ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό επίκεντρο τῆς προδικαστικῆς αυτής διαδικασίας βρίσκεται, ὅπως καί στην προσφυγή περί παραβάσεως κράτους τῆς 'Επιτροπής κατά τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση 804/79), ἐπί τῆς ὁποίας έλαβα θέση πρόσφατα, στό ἐρώτημα ἄν, καί, ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, ὑπό ποιες προϋποθέσεις, μετά τό τέλος τῆς μεταβατικής προθεσμίας πού προβλέπεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, τά Κράτη μέλη έχουν αρμοδιότητα νά λαμβάνουν μέτρα διατηρήσεως τοῦ βιολογικοῦ θαλάσσιου πλούτου. Στην ποινική δίκη πού ὁδήγησε στην προκειμένη αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ἡ firma van
Dam διώκεται, ὑπό συνθήκες παρόμοιες μέ εκείνες τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 185 μέχρι 204/78 (ποινικές διαδικασίες κατά J. van Dam en Zonen καί λοιπῶν, ἀπόφαση τῆς 3ης 'Ιουλίου 1979, Rec. 1979, σ. 2345), γιά παράβαση ὁρισμένων κανόνων περιορισμού τῶν ἁλιεύσεων στή Βόρεια Θάλασσα, πού θέσπισαν οἱ ὀλλανδικές ἀρχές, στην προκειμένη περίπτωση, μετά τήν εκπνοή τῆς ἀνωτέρω μεταβατικής προθεσμίας.
Ό περιορισμός αυτός τῶν ἀλιεύσεων προέκυπτε ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ ὀλλανδού υπουργού γεωργίας καί ἁλιείας τῆς 28ης Δεκεμβρίου 1978, πού τέθηκε σέ ἰσχύ τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979, περί προσωρινού καθεστῶτος περιορισμού τῶν ἀλιεύσεων κατά τό 1979 γιά εἴδη ψαριών έκτός τῆς γλώσσας καί τοῦ ψησσιδίου (Beschikking voorlopige regeling vangstbeperking andere zeevissoorten dan tong en schol 1979, J 4569, Staatscourant 1978, 253). Τό άρθρο 2 τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὅπως τροποποιήθηκε μέ τήν ἀπόφαση τῆς 27ης 'Ιουνίου 1979 (Staatscourant 1979, 124), προέβλεπε, ὑπό τήν επιφύλαξη υπουργικής ἀπαλλαγής στην ὁποία ἀναφέρεται τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως, γενική ἀπαγόρευση ἀλιείας, σέ ὁρισμένες θαλάσσιες ζῶνες, τῶν εἰδῶν ψαριῶν πού ἀπαριθμοῦνται στό παράρτημα, στά όποια περιλαμβανόταν ὁ βακαλάος. Ό ὀλλανδός υπουργός γεωργίας καί αλιείας εἶχε κάνει χρήση τῆς δυνατότητας χορηγήσεως άδειας καί εἶχε επιτρέψει τήν ἁλιεία στή Βόρεια Θάλασσα στους ὀλλανδούς ἁλιείς, σύμφωνα μέ τίς προτάσεις τῆς 'Επιτροπής, 10165 τόνων βακαλάου.
Ὅταν ὁ υπουργός θεώρησε ὅτι ἡ ποσόστωση αυτή εἶχε ἐξαντληθεί, ἀνακάλεσε τήν άδεια ἀπό 3ης Σεπτεμβρίου, μέ ἀπόφαση τῆς 27ης Αυγούστου 1979, J 3247 τῆς 28ης Αυγούστου 1979 (Staatscourant 1979, 167), καί κήρυξε ἀξιόποινη τήν ἁλιεία βακαλάου ἀπό τους ὀλλανδούς ἁλιείς στή Βόρεια Θάλασσα.
Τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1979, ἕνα ἁλιευτικό πλοῖο τῆς firma van Dam ἁλίευσε βακαλάο στή Βόρεια Θάλασσα κατά παράβαση τῶν κανόνων πού περιγράφονται ἀνωτέρω καί ξεφόρτωσε τό φορτίο αυτό στό ὀλλανδικό λιμάνι τοῦ Goedereede.
Ή Firma van Dam, πού διώχθηκε ποινικώς γιά τό λόγο αυτό ενώπιον τοῦ Economische Politierechter τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Ρόττερνταμ, ἰσχυρίστηκε ὅτι τά μέτρα πού έλαβε ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση ήταν ἀντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Μέ προδικαστική ἀπόφαση τῆς 4ης Μαρτίου 1980, τό δικαστήριο πού επιλήφθηκε ἀνέστειλε τή διαδικασία καί υπέβαλε στό Δικαστήριο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης, τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Βασίζονται στό κοινοτικό δίκαιο τά μέτρα πού έλαβε ἡ ὀλλανδική ἀρχή γιά τό έτος 1979, ὅπως καί ἐκείνα τῶν κανονιστικών κειμένων πού ἀναφέρονται στην κλήση, δηλαδή ἡ ἀπόφαση τοῦ 1979 περί προσωρινοῦ καθεστώτος περιορισμοῦ τῶν ἁλιεύσεων ψαριών έκτος τῆς γλώσσας καί τοῦ ψησσιδίου (Nederlandse Staatscourant 1979 — 124) καί ἡ ἀπόφαση τῆς 27ης Αυγούστου 1979 ὑπ᾽ ἀριθ. J 3247 (Nederlandse Staatscourant 167 τῆς 28ης Αυγούστου 1979);»
Ἡ άποψη μου στό θέμα αυτό εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
Ή κατηγορούμενη στην κύρια δίκη, δηλαδή ή Firma van Dam & Zonen, καθώς καί ή γαλλική κυβέρνηση θεωροῦν, ἄν καί γιά διαφορετικούς λόγους, ὅτι ὁ περιορισμός τῶν ἁλιεύσεων πού ἀποφασίστηκε μέ τίς ἐν λόγω ὀλλανδικές νομικές πράξεις, δέν ἀνῆκε, τήν εποχή εκείνη, στην ἀρμοδιότητα τῶν Κρατών μελών καί ἑπομένως ήταν παράνομος. Καί οἱ δύο ξεκινοῦν, σχετικά, ἀπό τή σκέψη ὅτι μετά τό τέλος τῆς μεταβατικής προθεσμίας πού προβλέπεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, δηλαδή ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979, ή λήψη μέτρων διατηρήσεως στόν τομέα τῆς θαλάσσιας ἁλιείας δεν ἀνήκει πλέον στην ἁρμοδιότητα τῶν Κρατών μελών, ἀλλ᾽ ἀποκλειστικά σ᾽ εκείνη τοῦ Συμβουλίου.
Ή κατηγορούμενη στην κύρια δίκη Ισχυρίζεται πάντως ὅτι, επειδή τό Συμβούλιο δέν έλαβε μέτρα διατηρήσεως μετά τήν ἀνωτέρω ημερομηνία, υπήρχε νομικό κενό, παρά τίς προσωρινές ἀποφάσεις πού έλαβε γιά τό έτος 1979, οἱ ὁποῖες ήδη ἀποτέλεσαν τό ἀντικείμενο τῆς υποθέσεως 804/79 (Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου). 'Επιπλέον, Ισχυρίζεται ὅτι οἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις λήφθηκαν χωρίς νά τηρηθεί ἡ διαδικασία πού καθορίζεται στό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 101/76 τοῦ Συμβουλίου τῆς 19ης 'Ιανουαρίου 1976 περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τῆς ἁλιείας. (JO L 20 τῆς 28ης 'Ιανουαρίου 1976, σ. 19), πού επιβάλλει, μέ ἀναφορά στό άρθρο 43 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τη διαβούλευση μέ τη Συνέλευση.
Ή γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει, έξάλλου, υπενθυμίζοντας έντονα τήν άποψη πού διατύπωσε ήδη στην προηγούμενη υπόθεση 804/79, ὅτι ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση εἶχε τήν ἁρμοδιότητα νά καθορίσει μόνο τίς ποσοστώσεις ἁλιεύσεως, ἄν οἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις έπρεπε νά θεωρηθοῦν ως μερική ἐκ νέου μεταβίβαση στά Κράτη μέλη τῆς κοινοτικής ἁρμοδιότητας καθορισμού ποσοστώσεων ἁλιεύσεως. Μιά τέτοια ἀναμεταβίβαση ἁρμοδιοτήτων δέν εἶναι πάντως θεμιτή, καθόσον ὁ καθορισμός εθνικών ποσοστώσεων ἁλιεύσεως ἀφορᾶ μιά ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς κοινής πολιτικής στόν τομέα τῆς ἁλιείας, δηλαδή τήν ελεύθερη πρόσβαση όλων τῶν ἁλιέων τῆς κοινής ἀγορᾶς σέ ὅλα τά ύδατα πού υπόκεινται στή δικαιοδοσία τῶν Κρατών μελών. 'Εξάλλου, μιά τέτοια μεταβίβαση πρέπει νά προβλέπεται ρητώς. Τό κείμενο, ὅμως, στό ὁποῖο γίνεται ὁ καθορισμός των ποσοστώσεων ἁλιεύσεως, δηλαδή τό σημεῖο 1 τῶν προσωρινών ἀποφάσεων, ἀναφέρει ἁπλώς ὅτι «τά Κράτη μέλη ἀσκούν τίς ἁλιευτικές τους δραστηριότητες, κατά τρόπο ώστε κατά τίς ἁλιεύσεις πού γίνονται ἀπό τά πλοῖα τους κατά τή διάρκεια τῆς προσωρινής περιόδου νά λαμβάνονται υπόψη οἱ συνολικές επιτρεπόμενες ἁλιεύσεις (TAC), πού υπέβαλε ἡ Ἐπιτροπή στό Συμβούλιο μέ τίς ἀνακοινώσεις τῆς τῆς 23ης Νοεμβρίου 1978 καί τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1979 καί τό μέρος τῶν TAC πού έχει ἀναγνωριστεί στίς τρίτες χώρες, στό πλαίσιο συμφωνιών καί ρυθμίσεων πού συνήψε μαζί τους ἡ Κοινότητα». Ή γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί ὅτι, στό κείμενο αυτό, δέν τίθεται θέμα παραχωρήσεως γενικῶν ποσοστώσεων ἁλιεύσεως στά διάφορα Κράτη μέλη. Ή 'Επιτροπή έκανε βεβαίως προτάσεις επιτρεπόμενων συνολικών ἁλιεύσεων γιά τό 1978 καί 1979, ἀλλά, ἀντίθετα πρός τήν πρόταση τοῦ 1978, εκείνη γιά τό 1979 δέν περιέχει κατανομή τῶν γενικών ποσοστώσεων ἁλιεύσεως μεταξύ τῶν Κρατών μελών. 'Επιπλέον, τέτοιες προτάσεις δέν έχουν καμιά νομική ἀξία.
'Αντιθέτως, ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, ξεκινώντας ἀπό τή νομική άποψη πού υποστήριξε ήδη στην υπόθεση 804/79, καθώς καί τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή Ισχυρίζονται ὅτι τά επίδικα μέτρα τῆς ὀλλανδικής κυβερνήσεως συμβιβάζονται πρός τό κοινοτικό δίκαιο.
Κατά τή γνώμη μου, ἡ τελευταία αυτή άποψη εἶναι βεβαίως ἡ ὀρθή, γιά τους λόγους πού εξέθεσα ήδη λεπτομερώς στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 804/79, τίς όποιες περιορίζομαι, επομένως, νά υπενθυμίσω σέ συντομία ἐδῶ καί στίς όποιες παραπέμπω κατά τά λοιπά.
"Ετσι, στίς ἀνωτέρω προτάσεις εξήγησα, σέ συμφωνία μέ ὅλους τους άλλους διαδίκους πού μετείχαν σ᾽ αυτήν τή διαδικασία, ὅτι, ἀντίθετα πρός τήν άποψη πού υποστήριζε ή βρετανική κυβέρνηση, μόνη ἡ 'Επιτροπή είναι ἁρμόδια νά λαμβάνει μέτρα περί ἁλιείας στά θαλάσσια ύδατα πού ἀνήκουν στή δικαιοδοσία τῶν Κρατών μελών, μετά τό τέλος τῆς προθεσμίας πού καθορίζεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
Όπως ἀπέδειξα στή συνέχεια, μέ βάση τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο, τό ὁποῖο εἶναι καταρχήν ἁρμόδιο γιά τή λήψη μέτρων διατηρήσεως, δέν κατέληξε σέ απόφαση πρίν ἀπό τήν εκπνοή τῆς μεταβατικής προθεσμίας, δέ δημιούργησε νομικό κενό, ὅπως υποστηρίζει ἡ κατηγορούμενη στην κύρια δίκη. Σέ μιά τέτοια περίπτωση, τά Κράτη μέλη εἶναι πράγματι εκείνα πού υποχρεούνται, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά λαμβάνουν τά ἀναγκαία μέτρα διατηρήσεως πρός τό κοινό συμφέρον, τηρώντας τους κανόνες ουσίας καί τύπου πού θέτει τό κοινοτικό δίκαιο. Γιά τό λόγο αυτό, οι προσωρινές αποφάσεις πού έλαβε τό Συμβούλιο γιά την περίοδο μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής προθεσμίας πρέπει ἁπλώς νά θεωρηθούν, ὁπως σωστά υπογράμμισαν τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή, ὅτι θέτουν σε ἐφαρμογή, στό συγκεκριμένο τομέα στον όποιο εφαρμόζονται, τά καθήκοντα σννεργασίας πού τά Κράτη μέλη έχουν αναλάβει μέ τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Όπως ειδικά παρατήρησε τό Συμβούλιο, οἱ ἀποφάσεις αυτές πρέπει νά εξασφαλίζουν ὅτι καί μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής προθεσμίας, παραμένουν κεκτημένα τουλάχιστον τά ἀποτελέσματα εκείνα πού είχαν ἐπιτευχθεί μέχρι τότε, στόν τομέα τῆς διατηρήσεως τοῦ βιολογικού θαλάσσιου πλούτου. Γιά τό λόγο αυτό, τό σημείο 1 τῶν προσωρινών ἀποφάσεων πού εφαρμόζονται στή μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής προθεσμίας περίοδο υπογραμμίζει τήν ἀνάγκη, ενόψει τῆς προστασίας τοῦ κοινοτικού συμφέροντος, τά Κράτη μέλη νά μήν υπερβαίνουν, κατά τήν ἄσκηση τῶν ἁλιευτικῶν τους δραστηριοτήτων, κατά τή μεταβατική αυτή περίοδο, τίς συνολικές επιτρεπόμενες αλιεύσεις (TAC), πού ἡ 'Επιτροπή γνωστοποίησε στό Συμβούλιο.
Ή Ιδιομορφία τῆς κοινής πολιτικής στον τομέα τῆς αλιείας, πού έγκειται, ὅπως γνωρίζουμε, στό γεγονός ὅτι ὅλα τά ἁλιευτικά πλοῖα πού φέρουν τή σημαία Κράτους μέλους καί εἶναι νηολογημένα στό έδαφος τῆς Κοινότητας έχουν εξίσου πρόσβαση σέ ὅλα τά ἀποθέματα τῶν υδάτων τά όποια ἀνήκουν στή δικαιοδοσία τῶν Κρατών μελών, ἐνῶ τό ὅτι τά ἀποθέματα τῶν ψαριών μετακινούνται, καί αυτά, ελεύθερα εντός τῶν υδάτων αυτών καθώς καί εντός τῶν υδάτων τρίτων χωρών, έχει ἀναγκαστικά ὡς συνέπεια — γιά νά δοθεί ἀπάντηση στην ἀντίρρηση πού διατύπωσε ή γαλλική κυβέρνηση — ὅτι ἡ τήρηση τοῦ συνολικού όγκου τῶν επιτρεπόμενων ἁλιεύσεων μπορεί νά εξασφαλιστεί μόνο μέ τήν εισαγωγή ποσοστώσεων ἁλιεύσεων, εφαρμοστέων στά διάφορα Κράτη μέλη. Ό συντονισμός τέτοιων μέτρων, μέ τήν ευκαιρία τοῦ ὁποίου πρέπει επίσης νά ληφθούν υπόψη τά συμφέροντα τρίτων κρατών, προϋποθέτει τήν έγκριση τῶν κοινοτικών ἀρχων, ὅπως εμφαίνεται ἀπό τή σύμφωνη πρός τή συνθήκη ερμηνεία τῶν ἀποφάσεων, ιδίως ἄν ἀναφερθούμε στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. 'Αλλά, ὅπως κατέδειξα μέ τίς προτάσεις μου στην υπόθεση 804/79, ἡ παροχή τῆς ἐν λόγω ἐγκρίσεως, στην περίπτωση πού τό Συμβούλιο παραλείψει νά ενεργήσει, ἀνήκει στην ἁρμοδιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς λίγο δέ ενδιαφέρει ἄν οἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις θεωρούνται ὡς ἀναμεταβίβαση αρμοδιοτήτων στά Κράτη μέλη ή, πιό ὀρθά, ὡς θέση σέ εφαρμογή τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Όπως γνωρίζουμε, ἡ 'Επιτροπή ενέκρινε ρητώς τήν ἀπόφαση τοῦ ὀλλανδού υπουργοῦ γεωργίας καί ἁλιείας τῆς 28ης Δεκεμβρίου 1978 περί προσωρινοῦ καθεστώτος περιορισμού τῶν ἁλιεύσεων κατά τό 1979 γιά εἴδη ψαριών έκτός τῆς γλώσσας καί τοῦ ψησσιδίου, πού τέθηκε σέ ισχύ τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979, καθώς καί τήν παράταση της, στίς 25 'Ιουλίου 1979 (βλ. στό θέμα αυτό τήν ἀνακοίνωση περί εγκρίσεως ἀπό τήν Ἐπιτροπή τῶν εθνικών μέτρων διατηρήσεως στον τομέα τῆς ἁλιείας, JO C 133 τῆς 4ης 'Ιουνίου 1980, σ. 1). Ή συμπεριφορά τῆς μέχρι σήμερα δείχνει έξαλλου ὅτι συμφωνεί μέ τά συναφή τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως μέτρα. Είναι λοιπόν βέβαιο ὅτι τό καθεστώς τῶν ποσοστώσεων ἁλιεύσεων πού εισήγαγε ή ὀλλανδική κυβέρνηση, μέ βάση τίς προσωρινές ἀποφάσεις του' Συμβουλίου, ἀνταποκρίνεται πρός τό κοινοτικό συμφέρον, δηλαδή στίς ἀπαιτήσεις τύπου καί ουσίας, πού επιτάσσει τό κοινοτικό δίκαιο, τοῦ ὁποίου τό σεβασμό ἀπέβλεπαν νά εξασφαλίσουν οἱ προσωρινές αποφάσεις.
Δεδομένου ὅτι οἱ ἀποφάσεις αυτές συγκεκριμενοποιούν ἁπλώς, ὅπως είδαμε, τίς υποχρεώσεις συνεργασίας τίς ὁποίες ἀνέλαβαν τά Κράτη μέλη, σύμφωνα μέ τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τό γεγονός τῆς προσχωρήσεώς τους στην Κοινότητα, κατά τήν παράταση τοῦ παραρτήματος VΙ τῆς διακηρύξεως τῆς Χάγης, γιά τήν περίοδο μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής προθεσμίας, πού καθορίζεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, δέν έχουν συστατικό ἀποτέλεσμα, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 189 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Γιά τό λόγο αυτό, δέ χρειαζόταν νά τηρηθεί, γιά τή λήψη τῶν ἀποφάσεων αυτών, ἡ νομοθετική διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τή συνθήκη περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ὅπως ὀρθῶς υπογράμμισαν τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή.
Ἀπό ὅσα ήδη ἀνέφερα, προκύπτει ἐπιπλέον ὅτι, ἀντίθετα πρός τήν άποψη πού διατύπωσε ἡ κατηγορούμενη στην κύρια δίκη, τό Συμβούλιο δέν υποχρεοῦνταν νά θεμελιώσει ἐπί τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμού 101/76 τοῦ Συμβουλίου τῆς 19ης 'Ιανουαρίου 1976 τίς προσωρινές ἀποφάσεις, πού έπρεπε νά εξασφαλίσουν τή συμμόρφωση πρός τό κοινοτικό δίκαιο τῶν μέτρων τά όποια λαμβάνονται ἀπό τά Κράτη μέλη. Ή διάταξη αύτη πού πρέπει νά θεωρηθεί ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ίδιου κανονισμού, κατά τό όποιο «τό καθεστώς πού εφαρμόζεται ἀπό κάθε Κράτος μέλος στην άσκηση τῆς ἁλιευτικής δραστηριότητας στά θαλάσσια ύδατα πού υπάγονται στην κυριαρχία ἡ στη δικαιοδοσία του, δέν μπορεί νά προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι τῶν άλλων Κρατῶν μελών», ὁρίζει, ὅπως γνωρίζουμε, ὅτι ἄν ἡ άσκηση τῆς αλιευτικής δραστηριότητας στά θαλάσσια ύδατα τῶν Κρατών μελών, πού ἀναφέρονται στό άρθρο 2, εκθέτει ὁρισμένους ἀπό τους πόρους τους σέ κίνδυνο ὑπερεντατικῆς εκμεταλλεύσεως, τό Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως τῆς Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τή διαδικασία πού προβλέπεται στό άρθρο 43 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης, dύναται νά θεσπίσει τά ἀπαραίτητα μέτρα γιά τή διατήρηση τῶν πόρων αυτών. Πέρα από το ἐρώτημα ἄν μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής προθεσμίας ἡ ἀνωτέρω διάταξη μπορεί νά παράσχει νομική βάση γιά τόν καθορισμό ποσοστώσεων ἁλιεύσεων, εφαρμοστέων στά διάφορα Κράτη μέλη, καί τό ὁποίο δέ χρειάζεται νά ἐξετασθεί σέ βάθος ἐδῶ, ἡ ἐν λόγω διάταξη προϋποθέτει ἐν πάση περιπτώσει συστατική νομοθετική πράξη, ἡ ὁποία ἀνάγεται στην εκτίμηση τοῦ Συμβουλίου. Μιά τέτοια ὅμως πράξη δέν εἶδε τό φῶς.
Γιά τους λόγους αυτούς, προτείνω νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού ὑποβλήθηκε:
Τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἀντιτίθεται στην ἀπόφαση πού έλαβαν οἱ ὀλλανδικές εθνικές ἀρχές γιά τό 1979, μέ τήν έγκριση τῆς Ἐπιτροπής, περί προσωρινοῦ καθεστῶτος περιορισμοῦ τῶν ἁλιεύσεων εἰδῶν ψαριών έκτός τῆς γλώσσας καί τοῦ ψησσιδίου (Nederlandse Staatscourant 1979, 253), οὔτε στίς διατάξεις πού θεσπίστηκαν γιά τήν παράταση καί εκτέλεση τῆς ἀποφάσεως αυτής.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy