ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 14 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Οἱ τρεις υποθέσεις ἐπί τῶν ὁποίων εκθέτω σήμερα τίς προτάσεις μου, είναι ἀπόρροια προσφυγών πού ἤσκησαν πρώην υπάλληλοι τῶν Κοινοτήτων, προκειμένου νά ἀντιδράσουν στίς δυσμενείς συνέπειες πού είχαν ἐπί τῶν συντάξεων τους οἱ κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου 3085/78 καί 3086/78, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978. 'Υπενθυμίζω ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί ἐτροποποίησαν τίς νομισματικές ισοτιμίες πού έπρεπε νά χρησιμοποιηθοῦν γιά την εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, καθώς καί τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται στίς ἀμοιβές καί στίς συντάξεις τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων. Κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπο εἶχαν, μεταξύ άλλων, ἀρνητικές συνέπειες ἐπί τοῦ ποσού ὁρισμένων συντάξεων καί πλέον συγκεκριμένα ἐπί τῶν συντάξεων πού καταβάλλονται σέ βελγικά φράγκα στους υπαλλήλους, οἱ όποιοι εἶναι εγκατεστημένοι σέ Κράτη μέλη μέ ἀδύνατο νόμισμα.
Ή εξέλιξη τῆς διαδικασίας σέ κάθε υπόθεση έχει συνοπτικῶς ως έξῆς:
α)
'Υπόθεση 127/80: Ὁ Vincent Grogan ἀπησχολήθη ὡς ὑπάλληλος στην υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπής, μέ βαθμό διευθυντού, κατά τό χρονικό διάστημα ἀπό 16 Νοεμβρίου 1973 ἔως 31 Μαρτίου 1975. Μέ ἀπόφαση τῆς ἁρμοδίας για τους διορισμούς ἀρχής τῆς 25ης Μαρτίου 1975, ἐστερήθη τῆς θέσεως του δυνάμει τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, ἐσυντα-ξιοδοτήθη ἀφοῦ έλαβε τήν προβλεπομένη στό παράρτημα IV, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ἀποζημίωση. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 45 εδάφιο 3 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἐζήτησε νά καταβάλλεται ἡ σύνταξη του στό νόμισμα τῆς έδρας τοῦ ὀργάνου, στό όποιο άνῆκε (βελγικά φράγκα), ἐδήλωσε δέ ὅτι εγκαθίσταται στην 'Ιρλανδία.
Μέ ἀνακοίνωση τῆς 23ης Νοεμβρίου 1979, ή Ἐπιτροπή τοῦ ἐγνώρισε ὅτι κατ' ἐφαρ-μογήν τοῦ ἄρθρου 4, τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ 1085/78, τό ποσό τῆς συντάξεως του θά ἐμειώνετο ἀπό 30145 σέ 13080 FB μηνιαίως καί ὅτι ἡ μείωση αυτή θά ἐπήρχετο προοδευτικῶς κατά τήν διάρκεια χρονικοῦ διαστήματος 10 μηνῶν, θά ὁλοκληρώνετο δέ τόν μήνα 'Ιούλιο τοῦ 1980. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ὁ Grogan υπέβαλε ένσταση, δεδομένου δέ ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν έλαβε καμμία ἀπόφαση εντός τῆς προθεσμίας τῶν τεσσάρων μηνών πού προβλέπεται στό άρθρο 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἤσκησε, ἀκολούθως, προσφυγή ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στην γραμματεία στίς 27 Μαΐου 1980. Μέ τήν προσφυγή πού κατέθεσε, ὁ προσφεύγων ζητεί νά ἀκυρωθεί ἡ σιωπηρή ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ἐνστάσεως του καί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι οἱ κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου 1085/78 καί 1086/78 δέν έχουν εφαρμογή ὡς πρός αυτόν.
β)
Ὑπόθεση 164/80: Ὁ Luigi De Pascale, πρώην υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπής, ἐγκατε-στάθη στην 'Ιταλία μετά τήν ἀποχώρηση του ἀπό τήν υπηρεσία καί ἐζήτησε νά καταβάλλεται ἡ σύνταξη του στό νόμισμα τῆς χώρας τῆς έδρας τοῦ ὀργάνου, στό ὁποῖο ἀνῆκε, δηλαδή σέ βελγικά φράγκα. Μέ επιστολή τῆς 19ης Όκτωβρίου 1979 — ή ὁποία ἀποτελοῦσε συνέχεια εγκυκλίων ἀναλόγου περιεχομένου άλλά γενικής ισχύος, ὅπως τῆς ἐγκυκλίου τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 — ἡ Ἐπιτροπή τοῦ ἐγνώρισε ὅτι βάσει τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού 3085/78, τό ποσό τῆς συντάξεως του θά ἐμειώνετο ἀπό 72850 σέ 34910 FB κατόπιν προοδευτικής μειώσεως, ἡ ὁποία θά ἐπήρχετο κατά τήν διάρκεια τοῦ χρονικοῦ διαστήματος Όκτωβρίου 1979 — 'Ιουλίου 1980. Ό De Pascale υπέβαλε ένσταση ζητώντας νά μή ἐφαρμοσθοῦν σ' αυτόν οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 καί, συνεπώς, νά τοῦ χορηγηθεί σύνταξη ἴση μέ αυτή πού τοῦ ἐχορηγεῖτο πριν ἀπό τήν έναρξη ισχύος τῶν ἐν λόγω κανονισμών, ἐν πάση δέ περιπτώσει νά ληφθεί κάθε πρόσφορο μέτρο, προκειμένου νά μή υποστεί καμμία ζημία. Λαμβανομένης ὑπ' όψη τῆς σιωπής τῆς διοικήσεως κατά τήν ἐκπνοή τής προθεσμίας τῶν τεσσάρων μηνών πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, ὁ De Pascale ἤσκησε ένδικο προσφυγή κατά τῆς Ἐπιτροπῆς μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στίς 14 'Ιουλίου 1980. Ζητεί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι οἱ κανονισμοί 1085/78 καί 3086/78 δέν έχουν εφαρμογή ὡς πρός αυτόν, νά ἀκυρωθοῦν οί ἀποφάσεις δυνάμει τῶν οποίων τό μηνιαίο ποσό τῆς συντάξεως του ἐμειώθη προοδευτικῶς καί νά υποχρεωθεί ἡ καθ' ἧς νά καταβάλει, ὡς ἀποζημίωση, την διαφορά μεταξύ τῶν ποσῶν πού έπρεπε νά τοῦ καταβληθούν καί τῶν ποσῶν πού πράγματι εισέπραξε ἀπό τόν Όκτώβριο τοῦ 1979.
γ)
Ὑπόθεση 167/80: Εἶχα ἤδη την ευκαιρία νά ἀναφερθώ στην εξέλιξη της υποθέσεως αυτῆς μέ τίς προτάσεις πού ἀνέπτυξα στίς 14 Μαΐου 1981 (σχετικά μέ τίς υποθέσεις 153/79 καί λοιπές, Συλλογή 1981, σ. 2111). Ἔτσι, θά περιορισθώ νά υπενθυμίσω ὅτι ὁ Dunstan Curtis, πρώην υπάλληλος τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος 'Ηνωμένου Βασιλείου, ἤσκησε στίς 18 Ἰουλίου 1980 ένδικο προσφυγή κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Κοινοβουλίου, μέ τήν ὁποία ζητεί, ὡς κύριο αἴτημα, νά μή εφαρμοσθοῦν ὡς πρός αὐτόν οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78, καθ' ὅσον εἶναι παράνομοι καί, επικουρικώς, νά ἀκυρωθούν τόσο ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας Όκτωβρίου 1979, μέ τήν ὁποία τοῦ ἐγνωστοποιεῖτο ὅτι ἀπό τόν ἴδιο μήνα καί σέ δέκα στάδια, τό ποσό τῆς συντάξεως του θά ἐμειώνετο προοδευτικώς ἀπό 19351 σέ 8398 FB, ὅσο καί ἡ (σιωπηρή) ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῶν δύο ενστάσεων πού υπέβαλε κατά τῆς προαναφερθείσης ἀνακοινώσεως καί κατά τῆς προηγουμένης ἐπι-στολῆς-ἐγκυκλίου τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979. Μέ ἀπόφαση τῆς 4ης 'Ιουνίου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 1499), τό Δικαστήριο έκρινε ἀπαράδεκτη τήν προσφυγή πού ἠσκήθη κατά τῆς Ἐπιτροπής, ἐνῶ εδέχθη τό παραδεκτό τῆς προσφυγής πού ἐστρέφετο κατά τοῦ Κοινοβουλίου. Συνεπώς, δέν ἀπομένει παρά νά εξετασθεί τώρα ἡ ουσία τῆς υποθέσεως.
2.
Στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαίου 1981, ἀνέλυσα τά διάφορα προβλήματα, τά όποια ἐδημιούργησαν οἱ προαναφερθέντες κανονισμοί 3085 καί 3086 τοῦ 1978. Συνεπώς, ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω στην ἀνάλυση αύτη, ὅσον άφορα τό νομοθετικό πλαίσιο εντός τοῦ ὁποίου τοποθετοῦνταιμεταξύ ἄλλων καί οἱ παρούσες διαφορές. Ἐδώ, θά περιορισθώ μόνο στίς διατάξεις, οἱ όποιες ἀφορούν ἀμέσως ἡ εμμέσως τό συνταξιοδοτικό καθεστώς.
Κατ' ἀρχήν, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 45 εδάφιο 3, τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, οἱ συντάξεις «δύνανται νά καταβληθούν κατ' εκλογή τῶν ενδιαφερομένων εἴτε στό νόμισμα τῆς χώρας καταγωγής εἴτε στό νόμισμα τῆς χώρας διαμονής τους εἴτε στό νόμισμα τῆς έδρας τοῦ ὀργάνου στό ὁποιο ἀνήκει ὁ υπάλληλος, ὅπού ἡ εκλογή ισχύει γιά δύο τουλάχιστον έτη». Ή ἐν λόγω διάταξη πρέπει νά συνδυασθεί μέ τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 82 παράγραφος 1, εδάφιο 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἐπί τῶν συντάξεων «εφαρμόζεται συντελεστής άναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 64 καί 65, παράγραφος 2, γιά τήν χώρα τῶν Κοινοτήτων, ὅπου ὁ βικαιοῦχος τῆς συντάξεως δηλώνει ὅτι έχει κατοικία». Πρέπει νά προστεθεί ὅτι τό άρθρο 64 προβλέπει, στό πρώτο εδάφιο, ὅτι «οἱ αποδοχές τοῦ υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα ... προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού ἀναπροσαρμογής ἀνωτέρου, κατωτέρου ἡ ἴσου προς 100 %, ἀνάλογα μέ τίς συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους τοποθετήσεως» καί καθορίζει σέ 100 % (ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1962) τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων, οἱ όποιοι εἶναι τοποθετημένοι στίς προσωρινές έδρες τῶν Κοινοτήτων (Βρυξέλλες ἡ Λουξεμβούργο). Τό άρθρο 65 παράγραφος 2, ὁρίζει ὅτι «σέ περίπτωση ουσιώδους μεταβολής τοῦ κόστους ζωής, τό Συμβούλιο ἀποφασίζει ... μέτρα γιά τήν προσαρμογή τῶν συντελεστών αναπροσαρμογής καί κατά περίπτωση γιά τά ἀναδρομικά τους ἀποτελέσματα». Τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά διευκρινίσει ὅτι ὁ συντελεστής πού ἀναφέρεται στό άρθρο 64 προορίζεται νά εξασφαλίσει σέ ὅλους τους υπαλλήλους τήν ἴδια ἀγοραστική δύναμη, ἀνεξαρτήτως τοῦ τόπου εργασίας, ἐνῶ ὁ συντελεστής πού προβλέπεται στό άρθρο 65, συνιστᾶ μέσο προσαρμογής τῶν ἀμοιβών ολων τῶν υπαλλήλων, τό όποιο χρησιμεύει γιά την ἀντιμετώπιση τῶν μεταβολῶν τοῦ κόστους ζωῆς (Ἀπόφαση της 13ης 'Ιουλίου 1978 στην υπόθεση 114/77, Jacquemart, Raccolta 1978, σ. 1697 καί ἀπόφαση τῆς 19ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 194/80, Benassi, Συλλογή 1981, σ. 2815).
Δυνάμει τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 82 παράγραφος 1, εδάφιο 2 (in fine), οἱ συντάξεις «καταβάλλονται σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 63 περί καταβολής τῶν ἀποδοχών». Πρέπει, ὅμως, νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό άρθρο 63, ὅπως ήταν διατυπωμένο πρίν ἀπό τόν προαναφερθέντα κανονισμό 3085/78, ὅριζε, ὅτι ὅσον άφορα τίς ἀμοιβές πού ἐκφράζονται σέ βελγικά φράγκα, οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοί) φράγκου πρέπει νά υπολογίζονται βάσει τῶν ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι ὁποῖες ήταν τότε αυτές πού ἴσχυαν τήν 1η 'Ιανουαρίου 1965. Ἐπρόκειτο γιά ισοτιμίες πολύ διαφορετικές ἀπό τίς σημερινές. Ἀρκεί νά σκεφθεί κανείς ὅτι ἡ σχέση μεταξύ λιρέττας καί βελγικού φράγκου ήταν 1 πρός 12 (σήμερα εἶναι 1 πρός 32 περίπου). Πρός ἀποφυγή τῶν ἀρνητικών επιπτώσεων τῶν ἐν λόγω τιμών συναλλάγματος ἐπί τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, οἱ όποιες κατεβάλλοντο σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοῦ φράγκου καί πολύ εξασθενημένο λόγω τῶν υποτιμήσεων, τό Συμβούλιο καθόρισε συντελεστές ἀναπροσαρμογής πολύ ὑψηλούς γιά τίς χώρες μέ ἀδύνατο νόμισμα ἔτσι, ὁ συνταξιούχος, ὁ όποιος ἐδήλωνε ὅτι εγκαθίσταται στην 'Ιταλία καί ὁ όποιος επέλεγε νά πληρώνεται στό νόμισμα τῆς χώρας διαμονής, δηλαδή σέ λι-ρέττες ἠδύνατο νά ἀντισταθμίσει τις συνέπειες τῆς δυσμενοῦς τιμής συναλλάγματος μέ ένα συντελεστή αισθητώς ἀνώτερο τοῦ 100. Ἐν τούτοις, ἔνας τόσο υψηλός συντελεστής ήταν ἀντικανονικός καί παραμορφωτικός ὑπό τήν ἔννοια ὅτι, προκειμένου νά διορθώσει τά ἀποτελέσματα τῶν ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου, οἱ ὁποιες ἐπεβάλοντο ἀπό τό άρθρο 63 καί δέν ἀνταπεκρίνοντο πλέον στην πραγματικότητα, ἀνέτρεπε τήν λειτουργία τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής κατά γεωγραφικές περιοχές πού ἀναφέρονται στό άρθρο 64. Δηλαδή, γιά τά Κράτη μέλη ὅπου τό κόστος ζωής εἶναι λιγότερο υψηλό, τό ἀποτέλεσμα τοῦ συντελε-στοῦ ἀπεδείχθη ἀνώτερο ἀπό εκείνο πού καθορίζεται γιά τίς άλλες χώρες, ὅπού τό κόστος ζωής εἶναι ὑψηλότερο. Ἐν τούτοις, στην περίπτωση πού ὁ συνταξιοῦχος ἐδήλωνε ὅτι ήθελε ὄχι μόνο νά εγκατασταθεί σέ Κράτος μέλος μέ ἐξασθενημένο νόμισμα, άλλᾶ ἀκόμη ὅτι ήθελε νά πληρώνεται στό νόμισμα τῆς χώρας αυτής, τό ἀποτέλεσμα τῆς μή προσηκούσης εφαρμογής τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής δέν ἀντίκειτο στόν επιδιωκόμενο σκοπό τῆς ἐξισώσεως τῆς συντάξεώς του μέ τίς συντάξεις τῶν συνταξιούχων, οἱ όποιοι διέμεναν σέ Κράτη μέλη μέ ισχυρό νόμισμα καί ἐπληρώνοντο στό νόμισμα αυτό.
Ἀλλά υφίσταται μία άλλη περίπτωση, ή ὁποία ἐπαρουσιάσθη συχνότερα πρόκειται γιά τήν περίπτωση, κατά τήν ὁποία ὁ συνταξιοῦχος επέλεγε, κατά τήν έννοια τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 45 εδάφιο 3, τοῦ παραρτήματος VIII, νά πληρώνεται στό νόμισμα τῆς χώρας τῆς έδρας τοῦ ὀργάνου στό όποιο άνῆκε καί ἐδήλωνε ταυτοχρόνως, σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ὅτι ήθελε νά εγκατασταθεί σέ χώρα μέ υψηλό ποσοστό πληθωρισμού (ὅπως ἡ 'Ιταλία, τό Ἡνωμένο Βασίλειο ἡ ή 'Ιρλανδία). Πράγματι, στην περίπτωση αὐτή, ὁ ενδιαφερόμενος πού ελάμβανε τήν παροχή ἀπ' ευθείας σέ ισχυρό νόμισμα, ἀπέφευγε τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα πού είχαν οἱ ξεπερασμένες πλέον ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου καί, ἐπί πλέον, ελάμβανε μία νέα αύξηση τῆς παροχής, λόγω τῆς εφαρμογής συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς ἀνωτέρου ἀπό 100 βάσει της διαμονής πού εἶχε επιλέξει. Τό ἀποτέλεσμα ήταν ὅτι ἕνας συνταξιούχος εγκατεστημένος στην 'Ιταλία ἡ στό Ἡνωμένο Βασίλειο ἠδύνατο νά λαμβάνει στην πραγματικότητα σύνταξη 50 % περίπου ἀνώτερη εκείνης ἑνός συναδέλφου του, ὁ όποιος εἶχε δικαίωμα πρός λήψη τῆς ἴδιας βασικῆς συντάξεως, άλλά εἶχε δηλώσει ὅτι διαμένει στό Βέλγιο ἡ στό Λουξεμβοῦργο.
Αυτή ἡ τελείως παράδοξη κατάσταση, ή ὁποία ήταν ἀποτέλεσμα μιᾶς ρυθμίσεως πού επέτρεπε σέ τμήμα τῶν συνταξιούχων νά ευνοείται αισθητώς έναντι άλλων, έπαυσε μέ τήν έναρξη τῆς ἰσχύος τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78. Όπως γνωρίζουμε ὁ πρώτος ἀντικατέστησε τίς παλαιές ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου μέ τίς τιμές συναλλάγματος πού χρησιμοποιούνται γιά τήν ἐκτέλεση τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμού τῶν Κοινοτήτων, τροποποιώντας κατά τήν έννοια αὐτή τό άρθρο 63 εδάφιο 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, τό όποιο άφορα τίς ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοῦ φράγκου (καθώς καί τίς συντάξεις, λόγω τῆς παραπομπῆς τοῦ προαναφερθέντος άρθρου 82 παράγραφος 1). Συγχρόνως, ὁ κανονισμός 3086/78 ἐτροποποίησε τους συντελεστές ἀναπροσαρμογῆς κατά γεωγραφικές περιοχές, συμμορφούμενος πρός τήν λογική τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί καθορίζοντας στό έξης συντελεστές ἀνώτερους ἀπό 100 γιά τίς χώρες, ὅπού τό κόστος ζωής εἶναι υψηλότερο ἀπ' ὅ,τι στό Βέλγιο καί στό Λουξεμβοῦργο, καί κατώτερους ἀπό 100 γιά εκείνες τίς χώρες ὅπου, ἀντιθέτως, τό κόστος διαβιώσεως εἶναι χαμηλώ-τερο. Φυσιολογικῶς, τό νέο σύστημα προ-εκάλεσε αισθητή μείωση τῶν συντάξεων εκείνων, οἱ όποιοι ἐπωφελοῦντο τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ προηγουμένου συστήματος. Προκειμένου νά μετριάσει τόν ἀντίκτυπο τῆς ἀνωτέρω μειώσεως ὁ κανονισμός 3085/78 ὅριζε, στό άρθρο 4, ὅτι «γιά τίς συντάξεις καί ἀποζημιώσεις, τά καθαρά ποσά τῶν ὁποίων υπέστησαν μείωση σέ σχέση μέ τό ποσό πού προκύπτει ἀπό τήν ἐφαρμογή τοῦ τωρινού συστήματος», τό νέο καθεστώς «θά έχει εφαρμογή μόνο ἀπό τήν 1η Όκτωβρίου 1979», προέβλεπε δέ ἐπί πλέον ὅτι «μετά τήν ἀνωτέρω ἡμερομηνία, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν καθαρών ποσών, ὅπως αὐτά προκύπτουν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος κανονισμού, καί τῶν ποσών πού εἰσεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979 θά μειώνεται κατά ένα δέκατο μηνιαίως».
3.
Δέν χωρεί αμφιβολία ὅτι οἱ τρεις υποθέσεις 127/80, 164/80 καί 167/80 δύνανται νά ἐξετασθούν ἀπό κοινοῦ ὡς πρός τήν ουσία, ἐφ' ὅσον, μέ προσφυγές πού ἐστρέφοντο κατά ἀτομικών ἐκτελεστών πράξεων, ὅλοι οἱ προσφεύγοντες ἀπέβλεπαν ουσιαστικώς στό ζήτημα τῆς εφαρμογής σ' αυτούς τῶν κανονισμών 3085/78 καί 1086/78. Προσθέτω ὅτι οἱ λόγοι πού ἐπεκαλέσθησαν κατά τῶν προαναφερθέντων κανονισμών οἱ Grogan, De Pascale καί Curtis εἶναι βασικῶς οἱ ἴδιοι. Κατά τους προσφεύγοντες, οι διατάξεις βάσει τῶν ὁποίων ἐκκαθαρίσθησαν ἀντιστοίχως οἱ συντάξεις τους, μειούμενες ἀπό τόν Όκτώβριο τοῦ 1979, ήταν παράνομες ἀπό πολλές ἀπόψεις, εἰδικώτερα δέ:
α)
λόγω παραβάσεως οὐσιωδών τύπων
β)
λόγω παραβιάσεως διαφόρων γενικών ἀρχων (ή δήθεν ἀρχων) τῆς ἐννομου κοινοτικῆς τάξεως (της ἀρχής τῆς μή προσβολής τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, τῆς ἀρχῆς τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, τῆς ἀρχης σύμφωνα μέ τήν οποία οἱ συντάξεις πού λαμβάνουν οἱ κοινοτικοί υπάλληλοι δέν δύνανται νά μειωθούν καί, τέλος, τῆς ἀρχῆς κατά τήν ὁποία ή διοίκηση υποχρεούται νά τηρεί τους θεμελιώδεις ὅρούς τῆς υπηρεσιακής σχέσεως)
γ)
λόγω καταχρήσεως εξουσίας
δ)
λόγω παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
4.
Ἡ παράβαση ουσιωδών τύπων εμφανίζεται, κατά τους προσφεύγοντες, ὑπό δύο μορφές, τῆς ἀντικανονικότητος τῆς διαδικασίας εκδόσεως τῶν κανονισμών 3085/78 καί 1086/78 (ιδίως, λόγω ελλείψεως διαβουλεύσεως μέ τό Κοινοβούλιο, τό Δικαστήριο, τήν Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, τήν επιτροπή κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως καί τήν επιτροπή προσωπικού), καθώς καί τῆς ελλείψεως αιτιολογίας. Ἐχω ήδη ἐξετάσει τους ἴδιους Ισχυρισμούς στίς προαναφερθείσες προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981, στίς όποιες εἶχα εκθέσει τήν άποψη ὅτι ἡ διαδικασία εκδόσεως τῶν δύο προαναφερθέντων κανονισμῶν ήταν ἀπολύτως κανονική. Ἐν τούτοις, πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι έλαβα τότε ὑπ᾽ ὄψη τήν ρύθμιση, γιά τήν ὁποία πρόκειται, λόγω τῆς ἐπιπτώσεως τῆς ἐπί τοῦ κόστους μεταφορᾶς ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κοινότητος, τμήματος τῶν ἀποδοχῶν τους σέ άλλες χώρες. Γι' αυτό, σκόπιμο εἶναι νά ἐπανέλθω τώρα στά προβαλλόμενα τυπικά ελαττώματα, τά όποια μόλις ἀνεφέρθησαν, εξετάζοντας τα σέ σχέση μέ τό ζήτημα των τροποποιήσεων πού επήλθαν στό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Α —
Όσον άφορᾶ τήν ἔλλειψη διαβονλεύ-σεως με τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρατηρῶ, κατ᾽ ἀρχάς, ὅτι ἡ διαβούλευση ήταν υποχρεωτική μόνο γιά τόν κανονισμό 3085/78, ὁ όποιος ἐτροποποίησε δύο διατάξεις τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων: τό άρθρο 63 καί τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VII. Πράγματι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 64 τῆς συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Ἐπιτροπῆς τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς καί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10 εδάφιο 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τό Κοινοβούλιο πρέπει νά εκφέρει γνώμη ἐπί κάθε προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἀντιθέτως ή διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο δέν εἶναι απαραίτητη ὅσον άφορᾶ τόν κανονισμό 3086/78, ἐφ᾽ ὅσον αυτός περιορίζεται στην λήψη τῶν εκτελεστικών διατάξεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως μέτρων καί πλέον συγκεκριμένα μέτρων πού ἀναφέρονται στους συντελεστές ἀναπροσαρμογής.
Σέ ποιο ἐπιχείρημα στηρίζεται ἡ άποψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν προηγήθη διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο; Οἱ προσφεύγοντες (ἰδίως ὁ δικηγόρος τοῦ De Pascale) ὑποστηρίζουν, κατ᾽ ἀρχάς, ὅτι υπεβλήθη στό Κοινοβούλιο σχέδιο τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πολύ διαφορετικό ἀπό τό κείμενο, τό όποιο ἀκολούθως ἐθεσπίσθη στίς 21 Δεκεμβρίου 1978, δηλαδή ἀπό τήν πρόταση πού υπέβαλε ἡ Ἐπιτροπή στό Συμβούλιο τήν 1η Ἀπριλίου 1978 (GU C 99, τῆς 22ας Ἀπριλίου 1977, σ. 5) πού ἀφορούσε τήν εισαγωγή τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων, καθώς καί στό καθεστώς πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί). Κατά τήν γνώμη τους, ἡ νέα πρόταση τοῦ 1978 έπρεπε νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο αυτοτελούς διαβουλεύσεως. Ἐπ' αὐτοῦ, ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω στίς ἀπόψεις πού εξέθεσα μέ τίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 (παράγραφος 20) καί νά επιμείνω στό γεγονός ὅτι ἡ τεχνική λύση πού καθιέρωσε ὁ κανονισμός 3085/78 καί ή ὁποία συνίσταται στην υιοθέτηση, γιά τήν καταβολή τῶν ἀμοιβών καί συντάξεων τῶν υπαλλήλων, τῶν τιμών συναλλάγματος πού χρησιμοποιοῦνται γιά τόν κοινοτικό προϋπολογισμό ἀντί τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος, δέν ἐτροποποίησε, ἀπό οἰκονομική άποψη, τό σύστημα τῶν συντάξεων πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικού φράγκου. Τέλος, οἱ ίδιες ἀρνητικές συνέπειες, οἱ όποιες επήλθαν ἐπί τῶν ποσών ὁρισμένων συντάξεων κατόπιν τῶν νέων ισοτιμιών (πού συνοδεύονται ἀπό τους νέους συντελεστές ἀναπροσαρμογῆς), θά ἐπήρχοντο καί στην περίπτωση πού θά εἰσήγετο ἡ ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα.
Οἱ προσφεύγοντες (Ιδίως ὁ δικηγόρος τοῦ Curtis ισχυρίζονται ἀκόμη ὅτι ἡ Ἐπιτροπή παρείχε ανεπαρκή καί εσφαλμένα στοιχεία στό Κοινοβούλιο, ὅταν τό 1977 τού διεβί-βασε τήν πρώτη τῆς πρόταση περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διαβεβαιώνοντας ὅτι τό νέο σύστημα τῶν τιμῶν συναλλάγματος δέν θá συνεπήγετο μείωση τῶν ἀποδοχών τών υπαλλήλων.
Κατά τρόπο γενικό, σημειώνω ὅτι τό γεγονός καί μόνο ὅτι ἡ Ἐπιτροπή υποβάλλει προτάσεις νομοθετικών πράξεων στό Κοινοβούλιο, παρέχει στό τελευταίο τήν δυνατότητα νά εκπληρώσει τήν συμβουλευτική του λειτουργία. Συνεπώς, θεωρώ ὅτι δέν πρέπει νά γίνει δεκτή ή άποψη, σύμφωνα μέ τήν οποία οἱ διασαφηνίσεις πού παρείχε ἡ Ἐπιτροπή καί οἱ προβλέψεις πού εἶναι σέ θέση νά διατυπώσει ἐπί τῶν ἀποτελεσμάτων καί τῶν επιπτώσεων μιᾶς συγκεκριμένης προτάσεως (ή ή έλλειψη διασαφηνίσεων ἡ ὀρθών προβλέψεων) δύνανται νά διαδραματίσουν τόσο σημαντικό ρόλο, ώστε νά στερείται τό Κοινοβούλιο τῆς δυνατότητος νά εκφέρει έγκυρη γνώμη ἐπί τοῦ κειμένου πού τοῦ υποβάλλεται. Βεβαίως, εναπόκειται στό όργανο, ἡ γνώμη τοῦ οποίου ζητείται, νά ἐξετάσει τίς συνέπειες μιᾶς νομοθετικής πράξεως ἐπί τῆ βάσει τῆς προτάσεως πού τοῦ διαβιβάζεται σέ περίπτωση πού δέν λάβει ύπ' ὄψη κάποια συνέπεια, αυτό δέν δύναται, βεβαίως, νά ἀποτελέσει διαδικαστικό ελάττωμα. Ἐπί πλέον, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι τό Κοινοβούλιο διαθέτει τά ἀναγκαία τεχνικά μέσα προκειμένου νά κατατοπισθεί γιά τήν σημασία καί τίς επιπτώσεις τῶν προτάσεων, ἐπί τῶν ὁποίων καλείται νά εκφέρει τήν γνώμη του. Πράγματι, ó κανονισμός τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως ενεκρίθη στίς 12 Μαρτίου 1979, ὁρίζει στό άρθρο 39, παράγραφος 4, ὅτι «κάθε επιτροπή δύναται κατόπιν συμφωνίας μέ τό γραφείο ..., νά ἀναθέσει σέ ἕνα ἡ περισσότερα ἀπό τά μέλη τῆς μία ἀποστολή μελέτης ἡ ενημερώσεως» καί, στό άρθρο 40, παράγραφος 2, ὅτι στίς συνεδριάσεις τών επιτροπών δύνανται επίσης νά καλούνται, έκτός τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου, άλλα άτομα (προφανώς πραγματογνώμονες) πού δύνανται νά λαμβάνουν τόν λόγο.
Ἀφού διευκρινίσθη τό ἀνωτέρω προκαταρκτικό σημείο, πιστεύω ὅτι εἶναι σκόπιμο νά εξετασθεί ἄν ὁ ισχυρισμός τοῦ προσφεύγοντος, τόν όποιο ἀνέφερα προηγουμένως, εἶναι ὀρθός, δηλαδή ἄν καί, ενδεχομένως, μέχρι ποίου σημείου ἡ Ἐπιτροπή ἐπαραπλάνησε τό Κοινοβούλιο ὡς πρός τίς συνέπειες τῆς προτάσεως της, βάσει τῆς οποίας ἐξεδόδη ἀκολούθως ὁ κανονισμός 3085/78, ούτως ὥστε νά μή δύναται τό Κοινοβούλιο νά ἀντιληφθεί ὅτι ή πρόταση αυτή είχε σοβαρές ἀρνητικές συνέπειες γιά ὁρισμένους συνταξιούχους.
Δύο γεγονότα δέν επιδέχονται συζήτηση. Πρώτον, ἡ σιωπή τοῦ επιτρόπου Tugendhat ὅσον άφορᾶ τό ἀνωτέρω πρόβλημα, ὅταν ή πρόταση τοῦ κανονισμού 3085/78 ἀπετέλεσε ἀντικείμενο κοινοβουλευτικής συζητήσεως κατά τήν συνεδρίαση τῆς 7ης 'Ιουλίου 1977, επεσήμανε ὅτι τό νέο σύστημα εἶχε ὡς στόχο «τήν οικονομική ουδετερότητα» (GU παράρτημα 219, 'Ιούλιος 1977, πλήρη πρακτικά τῶν συνεδριάσεων τῆς 4ης έως 8ης 'Ιουλίου 1977, σ. 303), χωρίς νά ἀναφέρει τίς συνέπειες πού προκαλούσε τό ἐν λόγω σύστημα ἐπί τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων καί, ἰδίως, ἐπί τῆς καταστάσεως τῶν συνταξιούχων πού διέμεναν σέ Κράτη μέλη μέ ἀδύνατο νόμισμα, οἱ όποιοι ἐζήτησαν νά πληρώνονται σέ βελγικά φράγκα. Δεύτερον, οἱ διαβεβαιώσεις πού παρείχε ἡ Ἐπιτροπή, σύμφωνα μέ τίς όποιες ἡ πρόταση της δέν προξενοῦσε ζημία στους ὑπαλλήλους καί στό λοιπό προσωπικό, ὅσον άφορα την πραγματική άξια τῶν ἀποδοχών, τῶν συντάξεων καί τῶν ἀποζημιώσεων. Στις ἀνωτέρω διαβεβαιώσεις ἀνεφέρθησαν τόσο ἡ ἔκθεση πού υπέβαλε ὁ Cointat γιά λογαριασμό τῆς επιτροπῆς προϋπολογισμῶν (έγγραφο 218/77, 7 'Ιουλίου 1977, ΕΚ 21.101/ὁρ. σημείο 13) ὅσο καί τό προοίμιο τοῦ ψηφίσματος μέ τό όποιο τό Κοινοβούλιο εξέφερε τήν γνώμη του ἐπί τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς (GU C 183, 1η Αὐγούστου 1977, σ. 55, πέμπτη αιτιολογική σκέψη).
Ἐν τούτοις, άλλα περιστατικά δεικνύουν ὅτι τό Κοινοβούλιο έλαβε γνώση τῶν συνεπειών, πού θά εἶχε τό νέο σύστημα ἐπί τοῦ ποσοῦ ὁρισμένων συντάξεων. Ή προαναφερθείσα έκθεση τοῦ Cointat συμπληρώνεται μέ ένα παράρτημα (Ι), τό όποιο περιέχει συγκριτικό πίνακα «τῶν συντάξεων πού ὑπολογίζονται σύμφωνα μέ τίς σημερινές διατάξεις τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (1977) καί τήν πρόταση κανονισμού τοῦ Συμβουλίου, «COM (77) 43 τελικό». Ό ἐν λόγω πίνακας ἀναλύει τήν οικονομική κατάσταση τῶν συνταξιούχων πού διαμένουν σέ χώρες μέ ἀδύνατο νόμισμα, οἱ όποιοι προετίμησαν σύμφωνα μέ τό άρθρο 45 τοῦ παραρτήματος 8 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, νά πληρώνονται στό νόμισμα τῆς χώρας διαμονής, δεικνύει δέ σαφῶς ὅτι γι' αυτούς τό νέο σύστημα δέν συνεπάγεται μείωση τῶν συντάξεων πάντως, στις επεξηγηματικές σημειώσεις πού τόν συνοδεύουν ἀναφέρεται, ὑπό τό στοιχείο Β, ὅτι «ἄν ἡ καταβολή (τῶν συντάξεων) διενεργείται στό νόμισμα τῆς χώρας διαμονής, τό συμφέρον, πού υφίσταται τώρα καί συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν επιλογή πού προβλέπεται στό άρθρο 45 τοῦ παραρτήματος 8 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, θά ἐκλείψει». Τίς ἀρνητικές συνέπειες τοῦ νέου συστήματος ἐπί τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων πού χορηγοῦνται σέ κατοίκους χωρών μέ υψηλό ποσοστό πληθωρισμοῦ, οἱ όποιοι επέλεξαν νά πληρώνονται σέ βελγικά φράγκα, εἶχε επισημάνει καί ὁ εισηγητής τῆς επιτροπῆς προϋπολογισμών. Πρέπει νά προστεθεί ὅτι τό Κοινοβούλιο ἐγνώριζε καλώς τήν παράλληλη τροποποίηση τῶν γεωγραφικών συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί τίς ἐπιπτώσεις της πράγματι, στό σημεῖο 10 τῆς εκθέσεως Cointat, διευκρινίζεται ὅτι οἱ συντελεστές ἀναπροσαρμογής πρέπει νά τροποποιηθοῦν, οὕτως ώστε νά δύνανται νά χρησιμεύσουν, «ὅπως προεβλέφθη αρχικώς, γιά νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ αυξήσεις τοῦ κόστους ζωής καί νά μη χρησιμοποιοῦνται ὡς διορθωτικοί τῶν ισοτιμιών συναλλάγματος». Οἱ ἴδιες ἀπόψεις ἐπανελήφθησαν ἀκολούθως στό ψήφισμα τοῦ Κοινοβουλίου πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω. Πράγματι, στην τετάρτη αιτιολογική σκέψη ἀναφέρεται, μεταξύ άλλων, ὅτι «ή εισαγωγή τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος επιτρέπει νά χρησιμοποιείται ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πρός διόρθωση τῶν ισοτιμιών συναλλάγματος» καί ὅτι «ὁ τελευταίος θά χρησιμεύει στό έξῆς, ὅπως προεβλέφθη ἀρχικώς, κυρίως γιά νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ αυξήσεις τοῦ κόστους ζωής».
Κατά τήν γνώμη μας, ὁρισμένα σημεία τῆς παρεμβάσεως τοῦ lange στίς ἐν λόγω κοινοβουλευτικές συζητήσεις εἶναι ἐξ ἴσου σημαντικά. Σχολιάζοντας τά στοιχεία πού παρείχε ἡ Ἐπιτροπή ἐπί τῶν επιπτώσεων τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως τοῦ ὑπολο-γισμοῦ τῶν ἀποδοχών καί τῶν συντάξεων, ἀνεφέρθη στους «πίνακες πού υποδεικνύουν τα ποσά πού κατεβλήθησαν σέ τέως υπαλλήλους τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ», οἱ όποιοι περιέχονται στην σελίδα 13 (πίνακας συντάξεων) καί στην σελίδα 14 (πίνακας ἀποζημιώσεων ἐθελοντικής ἐξόδου ἀπό τήν υπηρεσία) τῆς εκθέσεως Cointat, παρατηρώντας ὅτι τά νέα ποσά ἐλάμβαναν ὑπ' ὄψη την διαφορά τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων (πρβλ. τά προαναφερθέντα πλήρη πρακτικά τῶν συνεδριάσεων τοῦ Ευρωπαϊκοί) Κοινοβουλίου της 4ης έως 8ης 'Ιουλίου 1977, σ. 304) καί δέν παρέλειψε νά υπαινιχθεί τίς στρεβλώσεις, οἱ ὁποιες είχαν καταστεί δυνατές ὑπό τό προηγούμενο σύστημα, ὅταν ἐδήλωνε ὅτι: ... ὁρισμένες ἐνέργειες δέν εἶναι πλέον δυνατές ὅπως ήταν τό 1965, ὅταν ἡ τιμή τῶν λογιστικών μονάδων συνεδέετο μέ τό δολλάριο ... Όρισμένα νομίσματα ἀπετέλεσαν τότε ἀντικείμενο περιέργων ενεργειών, γεγονός πού έδωσε ἀφορμή γιά τήν δημιουργία καθόλου ευχάριστων καταστάσεων».
Τέλος, ἄς μοῦ ἐπιτραπεί νά πω ὅτι ή έλλειψη εἰς βάθος συζητήσεως ἐπί της εἰδικῆς αυτής πλευρᾶς τῆς μεταρρυθμίσεως, δέν ἀποτελεί έκπληξη. Τό νέο σύστημα δέν εἶχε στήν πραγματικότητα επιπτώσεις γιά ένα μεγάλο ἀριθμό συντάξεων τίς συντάξεις πού κατεβάλλοντο σέ βελγικά φράγκα στους συνταξιούχους πού διέμεναν στό Βέλγιο ἡ στό Λουξεμβοῦργο ἡ σέ άλλα Κράτη μέλη μέ ισχυρό νόμισμα καί ὅλες τίς συντάξεις πού κατεβάλλοντο σέ ἐγχώρια νομίσματα στους συνταξιούχους πού διέμεναν σέ χώρες άλλες έκτός τοῦ Βελγίου ή τοῦ Λουξεμβούργου. Παρά τήν τροποποίηση τῶν ἰσοτιμιών καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς, οἱ συνταξιοῦχοι πού εμπίπτουν στίς ανωτέρω κατηγορίες έλαβαν τήν ἴδια σύνταξη, ἀπό άποψη ἀγοραστικής δυνάμεως, μέ τήν σύνταξη πού τους ἐχορηγεῖτο πρίν ἀπό τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ νέου συστήματος. Ἀφ' ἑτερου, τό προηγούμενο σύστημα, τό όποιο ἐπέτρεπε στους συνταξιούχους πού διέμεναν σέ χῶρες μέ υψηλό ποσοστό πληθωρισμοῦ νά λαμβάνουν συντάξεις πολύ υψηλότερες ἀπό ἐκείνες πού κατεβάλλοντο στους συνταξιούχους πού διέμεναν στό Βέλγιο ἡ στό Λουξεμβοῦργο, προκαλοῦσε σημαντική στρέβλωση, ως πρός τήν νομιμότητα τῆς ὁποίας (τουλάχιστον ὑπό τό πρίσμα τῆς τηρήσεως της ἀρχής τῆς ἰσότητος) δύναται κανείς νά έχει σοβαρές ἀμφιβολίες.
Β —
Τόν ισχυρισμό πού άφορᾶ τήν ἔλλειψη διαβονλεύσεως μέ τό Δικαστήριο υπεστήριξε ὁ δικηγόρος τοῦ Curtis. Ό ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην άποψη ὅτι τό Δικαστήριο εἶχε εκφέρει γνώμη ἐπί προτάσεως κανονισμοί) πολύ διαφορετικής ἀπό τό κείμενον πού ενεκρίθη τό 1978 καί ὅτι, συνεπώς, ήταν ἀπαραίτητη μία νέα διαβούλευση. Ή ἀνωτέρω αιτίαση δέν διαφέρει της ἀναλόγου περιεχομένου αιτιάσεως, ή ὁποία προεβλήθη, ὅσον άφορᾶ τήν διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο. Επομένως, ἁπλῶς σημειώνω ὅτι μεταξύ τοῦ σχεδίου, τό όποιο υπεβλήθη στά ἁρμόδια όργανα γιά νά ἐκφέρουν τήν γνώμη τους τό 1977, καί τοῦ σχεδίου, τό όποιο ἀκολούθως υἱοθετήθη τό 1978, δέν υπήρχαν διαφορές τέτοιες, ώστε νά πρέπει νά κινηθεί νέα διαδικασία διαβουλεύσεων.
Γ —
Οἱ προσφεύγοντες (ιδίως οἱ δικηγόροι τῶν Curtis καί De Pascale) ισχυρίζονται ὅτι ὁ κανονισμός 3085/78 βαρύνεται επίσης μέ ελάττωμα λόγω τῆς ελλείψεως διαβονλεύσεως με τήν Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή καί τό Ἐλεγκτικό Σννέδριο. Ἐπικαλούνται τό άρθρο 24 τῆς συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τό όποιο «τό Συμβούλιο εκδίδει μέ ειδική πλειοψηφία, προτάσει τῆς Ἐπιτροπῆς καί κατόπιν διαβονλεύσεως μέ τά άλλα ἐνδιαφερόμενα όργανα, τόν κανονισμό περί της υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων... καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί)...». Ή ἀναφορά στά «άλλα ενδιαφερόμενα όργανα», τά όποια πρέπει νά εκφέρουν τήν γνώμη τους, πρίν ἀπό τήν έκδοση ἡ τήν τροποποίηση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, περιλαμβάνει, κατά τους προσφεύγοντες, τήν Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή καί τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο.
Ή ἀνωτέρω άποψη δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Στίς προτάσεις μου τῆς 19ης Μαΐου 1981, εἶχα ήδη επικρίνει καί ἀπορρίψει τήν άποψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ λέξη «όργανα», ἡ όποια στίς συνθήκες περί ιδρύσεως τῶν Κοινοτήτων ἐχρησιμοποιήθη ἀποκλειστικώς πρός υποδήλωση τοῦ Συμβουλίου, τῆς Ἐπιτροπής, τοῦ Κοινοβουλίου καί τοῦ Δικαστηρίου, δύναται ἐν προκειμένω νά συμπεριλάβει ὅλα τά ὄργανα, τά όποια, στό πλαίσιο τῆς Κοινότητος, ἀπα-σχολοῦν προσωπικό. Ἐξήγησα ὅτι «παρόμοια ερμηνεία θά Ισοδυναμοῦσε σέ «παραβίαση» τοῦ γράμματος τοῦ κανόνος, πράγμα μή δικαιολογούμενο οὔτε ἀπό συστηματικής ἀπόψεως οὔτε ἀπό τόν σκοπό τοῦ μνημονευθέντος ἄρθρου 24», προσέθεσα δέ ὅτι ήταν λογικό νά προσδίδεται ιδιαίτερα σημαντικός ρόλος, κατά την έκδοση καί τήν ἀναθεώρηση τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των ὑπαλλήλων μόνο στα κατά κυριολεξία κοινοτικά ὄργανα. Ἐδώ, επιβεβαιώνω τήν γνώμη μου, λόγω τοῦ γεγονότος επίσης ὅτι οἱ διάδικοι δέν προέβαλαν κανένα επιχείρημα, τό όποιο θά μέ ὁδηγοῦσε σέ ἀναθεώρηση τῆς ἀπόψεως πού εἶχα εκφέρει τότε.
Ό δικηγόρος τοῦ De Pascale επεδίωξε νά τονίσει ιδιαιτέρως τό επίθετο «ενδιαφερόμενα», τό όποιο συνοδεύει τό ουσιαστικό «οργανα». Στό πλαίσιο τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 24, πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς «ενδιαφερόμενα» ὅλα τά ὄργανα, τά όποια ἀπασχολοῦν ὑπαλλήλους. Κατά συνέπεια, δεδομένου ὅτι ἡ Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή καί τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο διαθέτουν επίσης προσωπικό, πρέπει νά εξομοιωθοῦν μέ τά καθ' αὑτά ὄργανα, πού χαρακτηρίζονται ὡς τέτοια ἀπό τίς συνθήκες. Ἀλλά, κατά τήν γνώμη μου, ή άποψη αύτη δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Ἐμφανίζει τό μειονέκτημα ὅτι προσδίδει στό επίθετο «ενδιαφερόμενα» υπερβολική βαρύτητα, μέχρι τοῦ σημείου νά υποστηρίζεται ὅτι μία τέτοια ἑρμηνεία τῆς λέξεως αυτής επιτρέπει τήν διαφοροποίηση τῆς τεχνικής σημασίας τοῦ ὅρου «ὄργανα», όπως αὐτή δύναται νά συναχθεί ἀπό τό κείμενο τῶν συνθηκών. Ἀντιθέτως, θεωρώ ὅτι, ἀναφερόμενο στην διαβούλευση μέ τά ενδιαφερόμενα ὄργανα, τό άρθρο 24 έλαβε ὑπ᾽ ὄψη τήν περίπτωση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό πεδίο εφαρμογής τῶν ὁποίων περιορίζεται σέ ένα ἡ σέ ορισμένα μόνον ὄργανα. Ὡς παράδειγμα, ἀναφέρω τίς διατάξεις τοῦ τίτλου VIII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως («Ειδικές διατάξεις πού εφαρμόζονται στους υπαλλήλους τοῦ επιστημονικοῦ καί τεχνικοῦ κλάδου τῶν Κοινοτήτων»), τίτλος ὁ όποιος, ὁπως διευκρινίζεται στό πρώτο εδάφιο τοῦ άρθρου 92, καθορίζει «τίς ειδικές διατάξεις πού ἐφαρμόζονται στους υπαλλήλους τῶν Κοινοτήτων πού κατέχουν στόν πυρηνικό τομέα θέση, γιά τήν οποία ἀπαιτοῦνται επιστημονικά ἡ τεχνικά προσόντα καί πού ἀμείβονται ἀπό τίς πιστώσεις πού διατίθενται ἀπό τόν προϋπολογισμό ερευνών καί επενδύσεων». Είναι σαφές ὅτι μία ενδεχόμενη τροποποίηση ορισμένων διατάξεων τοῦ ἐν λόγω τίτλου δέν ενδιαφέρουν τό Δικαστήριο, τό όποιο δέν διαθέτει πρός άσκηση τῶν ἁρμοδιοτήτων του τό τεχνικό προσωπικό πού εμπίπτει στην ἀναφερθείσα κατηγορία· ἐκ τῶν ανωτέρω έπεται ὅτι, βάσει τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 24, δέν πρέπει νά προηγηθεί διαβούλευση μέ τό Δικαστήριο σχετικά μέ πρόταση τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού άφορᾶ τίς προαναφερθείσες διατάξεις. Συνεπώς, ἡ έκφραση «ενδιαφερόμενα ὄργανα» δύναται νά ερμηνευθεί σύμφωνα μέ τό κριτήριο, κατά τό όποιο εἶναι δυνατόν νά περιορισθεί ὁ ἀριθμός τῶν ὀργάνων μέ τά όποια πρέπει νά προηγείται διαβούλευση σέ περίπτωση τροποποιήσεως ὁρισμένων διατάξεων τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή ἀνωτέρω ερμηνεία μοῦ φαίνεται χωρίς καμμία ἀμφιβολία προτιμότερη, διότι έχει τό πλεονέκτημα ὅτι διατηρεί τήν τεχνική σημασία τῆς λέξεως «ὄργανα» εντός τοῦ πλαισίου τῶν συνθηκών καί διότι ταυτοχρόνως συμφωνεί προς τήν κατά κυριολεξία έννοια τῆς λέξεως «ενδιαφερόμενα», λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη τοῦ γεγονότος ὅτι τό ενδιαφέρον κάθε ὀργάνου νά εκφέρει τήν γνώμη του, εξαρτάται ἀπό τό περιεχόμενο τῶν διατάξεων πού πρέπει νά τροποποιηθοῦν.
Ό δικηγόρος τοῦ De Pascale ἀνέπτυξε ἀκολούθως ένα άλλο επιχείρημα, μέ τό όποιο προβάλλει τό γεγονός ὅτι στην Πράξη περί τῶν ὅρων προσχωρήσεως στίς Κοινότητες τῆς Δανίας, τῆς 'Ιρλανδίας καί τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεταν-νίας καί τῆς Βορείου 'Ιρλανδίας καί τῶν προσαρμογών τῶν συνθηκών, στόν πρώτο τίτλο τοῦ δεύτερο μέρους («διατάξεις περί τῶν ὀργάνων») ρυθμίζεται ἡ προσαρμογή τῶν συνθηκῶν ἐν ἀναφορᾶ τόσο πρός τά τέσσερα καθ' αυτά όργανα ὅσο καί πρός τά άλλα όργανα, ἰδίως δέ την Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή, τήν Συμβουλευτική Ἐπιτροπή ΕΚΑΧ καί τήν Ἐπιστημονική καί Τεχνική Ἐπιτροπή. Αυτό δείχνει ότι στό επίπεδο τῶν πρωτογενών διατάξεων, ὅπως εἶναι βεβαίως οἱ διατάξεις τῆς πράξεως προσχωρήσεως, έκτός ἀπό τίς διατάξεις των συνθηκών περί ιδρύσεως τῶν Κοινοτήτων, ἡ Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή θεωρείται ως «ὄργανο».
Ἐν τούτοις, τό επιχείρημα δέν ἀντέχει σέ κριτική εξέταση. Πρῶτο, ὁ τίτλος «διατάξεις περί τῶν ὀργάνων» δέν σημαίνει ἀνα-γκαίως ὅτι πρόκειται γιά διατάξεις πού ἀφορούν τά ὄργανα. Εἶναι λογικότερο νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι πρόκειταιι για διατάξεις πού ἀφορούν θεσμικά θέματα, δηλαδή τίς δομές ὀργανώσεως τῶν Κοινοτήτων. 'Η ἀκρίβεια τῆς ἀνωτέρω ἑρμηνείας επιβεβαιώνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ πρώτος τίτλος περιέχει επίσης, ὅπως εἴδαμε, διατάξεις περί τῆς Συμβουλευτικής Ἐπιτροπής ΕΚΑΧ καί τῆς Ἐπιστημονικής καί Τεχνικής Ἐπιτροπής επομένως, εἶναι πραγματικῶς υπερβολικό νά δεχθεί κανείς ὅτι αὐτές οἱ δύο επιτροπές, οἱ όποιες διαδραματίζουν περιορισμένο καί ειδικό ρόλο στην κοινοτική ὀργάνωση, δύνανται νά χαρακτηρισθοον ὡς «όργανα», ὅπως ἡ Ἐπιτροπή, τό Κοινοβούλιο, τό Συμβούλιο καί τό Δικαστήριο.
Δεύτερον, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ἡ πρόσφατη τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 1, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 1376/78 τῆς 21ης 'Ιουνίου 1977, τροποποίηση ἡ ὁποία συνίσταται στην προσθήκη δευτέρου εδαφίου, τό όποιο ὁρίζει ὅτι «έκτός ἀντιθέτων διατάξεων, ἡ Οικονομική καί Κοινωνική επιτροπή καί τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ἐξομοιοῦνται, γιά τήν εφαρμογή τον παρόντος κανονισμοῦ, μέ τά όργανα τών Κοινοτήτων». Ὅπως παρετηρήσαμε στίς προτάσεις μας τῆς 14ης Μαίου 1981, αυτό δείχνει ὅτι «ὅταν ὁ κοινοτικός νομοθέτης ἐθέλησε νά εξομοιώσει ὁρισμένα όργανα μέ τά κοινοτικά όργανα, τό ἔπραξε χρησιμοποιώντας ρητές διατάξεις καί περιορίζοντας τήν εξομοίωση σέ καθορισμένο νομοθετικό πλαίσιο συνεπώς, δικαιολογείται τό συμπέρασμα ὅτι ἐν ἀπουσία διατάξεων ad hoc, ὅταν οἱ πηγές τοῦ πρωτογενούς καί τοῦ παραγώγου δικαίου ἀναφέρονται σέ «όργανα», ἀναφέρονται στά όργανα, τά όποια θεωρούνται ὡς τέτοια ἀπό τίς συνθήκες.
Κατά συνέπεια, φρονώ ὅτι ἡ έλλειψη διαβουλεύσεως μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή καί τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο δέν επηρεάζει τό κύρος τοῦ κανονισμού 3085/78.
Δ —
Όσον άφορα τήν έλλειψη διαβονλεύ-σεως με τήν ἐπιτροπή τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως, πού επικαλείται κατά τρόπο γενικό ὁ δικηγόρος τοῦ De Pascale, επισημαίνω ὅτι τό άρθρο 10, εδάφιο 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως προβλέπει ὅτι τήν επιτροπή αυτή, ἡ ὁποία ἀποτελείται ἀπό εκπροσώπους τῶν ὀργάνων τῶν Κοινοτήτων καί εκπροσώπους τῶν επιτροπών προσωπικού «συμβουλεύεται ἡ Ἐπιτροπή ἐπί κάθε προτάσεως ἀναθεωρήσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως». Δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη πρέπει νά ἐφαρμοσθεί στόν κανονισμό 305/78, ὀ όποιος ἔχει ὡς ἀντικείμενο ὁρισμένες τροποποιήσεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί, πράγματι, τό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 3085/78 πιστοποιεί ὅτι εδόθη ἡ ἐν λόγω γνώμη. Οἱ προσφεύγοντες διατείνονται ὅτι ἀντικείμενο τῆς γνώμης αυτής ήταν σχέδιο τροποποιήσεως πολύ διαφορετικό τοῦ κειμένου πού ενεκρίθη τόν Δεκέμβριο τοῦ 1978 καί ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, έπρεπε νά έχουν προηγηθεί νέες διαβουλεύσεις γιά τό τελευταίο αυτό κείμενο. Ταυτόσημη άποψη ὑπεστηρίχθη σχετικά μέ τήν επικαλούμενη έλλειψη διαβουλεύσεως μέ τό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο' συνεπώς, ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω στίς παρατηρήσεις πού ἀνέπτυξα εξετάζοντας τά δύο αυτά σημεία.
Τό νομικό πλαίσιο εἶναι διαφορετικό, σέ σχέση μέ τόν κανονισμό 3086/78. Στίς προτάσεις μας τῆς 14ης Μαίου, εἶχα ἤδη την ευκαιρία νά υποστηρίξω ὅτι ὁ κανονισμός αυτός «ἀποβλέπει στην εκτέλεση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφοροϋν τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής ... καί, συνεπῶς, τοποθετείται ἀπό πλευράς ιεραρχίας τῶν κοινοτικών πηγῶν σέ δευτερεύουσα ἐν σχέσει μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως θέση». Ὑπό αυτές τίς συνθήκες, δέν ἀπαιτείται ἡ διαβούλευση μέ την Ἐπιτροπή κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως' πράγματι, είδαμε ὅτι τό άρθρο 10 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, άφορα μόνο τίς προτάσεις αναθεωρήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Στίς ἴδιες προτάσεις τῆς 14ης Μαΐου, παρετήρησα ὅτι υποχρέωση διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως δέν ἠδύνατο νά συναχθεί ούτε ἀπό τό άρθρο 110 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο ὁρίζει ὅτι «οἱ γενικές διατάξεις πρός εκτέλεση τοῦ παρόντος κανονισμοῦ θεσπίζονται ἀπό κάθε όργανο κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν ἐπιτροπή προσωπικοῦ του καί κατόπιν γνώμης τῆς επιτροπής κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 10». Ἐτόνισα τότε τό γεγονός ὅτι «τό άρθρο 110 ἀναφέρεται στίς γενικές διατάξεις, τίς όποιες πρέπει νά θεσπίσει κάθε όργανο στό δικό του πλαίσιο πρός εκτέλεση τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ..., ἐνῶ ὁ κανονισμός ... περιλαμβάνει διατάξεις πού προορίζονται νά εφαρμοσθοῦν κατά τόν ἴδιο τρόπο στό προσωπικό ὅλων τῶν ὀργάνων». Δέν μετέβαλα γνώμη καί, συνεπώς, φρονώ ὅτι δέν είναι ἀναγκαίο νά επεκταθώ περισσότερο ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ.
Ε —
Όσον άφορᾶ τήν έλλειψη διαβουλεύσεως μέ τήν ἐπιτροπή προσωπικοῦ, ένα άλλο δήθεν ελάττωμα πού επικαλείται ὁ δικηγόρος τοῦ De Pascale, πρέπει ἐκ νέου νά επιστήσω τήν προσοχή στό άρθρο 110 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο απαιτεί νά εκφέρει τήν γνώμη τῆς ἡ ἐν λόγω Ἐπιτροπή πρίν θεσπισθοῦν οἱ γενικές εκτελεστικές διατάξεις, τίς όποιες πρέπει νά εκδώσει κάθε όργανο στό δικό του πλαίσιο. Ἀλλά, δέν ὑφίσταται καμμία νομική βάση γιά νά υποστηριχθεῖ τό ἀπαραίτητο μιᾶς τέτοιας διαβουλεύσεως ὅσον άφορᾶ τους κανονισμούς 3085 καί 3086 πράγματι, ὁ πρώτος περιλαμβάνει διατάξεις πού τροποποιοῦν τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως καί ὁ δεύτερος εκτελεστικές διατάξεις πού προορίζονται νά ἐφαρμοσθοῦν κατά τόν ἴδιο τρόπο στό προσωπικό ὅλων τῶν ὀργάνων.
Ζ —
Κατά τόν δικηγόρο τοῦ Curtis, υπάρχει παράβαση ουσιωδών τύπων, καί γιά τόν λόγο ὅτι οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 εἶναι ἀνεπαρκώς αιτιολογημένοι. Ὁ λόγος αὐτός δέν μοῦ φαίνεται περισσότερο βάσιμος ἀπ᾿ ὅ,τι οἱ προηγούμενοι. Ή δευτέρα αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμοῦ 3085/78 ἀναφέρει ὅτι «κατέστη ἀναγκαία ἡ τροποποίηση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφοροῦν τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθοῦν κατά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως». Ό ισχυρισμός αυτός, ἄν καί λακωνικός, μοῦ φαίνεται επαρκής πρός τόν σκοπό εκπληρώσεως τῆς υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πού καθορίζεται στό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κυρίως ἐφ᾿ ὅσον, ὁπως έχουμε ήδη παρατηρήσει στίς προτάσεις μας τῆς 14ης Μαΐου 1981, συσχετίζεται μέ τίς γνώμες πού εξέφεραν τά όργανα πού ἀναφέρονται στό προοίμιο. Ἀκολούθως, μοῦ φαίνεται επαρκής καί ἡ αιτιολογία τοῦ κανονισμοῦ 3086/78. Ἐν προκειμένω, υπενθυμίζω τήν άποψη πού υπεστήριξα στίς προηγούμενες προτάσεις μου, δηλαδή ὅτι «ή μοναδική αιτιολογική σκέψη παραπέμπει... στην ἐπελθοῦσα τροποποίηση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφοροῦν τίς νομισματικές ισοτιμίες καί στην συνεπομένη ἀνάγκη προσαρμογής τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται στίς ἀποδοχές καί στίς συντάξεις».
5.
Ἔρχομαι τώρα στην εξέταση τῶν δήθεν παραβιάσεων τῶν γενικών ἀρχων, μέ τίς όποιες βαρύνονται οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78. Οί προσφεύγοντες ἰσχυρίζονται, κατά πρώτον ὅτι ἡ ἀρχή τοῦ σεβασμοί) τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων παρεβιάσθη, εἰς βάρος ὅλων τῶν συνταξιούχων, οἱ όποιοι, ὑπό τό παλαιό καθεστώς, ἐδήλωσαν ὅτι διαμένουν σέ χώρα μέ αδύνατο νόμισμα καί οἱ όποιοι ταυτοχρόνως ἐζήτησαν την καταβολή τῶν συντάξεων σέ βελγικά φράγκα, δεδομένου ὅτι συνάγουν ἀπό τήν ἀρχή αὐτη τό δικαίωμα νά διατηρήσουν άθικτο τό ποσό πού ἐλάμβαναν πρίν ἀπό τήν ἐναρξη ἰσχύος τοῦ νέου συστήματος. Δηλαδή, προϋποθέτουν ὅτι κατά τό χρονικό σημείο πού οἱ λεπτομέρειες καταβολής ἐτροποποιήθησαν, εἶχαν ήδη ὁριστικώς ἀποκτήσει τό δικαίωμα νά λαμβάνουν σύνταξη ἴση μέ τήν σύνταξη πού τους κατεβάλλετο πρίν ἀπό τήν ημερομηνία αυτή, ποσό τό όποιο ή διοίκηση δέν είχε δικαίωμα νά μειώσει.
Στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 (παράγραφος 24), είχαμε ήδη ἀσχοληθεί μέ τήν έννοια τοῦ κεκτημένου δικαιώματος καί μέ τόν τρόπο, μέ τόν όποιο ερμηνεύεται ἀπό τό Δικαστήριο. Ἑπομένως απλώς υπενθυμίζω συνοπτικῶς ὅτι, γιά νά εἶναι δυνατή ή δημιουργία κεκτημένων δικαιωμάτων, πρέπει τό γενεσιουργό γεγονός τοῦ δικαιώματος νά συμβεί υπό τό καθεστώς διατάξεων προγενεστέρων τῶν τροποποιήσεων, οἱ ὁποιες ἐθεσπίσθησαν μεταγενεστέρως ἀπό τήν κοινοτική ἀρχή. Αὐτό συνεπάγεται ὅτι ἡ τελευταία δέν δύναται νά τροποποιήσει τόν κανονισμό ὑπηρεσιακής καταστάσεως αναδρομικώς εἰς βάρος τῶν υπαλλήλων καί τῶν πρώην υπαλλήλων, άλλά δέν συνεπάγεται καθόλου ὅτι δέν δύναται νά τροποποιήσει, επίσης κατά τρόπο δυσμενή, τό νομικό καί οικονομικό καθεστώς τῶν ὑπαλλήλων καί τῶν συνταξιούχων γιά τό μέλλον. Είναι, ὅμως, ἀναντίρρητο ὅτι οἱ κανονισμοί πού μᾶς ἀπασχολούν, ὁρίζουν μόνο γιά τό μέλλον καί ὅτι τό γενεσιουργό γεγονός τοῦ δικαιώματος τοῦ πρώην υπαλλήλου πρός καταβολή ἑνός συγκεκριμένου μηνιαίου ποσοῦ ὡς σύνταξη, υλοποιείται στό τέλος κάθε μηνός καί, συνεπώς, υπάγεται στό καθεστώς τῶν διατάξεων πού ισχύουν κατά τό χρονικό αυτό σημείο.
Ό δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος Grogan επικαλείται μιά δήθεν συμβατική βάση τοῦ συνταξιοδοτικού δικαιώματος μία συμφωνία συνάπτεται μεταξύ τῆς διοικήσεως καί τῶν ἐν ενεργεία υπαλλήλων, ἡ ὁποία διέπει τό συνταξιοδοτικό καθεστώς. Πρόκειται γιά «ἀπορρέουσα ἀπό τό δίκαιο σύμβαση», έννοια γνωστή στά νομικά συστήματα πού διέπονται ἀπό τό «common law», δυνάμει τῆς οποίας οἱ υπάλληλοι υποχρεοῦνται νά καταβάλλουν συγκεκριμένες εισφορές καί ἡ διοίκηση υποχρεούται νά τους καταβάλλει, μετά τήν ἀποχώρηση ἀπό τήν ὑπηρεσία, σύνταξη, τό ποσό τῆς ὁποίας εἶναι ἀνάλογο πρός τό σύνολο τῶν καταβληθεισών εισφορών. Ή νομική αὐτή κατασκευή ευθυγραμμίζεται μέ τήν θεωρία ὅτι ἡ σύνταξη βασίζεται ἐπί τῶν εισφορών καί, συνεπώς, πρέπει νά εἶναι ἀνάλογη προς τίς καταβληθείσες συνεισφορές.
Ἐν τούτοις, δέν φρονώ ὅτι ἡ άποψη αύτη δύναται νά γίνει δεκτή. Εἶναι γεγονός ὅτι, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, τό ποσό τῶς συντάξεως δέν καθορίζεται βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν καταβληθεισών εἰσφορῶν, ἀλλά βάσει «τοῦ συνολικοί) ἀριθμοῦ συνταξίμων ετών (άρθρο 2 εδάφιο 1 τοῦ παραρτήματος 8 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως) καί τοῦ μισθοῦ πού λαμβάνεται κατά τήν ἀποχώρηση ἀπό τήν ὑπηρεσία (άρθρο 82 παράγραφος 1, εδάφιο 1 τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως). Ή ἐνδεχομένη μεταβολή, κατά τήν διάρκεια τῆς εργασιακής σχέσεως, τοῦ ποσοῦ τῶν καταβαλλομένων εἰσφορῶν γιά τήν κοινωνική ἀσφάλιση, δέν ἔχει καμμία επίπτωση ἐπί τοῦ τελικοί) ποσοῦ τῆς συντάξεως. Συνεπώς, είναι δυνατόν δύο ὑπάλληλοι νά ἀποκτήσουν κατά τήν ἀποχώρηση ἀπό τήν ἀντίστοιχη υπηρεσία δικαίωμα πρός σύνταξη τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, ἄν καί εἶχαν καταβάλει διαφορετικό ποσό εἰσφορών ἀρκεῖ νά πρόκειται γιά υπαλλήλους, οἱ όποιοι έχουν διανύσει τόν διο ἀριθμό συνταξίμων ετών καί οἱ όποιοι λαμβάνουν στό τέλος τῆς υπηρεσίας τόν ἴδιο μισθό, ἀνεξαρτήτως τῶν φάσεων τῆς σταδιοδρομίας τους. Κατά τά λοιπά, αυτός ὁ τύπος ρυθμίσεως εἶναι σύμφωνος μέ τά συστήματα, τά όποια ισχύουν σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη (ὅπως στην Γαλλία, την Ἰταλία, τίς Κάτω Χῶρες καί τό Λουξεμβοῦργο) καί τά ὁποία προβλέπουν την μηνιαία μείωση τοῦ μισθοῦ των δημοσίων υπαλλήλων μέ συγκεκριμένες εισφορές κοινωνικής ἀσφαλίσεως, άλλα τά όποια δέν επιστρέφουν ὡς σύνταξη ποσό ἀνάλογο μέ τό ποσό τῶν διενεργηθέντων μειώσεων.
Ό δικηγόρος τοῦ Grogan θεωρεί ὅτι ή άποψη του πρέπει νά ισχύει ιδίως στην περίπτωση, κατά τήν οποία ἕνας υπάλληλος ἀπομακρύνεται ἀπό τήν θέση του πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή ἀπόφαση πού στηρίζεται στό ἐν λόγω άρθρο, παρέχει στον προσφεύγοντα δικαίωμα πρός τήν ἀποζημίωση πού προβλέπεται στό παράρτημα IV τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί, μεταγενεστέρως, πρός σύνταξη, τό όποιο δέν εἶναι δυνατό νά θιγεί. Δέν νομίζω, ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατό νά συναχθεί ἀπό τήν ιδιαίτερη κατάσταση πού ἀνεφέρθη, ἕνα επιχείρημα υπέρ τῆς ἀπόψεως πού εξετάζω. Πράγματι, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν υπηρεσία δέν ενέχει νομικῶς καμμία συμφωνία μεταξύ τῆς διοικήσεως καί τοῦ υπαλλήλου, άλλά ἀντίθετα εκφράζει σαφώς τήν κυριαρχική εξουσία τῆς διοικήσεως έναντι τῶν υπαλλήλων, ἐφ' ὅσον επιτρέπει σέ κάθε ὄργανο νά διακόπτει ενωρίτερα τήν εργασιακή σχέση μέ μονομερή πράξη. Τό γεγονός ὅτι προβλέπεται γιά τόν υπάλληλο μία ειδική ἀντιστάθμιση οικονομικής φύσεως (ή προσωρινή ἀποζημίωση), δέν δύναται νά καλύψει τό ὅτι ἡ διοίκηση, μέσω τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 50, δικαιούται νά διακόψει οποτεδήποτε τήν εργασιακή σχέση τῶν υπαλλήλων ἀνωτέρου βαθμοῦ, όταν αυτό ἀνταποκρίνεται στό συμφέρον τῆς υπηρεσίας. Γι' αυτό, ή άποψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ βούληση τῆς διοικήσεως καί ἡ βούληση τοῦ υπαλλήλου ευρίσκονται στό διο ἐπίπεδο καί ὅτι ἡ σύμπτωση τους δημιουργεί ένα συνταξιοδοτικό σύστημα, τό όποιο δέν είναι δυνατό νά τροποποιηθεῖ ἀπό τήν διοίκηση, μοῦ φαίνεται ὅτι συμβιβάζεται δύσκολα μέ τόν μηχανισμό τῆς ἀπομακρύν-σεως ἀπό τήν θέση πού προβλέπεται στό άρθρο 50 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
6.
Μία άλλη ἀρχή, τήν ὁποία επικαλούνται οἱ προσφεύγοντες έχει εἰδικώτερο περιεχόμενο. Πρόκειται για τήν ἀπαγόρευση κάθε μειώσεως τῶν συντάξεων.
Στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 (παράγραφος 25), εἶχα ἀρνηθεί, στό πλαίσιο τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τήν ύπαρξη τῆς ἀναλόγου περιεχομένου ἀρχῆς τῆς μή δυνατότητος μειώσεως τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων. Ἐξέτασα τότε τό άρθρο 65 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τόσο ὑπό τό πρίσμα τῆς προσαρμογής τῶν ἀποδοχών ὅσο καί ὑπό τό πρίσμα τῶν τροποποιήσεων τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, κατέληξα δέ στό συμπέρασμα ὅτι ή πρώτη παρέχει τήν δυνατότητα αυξομειώσεως, ἐνῶ οἱ δεύτερες προορίζονται στό νά διατηρήσουν τήν ἀγοραστική δύναμη σέ περίπτωση μεταβολής τοῦ κόστους ζωής. Συνεπώς, ούτε ἡ μία ούτε οἱ άλλες συνεπάγονται ἀπαγόρευση μειώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποδοχών. Ἡ διαπίστωση αυτή ισχύει ἐξ ἴσου γιά τίς συντάξεις, δεδομένου ὅτι τό ἴδιο άρθρο 65 εφαρμόζεται στό συνταξιοδοτικό σύστημα δυνάμει τῆς παραπομπής πού περιέχουν τά άρθρα 82 έπ. Προσθέτω, σέ συμφωνία πάντοτε μέ τίς προαναφερθείσες προτάσεις μου, ὅτι σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ἀπηγόρευε τήν μείωση τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, τό Συμβούλιο έχει πάντοτε τήν ευχέρεια νά τήν καταργήσει, δεδομένου ὅτι ἀπό άποψη Ιεραρχίας τῶν πηγών, ένας κανονισμός έχει τήν ἴδια δύναμη μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ἐξ άλλου, δέν νομίζω ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο ἀναγνωρίζει μία γενική ἀρχή, ή ὁποία στηρίζεται στίς ἀρχές πού είναι κοινές στίς έννομες τάξεις τῶν Κρατών μελών καί ἡ ὁποία εμποδίζει τήν μείωση τῶν συντάξεων τῶν πρώην δημοσίων ή ἰδιωτικών υπαλλήλων. Εἶναι αληθές ὅτι ὁρισμένες έννομες τάξεις ἀναγνωρίζουν στους πρώην υπαλλήλους δικαίωμα διατηρήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων τους. Παρόμοια εγγύηση υφίσταται στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, στην 'Ιταλία καί στό Λουξεμβούργο, ἐνῶ τό σύστημα τῆς Δανίας φαίνεται ὅτι θέτει στό ἴδιο επίπεδο τό δικαίωμα πρός σύνταξη καί τό δικαίωμα κυριότητος, ὑπό τήν έννοια ὅτι παρέχει καί στους φορείς τοῦ πρώτου τήν εγγύηση μιᾶς ἀντισταθμίσεως, ἐφ' ὅσον τό κράτος τους στερεί ἀπό τμήμα τῆς συντάξεως τους. Ἀλλά στίς έννομες τάξεις τῶν άλλων Κρατών μελών, γίνεται δεκτό ὅτι ἡ νομοθετική εξουσία έχει πάντοτε τήν δυνατότητα νά τροποποιήσει τό προηγούμενο καθεστώς ἀκόμη καί κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό γιά τους συνταξιούχους. Ἐπί πλέον, σημαντική εἶναι ἡ νομολογία τῆς Ευρωπαϊκής Ἐπιτροπής τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρωπου, ἡ ὁποία όχι μόνο ἀνεγνώρισε ὅτι τό δικαίωμα πρός σύνταξη στό πλαίσιο καθεστώτος εθνικής ἀσφαλίσεως δέν περιλαμβάνεται στόν ἀριθμό τῶν δικαιωμάτων καί ελευθεριῶν πού εγγυᾶται ἡ Εὐρωπαϊκή Σύμβαση, αλλά επίσης ἀπέκλεισε ὅτι πρόκειται γιά περιουσιακό δικαίωμα εξομοιούμενο μέ «ἀγαθό», ὑπό τήν έννοια τοῦ άρθρου 1 τοῦ προσηρτημένου πρωτοκόλλου της 20ής Μαρτίου 1952 (πρβλ τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 4130/69, Recueil de décisions ἀριθ. 38, σ. 9). Συνεπώς, φρονώ ὅτι δέν πρόκειται γιά ἀρχή κοινή στίς έννομες τάξεις τῶν Κρατών μελών, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ σύνταξη δέν δύναται νά μειωθεί νομοθετικώς.
Κατά τόν δικηγόρο τοῦ De Pascale, ἡ σύνταξη καί οἱ ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων δέν δύνανται νά μειωθούν παρά μόνο λόγω μειώσεως τοῦ κόστους ζωής ἡ λόγω οικονομικής κρίσεως τοῦ ὀργάνου. Μία τέτοια περιοριστική ἀρχή εφαρμόζεται στους υπαλλήλους κάθε διεθνούς ὀργανισμού καί, ὡς ἐκ τούτου, καί στό καθεστώς πού διέπει τό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων. Ἀλλά ή άποψη αυτή στερείται ερείσματος.Κατ' ἀρχάς, θά παρατηρούσα ὅτι ἡ εργασιακή σχέση τῶν κοινοτικών υπαλλήλων υπάγεται σέ κανονιστικό καθεστώς, ἐνῶ ή εργασιακή σχέση τῶν υπαλλήλων τῶν περισσοτέρων διεθνών ὀργανισμών ἀπορρέει ἐκ συμβάσεως· ἡ ἀνωτέρω διαφορά ὡς πρός τήν νομική βάση επιτρέπει δυσχερώς τήν εξαγωγή ἀρχῶν ἀπό τήν πρακτική άλλων ὀργανισμών, οἱ όποιες νά δύνανται νά επεκταθούν στο προσωπικό τῶν Κοινοτήτων. Ἐπί πλέον, ἡ δήθεν ἀρχή πού επικαλείται ὁ προσφεύγων De Pascale δέν ἀπεδείχθη. Ἀπεναντίας, υφίστανται ἀντίθετες ἀποδείξεις ὅπως ἡ ἀπόφαση 285 τοῦ διοικητικού δικαστηρίου τοῦ Διεθνούς Όργανισμού Ἐργασίας, τῆς 4ης Όκτωβρίου 1976, στην υπόθεση Watson κατά Eurocontrol: επρόκειτο γιά μείωση τοῦ ποσού τῆς συντάξεως πού κατεβάλλετο σέ πρώην υπάλληλο, τό δέ δικαστήριο δέν ἐδίστασε νά τήν ἀναγνωρίσει ὡς θεμιτή. Ἔτσι, τό ἐν λόγω δικαστήριο ἠρνήθη, εμμέσως άλλά σαφώς, τήν ύπαρξη τῆς ἀνωτέρω περιοριστικής ἀρχής.
7.
Ὅλοι οἱ προσφεύγοντες επικρίνουν επίσης τό νέο σύστημα καταβολής τῶν συντάξεων γιά τόν λόγο ὅτι παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Φαίνεται ὅτι εκείνοι ἀπό τους πρώην υπαλλήλους, οἱ όποιοι ετύγχαναν ἐπί έτη τοῦ διττοῦ πλεονεκτήματος τῆς καταβολής σέ ισχυρό νόμισμα καί τῆς εφαρμογής ὑψηλοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, προεξοφλούσαν ὅτι θά διετήρουν ὁριστικώς τό πλεονέκτημα αυτό. Οἱ τροποποιήσεις πού εισήγαγε τό Συμβούλιο τό 1978 διέψευσαν τήν εμπιστοσύνη τους καί, ὡς ἐκ τούτου, εἶναι παράνομες.
Στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981, επεσήμανα ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, «γιά νά δύναται νά γίνει επιτυχώς επίκληση τῆς εμπιστοσύνης, πρέπει αυτή νά στηρίζεται σέ διαβεβαιώσεις πού παρείχε τό άλλο μέρος» (βλέπε ιδίως την ἀπόφαση τῆς 5ης 'Ιουνίου 1973 στην υπόθεση 81/72, ᾽Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Raccolta 1973, σ. 575). 'Ως ἐκ τούτου, τό γεγονός ὅτι ἡ διοίκηση κατέβαλλε συντάξεις ὁρισμένου ποσοῦ δέν δύναται, ἀπό μόνο του, νά δημιουργήσει στους δικαιούχους μία ὁποιαδήποτε έννομη προσδοκία, ἡ ὁποία πρέπει νά ληφθεί ὐπ᾽ ὄψη όφειλαν νά γνωρίζουν ὅτι οἱ κοινοτικές ἀρχές έχουν τό δικαίωμα νά μειώνουν τίς συντάξεις, δεδομένου ὅτι δέν υφίσταται, ὁπως εἴδαμε, δικαίωμα τῶν πρώην υπαλλήλων νά μή θίγονται οἱ συντάξεις. Ή εμπιστοσύνη στό γεγονός ὅτι τό ποσό της συντάξεως δέν μειώνεται, δέν ἠδύνατο νά εἶναι δικαιολογημένη μόνον ἄν οἱ κοινοτικές ἀρχές είχαν παράσχει κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις στά ενδιαφερόμενα πρόσωπα σχετικῶς μέ την θέληση τους νά διατηρήσουν τίς συντάξεις στό προηγούμενο τῶν τροποποιήσεων τοῦ Δεκεμβρίου 1978 επίπεδο· μέ άλλα λόγια, ἔπρεπε νά ἀποφασίσουν οἱ ἴδιες νά περιορίσουν τήν εξουσία τους καί νά παραιτήθοῦν ἀπό τήν άσκηση τῆς εξουσίας τροποποιήσεως τῶν συντάξεων επίσης in peius. Δέν φαίνεται ὅμως ὅτι συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, ούτε ἰσχυρίσθησαν κάτι τέτοιο οἱ προσφεύγοντες.
Σχετικώς, παρατηρώ ὅτι στην παροῦσα περίπτωση ἡ διοίκηση δέν ήταν κἄν σέ θέση νά περιορίσει λογικώς τίς ἐξουσίες της, κατά τήν ἔννοια πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω, βάσει τῆς ρυθμίσεως, ἡ όποια ἴσχυε πρίν ἀπό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1978 καί ἀφο-ροῦσε τήν καταβολή τῶν ἀποδοχών καί τῶν συντάξεων, δηλαδή νά υποσχεθεί ὅτι θά συνεχίσει νά παρέχει καί στό μέλλον τό προαναφερθέν διπλό όφελος. Ἔχουμε ἤδη υπογραμμίσει τό γεγονός ὅτι ἡ πρακτική πού ἠκολουθεῖτο πρίν ἀπό τήν έναρξη ισχύος τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, ἐδημιουργοῦσε προφανείς διακρίσεις ὅσον άφορᾶ τήν μεταχείριση· ἡ εφαρμογή ὑψηλοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής στίς συντάξεις πού κατεβάλλοντο σέ ισχυρό νόμισμα, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά λαμβάνουν οἱ συνταξιούχοι πού διέμεναν σέ χώρες μέ ἀδύνατο νόμισμα καί πού ἐζήτησαν νά πληρώνονται σέ βελγικά φράγκα στην πραγματικότητα εὐνοϊκότερη σύνταξη ἀπό τήν σύνταξη πού ελάμβαναν συνάδελφοι τους πού διέμεναν σέ χώρες μέ ισχυρό νόμισμα καί πού ἐπληρώνοντο στό νόμισμα αυτό. Κατά τήν γνώμη μου, ἀκόμη καί πρίν ἀπό τίς τροποποιήσεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού εισήχθησαν μέ τόν κανονισμό 3085/78, οἱ κοινοτικές ἀρχές ἠδύναντο καί όφειλαν, εφαρμόζοντας τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως χωρίς νά λησμονήσουν τήν ἀνωτέρα ἀπό άποψη ἱεραρχήσεως τῶν πηγών ἀρχή τῆς ἰσότητος, νά ἀποφύγουν τήν άνιση μεταχείριση πού συνδέεται μέ τήν εφαρμογή γεωγραφικών συντελεστών ἀναπροσαρμογής, ἡ ὁποία κατέληγε σέ στρεβλώσεις. Τό γεγονός ὅτι αυτό ήταν δυνατό επιβεβαιώνεται εμμέσως ἀπό τήν ήδη ἀναφερθείσα ἀπόφαση' 285, τῆς 4ης Όκτωβρίου 1976, τοῦ διοικητικοί) δικαστηρίου τοῦ Διεθνοῦς Όργανισμοῦ Ἐργασίας στην υπόθεση Watson κατά Eurocontrol.
Όπως γνωρίζουμε τό νομικό καθεστώς τῶν υπαλλήλων πού ὑπηρετοῦν στην Eurocontrol, ἄν καί εἶναι συμβατικής φύσεως, ἔχει ὡς πρότυπο τό καθεστώς τὡν υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων· συνεπώς, προέβλεπε γιά τους συνταξιούχους, κατά τήν εποχή τῶν περιστατικών στά όποια ἡ ἐν λόγω υπόθεση, εἴτε γεωγραφικούς συντελεστές ἀναπροσαρμογής (τεχνητῶς υψηλούς γιά νά διορθώνουν τίς ἀνελαστικές τιμές συναλλάγματος πού συνεδέοντο μέ τίς ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοί) Ταμείου) εἴτε τήν ευχέρεια καταβολής σέ ισχυρό νόμισμα. Κατά συνέπεια, ἄν ἐφηρμόζοντο ἀπό κοινοῦ οἱ υψηλοί συντελεστές ἀναπροσαρμογής καί ἡ καταβολή σέ ισχυρό νόμισμα, θά ἐπήρχοντο καί στους υπαλλήλους τῆς Eurocontrol τά ἴδια ἀπαράδεκτα ἀποτελέσματα μέ εκείνα πού επήλθαν σέ κοινοτικό επίπεδο· τό ὅτι δέν συνέτρεξε αύτη ἡ περίπτωση, ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἡ διοίκηση ἐθεώρησε ὡς παράνομη την ἀπό κοινοῦ εφαρμογή τῶν δύο μεθόδων. Τό διοικητικό δικαστήριο τοῦ Διεθνοῦς Όργανισμού Ἐργασίας ἀνεγνώρισε, στην προαναφερθείσα υπόθεση, ὅτι ἡ ἀνωτέρω επιλογή ήταν νόμιμη παρετήρησε ὅτι ή χορήγηση στους συνταξιούχους τοῦ συνόλου τῶν πλεονεκτημάτων πού ἀπορρέουν ἀπό τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής καί ἀπό τό νόμισμα, στό όποιο πραγματο-μοιεῖται ἡ καταβολή σημαίνει «τροποποίηση εἰς βάθος τῆς μεθόδου υπολογισμού πού καθορίζεται ἀπό τό άρθρο 82» τοῦ διοικητικού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (τό όποιο ἀντιστοιχεί στό άρθρο 82 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν κοινοτικών υπαλλήλων). Ὡς ἐκ τούτου, ἀνεγνώρισε στον συνταξιούχο τό δικαίωμα «νά πληρώνεται σέ βελγικά φράγκα, ἀλλά ὄχι νά ἀσκεῖ τήν ευχέρεια επιλογῆς κατά τρόπο ὥστε νά λαμβάνει σύνταξη ἀνώτερη ἀπό εκείνη πού υπολογίζεται σύμφωνα μέ τά άρθρα 82 καί 63» (πάντοτε σύμφωνα μέ τόν διοικητικό κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῆς Eurocontrol). Τό ἴδιο δικαστήριο διευκρίνισε ὅτι «ή καταβολή σέ βελγικά φράγκα δέν πρέπει νά υπερβαίνει τήν ἀντίστοιχη ἀξία τοῦ ποσοῦ σέ λίρες στερλίνες, ἡ ὁποία εκφράζεται σέ βελγικά φράγκα μέ τήν τιμή πού ἐφαρμόζεται τήν ημερομηνία καταβολής». Ἀντιθέτως, φαίνεται ὅτι ἡ κοινοτική διοίκηση προτίμησε νά ἀφήσει νά δημιουργηθεί μία κατάσταση, ἡ ἀσυνέπεια τῆς ὁποίας ήταν προφανής (βλ. μεταξύ άλλων, τίς προτάσεις τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως Mayras τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1975 στην υπόθεση 28/74, Gillet, Raccolta 1975. σ. 475). Ἀκριβῶς ὅμως γιά τόν λόγο αυτό, δέν ἠδύνατο νά δημιουργήσει στους δικαιούχους μία ὁποιαδήποτε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ἡ ἀκολουθηθεῖσα πρακτική ήταν προφανῶς ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως.
Ἀφ'έτερου, σέ κάποιο χρονικό σημείο, ή διοίκηση άρχισε νά εκδηλώνει τήν πρόθεση της νά εισάγει ένα νέο σύστημα καταβολής γιά νά θέσει τέρμα στην δημιουργούσα διακρίσεις κατάσταση. Ή πρόταση τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων πού ὑπεβλήθη ἀπό τήν Ἐπιτροπή στό Συμβούλιο τήν 1η Ἀπριλίου 1977 (GU C 99 τῆς 22ας Ἀπριλίου 1977, σ. 5), ἀνταπεκρίνετο ἀκριβώς σ' αὐτό τόν στόχο· πράγματι, ἀπέβλεπε στην κατάργηση τῶν πλασματικών ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου, οἱ όποιες ἔπρεπε νά ἀντικατασταθούν ἀπό τήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα. Ἀποτέλεσμα ήταν ἡ εγκατάλειψη τῶν υψηλών συντελεστών προσαρμογής, οἱ όποιοι προ-εβλέποντο μέχρι τότε γιά τίς χώρες, στίς όποιες τό κόστος ζωής δέν ήταν πολύ υψηλό· ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής δέν έπρεπε πλέον νά χρησιμοποιείται γιά νά διενεργοῦνται οἱ ἀναγκαίες διορθώσεις καθ' ὅλο τό χρονικό διάστημα πού διε-τηροῦντο οἱ ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου, έπρεπε δέ νά επανέλθει στην προβλεπομένη ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως λειτουργία του, ή ὁποία συνίστατο στην προσαρμογή τῶν συντάξεων πρός τό κόστος ζωής στην χώρα διαμονής. Ἔτσι, προεβλέφθη ὁ τερματισμός τῶν προηγούμενων πλεονεκτημάτων, τά όποια συνεδέοντο μέ τήν προκαλούσα στρεβλώσεις εφαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω έπεται ὅτι ἡ μείωση τῶν συντάξεων πού κατεβάλλοντο στους συνταξιούχους πού διέμεναν σέ χώρες μέ ἀδύνατο νόμισμα, οἱ όποιοι εἶχαν προτιμήσει νά πληρώνονται σέ βελγικά φράγκα, δέν ἠδύνατο νά προκαλέσει έκπληξη, άλλά, ἀντιθέτως, ήταν δυνατό νά προβλεφθεί λογικώς. Πρέπει ἀκόμη νά σημειωθεί τό γεγονός ὅτι» μέ επιστολή τῆς 21ης Φεβρουαρίου 1978, ἡ Ἐπιτροπή ἐπληρο-φόρησε τόν προσφεύγοντα De Pascale ὅτι ή προβλεπομένη εισαγωγή τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος γιά τόν υπολογισμό τῶν ἀποδοχών καί τῶν συντάξεων επρόκειτο νά καταργήσει τό «ενίοτε σημαντικό πλεονέκτημα τοῦ συναλλάγματος» πού' προκαλείται ἀπό «το συνδυασμό τοῦ συντελεστοῦ αναπροσαρμογῆς μιᾶς συγκεκριμένης χώρας μέ την καταβολή στό νόμισμα μιας άλλης χώρας καί» ἀπό την «μετατροπή πού έκανε ὁ δικαιοῦχος πρός τό νόμισμα τῆς χώρας διαμονής». Οἱ ἴδιες διασαφηνίσεις εδόθησαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέ τήν ἀπάντηση τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1978 στό γραπτό ερώτημα τοῦ Ripamonti (ερώτημα 412/78 τῆς 30ής Ἰουνίου 1978, GU C 267 τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978, σ. 18) διευκρι-νίσθη μέ τήν εὐκαιρία αύτη ὅτι, στην περίπτωση τῶν συνταξιούχων «ή εισαγωγή τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος» (δέν υφίσταται διαφορά, ἀπό άποψη οικονομική, μέ τήν λήψη τῶν ἰσοτιμιῶν πού χρησιμοποιούνται γιά τόν κοινοτικό προϋπολογισμό) «ἐνέχει εφαρμογή προσηρμοσμένων τιμών συναλλάγματος, ἡ κατάσταση δέ αύτη δύναται σέ ὁρισμένες περιπτώσεις νά επιφέρει μείωση τῶν συντάξεων». Γιά νά εξηγηθούν οἱ λόγοι τῶν προ-βλεφθέντων δυσμενών συνεπειών, ἀνεγνω-ρίσθη επίσης ρητώς ὅτι «ή σημερινή κατάσταση δίδει ἀφορμή σέ κάποια ἀνισότητα, λόγω τῆς ευχέρειας επιλογής, πού παρέχει ὁ κανονισμός ὑπηρεσιακής καταστάσεως σχετικώς μέ τήν καταβολή τῶν συντάξεων».
Ό δικηγόρος τοῦ Grogan ὑπεγράμμισε ὅτι δυνάμει τῶν ἄρθων 64, 56 καί 82 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οἱ συντελεστές ἀναπροσαρμογής έχουν ὡς ιδιαίτερη λειτουργία τήν προσαρμογή τῶν συντάξεων στίς μεταβολές τοῦ κόστους ζωής, οἱ όποιες εμφανίζονται στίς διάφορες χώρες, ἐνῶ ὁ κανονισμός 3086/78 ἐτροποποίησε τους συντελεστές βάσει δύο διαφορετικής φύσεως κριτηρίων: ἀφ' ενός, διότι δέν έπρεπε πλέον νά χρησιμεύουν πρός διόρθωση τῶν στρεβλώσεων πού ὀφείλοντο στίς ξεπερασμένες ἰσοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοί) Ταμείου καί, ἀφ' έτερου, διότι έπρεπε νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ πραγματικές διαφορές πού ήταν δυνατό νά εμφανισθούν στό επίπεδο τῶν τιμών στά διάφορα Κράτη μέλη. Συνεπώς, οἱ τροποποιήσεις πού εισήγαγε ὁ κανονισμός 3086/78 ἀντέβαιναν πρός τήν τυπική λειτουργία τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί παρεβίαζαν τήν ἀρχή τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λόγω τοῦ ὅτι ἐμείωναν τους συντελεστές πού ἐφηρμό-ζοντο στίς χώρες, στίς όποιες τό κόστος διαβιώσεως δέν εἶχε καθόλου μειωθεί.
Εἶναι ἀκριβές ὅτι σέ χώρες ὅπως ἡ 'Ιταλία καί ἡ 'Ιρλανδία, τό κόστος ζωής δέν ἐμειώθη τό 1978 καί, έκτός αὐτοῦ, ὅτι οἱ ἀντίστοιχοι συντελεστές ἀναπροσαρμογής εμειώθησαν αισθητώς βάσει τοῦ κανονισμού 3086/78. Ἐν τούτοις, δέν νομίζω ὅτι ή μείωση αύτη συνιστά παραβίαση τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Όπως γνωρίζουμε, ὁ κανονισμός 3086/78 περιορίσθη στό νά προσδώσει στόν γεωγραφικό συντελεστή ἀναπροσαρμογής τήν λειτουργία πού είχε αρχικώς, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, μέ μία ἀλλαγή κατευθύνσεως πού κατέστη ἀπαραίτητη, ἐφ' ὅσον οἱ τιμές συναλλάγματος προσηρ-μόσθησαν στίς πραγματικές συνθήκες, κατόπιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἑπομένως, δέν χρησιμεύει σέ τίποτα ὁ ισχυρισμός ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι είχαν ἐμπιστοσύνη στην ὀρθή εφαρμογή τῶν άρθρων 64 καί 65 δέν δύναται κανείς νά επικαλείται συγκεκριμένες διατάξεις καί ταυτοχρόνως νά τίς χρησιμοποιεί γιά νά επωφελείται πλεονεκτημάτων, τά όποια ἀντιβαίνουν πρός τόν επιδιωκόμενο ἀπό τίς ἐν λόγω διατάξεις σκοπό. Ἐφ ὅσον τονίζεται ὅτι τό άρθρο 65 επιτρέπει τήν τροποποίηση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής μόνον ὅταν μεταβάλλεται τό κόστος ζωής, θά πρέπει επίσης νά σημειωθεί ὅτι οἱ τροποποιηθέντες ἀπό τόν κανονισμό 3086/78 συντελεστές δέν είχαν καμμία σχέση μέ τήν προβλεπομένη ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως εξισωτική λειτουργία τῶν ἐν λόγω συντελεστών, άλλά ἀποτελοῦσαν ἁπλώς ένα μεταβατικό μέτρο πού προορίζετο νά διορθώσει τίς παράλογες συνέπειες τῶν ἰσοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου πού καθορίσθησαν τό 1965.
Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές, φαίνεται ὅτι ή άποψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ προσφεύγοντες παρεκινήθησαν ἀπό τήν διοίκηση νά πιστέψουν ὅτι θά παρέμενε ἀμετάβλητο τό σύστημα καταβολῆς τῶν συντάξεων, στερείται ἐρείσματος. Ἑπομένως, φρονῶ ὅτι οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 δέν δύνανται νά προσβληθούν λόγω τοῦ ὅτι διέψευσαν τήν εμπιστοσύνη τῶν υπαλλήλων στην διατήρηση τοῦ προϋπάρχοντος συστήματος ἀκόμη καί ἄν υπήρχε ἡ εμπιστοσύνη αύτη, εἶναι προφανές ὅτι δέν είχε νομικό ἔρεισμα.
8.
Κατά τους προσφεύγοντες De Pascale καί Grogan, οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 βαρύνονται επίσης μέ παραβίαση της ἀρχῆς τῆς ἰσότητος. Σχετικώς, σημειώνουν, κατά πρώτο, ὅτι στό σύστημα πού εισήγαγαν οἱ ἐν λόγω κανονισμοί, τό ποσό κάθε συντάξεως δέν εἶναι ἀνάλογο πρός τίς καταβληθείσες εισφορές. Τό γεγονός ὅτι σέ ἴσες εισφορές δύνανται νά ἀντιστοιχοῦν διαφορετικές συντάξεις, καί ἀντιστρόφως, παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος (ὅπως ισχυρίζεται ἰδίως ὁ δικηγόρος τοῦ Grogan). Είχα ἤδη τήν ευκαιρία νά ἀναφέρω ὅτι οἱ συντάξεις δέν καταβάλλονται ἀπό τίς Κοινότητες βάσει εισφορών, άλλα εἶναι κανονιστικής φύσεως πρόκειται γιά δεδομένο πού παραμένει σταθερό ἀνεξαρτήτως τῶν κανονισμών 3085 καί 3086. Επομένως, ή ἔλλειψη ἀναλογικότητος μεταξύ συντάξεων καί εισφορών δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς στοιχείο διακρίσεως.
Ό προσφεύγων De Pascale ἀναφέρεται σ' ἕνα άλλο σημείο, ὅταν παρατηρεί ὅτι ὁ κανονισμός 3085/78 δέν περιλαμβάνει τά κατάλληλα μεταβατικά μέτρα γιά νά μετριάσει τίς ἀρνητικές συνέπειες τοῦ νέου συστήματος ἐπί τῶν κατηγοριών τῶν πρώην υπαλλήλων, οἱ συντάξεις τῶν ὁποίων μειώνονται ενίοτε αισθητώς. Ή κλιμάκωση τῆς ἐν λόγω μειώσεως σέ δέκα μηνιαίες δόσεις (ἀπό τόν Όκτώβριο τοῦ 1979 μέχρι τόν 'Ιούλιο τοῦ 1980), πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ, δέν συνιστά ἀποτελεσματικό διορθωτικό μέτρο, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς σημαντικής διαφοράς μεταξύ τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ποσοῦ τῶν ἐν λόγω συντάξεων, καθώς καί τοῦ ελαχίστου χρονικοῦ διαστήματος πού καθορίσθη γιά τήν καταβολή τοῦ νέου ποσοῦ. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνεπάγεται μία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ συνταξιούχων καί ἐν ενεργεία υπαλλήλων, δεδομένου ὅτι ὡς πρός τους τελευταίους, οἱ δυσμενείς συνέπειες τοῦ νέου συστήματος ἐπί τῆς μεταφοράς στό εξωτερικό τμήματος τῶν ἀμοιβών, ἐμετριάσθησαν μέ ἀποτελεσματικά μεταβατικά μέτρα.
Τά μέτρα, τά όποια υπαινίσσεται είναι ἐκεῖνα πού έλαβε ἡ Ἐπιτροπή σέ συμφωνία μέ τά άλλα όργανα καί ἀναφέρονται στό δελτίο «Διοικητικές πληροφορίες» ὑπ' ἀριθμ. 223 τῆς 30ης Ἀπριλίου 1979. Αυτά ἀφοροῦν τόν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῶν τεκμαιρομένων ἐπιβαρύνσεων γιά τήν διατροφή τῶν συντηρουμένων προσώπων, τά όποια ἀναφέρονται στό άρθρο 2 παράγραφος 4 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, πρός τόν σκοπό χορηγήσεως τῶν οικογενειακών επιδομάτων. Δεδομένου ὅτι οἱ νέοι συντελεστές ἀναπροσαρμογής πού εισήχθησαν μέ τόν κανονισμό 3086/78 εἶχαν, σέ πολλές περιπτώσεις, επιπτώσεις ἐπί τῆς εκτιμήσεως τῶν προαναφερθεισῶν επιβαρύνσεων ὑπό τήν έννοια τῆς μειώσεως, προεβλέφθη ὅτι, γιά τους κατά τήν 31η Μαρτίου 1979 δικαιούχους οικογενειακών επιδομάτων πού ἀφοροῦσαν πρόσωπα εξομοιούμενα μέ συντηρούμενο τέκνο καί διέμεναν σέ χώρες, στίς όποιες οι ἐν λόγω τεκμαιρόμενες επιβαρύνσεις διατροφῆς θά ἐμειώνοντο, οἱ τελευταίες δέν θά αὐξομειώνοντο ἐπί ένα μεταβατικό χρονικό διάστημα πέντε ετῶν. Ἀλλά ἡ διάταξη αύτη δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό σύστημα μεταφοράς στο εξωτερικό τμήματος τῶν ἀποδοχών άφορᾶ μόνο μία ειδική κατηγορία οικογενειακών παροχών. Ἑπομένως, δέν νομίζω ότι δύναται κανείς νά συγκρίνει ἕνα τέτοιο μέτρο μέ τό συνταξιοδοτικό καθεστώς γιά νά συνάγει μία δῆθεν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος. Στην πραγματικότητα, ἡ κατάσταση εἶναι ἀντίθετη ἀπό εκείνη πού προβάλλεται, δηλαδή ἐνῶ γιά τήν μεταφορά δέν προεβλέφθησαν μεταβατικές διατάξεις, γιά τίς συντάξεις καθορίσθη χρονικό διάστημα μεγαλύτερο τοῦ έτους ἀπό τήν έναρξη ισχύος τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, προκειμένου νά τεθεί ἐξ ὁλοκλήρου ἐν ἰσχύι τό νέο σύστημα καταβολών, ἐφ' ὅσον αυτό συνεπάγεται πραγματική μείωση. Ἐχω ήδη ἀναφέρει τήν ἐν λόγω διαφορά τῶν συστημάτων στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 υποδεικνύοντας τους λόγους πού δύνανται νά τήν δικαιολογήσουν.
Τό ἀβάσιμο τοῦ ισχυρισμού επιβεβαιώνεται ἀκόμη, σέ γενικώτερο επίπεδο, ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά συγκριθούν ἡ κατηγορία τῶν ὑπαλλήλων καί ή κατηγορία τῶν συνταξιούχων καί ὅτι, ως ἐκ τούτου, ελλείπει μία ἀπό τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά νά είναι δυνατόν νά επικαλεσθεί κανείς τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος.
Τέλος, σημειώνω ὅτι ἐθεωρήθη ἡ έλλειψη καταλλήλων μεταβατικών μέτρων στόν κανονισμό 3085/78, ὡς παράβαση τοῦ καθήκοντος ἀρωγής, πού προβλέπεται στό άρθρο 24 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Προτίθεμαι νά επανέλθουμε ἀργότερα ἐπί αυτής τῆς πλευράς τοῦ θέματος.
Ό προσφεύγων Grogan επικαλείται επίσης τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος ἀπό μία τρίτη άποψη, πλέον γενική, ἡ ὁποία ισοδυναμεί στην πραγματικότητα μέ ἀμφισβήτηση όχι μόνο τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, άλλά τῆς ἴδιας τῆς δυνατότητος εφαρμογής τῶν γεωγραφικών συντελεστών ἀναπροσαρμογής στό συνταξιοδοτικό καθεστώς, πού προβλέπεται στό άρθρο 82 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή λογική τῶν συντελεστών στηρίζεται στην προϋπόθεση ὅτι ὁ συνταξιούχος θά διαμένει συνεχώς σέ μία συγκεκριμένη χώρα άλλά ἡ πραγματικότης δέν συμπίπτει πάντοτε μέ τήν ἀνωτέρω προϋπόθεση, διότι συμβαίνει ὁ συνταξιούχος νά μετακινείται συχνά καί γιά μεγάλα χρονικά διαστήματα ἀπό μία χώρα σέ άλλη. Λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς περιπτώσεως αυτής, πρέπει νά λεχθεί ὅτι ὁ γεωγραφικός συντελεστής ἀναπροσαρμογής δέν έχει στην πραγματικότητα ὡς λειτουργία νά εξασφαλίσει σέ όλους τούς συνταξιούχους, ἀνεξαρτήτως τῆς διαμονής τους, τήν ἴδια ἀγοραστική δύναμη ἀντιθέτως, προκαλεί μεγαλύτερη ἀνισότητα ἀπό τήν ἀνισότητα πού υπήρχε πρίν ἀπό τήν υιοθέτηση του. Στό πλαίσιο τῶν ἴδιων ἀπόψεων, ὁ δικηγόρος τοῦ Grogan προσθέτει μία παρατήρηση πού στηρίζεται στην γενική ἀρχή τῆς ελευθερίας μετακινήσεως τοῦ ἀτόμου. Τό γεγονός ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής συνδέεται μέ τήν διαμονή σέ συγκεκριμένη χώρα, έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά ευνοεί ὁρισμένες επιλογές, δηλαδή τήν εγκατάσταση τοῦ συνταξιούχου σέ συγκεκριμένο χώρο, καί νά ἀποθαρρύνει ὁρισμένες άλλες, συνιστά δέ ὡς ἐκ τούτου «ἀδικαιολόγητη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή».
Φρονώ, ὅτι οι ἐν λόγω ισχυρισμοί δέν εἶναι βάσιμοι. Δέν ἀρνούμαι ὅτι ἡ δυνατότης εφαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στίς συντάξεις δύναται νά επιδράσει κατά έναν ὁρισμένο τρόπο (ἐν πάση περιπτώσει αρκετά περιορισμένο) ἐπί τῆς ελευθερίας μετακινήσεως τῶν συνταξιούχων. Ἀλλά πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι μέ τόν γεωγραφικό συντελεστή ἀναπροσαρμογής, ὁ κοινοτικός νομοθέτης θέλησε ἀκριβώς νά επιφέρει μία εξίσωση, δηλαδή θέλησε νά εγγυηθεί κατά τρόπο γενικό σέ ὅλους τους συνταξιούχους, ὑπό τίς αυτές προϋποθέσεις, την ἴδια ἀγοραστική δύναμη. Πρόκειται γιά ένα ἀποτέλεσμα σύμφωνο μέ τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τό όποιο συνολικῶς επιτυγχάνεται· αυτό μᾶς φαίνεται ὅτι ενέχει μεγαλύτερη βαρύτητα ἀπό άποψη γενικού συμφέροντος σέ σχέση μέ τήν μικρή θυσία, ἡ οποία επεβλήθη στην ελευθερία τῆς μετακινήσεως, προκειμένου νά επιτευχθεί τό ἀνωτέρω ἀποτέλεσμα.
Σχετικώς, έπισημαίνω ὅτι ὁ γεωγραφικός συντελεστής πού εφαρμόζεται στην ἀποζημίωση πού καταβάλλεται στους πρώην υπαλλήλους, ἀπησχόλησε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση τῆς 21ης Μαΐου 1981, υπόθεση 29/80, Reinarz κατά Ἐπιτροπῆς (μή δημοσιευθεῖσα ἀκόμη στην Συλλογή). Στην υπόθεση αύτη επρόκειτο γιά πρώην υπάλληλο τῆς Ἐπιτροπής, κάτοικο Καναδᾶ, ὁ όποιος ἀπεχώρησε ἀπό τήν υπηρεσία τό 1973 ἐπικαλούμενος τίς ειδικές διατάξεις πού περιελάμβανε ὁ κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 2530/72, τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1972, ἐλαβε δέ μηνιαία ἀποζημίωση, ἡ ὁποία ὑπε-λογίσθη βάσει τῆς εφαρμογής τοῦ συντελεστοῦ πού ἴσχυε γιά τό Βέλγιο, ἄν καί δέν εἶχε καμμία σχέση μέ τό κόστος ζωής στον Καναδᾶ. Ό προσφεύγων διεμαρτὐρετο γιά τό γεγονός ὅτι άλλοι πρώην υπάλληλοι πού διέμεναν σέ χώρες ὅπού τό κόστος ζωής ήταν πολύ χαμηλότερο ἀπό εκείνο τοῦ Καναδᾶ, ἀπέλαυαν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εφαρμογής τοῦ ἴδιου συντελεστοῦ, πράγμα πού εἶναι ἀντίθετο πρός τήν ἀρχή της ἰσότητος καί τῆς ελευθερίας εγκαταστάσεως στην χώρα επιλογῆς. Τό Δικαστήριο παρετήρησε ὅτι ἡ μεταχείριση ὅλων αυτών τῶν πρώην υπαλλήλων ὀφείλετο στό γεγονός ὅτι προετίμησαν νά διαμένουν έκτός τῆς Κοινότητος, έκρινε δέ ὅτι τό γεγονός αυτό εμπόδιζε νά γίνει δεκτή ή ύπαρξη ὁποιασδήποτε διακρίσεως (σκέψη 15). Εἶναι δυσχερές νά συναχθεί ἀπό τόσο συνοπτικές σκέψεις μία συγκεκριμένη κατεύθυνση γιά τήν παρούσα περίπτωση ἐν πάση περιπτώσει, νομίζω ὅτι ἔχει κάποια σημασία τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο δέν εδέχθη τήν ύπαρξη παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος, ἀκόμη καί σέ σχέση μέ ἕνα σύστημα, ὑπό τό όποιο ἀντιμετωπίζονται κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἀπό οικονομική άποψη, καταστάσεις ἀναμφισβητήτως διαφορετικές στην πραγματικότητα, έκρινε δέ ὡς νόμιμο τό κοινό στοιχείο πού προετίμησε ὁ κοινοτικός νομοθέτης, πιθανώς διότι ἀνταποκρίνεται καλύτερα στό συμφέρον τῆς Κοινότητος πρός ἁπλοποίηση.
9.
Ό δικηγόρος τοῦ De Pascale υποστηρίζει επίσης ὅτι ἡ μείωση ὁρισμένων συντάξεων, ἡ ὁποία προέκυψε ἀπό τους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78, ἀντιπροσωπεύει μία τόσο βαθειά ἀλλαγή τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ώστε επηρεάζει τήν θέληση εκείνων πού εἶχαν υπαχθεί στό καθεστώς πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικού καί πού έχουν τήν πρόθεση νά υπαχθούν στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Τό επιχείρημα αυτό προβάλλει ἐκ νέου τήν άποψη τῆς δήθεν προσβολής τῶν θεμελιωδών ὅρων τῆς εργασιακῆς σχέσεως, τήν ὁποία εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά ἀντικρούσω στίς προτάσεις μου τῆς 21ης Μαΐου 1981. Πράγματι, πρόκειται γιά άποψη, ἡ ὁποία δύναται ενδεχομένως νά υποστηριχθεί στό πλαίσιο συμβατικών εργασιακών σχέσεων, άλλά ὄχι βεβαίως στό πλαίσιο ἑνός κανονιστικού συστήματος, ὅπως αυτό τῶν υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων.
10.
Οἱ προσφεύγοντες Curtis καί Grogan ἰσχυρίσθησαν ὅτι ὁ κανονισμός 3086/78 φέρει τό στίγμα τῆς καταχρήσεως ἐξουσίας, καθ' ὅσον οἱ νέοι συντελεστές ἀναπροσαρμογής καθορίσθησαν ἀνεξαρτήτως τῶν μεταβολών πού επήλθαν στό κόστος ζωής καί, συνεπώς, χωρίς νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη οἱ προβλεπόμενες στό άρθρο 65 παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως προϋποθέσεις. Ἑπομένως, τό Συμβούλιο ενεργώντας κατ' αυτόν τόν τρόπο ἐχρησιμοποίησε τους συντελεστές αναπροσαρμογῆς γιά σκοπούς άλλους ἀπό τους ειδικούς σκοπούς τῶν άρθρων 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως.
Μέ την ευρεία του διατύπωση, ὁ ἐν λόγω ισχυρισμός ἀναφέρεται τόσο στίς περιπτώσεις, κατά τίς όποιες οἱ νέοι συντελεστές δέν συνεπήγοντο μείωση τῶν συντάξεων (δηλαδή, ιδίως τίς περιπτώσεις τῶν συνταξιούχων, οἱ όποιοι επέλεξαν νά πληρώνονται στό νόμισμα τῆς χώρας διαμονής) ὅσο καί τίς περιπτώσεις, κατά τίς όποιες, ἀντιθέτως, επήλθε μείωση (οἱ όποιες, ἀφοροῦν, ὅπως γνωρίζουμε, τους συνταξιούχους πού διέμεναν σέ χώρες, ὅπού τό κόστος ζωῆς εἶναι χαμηλότερο καί πού επέλεξαν νά πληρώνονται σέ ισχυρό νόμισμα). Όσον άφορᾶ την κατάσταση τῆς πρώτης κατηγορίας, πιστεύω ὅτι γιά νά μή γίνει δεκτός ὁ ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας, ἀρκεῖ νά παρατηρηθεί ὅτι οἱ νέοι συντελεστές, καθ' ὅσον δέν έθιξαν τό ποσό των συντάξεων, διεφύλαξαν τήν ἀντιστοιχία συντάξεων καί κόστους ζωής, εναρμονιζόμενοι πρός τους σκοπούς πού επιδιώκονται μέ τά προαναφερθέντα άρθρα 64 καί 65 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως. Όσον άφορᾶ τῆν κατάσταση τῆς δευτέρας κατηγορίας, θεωρῶ ὡς ἀποφασιστικῆς σημασίας τήν παρατήρηση, ἡ ὁποία διετυπώθη προηγουμένως καί κατά τήν ὁποία ἡ προσαρμογή των ἰσοτιμιῶν στίς σημερινές συνθήκες κατέστησε ἀναγκαία τήν επαναφορά των γεωγραφικῶν συντελεστών στην προβλεπομένη ἀρχικώς ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως λειτουργία τους. Ή μείωση τῶν συντάξεων, τήν ὁποία επέφερε ή ανωτέρω ενέργεια σέ πολλές περιπτώσεις, πρέπει νά ἀποδοθεί στό γεγονός ὅτι κατέστη ἀναγκαίο νά τεθεί ένα τέρμα στην ἀθέμιτη πρακτική, ἡ οποία ήταν προφανώς ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος. Ὑπό τίς προϋποθέσεις αὐτές, επιτρέπεται ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ τροποποίηση τῶν συντελεστών, τους ὁποίους ἀφοροῦσε ὁ κανονισμός 3086/78, ήταν σύμφωνη μέ τους ειδικούς σκοπούς τοῦ ἄρθρου 85, δηλαδή τήν πραγματοποίηση τῆς ἐξισώσεως, ἐφ᾽ ὅσον εἶχε ὡς πρωταρχικό στόχο τήν διόρθωση προηγουμένης στρεβλώσεως.
11.
Οἱ προσφεύγοντες Grogan καί De Pascale υποστηρίζουν ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 βαρύνονται μέ παράδαση διατάξεων τον παραγώγου δικαίον καί Ιδίως μέ παράβαση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφοροῦν τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής (άρθρα 64, 65 εδάφιο 2 καί 82) καί τῆς διατάξεως, ή ὁποία επιβάλλει στην διοίκηση νά βοηθεῖ τους υπαλλήλους (άρθρο 24).
Ὡς πρός τό πρώτο σημείο, παραπέμπω σέ αυτά τά οποία εἶπα στό θέμα τῆς καταχρήσεως εξουσίας. Τά επιχειρήματα τοῦ προσφεύγοντος εἶναι ταυτόσημα, ἄν καί παρουσιάζονται αὐτή τήν φορά ὑπό τό πρίσμα τῆς παραβάσεως κοινοτικών διατάξεων, πρέπει δέ κατά τήν γνώμη μου νά δοθεί ἡ ἴδια απάντηση.
Ἀντιθέτως, ὅσον άφορα τήν δήθεν παραβίαση τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι περισσότερο ἀναλυτική. Κατά τήν άποψη τῶν προσφευγόντων, ἡ Ἐπιτροπή παρέλειψε νά λάβει τά κατάλληλα μεταβατικά μέτρα, ούτως ώστε νά μετριάσει, κατανέμοντας τις χρονικώς, τίς δυσμενείς συνέπειες τοῦ νέου συστήματος ἐπί τῶν ποσών τῶν συντάξεων. Ἀπό τήν άποψη αὐτή, ἡ κλιμάκωση τῆς μειώσεως σέ χρονικό διάστημα δέκα μηνών συνιστά μή επαρκώς ἀποτελεσματικό μέσο, λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη κυρίως τοῦ ποσοῦ τῆς μειώσεως τό όποῖο, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, έφθασε τό 50 ο/ο τῶν ποσών πού ελάμβαναν προηγουμένως οἱ ενδιαφερόμενοι.
'Υπενθυμίζω ὅτι τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως επιβάλλει στην Κοινότητα τήν υποχρέωση νά παρέχει βοήθεια στους υπαλλήλους. Ἀναφέρει στό πρώτο εδάφιο, ὡς παράδειγμα (ὅπως προκύπτει ἀπό τήν λέξη «ἰδίως», ή ὁποία εισάγει τό τμήμα αυτό τῆς διατάξεως), τήν βοήθεια στους υπαλλήλους σέ περίπτωση διώξεως κατά τῶν δραστών προσβολών εναντίον τοῦ προσώπου καί τῆς περιουσίας, ἀντικείμενο τῶν ὁποίων εἶναι ὁ υπάλληλος ἡ τά μέλη τῆς οικογενείας του. Τό δεύτερο εδάφιο προβλέπει κατόπιν, ὡς ἐπακόλουθο τῆς προηγουμένης υποχρεώσεως, την υποχρέωση επανορθώσεως τῶν ζημιών πού υπέστη ὁ υπάλληλος λόγω τῶν προαναφερθεισῶν προσβολών, ἐνῶ τό τρίτο εδάφιο άφορᾶ τήν επαγγελματική επιμόρφωση την ὁποία υποχρεούται ἡ Κοινότητα νά διευκολύνει. Λαμβανομένου ὑπ' όψη τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτή ἡ βραχεία ἀπαρρίθμηση δέν εἶναι περιοριστική, διερωτώμαι κατά πόσο τό καθήκον ἀρωγής συνεπάγεται επίσης τήν ὑποχρέωση μετριά-σεως, μέ τήν βαθμιαία χρονική κατανομή τους, τῶν δυσμενών συνεπειών πού δύνανται νά έχουν ἐπί τῆς εργασιακής σχέσεως οἱ ενδεχόμενες τροποποιήσεις. Φρονώ ὅτι ἀκόμη καί ἄν μία γενική ἀπάντηση δύναται, νά εἶναι θετική, τά πάντα εξαρτώνται ἀπό τό περιεχόμενο τῆς τροποποιήσεως καί τά γεγονότα, τά όποια συνέτρεξαν γιά τήν δημιουργία τῶν δυσμενών συνεπειών τῶν τροποποιητικών μέτρων.
Στην ὑπό κρίση υπόθεση, εἶναι γνωστό ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 65, παράγραφος 2, τό Συμβούλιο υποχρεούται νά προσαρμόζει τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής σέ περίπτωση αισθητής μεταβολής τοῦ κόστους ζωής· οἱ ἀποφάσεις πού λαμβάνει βάσει τῆς ἀνωτέρω διατάξεως πρέπει νά πληρούν τίς προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 65 καί ὅσον άφορᾶ τόν χρόνο, ὑπό τήν έννοια ὅτι κάθε προσαρμογή πρέπει νά ἀποφασίζεται εγκαίρως. Επομένως, φρονώ ὅτι τό γεγονός ὅτι διετηρήθησαν ἐν ἰσχύι ἐπί ἔτη, μέσω τῶν «καταλλήλων» μεταβατικών μέτρων πού επικαλούνται οἱ προσφεύγοντες, γεωγραφικοί συντελεστές ἀναπροσαρμογής, οἱ όποιοι δέν ήταν δυνατό νά ἀντικατοπτρίσουν τίς υφιστάμενες διαφορές επιπέδων τιμών στά διάφορα Κράτη μέλη, ευρίσκεται σέ προφανή ἀντίφαση προς τόν κανόνα τοῦ ἄρθρου 65. Δέν νομίζω ὅτι σέ μία τέτοια περίπτωση δύναται κανείς νά ἀναγνωρίσει στό προβλεπόμενο στό άρθρο 24 καθήκον ἀρωγής προέχουσα σημασία σέ σχέση μέ τήν σαφή διάταξη τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 65, τό όποιο καθιερώνει ουσιαστικώς ένα τεχνικό μέσο πού προορίζεται νά επιφέρει τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐξισώσεως.
Ἀφ' έτερου, ὁ κανονισμός 3086/78 περιέχει ήδη μία μεταβατική διάταξη, ἡ ὁποία, ὅπως γνωρίζουμε, κλιμακώνει σέ χρονικό διάστημα ἀνώτερο τοῦ έτους (ἀπό τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1978 έως τόν 'Ιούλιο τοῦ επομένου ἔτους) τήν μείωση ὁρισμένων συντάξεων. Τό ἀποτέλεσμα ὅμως τῆς διατάξεως αυτής ήταν νά διατηρηθοῦν γιά ἀρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα οἱ προηγούμενες ἀνισότητες μεταξύ συνταξιούχων. Ό ἐπί μακρότερο χρονικό διάστημα επιμερισμός της πλήρους εφαρμογής τῶν μειώσεων θά ἐσήμαινε, κατά τήν γνώμη μου, σοβαρότερη παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος, πέραν τῶν ὁρίων, ἐντός τῶν ὁποίων δύναται νά δικαιολογηθεί ἐν ὄψει τοῦ άρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
12.
Ἐπί τη βάσει όλων τῶν προηγηθεισῶν σκέψεων, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τίς προσφυγές πού ἤσκησαν ὁ Vincent Grogan καί ὁ Luigi De Pascale κατά τῆς Ἐπιτροπής, καθώς καί ὁ Dunstan Curtis κατά τοῦ Κοινοβουλίου, μέ δικόγραφα πού κατέθεσαν στην γραμματεία στίς 27 Μαΐου 1980, στίς 14 'Ιουλίου 1980 καί στίς 18 'Ιουλίου 1980 αντιστοίχως.
Ὅσον άφορᾶ τά δικαστικά ἔξοδα, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς φύσεως τῶν διαφορῶν, κάθε διάδικος πρέπει νά υποβληθεί στά δικά του δικαστικά έξοδα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy