ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΥΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 5 ΜΑΪΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 28 'Απριλίου 1980 ἡ 'Επιτροπή προσέφυγε στό Δικαστήριο δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 εδάφιο 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προσάπτοντας στην 'Ιρλανδική Δημοκρατία ὅτι παρέβη τό άρθρο 30 τῆς ἐν λόγω συνθήκης. Καλεῖσθε κατόπιν αὐτοῦ νά εξετάσετε ὡρισμένες διατάξεις τῆς 'Ιρλανδικής Δημοκρατίας πού επηρεάζουν τήν εἰσαγωγή καί τήν πώληση κοσμημάτων, τά όποια παράγονται στό εξωτερικό, γιά νά ἀποφανθείτε ἄν συμβιβάζονται ἡ ὄχι μέ τήν κοινοτική ἀπαγόρευση κάθε μέτρου Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εἰσαγωγῶν.
Είναι ἀναγκαίο νά διευκρινισθεί ὅτι μέ τά «Statutory instruments» (διατάγματα) 306 καί 307 τοῦ 1971, τά όποια ετέθησαν σέ ἰσχύ τό 1972, ἡ 'Ιρλανδική Δημοκρατία κατέστησε ὑποχρεωτική τήν ἀναγραφή τοῦ βιομηχανικού σήματος ἐπί εἰσαγομένων κοσμημάτων, ἀπό πολύτιμο ἡ ευτελές μέταλλο, τά όποια φέρουν εικόνες, ἐμβλήματα ἡ άλλες παραστάσεις πού ὑποδηλοῦν ὅτι πρόκειται περί ενθυμίων τῆς 'Ιρλανδίας. Ή εἰσαγωγή καί ἡ έκθεση σέ πώληση των ἀντικειμένων αυτῶν πού έχουν κατασκευασθεί σέ άλλα κράτη δέν επιτρέπεται παρά μόνο ἄν φέρουν σφραγισμένη ἡ μέ τρόπο σαφώς ευκρινή τήν ένδειξη τῆς χώρας καταγωγής ἡ τήν λέξη «foreign» (ξένο) ή άλλες λέξεις πού νά επισημαίνουν, σαφώς ὅτι πρόκειται περί ἀντικειμένων, τά όποια δέν κατεσκευάσθησαν στην 'Ιρλανδία.
Ή 'Επιτροπή, μέ μία πρώτη επιστολή τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1975 ζήτησε ἀπό τήν ἰρλαν-δική κυβέρνηση νά τῆς παράσχει κάθε χρήσιμη πληροφορία πρός καθορισμό τοῦ άν οἱ προαναφερθείσες διατάξεις συνιστούν μέτρο Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό. Ή ιρλανδική κυβέρνηση δέν έδωσε συνέχεια στην ἐν λόγω αἴτηση. Ή Ἐπιτροπή, τότε, μέ μιά δεύτερη επιστολή ὑπό ἡμερομηνία 9 Μαρτίου 1977, ειδοποίησε τήν ιρλανδική κυβέρνηση ὅτι ή διατήρηση ἐν ἰσχύι τῶν ἐν λόγω κανόνων ήταν, κατά τήν γνώμη της, ἀντίθετη πρός τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί δέν δύναται, ἐξ άλλου, νά δικαιολογηθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 36. Ή ἐν λόγω κυβέρνηση εκλήθη συνεπῶς νά βεβαιώσει ὅτι υιοθέτησε τά ἀναγκαία μέτρα «ὥστε οἱ ἀπαιτήσεις πού προβλέπονται στην 'Ιρλανδία στό θέμα τῆς σημάνσεως» νά εἶναι «σύμφωνες προς τίς εφαρμοστέες στόν τομέα αυτό διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ, δικαίου» ἰδίως σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τά κοσμήματα πού φέρουν Ιρλανδικές παραστάσεις ἡ χαρακτηριστικά. Γιά μιά ἀκόμα φορά ἡ Ιρλανδική κυβέρνηση δέν έδωσε καμμία απάντηση ώστε, μέ μία τρίτη επιστολή τῆς 8ης Μαΐου 1978 πού υπέγραψε ὁ ἐπίτροπος Davignon, ή 'Επιτροπή έκρινε σκόπιμο νά υπενθυμίσει τό περιεχόμενο τῆς προηγουμένης επιστολής τῆς 9ης Μαρτίου.
Τήν φορά αυτή, ἡ ιρλανδική κυβέρνηση, έλαβε θέση (μέ επιστολή τῆς 7ης 'Ιουλίου 1978), υποστηρίζοντας ὅτι τά δύο ἀμφισβητούμενα διατάγματα έπρεπε νά θεωρηθούν ὅτι συμβιβάζονται μέ τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης, κατά τό μέτρο πού αποσκοπούσαν στην προστασία τοῦ καταναλωτού. Ἐν τούτοις, ἡ άποψη αυτή δέν έπεισε τήν 'Επιτροπή, ἡ ὁποία, στίς 19 Μαρτίου 1979, ἀπεφάσισε νά εκδώσει τήν αιτιολογημένη γνώμη πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 169, υποστηρίζοντας, ὅτι ἡ 'Ιρλανδία διατηρώντας ἐν ἰσχύι τά δύο διατάγματα τοῦ 1971 παρέβη τίς υποχρεώσεις, οἱ όποιες ἀπορρέουν ἀπό τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης καί καλώντας την νά υιοθετήσει, εντός δύο μηνών, τά ἀναγκαία μέτρα γιά νά προσαρμόσει τήν έννομο τάξη τῆς σύμφωνα μέ τό πνεύμα τοῦ κοινοτικοί) δικαίου.
Ή 'Ιρλανδία δέν συνεμορφώθη πρός αυτή τήν πρόσκληση. Κατά συνέπεια, ἡ 'Επιτροπή ἤσκησε τήν δικαστική προσφυγή μέ τήν ὁποία κινήθηκε ἡ παρούσα διαδικασία.
2.
"Ας ἀρχίσομε εξετάζοντας ἄν ἡ προαναφερθείσα ἰρλανδική κανονιστική ρύθμιση εμποδίζει τό ενδοκοινοτικό εμπόριο καί ἄν ἀντιτίθεται εἰδικώτερα πρός τό άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ. "Αν ἡ ἀπάντηση στό πρῶτο αυτό ερώτημα εἶναι καταφατική, θά πρέπει ἀκόμα νά διαπιστωθεί ἄν ἡ 'ίδια αύτη κανονιστική ρύθμιση καλύπτεται ἀπό τό άρθρο 36 ἡ ἄν δικαιολογείται κατά κάποιον τρόπο ἀπό μία ἀπό τίς ἀπαιτήσεις γενικοῦ χαρακτῆρος (ιδίως τήν προστασία τοῦ καταναλωτοῦ) τίς όποιες τό Δικαστήριο έκρινε ικανές νά εξουδετερώσουν τήν ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 30.
Ἐκθέσαμε ήδη ὅτι δυνάμει τῶν δύο ιρλανδικῶν διαταγμάτων οἱ ξένοι κατασκευαστές εἶναι υποχρεωμένοι νά ἀναγράφουν σέ κάθε ἀντικείμενο τήν ένδειξη τῆς χώρας καταγωγής ή, τουλάχιστον, νά διευκρινίζουν ὅτι πρόκειται περί ξένου προϊόντος.
Προκειμένου γιά τήν έκθεση πρός πώληση, τό διάταγμα 306 διευκρινίζει ὅτι ἡ προβλεπομένη ένδειξη πρέπει επίσης νά ἀναγράφεται ἐπί τῆς επιγραφής πού ἐνδεχομένως ἐπικολλᾶται στό ἀντικείμενο ἡ ἐπί τῆς συσκευασίας πού τό περιέχει τό διάταγμα 307 ὁρίζει, μέ τή σειρά του, ὅτι ἡ ἀναγραφή ἐπί τοῦ εισαγομένου προϊόντος πρέπει νά είναι ἀνεξίτηλη (έκτός ἀπό τοῦ νά είναι ὁρατή καί εὐανάγνωστη). Οἱ διατάξεις αὐτές επιβάλλουν ἀναμφισβητήτως στους ξένους κατασκευαστές καί στους εισαγωγείς επιβαρύνσεις, οἱ όποιες εισάγουν διακρίσεις καί συνεπάγονται πρίν ἀπ' ὅλα αύξηση τοῦ κόστους. Ή επίπτωση τους ἐπί τοῦ ὁλικοῦ κόστους κάθε προϊόντος θά εἶναι τόσο μεγαλύτερη ὅσο τό κόστος τοῦ προϊόντος ἀνά μονάδα θά εἶναι χαμηλότερο. Καί, ἄν σκεφθοῦμε τήν μεγάλη διάδοση στην ἀγορά τῶν «souvenirs» ἀπό ευτελές μέταλλο, ἡ συνηθέστερη περίπτωση εἶναι ἀκριβώς εκείνη ὅπου τό κόστος τῆς ἀναγραφής τῆς ενδείξεως εἶναι σέ ποσοστό υψηλότερο καί κατά συνέπεια αυξάνει σημαντικά τό γενικό κόστος. 'Εξ άλλου, ή ἀξία (ή τουλάχιστον τό θέλγητρο) ἀντικειμένου πού φέρει ένδειξη, ἡ οποία πρέπει νά εἶναι ευχερώς ὁρατή εἶναι ἀναμφισβητήτως μικρότερη ἀπό εκείνη τοῦ ισοτίμου ἀντικειμένου πού δέν φέρει αυτή τήν ένδειξη: στην προκειμένη περίπτωση, τοῦ «ἀντικειμένου» ἐθνικής παραγωγής. Τό ἀποτέλεσμα ὅλων αυτών εἶναι ὁ περιορισμός τοῦ ρεύματος τῶν συναλλαγών τῶν ἐν λόγω ἀντικειμένων πρός τήν 'Ιρλανδία καί ἡ σχετική προνομιακή κατάσταση γιά τους ιρλανδούς κατασκευαστές. 'Αλλωστε, ἡ καθ' ἧς κυβέρνηση φαίνεται ὅτι έχει ἡ ἰδία συναίσθηση τοῦ ὅτι ἡ ἀμφισβητουμενη κανονιστική ρύθμιση εισάγει διακρίσεις στην Ιρλανδική ἀγορά μεταξύ εθνικών καί ξένων κατασκευαστών αυτό εἶναι τόσο ἀληθές ὥστε ἡ ιρλανδική κυβέρνηση περιορίζεται στό νά υποστηρίζει ὅτι ἡ ἐν λόγω διαφορά μεταχειρίσεως δικαιολογείται ἀπό τήν ἀνάγκη προστασίας τόσο τῶν καταναλωτών ὅσο καί τῶν κατασκευαστών έναντι ἀνέντιμου εμπορικής τακτικής. 'Εν τέλει, δέν φαίνεται συνεπώς ἀμφίβολο ὅτι οἱ διατάξεις τῶν ιρλανδικών διαταγμάτων 306 καί 307 τοῦ 1971 συνεπάγονται ἀποτελέσματα ισοδύναμα πρός ἀποτελέσματα ποσοτικοῦ περιορισμοῦ ἐπί τῶν εισαγωγών καί συνιστοῦν, κατά συνέπεια, μέτρα, τά όποια ἡ Ἰρλανδία έπρεπε νά καταργήσει τό ἀργότερο τήν 1η 'Ιανουαρίου 1975, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 42 εδάφιο 2 τῆς πράξεως εντάξεως.
3.
Στίς προτάσεις μας τῆς 29ης Μαΐου 1980 τίς σχετικές μέ τήν υπόθεση 788/79, Gilli (ἀδημοσίευτες), εἴχαμε τήν εὐκαιρία νά ἐκθέσουμε ὅτι, παρά τίς ἀπαγορεύσεις πού προβλέπονται στά άρθρα 30 καί 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά Κράτη μέλη δέν στεροῦνται παντελώς τῆς ευχερειας νά υιοθετήσουν, ὑπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, διατάξεις πού θέτουν εμπόδια, άμεσα ή έμμεσα, στό ενδοκοινοτικό εμπόριο. Σχετικά μ' αυτό τό θέμα, ἀνεφέρθημεν τόσο στό άρθρο 36 τῆς ιδίας τῆς συνθήκης ὅσο καί στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ή οποία έκανε δεκτό ὅτι συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο εθνικά περιοριστικά μέτρα «ἀναγκαία γιά την ικανοποίηση επιτακτικών ἀναγκών πού ἀφορούν, ιδίως, την ἀποτελεσματικότητα τοῦ φορολογικού έλέγχου, την προστασία τῆς δημοσίας υγείας, την εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών καί τήν προστασία τῶν καταναλωτών» (ὁ τύπος αυτός ἀναφέρεται στην ἀπόφαση τῆς 20ης Φεβρουαρίου 1979 πού εξεδόθη στην υπόθεση 120/78 Rewe κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein Rec. 1979, σ. 649, τόν όποιο ἀκολούθως υιοθέτησε ἡ ἀπόφαση τῆς 26ης Ἰουνίου 1980 πού ἐξεδόθη στην ἀναφερθείσα ὑπόθεση Gilli). Πράγματι, πέραν τῶν περιπτώσεων πού ἀναφέρονται στό άρθρο 36 της συνθήκης ΕΟΚ, τό Δικαστήριο εδέχθη τήν νομιμότητα εθνικών κανόνων, οἱ όποιοι παρεκκλίνουν ἀπό τίς ἀπαγορεύσεις τῶν άρθρων 30 καί 34 ὑπό τόν ὅρο ὅτι οι κανόνες αυτοί επιδιώκουν «σκοπό γενικού συμφέροντος τέτοιας φύσεως ὥστε νά υπερέχουν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, ἡ ὁποία ἀποτελεί έναν ἀπό τους θεμελιώδεις κανόνες τῆς Κοινότητος» (σκέψη 14 τῆς ἀναφερθείσης ἀποφάσεως τῆς 20ης Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση Rewe).
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω δέν εἶναι δυνατό νά καταλογισθεί στην ιρλανδική κυβέρνηση τό ὅτι ἀνεζήτησε έκτός τοῦ ἄρθρου 36 δικαιολογία γιά τήν προαναφερθείσα κανονιστική ρύθμιση, ὅταν υπεστήριξε ὅτι τήν υἱοθέτησε πρός τόν σκοπό νά διασφαλίσει τήν προστασία τοῦ καταναλωτού καί τήν εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών. Τό Δικαστήριο έχει συνεπώς τό δικαίωμα καί τό καθήκον νά ελέγξει ἄν ἡ δικαιολογία αύτη έχει ἡ ὄχι ἀντικειμενικό έρεισμα, καί ἀκριβέστερα ἄν τά μέτρα πού υἱοθετήθησαν καί διετηρήθησαν ἐν ἰσχύι ἀπό τήν ιρλανδική κυβέρνηση ήταν πράγματι αναγκαία γιά τήν προστασία τοῦ καταναλωτού καί γιά νά διασφαλίσουν έναν κανόνα ἐντιμότητος στό εμπόριο τῶν ἐν λόγω προϊόντων.
Ή ιρλανδική κυβέρνηση, γιά νά στηρίξει τήν άποψη της, ἐτόνισε ὅτι τά κοσμήματα πού έχουν τό χαρακτήρα «souvenirs» ὁρισμένης χώρας παρακινοῦν τόν καταναλωτή νά θεωρήσει ὅτι κατεσκευάσθησαν στην ἴδια αύτη χώρα. Όταν, vice versa, πρόκειται γιά προϊόντα πού έχουν κατασκευασθεί στό εξωτερικό καί ἀκολούθως εισαχθεί, οἱ πιθανοί ἀγοραστές πρέπει νά πληροφορηθοῦν γιά τήν καταγωγή τους. 'Ελλείψει της πληροφορήσεως αυτής, εξαπατώνται, κατά τήν έννοια ὅτι κινδυνεύουν νά ἀγοράσουν ξένα εμπορεύματα έχοντας τήν πεποίθηση ὅτι πρόκειται γιά εμπορεύματα πού κατεσκεύασθησαν «in loco». 'Από αὐτό προκύπτει ἡ ἀνάγκη — γιά τήν προστασία τοῦ καταναλωτοῦ, ἀφ' ενός καί τῶν εθνικών κατασκευαστών, ἀφ' έτερου — επιβολής τῆς ἀναγραφής ενδείξεως πού νά προσδιορίζει τήν ξένη καταγωγή ἐπί ὅλων τῶν κοσμημάτων τά όποια κατασκευάζονται στό εξωτερικό καί ἐμφανίζονται ὡς «souvenirs» 'Ιρλανδίας.
Κατά τήν γνώμη μας, δέν δύναται νά ταχθεί κανείς μέ τήν άποψη αυτή, γιά διαφόρους λόγους, Κατά πρώτον, δέν είναι ὀρθός ὁ Ισχυρισμός ὅτι τό ουσιώδες χαρακτηριστικό — ἡ τουλάχιστον τό κύριο θέλγητρο — τῶν «souvenirs» συνίσταται στό γεγονός ὅτι κατεσκευάσθησαν ἐπιτοπίως. Μέ τήν λέξη «souvenir», εννοούμε, ἀπό καθαρώς γλωσσολογικής ἀπόψεως, ἀντικείμενο πού φέρει στην μνήμη ένα πράγμα, έναν τόπο ἡ ένα συμβάν εἴτε ἐξ αιτίας τοῦ τί τό ἀντικείμενο αυτό καθ' ἑαυτό παριστάνει (σκεπτόμεθα τίς ἀναπαραστάσεις μνημείων ἤ φυσικῶν καλλονῶν) εἴτε ἐξ αἰτίας τοῦ τόπου ὅπού ἠγοράσθη εἴτε γιά ἕναν ἤ τόν άλλον ἀπό τους λόγους αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ἀμφισβητούμενες διατάξεις ἀφορούν ἕναν ιδιαίτερο τύπο «souvenirs»: τά ἀντικείμενα πού πωλοῦνται γενικά στους περιηγητές καί έχουν προορισμό νά τους θυμίζουν συγκεκριμένη περιοχή, την ὁποία εἶχαν την ευκαιρία νά επισκεφθούν. Δέν νομίζομε ὅτι ὁ περιηγητής παρακινείται νά ἀγοράσει ένα ἀπό τά ἀντικείμενα αυτά λόγω τῆς πεποιθήσεως ὅτι πρόκειται γιά προϊόντα πού κατεσκευάσθησαν «in loco»: πράγματι, είναι γνωστό ἀπό κοινή εμπειρία ὅτι τά ἐν λόγω είδη κατασκευάζονται συχνά σέ άλλα μέρη (σκεπτόμεθα τίς πάρα πολλές ἀναπαραστάσεις τοῦ πύργου Ἄιφελ ἤ τοῦ ἀγάλματος τῆς ἐλευθερίας ἤ ἀκόμα τίς ἀναρίθμητες βενετσιάνικες γόνδολες σέ μινιατούρα!). Τό ουσιῶδες χαρακτηριστικό τῶν «souvenirs», πού τους προσδίδει τήν ικανότητα νά προκαλοῦν τήν ἀναπόληση καί νά ξαναφέρνουν στην μνήμη τους ἐπισκεφθέντες τόπους, έγκειται κυρίως στίς εικόνες πού περιέχουν καί στό γεγονός ὅτι ἀγοράζονται «in loco». Γι' αυτόν τόν λόγο, τό γεγονός τῆς ἐπιβολῆς, γιά τά εισαγόμενα προϊόντα, υποχρεώσεως ἀναγραφής τῆς ενδείξεως τῆς καταγωγής εμφανίζεται ὡς μέτρο πού δέν εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν προστασία τοῦ καταναλωτοῦ ἡ γιά τήν εντιμότητα τῶν ἐμπορικών συναλλαγών καί τό όποιο καταλήγει ἀποκλειστικά σέ ἀδικαιολόγητο περιορισμό τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων.
Ὁ λόγος εἶναι διαφορετικός γιά τά τυπικά προϊόντα τῆς βιοτεχνίας τοῦ τόπου. Προκειμένου περί ἀντικειμένων αὐτοῦ τοῦ είδους, εἶναι ὀρθό ὅτι ὁ ἀγοραστής ὁρμᾶται ἀπό τήν πεποίθηση ὅτι κατεσκευἀσθησαν ἐπιτοπίως καί εἶναι σαφές ὅτι αυτός πού τά ἀγοράζει χωρίς νά γνωρίζει ὅτι στήν πραγματικότητα προέρχονται ἀπό τό εξωτερικό, εἶναι θῦμα εμπορικής ἀνεντιμότητος. Στην περίπτωση αυτή, ἑπομένως, ἡ κατάλληλη προστασία τοῦ καταναλωτού εἶναι ἀσφαλώς ἀναγκαία καί κατά συνέπεια νόμιμη σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Ἀλλά ὅπως εἴδαμε, οἱ ιρλανδικές ἀμφισβητούμενες διατάξεις ἀφοροῦν κοσμήματα, ἀπό πολύτιμο ἡ ευτελές μέταλλο, τά όποια ἀποτελοῦν «souvenirs Ἰρλανδίας» καί ὄχι τυπικά προϊόντα τῆς βιοτεχνίας τοῦ τόπου. Κατά συνέπεια, ή υποχρέωση ἀναγραφής τοῦ τόπου καταγωγής ἡ επισημάνσεως τῆς προελεύσεως ἀπό τό εξωτερικό στά εισαγόμενα προϊόντα πού εμφανίζουν τά χαρακτηριστικά αὐτα δέν δικαιολογείται.
Ἐν πάση περιπτώσει, ἀκόμα καί ὅσον άφορᾶ τά τυπικά προϊόντα τῆς βιοτεχνίας τοῦ τόπου, ἀμφιβάλλομε ἄν ἡ προστασία τοῦ καταναλωτοῦ καί τῆς ἐντιμότητος στίς εμπορικές συναλλαγές δέν δύναται νά διασφαλισθεί μέ άλλον τρόπο έκτός ἀπό τήν ένδειξη τῆς καταγωγής ἀπό τό εξωτερικό. Ό ίδιος σκοπός θά ἠδύνατο καί θά έπρεπε νά επιδιωχθεῖ μέ τήν υποχρέωση τῶν εθνικών κατασκευαστών νά ἀναγράφουν τήν ένδειξη καταγωγής στά προϊόντα τους. Τό ενδεχομένως υψηλότερο κόστος θά ἐκαλύπτετο στην περίπτωση αυτή ἀπό τήν θέση υπεροχής στην ἀγορά, τῆς ὁποίας ἀπολαύουν προδήλως οἱ εθνικοί κατασκευαστές καί ἡ ὁποία συνεπάγεται τήν δυνατότητα νά προβλεφθούν μεγαλύτερα κέρδη.
Τό σημείο αὐτό εἶναι δεκτικό διεξοδικοτέρας αναπτύξεως. 'Ακόμα καί γιά τά «souvenirs» πού ἀναφέρονται στίς Ιρλανδικές διατάξεις, οἱ ὁποιες εξετάζονται ἐν προκειμένω, θά ήταν δυνατή καί ευχερής ἡ πληροφόρηση τοῦ καταναλωτοῦ ὡς πρός τήν καταγωγή τους μέ τήν ἐπιβολή τῆς υποχρεώσεως ἀναγραφής τοῦ σήματος τοῦ ἐργοστασίου ἐπί τῶν εθνικών προϊόντων. Τό γεγονός ὅτι δέν ἠκολουθήθη αυτή ἡ λύση ἐπιβεβαιώνει τό ὅτι ἡ επιλογή τοῦ Ιρλανδικού κράτους έγινε υπέρ τοῦ συστήματος, τό όποιο ευνοεί περισσότερο τά εθνικά προϊόντα, ἀκόμα καί στό επίπεδο τῶν τιμών ἀλλά εἶναι ἀκριβώς γι' αυτό τόν λόγο πού εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι υπήρξε άνιση μεταχείριση μεταξύ ἐθνικών καί εισαγομένων προϊόντων μέ περιοριστικά ἀποτελέσματα στό ενδοκοινοτικό εμπόριο. Στην πραγματικότητα, ἀκόμα καί ἄν υποτεθεῖ ὅτι ήταν ἀναγκαία ἡ προστασία τοῦ καταναλωτοῦ έναντι τοῦ κινδύνου νά αγοράσει «souvenirs» πού έχουν κατασκευασθεί στό εξωτερικό, τό γεγονός τῆς επι-βολῆς επιβαρύνσεως δυσαναλόγου ἐν σχέσει μέ τόν σκοπό — προτιμώντας νά θέσει ὅρούς εἰς βάρος τῶν ξένων προϊόντων παρά νά διατάξει την αναγραφή τοῦ σήματος τοῦ εργοστασίου ἐπί τῶν εθνικῶν προϊόντων — ἀρκεῖ γιά νά καταστήσει εμφανή τήν παράβαση τοῦ ἄρθρου 36 τελευταίο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
4.
Ἐπί τῆ βάσει τῶν σκέψεων πού ἀνεπτύχθησαν μέχρι ἐδῶ, προτείνομε επομένως στό Δικαστήριο νά δεχθεί την προσφυγή πού ἠσκήθη ἀπό τήν 'Επιτροπή κατά τῆς 'Ιρλανδίας στίς 28 'Απριλίου 1980 καί νά κρίνει, κατά συνέπεια, ὅτι διατηρώντας ἐν ἰσχύι εντός τῆς έννομου τάξεως του τήν ἀπαγόρευση εισαγωγής, πωλήσεως ἤ εκθέσεως πρός πώληση κοσμημάτων πού έχουν κατασκευασθεί στό εξωτερικό καί δέν φέρουν τήν ένδειξη τῆς ξένης καταγωγής τους, τό καθ' οὗ κράτος παρέβη τίς υποχρεώσεις πού τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει στά Κράτη μέλη.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy