ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
πού άνεπτύχθησαν στίς 25 Μαρτίου 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ Maria Salonia εἶναι ιδιοκτήτης καί διαχειριστής επιχειρήσεως λιανικοῦ εμπορίου ειδῶν χαρτοπωλείου, βιβλιοπωλείου, ἀρωματοπωλείου, ψιλικῶν καί εφημερίδων στή Ragusa ἀπό τίς 23 Φεβρουαρίου 1978 εἶναι κάτοχος τῆς ἀπαραίτητης σχετικῆς διοικητικής ἀδείας.
Στίς 17 καί κατόπιν στίς 20 'Απριλίου 1978 ἀπευθύνθηκε στους Giorgio Poidomani καί Franca Giglio, χήρα Baglieri, οἱ όποιοι είναι ιδιοκτήτες πρακτορείου διανομής τύπου καί περιοδικών στή Ragusa γιά νά τους ζητήσει νά τήν προμηθεύουν μέ έντυπα. Οἱ αιτήσεις αυτές δέν έγιναν δεκτές. Στίς 21 Σεπτεμβρίου 1978, ἡ Salonia ήγειρε ἀγωγή μέ την ὁποία επεδίωκε νά επιτύχει τη δυνατότητα νά προμηθεύεται έντυπα καί νά ἀποζημιωθεί γιά τη ζημία, πού τῆς προκάλεσαν οἱ ενέργειες πού θεώρησε ὅτι συνιστούν «ἀθέμιτο ἀνταγωνισμό», κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 2598 τοῦ ἰταλικοῦ ἀστικοῦ κώδικα.
Προκειμένου νά ἀμυνθούν, οἱ ιδιοκτῆτες τοῦ ἐν λόγω πρακτορείου διανομής έντυπων, ισχυρίσθηκαν ὅτι κανένας διανομέας δέν ήταν υποχρεωμένος νά διαθέτει έντυπα ἀκόμα καί σέ επαγγελματίες μεταπωλητές, δεδομένου ὅτι τό καθεστώς διανομής εφημερίδων καί περιοδικών ἀποτέλεσε ἀντικείμενο τῆς ἐθνικῆς συμφωνίας τῆς 23ης 'Οκτωβρίου 1974, ἡ ὁποία συνάφθηκε μεταξύ ἀντιπροσωπευτικών ενώσεων έκδοτων καί έμπόρων εφημερίδων, συμφωνία πού ρύθμισε τή διανομή τοῦ ημερήσιου καί τοῦ περιοδικοί) τύπου.
Δυνάμει, λοιπόν, τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κειμένου αυτού «σέ κοινότητες, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμός εἶναι ἀνώτερος τῶν 2500 κατοίκων ... οἱ έκδότες δέ δύνανται νά εκχωρούν τίς εκδόσεις τους πρός πώληση παρά μόνο σέ εκείνους πού εἶναι εφοδιασμένοι μέ τήν άδεια πού τους επιτρέπει νά ἀσκοῦν τή δραστηριότητα τοῦ πωλητή εφημερίδων, καί τήν ὁποία εκδίδουν οἱ διαπεριφερειακές 'ίσης εκπροσωπήσεως επιτροπές (παλαιότερα ἡ εθνική επιτροπή διανομής ημερήσιου καί περιοδικού τύπου)...».
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 4:
«Οἱ πωλητές έχουν τήν υποχρέωση:
...
1)
νά παραλαμβάνουν καί νά δέχονται τά πρός πώληση δημοσιεύματα, ἀποκλειστικά ἀπό τους ἐκδότες ἡ τους διανομείς τους, κάθε άλλη δέ μορφή προμήθειας θεωρείται ὡς καταχρηστική ...»
Ή τήρηση τῶν υποχρεώσεων πού ἀναλαμβάνουν οἱ πωλητές διασφαλίζεται μέ μία σειρά κυρώσεων, τῶν ὁποίων ἡ εφαρμογή έχει ἀνατεθεί στή διαπεριφερειακή 'ίσης εκπροσωπήσεως επιτροπή (άρθρο 11 τῆς συμφωνίας).
'Εξάλλου, ὁ σχετικός μέ τή λειτουργία των διαπεριφερειακῶν ίσης εκπροσωπήσεως επιτροπών κανονισμός περί ρυθμίσεως τῆς πωλήσεως ημερήσιου καί περιοδικοῦ τύπου, ὁ όποιος καθιερώθηκε μέ τήν ευκαιρία αυτή, προβλέπει στό πρώτο του άρθρο:
«Ἐναπόκειται στίς διαπεριφερειακές ίσης εκπροσωπήσεως επιτροπές, οἱ όποιες προβλέπονται στό άρθρο 12 τῆς εθνικής συμφωνίας πού ρυθμίζει τήν πώληση:
...
γ)
νά χορηγούν στό δικαιούχο εκμεταλλεύσεως τοῦ νέου αυτόνομου πρατηρίου, τό δελτίο ἀναλήψεως τῶν δημοσιευμάτων ἀπό τους έκδοτες ἡ τους διανομείς τους
νά χορηγοῦν στους δικαιούχους τοῦ αὐτόνομου πρατηρίου πωλήσεως τήν άδεια διαχειρίσεως τῶν ιδρυόμενων βοηθητικών πρατηρίων πωλήσεως.»
Ἡ χορήγηση «τοῦ δελτίου ἀναλήψεως τῶν δημοσιευμάτων» εξαρτάται ἰδίως ἀπό τήν καταβολή χρηματικοῦ ποσοῦ, οἱ λεπτομέρειες εφαρμογής τοῦ ὁποίου καθορίζονται στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμού.
Δεδομένου ὅτι ἡ ενάγουσα δέν ήταν κάτοχος τέτοιου δελτίου καί δέ συνδεόταν μέ τους έκδότες «μέ συμβατική σχέση καταπιστευτικοῦ χαρακτήρα», οἱ Ιδιοκτήτες τῶν ἐν λόγω πρακτορείων, ἁπλοί εντολοδόχοι τῶν έκδοτων, δέν μποροῦσαν νά ἀποδεχθοῦν τήν αίτηση τῆς ενδιαφερόμενης χωρίς σχετική υπόδειξη τῶν έκδοτων. 'Αναφέροντας, ὡς πρός αυτό, τήν ἀπό 26 'Ιουλίου 1974 επιστολή τῆς ὁμοσπονδίας πρός τους διανομείς τῆς Ragusa, κατέληγαν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀγωγή έπρεπε νά εγερθεί κατά τῶν έκδοτων.
Τό πολιτικό δικαστήριο τῆς Ragusa, τό όποιο επιλήφθηκε πρωτοδίκως τῆς υποθέσεως, ἔκρινε, στηριζόμενο στην ἀπόφαση τοῦ ἰταλικοῦ ακυρωτικοί) δικαστηρίου 2387 τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1962, ὅτι μία τέτοια συμφωνία δέν εἶναι παράνομη ἀπό ἄποψη τοῦ ἐσωτερικοί) δικαίου, διότι έχει τό χαρακτήρα συμβάσεως παρακαταθήκης ἐμπορευμάτων, ἡ ὁποία διέπεται ἀπό τήν ἀρχή τῆς «αυτονομίας τῶν συμβάσεων». 'Εντούτοις, τό ἐν λόγω δικαστήριο δέν ἀποκλείει τήν περίπτωση νά εμπίπτει ἡ ἐν λόγω συμφωνία στά άρθρα 85 καί 86 της συνθήκης καί σᾶς υποβάλλει, βάσει τοῦ άρθρου 177, τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
Ἡ ἀνωτέρω συμφωνία εμφανίζει τό χαρακτήρα εθνικής συμπράξεως γιά τήν προστασία τῆς ἀγορᾶς, τῆς διανομής καί τῆς πωλήσεως κάθε εθνικοί) καί ξένου έντυπου; Συνιστά παράβαση τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν συμπράξεων πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 85 τῆς συνθήκης, προκαλεί δέ στρέβλωση των ὅρων τοῦ ἀνταγωνισμού, ενόψει τῆς ειδικής ρυθμίσεως πού άφορᾶ τή διάθεση στό εμπόριο τῶν εφημερίδων, τῶν ἀπαιτούμενων κατ' ελάχιστο ὅριο προϋποθέσεων, τῶν υποχρεώσεων καί των κυρώσεων πού επιβάλλονται στους μεταπωλητές;
2.
Ἡ ἀναφερόμενη συμφωνία δέν εἶναι ἀσυμβίβαστη καί, συνεπώς, δέν εμπίπτει στην ἀπαγόρευση τοῦ άρθρου 85 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης κατά τό μέρος πού εισάγει διάκριση σέ βάρος τῶν μεταπωλητών, παρά τήν κανονική άδεια πωλήσεως εφημερίδων πού τους έχει χορηγηθεί ἀπό τήν ἁρμόδια διοικητική ἀρχή, ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι οἱ μεταπωλητές αυτοί δέ δέχονται νά εφοδιασθούν μέ τό δελτίο πού τους επιτρέπει νά ἀσκοῦν τή δραστηριότητα τοῦ μεταπωλητή καί ἡ έκδοση τοῦ ὁποίου έχει ἀφεθεί, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῆς ίδιας τῆς συμφωνίας, στή διακριτική ευχέρεια τῶν ίσης εκπροσωπήσεως διαπεριφερειακῶν επιτροπών (τώρα δέ τῆς εθνικής επιτροπής γιά τή διανομή τοῦ ημερήσιου καί περιοδικού τύπου);
3.
Ή συμφωνία αυτή καθορίζοντας τόν ἀριθμό τῶν πρατηρίων πωλήσεως τύπου δέ θίγει τόν ελεύθερο ἀνταγωνισμό, μέ τόν όποιο ἐκφράζεται ἡ επιλογή τῶν καταναλωτών, κατά τόν ίδιο τρόπο ὅπως καί ἡ ρύθμιση τῆς ἀγοράς πού καθιέρωσε ἡ ὀλλανδική ένωση μεταπωλητών ποδηλάτων καί παρόμοιων εἰδῶν, οἱ ἀρχές καί οἱ περιορισμοί τῆς ὁποίας εἶναι ἀνάλογοι μέ ἐκείνους τῆς ἀνωτέρω συμφωνίας τοῦ ἡμερήσιου τύπου καί ἡ ὁποία ἀπαγορεύθηκε ἀπό τήν εκτελεστική 'Επιτροπή (ἀπόφαση τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1977, GU L 20 τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1978);
4.
Οἱ ὅροι περί ἀπαγορεύσεως διαθέσεως πρός τό σκοπό τῆς πωλήσεως, πού περιλαμβάνονται στό άρθρο 2 τῆς ἐν λόγω συμφωνίας καί τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού περί λειτουργίας τῶν ἴσης εκπροσωπήσεως επιτροπών, δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι ἀνταποκρίνονται σέ ἀντικειμενικά κριτήρια, τά ὁποία επιτρέπουν τόν ἀποκλεισμό κάθε αυθαιρεσίας, ἡ δύνανται νά εξαιρεθοῦν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 85 παράγραφος 3 ἀκόμη καί στην περίπτωση πού έχουν περιληφθεί μέ τό σκοπό νά συμβάλουν στή βελτίωση τῆς διανομής;
5.
Τό γεγονός τοῦ ἀποκλεισμού ἀπό τόν εφοδιασμό τῶν μεταπωλητών πού, ὅπως ἡ Salonia, δέ διαθέτουν τό δελτίο ἀδείας πού ἀπαιτείται ἀπό τή συμφωνία αύτη καί τῆς ἀφαιρέσεως ἀπό τήν κατηγορία αυτή προσώπων τῆς δυνατότητας νά προμηθεύονται μέ άλλον τρόπο τά προϊόντα γιά νά τά πωλήσουν, ἀποκλείει τή δυνατότητα εφαρμογής τῆς εξαιρέσεως πού προβλέπεται ἀπό τους κανονισμούς 19 καί 67 καί, ἄν ἡ εξαίρεση αύτη χορηγηθεί, δέν εμφανίζει τό χαρακτήρα περιπτώσεως ἀνακλήσεως τοῦ ευεργετήματος;
6.
Ή συμπεριφορά πού προβλέπεται καί ρυθμίζεται στην ἐν λόγω συμφωνία, δέ συνιστᾶ κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως;»
Ή άποψη μας ἐπί τῶν ἐν λόγω ερωτημάτων εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
Πρέπει, κατ' ἀρχήν, νά σημειωθεί ὅτι, λόγω τῆς συγκεκριμένης διατυπώσεως τους, τά ἀνωτέρω ερωτήματα υπερβαίνουν κατά πολύ τήν εξέταση καί τίς ἀπαντήσεις πού επιτρέπει τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης. 'Επιπλέον, ὅπως θα ἔχουμε ἀκόμη τήν ευκαιρία νά δείξουμε, δέ φαίνεται νά έχουν πλήρως διευκρινισθεί τά πραγματικά περιστατικά. "Ετσι, τό εθνικό δικαστήριο έπρεπε νά εἶχε ἀκούσει τήν κατά πρώτο λόγο ενδιαφερόμενη ἰταλική ένωση έκδοτων ἐφημερίδων, προκειμένου νά διαπιστώσει ποιες συμφωνίες 'ίσχυαν πράγματι κατά τό χρονικό διάστημα γιά τό όποιο πρόκειται. Δέ δυνάμεθα, επομένως, παρά νά επιχειρήσουμε νά παράσχουμε τά στοιχεία τῆς απαντήσεως ἀπό άποψη κοινοτικοί) δικαίου, ἄν καί ή ἀπάντηση αύτη δέ δύναται παρά νά είναι μερική, λόγω μή πλήρους γνώσεως των πραγματικῶν περιστατικῶν.
1.
Κατά πρώτο λόγο, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι ἡ ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 85 πρώτη παράγραφος δέν πλήττει παρά μόνο τους περιορισμούς τοῦ ἀνταγωνισμού πού δύνανται νά ἐπηρεάσουν τίς συναλλαγές μεταξύ Κρατῶν μελών.
Σύμφωνα μέ πάγια νομολογία (Brasserie de Haecht, 12 Δεκεμβρίου 1967, Slg., σ. 545, Völk 9 Ἰουλίου 1969 Slg., 295, Cadillon, 6 Μαΐου 1971, Slg., σ. 351), «γιά νά δύναται νά επηρεάσει τό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών, ἡ συμφωνία, πρέπει νά επιτρέπει, βάσει ἑνός συνόλου νομικών ἤ πραγματικών ἀντικειμενικών στοιχείων, τήν πρόβλεψη μέ πιθανότητες σέ επαρκή βαθμό ὅτι δύναται νά ἀσκήσει άμεση ἡ έμμεση, ἐνεστώσα ἡ δυνητική ἐπιρροή στά ρεύματα τῶν συναλλαγών μεταξύ Κρατών μελών ὑπό τήν έννοια ὅτι δύναται νά βλάψει τήν πραγμάτωση τῶν στόχων μιας ενιαίας ἀγοράς μεταξύ κρατών» (σκέψη 5 τῆς ἀποφάσεως Völk).
'Ακόμη πρέπει ἡ συμφωνία αύτη νά επηρεάζει τό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών κατά τρόπο αισθητό:«Μία συμφωνία δέν εμπίπτει στην ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 85, όταν δέν ἐπηρεάζει τήν ἀγορά παρά κατά τρόπο ἀσήμαντο, λαμβανομένης υπόψη τῆς ἀσθενοῦς θέσεως πού κατέχουν οἱ ενδιαφερόμενοι στην ἀγορά τῶν σχετικών προϊόντων» (σκέψη 7 τῆς ἀποφάσεως Völk).
Ἐντούτοις, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση σας στην ὑπόθεση Cementhandelaren τῆς 17ης 'Οκτωβρίου 1972 (Slg. 1972, σ. 992 σκέψη 29) «μιά σύμπραξη πού εκτείνεται στό σύνολο τοῦ ἐδάφους Κράτους μέλους έχει, λόγω τῆς ἴδιας τῆς φύσεως της, ὡς ἀποτέλεσμα τή σταθεροποίηση στεγανοποιήσεων ἐθνικοῦ χαρακτήρα, παρεμποδίζοντας κατ' αὐτό τόν τρόπο τήν οικονομική ἀλληλοδιείσδυση πού επιδιώκει ἡ συνθήκη καί προστατεύοντας τήν εθνική παραγωγή».
2.
Βάσει τῶν ἐν λόγω κριτηρίων, ἡ 'Επιτροπή διαπιστώνει, κατά πρώτο λόγο, ὅτι οἱ ἰταλοί έκδότες δέ διαθέτουν στην ἀγορά τόν ξένο τύπο ἡ ἐν λόγω συλλογική ρύθμιση, τυπικά τουλάχιστον, δέ μονοπωλεί παρά τή διανομή καί τήν πώληση τοῦ ἐθνικοῦ τύπου στην 'Ιταλία δέν Ισχύει, λοιπόν, παρά στό έδαφος ἑνός Κράτους μέλους. 'Επιπλέον ἡ συμφωνία δέν τῆς κοινοποιήθηκε δυνάμει τοῦ κανονισμοί) 17 τοῦ Συμβουλίου τῆς 6ης Φεβρουαρίου 1962.
Παρά τό ὅτι ἡ 'Επιτροπή επιβεβαιώνει ὅτι δέν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ ιταλών καί ξένων έκδοτων καί ὅτι οἱ τελευταίοι δέ διαμαρτυρήθηκαν ποτέ γιά τήν ὀργάνωση τῶν πρακτορείων τύπου στην 'Ιταλία, ἀναγνωρίζει, εντούτοις, ὅτι συχνά περιορισμοί τοῦ ἀνταγωνισμοί) τοῦ είδους αὐτοῦ, (δηλαδή περιορισμοί πού τά ἀποτελέσματα τους επέρχονται ἀποκλειστικά ἐπί τοῦ ἐξωτερικοῦ εμπορίου Κράτους μέλους) δέ δύνανται νά μην ἔχουν τουλάχιστον έμμεσα αποτελέσματα ἐπί τοῦ εμπορίου μεταξύ Κρατών μελῶν. "Αν ὡς «σχετική ἀγορά» πρέπει στην προκειμένη περίπτωση νά νοείται ἡ ἀγορά τοῦ ξένου τύπου, δηλαδή τοῦ τύπου πού κατάγεται ἀπό χώρες τῆς Κοινότητας καί πωλείται στην 'Ιταλία, εἶναι επίσης απόλυτα ἀκριβές ὅτι τό σύστημα διανομής τοῦ ἰταλικοῦ τύπου ἀπό ένα κλειστό κύκλωμα έχει ἀναμφισβήτητες επιπτώσεις ἐπί τῆς διανομής τοῦ ξένου τύπου. Ό τύπος αυτός, πράγματι, δέ δύναται νά διανεμηθεί παρά μόνο μέ τή χρησιμοποίηση τοῦ υφισταμένου δικτύου διανομής. Ἔτσι, ἄν καί ἡ συμφωνία δέν άφορᾶ τυπικά παρά μόνο τόν ιταλικό τύπο πού κυκλοφορεί στην 'Ιταλία, έχει ἀναμφισβήτητα ἐπιπτώσεις ἐπί τῆς διανομῆς καί τῆς πωλήσεως τοῦ ξένου τύπου στή χώρα αυτή.
Ό ίδιος ὁ εθνικός δικαστής διαπίστωσε ὅτι ή ἐν λόγω διεπαγγελματική ρύθμιση εἶναι εφαρμοστέα στον εθνικό τύπο ὅπως καί στόν τύπο πού εκδίδεται σέ άλλα Κράτη μέλη τῆς Κοινότητας καί ὅτι επιτρέπει στην ιταλική ὁμοσπονδία έκδοτῶν εφημερίδων, σέ περίπτωση εμφανίσεως νέων πρατηρίων πού διενεργοῦν πωλήσεις κατά τρόπο «καταχρηστικό», νά επιβάλει στους διανομείς τήν υποχρέωση νά μήν αυξήσουν σέ καμία περίπτωση τήν ποσότητα των έντυπων πού συνήθως προορίζονται γιά μεταπώληση.
Ή 'Επιτροπή καταλήγει, έτσι, στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐν λόγω συμφωνία εἶναι μιά «κλασική συμφωνία ἀμοιβαίας ἀποκλειστικότητας σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ παραγωγοί υποχρεοῦνται νά εφοδιάζουν μόνο ὁρισμένες ομάδες ἀγοραστών, οἱ όποιοι, μέ τή σειρά τους, υποχρεούνται νά προμηθεύονται μόνον ἀπό τους ἐν λόγω παραγωγούς». Αυτό τό εἶδος συμφωνίας εἶχε, εξάλλου, «τήν τιμή» νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο τῆς πρώτης ἀποφάσεως περί ἀπαγορεύσεως πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 85 («σύσταση» τῆς 24ης 'Ιουλίου 1963, Convention Faience).
Ή 'Επιτροπή εξετάζει περαιτέρω ἄν ή συμφωνία αυτή, ἡ ὁποία επηρεάζει τό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών, τό ἐπηρεάζει κατά τρόπο αισθητό. Ὑπενθυμίζει ὅτι, προκειμένου νά συγκεκριμενοποιηθεί ή έννοια αυτή, γνωστοποίησε ενδεικτικά στίς επιχειρήσεις, μέ τήν ἀνακοίνωση τῆς τῆς 27ης Μαΐου 1970 πού ἀφοροῦσε τίς συμφωνίες ήσσονος σημασίας, οἱ όποιες δέν προβλέπονταν ἀπό τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 85 πρώτη παράγραφος τῆς συνθήκης (ABl. C 64 τῆς 2ας 'Ιουνίου 1970, σ. 1), ὅτι ἡ ἴδια θεωροῦσε ὅτι «ή ἀπαγόρευση πού προβλέπεται στό άρθρο 85 άφορᾶ τίς συμφωνίες πού συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων, ὅταν τά προϊόντα τά όποια άφορᾶ ή συμφωνία δεν ἀντιπροσωπεύουν, στό μέρος τῆς κοινής ἀγορᾶς ὅπου ἡ συμφωνία παράγει τό ἀποτέλεσμά της, περισσότερο ἀπό 5% τοῦ πραγματοποιούμενου ὄγκου συναλλαγών καί όταν ὁ ετήσιος κύκλος εργασιών πού πραγματοποιείται ἀπό τίς επιχειρήσεις, οἱ ὁποίες συμμετέχουν στή συμφωνία, δέν υπερβαίνει τά 15 ἑκατομμύρια λογιστικές μονάδες ή, εφόσον πρόκειται γιά συμφωνίες μεταξύ εμπορικών ἐπιχειρήσεων, τά 20 ἑκατομμύρια λογιστικές μονάδες». Τό κείμενο αὀτό ἀντικαταστάθηκε ἀπό τήν ἀνακοίνωση τῆς 'Επιτροπής τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ABl. C 313 τῆς 29ης Δεκεμβρίου 1977, σ. 3) ή ὁποία, μεταξύ άλλων, ἀντικατέστησε τά ἐν λόγω ποσά μέ τόν ἀριθμό τῶν 50 ἑκατομμυρίων λογιστικῶν μονάοων.
Βάσει τῶν στοιχείων, πού διέθετε τόν 'Ιούλιο τοῦ 1980, ἡ Ἐπιτροπή υπολογίζει ὅτι ή πώληση ξένων εφημερίδων δέν ἀντιπροσωπεύει ποσοστό πλέον τοῦ 7 ο/ο τῆς ἀξίας τοῦ κύκλου ἐργασιών τοῦ ἰταλικοῦ τύπου, κύκλος ὁ όποιος ἀνῆλθε τό 1978 σέ 1 109 δισεκατομμύρια λιρέτες.
Μας φαίνεται ἀμφίβολο ὅτι οἱ ἀνωτέρω ἀνακοινώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς δύνανται, νά ἐφαρμοσθοῦν στην προκειμένη περίπτωση χωρίς επιφυλάξεις καί ὅρούς, ἐφόσον ἡ ίδια δέχεται ὅτι ἀδυνατεί νά κρίνει ἄν ἡ ἐν λόγω συμφωνία επηρεάζει τό εμπόριο μεταξύ Κρατῶν μελών μόνο κατά τρόπο ἀνεπαίσθητο.
Τό Δικαστήριο κάλεσε τήν ενάγουσα στην κύρια δίκη καί τήν Ἐπιτροπή, νά προσκομίσουν στην ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση στοιχεῖα σχετικά μέ τίς εισαγωγές εφημερίδων καί περιοδικών προελεύσεως άλλων Κρατών μελών στην 'Ιταλία ἀπό τό 1972 έως τό 1977, καθώς καί μέ τόν κύκλο εργασιών τῶν ιταλών έκδοτῶν κατά τή διάρκεια τῆς ἴδιας περιόδου. 'Απαντώντας ἡ 'Επιτροπή ἐπιβεβαίωσε ὅτι, ἀπό τό 1972 έως τό 1978, ὁ κύκλος ἐργασιών τῶν ιταλών έκδοτων καί οἱ εισαγωγές στην 'Ιταλία εφημερίδων καί περιοδικών προελεύσεως άλλων κρατών παρέμειναν, σέ σταθερή ἀξία, ουσιαστικά ἀμετάβλητες σέ σχέση μέ τίς εισαγωγές πού προέρχονταν ἀπό τίς υπόλοιπες χώρες.
Σημειώνουμε ὅτι αυτό πού κυρίως πρέπει νά γίνει γνωστό, εἶναι τό ὕψος, στό όποιο θά μποροῦσε νά ἀνέλθει ἡ διάθεση τοῦ ξένου τύπου στήν 'Ιταλία, ἄν δέν υπήρχε μία τέτοια συμφωνία, δηλαδή ἄν εἶχαν πραγματοποιηθεί στόν τομέα αυτό «ή οικονομική αλληλοδιείσδυση πού επιδιώκει ή συνθήκη» καί ἡ «ενιαία ἀγορά μεταξύ τῶν κρατών». Μία τέτοια ἔρευνα, ὅμως, δέ δύναται ν' ἀναληφθεί παρά μόνον ἀπό τόν εθνικό δικαστή.
Ἐξάλλου, ὁ εκπρόσωπος τῆς Giglio, εναγόμενης στην κύρια δίκη, ἐπανέλαβε κατά τήν προφορική διαδικασία — ὅπως εἶχε ήδη δηλώσει ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου — ὅτι ἡ συμφωνία τῆς 23ης 'Οκτωβρίου 1974, ἡ ὁποία συνέδεε τήν Federazione Sindicale Unitaria Giornalai μέ τήν Italiana Editori Giornali, εἶχε παύσει νά ισχύει ἀπό τίς 31 'Οκτωβρίου 1976, λόγω τῆς καταγγελίας της ἀπό τίς εθνικές ενώσεις έμπορων ἐφημερίδων καί ὅτι ἀντικαταστάθηκε στίς 15 Δεκεμβρίου 1976 μέ νέα συμφωνία, τῆς ὁποίας, ὁπως άλλωστε καί ὁ εθνικός δικαστής, δέν έχουμε τό κείμενο. Ό εκπρόσωπος τῆς Giglio ἐπισήμανε ἀκόμη ὅτι καί αύτη ἡ τελευταία συμφωνία καταγγέλθηκε ἀπό τίς 31 Μαρτίου 1977. Ή 'Επιτροπή διευκρίνισε ὅτι μία νέα συμφωνία πού συνάφθηκε στίς 13 Μαρτίου 1980, τέθηκε σέ ἰσχύ τήν 1η 'Απριλίου 1980 μεταξύ τῶν ἀντιπροσωπευτικών ἑνώσεων τῶν έκδοτων καί τῶν έμπορων εφημερίδων. Δέν έχουμε τό κείμενο τῆς συμφωνίας αυτής, άλλά ἡ 'Επιτροπή διαβεβαιώνει ὅτι δέν περιέχει πλέον τίς περιοριστικές ρήτρες τῆς συμφωνίας τοῦ 1974. Ἀγνοοῦμε, ὅμως, ἄν ἡ συμφωνία τοῦ 1974 δέ συνέχιζε πράγματι νά εφαρμόζεται ὑπό τή μορφή εναρμονισμένης πρακτικής τουλάχιστον στή Σικελία, τό χρόνο πού συνέβησαν τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως.
Μᾶς φαίνεται, κατά συνέπεια, ὅτι πρέπει ὁ εθνικός δικαστής προηγουμένως νά βεβαιωθεί ὅτι τή στιγμή πού ἡ Salonia ζήτησε νά προμηθεύεται τά έντυπα, μποροῦσαν οἱ ιδιοκτήτες τῶν πρακτορείων, στους ὁποίους ἀπευθύνθηκε, νά στηρίξουν τήν άρνηση τους σέ συμφωνία πού ίσχυε ἀκόμη. "Αν υποτεθεί ὅτι αύτη ήταν πράγματι ή περίπτωση, εναπόκειται σέ αυτόν να επανεξετάσει την υπόθεση μέ βάση τά στοιχεία πού έχει προσκομίσει ἡ 'Επιτροπή στην παρούσα δίκη.
3.
"Αν καί, λαμβανομένων υπόψη των προφορικῶν διευκρινίσεων τῆς 'Επιτροπής, τό σημείο αυτό δέν παρουσιάζει πλέον παρά μόνο θεωρητικό ενδιαφέρον, μᾶς ἀπομένει ἡ εξέταση τῆς ενδεχόμενης εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 85 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού τῆς Ἐπιτροπῆς 67/67 τῆς 22ας Μαρτίου 1967.
Ή 'Επιτροπή επισημαίνει ὅτι, δέν τίθεται τό ερώτημα ἄν ἡ επίδικη συμφωνία δύναται νά περιληφθεί στην εξαίρεση πού προβλέπεται στό άρθρο 85 παράγραφος 3, ἀφοῦ δέν τῆς εἶχε ποτέ κοινοποιηθεί. Ή άποψη αυτή εἶναι τυπικῶς ὀρθή, ἀλλά επειδή ή συμφωνία — ἀπό επίσης τυπική άποψη — δέν ἀφορούσε παρά τόν ιταλικό τύπο, διερωτάται κανείς ἄν υπήρχε λόγος νά κοινοποιηθεί.
Ή 'Επιτροπή προσθέτει ὅτι «τά ειδικά κριτήρια τῆς εκλεκτικῆς διανομῆς δέ δύνανται βεβαίως νά χρησιμεύσουν ως στοιχείο ἀναφοράς γιά τήν ἁπλή μεταπώληση εφημερίδων καί ἐν πάση περιπτώσει ὁ τελικός χρήστης δέ δύναται βεβαίως νά ἀντλήσει ὁποιοδήποτε πλεονέκτημα ἀπό σύστημα τοῦ είδους αὐτοῦ». Οἱ ἐν λόγω ισχυρισμοί μᾶς φαίνονται λίγο ἀπόλυτοι καί συνοπτικοί. Παρακάμπτουν τελείως τό πρόβλημα τῶν ἀποθεμάτων καί τῆς επιστροφῆς τῶν μή πωληθέντων, ἡ ὁποία συνιστά, γιά τους έκδότες τήν ἀντιστάθμιση τῆς συμβάσεως παρακαταθήκης πού τους συνδέει μέ τους διανομείς.
Γιά τήν περίπτωση πού ἡ συμφωνία θά ενέπιπτε στην ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 85 πρώτη παράγραφος, χωρίς νά δύναται νά εξαιρεθεί βάσει τῆς παραγράφου 3, ὁ εθνικός δικαστής σᾶς ρωτά, τελικά, ποιά θά ήταν ἡ ενδεχομένη έκταση εφαρμογής, σέ σχέση μέ συμφωνία τέτοιου τύπου, τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς 67/67, πού προβλέπει τήν κατά κατηγορίες εξαίρεση συμφωνιών ἀποκλειστικότητας.
"Εχετε ήδη ἀπαντήσει ἐπακριβώς στό ερώτημα αυτό μέ τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση Cadillon (Slg., σ. 357 σκέψη 15: «Ἀπό τό άρθρο 7 παράγραφος 2 τοῦ ἐν λόγω κανονισμού προκύπτει ὅτι τέτοιες συμφωνίες δύνανται σέ περίπτωση πού εμπίπτουν στην ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 85 παράγραφος 1, νά ἀπολαύουν τῆς εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, παρά τό ὅτι δέν έχουν κοινοποιηθεί στην 'Επιτροπή, ἀρκεῖ νά πληροῦν τίς ειδικές προϋποθέσεις πού προβλέπονται στά άρθρα 1 έως 3 τοῦ ίδιου κανονισμοῦ».
Ἐπ' αὐτῆς τῆς βάσεως, μᾶς φαίνεται ὅτι ή εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 67/67 σέ συμφωνία τοῦ τύπου τῆς ἐπίδικης ἀποκλείεται τελείως. 'Αφενός, ἡ μία ἀπό τίς ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις, προκειμένου μία συμφωνία να δύναται να ἀπολαύει τῆς εξαιρέσεως κατά κατηγορίες πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό αυτό καί ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 19/65, εἶναι νά έχει συναφθεί μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Ή προϋπόθεση αυτή, ὅμως, δέ συντρέχει προφανώς στην προκειμένη περίπτωση. Ἀφετέρου, ἄν καί πρόκειται τυπικώς γιά συμφωνία στην ὁποία δέ συμμετέχουν παρά επιχειρήσεις ἑνός Κράτους μέλους, αυτή επηρεάζει τό εμπόριο μεταξύ τῶν Κρατών μελών. Εῖναι ἀληθές, εντούτοις, ὅτι ὁ ἐκπρόσωπος αὐτῆς τῆς ίδιας τῆς 'Επιτροπής ἀνέφερε, κατά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι ἡ ἐν λόγω συμφωνία δέν εἶχε, κατά κανέναν τρόπο, ἐπηρεάσει αισθητά τή διανομή τοῦ κοινοτικοῦ τύπου στην 'Ιταλία.
Συνοψίζοντας, προτείνουμε ν' ἀποφανθεῖτε ὅτι μία συμφωνία, στην ὁποία δέ συμμετέχουν παρά επιχειρήσεις τον ἴδιου Κράτους μέλους καί ἡ ὁποία ἀφορᾶ τή μεταπώληση προϊόντων στό εσωτερικό τοῦ κράτους αὐτοῦ, δύναται νά επηρεάσει κατά τρόπο αισθητό τό εμπόριο μεταξύ Κρατῶν μελών κατά τό μέτρο πού οἱ συναλλαγές μεταξύ τῶν άλλων εδαφικών περιοχών τῆς κοινής ἀγορᾶς καί τοῦ ἐν λόγω Κράτους μέλους δύνανται ν' ἀναπτυχθοῦν διαφορετικά ἀπ' ὅ,τι θά εξελίσσονταν ἄν δέν υπήρχε ἡ συμφωνία αύτη ὑπό τήν έννοια ὅτι δύνανται νά βλάψουν τήν πραγματοποίηση μιᾶς ἑνιαίας ἀγορᾶς μεταξύ τῶν Κρατών μελών.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy