ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 2 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ παρούσα υπαλληλική υπόθεση άφορᾶ τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητας "Ανθρακα καί Χάλυβα τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1962, τά εδάφια α καί 6 τοῦ ὁποίου ἀντιστοιχοῦν, κατ' οὐσίαν, στό άρθρο 107 παράγραφοι 1 καί 2 τοῦ ἐν ἰσχύι κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Οἱ ἐν λόγω διατάξεις, οἱ όποιες ρητώς διατηρήθηκαν σέ ἰσχύ δυνάμει τῆς 3ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κανονισμοῦ 259/68 τοῦ Συμβουλίου τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968 περί καθορισμοῦ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων (JO L 56 τῆς 4ης Μαρτίου 1968 σ. 1, ΕΕ ειδ. ἔκδ. τόμ. 01/001, σ. 108) γιά τους υπαλλήλους πού είχαν ήδη προσληφθεί ὑπό τό καθεστώς τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ τοῦ 1956 καί οἱ όποιες τροποποιήθηκαν ἀπό τόν κανονισμό 1473/72 τῆς 30ής 'Ιουνίου 1972 (JO L 160 τῆς 16ης 'Ιουλίου 1972, σ. 1, ΕΕ εἰδ. ἔκο. ἀριθ. Ν 160, τόμ. 01/001, σ. 136) εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
«2.
Ό υπάλληλος, ὁ όποιος δέν υπήχθη στίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ γενικού κανονισμοῦ τῆς ΕΚΑΧ, υπάγεται στίς κατωτέρω διατάξεις:
α)
Ό υπάλληλος πού ἔχει υπαχθεί στόν κανονισμό κατ' εφαρμογή των μεταβατικῶν αυτῶν διατάξεων καί ἀποδεικνύει ὅτι ἀναγκάστηκε νά παραιτηθεί, επειδή ἀνέλαβε υπηρεσία στην Κοινότητα, ἀπ' ὅλα ή ὁρισμένα ἀπό τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού θά εἶχε ἀποκτήσει στή χώρα καταγωγής του χωρίς νά μπορεί νά λάβει ἰσότιμη ἀσφαλιστική κάλυψη γιά τά δικαιώματα αυτά, ἀπολαύει, λόγω συντάξεως ἀρχαιότητας του (ἀποχωρήσεως), στην Κοινότητα καί χωρίς ἀναζήτηση τῶν εισφορών, τοῦ πλεονεκτήματος τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν συντάξιμων ετών πού ἀντιστοιχούν στόν ἀριθμό τῶν συντάξιμων ετών, τά όποια εἶχε ἀποκτήσει στή χώρα καταγωγής του.
β)
Ό ἀριθμός τῶν συντάξιμων ετών πού ἀναγνωρίζονται μέ τόν τρόπο αὐτό καθορίζεται ἀπό τήν ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή τοῦ ὀργάνου ἀπό τό όποιο εξαρτᾶται ὁ υπάλληλος, κατόπιν γνώμης τῆς επιτροπής κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 10. Δέ δύναται νά εἶναι ἀνώτερος:
—
...
—
τοῦ ημίσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ετών ὑπηρεσίας πού δέν θά έχει τήν εὐχέρεια νά συμπληρώσει γιά τόν υπολογισμό 35 συντάξιμων ετών στην ηλικία τῶν 65 ετών.
γ)
...»
Στίς 2 'Ιουλίου 1969, ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θέσπισε τίς γενικές εκτελεστικές διατάξεις, μεταξύ άλλων, πρός τό σκοπό εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω άρθρου, οἱ όποιες δημοσιεύθηκαν στό courrier τοῦ προσωπικοῦ ἀριθ. 77, τῆς 29ης 'Ιουλίου 1969, σελίδες 601 καί ἑπ.
Κατόπιν τῆς δημοσιεύσεως αυτής, ὁ προσφεύγων, ὁ όποιος γεννήθηκε τό 1915, προσλήφθηκε ὡς δόκιμος υπάλληλος μέ βαθμό Α 4 ἀπό τήν ἀνώτατη ἀρχή τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητας "Ανθρακα καί Χάλυβα στίς 15 'Οκτωβρίου 1956 καί παρέμεινε χωρίς διακοπή, μέχρι τῆς πρόσφατης συνταξιοδοτήσεως του, στην υπηρεσία τῆς ἀνωτάτης ἀρχής καί τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντιστοίχως, ζήτησε, στίς 10 Νοεμβρίου 1969, ἀποκατάσταση τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού εἶχε ἀπολέσει.
Μέ ἀπόφαση τῆς 11ης Δεκεμβρίου 1978, ή ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ὅτι υπήχθη στίς ἐν λόγω διατάξεις καί ὅτι τοῦ ἀναγνωρίσθηκαν τρία ἔτη, ἕνας μήνας καί δεκαπέντε ήμερες, επιπλέον τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού εἶχε στίς Κοινότητες, μέ τήν ἀκόλουθη βάση: πρίν ἀναλάβει καθήκοντα στην ἀνωτάτη ἀρχή, ὁ προσφεύγων εἶχε εργασθεί τελευταίως στην «Hütten- und Walzwerks-Berufsgenossen-schaft» (εφεξής: «Berufsgenossenschaft»), ὀργανισμός δημόσιου δικαίου μέ συνταξιοδοτικό καθεστώς σύμφωνο πρός τίς διατάξεις τοῦ «Bundesbeamtengesetz» (νόμος περί τῶν ομοσπονδιακών δημόσιων υπηρεσιών). Ἀπό τήν 1η Μαρτίου 1951 έως τίς 31 Μαΐου 1953, ἀπασχολήθηκε κατά τήν έννοια τοῦ «Angestelltenversicherungsgesetz» (νόμος περί ἀσφαλίσεως ἀναπηρίας καί γήρατος τῶν υπαλλήλων) καί ἀκολούθως, μέχρι τίς 31 Ὀκτωβρίου 1956, ήταν τεχνικός ελεγκτής ὑπό τους ὅρους πού προβλέπει ὁ εσωτερικός κανονισμός τῆς «Berufsgenossenschaft» σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοί) δικαίου, δηλαδή σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ «Bundesbeamtengesetz».
Κατά τή διάρκεια τῆς περιόδου πού ἀπασχολιόταν ὡς ἰδιωτικός υπάλληλος, ὁ προσφεύγων δέν ὑπήγετο σέ υποχρεωτική ἀσφάλιση συντάξεως, διότι οἱ ετήσιες ἀποδοχές του υπερέβαιναν τό όριο πού ἴσχυε τότε γιά τήν υποχρεωτική ἀσφάλιση. Κατά συνέπεια, κατά τή διάρκεια τῆς περιόδου αυτής, ή «Berufsgenossenschaft» δέν ήταν υποχρεωμένη νά καταβάλλει εισφορές στην «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» (ὁμοσπονδιακός ὀργανισμός ἀσφαλίσεως ἀναπηρίας καί γήρατος τῶν ιδιωτικών υπαλλήλων). 'Εντούτοις, γιά τήν περίοδο αυτή ὁ προσφεύγων κατέβαλε συνολικώς δεκαεπτά προαιρετικές εισφορές.
Γιά την περίοδο πού ο προσφεύγων ἀπασχολιόταν ὑπαγόμενος στό νόμο περί δημόσιων υπηρεσιῶν, οἱ εισφορές γιά ασφάλιση γήρατος ἦταν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 1 τοῦ «Angestelltenversicherungsgesetz» προαιρετικές, διότι ὁ προσφεύγων εἶχε τη δυνατότητα νά τύχει συντάξεως δημόσιου υπαλλήλου. Δεδομένου ὅτι ὁ προσφεύγων έπαυσε νά εργάζεται στην «Berufsgenossenschaft» πρίν ἀπό τή λήξη τῆς περιόδου ἀναμονής τῶν δέκα ετών πού προβλεπόταν ἀπό τόν «Bundesbeamtengesetz», δέν ήταν δυνατό νά τοῦ χορηγηθεί σύνταξη δημόσιου υπαλλήλου καί, σύμφωνα μέ τό άρθρο 9 τοῦ «Angestelltenversicherungsgesetz», ἡ «Berufsgenossenschaft» ήταν υποχρεωμένη νά τόν ἀσφαλίσει αναδρομικῶς γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιουνίου 1953 έως 31 'Οκτωβρίου 1956.
Μετά τήν 1η 'Ιουνίου 1953, ὁ προσφεύγων κατέβαλε είκοσι εννέα προαιρετικές εισφορές στήν «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» δεκατρείς κατά τή διάρκεια τῆς υπηρεσίας του στην «Berufsgenossenschaft» καί δεκαέξι ἀφοῦ έπαυσε νά εργάζεται στόν ὀργανισμό αὐτό. Δεδομένου ὅτι ὁ πρώην εργοδότης του τόν εἶχε ἀσφαλίσει ἀναδρομικώς σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγραφος 15 τοῦ «Angestelltenversicherungs-Neuregelungsgesetz» (νόμος ὁ όποιος μεταρρύθμισε την ἀσφάλιση ἀναπηρίας καί γήρατος τῶν ιδιωτικών υπαλλήλων) τῆς 23ης Φεβρουαρίου 1957 (Bundesgesetzblatt σ. 88), οἱ εισφορές αυτές ἀντιστοιχούν σέ εἰσφορές συμπληρωματικής ἀσφαλίσεως.
Γιά νά υπολογίσει τά δικαιώματα τοῦ προσφεύγοντος, ἡ 'Επιτροπή στηρίχθηκε στά έτη υπηρεσίας πού ὁ προσφεύγων πράγματι συμπλήρωσε στην «Berufsgenossenscnaft» και τά όποια δύνανται νά γεννήσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, δηλαδή πέντε έτη, ἑπτά μήνες καί δεκαπέντε ήμερες.
Ὡς πρός αυτό, ὁ υπολογισμός τῶν δικαιωμάτων πού ὁ προσφεύγων διατήρησε στην «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» πραγματοποιήθηκε βάσει πλασματικού υπολογισμού τῆς «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» τῆς 26ης Αυγούστου 1976, ἡ οποία υπολόγισε ὅτι τό ποσόν ὅλων τῶν εἰσφορῶν στην «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» υπέρ τοῦ προσφεύγοντος κατά τή διάρκεια τῆς ἐν λόγω περιόδου ἀνερχόταν σέ 976,17 μονάδες, οἱ όποιες ἀποκτήθηκαν κατά τή διάρκεια περιόδου 58 μηνών. Ἀπ' αυτό προέκυψε ποσοστό 201,57 ο/ο τῆς γενικής βάσεως υπολογισμού ἐκ 4281 DM πού ίσχυε τό 1957. Σύμφωνα μέ τίς εφαρμοζόμενες στον τομέα τῶν ἀσφαλίσεων διατάξεις, χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα, γιά κάθε έτος εἰσφορῶν πού λήφθηκε υπόψη, 1,5 ο/ο τῆς βάσεως υπολογισμοῦ τῆς συντάξεως, ή ὁποία υπολογίσθηκε κατ' αυτόν τόν τρόπο, ὡς ἐτήσια σύνταξη, υπολογισμός ἀπό τόν όποιο προέκυψε τελικά μία ετήσια σύνταξη ἀπό 625 DM περίπου, επαυξημένη κατά 330 DM περίπου λόγω συμπληρωματικής ἀσφαλίσεως.
Σύμφωνα μέ τόν υπολογισμό αυτό, ή μηνιαία σύνταξη ἀνήλθε σέ 79,57 DM, ἐκ τῶν ὁποίων ποσόν 27,56 DM προέκυπτε ἀπό τή συμπληρωματική ἀσφάλιση.'Αντιθέτως, ὁ υπολογισμός τῶν ἀπολεσθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στηρίχθηκε στην υπόθεση ὅτι, βάσει τουλάχιστον δέκα συντάξιμων ετών υπηρεσίας, ή σύνταξη θά ανερχόταν σέ 35 % τοῦ μισθού βάσει τοῦ ὁποίου υπολογιζόταν ἡ σύνταξη καί ὁ όποιος καταβαλλόταν ἀπό την «Berufsgenossenschaft», δηλαδή 397,60 DM ὑπό τή μορφή μηνιαίας συντάξεως.
Ή σχέση μεταξύ τοῦ ποσού αὐτού καί τοῦ συνταξιοδοτικού δικαιώματος πού ὁ προσφεύγων διατήρησε, δηλαδή 79,57 DM, έχει ως ἀποτέλεσμα, ὅσον άφορᾶ τήν περίοδο ἀπό 1η Μαρτίου 1951 έως 31 'Οκτωβρίου 1956, ἀπώλεια 83,32 ο/ο ή, εκφραζομενη σέ συντάξιμα έτη υπηρεσίας, ἀπώλεια τεσσάρων ετών, ὀκτώ μηνών καί δεκαπέντε ήμερων.
Στην ἀπώλεια αυτή ἐφαρμόσθηκε ένας συντελεστής μετατροπής, προκειμένου νά προσδιορισθεί ἡ ισότιμη ἀσφαλιστική κάλυψη τῶν δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπόψη τῆς ἡλικίας καί τοῦ φύλου τοῦ ενδιαφερόμενου. 'Ο υπολογισμός αυτός κατέληξε στην ήδη ἀναφερθείσα περίοδο τῶν τριών ετών, ἑνός μήνα καί δεκαπέντε ήμερων, ἡ ὁποία ήταν δυνατό νά ληφθεῖ υπόψη καί ἡ ὁποία, κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, έπρεπε νά ἀναγνωρισθεί στόν προσφεύγοντα σύμφωνα μέ τό άρθρο 102 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητας "Ανθρακα καί Χάλυβα.
Μέ επιστολή τῆς 25ης Ἰουνίου 1979, ὁ προσφεύγων πρόβαλε ἀντιρρήσεις, μεταξύ ἄλλων, κατά τοῦ ὅτι δέν υπολογίσθηκαν ὡς ἀπολεσθέντα συντάξιμα έτη υπηρεσίας οἱ προγενέστερες τῆς ἀπασχολήσεως «ὠφέλιμοι» περίοδοι καί κατά τοῦ ὅτι λήφθηκαν υπόψη οἱ εισφορές προαιρετικής ἀσφαλίσεως κατά τόν υπολογισμό τῶν ἀπολεσθέντων δικαιωμάτων τά όποια έπρεπε νά ἀναγνωρισθούν. Δεδομένου ὅτι μέ ἐπιστολή τῆς 13ης Αυγούστου τοῦ 1979 ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος «ἀτομικά δικαιώματα καί προνόμια» τῆς γενικής διευθύνσεως προσωπικοῦ καί διοικήσεως τῆς Ἐπιτροπής διατήρησε ἀμετάβλητο τόν πραγματοποιηθέντα υπολογισμό, ὁ προσφεύγων υπέβαλε στίς 6 Νοεμβρίου 1979 ένσταση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
'Επειδή ἡ 'Επιτροπή δέν ἀπάντησε στην ένσταση εντός τῆς πρός τούτο προβλεπόμενης προθεσμίας, ὁ προσφεύγων άσκησε προσφυγή στίς 30 Μαΐου 1980. Μετά τήν άσκηση τῆς προσφυγῆς, τελικῶς ἀπέρριψε ή 'Επιτροπή ρητώς τήν ένσταση μέ επιστολή τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1980.
Μέ τήν προσφυγή του ὁ προσφεύγων ζήτησε ἀρχικῶς ἀπό τό Δικαστήριο:
—
νά κρίνει παράνομη καί νά ἀκυρώσει τή σιωπηρή ἀπόρριψη τῆς ἀπό 6 Νοεμβρίου 1979 ενστάσεως του,
—
νά ἀποφανθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή ὑποχρεοῦται νά ἀναγνωρίσει στον προσφεύγοντα τίς περιόδους σπουδών,
—
νά ἀναγνωρίσει, επιπλέον, ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν έχει κανένα δικαίωμα πρός εκχώρηση τῶν δικαιωμάτων πού ἀπέκτησε ὁ προσφεύγων βάσει εισφορών προαιρετικής ἀσφαλίσεως,
—
ἐπικουρικώς, νά ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ εκτελεστικές διατάξεις δέ συμβιβάζονται μέ τά άρθρα 102 καί 107 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί, ἑπομένως, δέν ἔχουν εφαρμογή κατά συνέπεια, νά τίς κρίνει παράνομες κατά τό μέτρο πού παρέχουν στό ενδιαφερόμενο όργανο δικαίωμα πρός εκχώρηση τῶν δικαιωμάτων πού έχουν ἀποκτηθεί βάσει εισφορών προαιρετικής ἀσφαλίσεως,
—
νά ἀναπέμψει τήν υπόθεση στην 'Επιτροπή, προκειμένου νά υπολογισθούν ἐκ νέου τά δικαιώματα τοῦ προσφεύγοντος.
I —
Πρίν υπεισέλθουμε στά διάφορα αιτήματα τῆς προσφυγής, τό παραδεκτό τῶν ὁποίων δέ δύναται νά τεθεί ὑπό ἀμφισβήτηση, κρίνουμε σκόπιμο, λόγω τῶν επιχειρημάτων πού προέβαλε ὁ προσφεύγων κατά τήν ἐπ᾽ ακροατηρίου συζήτηση, νά προηγηθούν ορισμένες βασικές παρατηρήσεις, πού ἀφορούν τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1962 ἐπί τῆς προκειμένης περιπτώσεως.
Πράγματι, ὅπως ὀρθώς ὁ προσφεύγων υποστήριξε, ἡ διάταξη αυτή δέν εφαρμόζεται, σύμφωνα μέ τή διατύπωση της, παρά στους ὑπαλλήλους οἱ όποιοι δέν υπήχθησαν στίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ παλαιοῦ γενικοῦ κανονισμοῦ τῆς ΕΚΑΧ. 'Αντιθέτως, ένας ὑπάλληλος ὁ όποιος, κατά τήν έναρξη τῆς ἰσχύος τοῦ παλαιοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς ΕΚΑΧ, εἶχε υπαχθεί στίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ παλαιοῦ γενικοῦ κανονισμοῦ, διατηρεί τό ευεργέτημα τῶν διατάξεων αυτών, ὅπως προκύπτει καί ἀπό το άρθρο 102 παράγραφος 1.
Ἡ ἀνάγνωση ὅμως τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ γενικοῦ κανονισμοῦ τῆς Κοινότητας τῆς 29ης Μαρτίου 1956, ὁ όποῖος άρχισε νά ισχύει τήν 1η 'Ιουλίου 1956 συγχρόνως μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς ΕΚΑΧ, εμφαίνει σαφώς ὅτι, ἀντίθετα πρός τή γνώμη πού υποστήριξε ὁ προσφεύγων, δέν ήταν δυνατό νά υπαχθεί στή μεταβατική αυτή διάταξη ἡ ὁποία περιέχεται στό κεφάλαιο ΙΧ. Πράγματι, ἡ προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως αυτής, σύμφωνα μέ τήν ὁποία εἶναι δυνατό νά ἀναγνωρισθούν σέ κάθε μόνιμο ἡ τοπικό υπάλληλο, ὁ όποιος ὅταν ἀναλαμβάνει υπηρεσία στην Κοινότητα δέν έχει τήν ἡλικία τῶν 57 ετών, ὡς συντάξιμα έτη, χωρίς ἀναζήτηση εισφορών, τά 6/10 τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ετών υπηρεσίας πού δέ θά έχει τή δυνατότητα νά συμπληρώσει μέχρι τήν ηλικία τῶν 60 ετών, εἶναι νά έχει «υπαχθεί στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοί) κατ' εφαρμογή τῶν μεταβατικῶν διατάξεων». Ό προσφεύγων, ὅμως, δέν ἀνέλαβε υπηρεσία στην Κοινότητα παρά στίς 15 Ὀκτωβρίου 1956, δηλαδή μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικού τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητας "Ανθρακα καί Χάλυβα τῆς 1ης 'Ιουλίου 1956, γεγονός πού συνεπάγεται ὅτι δέν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του οι μεταβατικές διατάξεις πού προβλέπονται στον κανονισμό αυτό καί ὅτι, ως ἐκ τούτου, δέ δύναται νά υπαχθεί στίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ γενικού κανονισμοῦ τῆς Κοινότητας, τό όποιο βασίζεται στό άρθρο 50 τοῦ 'ίδιου κανονισμοῦ. Κατά συνέπεια, ἡ καθ' ἧς ὀρθώς εφάρμοσε τό άρθρο 102 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1962 προκειμένου νά υπολογίσει τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα τοῦ προσφεύγοντος.
Τέλος, θά πρέπει νά παρατηρηθεί σχετικά, ὅτι ἐν πάση περιπτώσει ὁ προσφεύγων δέν πρόβαλε ούτε κατά τήν ἀνταλλαγείσα μετά τόν καθορισμό τῶν συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων ἀλληλογραφία ούτε κατά τή διαδικασία ενστάσεως ούτε ἀκόμη κατά τή διάρκεια τῆς έγγραφης διαδικασίας ὅτι δέν είναι τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ, άλλα τό άρθρο 108 τοῦ παλαιοῦ γενικού κανονισμού, πού εἶχε εφαρμογή στην περίπτωση του. Κατά συνέπεια, ἀκόμη καί ἄν ήταν βάσιμος, ένας τέτοιος λόγος θά έπρεπε νά ἀπορριφθεί, ως εκπροθέσμως προβαλλόμενος σύμφωνα πρός τό άρθρο 42 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού διαδικασίας.
II —
Συνεπώς, δέν ἀπομένει παρά ἡ εξέταση τοῦ ἐάν τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητας "Ανθρακα καί Χάλυβα τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1962 εφαρμόσθηκε ὀρθώς κατά τόν υπολογισμό τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τοῦ προσφεύγοντος. 'Ως πρός αυτό, θά πρέπει νά διακρίνουμε δύο ερωτήματα, τά όποια έξαλλου θά ἀναπτυχθούν χωριστά: τό ερώτημα τοῦ ποια εἶναι η ἀξία τῶν πιθανολογούμενων βάσει τοῦ γερμα-νικοῦ νόμου περί δημόσιων υπηρεσιών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τά όποια ἀπο-λεσε ὁ προσφεύγων, καί ἀκολούθως τό ἐρώτημα τοῦ ἐάν οἱ προαιρετικές εἰσφορές τοῦ προσφεύγοντος στην ἀσφάλιση ἀναπηρίας καί γήρατος δύνανται νά ληφθούν υπόψη εἰς βάρος του κατά τόν υπολογισμό τῆς συντάξεως του δυνάμει τοῦ ἐν λόγω άρθρου.
1.
Όσον άφορᾶ τό πρώτο ερώτημα, πρέπει κατ᾽ ἀρχήν νά διαπιστωθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 102 παράγραφος 2 στοιχείο β δεύτερη περίπτωση, ἡ 'Επιτροπή ὀρθώς καθόρισε ὅτι ὁ ἀνώτατος συντάξιμος χρόνος πού μπορούσε νά ἀναγνωρισθεί ήταν πέντε έτη, πέντε μήνες καί δεκατρείς ήμερες. 'Εξάλλου μέ τήν απάντηση του ὁ προσφεύγων ἀναγνώρισε ρητώς τό ἀνώτατο ὅριο καί περιόρισε τό ἀντικείμενο τῆς διαφοράς σ᾽ αυτό. Κατά συνέπεια, πρέπει νά εξετασθεί ἄν, σέ σχέση μέ τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού ἀπό-λεσε ὁ προσφεύγων ὡς πρός τήν «Hütten-und Walzwerks-Berufsgenossenschaft», ή Ἐπιτροπή δέ δύναται να ἀναγνωρίσει στόν προσφεύγοντα επιπλέον δύο έτη καί δύο μήνες ὡς συντάξιμα έτη, μέχρι τό ὅριο πού ἀναφέρθηκε προηγουμένως, λαμβάνοντας υπόψη τίς προγενέστερες τῆς εισόδου στην υπηρεσία περιόδους καί τίς περιόδους σπουδών.
Ἐν προκειμένω, ὀρθώς οἱ δύο διάδικοι θεω-ροῦν ὅτι τά ἀπολεσθέντα δικαιώματα, τά ὁποῖα λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα μέ τό άρθρο 102 παράγραφος 2, πρέπει νά ὑπολο-γισθοῦν σέ σχέση μέ τίς διατάξεις τοῦ γερμανικού νόμου περί δημόσιων υπηρεσιών. 'Εντούτοις, οἱ γνώμες διχάζονται ὡς πρός τό ερώτημα τοῦ ποιά εἶναι ἡ έννομη κατάσταση ἡ ὁποία θά πρέπει νά ληφθεί υπόψη: εκείνη ἡ ὁποία υπήρχε κατά τό χρόνο πού ὁ προσφεύγων ἀνέλαβε υπηρεσία στην Κοινότητα, δηλαδή τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1956 — κατά τή γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς — ἡ ἐκείνη ή ὁποία υπήρχε τήν ήμερα τῆς συνταξιοδοτήσεως του, ὁπως ισχυρίζεται ὁ προσφεύγων.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα αὐτό δύναται νά δοθεί μόνο σύμφωνα πρός τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, ούτως ώστε τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τά όποια ὁ προσφεύγων ἀπόλεσε ὡς πρός τόν πρώην εργοδότη του, πρέπει νά υπολογισθούν ἀνεξαρτήτως τοῦ πραγματικοῦ χρόνου ὑπολογισμοῦ τους, βάσει των διατάξεων πού ἴσχυαν κατά τό χρόνο πού ὁ προσφεύγων ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί ἀπό αὐτα λόγω τῆς εισόδου του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας. Αυτό προκύπτει ἁπλώς ἀπό τό γράμμα τῆς οικείας διατάξεως, η ὁποία ἀναφέρεται στόν ἀριθμό των συντάξιμων ετών, τά όποια ὁ ενδιαφερόμενος είχε ἀποκτήσει στή χώρα καταγωγής του πρίν ἀναγκασθεί νά παραιτηθεί ἀπό αυτά.
Ή ἑρμηνεία αύτη ενισχύεται επίσης ἀπό τήν ratio τῆς ἐν λόγω μεταβατικής διατάξεως, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στό νά εξασφαλίσει στόν υπάλληλο, ὁ όποιος υπηρετούσε ήδη τό 1962 και ὁ ὁποίος δέν είχε τή δυνατότητα νά συμπληρώσει τό ἀνώτατο ὅριο συντάξιμων ετών, μία εύλογη σύνταξη, χωρίς νά υποχρεωθεί νά καταβάλλει συμπληρωματικές εισφορές. Πρός τό σκοπό αυτό συνάδει τό ὅτι δέν πρέπει πλέον νά ληφθοῦν υπόψη οἱ ενδεχομένως ευνοϊκότερες γιά τόν προσφεύγοντα μεταγενέστερες εξελίξεις τῆς έννομης καταστάσεως, εφόσον κατά τό χρόνο αυτό ὁ προσφεύγων είχε ήδη παραιτηθεί ἀπό τό καθεστώς πού ισχύει γιά τους γερμανούς δημόσιους υπαλλήλους καί είχε ἀντ' αὐτοῦ ἀποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, ὀρθώς τό άρθρο 7 παράγραφος 1 τῶν γενικῶν εκτελεστικών διατάξεων, οἱ όποιες θεσπίσθηκαν μεταγενέστερα καί ὑλοποιοῦν τήν ἐν λόγω ρύθμιση, βασίσθηκε ρητώς ἐπί τοῦ ἐθνικού συνταξιοδοτικοῦ καθεστώτος, τό όποιο ἐφαρμοζόταν στόν υπάλληλο κατά τό χρόνο πού ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί ἀπό τά δικαιώματά του.
Τό άρθρο 106, λοιπόν, τοῦ νόμου περί ὁμοσπονδιακών δημόσιων υπηρεσιών τῆς 14ης 'Ιουλίου 1953 (Bundesgesetzblatt Ι, σ. 551), ὁ όποιος 'ίσχυε τότε και μέχρι τό 1970, ἀπαι-τοῦσε «γενικώς» ὅτι ὁ υπάλληλος έπρεπε νά έχει συμπληρώσει τουλάχιστον περίοδο υπηρεσίας 10 ετών γιά νά έχει δικαίωμα συντάξεως.
Μόνον μετά τήν πάροδο αυτής τῆς περιόδου ἀναμονής, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ υπάλληλος ὅφειλε πράγματι νά υπηρετεί, ἀποκτούσε αυτός συνταξιοδοτικό δικαίωμα δυνάμει τῆς ἐν λόγω διατάξεως.'Εντούτοις, όταν ὁ προσφεύγων έπαυσε νά εργάζεται στον πρώην εργοδότη του, τήν «Hütten- und Walzwerks-Berursgenossen-schaft», ἡ περίοδος ἀναμονής δέν εἶχε ἀκόμα παρέλθει καί, σύμφωνα μέ τό νόμο περί δημόσιων υπηρεσιών, δέν είχε ἀποκτήσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Γιά νά ἀντισταθμίσει τό ἐν λόγω ἀπολεσθέν δικαίωμα, ὁ πρώην εργοδότης του κατέβαλε, ἑπομένως, ἀναδρομικώς τίς εισφορές γιά τήν κατά νόμο ἀσφάλιση ἀναπηρίας καί γήρατος τῶν ιδιωτικών υπαλλήλων, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ «Angestelltenversicherungsgesetz».
Ή 'Επιτροπή, κατά τόν υπολογισμό τῶν πιθανολογούμενων βάσει τοῦ νόμου περί δημόσιων υπηρεσιών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού ἀπόλεσε ὁ προσφεύγων, δέν έλαβε υπόψη τήν ἀναδρομική καταβολή εισφορών, άλλά βασίσθηκε μάλλον στά συντάξιμα έτη πραγματικής υπηρεσίας τοῦ υπαλληλου, δηλαδή πέντε έτη, επτά μήνες καί δεκαπέντε ήμερες. Μέ αυτήν τή βάση, ή 'Επιτροπή υπολόγισε ἀκολούθως τά πιθανολογούμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού ἀναφέρονται στην περίοδο αναμονής στό 35 % τῶν ἀπολαβών, ἄν καί κατ' ἀρχήν τό ποσοστό αυτό δέν μποροῦσε νά ἀποκτηθεί παρά μόνο μετά δέκα έτη πραγματικής υπηρεσίας.
Ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται τώρα ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 116 τοῦ «Bundesbeamtengesetz», τό όποιο τέθηκε ἀναδρομικώς από 1ης Σεπτεμβρίου 1953 στόν «Bundesbeamtengesetz» δυνάμει τοῦ ἄρθρου 139 τοῦ «Beamtenrechtsrahmengesetz» (νόμος πλαίσιο περί τῶν δημόσιων υπηρεσιών) τῆς 1ης 'Ιουλίου 1957 (Bundesgesetzblatt Ι, σ. 667), ὁρισμένες προγενέστερες τῆς εισόδου στην υπηρεσία περίοδοι, Ιδίως οἱ περίοδοι σπουδών, πρέπει νά ληφθούν υπόψη γιά τόν υπολογισμό τῶν συντάξιμων ετών. 'Ισχυρίζεται ὅτι, λόγω τοῦ αναδρομικοῦ χαρακτήρα τῆς ἐν λόγω διατάξεως, πρέπει νά τύχει τῶν πλεονεκτημάτων πού προβλέπονται ἀπό τό νόμο αυτό.
Ὡς πρός τό επιχείρημα αυτό, θά ήθελα κατ' ἀρχήν, ἀπό κοινοῦ μέ τήν 'Επιτροπή, νά παρατηρήσω ὅτι, δυνάμει τοῦ γερμανικοῦ «Bundesbeamtengesetz», πρέπει ἀφενός νά γίνει διάκριση μεταξύ τῶν προβλεπόμενων στό άρθρο 116 παράγραφος 1 περίπτωση γ τοῦ ἐν λόγω νόμου περιόδων, κατά τή διάρκεια τῶν ὁποίων ένας υπάλληλος μετά τή συμπλήρωση τῶν δεκαοκτώ ετῶν καί πρίν διορισθεί ὡς μόνιμος ἀπέκτησε ὁρισμένα ειδικά προσόντα σέ συγκεκριμένους τομεῖς, τά όποια αποτελούν ἀναγκαία προϋπόθεση γιά την άσκηση τῶν καθηκόντων του, καί ἀφετέρου τῶν περιόδων σπουδῶν, οἱ όποιες δύνανται νά ληφθοῦν υπόψη ὡς συντάξιμα έτη σύμφωνα μέ τό άρθρο 116 τοῦ «Bundesbeamtengesetz». Ό προσφεύγων ζήτᾶ προδήλως τήν ἀναγνώριση τῆς προηγουμένης τῆς εἰσόδου του στην υπηρεσία τῆς «Berufsgenossenschaft» περιόδου επαγγελματικής δραστηριότητας, ἀπό τό 1941 έως τό 1951, ὡς προηγούμενη τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων προσμετρούμενη περίοδο, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 116 παράγραφος 1 περίπτωση γ τοῦ «Bundesbeamtengesetz» καί, επιπλέον, τήν ἀναγνώριση τῶν ἐτών σπουδών του ἀπό τό 1936 έως τό 1941, σύμφωνα μέ τό άρθρο 116 τοῦ ἐν λόγω νόμου.
Παρ' ὅλα αὐτά, καμία ἀπό τίς δύο αυτές περιόδους δέν πρέπει νά ληφθεί υπόψη γιά τόν υπολογισμό τῶν περιόδων ἀναμονής, μετά τήν πάροδο τῶν ὁποίων γεννάται τό πρός σύνταξη δικαίωμα δημόσιου υπαλλήλου κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 106 τοῦ «Bundesbeamtengesetz», εφόσον οἱ ἀνωτέρω περίοδοι δέν ἀναφέρονται ὡς συντάξιμα έτη. 'Επιπλέον, ὁπως ὀρθώς επισήμανε ἡ 'Επιτροπή, προϋπόθεση ἀναγνωρίσεως τους εἶναι νά έχει ήδη ἀποκτηθεί δικαίωμα πρός σύνταξη δημόσιου υπαλλήλου κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ «Bundesbeamtengesetz», χωρίς νά έχουν ληφθεί ὑπόψη οι ἐν λόγω περίοδοι.
'Αντιθέτως, ὡς πρός τήν ἀναγνώριση τῆς ὁποίας πρέπει νά τύχει δυνάμει τοῦ άρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ, ὁ προσφεύγων ζητά νά τύχει ὄχι 'ίδιας μεταχειρίσεως πού θά εἶχε εγκαταλείποντας τίς γερμανικές δημόσιες υπηρεσίες τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1956, άλλά, ἀντιθέτως, τῆς μεταχειρίσεως πού θά εἶχε ἄν παρέμενε στην υπηρεσία τοῦ γερμανοῦ εργοδότου του. Μόνο βάσει τῆς υποθέσεως αυτής σέ περίπτωση άνικανότητας ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του ἡ συμπληρώσεως περιόδου ἀναμονής δέκα ετών, θά εἶχε ἀποκτήσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ἡ δικαίωμα προσδοκίας πρός σύνταξη βάσει τοῦ νόμου περί δημόσιων υπηρεσιών.
Ἀντιθέτως, ὁ περί ἀναγνωρίσεως κανόνας τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ δέ βασίζεται στά συνταξιοδοτικά δικαιώματα ἡ στά δικαιώματα προσδοκίας, τά ὁποῖα ενδεχομένως θά ήταν δυνατόν νά αποκτήσει στή χώρα καταγωγής ὑπό τή μία ή ὑπό τήν άλλη προϋπόθεση σέ περίπτωση διατηρήσεως τῆς εργασιακής σχέσεως, ἀλλά προβλέπει σαφώς ὅτι λαμβάνονται υπόψη μόνο τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα «πού ἔχουν ἀποκτηθεῖ» στή χώρα καταγωγής.
Κατά συνέπεια, μετά τήν εἴσοδό του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας, ὁ προσφεύγων ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί μόνο ἀπό πέντε χρόνια, ἑπτά μήνες καί δεκαπέντε ήμερες πραγματικῆς υπηρεσίας καί, συνεπώς, δέν εἶναι δυνατό νά τοῦ ἀναγνωρισθεί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ παρά μόνο ἡ ἀπώλεια τῶν ἐν λόγω ετών υπηρεσίας.
Κατά τά λοιπά, ὁπως προκύπτει καί ἀπό τους εσώκλειστους στην ἀπό 26 Αυγούστου 1976 επιστολή τῆς «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» ἀνωτέρω υπολογισμούς, ὁ προσφεύγων ἀπολαύει πλήρους καλύψεως λόγω τῆς καταβολής εισφορών στην ἀσφάλιση ἀναπηρίας καί γήρατος γιά τήν προηγουμένη τῆς εισόδου του στην υπηρεσία περίοδο, ώστε νά μήν υφίσταται περίοδος μή ἀσφαλίσεως γήρατος, ἡ δέ αναγνώριση τῶν ἐν λόγω προγενέστερων τῆς εἰσόδου του στην υπηρεσία περιόδων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 θά ὁδηγοῦσε σέ διπλή ἀσφάλιση.
Γιά έναν περαιτέρω λόγο, ἀποκλείεται επίσης ἡ δυνατότητα νά ληφθοῦν υπόψη οἱ περίοδοι σπουδών ὑπό τήν έννοια τοῦ άρθρου 116 τοῦ «Bundesbeamtengesetz» στό πλαίσιο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ ΕΚΑΧ, ὅπως ὀρθώς επισημαίνει ἡ καθ' ἧς. Ὅπως εἴδαμε, ή διάταξη αυτή εἰσάχθηκε στόν «Bundesbeamtengesetz» μέ τό άρθρο 139 παράγραφοι 1 καί 2 τοῦ «Beamtenrechtsrahmengesetz» τῆς 1ης 'Ιουλίου 1957, μέ ἰσχύ ἀπό Της Σεπτεμβρίου 1953, χωρίς νά προβλέπει ὁ νόμος, ὅπως προκύπτει και ἀπό τό άρθρο 139 παράγραφος 4 τοῦ «Beamtenrechtsrahmengesetz», ἀποκατάσταση τῶν προηγούμενων τῆς ενάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τήν 1η Σεπτεμβρίου 1957 περιόδων. "Ετσι, ἀντίθετα πρός την επιχειρηματολογία τοῦ προσφεύγοντος, μόνον τά πρόσωπα, ἡ κατάσταση τῶν ὁποίων υπάγεται στό πεδίο εφαρμογῆς τῆς ἐν λόγω ρυθμίσεως, ἐπωφελούνται τοῦ ἀναδρομικοῦ τῆς χαρακτήρα. Κατ' ἀρχήν, αυτό άφορᾶ μόνο τους ἐν ενεργεία υπαλλήλους κατά τό χρόνο ενάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, την 1η Σεπτεμβρίου 1957, καί τους δικαιούχους συντάξεων, τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα των Οποίων ἐγεννήθη μετά τήν 1η Σεπτεμβρίου 1953. Κατά συνέπεια, ὁ προσφεύγων, ή εργασιακή σχέση τοῦ ὁποίου μέ τήν «Hütten- und Walzwerks-Berufsgenossen-schaft» εἶχε ήδη τερματισθεί μέ ἰσχύ ἀπό 31 'Οκτωβρίου 1956, δέ δύναται νά επικαλεσθεί δικαιώματα βάσει τῆς νέας ρυθμίσεως. Ειδικότερα, δέ δύναται νά επικαλεσθεί τήν παρέκκλιση τοῦ ἄρθρου 139 παράγραφος 3 τοῦ «Beamtenrechtsrahmengesetz», δεδομένου ὅτι δέν έπαυσε νά εργάζεται φθάνοντας τό ὅριο ηλικίας καί δέ συμπλήρωσε ὁλόκληρη τήν περίοδο ἀναμονής τῶν δέκα ετῶν πού προβλέπεται στό άρθρο 106 τοῦ «Bundesbeamtengesetz». Ἐπειδή, κατά συνέπεια, ὁ προσφεύγων, δέ δικαιούνταν ἀναγνωρίσεως τῶν περιόδων σπουδών κατά τήν εἴσοδό του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας, ἄς μοῦ επιτραπεί τέλος νά παρατηρήσω, ὡς πρός αυτό, ὅτι δέν ήταν δυνατό επίσης κατά τήν εἴσοδό του στή υπηρεσία τῆς Κοινότητας νά θεωρήσει μιά τέτοια δυνατότητα ἀναγνωρίσεως ὡς στοιχείο τοῦ συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ἀπό τό όποιο ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί λόγω τῆς ἀναλήψεως καθηκόντων στην Κοινότητα.
Κατά συνέπεια, ἀποδεικνύεται ἀβάσιμο τό αίτημα τοῦ προσφεύγοντος νά ληφθοῦν υπόψη, κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ, οἱ προγενέστερες τῆς εισόδου του στην υπηρεσία περίοδοι καί οἱ περίοδοι σπουδῶν.
2.
Στή συνέχεια τῶν προτάσεων μου, κρίνω σκόπιμο νά ἐξετάσω ἀκόμη, ἄν πρέπει νά ληφθοῦν υπόψη οἱ εισφορές συμπληρωματικής ἀσφαλίσεως, οἱ όποιες καταβλήθηκαν προαιρετικῶς.
Ό προσφεύγων παραιτήθηκε σαφώς τοῦ ἀρχικοῦ του αιτήματος, τό όποιο ἀπέβλεπε στό νά ἀναγνωρίσει τό Δικαστήριο ὅτι ή Ἐπιτροπή δέν είχε κανένα δικαίωμα πρός εκχώρηση τῶν δικαιωμάτων πού ὁ προσφεύγων εἶχε ἀποκτήσει βάσει τῶν εισφορών προαιρετικής ἀσφαλίσεως, ἀφοῦ στην ἀνταπάντηση τῆς ἡ προσφεύγουσα διευκρίνισε ὅτι δέν εἶχε ποτέ προβάλει έναν τέτοιο ισχυρισμό.
Ό προσφεύγων συμφωνεί τώρα μέ τήν καθ' ἧς ὅτι τό μόνο πρός ἀπάντηση ερώτημα εἶναι τό ἐάν, εφαρμόζοντας τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ, ἡ 'Επιτροπή δικαιούνταν νά λάβει υπόψη της, κατά τόν υπολογισμό τῆς ισότιμης ἀσφαλιστικής καλύψεως τῶν ἀπολεσθέντων δικαιωμάτων, τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τά όποια ὁ υπάλληλος διατηρούσε μετά τήν εἴσοδό του στην ὑπηρεσία τῆς Κοινότητας, ἀκόμη καί ἄν αὐτά τά δικαιώματα ἀπέρρεαν ἐν μέρει ἀπό προαιρετικές εισφορές.
Ό προσφεύγων, ὁ όποιος θεωρεί ὅτι οἱ εισφορές συμπληρωματικής ἀσφαλίσεως πού καταβλήθηκαν προαιρετικῶς ἔχουν σε τελευταία ανάλυση ὡς ἀποτέλεσμα τη μείωση τοῦ ἀριθμοῦ συντάξιμων ετών πού είναι δυνατό νά ἀναγνωρισθούν, προτείνει νά δοθεί ἀρνητική ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα. Κατ' αυτόν, ἡ ρύθμιση περί ἀναγνωρίσεως συντάξιμων ετών υπηρεσίας ουδόλως άφορᾶ την καταβολή προαιρετικών εισφορών, κατά τό μέτρο πού μία προαιρετική ἀσφάλιση δέν πρέπει νά εξομοιωθεί πρός ένα συνταξιοδοτικό καθεστώς. 'Ισχυρίζεται ὅτι ὁ υπολογισμός πού πραγματοποίησε ἡ 'Επιτροπή συνιστά επίσης παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ισότητας, κατά τό μέτρο πού τό θέτει σέ κατάσταση χειροτερα έναντι τῶν υπαλλήλων πού δέν έχουν καταβάλει προαιρετικές εισφορές.
'Αντιθέτως, ἡ καθ' ἧς ισχυρίζεται ὅτι δικαιούνταν νά λάβει υπόψη τῆς τίς προαιρετικές εισφορές κατά τόν υπολογισμό τῆς ἀπώλειας τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, βασιζόμενη στή διατύπωση καί στό σκοπό τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ.
Ή τελευταία αυτή νομική άποψη πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά υιοθετηθεί, γιά τους ἀκόλουθους λόγους:
'Ορθώς ἡ καθ' ἧς ἐφιστά την προσοχή στό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν ἀναγνωρίζει κατ' ἀρχήν, παρά τή μεταφορά τοῦ ἀσφαλιστικοί) Ισοδύναμου τῶν συνταξιοδοτικῶν δικαιωμάτων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 παράρτημα VΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ ἡ τήν κατ' ἀποκοπή εξαγορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων καί των πιθανολογούμενων δικαιωμάτων, τά όποια ένας υπάλληλος ὁ όποιος εἰσάχθηκε στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων εἶχε ἀποκτήσει βάσει προγενέστερων εργασιακών σχέσεων. Εφόσον δέν υφίστανται οἱ δυνατότητες αυτές, διότι πχ. τά δικαιώματα ή τά πιθανολογούμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ἡ ἀσφαλιστικές παροχές εξαφανίζονται λόγω τοῦ ὅτι ὁ υπάλληλος, εισερχόμενος στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας, θέτει τέρμα σέ προηγούμενη εργασιακή σχέση, ὁ υπάλληλος δέν ἀποκτᾶ δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων καί τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ παρά τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα τά όποια προέρχονται ἀπό τά έτη του υπηρεσίας στίς Κοινότητες, ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως ΕΚΑΧ.
Οἱ δύο τελευταίες διατάξεις περιέχουν ἁπλώς μιά ξένη πρός τήν οικονομία τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπέρ τῶν υπαλλήλων, οἱ όποιοι κατά τήν εἰσαγωγή τοῦ συνταξιοδοτικού καθεστώτος τῆς Κοινότητας ήταν ήδη στην υπηρεσία μιᾶς τῶν Κοινοτήτων καί οἱ ὁποῖοι, λόγω τῆς ηλικίας τους κατά τό χρόνο εισόδου τους στην υπηρεσία, δέν είναι πλέον σέ θέση νά συμπληρώσουν τόν ἀνώτατο ἀριθμό συντάξιμων ετών πού προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως. Ή ἐν λόγω ρύθμιση σκοπεί νά τους ἀντισταθμίσει τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τά όποια ἀπόλεσαν λόγω τῆς εισόδου τους στην υπηρεσία μιᾶς τῶν Κοινοτήτων, προκειμένου νά μπορέσουν, παρ' ὅλα αυτά, νά τύχουν ευλόγου συντάξεως ἀποχωρήσεως στό πλαίσιο τοῦ κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Κατά συνέπεια, προϋπόθεση γιά τή χορήγηση τῆς αντισταθμίσεως αυτής εἶναι ὅτι οἱ ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι ἀναγκάσθηκαν νά παραιτηθούν ἀπό ὅλα ἡ ἀπό μέρος τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τά όποια έχουν ἀποκτήσει στη χώρα καταγωγῆς τους, λόγω τῆς εἰσόδου τους στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας, χωρίς νά δύνανται νά επιτύχουν ισότιμη ἀσφαλιστική κάλυψη.
Συνεπώς, ἡ προβλεπομένη στό άρθρο 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως ΕΚΑΧ ἀναγνώριση συντάξιμων ετών βασίζεται στην ἀρχή ὅτι πρέπει νά γίνει μιά σύγκριση μεταξύ τῶν δικαιωμάτων ἀπό τά όποια ὁ υπάλληλος ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί εγκαταλείποντας τίς εθνικές δημόσιες υπηρεσίες καί τῶν δικαιωμάτων πού μπόρεσε νά διατηρήσει.
Ή Ἐπιτροπή προέβη σέ μιά τέτοια σύγκριση μέ τους συνημμένους στην ἀπό 11 Σεπτεμβρίου 1978 επιστολή πρός τόν προσφεύγοντα υπολογισμούς. Λαμβάνοντας υπόψη τά δικαιώματα πού προέρχονταν ἀπό τήν προαιρετική συμπληρωματική ἀσφάλιση, υπολόγισε τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα πού διατήρησε ὁ προσφεύγων στό ποσόν τῶν 79,57 DΜ μηνιαίως. Σέ σχέση μέ τά διατηρηθέντα αυτά δικαιώματα, τά ἀπολεσθέντα δικαιώματα ἀντιπροσωπεύουν μηνιαία σύνταξη 397,60 DΜ, δηλαδή ποσοστό ἀπολεσθέντων δικαιωμάτων 83,32 %. Γιά τόν υπολογισμό τῆς σχέσεως αυτής, οἱ ὅροι τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 δέν ἀπαιτούν ὅτι πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ τῶν δικαιωμάτων πού ἀποκτήθηκαν βάσει εισφορών σέ καθεστώς προαιρετικής ἀσφαλίσεως ἡ σέ υποχρεωτικό καθεστώς. Ή μόνη προϋπόθεση πού τέθηκε γιά τήν ἀναγνώριση, εἶναι μάλλον τό γεγονός ὅτι ὁ υπάλληλος ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί ἀπό τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα χωρίς νά λάβει Ισότιμη ἀσφαλιστική κάλυψη καί ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, ἡ εἴσοδός του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας δημιούργησε περίοδο μή ἀσφαλιστικής καλύψεως. Σύμφωνα, όμως μέ τους ισχυρισμούς του, ὁ προσφεύγων κατέβαλε προαιρετικές εισφορές, προκειμένου νά ἀποφύγει περίοδο μή ἀσφαλιστικής καλύψεως, τῆς ὁποίας είχε επίγνωση πρίν νά εισέλθει στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας καί ἡ ὁποία ήταν τελείως ἀνεξάρτητη τῆς εισόδου του στην ὑπηρεσία. 'Επειδή, επιπλέον, δέν ήταν υποχρεωμένος νά παραιτηθεί ἀπό τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού ἀπέρρεαν ἀπ' αυτή, λόγω τῆς εισόδου του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας, εἶναι δύσκολο νά διαπιστωθεί ποιά εἶναι ἡ περίοδος μή ἀσφαλιστικῆς καλύψεως, ἡ ὁποία πρέπει νά συμπληρωθεί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ. Ειδικότερα, δέ θά ήταν σύμφωνο πρός τό σκοπό τῆς προαναφερθείσας ρυθμίσεως, ὁ όποιος εἶναι ἡ ἀναγνώριση συντάξιμων ετών γιά τήν κάλυψη περιόδου μή ἀσφαλίσεως πού δέν εἶναι δυνατό νά καλυφθεί άλλως, ἐάν χορηγούνταν, δυνάμει τῆς ἐν λόγω διατάξεως, πλεονεκτήματα γιά ἀνύπαρκτη περίοδο μή ἀσφαλίσεως.
Ὑπάρχει επίσης ένας άλλος λόγος γιά τόν όποιο δέν πρέπει νά αγνοηθούν οἱ προαιρετικές εισφορές στό ἐκ τοῦ νόμου καθεστώς ἀσφαλίσεως ἀναπηρίας καί γήρατος, κατά τόν υπολογισμό πού πρέπει νά γίνει δυνάμει τῆς ἐν λόγω διατάξεως. 'Από ὅλα τά αὐθεντικά κείμενα τῶν ἐν λόγω διατάξεων σέ ὅλες σχεδόν τίς γλώσσες προκύπτει σαφώς ὅτι τό πλεονέκτημα δέ χορηγείται παρά σέ σχέση μέ τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ἀπό τά όποια ὁ υπάλληλος ἀποδεικνύει «ὅτι ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί». Τό γεγονός, ὅμως, ὅτι «ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεί» προϋποθέτει κατ' ἀρχήν, ὅπως παρατηρεί ὀρθώς ή καθ' ἧς, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῶν συνταξιοδοτικῶν δικαιωμάτων ήταν ἀναπόφευκτη. Ἐντούτοις, εἶναι δυνατό νά ἀποφευχθεί μιά τέτοια ἀπώλεια μέ τήν καταβολή προαιρετικῶν εισφορών στό ἐκ τοῦ νόμου καθεστώς ἀσφαλίσεως ἀναπηρίας καί γήρατος τῆς χώρας καταγωγής τοῦ υπαλλήλου. 'Από τά ἀνωτέρω προκύπτει, γενικώς, ὅτι μία περίοδος μή ἀσφαλίσεως πού ὁ υπάλληλος ἀναπλήρωσε κάνοντας χρήση τῆς δυνατότητας καταβολής προαιρετικών εισφορών, δέ δύναται πλέον νά ἀναπληρωθεί διά τῆς κοινοτικής ἀναγνωρίσεως καί, συνεπώς, πρέπει νά ληφθούν υπόψη οἱ καταβολές προαιρετικών εισφορών στό πλαίσιο υπολογισμοῦ τῆς ἀναγνωρίσεως.
Οἱ γενικές εκτελεστικές διατάξεις, πού θεσπίσθηκαν μεταγενέστερα καί ἀμφισβητοῦνται ἀπό τόν προσφεύγοντα, περιορίζονται νά συγκεκριμενοποιήσουν τήν έννομη αυτή συνέπεια, ἡ ὁποία πρέπει νά συναχθεί ἀπό τίς διατάξεις τοῦ 'ίδιου τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Οἱ εκτελεστικές διατάξεις ὁρίζουν ὅτι λαμβάνονται επίσης ὑπόψη τά διατηρηθέντα συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού προέρχονται ἀπό προαιρετικές εισφορές κατά τόν υπολογισμό τῆς ἀπώλειας τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού πρέπει νά ἀποκατασταθούν.
Τέλος, σύμφωνα μέ τήν ερμηνεία πού ὑποστηρίζω, ἡ ἐν λόγω διάταξη δέν παραβιάζει τή γενική ἀρχή τῆς ισότητας, ὅπως ισχυρίζεται ὁ προσφεύγων. 'Επειδή, ὅπως εἴδαμε, συνιστά παρέκκλιση ἀπό τό γενικό συνταξιοδοτικό καθεστώς τῶν Κοινοτήτων, μόνο σύμφωνα μέ τήν περιοριστική αυτή ερμηνεία εἶναι δυνατό νά δικαιολογηθεί, ενόψει τοῦ προαναφερθέντος σκοποῦ στόν όποιο ἀποβλέπει. Δέν υφίσταται παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως έναντι τῶν υπαλλήλων οἱ όποιοι δέν έχουν καταβάλει προαιρετικές εισφορές ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι αυτοί δέ διατηροῦν συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ὅπως ὁ προσφεύγων.
'Εκτός αὐτοῦ καταβολές σέ ἰδιωτικά συστήματα ἀσφαλίσεως, οἱ όποιες, ὅπως ἀκούσαμε κατά τή διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, δέν πρέπει νά λαμβάνονται υπόψη κατά τόν υπολογισμό τῆς ἀναγνωρίσεως, δέν εἶναι δεκτικές συγκρίσεως μέ εισφορές σέ ἐκ τοῦ νόμου καθεστώς ἀσφαλίσεως ἀναπηρίας και γήρατος, στό όποῖο, σύμφωνα μέ τό κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ἀπασχολήσεως καί τοῦ ἀσφαλιστικοῦ καθεστώτος.'Επειδή, κατά συνέπεια, ἡ 'Επιτροπή δικαιοῦνταν, εφαρμόζοντας τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως ΕΚΑΧ, νά λάβει υπόψη τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τά όποια διατηροῦσε ὁ προσφεύγων μετά τήν εἴσοδό του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητας, ἀκόμη κι ἄν τά δικαιώματα αὐτά προέρχονταν ἐν μέρει ἀπό προαιρετικές εισφορές κατά τόν υπολογισμό τῶν ἀπολεσθέντων δικαιωμάτων, τά όποια έπρεπε νά ἀποκατασταθοῦν δυνάμει τῆς ἐν λόγω διατάξεως, ή προσφυγή εἶναι καί κατά τοῦτο ἀπορριπτέα ὡς ἀβάσιμη.
3.
'Αντίθετα πρός τους ἰσχυρισμούς τοῦ προσφεύγοντος, δέ βλέπω επίσης κανένα λόγο πού θά μπορούσε νά δικαιολογήσει καταδίκη τῆς καθ᾽ ἧς στά δικαστικά έξοδα λόγω παραβιάσεως τοῦ καθήκοντός τῆς νά επιμελείται τῶν ὑποθέσεων τοῦ προσφεύγοντος. 'Από τό φάκελο προκύπτει ὅτι ή 'Επιτροπή προσπάθησε ἀπό τό 1970, συνεργαζόμενη στενά μέ τόν προσφεύγοντα νά καθορίσει τή βάση υπολογισμού τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Ό προσφεύγων εἶχε ειδικότερα τή δυνατότητα νά ἀπαντήσει στην προσωρινή ἀπόφαση πού ἀφορούσε τή σύνταξη του, ἡ δέ καθ' ης, σέ μιά μακρά επιστολή, ἀνέλυσε τά επιχειρήματα της, χωρίς νά ζητήσει ἀπό τόν προσφεύγοντα νά εκχωρήσει πχ. μέρος τῆς μέλλουσας συντάξεως πού θά καταβαλόταν ἀπό την «Bundesversicherungsanstalt für Angestellte» στην Ἐπιτροπή.
III —
Κατά συνέπεια, προτείνω νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή καί νά καταδικασθεί κάθε διάδικος στα δικά του δικαστικά έξοδα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy