ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤίΣ 12 ΜΑΡΤΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
'Αντικείμενο τῆς σημερινῆς δίκης, ἐπί τῆς ὁποίας πρόκειται νά λάβω θέση, εἶναι ἕνα ζήτημα δασμολογικής κατατάξεως.
Ή εταιρεία Dr. Ritter GmbH & Co. KG, ἑδρεύουσα στην Κολωνία-Deutz, καί προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ζήτησε στίς 24 'Απριλίου 1978 ἀπό τήν-Oberfinanzdirektion ('Ανώτερη Διεύθυνση οικονομικῶν) τοῦ Μονάχου, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ γερμανικοί) νόμου τῆς 14ης Ἰουνίου 1961, δεσμευτική γνωμάτευση περί τῆς δασμολογικής κατατάξεως ἑνός προϊόντος πού ἡ ἴδια χαρακτήριζε ως «πλήρη ζύμη (υγρή ζυθοζύμη)».
'Όπως προκύπτει ἀπό τήν ἔκθεση έλεγχου πού συνέταξε ἀργότερα τό Zolltechnische Prüfungs- und Lehranstalt ('Ιδρυμα ερευνῶν καί εκπαιδεύσεως ἐπί τῆς δασμολογικής τεχνικής) τοῦ 'Αμβούργου, πρόκειται γιά ἕνα προϊόν, πού διατίθεται σέ φιάλες τῶν 500 ml, τό όποιο εἶναι υγρό καί, κατόπιν ἀναδεύσεως, εμφανίζεται ὡς θολό, χρώματος λευκοκίτρινου καί ιδιάζουσας όξινης γεύσεως. 'Αποτελείται κατά 80,5 % ἀπό ἀδρανή καθαρή ζυθοζύμη (μαγιά μπύρας), κατά 3,9 % ἀπό φυσικό χυμό ἑσπεριδοειδών, κατά δέ τό υπόλοιπο ποσοστό ἀπό νερό, πού ἀντιστοιχεί στη φυσική περιεκτικότητα τῆς ζυθοζύμης σέ νερό. Σύμφωνα μέ τήν περιγραφή τοῦ προϊόντος ἀπό τήν προσφεύγουσα, ἡ παρασκευή του γίνεται ὡς έξῆς: ἡ ζυθοζύμη «φουσκώνει» εντός χυμοῦ εσπεριδοειδών καί κατόπιν θερμαίνεται, ὥστε νά καταστεί δυνατή ἡ ἐπί μακρόν διατήρηση της. Σύμφωνα μέ τίς ενδείξεις ἐπί τῆς συσκευασίας, τό προϊόν συντελεί ὡς διαιτητικό συμπλήρωμα στη διατήρηση τῆς φυσικής ικανότητας πρός εργασία, καθώς καί στην υγεία τοῦ δέρματος, λαμβάνεται δέ τρεῖς φορές ἡμερησίως, ἀπό μία έως δύο κουταλιές τής σούπας, ποσότητα πού ἀντιστοιχεί συνολικά σέ 50 έως 70 ml περίπου.
Όταν ἡ Oberfinanzdirektion τοῦ Μονάχου προώθησε τήν αίτηση στην Oberfinanzdirektion τοῦ 'Αμβούργου, λόγω ἁρμοδιότητας, ἡ τελευταία αύτη, μέ δεσμευτική γνωμάτευση τῆς 14ης 'Ιουνίου 1978, κατέταξε τό προϊόν ὡς μή ἀλκοολοῦχο ποτό μή περιέχον γάλα ἤ λιπαρές ύλες προερχόμενες ἀπό τό γάλα στη διάκριση 22.02 Α τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ἡ όποια προβλέπει αυτόνομο δασμό 20% καί συμβατικό δασμό 15 %.
Κατά τῆς παραπάνω γνωματεύσεως ή προσφεύγουσα, μέ επιστολή τῆς 28ης 'Ιουνίου 1978, υπέβαλε ένσταση, ισχυριζόμενη ὅτι τό ἐν λόγω προϊόν ὑπάγεται στη διάκριση 21.06 Β ΙΙ τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Γιά τη διάκριση αύτη πού περιγράφει τά εἴδη «Ζῦμαι φυσικαί ἀδρανείς, ουχί εἰς δισκία, κύβους ἤ παρόμοιας μορφάς ἤ εἰς ἀμεσους συσκευασίας καθαροῦ περιεχομένου 1 χγρ. ἤ ὀλιγώτερον», προβλέπεται αυτόνομος δασμός 10 % καί συμβατικός δασμός 8 %.
Ή Oberfinanzdirektion τοῦ 'Αμβούργου ἀπέρριψε τήν ένσταση ὡς ἀνέριστη μέ ἀπόφαση τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1978. Στη συ-νέχεια ἡ εταιρεία Ritter ἄσκησε ἐνώπιον τοῦ Bundesfinanzhof προσφυγή, μέ αἴτημα τήν υπαγωγή τοῦ προϊόντος στή διάκριση 21.06 Β ΙΙ.
Τό VΙΙ τμήμα τοῦ Bundesfinanzhof, μέ διάταξη τῆς 1ης 'Απριλίου 1980, ἀνέβαλε τή δίκη καί ζήτησε, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τήν έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπί τῶν ἀκόλουθων ερωτημάτων:
«1.
Πρέπει ὁ ὅρός «έτερα μή ἀλκοολοῦχα ποτά» πού ἀναφέρεται στην κλάση 22.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι περιλαμβάνει τό προϊόν τό όποιο ἀποτελείται ἀπό ζυθοζύμη (μαγιά μπύρας), ἀπό νερό καί σέ ποσοστό 3,9 % ἀπό χυμό εσπεριδοειδών, εἶναι υγρό, πόσιμο καί προορίζεται νά λαμβάνεται σέ μικρές ποσότητες πολλές φορές τήν ήμέρα γιά τήν επίτευξη ευεργετικών ἀποτελεσμάτων ἐπί τῆς υγείας;
2.
Σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στό πρώτο ερώτημα: Πρέπει ἡ κλάση 21.06 σέ συνδυασμό μέ τό ἄρθο 3 β τῶν γενικών κανόνων ερμηνείας τοῦ κοινού δασμολογίου νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι περιλαμβάνει τό προϊόν πού περιγράφηκε παραπάνω;»
Ἐπί τῶν ἐρωτημάτων αυτών ἡ γνώμη μου έχει ὡς έξης:
Όπως συνάγεται ἀπό τήν αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, στην κύρια δίκη ἀνέκυψε τό ζήτημα ἄν ένα εμπόρευμα, ὅπως τό ἐν προκειμένω, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς «έτερο μή ἀλκοολούχο ποτό, μή περιέχον γάλα ἡ λιπαράς ὕλας προερχο-μένας ἐκ τοῦ γάλακτος» κατά τήν έννοια τῆς διακρίσεως 22.02 Α, ὡς «έτερα ζύμη, αδρανής» κατά τήν έννοια τῆς διακρίσεως 21.06 Β ΙΙ ἡ μήπως ὡς «έτερο παρασκεύασμα διατροφής, μή περιέχον λιπαράς ὕλας προερχομένας ἐκ τοῦ γάλακτος, μή περιέχον σακχαρόζην» κατά τήν ἔννοιαν τῆς διακρίσεως 21.07 Η Ι α τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. 'Επειδή ἡ ἀπάντηση στά υποβληθέντα ερωτήματα δύναται νά συναχθεί μόνο ἀπό τό περιεχόμενο καί τήν ἀμοιβαία ὁριοθέτηση τῶν τριών διακρίσεων, θεωρώ ὅτι εἶναι σκόπιμο νά ἐξετασθεί λεπτομερώς τό νομικό τους περιεχόμενο.
Πρίν ὅμως ἀρχίσω, πρέπει νά διευκρινισθεί προηγουμένως ὅτι τό ἐν λόγω προϊόν δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὡς φάρμακο κατά τήν έννοια τῆς κλάσεως 30.03 τοῦ κοινού δασμολογίου — ἐπ'αυτού φαίνεται νά συμφωνούν ὅλα τά μέρη. Στην κλάση αυτή ἀνήκουν πράγματι, ὁπως συνάγεται ἀπό τίς εἰσαγωγικές σημειώσεις τοῦ κεφαλαίου 30 τοῦ κοινού δασμολογίου, μόνο τά προϊόντα πού χρησιμοποιοῦνται δι' ἐσωτερικής ή εξωτερικής χρήσεως στην ιατρική ἡ στην κτηνιατρική γιά θεραπευτικούς ἡ προφυλακτικούς σκοπούς κατά ἀσθενειών. Γιά τό λόγο αυτό στό σημείο εκείνο ὁρίζεται ρητά ὅτι «αἱ ἀνωτέρω διατάξεις δέν εφαρμόζονται ἐπί τῶν τροφίμων ἡ ποτών (ὡς: διαιτητικά τρόφιμα, εμπλουτισμένα τρόφιμα, τρόφιμα διά διαβητικούς, ποτά «τονωτικά», μεταλλικά ύδατα)...». Ὁμοίως, στό σημείο 33 τῆς γερμανικής εκδόσεως τῶν επεξηγηματικῶν σημειώσεων τοῦ Συμβουλίου τελωνειακῆς συνεργασίας — στό έξης: Σημειώσεις τῶν Βρυξελλών — γιά τό κεφάλαιο αυτό διευκρινίζεται ἀκόμη μία φορά ὅτι ἐδῶ δέν ἀνήκουν «διαιτητικά συμπληρώματα», τά όποια περιέχουν βιταμίνες ἡ ἀνόργανα άλατα καί συντελοῦν στή διατήρηση τῆς υγείας ἡ τῆς ευεξίας, εφόσον δέν περιέχουν ενδείξεις ὅτι προλαμβάνουν ή θεραπεύουν ὁρισμένη ἀσθένεια. Τά προϊόντα αυτά ἀνήκουν ἐν γένει, σύμφωνα μέ τήν παραπάνω σημείωση, στην κλάση 21.07 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου.
Κατά τήν προσφεύγουσα, τό επίδικο προϊόν δέν μπορεί νά χαρακτηρισθεί παρά μόνο ὡς προϊόν ζύμης, λόγω τοῦ ὑψηλοῦ ποσοστού ζύμης πού περιέχει καί πού προσδιορίζει τό χαρακτήρα του. Στό προϊόν αυτό προστίθεται μόνο χυμός ἑσπεριδοειδών σέ ελάχιστη ποσότητα, γιά νά καταστεί ἐπί μακρόν διατηρητέο καί γιά νά ικανοποιεί τόν καταναλωτή ἀπό γευστικής ἀπόψεως. Σύμφωνα επομένως, μέ τους γενικούς κανόνες ἑρμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου καί μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τό προϊόν πρέπει νά υπαχθεί στή διάκριση 21.06 Β II. 'Αν τό προϊόν δέν μπορεῖ νά υπαχθεί στην κλάση αυτή λόγω τῆς προσθήκης τοῦ χυμοῦ εσπεριδοειδών, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς παρασκεύασμα διατροφής κατά τήν ἔννοια τῆς κλάσεως 21.07. 'Η υπαγωγή στην κλάση 22.02 ἀποκλείεται, επειδή στην κλάση αύτη υπάγονται ποτά, τά όποια χρησιμεύουν γιά τήν κατάσβεση τῆς δίψας ἡ καταναλώνονται χάρη γευστικής ἀπολαύσεως.
Παρόλο πού παραδέχομαι ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως, ἄν ληφθοῦν υπόψη οἱ ιδιαίτερες γευστικές ιδιότητες καί ὁ κλασικός προορισμός τοῦ προϊόντος ὡς παρασκευάσματος βιταμινούχου (τῆς βιταμίνης Β), υπάρχουν ὁρισμένα στοιχεία πού συνηγορούν, υπέρ τῶν ισχυρισμών τῆς προσφεύγουσας, εντούτοις συμφωνώ μέ τήν καθ' ἧς στην κύρια δίκη, μέ τήν 'Επιτροπή, ἡ ὁποία υπέβαλε παρατηρήσεις ἐπί τῆς αἰτήσεως περί ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, καί τέλος, καί μέ τό VII τμήμα τοῦ Bundesfinanzhof ὅτι τό παρασκεύασμα αυτό δέν πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς ζύμη κατά τήν έννοια τῆς διακρίσεως 21.06 Β II τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Σχετικώς πρέπει νά ληφθεί υπόψη τό γεγονός ὅτι τό ἀρχικό προϊόν, ἡ ζυθοζύμη, διέρχεται, ὅπως ἀκούσαμε, ἀπό διάφορα στάδια μεταποιήσεως. Στή συμπιεσμένη ζύμη προστίθεται νερό καί χυμός εσπεριδοειδών καί τό μείγμα θερμαίνεται σέ θερμοκρασία άνω τῶν 60o C, γιά νά καταστεί δυνατή ἡ ἐπί μακρόν διατήρηση του. Ή προσθήκη στό στάδιο αυτό τοῦ χυμοῦ ἑσπεριδοειδών, πού ἀποτελεί συστατικό ξένο πρός τό προϊόν, σέ ποσοστό 3,9 % χρησιμεύει, κατά τήν προσφεύγουσα, ὡς καταλύτης καί σταθεροποιητής τῶν κυττάρων τῆς ζύμης καί προορίζεται επίσης γιά τόν καθαρισμό τῶν κυττάρων τῆς ζύμης ἀπό τό κόμμι τῆς ζύμης πού περιέχουν, καί ἀπό τά ρητινοειδή συστατικά τοῦ λυκίσκου. Ἐπιπλέον, ἡ ἀνάμειξη αυτή 'έχει συγχρόνως ὡς ἀποτέλεσμα τό μετριασμό τῆς φυσικής γεύσεως τῆς ζύμης, τήν ὁποία πολλοί βρίσκουν δυσάρεστη. Μέ τήν εἰδική αυτή διεργασία καί τήν ἀνάμειξη τοῦ νερού προκύπτει ἑπομένως ένα προϊόν, τό όποιο χωρίς τήν παραπάνω περιγραφείσα επεξεργασία δέ θά ἦταν στόν ἴδιο βαθμό κατάλληλο προς κατανάλωση καί δέ θά παρουσιαζόταν σέ υγρή κατάσταση, ἡ ὁποία εἶναι ἀποφασιστικής σημασίας για τή λήψη του. Δέν πρόκειται συνεπώς, ὅπως υποστηρίζει ἡ προσφεύγουσα, πλέον γιά ζυθοζύμη κατά τήν έννοια τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ἡ ὁποία ἁπλώς παστεριώθηκε, άλλά έχει δημιουργηθεί, ὅπως ὀρθώς έκρινε ἡ καθ' ἧς τῆς κύριας δίκης στην ἀπορριπτική τῆς πράξη, λόγω ἰδίως τῆς προσθήκης τοῦ χυμοῦ ἑσπεριδοειδών, ένα νέο προϊόν, για τήν ἀκρίβεια ένα παρασκεύασμα διατροφῆς μέ βάση τή ζυθοζύμη. Μέ τή λέξη «παρασκεύασμα» νοείται, ὅπως ἀποφάνθηκε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 36/71 (Günther Henck κατά Hauptzollamt Emden, ἀπόφαση της 23ης Μαρτίου 1972, Slg. 1972, σ. 187 ἑπ.), ἡ μεταποίηση ἑνός προϊόντος ἡ ἡ ἀνάμειξη του μέ άλλα προϊόντα.
Ή παραπάνω ὅμως ἀπόφαση δέν μπορεί νά χρησιμοποιηθεί πρός στήριξη τῶν ισχυρισμῶν τῆς προσφεύγουσας. Στην υπόθεση αύτη τό Δικαστήριο δέχθηκε μέν ὅτι ή επεξεργασία ενός προϊόντος δέν ἀλλάζει πάντοτε τό χαρακτήρα του καί ὅτι επομένως τά προϊόντα τῆς μεταποιήσεως τοῦ ἀραβόσιτου καί τοῦ σόργου μποροῦν νά ὑπαχθούν στίς κλάσεις 11.01 καί 11.02 εφόσον μετά τή μεταποίηση περιέχουν ἀκόμη τά ουσιώδη συστατικά τοῦ ἀρχικοῦ προϊόντος στίς ἴδιες περίπου εκατοστιαίες ἀναλογίες, ὅπως καί πρίν ἀπό τή μεταποίηση. 'Η διαπίστωση ὅμως αύτη, ὅπως ὀρθά τονίζει ἡ 'Επιτροπή, δέν πρέπει νά εξετασθεί μεμονωμένα, άλλα σέ συνάρτηση μέ τά ειδικά χαρακτηριστικά τοῦ προϊόντος πού ἀφορούσε ἡ υπόθεση εκείνη — επρόκειτο, ὡς γνωστόν, γιά τό ἄν ήταν δημητριακό ἡ χορτονομή. Στην υπόθεση εκείνη, τό πρόβλημα συνίστατο κυρίως στό γεγονός ὅτι δέν ήταν δυνατό, βάσει των χαρακτηριστικῶν πού μπορεῖ ἀντικειμενικά νά ἐξακριβωθούν, νά ειπωθεί μέ σαφήνεια ἄν επρόκειτο γιά μεταποιημένο ἡ μή προϊόν. 'Ενώ ὑπό τίς περιστάσεις εκείνες δέν ήταν δυνατό νά κριθεί κατά διαφορετικό τρόπο τό ζήτημα, στην προκειμένη υπόθεση ἡ προσθήκη τοῦ χυμοῦ εσπεριδοειδών στή ζύμη καί τά ἀποτελέσματα τῆς εἶναι προφανή καί μποροῦν νά ἐξακριβωθοῦν ἀντικειμενικά. Συνεπώς γιά την προκειμένη υπόθεση ισχύει ἡ 'ίδια διαπίστωση πού έκανε τό Δικαστήριο στην προαναφερθείσα ἀπόφαση, ὅτι δηλαδή «χάρη τῆς ἀσφάλειας τοῦ δικαίου καί τῆς χρηστής διοικήσεως, ή υπαγωγή τῶν προϊόντων στίς κλάσεις τοῦ κοινοῦ δασμολογίου γίνεται κατ' ἀρχήν βάσει ἀντικειμενικών κριτηρίων».
Ή υπαγωγή τοῦ επίδικου προϊόντος στά παρασκευάσματα διατροφής, τά όποια χρησιμοποιούνται ὡς τροφή εἴτε κατευθείαν εἴτε μετά περαιτέρω επεξεργασία, δέν τίθεται ἐν ἀμφιβόλω, ὅπως νομίζει ἡ προσφεύγουσα, ἀπό τό γεγονός ὅτι τό προϊόν ἀποτελείται σέ σημαντικό ποσοστό άπό μία καί μοναδική βασική ουσία ἡ ὁποία επομένως τό χαρακτηρίζει. Ή άποψη αύτη ἀναιρείται ἀπό τό γεγονός ὅτι μία σειρά προϊόντων, τά όποια συνίστανται σχεδόν ἀποκλειστικά ἀπό μία ουσία, ἀναφέρονται εντούτοις ὡς παρασκευάσματα διατροφής εἴτε ἀπό τό 'ίδιο τό κοινό δασμολόγιο εἴτε ἀπό τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῶν Βρυξελλών.
'Εφόσον τό επίδικο προϊόν κατ' ἀρχήν συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζει τό δασμολόγιο γιά τά παρασκευάσματα διατροφής, δέν καλύπτεται πλέον ἀπό τό γράμμα τῆς κλάσεως 21.06, τό όποιο ἀποτελεί τό μόνο κριτήριο γιά τή δασμολογική κατάταξη, σύμφωνα μέ τόν πρώτο ἀπό τους κανόνες ερμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου. Δέν ἀπομένει επομένως πλέον, ὅπως ὀρθά τονίζει ἡ Ἐπιτροπή, δυνατότητα εφαρμογῆς τῶν γενικών κανόνων ἑρμηνείας 2 6 καί 3 6, ἀφοῦ οἱ κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, μόνο ὅταν τίθεται, εντός τοῦ πλαισίου πού ὁρίζεται ἀπό τό γράμμα τῆς σχετικής κλάσεως, ζήτημα υπαγωγής σέ περισσότερες κλάσεις. Αυτό διασαφηνίζεται στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῶν Βρυξελλών ἐπί τοῦ γενικοῦ κανόνα ερμηνείας 2 β, ὁ όποιος πάλι ἀποτελεί προϋπόθεση τῆς εφαρμογής τοῦ γενικοῦ κανόνα ερμηνείας 3 6, καθόσον ὁρίζουν ὅτι ἡ διάταξη αυτή δέ διευρύνει τό πεδίο εφαρμογής τῆς σχετικής κλάσεως μέχρι τοῦ σημείου τῆς δυνατότητας υπαγωγής εμπορευμάτων πού δέν ἀνταποκρίνονται — ὅπως ἀπαιτεί ὁ γενικός κανόνας ερμηνείας 1 — στό γράμμα τῆς κλάσεως. Αυτό συμβαίνει ομως, ὅπως ἀναφέρεται περαιτέρω, ὅταν ἡ προσθήκη άλλης ουσίας μεταβάλλει τό χαρακτήρα τοῦ εμπορεύματος πού ἀνήκει στήν κλάση αυτή.
Μέ τά δεδομένα αυτά πρέπει περαιτέρω νά ἐξετασθεί ἄν, ὅπως ισχυρίζεται ἐπικουρικά ή προσφεύγουσα, τό εμπόρευμα πρέπει νά υπαχθεί στην κλάση 21.07 ἡ νά χαρακτηρισθεί ὡς ἕτερο μή αλκοολούχο ποτό κατά τήν έννοια τῆς κλάσεως 22.02 τοῦ κοινού δασμολογίου, ἀφοῦ στην πρώτη κλάση υπάγονται ἁπλῶς παρασκευάσματα διατροφής πού δέν ἀναφέρονται ἡ πού δέν περιλαμβάνονται ἀλλου στό δασμολόγιο. Μέ άλλα λόγια, ἀποκλείεται ἡ υπαγωγή στην κλάση 21.07, εφόσον ένα τέτοιο προϊόν ἀποτελεί ποτό κατά τήν έννοια της κλάσεως 22.02. Επομένως, τό ἄν τό προϊόν υπάγεται στην κλάση αυτή εξαρτᾶται, ὅπως ὀρθά τόνισε τό VII τμήμα τοῦ Bundesfinanzhof, ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς έννοιας «ποτό» πού χρησιμοποιείται στην κλάση αυτή.
Είναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ένα προϊόν πρέπει νά εἶναι υγρό καί κατευθείαν πόσιμο, γιά νά μπορεί νά χαρακτηρισθεί ἀπό εννοιολογικής ἀπόψεως ὡς ποτό. Ή διαμάχη επομένως μεταξύ τῶν διαδίκων άφορᾶ περαιτέρω τό ζήτημα ἄν τό προϊόν μέ τίς ιδιότητες αυτές πρέπει επιπλέον αναγκαστικά, ὅπως υποστηρίζει ἡ προσφεύγουσα, νά χρησιμοποιείται ἀποκλειστικά προς κατάσβεση τῆς δίψας ἡ χάρη γευστικής ἀπολαύσεως, γιά νά μπορεί νά χαρακτηρισθεί ὡς ποτό ἀπό δασμολογικής ἀπόψεως.
Σχετικά παρατηρείται ἐν γένει ὅτι καί στην καθημερινή γλώσσα, ὅπως προκύπτει ἀπό τά σχετικά λεξικά ὅλων τῶν κοινοτικών γλωσσών, τό κριτήριο τῆς «κατασβέσεως τῆς δίψας» ἡ τῆς «γευστικής ἀπολαύσεως» δέν ἀποτελούν ἀναγκαστικά συστατικά στοιχεία τῆς έννοιας «ποτό» ἡ τῶν άλλων ἀντίστοιχων εννοιῶν στίς άλλες κοινοτικές γλώσσες. Δύσκολα μπορεί παραδοίγματος χάρη νά υποστηριχθεί ὅτι τά οινοπνευματώδη, τῶν ὁποίων τό χαρακτήρα ὡς ποτών δέν μπορούμε νά ἀρνηθούμε, προορίζονται γιά τήν κατάσβεση τῆς δίψας. Ἐπιπλέον στην καθημερινή γλώσσα ὑπό τόν ὅρο «ποτό» νοούνται ὄχι μόνο τά χάρη γευστικής ἀπολαύσεως καταναλισκόμενα, ἀλλά καί υγρά εἴδης διατροφής, ὅπως τό γάλα, τό κακάο, οἱ σοῦπες κλπ. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ έννοια αυτή ἡ οἱ ἀντίστοιχες ἐκφράσεις τῶν άλλων κοινοτικών γλωσσών στα σχετικά λεξικά ὁρίζονται — ταυτόσημα κατά τό ουσιώδες μέρος — ὡς τό υγρό πού πίνεται, δηλ. προορίζεται προς πόση.
Τό ὅτι ὁ ὅρός «ποτό», ἀκόμη καί κατά τήν έννοια τοῦ δασμολογίου, περιλαμβάνει ἁπλά τό υγρό καί κατευθείαν πόσιμο προϊόν, πού προορίζεται πρός πόση, ἀποδεικνύεται έξάλλου καί βάσει τῶν περιγραφών τῶν εμπορευμάτων στό κοινό δασμολόγιο. 'Ετσι ὁ όρος «ποτό» κατά τήν έννοια τοῦ δασμολογίου καλύπτει, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τή διάκριση 22.09 Γ, καί οινοπνευματώδη ποτά, ὅπως τό ρούμι, τό τζίν, τό ουίσκι κλπ., τά όποια δέν προορίζονται πρός κατάσβεση τῆς δίψας. 'Εξάλλου, στά ποτά κατά τήν έννοια τοῦ κοινού δασμολογίου κατατάσσονται κατ' ἀρχήν καί οἱ χυμοί λαχανικών, οἱ όποιοι δέ χρησιμοποιούνται πάντοτε πρός κατάσβεση τῆς δίψας, ἀλλά πρός επίτευξη ευεργετικών ἀποτελεσμάτων ἐπί τῆς υγείας. Αυτό προκύπτει κυρίως ἀπό τό ὅτι οἱ χυμοί αυτοί εξαιρούνται ρητά ἀπό τήν κλάση 22.02.
Τέλος, πρέπει επίσης νά υπενθυμισθεί ὅτι, ὅπως τό Δικαστήριο έχει τονίσει κατά πάγια νομολογία, τό ἀποφασιστικό κριτήριο γιά τήν κατάταξη τῶν εμπορευμάτων στό κοινό δασμολόγιο πρός τό συμφέρον τῆς ἀσφάλειας τοῦ δικαίου καί γιά πρακτικούς λόγους εἶναι ἐν γένει τά ἀντικειμενικά χαρακτηριστικά καί ιδιότητες τους. Χαρακτηριστικά ὅμως ὅπως ἡ ποσότητα, ή γεύση ἡ ἡ επίτευξη ευεργετικών ἀποτελεσμάτων ἐπί τῆς υγείας, υπόκεινται, ὅπως ὀρθά τονίζει ἡ 'Επιτροπή, στην υποκειμενική κρίση τοῦ κάθε καταναλωτή καί συνεπῶς δύσκολα μπορεί νά χρησιμεύσουν στην πράξη.
Ὑπό τό πρίσμα τῶν παραπάνω σκέψεων ὀρθά, ἀντίθετα μέ την άποψη τῆς προσφεύγουσας στήν κύρια δίκη, οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις ἐπί τοῦ δασμολογίου τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, οἱ όποιες δέν εἶναι δεσμευτικές, ἀποτελούν ὅμως σημαντικό ερμηνευτικό βοήθημα (πρβλ. τέλος την ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 54/79, Firma Hako-Schuh Dietrich Bahner κατά Hauptzollamt Frankfurt am Main, Slg. 1980, σ. 311), χρησιμοποιούν καί αυτές ὡς κριτήριο τῆς ὁριοθετήσεως τῶν κλάσεως 21.07 καί 22.02 τοῦ κοινού δασμολογίου τό ἄν ὁρισμένο προϊόν πού προορίζεται πρός κατανάλωση εἶναι κατευθείαν πόσιμο ἡ ὄχι. 'Ετσι οἱ ἐπεξηγηματικές σημειώσεις γιά την κλάση 21.07 ὁρίζουν στό σημείο 9 ὅτι στην κλάση αύτη ἀνήκει ιδίως τό μή κατευθείαν πόσιμο γιαούρτι, ἐνῶ στό σημείο 10 ἐπί της ἴδιας κλάσεως καί στό ἀντίστοιχο σημείο 3 των σημειώσεων ἐπί τῆς κλάσεως 22.02 κατατάσσουν τό υγρό καί κατευθείαν πόσιμο γιαούρτι στά έτερα, μή ἀλκοολούχα ποτά. Τό 'ίδιο ἰσχύει, ὅπως συνάγεται ἀπό τίς επεξηγηματικές σημειώσεις ἐπί τοῦ δασμολογίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σημείο 32, γιά την κλάση 21.07 ἡ ἀπό τό «γενικό μέρος» τῶν επεξηγηματικών αυτών σημειώσεων ἐπί τοῦ κεφαλαίου 22, καί γιά τά κατευθείαν πόσιμα τονωτικά.
Γιά τά τελευταία αυτά βεβαιώνεται επιπλέον ρητά ὅτι ἡ υπαγωγή τοῦ προϊόντος στό κεφάλαιο 22 δέν εξαρτᾶται ἀπό τήν ποσότητα κατά τήν ὁποία λαμβάνεται, ἐνῶ ρητά ὁρίζεται ὅτι τά κατευθείαν πόσιμα τονωτικά, ἀκόμη καί ἄν λαμβάνονται σέ μικρές ποσότητες, σέ κουταλιές παραδείγματος χάρη, υπάγονται στό κεφάλαιο 22 τοῦ κοινού δασμολογίου. Τό ἴδιο πρέπει νά ισχύει, ἄν καί ρητά ἀναφέρεται μόνο γιά τά τονωτικά, καί γιά άλλα προϊόντα, πού προορίζονται νά έχουν ευεργετικά ἀποτελέσματα ἐπί τῆς υγείας ἤ τῆς γενικής ευεξίας. 'Αν επομένως τό επίδικο προϊόν πρέπει νά ὑπαχθεῖ στην κλάση 22.02, τότε, σύμφωνα μέ τό γενικό κανόνα 3 α περί τῆς ἑρμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου, προηγείται ἡ κλάση αυτή, ὡς περιέχουσα τήν ἀκριβέστερη περιγραφή εμπορεύματος τῆς κλάσεως 21.07, πού περιλαμβάνει τή γενικότερη περιγραφή εμπορεύματος.
Βάσει τῶν παραπάνω σκέψεων παρέλκει ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα καί ἀρκεῖ επομένως νά δοθεί ἡ έξης ἀπάντηση στό πρῶτο ερώτημα τοῦ VII τμήματος τοῦ Bundesfinanzhof:
Ό ὅρος «έτερα μή ἀλκοολοῦχα ποτά» πού ἀναφέρεται στην κλάση 22.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι περιλαμβάνει τό προϊόν τό όποιο ἀποτελείται ἀπό ζυθοζύμη, ἀπό νερό καί σέ ποσοστό 3,9 % ἀπό χυμό εσπεριδοειδῶν, εἶναι ὑγρό, πόσιμο καί προορίζεται νά λαμβάνεται σέ μικρές ποσότητες πολλές φορές τήν ήμερα γιά τήν επίτευξη εὐεργετικών ἀποτελεσμάτων ἐπί τῆς υγείας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy