα σημείο — ἀνεπίτρεπτη λήψη υπόψη τοῦ έτους ἀναφοράς 1976, στό ὁποῖο ἡ Χιλή δέν τήρησε συμφωνία αυτοπεριορισμού — ὅτι μία διαφορετική μέθοδος, ὅπως ή χρησιμοποίηση ὡς βάσεως τοῦ έτους 1975, δέ θά εἶχε ὁδηγήσει ὡς πρός τή Χιλή κατά τή μείωση τοῦ ὄγκου εισαγωγών σέ κανένα άλλο ἀποτέλεσμα. Ὡς πρός τό άλλο σημείο πού διαπιστώθηκε στην ἀνωτέρω έκθεση — ἀνεπαρκής λήψη υπόψη τοῦ γεγονότος ὅτι ή Χιλή στόν τομέα τῆς εξαγωγῆς επιτραπέζιων μήλων έχει ὡς newcomer καθυστέρηση — δέν εἶναι σημαντικό μόνο τό ὅτι ἐδῶ πρόκειται προφανώς γιά ένα σχετικά καινοφανή συλλογισμό, άλλά επίσης δέν πρέπει νά παραβλεφθεί ὅτι — καί αυτό άφορᾶ καί τίς δύο αιτιάσεις — στό άρθρο XIII τῆς GATT προβλέπεται γιά τους άλλους συμβαλλόμενους πού δέν εἶναι σύμφωνοι μέ τους ποσοτικούς περιορισμούς μόνο μία διαδικασία διαβουλεύσεων σύμφωνα μέ τό άρθρο XXIII τῆς GATT. Αυτό ὅμως δικαιολογεί — ὅπως στίς δύο μνημονευόμενες ἀποφάσεις — τό συμπέρασμα ὅτι καί τό άρθρο XIII τῆς GATT δέν εἶναι διάταξη, πού θεμελιώνει δικαιώματα ιδιωτών, καί ὅτι συνεπώς δέν μπορεί νά συναχθεί ἡ ἀκυρότητα ἑνός κοινοτικοῦ κανονισμού.
7.
Συνεπώς δέν μπορῶ συνοψίζοντας παρά νά προτείνω νά δοθεί στό Hessisches Finanzgericht ἡ ἀπάντηση ὅτι κατά τή διαδικασία δέ διαπιστώθηκε κανένας λόγος ὁ όποιος θά ὁδηγοῦσε στην άποψη περί τοῦ ἀνίσχυρου τῶν κανονισμῶν 687/79, 797/79 καί 1152/79.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy