ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 8 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ μεταβολές τοποθετήσεως καί οἱ μεταθέσεις, εἴτε γίνονται στό πλαίσιο τῆς ἀναδιοργανώσεως μιᾶς υπηρεσίας εἴτε ὄχι, ἀποτελοῦν συχνά, τόν τελευταίο καιρό, τήν αιτία προσφυγών ἐκ μέρους υπαλλήλων, οἱ όποιοι εἶναι ἀντικείμενο τῶν μεταβολῶν αυτών. Εἶναι, 'ίσως, ἡ ἔνδειξη ἀνησυχίας, της ὁποίας ἡ παροῦσα υπόθεση ἀποτελεί συμπληρωματικό παράδειγμα.
I —
Τήν 17η Ἰουλίου 1979, ἡ 'Επιτροπή προέβη σέ ἀναδιοργάνωση τῆς γενικῆς της διευθύνσεως ἀπασχολήσεως καί κοινωνικῶν υποθέσεων. 'Η ἀναδιοργάνωση αὐτή είχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν μεταβολή τοῦ τμήματος «Ἀσφάλεια εργασίας» τῆς διευθύνσεως «Υγεία καί ἀσφάλεια», τῆς οποίας διευθυντής ήταν ὁ Arning, σέ ειδική ὑπηρεσία, πού ανετέθη στόν Lemoine, ο όποιος, εὑρισκόμενος προηγουμένως ἐπί κεφαλής τῆς ἐπιφορτισμένης μέ τά προβλήματα ἀσφαλείας στόν ἀνθρακοσιδηρουργικό τομέα ὑπηρεσίας, ἀπέκτησε, ἑπομένως, πλέον εκτεταμένες ἁρμοδιότητες. Ή κενωθεῖσα μέ τόν τρόπο αυτό θέση βαθμοῦ A3 μετετράπη σέ θέση συμβούλου στην ἴδια διεύθυνση, ἡ ὁποία ἀπενεμήθη στον Günther Arning. Κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως του ὁ Arning ἤσκησε τήν παροῦσα προσφυγή, πού εἶναι συγχρόνως προσφυγή ἀκυρώσεως καί ἀγωγή ἀποζημιώσεως.
α)
Προτοῦ εισέλθει στην υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής, τό 1960, ὁ προσφεύγων πού 'έχει νομική κατάρτιση, ἦτο ὑπάλληλος, ἀπό τό 1953, στό γερμανικό ὁμοσπονδιακό ὑπουργείο εργασίας καί κοινωνικῆς τάξεως καί ήδη ειδικευμένος στον τομέα τῆς ἀσφαλείας τῆς εργασίας. Διωρίσθη γιά πρώτη φορά διευθυντής τοῦ τμήματος «Ἀσφάλεια εργασίας» μέ ἀπόφαση τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1968, μέχρι τῆς ἀκυρώσεως τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ γιά τυπικό ἐλάττωμα μέ τήν απόφαση σας Wonnerth τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1969 (ὑπόθεση 12/69, Rec. σ. 577). Τήν 9η Αυγούστου 1970, ἡ 'Επιτροπή έλαβε μία παρόμοια μέ τήν πρώτη ἀπόφαση, τόσο ὡς πρός τό ἀντικείμενο, ὅσο καί ὡς πρός τήν ἡμερομηνία παραγωγής τῶν αποτελεσμάτων της, ἀλλα, τήν φορά αυτή κατά κανονικό τρόπο. Ἡ τοποθέτηση τοῦ Günther Arning ἐπί κεφαλής τοῦ τμήματος «
'Ασφάλεια εργασίας» ἐπεκυρώθη μία τελευταία φορά, τήν 31η Μαρτίου 1976, στό πλαίσιο ἀναδιοργανώσεως τῆς τότε αποκαλούμενης γενικής διευθύνσεως κοινωνικών ὑποθέσεων.
Ὅσον άφορᾶ τουλάχιστον τήν διεύθυνση «Υγεία καί ἀσφάλεια», τήν ἀναδιοργάνωση αυτή ἐπηκολούθησαν δύο άλλες, τό 1979 καί 1980. Στό τέλος τῆς εξελίξεως αυτής, ὁ ἀριθμός τῶν τμημάτων τῆς διευθύνσεως αυτής, ἐμειώθη ἀπό 7 σέ 4. Σύμφωνα μέ τίς δηλώσεις τοῦ διευθυντοῦ της Δρος Recht στην δημοσία συνεδρίαση, ή μεταβολή αυτή ἀντεπεκρίνετο στην ἀνάγκη ὀρθολογιστικής ὀργανώσεως καί καλυτέρας δυνατής χρησιμοποιήσεως τοῦ διαθεσίμου προσωπικοῦ. Καί ήταν ἀκόμα περισσότερο ἀναγκαία καθ' ὅτι οἱ δραστηριότητες στό θέμα τῆς ἀσφαλείας της εργασίας ἀνεπτύσσοντο μέ τήν κατάρτιση καί, ἐν συνεχεία, τήν εφαρμογή τοῦ προγράμματος δράσεως τῶν Κοινοτήτων στό θέμα τῆς ἀσφαλείας καί τῆς υγείας στους χώρους εργασίας, πού υπήρξε ἀντικείμενο ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978.
Ὁ Δρ. Recht μᾶς εξήγησε ὅτι σ' αυτή τήν ἀλληλουχία ετέθη τό πρόβλημα τῆς διατηρήσεως τοῦ Günther Arning ἐπί κεφαλῆς τοῦ τμήματος του. 'Αφ' ενός, τό τμήμα αυτό ήταν πολύ μικρό σέ μέγεθος γιά νά διατηρηθεί ὡς αυτόνομη διοικητική μονάδα. Ή συγχώνευση του μέ τά άλλα ἁρμόδια σέ θέματα ἀσφαλείας τῆς εργασίας τμήματα ἐπεβάλλετο, ἑπομένως, ἀπό τήν φροντίδα καλῆς διοικητικῆς διαχειρίσεως. 'Αφ' ἑτερου, ὁ ἑπί τοῦ θέματος περισσότερο τεχνικός προσανατολισμός τῶν εργασιών τῆς 'Επιτροπής πού ἀποδεικνύουν οἱ κατευθύνσεις τοῦ προγράμματος δράσεως τοῦ 1978, καθίστα ευκταίο ἡ διοικητική μονάδα, ή ὁποία προήλθε ἀπό τήν συγχώνευση, νά διευθύνεται ἀπό μηχανικό μᾶλλον παρά ἀπό νομικό. Αυτό ἐδικαιολόγησε τόν διορισμό ἐπί κεφαλής τῆς τοῦ Lemoine, μηχανικοί) ὀρυχείων. Δεδομένου, ἐξ ἄλλου, ὅτι ή διοίκηση εἶχε έλλειψη νομικῶν, ήταν φυσικό, προσέθεσε ὁ Δρ. Recht, νά ἀνατεθοῦν στόν προσφεύγοντα καθήκοντα γενικής εποπτείας τῶν δραστηριοτήτων νομικοῦ χαρακτῆρος τοῦ συνόλου των τμημάτων, γιά τά όποια μιά θέση συμβούλου ήταν ὅλως ενδεδειγμένη. Αυτό εξηγεί τήν ἀπόφαση πού ἐλήφθη τήν 17η 'Ιουλίου 1979 σχετικά μέ τόν προσφεύγοντα, στό πλαίσιο τῆς πρώτης ἀναδιοργανώσεως τῆς διευθύνσεως, ἡ ὁποία εντάσσεται καί αύτη στην ἀναδιοργάνωση τῆς ὅλης γενικής διευθύνσεως.
β)
Ό Günther Arning ἔλαβε γνώση τῆς ἀποφάσεως αυτής τήν 31η 'Ιουλίου, κατά τήν διάρκεια συνδιαλέξεως πού προεκάλεσε ὁ διευθυντής του γιά τόν σκοπό αυτό. Μᾶς εδόθη ἡ εξήγηση ὅτι δέν ἠδύνατο νά ειδοποιηθεί ενωρίτερα ὁ προσφεύγων λόγω, ἀφ' ενός, τῆς βραδύτητος τῶν επισήμων επικοινωνιών μεταξύ τῶν Βρυξελλών καί αυτών τοῦ Λουξεμβούργου καί, ἀφ' έτερου, τῆς ἀπουσίας τοῦ Δρος Recht γιά υπηρεσιακούς λόγους, λίγο μετά τήν πρός αυτόν ἀνακοίνωση τῆς επιδίκου ἀποφάσεως.
Τήν 2α Αυγούστου, ἡ ἀπόφαση αυτή κατέστη γνωστή στό κοινό λόγω τῆς κυκλοφορίας, κατά τήν ήμερα αυτή, τοῦ φύλλου τῶν «Informations administratives» («Διοικητικές Πληροφορίες») πού περιείχε τό νέο ὀργανόγραμμα τῆς γενικής διευθύνσεως, τό όποιο ἀπεφασίσθη τήν 17η 'Ιουλίου. Τήν 21η ἰδιου μηνός, ὁ Günther Arning έστειλε υπηρεσιακό σημείωμα σ' ένα μέλος τοῦ γραφείου τοῦ Vredeling, μέλος τῆς 'Επιτροπής επιφορτισμένου μέ τίς κοινωνικές υποθέσεις, για νά τοῦ ζητήσει τους λόγους τῆς ἀποφάσεως πού ελήφθη σχετικά μέ αυτόν. Τό σημείωμα αυτό έμεινε χωρίς ἀπάντηση ως τήν 23η 'Οκτωβρίου. Ἐν τῶ μεταξύ, τήν 3η Σεπτεμβρίου, ὁ προσφεύγων ἀνέλαβε τά νέα τοῦ καθήκοντα, καί τήν 26η ιδίου μηνός, ἠδυνήθη νά έχει μία συνέντευξη μέ τόν γενικό διευθυντή του.
Μόλις τήν 25η Σεπτεμβρίου τοῦ ἀπεστάλη ή επίσημη ανακοίνωση περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως του, τήν ὁποία παρέλαβε τήν 1η 'Οκτωβρίου. Τήν 25η 'Οκτωβρίου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπέβαλε προσηκόντως διοικητική ένσταση, πού ἐπρωτοκολλήθη τέσσερις ήμερες ἀργότερα στην γενική γραμματεία τῆς 'Επιτροπής. Κατόπιν τῆς ελλείψεως ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τῆς 'Επιτροπής, πού επέχει θέση σιωπηρής ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως, ὁ προσφεύγων, μετά τήν εκπνοή τῆς προβλεπομένης ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τετραμήνου προθεσμίας, ἤσκησε τήν παρούσα προσφυγή, ἡ ὁποία ἐπρωτοκολλήθη στην γραμματεία τήν 23η Μαΐου 1980. Δύο ημέρες προηγουμένως εἶχε ληφθεί ρητή ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ἐνστάσεως του.
II —
Ό Günther Arning προβάλλει, κατ' ἀρχήν, τήν παράβαση τοῦ ἄρθρου 25 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού ὁρίζει:
«Κάθε ἀτομική ἀπόφαση πού λαμβάνεται κατ' εφαρμογή τοῦ ... κανονισμού πρέπει νά κοινοποιείται εγγράφως στόν ενδιαφερόμενο. Κάθε ἀπόφαση σέ βάρος υπαλλήλου πρέπει νά εἶναι αιτιολογημένη.»
Θεωρεί ὅτι οὔτε ἡ ἀξίωση έγγραφου καί ἀμεσου κοινοποιήσεως οὔτε ἡ ἀξίωση αιτιολογήσεως έγιναν σεβαστές ἐν προκειμένω.
α)
Ἐπί τοῦ πρώτου σημείου, εἶναι δεδομένο ὅτι ἡ ἀπόφαση περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως τοῦ προσφεύγοντος, ἡ όποια είναι σαφώς ἀτομική ἀπόφαση, ελήφθη τήν 17η 'Ιουλίου 1979 καί ὁ ἀποδέκτης τῆς δέν έλαβε τήν γραπτή κοινοποίηση πού προβλέπεται ἀπό τό κείμενο παρά τήν 1η 'Οκτωβρίου, δηλαδή δυόμιση μήνες μετά τήν λήψη τῆς καί σχεδόν έναν μήνα μετά τήν παραγωγή τῶν ἀποτελεσμάτων της. 'Εκ πρώτης ὄψεως, ἡ προσέγγιση τῶν δύορισμό αυτών ἡμερομηνιών πρέπει νά ἀρκεί γιά τήν διαπίστωση τῆς επικαλουμένης παραβάσεως.
Ἀλλά, κατά τήν 'Επιτροπή, δέν ἀρκεῖ αυτό. Θεωρεί ὅτι δέν πρέπει νά παραβλεφθεί ὅτι ή επίδικη ἀπόφαση τοποθετείται μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀναδιοργανώσεως ὁλοκλήρου τῆς γενικής διευθύνσεως. Σέ παρόμοια περίπτωση ἡ συλλογική δημοσίευση τῶν μεταβολών τοποθετήσεως πού προκύπτουν ἀπό τήν ἀναδιοργάνωση ὑπό τήν μορφή καταχωρήσεως τοῦ νέου ὀργανογράμματος τῆς γενικῆς διευθύνσεως γιά τήν ὁποία πρόκειται στίς «Διοικητικές Πληροφορίες», εἶναι ἀρκετή. Ή 'Επιτροπή υπογραμμίζει ὅτι ἡ δημοσίευση αυτή ἔγίνε τήν 2α Αυγούστου 1979, δηλαδή εντός ἐξαιρετικά σύντομης προθεσμίας μετά τήν ἀπόφαση τῆς 17ης'Ιουλίου.
Δέν νομίζω ὅτι δύναμαι νά ταχθώ μέ τήν άποψη αυτή. Θεωρώ ὅτι τό κείμενο τοῦ άρθρου 25 παράγραφος 2, πού ἀπαιτεί κοινοποίηση, πράξη ἐκ φύσεως ἀτομική, δέν είναι καθόλου διφορούμενο. Συνεπώς, είναι δύσκολο νά ἀποδεχθώ τήν εισήγηση τῆς 'Επιτροπής (πρβλ. τήν νομολογία σας: 14 Δεκεμβρίου 1962, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes e. a. κατά Συμβουλίου, υποθέσεις 16 καί 17/62 Rec. σ. 9179 'Οκτωβρίου 1974, Campogrande e. a. κατά 'Επιτροπής, υποθέσεις 112, 144 καί 145/73, Rec. σ. 983, σκέψη 67). 'Ακολουθώντας τήν ἴδια σειρά σκέψεων, φρονώ ἐπί πλέον ὅτι ἡ υιοθέτηση τῆς ἑρμηνείας τῆς Ἐπιτροπῆς θά Ισοδυναμούσε μέ τήν στέρηση ἀπό τήν ἔννοιά του τόν κανόνα, τόν όποιο τό κείμενο αυτό εκφράζει σαφώς: ὁ κανόνας αυτός θά παρέμενε έτσι νεκρό γράμμα (4 Φεβρουαρίου 1970, Van Eick κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 13/69, Rec. σ. 11, σκέψη 5).
Ἄν μοῦ ἀντετάσσετο ὅτι ἡ τήρηση τοῦ κανόνα δέν εἶναι πρακτικώς δυνατή, θά ἀπαντούσα — μεταθέντοντας στό θέμα τῶν μεταβολών τοποθετήσεως καί τῶν μεταθέσεων τίς ἀντιλήψεις πού εξέφρασε ὁ γενικός εἰσαγγε-λεύς Capotorti, στόν τομέα τῶν εξωτερικών διαγωνισμών, μέ τίς προτάσεις του τῆς 16ης Νοεμβρίου 1978 (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 4, 19 καί 28/78, Salerno, Authie καί Massangioli, Rec. 1978, σ. 2426) — ὅτι οἱ υπάλληλοι δέν πρέπει νά υφίστανται τίς ἀρνητικές συνέπειες πού συνδέονται μέ τό μέγεθος τῆς ἀναδιοργανώσεως μιας γενικῆς διευθύνσεως καί ὅτι ή ἀρχή, ἡ ὁποία προβαίνει στην ἀναδιοργάνωση τῶν ὑπηρεσιών της, ἔχει καθήκον νά προπαρασκευάζεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε νά δύναται νά εκτελεί τό έργο της, σεβόμενη πλήρως τους κανόνες πού τῆς επιβάλλονται, ἀκόμα καί ἄν ἡ ἀναδιοργάνωση αυτή συνεπάγεται πολυάριθμες μεταβολές τοποθετήσεως.
Ή 'Επιτροπή προέβαλε ἀκόμη μία δεύτερη δικαιολογία, ὅτι, γιά νά εκτιμηθεί ἡ νομιμότης μιᾶς αποφάσεως ὡς πρός τους ὅρους κοινοποιήσεως τῆς εγγράφως καί ἀμέσως, πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ελήφθη. Δεδομένου ὅτι τό επιχείρημα αυτό στην υπεράσπιση τῆς 'Επιτροπής εἶναι κοινό καί γιά τά δύο σκέλη τοῦ λόγου ἀκυρώσεως προτιμώ νά εκφέρω γνώμη ἐπ' αυτού κατά τήν εξέταση τοῦ δευτέρου σκέλους, πού άφορᾶ τήν έλλειψη πρόσφορης αιτιολογίας.
β)
'Αντιθέτως, θεωρώ ὅτι ὁ Günther Arning δέν έχει συμφέρον νά επικαλεσθεί τήν παράβαση τοῦ κανόνος τῆς έγγράφου καί ἀμεσου κοινοποιήσεως ἄν, πράγματι, δέν ἐβλάβη ἀπό την παράβαση αύτη. Μέ παγία νομολογία, πράγματι, έχετε κρίνει ὅτι «ένας υπάλληλος πού ἀμφισβητεί την νομιμότητα διοικητικῆς πράξεως δέν δύναται νά επικαλεσθεί την ἀντικανονικότητα τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία ὡδήγησε στήν λήψη της ἀποφάσεως αυτής, έκτός ἄν δύναται νά ἀποδείξει ὅτι, ἐν ἀπουσία τῆς ἀντικανονικότητος αυτής, θά ἠδύνατο νά ευρίσκεται σέ ευνοϊκότερη κατάσταση» (προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Warner στην υπόθεση De Roubaix, 25/77, Rec. 1978, σ. 1906, πού δίνει τόν πίνακα τῶν ουσιωδῶν ἀποφάσεων, πίνακα, ὁ όποιος ἐνημερώθη μέ τίς προτάσεις τοῦ Warner στην υπόθεση Distillers, 30/78, Rec. 1980, σ. 2290). Κατά την γνώμη μου, δέν υπάρχει κανένας λόγος νά μή επεκταθεί ἡ ἀντίληψη αυτή στην μεταγενέστερη τῆς λήψεως μιᾶς ἀποφάσεως διαδικασία.
Ό προσφεύγων θά εὑρίσκετο άραγε σέ ευνοϊκότερη κατάσταση ἄν ἡ απόφαση περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως του τοῦ ἐκοινοποιεῖτο ἀμέσως; Πιστεύω ὅτι, γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό, πρέπει νά γίνει ἀναφορά στόν λόγο υπάρξεως τοῦ κανόνος ἀμεσου κοινοποιήσεως.
'Αντίθετα ἀπό ὅ,τι θά ἠδύνατο κανείς νά πιστεύει, ὁ κανόνας αὐτός δέν ἀνταποκρίνεται σέ διαδικαστική ἀνάγκη, δηλαδή τήν δυνατότητα γιά τόν υπάλληλο γιά τόν όποιο πρόκειται νά χρησιμοποιήσει τό συντομότερο τά προβλεπόμενα ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ένδικα μέσα. Πράγματι, βάσει τῆς νομολογίας σας, ή «κοινοποίηση πρός τόν ενδιαφερόμενο», μέ τήν όποια ἀρχίζει νά τρέχει ἡ προθεσμία ἀσκήσεως τῆς διοικητικής προσφυγής (ἄρθρο 90 παράγραφος 2), πρέπει νά εννοηθεί ὡς «ή γραπτή ἀνακοίνωση πρός τόν ἐνδιαφερόμενο υπάλληλο τήν οποία επιβάλλει τό ἄρθρο 25 τοῦ κανονισμοῦ στήν περίπτωση κάθε ἀτομικής ἀποφάσεως» (27 'Ιουνίου 1973, Kuhl κατά Συμβουλίου, υπόθεση 71/72, σκέψη 3, Rec. σ. 71116 Μαρτίου 1971, Bernardi κατά Κοινοβουλίου, υπόθεση 48/70, σκέψη 18, Rec. σ. 184 ἀποφάσεις πού ἀναφέρουν τό παλαιό άρθρο 91 τοῦ κανονισμού, τό όποιο ἀφορούσε τήν προθεσμία υποβολής τῆς διοικητικής ενστάσεως).
Συνεπώς, ἄν ἡ ἀτομική ἀνακοίνωση ἀποφάσεως εἶναι εκπρόθεσμη, αυτό δέν δύναται νά έχει καμμιά διαδικαστική συνέπεια ἁπλώς θά μετατεθεί ἡ προθεσμία υποβολής τῆς διοικητικής ἐνστάσεως καί, ενδεχομένως, τῆς προσφυγής.
'Αλλά οἱ αξιώσεις καλής διαχειρίσεως, οἱ όποιες συνεπάγονται ὅτι ὁ ἀποδέκτης πρέπει νά εἶναι ὁ πρώτος πού λαμβάνει γνώση τῆς ἀποφάσεως, καθώς καί ἡ πλέον στοιχειώδης ἀβροφροσύνη, πού δέν δύναται νά ἀπουσιάζει ἀπό τίς σχέσεις μεταξύ μιᾶς διοικήσεως καί τῶν υπαλλήλων της (βλέπετε, ὡς πρός τό θέμα αυτό, τήν ἀπόφαση τοῦ 1ου τμήματος τῆς 21ης Μαΐου 1981, Kindermann κατά 'Επιτροπής, σκέψη 21), μοῦ φαίνονται δικαιολογίες ικανές γιά νά επιτρέπουν τήν ἐπιβολή κυρώσεων ἐν περιπτώσει μή τηρήσεως τῆς ἀξιώσεως αυτής.
Όσον άφορᾶ τήν υποχρέωση έγγράφου ἀνακοινώσεως, μόνη αυτή παρέχει στόν ενδιαφερόμενο υπάλληλο τήν βεβαιότητα ὅτι ελήφθη ἀπόφαση ως πρός αυτόν, ἐνῶ διαφορετικά δυνατόν νά μή πρόκειται παρά περί φήμης. 'Επί πλέον τοῦ επιτρέπει — καί αυτό δέν εἶναι λιγότερο σπουδαίο — νά γνωρίσει τό ακριβές περιεχόμενο τῆς ἀποφάσεως. Πρόκειται λοιπόν γιά ιδιαιτέρως θεμελιώδη ὅρο.
III —
Ἐν πάση περιπτώσει, ὁ ὅρος τῆς έγγράφου διατυπώσεως μιᾶς ἀτομικής ἀποφάσεως, ἄν καί εἶναι ἀναγκαίος δέν ἐπαρκεί, δεδομένου ὅτι ἡ τελευταία φράση τῆς δευτέρας παραγράφου ἀπαιτεί, ἐπιπροσθέτως, μιά τέτοια απόφαση νά εἶναι αιτιολογημένη. Όμως, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι δέν συμβαίνει κάτι τέτοιο μέ τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση.
Γιά νά εκτιμηθεί ἄν ὁ ὅρος αυτός πληροῦται, πρέπει νά γίνει ἀναφορά στην έγγραφη, ἀπό 25ης Σεπτεμβρίου 1979, κοινοποίηση τῆς 17ης 'Ιουλίου, πού εἶναι εσωτερικό έγγραφο, τῆς οποίας ἡ αιτιολογική έκθεση δέν εἶναι κανονικά γνωστή στους ενδιαφερομένους υπαλλήλους. Καί ἡ κοινοποίηση αυτή έχει ὡς μόνη εξήγηση ὅτι ή 'Επιτροπή έλαβε τήν ἀπόφαση ὡς πρός τόν Günther Arning «στό πλαίσιο τῶν μέτρων ἀναδιοργανώσεως τῆς γενικής διευθύνσεως V “Ἀπασχολήσεως καί Κοινωνικῶν Υποθέσεων”».
α)
Ό Arning θεωρεί ὅτι ἡ ἀναφορά αυτή δέν τοῦ επιτρέπει νά γνωρίζει ἀκριβώς γιατί ή 'Επιτροπή τοῦ ἀνέθεσε, αντί τῶν καθηκόντων τοῦ διευθυντού τοῦ τμήματος «'Ασφάλεια εργασίας», τά καθήκοντα συμβούλου τῆς διευθύνσεως «Ὑγεία καί ἀσφάλεια». Θεωρεί ὅτι μόνη μία συγκεκριμένη αιτιολογία, προσαρμοσμένη στην ιδιαίτερη κατάσταση του, ἀνταποκρίνεται στίς αξιώσεις τοῦ ἄρθρου 25 παράγραφος 2, διότι μόνο μία αιτιολογία τοῦ τύπου αυτού θά παρεῖχε τό μέσο «νά εκτιμηθεί ἄν ἡ απόφαση φέρει τό στίγμα ελαττώματος επιτρέποντος νά ἀμφισβητηθεί ἡ νομιμότης καί νά καταστεί δυνατός ὁ δικαστικός έλεγχος» (28 Μαΐου 1980, Kuhner κατά Ἐπιτροπής, αιτιολογία 15, Rec. σ. 1695).
Γιά τήν υπεράσπιση της, ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρει τήν νομολογία σας στό θέμα τῆς αἰτιολογίας τῶν ἀποφάσεων μεταθέσεως καί μεταβολής τοποθετήσεως, ιδιαιτέρως τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση σας Kuhner ή ὁποία εκφράζει τήν τελευταία νομολογιακή άποψη. Στην ἀπόφαση αυτή, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι, «προκειμένου γιά μέτρο πού υποχρεωτικά συνδέεται μέ τήν ὀργάνωση τῆς υπηρεσίας καί πρός τό συμφέρον αυτής, ὡς πρός τό όποιο ἡ αρμοδία ἀρχή πρέπει ἀναγκαίως νά ἀπολαύει ευρείας εξουσίας ἐκτιμήσεως» (σκέψη 17), «ή υποχρέωση αἰτιολογίας πρέπει νά συσχετισθεί μέ τό περιθώριο τῆς διακριτικής εξουσίας, τῆς ὁποίας ἀπολαύει ἐπί τοῦ θέματος ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, καθώς καί μέ τόν περιθωριακό χαρακτήρα τῶν μειονεκτημάτων πού δύναται νά εμφανίσει τό μέτρο αυτό γιά τόν ενδιαφερόμενο υπάλληλο» (σκέψη 14).
Μολονότι δέχομαι πλήρως τήν γνώμη αὐτή ὅσον άφορᾶ τήν έκταση τῆς διακριτικής εξουσίας, τῆς ὁποίας πρέπει νά ἀπολαύει ή διοίκηση ἐπί θεμάτων ἀναδιοργανώσεως των υπηρεσιών της, ἀντιθέτως, τείνω νά πιστέψω ὅτι, ὅσον άφορᾶ τόν περιθωριακό χαρακτήρα τῶν μειονεκτημάτων ἐκ τῆς μεταβολής τοποθετήσεως, ἡ εκτίμηση αὐτη δέν φαίνεται ἀπολύτως ἀναμφισβήτητη παρά μόνο ἐπί τοῦ υλικού επιπέδου καί όχι ἐπί τοῦ επιπέδου τοῦ ενδιαφέροντος καί τῆς ἀξίας τῶν νέων καθηκόντων, ήτοι τῆς εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας τοῦ υπαλλήλου, γιά τόν όποιο πρόκειται ούτε, ἰδίως, ἐπί τοῦ επιπέδου τῶν προϋποθέσεων ὑπό τίς ὁποιες λαμβάνεται παρόμοιο μέτρο, πού δέν δύναται νά εἶναι πάντοτε ἀντικειμενικά ἀνεπίληπτες.
'Επιπροσθέτως, ἀκόμα καί ἄν γίνει δεκτό ὅτι μία αιτιολογία δύναται νά εἶναι συνοπτική, πρέπει, ἐν πάση περιπτώσει, νά είναι ἀρκετά ἀκριβής γιά νά επιτρέπει τόν έλεγχο τοῦ ἐνδιαφερομένου υπαλλήλου, καί περαιτέρω, ενδεχομένως, τόν έλεγχο τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως τό αναφέρει ἡ 'ίδια ή ἀπόφαση Kuhner (σκέψη 15, ἀνωτέρω), (βλ. επίσης τήν ἀπόφαση σας τῆς 15ης 'Ιουλίου 1960, von Lachmüller Ε.Α. κατά 'Επιτροπής, συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις 43, 45 καί 48/59, Rec. σ. 956). Δέν μᾶς φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ ἁπλή ἀναφορά στην ἀναδιοργάνωση μιας γενικῆς διευθύνσεως πληροῖ τόν ελάχιστο αυτό ὅρο.
β)
Είναι ἀληθές ὅτι, σύμφωνα μέ την παγία νομολογία σας, ὁ έλεγχος τῆς αιτιολογίας πρέπει νά ἀσκείται λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὄχι μόνο τό έγγραφο μέ τό όποιο ἡ επίδικη ἀπόφαση ἀνακοινοῦται, άλλά λαμβάνοντας επίσης ὑπ' ὄψη τίς περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ελήφθη καί ἐγνωστοποιήθη στον ενδιαφερόμενο, καθώς καί τά υπηρεσιακά σημειώματα καί άλλες ἀνακοινώσεις πού ἀποτελούν τό υπόβαθρο της, ὑπό τόν ὅρο ὅτι πληροφορούν σαφώς τόν ενδιαφερόμενο γιά τους λόγους καί την βάση τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως (ἀπόφαση Kuhner, ἀνωτέρω, σκέψη 15, Rec. σ. 1695, βλ. επίσης τίς ἀποφάσεις τῆς 14ης 'Ιουλίου 1977, Geist κατά 'Επιτροπῆς, υπόθεση 61/76, σκέψη 23, Rec. σ. 1432, καί τῆς 12ης 'Οκτωβρίου 1978, Ditterich κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 86/77, σκέψη 40, Rec. σ. 1867).
Ἐνῶ στην υπόθεση Kuhner, ἡ εφαρμογή των ἀρχῶν αυτῶν σας οδήγησε νά κρίνετε τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση ἀρκούντως αιτιολογημένη, οἱ πραγματικές περιστάσεις τῆς παρούσης υποθέσεως μᾶς ὁδηγοῦν στην ἀντίθετη λύση. Κατ' ἀρχήν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν Kuhner, ὁ προσφεύγων δέν «εἶχε σέ πολλές περιπτώσεις τήν ευκαιρία νά λάβει γνώση τῶν αἰτιῶν ... τῆς σχεδιαζομενης εξαφανίσεως τῆς ειδικῆς υπηρεσίας πού διηύθυνε» (ἀπόφαση Kuhner, Rec. σ. 1685) ἐφ' ὅσον μόνο κατά τήν συνδιάλεξη του μέ τόν Δρα Recht ἐπληροφορήθη τήν ἀπόφαση περί μεταβολῆς τῆς τοποθετήσεως του καί τοῦ εδόθη μία πρώτη αιτιολογία της ἀποφάσεως αυτής.
'Ακολούθως, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι συνέβη μέ τήν ἀναδιοργάνωση τῆς στατιστικῆς υπηρεσίας, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν μεταβολή τοποθετήσεως τοῦ Kuhner (Rec. σ. 1685), οἱ αιτιολογίες τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως δέν φαίνονται στό πρακτικό της συνεδριάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 17ης 'Ιουλίου 1979, τό όποιο μόνο ὁρίζει:
«Εκρίθη περισσότερο ὀρθολογιστικό, ὅλα τά σχετικά μέ τήν ἀσφάλεια προβλήματα νά συγκεντρωθούν σέ μία υπηρεσία, ή ὁποία νά ἀνατεθεί στον Lemoine.»
Τέλος, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν Kuhner, ὁ όποιος στην διοικητική του ένσταση ἀνεφέρετο στό πρακτικό τῆς συνεδριάσεως της 'Επιτροπῆς, κατά τήν ὁποία ἀπεφασίσθη ή ἀναδιοργάνωση τῆς στατιστικῆς υπηρεσίας (Rec. σ. 1685 καί σκέψη 16, σ. 1695-1696), δέν προκύπτει ἀπό τήν δικογραφία ὅτι ὁ Günther Arning έλαβε γνώση τοῦ έγγράφου αὐτοῦ πρό τῆς προσκομίσεως του ἀπό τήν 'Επιτροπή, ὡς παράρτημα τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως της.
Είναι ἀληθές ὅτι, κατά τήν 'Επιτροπή, ὁ προσφεύγων δέν ἠδύνατο νά εκπλαγεί ἀπό τό ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς γενικῆς διευθύνσεως ἀπασχολήσεως καί κοινωνικῶν υποθέσεων θά συνεπήγετο τήν μεταβολή τοποθετήσεως του. Πράγματι, ὅπως ὅλοι οἱ υπεύθυνοι τῆς διευθύνσεως «Υγεία καί ἀσφάλεια», εἶχε συνεργασθεί στην κατάρτιση τοῦ προγράμματος δράσεως τῶν Κοινοτήτων στό θέμα υγείας καί ἀσφαλείας στους χώρους εργασίας, περί τοῦ οποίου ή ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978. Όμως τονίζοντας τήν τεχνική πλευρά τῶν προβλημάτων αυτών, τό πρόγραμμα αυτό έπρεπε ἀναγκαστικά νά καταλήξει στην ἀντικατάσταση τοῦ προσφεύγοντος ἀπό έναν μηχανικό ἐπί κεφαλής τοῦ τμήματος του, πρᾶγμα γιά τό όποιο ὁ Günther Arning δεν ἠδύνατο νά ἀμφιβάλλει. Ή πεποίθηση του έπρεπε νά εἶναι ἀκόμα μεγαλύτερη, καθ' ὅσον τό τμήμα του ἦτο μία μικρή μονάδα καί ἦτο πασίγνωστο ὅτι ή 'Επιτροπή, προκαταλαμβάνοντας κατά κάποιο τρόπο κατά μερικούς μήνες τά συμπεράσματα τῆς εκθέσεως Spierenburg, καί μέ σκοπό την ὀρθολογιστική διοικητική ὀργάνωση, κατέβαλλε προσπάθειες νά εξαλείψει τά πολύ μικρά τμήματα συγχωνεύοντας τα μέ άλλα τοῦ ἰδίου μεγέθους ή ενσωματώνοντας τα σέ σπουδαιότερες μονάδες.
Ό προσφεύγων ἀντιτείνει σέ αυτό ὅτι οἱ συζητήσεις πού ἀναφέρονται ἀπό τήν 'Επιτροπή ἀφορούσαν κυρίως τό τμήμα «Ἰατρική καί υγιεινή τῆς εργασίας» καί ιδιαίτερα τό ὑποτμήμα τῆς «Τοξικολογία βιολογία καί παρακολούθηση τῶν ἀποτε: λεσμάτων ἐπί τῆς υγείας» καί ὄχι τόν ιδιαίτερο τομέα τῆς ωσφαλείας τῆς εργασίας. Προσθέτει ὅτι ουδέποτε, κατά τήν διάρκεια των συζητήσεων αὐτῶν, ετέθη ζήτημα προβλημάτων δομής καί προσώπων.
Ἄν υποτεθεί ὅτι ἡ επιχειρηματολογία τῆς 'Επιτροπής — πού ἀπαιτεί ψυχολογική ἔρευνα, τῆς ὁποίας τά αποτελέσματα είναι ἀβέβαια — εἶναι παραδεκτή, ἀντλώ ἀπό τήν συζήτηση αύτη τήν πεποίθηση ὅτι υφίσταται ἀμφιβολία ὡς πρός τό ἄν ὁ Günther Arning έπρεπε, κατ' ἀνάγκην νά γνωρίζει ἐνδομύχως ὅτι ἡ μελετωμένη ἀναδιοργάνωση θά συνεπήγετο τήν κατάργηση τοῦ τμήματος πού διηύθυνε. 'Αν επιτρέπεται ἀμφιβολία ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, πρέπει νά επιτρέπεται ἀκόμα περισότερο ὡς προς τό ἄν ὁ προσφεύγων ὤφειλε κατ' ἀνάγκην νά σκεφθεί ὅτι, κατόπιν τῆς καταργήσεως αυτής, θά διωρίζετο σύμβουλος παρά τή διευθύνσει, πράγμα πού ἀποτελεί τό ἀκριβές ἀντικείμενο τῆς επιδίκου ἀποφάσεως. Κατά τήν γνώμη μας, καί βάσει τῆς ἐπί τοῦ θέματος αυτού νομολογίας — περιοριστικής — τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ἀμφιβολία αυτή πρέπει νά εἶναι πρός ὄφελος τοῦ προσφεύγοντος. 'Ακόμα καί ἄν ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ἡ ἀπόφαση ελήφθη καί ἐγνωστοποιήθη στόν προσφεύγοντα, δέν πιστεύω ὅτι δύναται νά λεχθεί ὅτι ὁ προσφεύγων ἑπληροφορήθη σαφώς τους λόγους καί τό έρεισμα τῆς ἀποφάσεως αυτής.
IV —
Κατά τόν Günther Arning, ἡ ἀπόφαση περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως του εἶναι άκυρη καί γιά έναν δεύτερο λόγο, διότι ἡ Ἐπιτροπή, κατά τήν λήψη της, παρέβη τό καθήκον μέριμνας (Fürsorgepflicht) πού τῆς επιβάλλεται έναντι τῶν υπαλλήλων της.
Κατά τήν ἀπόφαση Kuhner, τό καθήκον μέριμνας (Fürsorgepflicht) ὡρίσθη ὡς «ή υποχρέωση ... σύμφωνα μέ τήν ὁποία, στά μέτρα πού θεσπίζει, ἡ ἀρχή πρέπει νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη ὄχι μόνο τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, ἀλλ' ἐπίσης καί τό συμφέρον τοῦ υπαλλήλου νά μή ζημιωθεί στην σταδιοδρομία του» (σκέψη 18). Ή ἀπόφαση Kuhner διαλαμβάνει ἀκόμα ὅτι «ή έννοια αυτή, μολονότι δέν ἀναφέρεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, προβάλλει τήν ισορροπία τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων πού ἐδημιούργησε ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στίς σχέσεις μεταξύ τῆς δημοσίας ἀρχής καί τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας υπηρεσίας» (σκέψη 22). Πιό συγκεκριμένα, «ή ισορροπία αυτή συνεπάγεται κυρίως ὅτι, ὅταν ἡ ἀρχή ἀποφαίνεται περί τῆς καταστάσεως ἑνός ὑπαλλήλου, ἐν προκειμένω περί τῆς τοποθετήσεως του σέ μία ὁρισμένη θέση, λαμβάνεται ὑπ' ὄψη τό σύνολο τῶν στοιχείων, τά όποια είναι ικανά νά καθορίσουν τήν ἀπόφαση τῆς καί ὅτι, ἐνεργώντας κατ' αυτόν τόν τρόπο, λαμβάνει ὑπ' ὄψη ὄχι μόνο τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, άλλά καί τό συμφέρον τοῦ υπαλλήλου γιά τόν όποιο πρόκειται» (σκέψη 22).
Ὁ προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέβη τό καθήκον μερίμνης πού τῆς ἐπε-βάλλετο έναντι του, μή λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη, ὅταν ἀπεφάσισε νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τά καθήκοντά του ὡς διευθυντού τοῦ τμήματος «'Ασφάλεια εργασίας», ούτε τήν μεγάλη του πείρα στην ειδικότητα του ούτε τίς Ικανότητες του στόν σχετικό τομέα, επιβεβαιωμένες ἀπό τίς εκθέσεις βαθμολογήσεως, ώστε ἡ ἀπόφαση αύτη θίγει τήν επαγγελματική του τιμή καί υπόληψη.
Κατά τήν γνώμη μου, οἱ επικρίσεις αυτές δέν συνιστοῦν παραβάσεις τοῦ καθήκοντος μερίμνης, ὅπως τό έχετε ὁρίσει. Κατά πρώτο λόγο, εἶναι σαφές ὅτι δέν εναπόκειται στό Δικαστήριο νά υποκατασταθεί στην διοίκηση, ἀποφαινόμενο ἐπί τῆς σκο-πιμότητος μιᾶς ἀποφάσεως περί μεταβολής τοποθετήσεως, ὅπως σᾶς καλούν νά τό πράξετε τά επιχειρήματα τοῦ προσφεύγοντος (κατά τήν έννοια αυτή βλέπετε τίς προτάσεις τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως Reischl στην υπόθεση Geist κατά 'Επιτροπῆς, ἀριθ. 61/76, Rec. 1977, σ. 1441, πού υπενθυμίζει μέ τίς προτάσεις του στην υπόθεση Kindermann κατά 'Επιτροπής, ἀριθ. 60/80).
Κατά τά λοιπά, δέν ἀντιλαμβάνομαι γιατί ή μετακίνηση ἀπό τήν θέση διευθυντοῦ τμήματος σέ θέση συμβούλου θίγει τήν τιμή καί τήν υπόληψη τοῦ υπαλλήλου, πού είναι ἀντικείμενο τῆς μεταβολής, ὑπό τόν ὅρο, τουλάχιστον, ἡ μετακίνηση αύτη νά διενεργείται κατά τρόπο ἀπολύτως κανονικό.
V —
Προβάλλοντας ἕναν τρίτο καί τελευταίο λόγο, ὁ Günther Arning προσάπτει στην 'Επιτροπή ὅτι μετέβαλε τήν τοποθέτηση του χωρίς νά ζητήσει προηγουμένως τήν γνώμη του. Στην προσφυγή του, ἐθεώρησε τήν παράλειψη αυτή ἀντίθετη πρός τό δικαίωμα τῆς υπερασπίσεως, άλλά μετά τήν ἀπόφαση Kuhner, τήν ἐχαρα-κτήρισε ὡς παραβίαση τῆς ἀρχῆς της χρηστής διοικήσεως.
α)
Μέ τήν απόφαση Kuhner, πράγματι, εξετάζοντας έναν παρόμοιο λόγο, έκρίνατε:
«Έν προκειμένω, δέν δύναται νά γίνει λόγος περί «δικαιώματος τῆς υπερασπίσεως», άλλα μόνο περί γενικής αρχής χρηστής διοικήσεως, κατά τήν οποία, έκτος σοβαρής αίτιας, μιία διοίκηση πού ευρίσκεται στην ανάγκη νά λάβει ακόμα καί κατά νόμιμο τρόπο μέτρα, τά όποια ζημιώνουν σοβαρώς τους ενδιαφερομένους, πρέπει νά τους επιτρέπει νά κάνουν γνωστή τήν άποψη τους. Ή φύση τῆς προσβαλλομένης αποφάσεως, ἡ οποία διατηρεί υπέρ τοο προσφεύγοντος ολα τά πλεονεκτήματα τοο βαθμού του καί τῆς θέσεως του — τύπου, δέν καθίστα αναγκαία τήν τήρηση άλλων τυπικών διατυπώσεων έκτος αυτών πού προβλέπει τό άρθρο 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, γιά τήν προστασία τῶν συμφερόντων τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιπού προσωπικού καί στίς όποιες προστίθεται, ἄν υπάρξει ανάγκη, ὁ δικαστικός έλεγχος τοῦ Δικαστηρίου» (σκέψη 25, Rec. σ. 1698).
'Από τήν σκέψη αυτή προκύπτει ὅτι εἰσά-γετε μία διάκριση μεταξύ τῶν μέτρων πού ζημιώνουν σοβαρά έναν υπάλληλο καί τῶν άλλων. Προκειμένου περί τῶν πρώτων, ἀκόμα καί ἄν λαμβάνονται νομίμως, ή διοίκηση εἶναι υποχρεωμένη νά επιτρέπει στους ενδιαφερομένους νά κάνουν γνωστή τήν άποψη τους. 'Αντιθέτως, οἱ άλλες πράξεις, οἱ όποιες προξενούν βλάβη, δύνανται νά λαμβάνονται νομίμως χωρίς προηγουμένη διαβούλευση. Στην περίπτωση, ἑπομένως, κατά τήν ὁποία οι προϊστάμενοι του δέν τόν πληροφορήσουν γιά τήν ἀπόφαση πού προετοιμάζεται έναντι του, ὁ ενδιαφερόμενος, ἀκόμα καί ἄν — σέ περίπτωση πού έλαβε γνώση — δικαιολογημένως ἐθεώρει ὅτι ἡ προετοιμαζόμενη ἀπόφαση εἶναι παράνομη, δέν δύναται νά εκθέσει τήν άποψη του πρό τῆς εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Γιά νά μεταβάλει την θέση τῆς διοικήσεως, δέν θά δυνηθεί νά ενεργήσει παρά a posteriori υποβάλλοντας στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή τήν προσήκουσα διοικητική ένσταση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. 'Εν περιπτώσει ἀποτυχίας, δέν ἀπομένει παρά νά καταθέσει δικαστική προσφυγή.
β)
Πραγματικά, ἡ διάκριση, στην ὁποία στηρίζεται τό διαφορετικό αυτό σύστημα, δέν εἶναι υπεράνω πάσης κριτικής.
'Οπως τό ἐτόνιζε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Mayras μέ τίς προτάσεις του στην υπόθεση Kuhner, ορισμένα Κράτη μέλη — μέ εξαίρεση τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί τήν Ἰρλανδία πού δέν έχουν διοικητικό δίκαιο κατά τήν έννοια ἡ ὁποία τοῦ δίδεται στην ηπειρωτική Εὐρώπη — «έχουν προβλέψει διαδικασίες, οἱ όποιες επιτρέπουν στόν υπάλληλο νά εκφράσει τήν άποψη του εἴτε αυτοπροσώπως εἴτε μέσω τῶν ἀντιπροσώπων του» (Rec. 1980, σ. 1710). Αυτό συμβαίνει, ἀνέφερε ὁ Mayras, στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, τίς Κάτω Χῶρες, τό Λουξεμβοῦργο καί τήν Γαλλία. Ὡς πρός τό γαλλικό δίκαιο, ἄς μοῦ επιτραπεί νά προσθέσω στην ἀναφερθείσα ἀπό τόν προκάτοχο μας νομολογία τήν ἀπόφαση Rondeau τῆς ὁλομελείας τοῦ Conseil d'État (Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας) τῆς 4ης Μαρτίου 1977, Rondeau (Gazette du Palais 1978, νομολογία σσ. 247-249, σημείωση Moderne), ἡ ὁποία επεκτείνει τήν υποχρέωση νά ζητηθεί ἡ γνώμη τῆς διμερούς διοικητικής ἐπιτροπής στίς μεταθέσεις υπαλλήλων, πού δέν υπόκεινται στόν γενικό κώδικα περί δημοσίων υπαλλήλων, ὅταν συνεπάγονται «πολύ αισθητή ἀπώλεια εὐθυνῶν στην νέα θέση ἐν σχέσει μέ τήν παλαιά».
Νομίζω ὅτι, στίς σχέσεις μεταξύ τῶν διοικήσεων τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος καί των υπαλλήλων τους, ἡ προηγουμένη τῆς μεταθέσεως ἡ τῆς μεταβολής τοποθετήσεως αἴτηση τῆς γνώμης τους ἀποτελεί επίσης μία αναγκαιότητα, πού ἡ παρούσα υπόθεση δίνει τήν εὐκαιρία νά κυρωθεῖ νομικώς. 'Οπως καί άλλους υπαλλήλους, οἱ όποιοι κατέθεσαν προηγουμένως προσφυγές κατά παρομοίων ἀποφάσεων, ένα ἀπό τά σημεία πού έθιξε περισσότερο τόν Günther Arning εἶναι ἀκριβώς ὅτι οἱ ἱεραρχικῶς ἀνώτεροι του δέν συνεζήτησαν μαζί του γιά τήν υπηρεσιακή του κατάσταση, στό πλαίσιο τῆς μελετωμένης ἀναδιοργανώσεως τῆς υπηρεσίας στην ὁποία ἀνῆκε. Αυτό προκύπτει ἀρκούντως ἀπό τό υπηρεσιακό του σημείωμα τῆς 21ης Αυγούστου 1979, ὅπού ἐκτέθεται, χωρίς αὐτό νά ἀμφισβητείται, ὅτι κατά τήν διάρκεια τῆς συνδιαλέξεώς του τῆς 31ης 'Ιουλίου μέ τόν Δρα Recht τόν ἠρώτησε ἄν δέν θά ήταν ὀρθότερο νά συζητήσει μαζί του γιά τήν υπηρεσιακή του κατάσταση, πρίν ληφθεί ἡ επίδικη ἀπόφαση. 'Ομοίως, στην διοικητική του ένσταση τῆς 26ης 'Οκτωβρίου 1979 συνώψισε πολύ καλά τό ἀντικείμενο τῆς διαμάχης ὡς ἀκολούθως:
«Ἡ μέριμνα προαγωγής σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ τῆς Ἐπιτροπῆς καί τῶν υπαλλήλων της, κυρίως (nicht zuletzt ) τῶν ἀνωτέρων υπαλλήλων της, πρέπει νά εμποδίζει τήν εφαρμογή τέτοιου μέτρου χωρίς προηγούμενη συζήτηση του μέ τόν ἐνδιαφερόμενο καί χωρίς νά ἀναζητηθεί ἀπό κοινού καί — ἄν αὐτό εἶναι εφικτό — νά ἀνευρεθεῖ ικανοποιητική λύση, γιά τά δύο μέρη. Δέν δέχομαι νά θεωρούμαι ὡς πάσσαλος στό εσωτερικό διοικητικό παιγνίδι καί νά παίζω αυτόν τόν ρόλο.»
Φρονώ ἐπίσης ὅτι ἄν μεταξύ τῶν δικαιωμάτων πού ἀναμφισβήτητα έχει ἡ διοίκηση έναντι τῶν υπαλλήλων τῆς περιλαμβάνεται τό δικαίωμα ὀργανώσεως τῶν υπηρεσιών της κατά τρόπο εξυπηρετούντα τά καθήκοντα πού τῆς έχουν ἀνατεθεί, εις ἀντάλλαγμα ἡ διοίκηση 'έχει επίσης τό καθῆκον νά προσπαθήσει νά επιτύχει την συγκατάθεση τοῦ υπαλλήλου γιά τόν όποιο πρόκειται πρίν λάβει μία ἀπόφαση τόσο σπουδαία γιά τήν σταδιοδρομία του, ὅπως εἶναι ή μεταβολή τοποθετήσεως ἡ ἡ μετάθεση. Ὅπως επίσης ἀνάφερε ὁ Mayras, στίς προτάσεις του στην υπόθεση Kuhner (Rec. σ. 1711), εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ έκπληξη λόγω τῆς διαφοράς μεταξύ τῶν πολύ μελετημένων εγγυήσεων πού έχουν θεσπισθεί, πρός όφελος τῶν υπαλλήλων, ὅσον άφορᾶ τίς βαθμολογήσεις καί τίς προαγωγές τους καί τήν πλήρη έλλειψη εγγυήσεων ὅσον άφορᾶ τίς μεταθέσεις καί τίς μεταβολές τοποθετήσεως, ἐνῶ ἡ υποκειμενική καί ἀντικειμενική σπουδαιότης τῶν τελευταίων στην επαγγελματική ζωή τῶν υπαλλήλων δικαιολογεί παρόμοια διαφορά μεταχειρίσεως.
Πρέπει πάντως νά διευκρινισθεί ὅτι ή διοίκηση, ἀκόμα καί σέ περίπτωση διαφωνίας μέ τόν ὑπάλληλο, δύναται νά μεταβέλει τήν τοποθέτηση του ἄν αυτό είναι σύμφωνο πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας (24 Φεβρουαρίου 1981, Carbognani καί Coda Zabetta κατά 'Επιτροπής, συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 161 καί 162/80, σκέψη 28) άλλά τουλάχιστον ὀφείλει νά ἀκούσει προηγουμένως τίς παρατηρήσεις του. 'Από τόν διάλογο πού θά ἐγεννᾶτο μέ τήν ευκαιρία αυτή θά ἠδύναντο ενδεχομένως νά προκύψουν νέα στοιχεία, άγνωστα ως τότε στην διοίκηση, ἱκανά νά τήν ὁδηγήσουν νά μεταβάλει τήν ἀπόφαση τῆς ὁποίας ἀντιμετώμιζε τήν λήψη. 'Αλλά, ἀκόμα καί στην ἀρνητική περίπτωση, νομίζω ὅτι ἡ υποχρέωση προηγουμένης πληροφορήσεως εἶναι ικανή νά βελτιώσει τήν ποιότητα τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς διοικήσεως καί τῶν υπαλλήλων της, οἱ όποιες πρέπει νά εἶναι σχέσεις εμπιστοσύνης, ὅπως τό ἐτόνιζε προσφάτως ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Reischl (προτάσεις τῆς 19ης Μαρτίου 1981, στην υπόθεση 60/80, Kindermann κατά Ἐπιτροπής).
Ἔτσι, ενημερωμένοι ὡς πρός τίς πραγματικές αἰτιες τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων ἀντιμετωπίζετο ἡ λήψη ὡς πρός αυτούς καί χωρίς νά τίθενται πλέον ενώπιον τετελεσμένου γεγονότος, οἱ υπάλληλοι χωρίς ἀμφιβολία θά είχαν λιγότερους λόγους νά προσφεύγουν στίς προδικαστικές καί δικαστικές διαδικασίες, πού προβλέπονται ἀπό τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμού. 'Εν πάση περιπτώσει, δέν θά ήσαν υποχρεωμένοι νά προσφεύγουν στίς διαδικασίες αυτές γιά νά γνωρίσουν τό περιεχόμενο καί τήν αιτιολογία τῶν ἀποφάσεων αυτών. Μέ άλλα λόγια, ἡ ἀναγνώριση τῆς υποχρεώσεως προηγουμένης διαβουλεύσεως ἐν περιπτώσει μεταβολής τοποθετήσεως ἡ μεταθέσεως εἶναι κατά τήν γνώμη μας ικανή νά ἀποτρέπει ἀντιδικίες.
γ)
Θεωρώ ὅτι ἡ μέριμνα αυτή προλήψεως περιλαμβάνεται πλήρως στό πλαίσιο τοῦ καθήκοντος χρηστής διοικήσεως, τοῦ ὁποίου τήν ύπαρξη ὡς ἀρχής δικαίου, ελλείψει σχετικοῦ κανόνος στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ή νομολογία σας ἀνεγνώρισε σέ διάφορες υποθέσεις. Ή ἀρχή αυτή υποχρεώνει τήν διοίκηση, μεταξύ άλλων:
—
νά λαμβάνει ὅλα τά χρήσιμα μέτρα γιά νά διαπιστώνει ἄν οἱ σοβαρές κατηγορίες ὡς πρός τήν επαγγελματική εντιμότητα ἑνός υπαλλήλου κατά τήν άσκηση τῶν καθηκόντων του, οἱ όποιες διετυπώθησαν ἀπό τόν ἱεραρχικῶς προϊστάμενο του εἶναι βάσιμες (11 'Ιουλίου 1974, Guillot κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 53/72, σκέψη 3, Rec. σ. 802),
—
νά συμμορφώνεται μέ ένα υπηρεσιακό σημείωμα, εκδιδόμενο κατόπιν συμφωνίας μέ τους ἀντιπροσώπους τοῦ προσωπικοί), τό ὁποιο θεσπίζει ὁδηγίες γιά τήν διοργάνωση τῶν εσωτερικών διαγωνισμών (29 Σεπτεμβρίου 1976, Giuffrida κατά Συμβουλίου, υπόθεση 105/75, σκέψη 17, Rec. σ. 1403),
—
νά λαμβάνει κάθε προσωρινό μέτρο πού δέν εἶναι ικανό νά επηρεάσει κατά τρόπο μή ευνοϊκό την λειτουργία τῆς διοικήσεως, γιά νά επιτρέψει σέ ἕναν υπάλληλο νά υπερπηδήσει τίς προσωπικές του δυσκολίες (9 Νοεμβρίου 1978, Verhaaf κατά Ἐπιτροπῆς, υπόθεση 140/77, σκέψη 12, Rec. σ. 2124).
Τέλος, ἄν ἡ προηγουμένη πληροφόρηση τοῦ υπαλλήλου επιβάλλεται σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, πιστεύω ὅτι υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι γιά νά ἐπιβληθούν κυρώσεις γιά τήν έλλειψη τῆς στην παροῦσα υπόθεση. Οἱ λόγοι αυτοί ὀφείλονται στην μεγάλη πείρα τοῦ προσφεύγοντος στην ειδικότητα του, τήν ἀρχαιότητα του ἐπί κεφαλής τοῦ τμήματος «Ἀσφάλεια εργασίας» καί στην ἀξία του, πού επιβεβαιώνεται ἀπό τίς ἐκθέσεις βαθμολογήσεως, ὡς διευθυντοῦ τοῦ τμήματος αὐτοῦ.
Οἱ περιστάσεις αυτές, στίς όποιες πρέπει νά προστεθεί ἡ υποβίβαση τοῦ τμήματος αὐτοῦ σέ ειδικευμένη υπηρεσία παρ' ὅλη τήν επέκταση τῶν αρμοδιοτήτων της, καθιστούν ἀκόμα περισσότερο επιλήψιμη τήν επίδικη ἀπόφαση καί ἀκόμα περισσότερο κατανοητή τήν ἀντίδραση τοῦ ἀποδεκτού της.
Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές, θεωρώ ὅτι ή ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 17ης 'Ιουλίου 1979, ἡ οποία μετέβαλε τήν τοποθέτηση τοῦ Günther Arning ἀπό θέση διευθυντοῦ τοῦ τμήματος «Ἀσφάλεια εργασίας» σέ θέση συμβούλου στην διεύθυνση «Ὑγεία καί ἀσφάλεια» τῆς γενικής διευθύνσεως ἀπασχολήσεως καί κοινωνικῶν υποθέσεων, πρέπει νά ἀκυρωθεί γιά τίς έξῆς τυπικές ελλείψεις: μή τήρηση τοῦ ἄρθρου 25 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ καθ' ὅσον ἡ ἀπόφαση αύτη, ἀφ' ενός, δέν ἐκοινοποιήθη εγγράφως καί ἀμέσως στον ἀποδέκτη της καί, ἀφ' έτερου, δέν πληροί τίς ελάχιστες ωπαιτήσεις πρόσφορης αιτιολογίας παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς χρηστής διοικήσεως καθ' ὅσον δέν προηγήθη ἀκρόαση τοῦ ενδιαφερομένου.
VΙ —
'Απομένει μόνο πρός εξέταση τό βάσιμο τοῦ αιτήματος τοῦ προσφεύγοντος μέ τό όποιο σᾶς ζητεί νά καταδικάσετε τήν 'Επιτροπή νά τοῦ καταβάλει, ὡς ἀποζημίωση, μία ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα (ECU) πρός ἀποκατάσταση τῆς ηθικής ζημίας πού διατείνεται ὅτι υπέστη. Κατά τήν ἀντίληψη του, ἡ μετακίνηση ἀπό τήν θέση διευθυντοῦ τμήματος, ἐπί κεφαλής τοῦ ὁποίου ἐπί πλέον εὑρίσκετο ἀπό πολλά χρόνια, σέ θέση συμβούλου εἶναι γενεσιουργό ηθικής βλάβης λόγω προσβολής τῆς τιμής καί τῆς ὑπολήψεώς του, διότι λόγω τοῦ γεγονότος αὐτοῦ έχει καί θά μείνει εκτεθειμένος στην ἀνυποληψία. Αυτό θά ἀπεφεύγετο, κατ' αυτόν, μόνο ἄν εἶχε θέσει υποψηφιότητα γιά μία θέση συμβούλου, ἡ τουλάχιστον ἄν εἶχε συμφωνήσει γιά μία παρόμοια μεταβολή τοποθετήσεως.
Γιά νά γίνει δεκτή ἡ αίτηση αυτή — ή ὁποία πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς ἀγωγή ἀποζημιώσεως — ἡ νομολογία σας ἀπαιτεί, ή διοίκηση λαμβάνοντας τήν επίδικη ἀπόφαση, νά έχει διαπράξει σφάλμα καί τό σφάλμα αυτό νά έχει προξενήσει βλάβη στον προσφεύγοντα (13 'Ιουλίου 1972, Heinemann κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 79/71, σκέψη 9, σ. 589).
Ὅμως, εἶναι αυτονόητο ὅτι οἱ σκέψεις πού εξετέθησαν ἀπό τόν προσφεύγοντα καθόλου δέν ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή διέπραξε σφάλμα έναντι του. Μέσα στό πλαίσιο τῶν εξουσιών τῆς στό θέμα ὀργανώσεως τῶν υπηρεσιών της, ἡ διοίκηση έχει πλήρως τό δικαίωμα νά μεταβάλει τήν τοποθέτηση, ενός υπαλλήλου, ἀκόμη καί εναντίον τῆς θελήσεως του, μετακινώντας τον, ὅπως ἐν προκειμένω, ἀπό μία θέσητύπο τοῦ βαθμοῦ του σέ μία άλλη (28 Μαΐου 1980, Kuhner, ἀνωτέρω, σκέψη 20, Rec. σ. 1696-1697). Ή επίδικη ἀπόφαση αυτή καθ' εαυτή δέν δύναται, συνεπῶς, νά χαρακτηρισθεί ὅτι θεμελιώνει σφάλμα τῆς υπηρεσίας.
Ἀντιθέτως, ἀπό τίς συνθήκες ὑπό τίς όποιες ελήφθη, θεωρώ ὅτι ἀποκαλύπτεται εσφαλμένη συμπεριφορά τῆς διοικήσεως. Μή δίδοντας στον προσφεύγοντα την ευκαιρία νά εκφράσει τήν άποψη του γιά τήν μελετωμένη ὡς πρός αυτόν ἀπόφαση, μή θέτοντας τον περαιτέρω σέ θέση νά γνωρίζει γιά ποιους ἀκριβώς λόγους ελήφθη ἡ ἀπόφαση αυτή καί ἀποφεύγοντας νά τοῦ τήν ἀνακοινώσει εγγράφως καί ἀμέσως, θεωρώ ὅτι ἡ 'Επιτροπή διέπραξε πολλές ἀμέλειες γιά τίς όποιες πρέπει νά κριθεί υπεύθυνη.
Οἱ περιστάσεις αυτές εξηγούν ἐπίσης τό ὅτι ὁ προσφεύγων ἐθεώρησε ὅτι προσβάλλεται ή προσωπική του τιμή ἀπό τήν επίδικη ἀπόφαση, γιά τήν ὁποία ἠδύνατο νομίμως νά διερωτᾶται, μέχρι τῆς λήψεως τῶν ἐπισήμων διαβεβαιώσεων πού περιέχονται στην ἀπάντηση στην ένσταση του, μήπως ὀφείλετο στην προσωπική του συμπεριφορά ἤ σέ επαγγελματική ἀνεπάρκεια. Είναι ἐπίσης εὐνόητο ὅτι ἐθίγη ἀπό τους ψιθύρους τῶν διαδρόμων καί τά ἐρωτήματα πού ἡ ἐπίδικη ἀπόφαση προεκάλεσε, λόγω τῶν συνθηκών ὑπό τίς όποιες ελήφθη. Δέν νομίζω, συνεπώς, ὅτι δύναμαι νά ἀρνηθώ ὅτι ἡ ηθική βλάβη πού υπέστη ὁ προσφεύγων εἶναι πραγματική.
Ή συμβολική επανόρθωση, τήν ὁποία ζητεῖ, μοῦ φαίνεται έτσι δικαιολογημένη.
Τελικά, βάσει ὅλων τῶν προηγουμένων σκέψεων προτείνω:
—
νά ἀκυρώσετε τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 17ης 'Ιουλίου 1979 μέ την ὁποία διορίζεται ὁ Günther Arning σύμβουλος στην διεύθυνση «Ὑγεία καί ἀσφάλεια» τῆς γενικής διευθύνσεως ἀπασχολήσεως καί κοινωνικῶν υποθέσεων,
—
νά καταδικάσετε τήν Ἐπιτροπή νά τοῦ καταβάλει μία λογιστική μονάδα πρός ἀποκατάσταση τῆς ἠθικῆς βλάβης πού υπέστη,
—
νά τήν καταδικάσετε στά δικαστικά ἔξοδα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy