ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 7 ΜΑΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ παροῦσες υποθέσεις, τῶν ὁποίων τό Δικαστήριο διέταξε τήν ένωση, παρεπέμφθησαν στίς 22 Ἀπριλίου 1980 ἀπό τό Arbeidshof τῆς Ἀμβέρσας (περιοχή Hasselt) πρός έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως, ως πρός «τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί, ἄν συντρέχει ἀνάγκη, άλλων άρθρων τῆς συνθήκης καί διατάξεων παραγώγου δικαίου, σχετικά μέ τό ζήτημα πού εκτίθεται στό σκεπτικό» τῆς διατάξεως περί παραπομπῆς.
Τά πραγματικά περιστατικά, ἀπό τά όποια ἀνέκυψε τό κύριο ζήτημα στίς υποθέσεις αὐτές, δέν περιγράφονται στό ἐν λόγω σκεπτικό. Οὔτε εμφαίνονται πλήρως ἀπό τά έγγραφα πού έχουν κατατεθεί στό Δικαστήριο. Ἐπί πλέον, υπάρχουν διαφορές ως πρός τά πραγματικά περιστατικά, ὅπως εκτίθενται σε ὡρισμένα ἀπό τά έγγραφα πού υπεβλήθησαν στό Δικαστήριο. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι γιά τους σκοπούς τῆς δίκης ἐπί τῆς παραπομπής, τά περιστατικά δύνανται νά συνοψιστοῦν επαρκώς ὡς έξῆς:
Οἱ Celestre, Dreilich καί Bohnefeld εἰργάσθησαν ὡς ἐργάτες ὀρυχείου στό Βέλγιο ἐπί 27 ἡ 28 έτη. Προτοῦ μεταβούν στό Βέλγιο, εἶχαν εργασθεί ἐπί σειρά ετῶν σέ άλλο Κράτος μέλος ὑπό διάφορες ιδιότητες: ὁ μέν Celestre στην Ἰταλία, οἱ δύο άλλοι δέ στην Γερμανία. Ό ἀποβιώσας σύζυγος τῆς Rydlakowski εἰργάσθη επίσης ἐπί 27 έτη στό Βέλγιο ὡς εργάτης ὀρυχείου μετά μία περίοδο ἐργασίας στην Γερμανία. Οἱ Celestre καί Bohnefeld έλαβαν σύνταξη ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία, ὁ Dreilich σύνταξη ἀναπηρίας καί ἡ Rydlakowski σύνταξη επιζώντος, λόγω τῆς εργασίας τῶν τεσσάρων ἀνδρών στην Ἰταλία ἡ στην Γερμανία, οἱ συντάξεις δέ αυτές κατεβάλλοντο ἀπό τους φορείς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν χωρών αυτών. Καί οἱ τέσσερις ἐζήτησαν νά τους ἀναγνωρισθεί δικαίωμα πλήρους συντάξεως στό Βέλγιο, βάσει τῶν ετών εργασίας σέ ὀρυχεία. Τό αἴτημά τους αυτό απερρίφθη ἀπό τους συνταξιοδοτικούς φορείς, οἱ όποιοι τους ἐχορήγησαν μερική μόνο σύνταξη. Ἐν τούτοις, τό Arbeidsrechtbank (πρωτοβάθμιο δικαστήριο ἐργατικών διαφορών), στό όποιο προσέφυγαν, έκρινε τά αιτήματά τους βάσιμα. Ὁ συνταξιοδοτικός φορεύς (τό Rijksdienst voor Werknemerspensioenen), μέ έφεση του ενώπιον τοῦ Arbeidshof (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εργατικών διαφορών), ἰσχυρίσθη ὅτι οἱ προσφεύγοντες δέν δικαιοῦνται τῶν συντάξεων ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία πού ἐζήτησαν στό Βέλγιο.
Ό Strehl (υπόθεση 121/80) εἰργάσθη ὡς εργάτης ὀρυχείου στό Βέλγιο. Προηγουμένως εἶχε καί αυτός εργασθεί στην Γερμανία. Συνεπώς, έλαβε σύνταξη ἀναπηρίας καί ἀπό τίς δύο χώρες: τό μέν ποσό τῆς γερμανικής συντάξεως εξαρτάται ἀπό τήν διάρκεια τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως, ἐνῶ τό ποσό τῆς βελγικής εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό τό χρόνο ἀσφαλίσεως. Ὅταν οἱ δύο συντάξεις ἀνεθεωρήθησαν, τό 1974, ὁ συνταξιοδοτικός φορεύς (τό Nationaal Pensioenfonds voor Mijnwerkers) ἀπέρριψε τόν ισχυρισμό του ὅτι ἐδικαιοῦτο πλήρους βελγικής συντάξεως. Τό θέμα έφθασε ενώπιον τοῦ Arbeidsrechtbank τοῦ Hasselt, τό όποιο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στό παρόν Δικαστήριο. Ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή (62/76) έχει δημοσιευθεί στην Συλλογή τῆς Νομολογίας [1977] ECR, σ. 211. Όταν ἡ υπόθεση επανήλθε στό Arbeidrechtbank τό αἴτημα τοῦ Strehl εκρίθη βάσιμο. Ό συνταξιοδοτικός φορεύς ἤσκησε έφεση ενώπιον τοῦ Arbeidshof.
Οἱ τέσσερις πρώτες υποθέσεις ἀφοροῦν, συνεπώς, τόν ὑπολογισμό τῶν παροχών λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία καί δύνανται νά ἐξετασθούν ἀπό κοινοῦ, ὑπό τήν επιφύλαξη ἑνός σημείου, στό όποιο θά ἀναφερθώ στό τέλος τῶν προτάσεων μου. Ή πέμπτη υπόθεση άφορᾶ τόν υπολογισμό συντάξεως ἀναπηρίας, πού καλύπτεται ἀπό χωριστή βελγική νομοθεσία.
Οἱ παροχές λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία στίς τέσσερις περιπτώσεις προβλέπονται ἀπό τό βασιλικό διάταγμα 50 τῆς 24ης Όκτωβρίου 1967 (Moniteur Belge τῆς 27ης Όκτωβρίου 1967, σ. 11258). Σέ γενικές γραμμές, τό βασιλικό διάταγμα 50 θεσπίζει γιά τους μισθωτούς ένα ενιαίο σύστημα ὡς προς τίς συντάξεις λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία καί επιζώντος συζύγου. Τό ποσό τῆς συντάξεως λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία υπολογίζεται βάσει μιᾶς ἀναλογίας τοῦ πραγματικού ἡ πλασματικοῦ εισοδήματος τοῦ εργαζομένου γιά κάθε έτος τοῦ επαγγελματικοῦ του βίου. Γιά τους περισσοτέρους άρρενες ἐργαζομένους ὁ ἐπαγγελματικός βίος εἶναι μία περίοδος 45 ετών, πού λήγει μέ τή συμπλήρωση τῆς συνταξίμου ηλικίας των 65 ετῶν. Ή σύνταξη υπολογίζεται, συνεπώς, ως κλάσμα, τοῦ ὁποίου παρονομαστής εἶναι τό 45 καί ἀριθμητής ὁ ἀριθμός τῶν πραγματικών ετών ἐργασίας. Ή ἀνωτάτη σύνταξη γιά έτη εργασίας πού παρεσχέθη πρό τῆς ηλικίας τῶν 65 ετών φαίνεται νά εἶναι ἴση πρός 45/45, μολονότι γιά έτη ἐργασίας πού παρεσχέθη μετά τήν ηλικία αυτή δύναται προφανώς νά χορηγηθεί πρόσθετη σύνταξη.
Λόγω τῆς φύσεως τῆς ἐργασίας στά ὀρυχεία, ἡ ηλικία ἀποχωρήσεως τῶν εργατών ὀρυχείου εἶναι τό 55ο ἡ τό 60ό έτος, ἀνάλογα μέ τό ἄν ἐργάζονται υπογείως ἡ ἐπιγείως. Ἐν τούτοις, σύμφωνα μέ τό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ βασιλικού διατάγματος, ὁ εργάτης ὀρυχείου δύναται νά ἀποχωρήσει ἀπό τήν υπηρεσία μετά 25 έτη εργασίας στά ὀρυχεία καί νά λάβει πλήρη σύνταξη ἀποχωρήσεως πού εκφράζεται ὡς κλάσμα μέ ἀριθμητή τόν ἀριθμό τῶν ετών εργασίας, ἀλλα μέ παρονομαστή τό 30 ἀντί τοῦ 45. Ἀν ὁ εργάτης εἰργάσθη υπογείως ἐπί 25 τουλάχιστον έτη, λογίζεται ὅτι έχει εργασθεί ἐπί 30 συνολικώς έτη καί δικαιούται πλήρους συντάξεως ἴσης πρός 30/30. Τά πλασματικά έτη εργασίας, μέ τά όποια καλύπτεται ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ετών πραγματικής εργασίας καί τοῦ συνόλου τῶν 30 ετών, λογίζεται ὅτι διηνύθησαν πρό τοῦ 1955. Αυτό ἀποσκοπεί προφανώς στό νά θεωρείται ὡς «rémuneration forfaitaire » (πάγιο ποσό ἀποδοχών πού ἀναγνωρίζεται γιά κάθε έτος εργασίας) γιά τά πλασματικά αυτά έτη τό ποσό πού ἀναγνωρίζεται γιά τά έτη πρό τοῦ 1955.
Ἀπό τήν διάταξη τοῦ Arbeidshof καί ἀπό στοιχεία πού προσεκόμισαν οἱ διάδικοι προκύπτει ὅτι, γιά ν' ἀποφευχθεί ή σώρευση ὅταν ὁ εργαζόμενος εἰργάσθη καί στά ὀρυχεία καί σέ άλλη εργασία, τά έτη πού διηνύθησαν στά ὀρυχεία υπολογίζονται κατά τήν ἀναλογία 1 1/2 : 1 καί οἱ δύο ἀριθμοί ἀθροίζονται γιά νά δώσουν τόν ἀριθμητή. Πλην τῆς περιπτώσεως κατά τήν ὁποία υπάρχουν έτη ἐργασίας μετά τήν ηλικία τῶν 65 ετών, ἡ σύνταξη δέν δύναται νά ὑπερβεῖ τά 45/45. Ἡ μέθοδος αυτή λέγεται ὅτι συνάγεται ἀπό τό βασιλικό διάταγμα καί ιδίως ἀπό τό άρθρο 10, μολονότι δέν φαίνεται νά προβλέπεται ρητώς. Όταν κάποιος έχει ἐργασθεί έκτος Βελγίου καί λαμβάνει σύνταξη γιά τά έτη αυτά, δυνάμει τῆς νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους, οἱ βελγικοί συνταξιοδοτικοί φορείς ἀφαιρούν τόν προσήκοντα ἀριθμό τῶν ετών αυτών ἀπό τά έτη πέραν τῶν 25 πού λογίζονται ὡς έτη εργασίας στά ὀρυχεία, σύμφωνα μέ τό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος. Αυτή εἶναι ἡ πρακτική πού ὡδήγησε στίς προσφυγές τῶν τεσσάρων πρώτων υποθέσεων. Ἐτσι, πχ., ὁ Celestre είχε εργασθεί 27 έτη. Ἀν δέν εἶχε εργασθεί στην Ἰταλία, δέν θα ὑπῆρχε ἀμφισβήτηση ὡς πρός τό δικαίωμά του πρός πλήρη σύνταξη ἴση πρός 30/30. Τά έτη πού εἰργάσθη στην Ἰταλία λογίζεται ὅτι συμπίπτουν μέ τά τρία «πλασματικά» έτη καί τά τρία αυτά πλασματικά έτη δέν λαμβάνονται ὑπ' ὄψη, μέ ἀποτέλεσμα ἡ βελγική σύνταξη του νά υπολογίζεται μέ βάση τά 27/30. Στίς τέσσερις πρώτες περιπτώσεις επιτυγχάνεται παρεμφερές ἀποτέλεσμα. Φαίνεται ὅτι ενώπιον τοῦ Arbeidsrechtbank ὁ συνταξιοδοτικός φορεύς ἐπεκαλέσθη τό άρθρο 46 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 γιά νά δικαιολογήσει τήν μείωση αυτή.
Μέ βασιλικό διάταγμα τῆς 19ης Νοεμβρίου 1970 (Moniteur Belge τῆς 26ης Νοεμβρίου 1970, σ. 12012) προβλέπονται συντάξεις ἀναπηρίας γιά ὅσους εργάτες ὀρυχείου έπαυσαν νά ἐργάζονται λόγω ἀσθενείας πού προκαλεί ἀνικανότητα πρός εργασία. Ή σχετική διάταξη τοῦ συστήματος πού μᾶς ενδιαφέρει ἐν προκειμένω ὁρίζει ὅτι, γιά τήν χορήγηση τέτοιας συντάξεως, ἀπαιτείται νά έχει συμπληρωθεί ελαχίστη περίοδος 10 ετών μισθωτής ἀπασχολήσεως σέ εξορυκτικές επιχειρήσεις. Τό ποσό τῆς συντάξεως δέν προσδιορίζεται βάσει τοῦ ἀκριβοῦς ἀριθμοῦ ετών εργασίας. Τό άρθρο 23 προβλέπει ὅτι «ή σύνταξη ἀναπηρίας πού χορηγείται δυνάμει τοῦ παρόντος διατάγματος δέν δύναται νά σωρευτεί μέ μία ή περισσότερες συντάξεις λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό την υπηρεσία ἤ ἀναπηρίας, παρά μόνο μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς ετησίας συντάξεως πού καθορίζεται στό άρθρο 4 ...».
Τό Arbeidshof συνοψίζει τό ἀντικείμενο της υποθέσεως Strehi ὡς έξης: «Ἡ παροῦσα υπόθεση άφορᾶ ἕνα εργάτη ὀρυχείου πού ὑποστηρίζει ὅτι οἱ βελγικές καί οἱ ἀλλοδαπές παροχές συντάξεως ἀναπηρίας πρέπει νά σωρευθοῦν πλήρως. Ή προσβληθείσα ἀπόφαση έκρινε τό αἴτημα βάσιμο... Τό ερώτημα πού ὑπεβλήθη στό Δικαστήριο προηγουμένως δέν έλυσε πλήρως τό πρόβλημα πού έχει ἀνακύψει. Μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1977, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι τό άρθρο 46 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 εἶναι ἀσυμβίβαστο πρός τό άρθρο 51 της συνθήκης ΕΟΚ, καθ' ὅ μέτρο περιορίζει τήν σώρευση δύο παροχῶν πού ἀπε-κτήθησαν σέ διαφορετικά Κράτη μέλη μέ τήν μείωση τοῦ ποσοῦ τῆς παροχῆς πού ἀποκτᾶται δυνάμει μόνης τῆς εθνικής νομοθεσίας. Ἐν τούτοις, εἶναι δυνατόν τό ἴδιο τό εθνικό δίκαιο νά ἀπαγορεύει τόν διπλό υπολογισμό περιόδων, ὅπως συμβαίνει ἐν προκειμένω, ὁπότε πρέπει περαιτέρω νά εξετασθεί τό ζήτημα τῶν επιπτώσεων πού έχουν οἱ κανόνες τῆς συνθήκης ἐπί τῶν εθνικῶν αυτών κανόνων.»
Ὡρισμένες βασικές θέσεις ὡς πρός τήν ερμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, πού εἶναι σχετικές μέ τό ἐρώτημα πού υπεβλήθη, φαίνεται ὅτι γίνονται ἀποδεκτές ἀπό τους διαδίκους ὅπως διετυπώθησαν ἀπό τό Δικαστήριο. Ἐτσι, 1) ὅπως ἀπεφάνθη τό Δικαστήριο στην ὑπόθεση 24/75, Petroni κατά ONPTS [1975] ECR 1149, «ὁ σκοπός των άρθρων 48-51 (της συνθήκης ΕΟΚ) δέν θά ἐξεπληροῦτο, ἄν, ὡς συνέπεια τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματός τους πρός ελεύθερη κυκλοφορία, οἱ εργαζόμενοι έπρεπε νά ἀπωλέσουν πλεονεκτήματα στον τομέα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως πού τους εξασφαλίζονται σέ κάθε περίπτωση ἀπό μόνη τήν νομοθεσία ενός Κράτους μέλους». 2) Ελλείψει ρητής εξαιρέσεως, σύμφωνης μέ τους στόχους τῆς συνθήκης, οἱ διατάξεις των κανονισμών 1408/71 καί 574/72 δέν δύνανται νά εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά στερείται ένας διακινούμενος εργαζόμενος τῆς παροχής πού ἀπορρέει ἀπό μόνο τό εθνικό δίκαιο ἡ νά μειώνεται τό ποσό τῆς (βλ., πχ., υπόθεση 807/79 Gravina κατά Landesversicherungsanstalt Schwaben τῆς 9ης Ἰουλίου 1980). 3) Τό κοινοτικό δίκαιο δέν εμποδίζει τήν ἐφαρμογή εθνικών διατάξεων πού ἀπογορεύουν τήν σύμπτωση περιόδων ἀσφαλίσεως ἡ τήν παράλληλη καταβολή πλείστων παροχών κοινωνικής ἀσφαλίσεως στην περίπτωση δικαιωμάτων πού ἀπορρέουν ἀποκλειστικώς καί μόνο ἀπό τό εθνικό δίκαιο (βλ., πχ., υπόθεση 22/77 FNROM κατά Mura (Mura 1) [1977] ECR 1699, υπόθεση 33/77 Greco κατά FNR OM [1977] ECR 1711, ὑπόθεση 98/77 Schaap κατά Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Bank- en Verzekeringswezen [1978] ECR 707 καί υπόθεση 105/77 Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank κατά Boerboom-Kersjes [1978] ECR 717).
Κατά συνέπεια, στίς παροῦσες υποθέσεις, τό πρώτο βήμα πού πρέπει νά γίνει εἶναι νά υπολογισθεί τό ποσό τῆς παροχής πού προκύπτει ἀπό τήν ἐφαρμογή μόνο τοῦ βελ-γικοῦ δικαίου ὡς συνόλου. Τό δεύτερο βῆμα εἶναι νά υπολογισθεί τό ποσό της παροχής σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου. Τότε ὁ ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα νά λάβει τό ευνοϊκότερο γι' αυτόν εξαγόμενο.
Όσον ἀφορᾶ τό βελγικό δίκαιο, καμμία διάταξη κοινοτικοῦ δικαίου δέν εμποδίζει τήν εφαρμογή ἀπό τόν βελγικό ἀσφαλιστικό φορέα μιᾶς διατάξεως βελγικοῦ δικαίου πού τοῦ δίνει τό δικαίωμα νά μειώνει συντάξεις πού ἀπεκτήθησαν δυνάμει τοῦ βελγικοῦ μόνο δικαίου, μέ σκοπό ν' ἀποφευχθεί σώρευση ἤ παράλληλη καταβολή μέ άλλη παροχή κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἐπίσης, καμμία διάταξη τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου δέν επιτρέπει ἡ επιβάλλει στον βελγικό φορέα νά προβεί σέ τέτοια μείωση, ελλείψει σχετικῆς διατάξεως στό ἴδιο τό βελγικό δίκαιο. Στά βελγικά δικαστήρια ἀπόκειται, βεβαίως, νά κρίνουν ἄν τό βελγικό δίκαιο περιέχει τέτοιες διατάξεις.
Ή βασική διάταξη τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου σχετικά μέ τόν υπολογισμό τῶν παροχών εἶναι τό άρθρο 46 πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη στό σύνολό του (βλ. υποθέσεις Schaap καί Boerboom-Kersjes πού ἀνεφέρθησαν ἀνωτέρω) καί ὑπό την επιφύλαξη τυχόν άλλων σχετικών διατάξεων κοινοτικού δικαίου.
Στίς παρούσες υποθέσεις, οἱ προϋποθέσεις γιά τήν λήψη παροχής στό Βέλγιο πληρούνται χωρίς νά υπάρχει ἀνάγκη προσφυγής σέ περιόδους ἀσφαλίσεως πού συνεπληρώθησαν άλλου. Κατά συνέπεια, τό πρώτο στάδιο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 1, εἶναι ὁ καθορισμός τοῦ ποσού τῆς παροχής πού ἀντιστοιχεί «στην συνολική διάρκεια τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας, πού πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη, δυνάμει» τῆς ἐθνικής νομοθεσίας πού εφαρμόζεται. Ἀν ἡ διάταξη αύτη ληφθεί ὑπ' ὄψη μεμονωμένως, φαίνεται ὅτι καταλήγει στό ἴδιο ἀποτέλεσμα ὁπως καί ή πρώτη ενέργεια, κατά τήν ὁποία δέν χρειάζεται νά ληφθεί ὑπ' ὄψη παρά μόνο τό εθνικό δίκαιο. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἐν λόγω διάταξη δέν πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη μεμονομένως. Ἐν προκειμένω, πρέπει νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 12 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1408/71, πού προβλέπει μεταξύ άλλων ὅτι:
«Οἱ διατάξεις περί μειώσεως... πού προβλέπονται ἀπό τή νομοθεσία Κράτους μέλους σέ περίπτωση σωρεύσεως μιᾶς παροχής μέ άλλες παροχές κοινωνικής ἀσφαλίσεως ... ἐφαρμόζονται ... ἀκόμη καί ἄν πρόκειται περί παροχῶν πού ἐκτήθησαν δυνάμει τῆς νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους ... Ό κανών αυτός δέν ισχύει ὅταν ὁ δικαιούχος λαμβάνει παροχές τῆς Ιδίας φύσεως γιά ἀναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ἀσθένεια πού καταβάλλονται ἀπό τους φορείς δύο ἡ περισσοτέρων Κρατών μελών σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῶν άρθρων 46, 50, 51 ἡ τοῦ ἄρθρου 60 παράγραφος 1 περίπτωση β.»
Ή συνέπεια τῆς διατάξεως αυτής στόν πρώτο υπολογισμό, σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 1, τῆς παροχής πού δικαιούται ἕνα πρόσωπο δυνάμει εθνικού δικαίου εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ὅλες οἱ διατάξεις τῆς εθνικής νομοθεσίας πού ἀπαγορεύουν τήν σώρευση πρέπει νά ἀγνοηθούν. Αυτό δέν φαίνεται νά περιορίζεται, ὅπως δύναται προφανώς νά υποστηριχθεί, στίς περιπτώσεις κατά τίς όποιες οἱ διατάξεις κατά τῆς σωρεύσεως δέν ἀποκλείουν ρητώς τήν σώρευση μέ ἀλλοδαπές παροχές, άλλά εἶναι γενικής εφαρμογής.
Ή μόνη διάταξη τῆς βελγικῆς νομοθεσίας, βάσει τῆς ὁποίας δικαιολογείται ἡ πρακτική τῆς ἀφαιρέσεως τῶν πλασματικών ετών, φαίνεται νά εἶναι τό άρθρο 10 παράγραφος 2 τοῦ βασιλικού διατάγματος 50. Ἀν αυτή εἶναι ἡ πραγματική έννοια τοῦ άρθρου αυτού, εἶναι δύσκολο νά θεωρηθεί ὡς ὁ,τιδήποτε άλλο παρά ὡς μία διάταξη «περί μειώσεως ... σέ περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής μέ άλλες παροχές κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως» κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 12 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1408/71, καί πρέπει συνεπώς νά ἀγνοηθεί. Ἀν δέν υπάρχει νομοθεσία πού νά προβλέπει τήν μείωση παροχής σέ τέτοια περίπτωση, τότε ἡ παροχή πρέπει νά χορηγηθεί πλήρης, χωρίς ἀφαίρεση τῶν πλασματικών ετών, τουλάχιστον κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 1.
Τό δεύτερο στάδιο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 1, εἶναι ὁ υπολογισμός ἀπό τόν ἁρμόδιο φορέα τοῦ ποσού τῆς παροχής πού θά ἐχορηγεῖτο κατ' εφαρμογή τῶν κανόνων τῆς παραγράφου 2 περιπτώσεις α καί β τοῦ ἄρθρου 46 — δηλαδή τοῦ θεωρητικού ποσού τῆς παροχής, ἄν ὅλες οἱ περίοδοι ἀσφαλίσεως είχαν συμπληρωθεί ὑπό τήν νομοθεσία Κράτους μέλους, στην ὁποία έχει υπαχθεί ὁ εργαζόμενος, προσηρμοσμένου κατά τόν λόγο πού υφίσταται μεταξύ τῆς διαρκείας τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως πού συνεπληρώθησαν ὑπό την νομοθεσία πού ἐφαρμόζει ὁ ἐν λόγω φορεύς καί της συνολικῆς διαρκείας τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως πού συνεπληρώθησαν ὑπό τίς νομοθεσίες ὅλων τῶν Κρατῶν μελών («πραγματικό ποσό»).
Τό υψηλότερο ἀπό τά δύο ποσά (τό εθνικό ποσό κατά τόν υπολογισμό τοῦ ὁποίου δέν έχουν ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη οἱ διατάξεις κατά της σωρεύσεως, ἀφ᾽ ἑνός, καί τό πραγματικό ποσό, ἀφ᾽ έτερου) πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη. Δεδομένου ὅτι συντάξεις λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό την υπηρεσία καί ἡ σύνταξη ἀναπηρίας ἀπεκτήθησαν πλήρως κατ' εφαρμογή τοῦ ἐθνικοῦ μόνο δικαίου, σύμφωνα μέ τό πρῶτο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 1, δέν φαίνεται νά εἶναι δυνατό νά επιτευχθεῖ υψηλότερο εξαγόμενο στίς παροῦσες υποθέσεις μέ τήν διενέργεια των υπολογισμῶν τῶν παραγράφων 2 περιπτώσεις α καί 6 κατ' εφαρμογή τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 1.
Τό άρθρο 46 παράγραφος 3 ὁρίζει ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος πού ἔχει εργασθεί σέ περισσότερα Κράτη μέλη δικαιοῦται νά λάβει τό άθροισμα α τῆς συντάξεως κατά τό άρθρο 46 παράγραφος 1, πού έχει υπολογισθεί ἀπό τόν φορέα τοῦ κράτους, ὅπου τό δικαίωμα ἀνεγνωρίσθη χωρίς νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό άρθρο 54, καί 6 τῆς συντάξεως ἤ τῶν συντάξεων πού ὑπελογίσθησαν ἀπό τους φορείς τῶν Κρατών μελών σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία τῶν οποίων οἱ προϋποθέσεις γιά τήν γένεση τοῦ δικαιώματος παροχής δέν πληρούνται παρά μόνον ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη τό άρθρο 45 καί οἱ όποιες ὑπολογίζονται σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 2 στό σύνολό του. Ἀλλά τό συνολικό ποσό πού ὀφείλεται υπόκειται πάντοτε στό ἀνώτατο ὅριο, τό όποιο συνίσταται στό ὑψηλότερο θεωρητικό ποσό πού θά ἠδύνατο νά προκύψει ἄν ὅλες οἱ περίοδοι ἀσφαλίσεως είχαν συμπληρωθεί ὑπό τήν νομοθεσία καθ' ἑνός ἀπό τά οικεία Κράτη μέλη. Ἀν τό άθροισμα υπερβαίνει τό ὅριο τοῦ υψηλότερου αὐτοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ, ὁ φορεύς πού εφαρμόζει τήν παράγραφο 1 τοῦ ἄρθρου 46 προσαρμόζει τήν παροχή ἀναλογικώς, δυνάμει τοῦ άρθρου 46 παράγραφος 3. Ἀν, μετά τήν προσαρμογή του, τό ποσό αὐτό υπερβαίνει τό ποσό πού προκύπτει ἀπό μόνη τήν εθνική νομοθεσία (ή ὁποία περιέχει διατάξεις κατά τῆς σωρεύσεως), τότε είναι καταβλητέο τό πρώτο. Ἀν τό ποσό πού προκύπτει ἀπό μόνη τήν εθνική νομοθεσία υπερβαίνει τό ποσό πού ἔχει προσαρμοσθεί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3, τότε, σύμφωνα μέ τήν ἀρχή Petroni, πρέπει νά καταβληθεί τό ποσό πού προκύπτει ἀπό τήν ἐθνική νομοθεσία. Αυτό δύναται νά ἔχει ὡς συνέπεια ὅτι ὁ εργαζόμενος πού ἀπεχώρησε ἀπό τήν υπηρεσία ἡ κατέστη ἀνάπηρος εἶναι δυνατό νά λάβει υψηλότερες παροχές ἀπό τό ἀνώτατο όριο πού προβλέπει ἡ εθνική νομοθεσία. Τούτο ἐχα-ρακτηρίσθη στίς παρατηρήσεις ὡς «παράδοξο ἀποτέλεσμα». Δέν θά συνέβαινε ὅμως ἄν ὅλα τά συστήματα είχαν ἐναρμονισθεί: δύναται νά συμβεί ὑπό τήν παροῦσα κατάσταση τῆς νομοθεσίας.
Ὑποστηρίζεται επίσης ὅτι τό ἀποτέλεσμα εἶναι υπέρ τοῦ διακινουμένου εργαζομένου, ὁ όποιος ἀποκομίζει πλεονεκτήματα έναντι τοῦ εργαζομένου πού παραμένει πάντοτε σέ μία χώρα καί, συνεπώς, ἡ άποψη αύτη δέν δύναται νά εἶναι ὀρθή. Ή σκέψη αύτη, κατά τήν γνώμη μου, δέν ἀνατρέπει τό ἀποτέλεσμα. Τό Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει ὅτι οἱ δύο κατηγορίες εργαζομένων δέν δύναται πάντοτε νά θεωρηθεί ὅτι ταυτίζονται (βλ. τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην πρώτη ὑπόθεση Mura).
Κατά συνέπεια, τά βελγικά δικαστήρια πρέπει ν' ἀποφασίσουν σέ σχέση μέ τήν ἀξίωση συντάξεως λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία
(i)
ἄν υπάρχει ἡ ὄχι διάταξη πού απαγορεύει τήν σώρευση καί ποιός εἶναι ὁ υπολογισμός πού προκύπτει ἀπό αυτή σύμφωνα μέ τό εθνικό δίκαιο·
(ii)
ποιο ποσό προκύπτει ἀπό τήν εφαρμογή καί τῶν δύο εδαφίων τοῦ άρθρου 46 παράγραφος 1, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη τό υψηλότερο ἀπό τά δύο ποσά·
(iii)
ποιό εἶναι τό υψηλότερο θεωρητικό ποσό πού θά ἠδύνατο νά ἔχει προκύψει δυνάμει τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 2 περίπτωση α στά Κράτη μέλη ὅπου εἰργάσθη ὁ κάθε εργαζόμενος·
(iv)
ἄν τό σύνολο πού προκύπτει καί στά δύο Κράτη μέλη, μετά την εφαρμογή τῶν παραγράφων 1 καί 2 τοῦ άρθρου 46, ὑπερβαίνει τό ἀνώτατο θεωρητικό ποσό πού ὑπολογίζεται σύμφωνα μέ την παράγραφο 2 περίπτωση α, ποια εἶναι ἡ προσαρμογή πού πρέπει νά γίνει σύμφωνα μέ τήν δεύτερη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3.
Ὁ βελγικός φορεύς πρέπει τότε νά καταβάλει τό ἐξαγόμενο πού προκύπτει ἀπό τήν προσαρμογή αύτη, έκτός ἄν τό ποσό πού προκύπτει, δυνάμει μόνης τῆς ἐθνικῆς νομοθεσίας (ή ὁποία πρέπει νά ληφθεί ὡς σύνολο), υπερβαίνει τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐν λόγω προσαρμογής, ὁπότε εἶναι καταβλητέο τό ποσό πού προκύπτει ἀπό τήν εθνική νομοθεσία.
Έγινε ἀναφορά στό άρθρο 15 παράγραφος1 περιπτώσεις β, γ καί δ τοῦ κανονισμοῦ 574/72, πού ἐθεσπίσθη δυνάμει τοῦ άρθρου 97 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 καί πού κατέστη εφαρμοστέο ἀπό τό άρθρο 46 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 574/72 ἐπί τοῦ υπολογισμοῦ τοῦ θεωρητικοῦ καί τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ τῆς παροχής, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος2 περιπτώσεις α καί β τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. Ή παράγραφος 15 παράγραφος 1 περίπτωση γ φαίνεται νά παρουσιάζει ενδιαφέρον στίς παροῦσες υποθέσεις.
Προβλέπει ὅτι: «ἐφ' ὅσον περίοδος ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας πού ἔχει πραγματοποιηθεί κατά τή νομοθεσία ἑνός Κράτους μέλους, καί δέν εἶναι εξομοιούμενη περίοδος, συμπίπτει μέ ἐξομοιούμενη περίοδο δυνάμει τῆς νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο ή περίοδος πού δέν εἶναι εξομοιουμένη».
Ή διάταξη αυτή εφαρμόζεται σαφώς μόνο στους υπολογισμούς πού γίνονται μέ τήν μέθοδο τοῦ συνυπολογισμοῦ καί τοῦ ἀναλογικού επιμερισμοῦ (βλ. ὑπόθεση 112/76 Manzoni κατά FNROM [1977] ECR 1647). Δέν εφαρμόζεται ὅταν ὁ ὑπολογισμός γίνεται σύμφωνα μέ τό πρώτο ἐδάφιο τοῦ άρθρου 46 παράγραφος 1. Όταν ὁ ὑπολογισμός γίνεται σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 παράγραφος 2 περιπτώσεις α καί β, τό εθνικό δικαστήριο πρέπει νά διαπιστώσει ἄν ἡ περίοδος εἶναι «εξομοιουμένη». Πρέπει επίσης νά κρίνει ἄν οἱ δύο περίοδοι πού ἀναφέρονται «συμπίπτουν». Αυτό, κατά τήν γνώμη μου, δέν σημαίνει ἁπλώς ὅτι ἡ διάρκεια τῶν περιόδων εἶναι ἡ ἴδια: πρέπει νά ἀποδειχθεί ὅτι συμπίπτουν καί χρονικώς. Δέν προκύπτει ἀβιάστως ὅτι τά πλασματικά ἔτη πού λαμβάνονται ὑπ' ὄψη κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 10 παράγραφος 2 τοῦ βασιλικού διατάγματος 50 τοποθετοῦνται σέ συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Φαίνεται ὅτι ἁπλῶς λογίζεται ὅτι διηνύθησαν πρό τοῦ 1955, μέ σκοπό νά υπολογισθεί ἡ 12 rémunération forfaitaire. Ὡς προς τό σημείο αυτό, τό άρθρο 10 παράγραφος 2 πρέπει νά ἀντιπαραβληθεῖ μέ τό άρθρο 35 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1967 (Moniteur Belge τῆς 16ης Ἰανουαρίου 1968, σ. 441), τό όποιο εξομοιώνει πρός περιόδους πραγματικής ἀπασχολήσεως τίς περιόδους κατά τίς όποιες ὁ εργάτης ὀρυχείου ήταν άνεργος ἡ ελάμβανε σύνταξη ἀναπηρίας, καί οἱ όποιες είναι περίοδοι χρονικώς προσδιωρισμένες. Αυτό, ὅμως, εἶναι ζήτημα πού πρέπει νά επιλύσει τό εθνικό δικαστήριο βάσει τῆς προσεγγίσεως πού υποδεικνύει τό Δικαστήριο καί ή ὁποία, κατά τήν γνώμη μου, εἶναι αυτή πού ἀνεπτύχθη ἀνωτέρω. Τό ζήτημα αυτό δέν επηρεάζει πάντως, κατά τήν άποψη μου, τόν υπολογισμό τῶν συντάξεων κατ' εφαρμογή τῆς βελγικής νομοθεσίας στίς παροῦσες υποθέσεις, δεδομένου ὅτι α) οἱ εργαζόμενοι πού ζητούν σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως έχουν συμπληρώσει τήν ἀπαιτουμένη περίοδο γιά νά λάβουν πλήρη σύνταξη, εἴτε ληφθούν ὑπ' ὄψη τά πλασματικά έτη εργασίας σέ άλλη χώρα καί β) ὁ υπολογισμός τῆς συντάξεως ἀναπηρίας τοῦ Strehl (σέ ἀντίθεση πρός τήν γένεση τοῦ δικαιώματος γιά τήν σύνταξη αυτή) δέν εξαρτᾶται ἀπό τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀσφαλίσεως. Τό ζήτημα δύναται νά έχει σημασία κατά τόν υπολογισμό τοῦ ἀνωτάτου θεωρητικοῦ ποσοῦ σέ άλλες περιπτώσεις.
Ό Ministère de la Prévoyance Sociale υποστηρίζει ὅτι ἄν μία σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως πού βασίζεται στόν επαγγελματικό βίο, στον όποιο περιλαμβάνονται πλασματικές περίοδοι, λαμβάνεται παραλλήλως πρός ἀλλοδαπή παροχή, οἱ ἴδιες περίοδοι ἀσφαλίσεως θά υπολογισθοῦν δύο φορές καί, συνεπώς, οἱ πραγματικές περίοδοι πρέπει νά ἀντικαταστήσουν τίς πλασματικές. Τό επιχείρημα αυτό θά ήταν βάσιμο μόνο ἄν οἱ περίοδοι συνέπιπταν χρονικώς ἐν πάση περιπτώσει, πράγμα πού, νομίζω, δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω. Στόν υπολογισμό, κατ᾽ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46, ή σώρευση λαμβάνεται ὑπ' ὄψη, μέσω τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3, γεγονός πού τό ἐν λόγω επιχείρημα φαίνεται νά ἀγνοεί. Δέν νομίζω, συνεπώς, ὅτι τό επιχείρημα αυτό επηρεάζει τό συμπέρασμα πού διετυπώθη ἀνωτέρω.
Μία ιδιαίτερη λεπτομέρεια εμφανίζεται στην υπόθεση Dreilich. Ό διάδικος αυτός φαίνεται ὅτι λαμβάνει γερμανική σύνταξη ἀναπηρίας, καί ὄχι σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως πού εἶναι τῆς ἰδίας φύσεως μέ τήν βελγική παροχή.
Τό ἄρθρο 25 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος 50 ὁρίζει ὅτι, ἄν δέν ὁρίζεται άλλως ἀπό τόν βασιλέα, σύνταξη ἀποχωρήσεως παρέχεται μόνον, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, ἄν ὁ ενδιαφερόμενος δέν λαμβάνει παροχή ἀναπηρίας ἤ ἀσθενείας, δυνάμει εἴτε τῆς βελγικής εἴτε ἀλλοδαπής νομοθεσίας περί κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ἐκ πρώτης ὄψεως, ή διάταξη αυτή θά εἶχε ως ἀποτέλεσμα τήν ἀπώλεια τοῦ δικαιώματος τοῦ Dreilich προς βελγική σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως, ἐνῶ δέν εφαρμόζεται ὅταν ἡ ἀλλοδαπή παροχή εἶναι σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως. Μέ τίς έγγραφες παρατηρήσεις του τό Rijksdienst voor Werknermerspensionen ὑπεγράμμισε ὅτι, βάσει διοικητικής παραχωρήσεως, ἀλλοδαπές παροχές ἀναπηρίας πού χορηγούνται σέ εργαζόμενο, ὁ όποιος έχει συμπληρώσει τήν ηλικία αποχωρήσεως πού προβλέπει τό βελγικό δίκαιο, λογίζονται ὡς παροχές ἀποχωρήσεως. Κατά συνέπεια, τό άρθρο 25 δέν έχει πλέον εφαρμογή ἐν προκειμένω. Στην περίπτωση πού ἡ διοικητική παραχώρηση ἀποτρέπει πράγματι τήν ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 25, δέν υπάρχει διαφορά μεταξύ τῆς περιπτώσεως τοῦ Dreilich καί τῶν περιπτώσεων τῶν Celestre, Bohnefeld καί Rydlakowski. Ἀν, ὅμως, δέν τήν ἀποτρέπει, ὁ Dreilich θά λάβει προφανώς μόνο μία βελγική σύνταξη, ὑπολογισθεῖσα σύμφωνα μέ τό άρθρο 46. Στην περίπτωση αυτή, τό άρθρο 12 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 εξουδετερώνει τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος. Κατά συνέπεια, ὁ Dreilich δικαιοῦται μόνο νά λάβει ἀπό τόν βελγικό φορέα σύνταξη, μειωμένη ὅπως ὁρίζεται ἀπό τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3.
Παρόμοιο ἀποτέλεσμα προκύπτει στήν δεύτερη υπόθεση Strehl. Τήν εποχή τῆς πρώτης υποθέσεως Strehl, ἐθεωρήθη ὡς δεδομένο ὅτι δέν υπήρχε εφαρμοστέος ἐθνικός κανόνας πού ἀπαγορεύει τήν σώρευση καί, γιά τόν λόγο αυτό, ὁ Strehl ἐδικαιοῦτο πλήρους συντάξεως, ἀφοῦ ἡ εφαρμογή τοῦ άρθρου 46, καί ιδίως τῆς παραγράφου 3, θά εἶχε ὡς συνέπεια νά τοῦ χορηγηθεί μειωμένη μόνο παροχή, πρᾶγμα πού θά έθετε έτσι σέ λειτουργία τήν ἀρχή Petroni. Τό Arbeidsrechtbank έκρινε βάσιμη τήν ἀξίωση τοῦ Strehl, ὑπό τό φῶς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Μόνον ὅταν ὁ βελγικός φορέας ἤσκησε έφεση ενώπιον τοϋ Arbeidshof, φαίνεται ὅτι εστράφη ἡ προσοχή στό άρθρο 23 παράγραφος 1 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 19ης Νοεμβρίου 1970, οἱ ὅροι τοῦ ὁποίου ἀναφέρονται ἀνωτέρω. Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς διατάξεως αυτής, τό δικαίωμα παροχής τοῦ Strehl, σύμφωνα μέ τό βελγικό δίκαιο, θά ἐμειοῦτο κατά τό ποσό τῆς γερμανικῆς του συντάξεως. Τό μειωμένο αυτό ποσό εἶναι κατώτερο ἀπό εκείνο πού προκύπτει βάσει τῶν υπολογισμών τοῦ ἄρθρου 46: ἀπό τά σχετικά στοιχεῖα φαίνεται ὅτι ἡ μειωμένη βελγική σύνταξη ἀνέρχεται σέ 47304 βελγικά φράγκα, ἐνῶ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 46, ἀπό τήν μείωση πού γίνεται κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3 καί πού ἔχει σκοπό νά φέρει τό σύνολο τῶν παροχών πού λαμβάνονται μέσα στό ὅριο τοῦ ἀνωτάτου θεωρητικοῦ ποσοῦ προκύπτει ποσό ἴσο πρός 82013 βελγικά φράγκα. Επομένως, ὁ βελγικός φορεύς πρέπει νά χορηγήσει τό ποσό πού ὀφείλεται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 46.
Συνεπώς, προτείνω νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπεβλήθη :
(i)
Στην περίπτωση παροχῆς πού ἀποκτᾶται καί ὑπολογίζεται ἀποκλειστικά καί μόνο δυνάμει ἐθνικοῦ δικαίου καί χωρίς εφαρμογή τῶν κανονισμών 1408/71 καί 574/72, καμμία διάταξη τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου δέν εμποδίζει την ἐφαρμογή διατάξεως ἐθνικοῦ δικαίου, σύμφωνα μέ την ὁποία πλασματικές περίοδοι ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας ἀφαιρούνται ὅταν συμπίπτουν μέ περιόδους πραγματικῆς ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας σέ άλλο Κράτος μέλος.
(ii)
Στην περίπτωση παροχῆς πού υπολογίζεται δυνάμει τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, δέν υπάρχει διάταξη κοινοτικοῦ δικαίου πού νά επιβάλλει την ἀντικατάσταση των πλασματικών περιόδων μέ πραγματικές περιόδους πού συνεπληρώθησαν σέ άλλο Κράτος μέλος, ἀλλα τό ποσό τῆς παροχής δύναται ενδεχομένως νά μειωθεί κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3.
(iii)
Στην περίπτωση παροχής πού υπολογίζεται μέ συνυπολογισμό καί ἀναλογικό επιμερισμό (κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 2 ἡ τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 1), περίοδοι πού εξομοιώνονται μέ περιόδους ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας δέν λαμβάνονται ὑπ' ὄψη ὅταν συμπίπτουν μέ περιόδους πραγματικής ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας σέ άλλο Κράτος μέλος καί, ἄν ὁ υπολογισμός γίνεται σύμφωνα μέ τό δεύτερο εδάφιο τοῦ άρθρου 46 παράγραφος 1, τό ποσό τῆς παροχής δύναται ἐνδεχομένως νά μειωθεί κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 παράγραφος 3.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy