ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικασνές,
1.
Γιά μιά ἀκόμα φορά τό άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί τό ἀντικείμενο αιτήσεως περί ερμηνείας, ἡ ὁποία υποβλήθηκε σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς ἀνωτέρω συνθήκης. Τά περιστατικά εἶναι πολύ ἁπλά. Ή επιχείρηση Kelderman κατηγορήθηκε γιά παράβαση τῆς ὀλλανδικής ἀποφάσεως περί άρτου («Broodbesluit» τής 21ης Δεκεμβρίου 1925), επειδή διέθεσε πρός πώληση στίς Κάτω Χῶρες «brioches» εισαχθέντα ἀπό τή Γαλλία, τά όποια περιείχαν ποσότητα ξηρής ουσίας πού δέν ἀνταποκρινόταν στά μεγέθη πού επιβάλλει ἡ ἀνωτέρω ἀπόφαση. Ή ἐν λόγω επιχείρηση, ἀμυνόμενη ενώπιον τοῦ Economische Politierechter τοῦ «Arrondissementsrechtbank» τοῦ 'Αμστερνταμ, υποστήριξε ὅτι ὁ ἀνωτέρω κανόνας δέν εἶναι πλέον δεσμευτικός, διότι είναι ἀσυμβίβαστος πρός τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό έδωσε ἀφορμή στό δικαστή νά σᾶς θέσει τό ἐρώτημα:
«Ή ἔννοια τοῦ μέτρου ισοδύναμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν είσαγωγῶν τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά ἑρμηνεύεται έτσι ώστε νά περιλαμβάνει τήν προϋπόθεση τοῦ άρθρου 10 τῆς «Broodbesluit» [ἀπόφαση περί άρτου] (Warenwet) (νόμος περί εἰδῶν διατροφής) — κατά τήν ὁποία ἡ ποσότητα ξηρής ουσίας πού περιέχεται στόν άρτο πρέπει νά βρίσκεται εντός καθορισμένου περιθωρίου — πού έχει ὡς συνέπεια ὅτι παραδοσιακά προϊόντα άλλων Κρατών μελών, τῶν ὁποίων ἡ περιεκτικότητα σέ ξηρή ουσία βρίσκεται έκτός τοῦ περιθωρίου αὐτοῦ, δέν μπορούν νά διατεθούν προς πώληση στίς Κάτω Χώρες;»
2.
Πρέπει νά γίνουν μερικές διευκρινίσεις ὅσον άφορᾶ τους ὀλλανδικούς κανόνες, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀσκήθηκε ἡ ποινική δίωξη κατά τῆς επιχειρήσεως Kelderman. Ή «Broodbesluit» εκδόθηκε σέ εκτέλεση τῶν άρθρων 14 καί 15 τοῦ νόμου τῆς 19ης Σεπτεμβρίου 1919 περί προϊόντων («Warenwet»), ὁ ὁποῖος προέβλεπε τους κανόνες ὀνομασιῶν, τύπων καί συνθέσεως ορισμένων προϊόντων, μέ σκοπό τήν προστασία τῆς δημόσιας υγείας καί τήν προαγωγή τῆς εντιμότητας τῶν εμπορικών συναλλαγών. Τό άρθρο 10 τῆς «Broodbesluit» ὁρίζει κατ' οὐσίαν ὅτι τό βάρος τῆς ξηρής ουσίας τοῦ άρτου πρέπει νά εἶναι κάτω τῶν 22 γραμμαρίων ἡ νά βρίσκεται εντός ἑνός ἀπό τά περιθώρια πού καθορίζει (30 μέχρι 36 γραμμάρια, 60 μέχρι 70 γραμμάρια, 120 μέχρι 140 γραμμάρια, 240 μέχρι 265 γραμμάρια, 480 μέχρι 530 γραμμάρια κλπ ...). Ἐξαιρέσεις ἀποτελούν ὁ άρτος μέ σταφίδες, ὁ άρτος μέ ζάχαρη καί οἱ φρυγανιές.
Μπορεί νά προκαλέσει έκπληξη τό ὅτι οἱ ὀλλανδικές ἀρχές, ἀντί νά καθορίσουν συγκεκριμένα ελάχιστα καί μέγιστα ποσοστά ξηρής ουσίας, προτίμησαν νά χρησιμοποιήσουν τό σύστημα τῶν «περιθωρίων» στην ἀπόφαση. Δέν εἶναι ὅμως δύσκολο νά γίνει ἀντιληπτό ὅτι τό σύστημα αυτό συνδέεται μέ τήν ύπαρξη ὁρισμένου ἀριθμού παραδοσιακών μεγεθών άρτου, φαίνεται δέ ὅτι ή ἀπόφαση εἶχε επίσης σκοπό νά εξασφαλίσει τή διατήρηση αυτής τῆς κλίμακας μεγεθών (ἀρτίδια τῶν 50 καί 100 γραμμαρίων άρτος τῶν 200, 400, 800 γραμμαρίων κλπ....). Παρατηρούμε πάντως ὅτι, ναί μέν οἱ κατώτατες τιμές περιεκτικότητας ξηρής ουσίας ἀντιστοιχούν σταθερώς σέ ποσοστό 60 %, οἱ ανώτατες ὅμως τιμές καθορίζονται βάσει καμπύλης ἡ ὁποία τείνει φθίνουσα.
Στην παρούσα περίπτωση, τά «brioches» πού εισήγαγε καί πώλησε ἡ επιχείρηση Kelderman ζυγίζουν 400 γραμμάρια — καί επομένως ἀνταποκρίνονται σέ ένα ἀπό τά συνήθη μεγέθη πού χρησιμοποιοθνται στίς Κάτω Χώρες — ἡ περιεκτικότητά τους ὅμως σέ ξηρή ουσία εἶναι 301 γραμμάρια, ή ὁποία ὑπερβαίνει έτσι κατά 36 γραμμάρια τό ἀνώτατο ὅριο πού προβλέπεται ἀπό τό «περιθώριο» τό όποιο ὁρίζεται γιά τους άρτους τῶν 400 γραμμαρίων. Παρατηροῦμε σχετικά ὅτι, παραδόξως, ἡ ὀλλανδική διοικητική ἀρχή, ἡ ὁποία κίνησε τήν ποινική δίωξη κατά τῆς επιχειρήσεως Kelderman, ξεκίνησε ἀπό τήν υπόθεση ὅτι τά ἐν λόγω «brioches» έχουν περιεκτικότητα σέ ξηρή ουσία πολύ χαμηλή σέ σχέση μέ τό περιθώριο πού ἀντιστοιχεί σέ άρτο τῶν 800 γραμμαρίων. Αυτή ὅμως ἡ πραγματική ιδιορρυθμία δέν ἀσκεῖ, προφανώς, καμιά επίδραση στό γενικό πλαίσιο εντός τοῦ ὁποίου τίθεται τό πρόβλημα.
'Υπάρχει άλλη μιά πλευρά τῆς υποθέσεως αυτής πού προκαλεί ἀπορία, ὅτι δηλαδή τά «brioches» θεωρήθηκαν ὡς άρτος. Στην πραγματικότητα, ὅπως παρατήρησε ἡ Ἐπιτροπή, ὁ συνήθης άρτος διακρίνεται ἀπό τόν άρτο πού περιέχει αυγά, στό πλαίσιο τοῦ Κοινού Δασμολογίου' δέ χωρεῖ επίσης καμιά ἀμφιβολία ὅτι τά δυό προϊόντα παρουσιάζουν αἰσθητές διαφορές ἀπό την άποψη τοῦ καταναλωτῆ. Ἐξάλλου, τά «brioches» δέν περιλαμβάνονται μεταξύ των τύπων άρτου πού ἐξαιρούνται ρητώς ἀπό την ἐν λόγω ἀπόφαση, ἔτσι ώστε εἶναι φανερό ὅτι ó εθνικός δικαστής δέν μπορεί νά τά θεωρήσει παρά ὡς ποικιλία τοῦ συνήθους άρτου. Ἐν πάση περιπτώσει, τό θέμα εμπίπτει σαφώς στην ἁρμοδιότητα τοῦ δικαστή τῆς ουσίας.
3.
Δέ χωρεί καμιά ἀμφιβολία ὅτι οἱ κανόνες πού προαναφέρθηκαν μποροῦν νά παρεμποδίσουν, τουλάχιστον εμμέσως, τό ενδοκοινοτικό εμπόριο. Πράγματι, ὅταν καθορίζονται κατώτατα καί ἀνώτατα ὅρια περιεκτικότητας ξηρής ουσίας μέ σιωπηρή ἀναφορά σέ συγκεκριμένη κλίμακα μεγεθών άρτου, ὄχι μόνο επιβάλλονται ὅροι πιό αυστηροί ἀπό τήν προϋπόθεση περί κατώτατου ποσοστοῦ ξηρής ουσίας (ή ενός ἀνώτατου ποσοστοῦ νερού), ἡ ὁποία ἀπαντᾶται σέ ἀνάλογες κανονιστικές ρυθμίσεις άλλων χωρών, άλλα προϋποτίθεται επίσης ἡ αυστηρή τήρηση κλίμακας μεγεθῶν-τύπων (ἤ βαρὠν), ἡ ὁποία ἀντικατοπτρίζει μιά τοπική παράδοση. 'Αρκεί επομένως ὅτι ἐπικρατούν διαφορετικές παραδόσεις σέ άλλο Κράτος μέλος ἡ ὅτι δέν κρίνεται ἀναγκαίος ὁ περιορισμός τοῦ ἀνώτατου ὁρίου ξηρής ουσίας (ὅπως στην παρούσα περίπτωση), γιά νά εμποδίζεται ή πώληση προϊόντων ἀρτοποιίας πού εισάγονται ἀπό τό κράτος αυτό.
Μέ αὐτά δέ θέλω νά πω ὅτι τά Κράτη μέλη δέν έχουν πλέον τήν ελευθερία νά ρυθμίζουν τήν παραγωγή, τή διανομή καί τήν κατανάλωση άρτου, τό καθένα στό έδαφός του. Στην πραγματικότητα, καμιά κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δέν ἔχει ἀκόμα θεσπιστεί στόν τομέα αυτό, ἄν καί προβλέπεται στό πλαίσιο τῆς τρίτης φάσεως τοῦ προγράμματος τῶν ενεργειών, πού ἀποβλέπουν στην ἑξάλειψη τῶν τεχνικών ἐμποδίων στό εμπόριο προϊόντων διατροφής, πού υἱοθετήθηκε ἀπό τό Συμβούλιο στίς 28 Μαΐου 1969 (καί δημοσιεύτηκε στην Ἐπίσημη Ἐφημερίδα τῶν Κοινοτήτων στίς 17 'Ιουνίου 1969, C 76). Στίς 4 'Ιανουαρίου 1973, ἡ Ἐπιτροπή διαβίβασε στό Συμβούλιο πρόταση ὁδηγίας περί προσεγγίσεως τῶν περί άρτου νομοθεσιών ἡ πρόταση ὅμως αυτή δέν εξετάστηκε ἀπό τό Συμβούλιο, τελικώς δέ ἡ Ἐπιτροπή τήν ἀπέσυρε τό 1976. Είναι πάντως σαφές ὅτι οἱ εξουσίες των κρατών στον τομέα αὐτό πρέπει νά παραμείνουν στά όρια πού θέτει τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Αὐτό επιβεβαίωσε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του τής 26ης 'Ιουνίου 1980, στην υπόθεση 788/79, Gilli-Andres, υπογραμμίζοντας (στην πέμπτη σκέψη τοῦ σκεπτικοῦ): «Ἐν ἀπουσία κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως τῆς παραγωγής καί τῆς εμπορίας τοῦ έν λόγω προϊόντος, στά Κράτη μέλη εναπόκειται νά ρυθμίζουν, καθένα στό ἔδαφός του, ὅ,τι άφορα τήν παραγωγή, τή διανομή καί τήν κατανάλωση του, ὑπό τόν ὅρο, πάντως, ὅτι οἱ ρυθμίσεις αὐτές δέν ἀποτε-λοῦν, ἀμέσως ἡ εμμέσως, πραγματικῶς ή δυνητικῶς, εμπόδιο, στό ενδοκοινοτικό ἐμπόριο».
Κατόπιν αὐτοϋ, γιά νά μήν εμπίπτει στην ἀπαγόρευση τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 30, μιά εθνική ρύθμιση τοῦ ἐν λόγω είδους πρέπει εἵτε νά εμπίπτει στό πεδίο τοῦ ἄρθρου 36 — ιδίως ὑπό τό πρίσμα τῆς προστασίας τής υγείας τῶν ἀτόμων — εἴτε νά ἀνταποκρίνεται σέ έναν ἀπό τους άλλους επιτακτικούς ὅρούς, γιά τους ὁποίους ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου έχει κρίνει ὅτι μποροῦν νά υπερισχύουν τῆς ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεως δηλ. τήν εντιμότητα τῶν εμπορικῶν συναλλαγών καί την προστασία τῶν καταναλωτῶν (στό σημείο αυτό μπορώ νά παραπέμψω στίς ἀποφάσεις τῆς 20ής Φεβρουρίου 1979, στην υπόθεση 120/78, Rewe, Rec. 1979 σ. 649, καί τῆς 26ης 'Ιουνίου 1980, στην ὑπόθεση 788/79, Gilli-Andres, πού παρατέθηκε ήδη ἀντιστοίχως στην ὄγδόη καί ἕκτη σκέψη των σκεπτικών). Πρέπει επομένως νά ερευνηθεί ἄν μιά ἀπό τίς εξαιρέσεις αυτές έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
4.
Ή μέριμνα τῆς προστασίας τῆς δημόσιας υγείας δικαιολογεί βεβαίως, κατ' ἀρχήν, ένα εθνικό μέτρο πού καθορίζει γιά τόν άρτο ὁρισμένη ελάχιστη περιεκτικότητα σέ ξηρή ουσία ἕνα τέτοιο μέτρο ἀποβλέπει προφανώς στην ἐξασφάλιση τῆς θρεπτικής ἀξίας τοῦ άρτου καί στην ἀποφυγή τῆς υπερβολικής περιεκτικότητας του σέ νερό. Πιστεύω ὅμως ὅτι ὁ καθορισμός μέγιστης περιεκτικότητας σέ ξηρή ουσία δέν μπορεί νά δικαιολογηθεί μέ τήν ἴδια βάση πράγματι, μοῦ φαίνεται δύσκολο νά δεχθώ ὅτι άρτος μέ χαμηλότερο βαθμό ὑγρασίας εἶναι επιβλαβής στην υγεία. Ἐδώ ὅμως πρόκειται κυρίως γιά τό σύστημα καθορισμού τῆς περιεκτικότητας ξηρής ουσίας εντός περιθωρίων, πράγμα πού συνδέεται στενά, ὅπως είδαμε, μέ τήν παρασκευή τοῦ άρτου σέ προσδιορισμένα μεγέθη. Τό σύστημα αυτό, πού δέν εμφανίζει καμιά σχέση μέ τήν προστασία τῆς υγείας, έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά εμποδίσει τήν εἰσαγωγή άρτου πού παρασκευάζεται σέ άλλα Κράτη μέλη, σέ διαφορετικά μεγέθη, καί τοῦτο ἀντιβαίνει σαφώς στό άρθρο 30.
Ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση, ἀναγνωρίζοντας ὅτι τό σύστημα καθορισμού τῆς περιεκτικότητας ξηρής ουσίας ἐντός περιθωρίων συνεπάγεται τήν υποχρέωση παρασκευής τοῦ άρτου σέ συγκεκριμένα μεγέθη, υποστήριξε ὅτι ἡ υποχρέωση αυτή ἀποβλέπει στην εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών καί στην προστασία τῶν καταναλωτών κατά τήν άποψη της, επειδή ὁ άρτος πωλείται συνήθως χωρίς συσκευασία, τά σταθερά μεγέθη διαφόρων άρτων βεβαιώνουν τόν καταναλωτή γιά τό βάρος. 'Αλλά, καί ἄν ἀκόμα γίνει δεκτό ὅτι πρέπει νά τηρεῖται ἡ ἀπαίτηση αυτή, ἀπομένει νά δούμε γιατί ἡ πώληση άρτων, διαφορετικών ἀπό εκείνους τῶν συνήθων μεγεθών, δέν μπορεῖ νά επιτραπεί ὑπό τόν ὅρο ὅτι προβλέπεται ἡ προσθήκη στους άρτους αυτούς περιτυλίγματος ἐπί τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται τό βάρος (στην παρούσα περίπτωση τά ἐπίδικα «brioches» είχαν ἀκριβώς διατεθεί στό εμπόριο ὑπό παρόμοιες συνθήκες).
Πρέπει νά παρατηρήσω ὅτι κατά τό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας πού εξέδωσε ἡ Ἐπιτροπή στίς 22 Δεκεμβρίου 1969 (70/50/ΕΟΚ), δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 παράγραφος ε τῆς συνθήκης ΕΟΚ, περί καταργήσεως ἰσοδύναμων μέ ποσοτικούς περιορισμούς μέτρων, θεωροῦνταν ὅτι ενέπιπταν στην κατηγορία αυτή «τά μέτρα πού διέπουν τή διάθεση τῶν προϊόντων στό εμπόριο καί ἀναφέρονται κυρίως στό σχήμα, στό μέγεθος, στό βάρος, στή σύνθεση, στην εμφάνιση, στην ἀναγνώριση τῆς ταυτότητας, στή συσκευασία καί εφαρμόζονται ἀδιακρίτως ἐπί εθνικών καί εισαγόμενων προϊόντων, τῶν ὁποίων μέτρων τό περιοριστικό ἀποτέλεσμα στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων υπερβαίνει τά ὅρια τῶν ἀποτελεσμάτων πού προσιδιάζουν σέ τέτοιες ρυθμίσεις τοῦ εμπορίου». Τό δεύτερο εδάφιο τῆς ίδιας διατάξεως ὁρίζει ὅτι «αυτό συμβαίνει, ἰδίως, ὅταν τά περιοριστικά ἀποτελέσματα στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων εἶναι δυσανάλογα σέ σχέση μέ τόν επιδιωκόμενο σκοπό τους καί ὅταν ὁ ἐν λόγω ἀντικειμενικός σκοπός μπορεί νά επιτευχθεί μέ άλλο μέσο, πού θίγει λιγότερο τό εμπόριο». Μοῦ φαίνεται ὅμως ἀναμφισβήτητο ὅτι μιά εθνική κανονιστική ρύθμιση, ὅπως τό άρθρο 10 τῆς ὀλλανδικής «Broodbesluit», εμποδίζει τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, κατά τρόπο δυσανάλογο σέ σχέση μέ τους επιδιωκόμενους σκοπούς, οί όποιοι μπορούν νά επιτευχθούν μέ άλλα μέσα. 'Αν επιδιώκεται εξασφάλιση βεβαιότητας στόν καταναλωτή ὡς πρός τη φύση καί τό βάρος τοῦ προϊόντος πού τοῦ προσφέρεται πρός πώληση ὑπό μέγεθος διαφορετικό ἀπό τά παραδοσιακά μεγέθη, επαρκές μέσο γιά τήν επίτευξη τοῦ επιδιωκόμενου σκοπού ἀποτελεί ἡ επιβολή στους ἐμπόρους τῆς υποχρεώσεως ὅπως τά ουσιώδη πληροφοριακά στοιχεία ἀναγράφονται σέ επιγραφή (ετικέτα).
Τέλος, πρέπει νά λεχθοῦν μερικά πράγματα γιά τό επιχείρημα πού επικαλέστηκε ή ὀλλανδική κυβέρνηση, ὅτι δηλαδή ὁ νόμος περί προϊόντων (Warenwet) παρέχει στον ἀρμόδιο υπουργό τήν ἐξουσία νά ἀπαλλάσσει ἀπό τήν υποχρέωση τηρήσεως των ορών πού ἐπιβάλλει ἡ «Broodbesluit». Περιορίζομαι νά υπενθυμίσω αυτό πού τό Δικαστήριο είχε τήν ευκαιρία νά πει μέ τήν ἀπόφαση τῆς 24ης 'Ιανουαρίου, στην ὑπόθεση 82/77, van Tiggde (Rec. 1978 σ. 25 δέκατη ένατη σκέψη τοῦ σκεπτικοῦ), ὅτι δηλαδή ένα μέτρο πού εμπίπτει στην απαγόρευση τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης δέν ἑκφεύγει ἀπό τήν ἀπαγόρευση αύτη άπό μόνο τό γεγονός ὅτι ἡ αρμόδια ἀρχή ἔχει τήν ευχέρεια παροχής ἀπαλλαγών, ἀκόμα καί ὅταν ἡ εὐχέρεια αυτή ἀσκεῖται μέ κάποια ελευθεριότητα υπέρ τῶν εισαγόμενων προϊόντων.
5.
Τέλος, νομίζω ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει νά ἀπαντήσει στην αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως, πού υπέβαλε ὁ «conomische Politierechter» τού «Arrondissementsrechtbank» τοῦ 'Αμστερνταμ μέ διάταξη πού πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία στίς 29 Μαΐου 1980, κρίνοντας ὡς ἀκολούθως:
«Ἡ ἀπαγόρευση τῶν μέτρων ισοδύναμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἑπί τῶν εισαγωγών, πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά εννοείται ὅτι περιλαμβάνει τίς διατάξεις Κράτους μέλους περί προσδιορισμοῦ κατώτατων καί ἀνώτατων ὁρίων ξηρής ουσίας άρτου καί παρόμοιων προϊόντων, ὅταν οἱ διατάξεις αυτές διατυπώνονται έτσι ώστε νά ἀποκλείουν τήν εισαγωγή προϊόντων τοῦ ἐν λόγω εἴδους, τά όποια κανονικῶς παρασκευαζόμενα καί διατιθέμενα στό εμπόριο εντός άλλων Κρατῶν μελών, δέν εἶναι ἐπιβλαβή στην ὑγεία τῶν ἀτόμων καί προσφέρονται στόν καταναλωτή μέ επαρκή πληροφοριακά στοιχεία ὡς πρός τή φύση καί τό βάρος τους».
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἰταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy