ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
πού αναπτύχθηκαν στίς 25 Φεβρουαρίου 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή συγκεκριμένη κατάσταση ἀπό τήν ὁποία ἀνέκυψε ἡ παρούσα προδικαστική υπόθεση μπορεί νά συνοψισθεί μέ πολύ συντομία ὡς έξῆς: τό βελγικό δημόσιο υποβάλλει τίς εισαγωγές ιχθύων σέ αυστηρότατο καθεστώς ὑγειονομικοῦ έλεγχου καί υποχρεώνει τους εἰσαγωγεῖς νά καταβάλλουν ὁρισμένα ποσά ὡς τέλη εξετάσεως. Οἱ εταιρείες United Foods καί Van den Abeele, οἱ όποιες εἰσήγαγαν στό Βέλγιο ὁρισμένες ποσότητες ιχθύων προελεύσεως άλλων Κρατών μελών, κατέβαλαν τά ἐν λόγω τέλη ὑπό ἐπιφύλαξη, θεωρώντας ὅτι αυτό ἀντίκειται στη συνθήκη ΕΟΚ. Ακολούθως, άσκησαν ἀγωγή ενώπιον τοῦ Rechtbank van eerste aanleg τῆς Brugge κατά τοῦ βελγικού δημοσίου, γιά νά επιτύχουν τήν επιστροφή τῶν καταβληθέντων ποσῶν. Τά ερωτήματα πού θέτει ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀναφέρονται βασικά σέ δύο κατηγορίες προβλημάτων: κατ' ἀρχάς, στην εκτίμηση τῶν συγκεκριμένων μέτρων ὑγειονομικοῦ έλεγχου ὑπό τό πρίσμα τῆς ἀπαγορεύσεως θεσπίσεως μέτρων ἀποτελέσματος Ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς στίς εἰσαγωγές (άρθρο 30), λαμβανομένης πάντως υπόψη τῆς δυνατότητας ἐξαιρέσεως ἀπό την ἀπαγόρευση αύτη βάσει τοῦ ἄρθρου 36 καί κατά δεύτερο λόγο, στην εκτίμηση τῶν τελών έλεγχου πού βαρύνουν τους εισαγωγείς, στά πλαίσια τῶν άρθρων 9 καί 12 (πού ἀπαγορεύουν τήν επιβολή ὁποιασδήποτε φορολογικῆς επιβαρύνσεως ἀποτελέσματος Ισοδύναμου μέ τελωνειακούς δασμούς) ἤ τοῦ άρθρου 95 (πού ἀπαγορεύει τήν επιβολή ἐσωτερικῶν φόρων ὁποιασδήποτε φύσεως πού εισάγουν διακρίσεις).
Προτοῦ νά εξετάσουμε τή σημασία των κανόνων αὐτῶν γιά υποθέσεις ὁπως ή παρούσα, ἄς μᾶς επιτραπεί νά σημειώσουμε ὅτι τό Δικαστήριο καλείται άλλη μιά φορά νά ἀποφανθεί, ὄχι βάσει προσφυγής πού ἀσκείται σύμφωνα μέ τό άρθρο 169, άλλα βάσει τῆς προβλεπόμενης ἀπό τό άρθρο 177 διαδικασίας, ἄν οἱ ἰσχύουσες σέ Κράτος μέλος διατάξεις βρίσκονται σέ συμφωνία ή ἀντιτίθενται πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Οἱ δυσχέρειες μιᾶς τέτοιας προσεγγίσεως έχουν τονισθεῖ τόσες φορές, σέ σημείο ώστε ὁποιαδήποτε επάνοδος στό θέμα νά ἀποτελεί περιττή επανάληψη. Θά ήθελα νά ἀναφέρω μόνο ὅτι, ἄν συμφωνήσουμε ὅτι ή ἀποστολή τοῦ Δικαστηρίου συνίσταται στην προκειμένη περίπτωση στην ερμηνεία των κοινοτικῶν κανόνων, τότε ἡ εκτίμηση τῶν πραγματικών περιστατικών πού ἀποτελούν τά εἰδικότερα χαρακτηριστικά τῆς ἀμφισβητούμενης περιπτώσεως, εναπόκειται στό δικαστή τῆς κύριας δίκης.
2.
Μέ τό πρώτο ερώτημά του τό Rechtbank van eerste aanleg τῆς Brugge έρωτα τό Δικαστήριο «ἄν τά άρθρα 30 ἑπ. τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθούν ὑπό τήν έννοια ὅτι υγειονομικός έλεγχος πού διενεργείται στά σύνορα κατά τήν εἰσαγωγή ἰχθύων, καί έχει υποχρεωτικό καί συστηματικό χαρακτήρα, θεωρείται ὡς μέτρο ἀποτελέσματος Ισοδύναμου μέ ποσοτικό περιορισμό στίς εἰσαγωγές». Τό ερώτημα ὅμως δέν περιορίζεται στή γενική υπόθεση τοῦ υποχρεωτικού υγειονομικοῦ έλεγχου. Πράγματι, ἡ φράση πού μόλις προαναφέρθηκε ἀκολουθείται ἀπό πολυάριθμες διευκρινίσεις πού, ἄν καί παρουσιάζονται ὡς εξίσου υποθετικά χαρακτηριστικά τοῦ ἐλεγχου, ἀντανακλούν σημείο πρός σημείο τίς λεπτομέρειες τοῦ ἰσχύοντος στό Βέλγιο συστήματος. 'Αναλυτικότερα, ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης ἀναφέρεται: α) στην υποχρέωση τοῦ εισαγωγέα νά πληροφορεί εγγράφως τίς ἁρμόδιες διοικητικές ὑπηρεσίες, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πρίν ἀπό τήν εἰσαγωγή, ὡς πρός τή φύση, τήν ποσότητα καί τήν προέλευση τοῦ εμπορεύματος, μέ μνεία τῆς ημερομηνίας καί ώρας εισαγωγής, καθώς καί τοῦ τελωνειακού καταστήματος μέσω τοῦ ὁποίου πρόκειται νά γίνει ἡ εισαγωγή β) στό γεγονός ὅτι ἡ εἰσαγωγή επιτρέπεται μόνο μέσω τῶν τελωνειακών καταστημάτων πού ὅρισε ἡ ἀρμόδια ἀρχή, κατά τίς καθορισμένες ημερομηνίες καί ώρες γ) στον καθορισμό μέ νόμο τῶν προϋποθέσεων στίς όποιες πρέπει νά ἀνταποκρίνονται τά χρησιμοποιούμενα κιβώτια, ἡ συσκευασία καί ὁ πάγος δ) στην υποχρέωση νά σημειώνονται ἐπί τῆς συσκευασίας οἱ ενδείξεις έλεγχου πού επιβάλλει ἡ ἀρχή ε) στην υποχρέωση νά συνοδεύονται οἱ εισαγόμενες ποσότητες ἀπό πιστοποιητικό υγείας πού εκδίδει ἡ ἁρμόδια ἀρχή τῆς χώρας καταγωγής τους, μέ τό όποιο βεβαιώνεται ὅτι οἱ ἰχθύες έχουν υποβληθεί σέ εξέταση καί έχει διαπιστωθεί ὅτι εἶναι κατάλληλοι πρός κατανάλωση τήν ήμερα ἀποστολής τους. Τό ἐν λόγω πιστοποιητικό πρέπει επίσης νά έχει συνταχθεί σύμφωνα μέ πρότυπο τῆς ἁρμόδιας ἀρχής τοῦ Κράτους μέλους εισαγωγής.
Κατά τήν άποψη μας, ἀκόμα καί χωρίς τίς λεπτομέρειες αὐτές, ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα πρέπει νά εἶναι καταφατική. Ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 8ης Νοεμβρίου 1979 στην υπόθεση 251/78 Denkavit (Raccolta, 1979, σ. 3369) υπογραμμίζει ἀκριβώς ὅτι «σύμφωνα μέ την πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου τά μέτρα ἀποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς στίς εισαγωγές, περί τῶν ὁποίων τό ἄρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά ερμηνευθούν ὑπό την έννοια ὅτι επεκτείνονται καί στους συστηματικούς υγειονομικούς έλεγχους πού διενεργοῦνται στά σύνορα τῶν Κρατών μελών τῆς Κοινότητας» (σκέψη 10). Αυτό γίνεται εύκολα ἀντιληπτό: κάθε μορφή έλεγχου τῶν εισαγόμενων εμπορευμάτων συνιστᾶ, ἀπό την ἴδια της τή φύση, εμπόδιο στην ἐλεύθερη κυκλοφορία τῶν ἀνωτέρω εμπορευμάτων καί, ἀποτελώντας λογικά μέσο επιλογής τῶν προϊόντων, εἶναι σέ θέση νά περιορίζει ποσοτικά τήν εἴσοδο τους στό έδαφος Κράτους μέλους. "Ας σημειωθεῖ παρενθετικά ὅτι ἀκόμα καί μιά ἐπιλογή πού καθοδηγείται ἀπό «ποιοτικά» κριτήρια, καταλήγει στόν περιορισμό τῶν ποσοτήτων πού γίνονται δεκτές στό έδαφος. "Ας προστεθεί, επίσης, ὅτι στην προμνησθείσα ἀπόφαση του στην υπόθεση Denkavit, τό Δικαστήριο χαρακτήρισε ὡς μέτρο ἀποτελέσματος Ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς στίς εισαγωγές τήν ἁπλή υποχρέωση τοῦ Κράτους μέλους εισαγωγής νά προσκομίζει πιστοποιητικό πού ἐκδίδουν οἱ ἀρχές τοῦ κράτους ἐξαγωγής (σκέψη 11). Κατά συνέπεια, τό σύστημα πού συνδυάζει συγχρόνως τήν υποχρέωση προσκομίσεως πιστοποιητικού τοῦ είδους αὐτοῦ καί νέο άμεσο υγειονομικό έλεγχο ἀντίκειται a fortiori στό άρθρο 30.
Ἡ ὑπεράσπιση τῆς βελγικής κυβερνήσεως υποστήριξε κατά τή διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας ὅτι τό ἐν λόγω σύστημα δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὡς μέτρο ἀποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς στίς εισαγωγές, δεδομένου ὅτι ὁ σχετικός υγειονομικός έλεγχος εφαρμόζεται τόσο στους ἰχθύς πού εκφορτώνονται σέ βελγικά λιμάνια ἀμέσως μετά τήν ἁλίευσή τους, ὅσο καί στους εἰσαγόμενους. Στην πραγματικότητα, ἡ ἰσοτιμία αυτή δέν ἰσχύει, ὅπως θά ἀναφέρουμε στή συνέχεια. 'Αρκεῖ ὅμως, ὡς ἀρχή, νά ὑπομνησθεῖ τό κριτήριο πού γίνεται δεκτό ἀπό τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου — ὅπως διατυπώνεται μάλιστα σέ πρόσφατη ἀπόφαση του, τῆς 26ης 'Ιουνίου 1980, στην ὑπόθεση 788/79 Gilli-Andres — σύμφωνα μέ τό όποιο ούτε ἐσωτερική ρύθμιση μπορεί νά ἐξαιρεθεῖ ἀπό τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 30, έστω καί ἄν Ισχύει ἀδιακρίτως τόσο για τά ἐθνικά ὅσο καί γιά τά εισαγόμενα προϊόντα, ἐκτός ἄν αυτή είναι ἀναγκαία «γιά επιτακτικούς λόγους πού ἀφορούν ειδικότερα τήν προστασία τῆς δημόσιας υγείας, τήν ἀπαιτούμενη ευθύτητα στίς συναλλαγές καί τήν άμυνα τῶν καταναλωτών». Ἑπομένως, τό γεγονός ὅτι τό εθνικό σύστημα υγειονομικοῦ ἐλεγχου ἐφαρμόζεται ενδεχομένως στά ἁλιεύματα ὁποιασδήποτε προελεύσεως, δέν μπορεῖ νά ἀποκλείσει τό ἀσυμβίβαστο τῶν ἐλεγχων πού διενεργούνται στά προϊόντα εἰσαγωγῆς μέ τόν κανόνα τοῦ ἄρθρου 30 καί τήν ἀνάγκη νά ελεγχθεί ἄν υπάρχουν λόγοι (ὅπως ἡ προστασία τῆς δημόσιας υγείας), οἱ όποιοι επιτρέπουν εξαίρεση ἀπό τόν κανόνα αὐτό.
Τέλος, πρέπει νά ἀπορριφθεί ἡ άποψη ὅτι τά Κράτη μέλη μπορούν ελεύθερα νά εξακολουθούν νά εφαρμόζουν τίς ἀντίστοιχες νομοθεσίες τους πού ἀφοροῦν τους ὅρους γιά τή θέση σέ κυκλοφορία προϊόντων πού διατίθενται νόμιμα στό εμπόριο εντός άλλων Κρατών μελών, ἐνόσω ἡ Κοινότητα δέν προβαίνει στην εναρμόνιση τῶν διαφόρων εθνικών νομοθεσιών σέ κάθε τομέα. Ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 5ης 'Απριλίου 1979 στην υπόθεση 148/78 Ratti (Raccolta, 1979, σ. 1629) επιβεβαιώνει ὅτι ἐπ' αὐτού υπάρχουν κοινοτικές ὁδηγίες πού προβλέπουν τήν εναρμόνιση τῶν μέτρων, τα ὁποῖα εἶναι ἀναγκαία γιά τήν ἐξασφάλιση τῆς προστασίας τῆς υγείας, καθώς καί κοινοτικές διαδικασίες έλεγχου, «ή προσφυγή στό άρθρο 36 παύει νά δικαιολογείται καί στό έξῆς οἱ σχετικοί έλεγχοι διενεργοῦνται καί τά μέτρα προστασίας υἰοθετοῦνται στά πλαίσια πού καθορίζει ή ὁδηγία εναρμονίσεως» (σκέψη 36). Πάντως, στη συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι προφανές ὅτι, ελλείψει ὁδηγιών εναρμονίσεως των νομοθεσιών πού ἀφορούν τόν υγειονομικό έλεγχο τῶν Ιχθύων, τά ἀντίστοιχα εθνικά συστήματα δέν μπορούν νά ἀποκλίνουν ἀπό τίς ἀρχές τῶν άρθρων 30 καί 36 τῆς συνθήκης.
3.
Μέ τό δεύτερο ερώτημά του (πού εξαρτάται ἀπό τήν καταφατική λύση τοῦ πρώτου) ὁ βέλγος δικαστής έρωτα τό Δικαστήριο «ἄν τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι υγειονομικός έλεγχος τοῦ είδους πού περιγράφεται στό πρώτο ερώτημα δικαιολογείται, ὅταν ἀποσκοπεί στην προστασία τῆς δημόσιας ὑγείας πού θεωρείται ὅτι επιδιώκει ὁ συγκεκριμένος υγειονομικός έλεγχος». "Ας σημειωθεί ἐπ' ευκαιρία ὅτι, ἀναφερόμενος σε έλεγχο «τοῦ είδους πού περιγράφεται», ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης έχει υπόψη προφανῶς ὅλα τά χαρακτηριστικά τοῦ συστήματος έλεγχου πού παρατίθενται λεπτομερώς στό πρώτο ερώτημα. Εἶναι, ἑπομένως, ἀνάγκη νά ληφθούν υπόψη τά ἐν λόγω χαρακτηριστικά, προκειμένου νά δοθεί μιά ἀπάντηση ἐπ' αὐτοῦ.
Παρεκκλίνοντας ἀπό τήν ἀρχή πού εξαγγέλλει τό άρθρο 30, τό άρθρο 36 ἀποτελεί διάταξη πού ἐπιδέχεται στενή ερμηνεία: οἱ περιορισμοί στίς συναλλαγές τους ὁποίους επιτρέπει πρέπει πράγματι νά δικαιολογοῦνται ἀπό κάποιον ἀπό τους λόγους πού τό ἴδιο αυτό άρθρο μνημονεύει ρητά (στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται γιά «τήν υγεία καί τή ζωή τῶν ἀνθρώπων»). Ἐπιπλέον ἡ παρέκκλιση ἐπιτρέπεται ὑπό τόν ὅρο ὅτι οἱ περιορισμοί πού θεσπίζονται σχετικά δέ συνιστοῦν «μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων οὔτε συγκεκαλυμένο περιορισμό στό εμπόριο μεταξύ τῶν Κρατών μελών». Είναι σαφές ὅτι σέ περίπτωση ὑγειονομικοῦ έλεγχου πού διενεργείται στά σύνορα, ὁ ρόλος πού διαδραματίζει ὁ ίδιος ὁ έλεγχος επιτρέπει στό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος νά επικαλεσθεί τό άρθρο 36. Εἶναι πάντως εξίσου βέβαιο ὅτι ἀπομένει νά καθορισθεί: α) ἄν ὁ έλεγχος δικαιολογείται στην πραγματικότητα 6) ἄν εἰσάγει διακρίσεις ἡ περιορισμούς σέ ὑπερβολικό βαθμό. 'Επί τοῦ τελευταίου αὐτοῦ σημείου δέν πρέπει νά λησμονείται πόσο τό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας 70/50/ΕΟΚ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1969 συνέτεινε στην ἀποσαφήνιση του (σχετικά μέ τήν κατάργηση τῶν μέτρων ἀποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς). 'Αξίζει νά σημειωθεί ὅτι τά μέτρα περί εμπορίας τῶν προϊόντων — καί ἄν ἀκόμη εφαρμόζονται ἀδιακρίτως τόσο γιά τά εθνικά ὅσο καί γιά τά προϊόντα εἰσαγωγῆς — συνεπάγονται περιορισμούς πού υπερβαίνουν τά ὅρια τῶν επιπτώσεων μιᾶς εμπορικής ρυθμίσεως, Ιδίως ὅταν οἱ περιορισμοί εἶναι δυσανάλογοι σέ σχέση μέ τό επιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα καί ὅταν ὁ ἴδιος σκοπός μπορεί νά επιτευχθεί μέ άλλο μέσο πού θίγει σέ μικρότερο βαθμό τίς συναλλαγές.
Ό τύπος τοῦ ὑγειονομικοῦ έλεγχου στον όποιο ἀναφέρεται ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης, πρέπει νά εκτιμηθεί ὑπό τό πρίσμα τῶν κριτηρίων αυτών. "Ενα πρώτο χαρακτηριστικό σημείο πού πρέπει νά εξετασθεί εἶναι ἡ σώρευση τοῦ έλεγχου πού πραγματοποιείται στό κράτος εξαγωγής, κατά τήν ήμερα ἀποστολής καί τοῦ νέου ἐλεγχου πού διενεργείται στό κράτος εισαγωγής. Τό Δικαστήριο είχε τήν ευκαιρία νά ἀποφανθεί ἐπί ενός ἀνάλογου συστήματος στην ἀνωτέρω ἀπόφαση του τῆς 8ης Νοεμβρίου 1979, ὑπόθεση Denkavit, καί νά ἐπιβεβαιώσει (ἀριθμός 3 τοῦ διατακτικοῦ της αποφάσεως) ὅτι ἡ υποβολή ζωοτροφῶν σέ διπλό ἔλεγχο ἐκ μέρους τοῦ κράτους εισαγωγής πού συνίσταται στην ἀπαίτηση πιστοποιητικοῦ υγείας, τό όποιο εκδίδει ή αρμόδια ἀρχή τοῦ κράτους εξαγωγής καί στην περαιτέρω υποβολή τῶν προϊόντων πού συνοδεύονται ἀπό ἕνα τέτοιο πιστοποιητικό σέ νέο συστηματικό υγειονομικό έλεγχο στά σύνορα, πρός τόν αυτό σκοπό: «ὑπερβαίνει τά ὅρια πού επιτρέπει τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἄν ἡ υγεία καί ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων καί ζώων μποροῦν νά προστατευθούν εξίσου ἀποτελεσματικά μέ τή λήψη άλλων μέτρων, λιγότερο περιοριστικών γιά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές».
Τίθεται λοιπόν τό ερώτημα ἄν τό προηγούμενο ἀρκεί γιά νά θεωρηθεί ὡς υπερβολικός, σύμφωνα μέ τό άρθρο 36, κάθε μηχανισμός διπλοῦ υγειονομικοῦ έλεγχου.
Κατά τήν άποψη μας, αυτό εξαρτᾶται ἀπό τή φύση τοῦ προϊόντος πού υπόκειται τόν έλεγχο. Τά ἁλιεύματα γιά τά όποια πρόκειται στην παρούσα υπόθεση εἶναι Ιδιαιτέρως ἀλλοιώσιμα καί ἡ προστασία τῆς δημόσιας ὑγείας θά μποροῦσε νά δικαιολογήσει τό διπλό έλεγχο άν, μεταξύ τοῦ χρόνου ὑγειονομικοῦ έλεγχου πού διενεργείται στό κράτος εξαγωγής καί εκείνου τῆς ἀφίξεως στό κράτος εισαγωγής, μεσολαβοῦσε χρονικό διάστημα, ἱκανό νά προκαλέσει ἀλλοίωση τῶν ἁλιευμάτων αυτών. A contrario αυτό σημαίνει ὅτι, ἄν τό ἐν λόγω διάστημα εἶναι βραχύ, ὁ δεύτερος έλεγχος δέν ἀνταποκρίνεται σέ οιαδήποτε ἀντικειμενική ἀνάγκη. 'Επιπλέον θά πρέπει νά ληφθεί υπόψη ἡ διαφορά μεταξύ νωπών καί κατεψυγμένων ἰχθύων, ὁ μηχανισμός ψύξεως καί τό μεταφορικό μέσο πού χρησιμοποιείται. 'Ολοι αυτοί oἱ συγκεκριμένοι παράγοντες εἶναι καθοριστικοί πρός τό σκοπό διαπιστώσεως τῆς νομιμότητας ἡ μή τοῦ διπλοῦ έλεγχου ὑπό τό πρίσμα τοῦ άρθρου 36. Ή εκτίμηση τους ὅμως μπορεί νά γίνει μόνο ἀπό τίς ἁρμόδιες εθνικές ἀρχές (πρώτα σέ διοικητικό καί κατόπιν, ενδεχομένως, σέ δικαστικό επίπεδο), βάσει τοῦ γενικοῦ κριτηρίου τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ὅτι οἱ έλεγχοι τοῦ τύπου πού προαναφέρθηκε εἶναι νόμιμοι μόνο ὅταν ἀναγκαιοῦν γιά τήν προστασία τῆς δημόσιας υγείας. Ἐπ᾽ αὐτοῦ δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι τό Δικαστήριο προσδιόρισε στην προμνησθείσα ἀπόφαση του τῆς 8ης Νοεμβρίου 1980, υπόθεση Denkavit (σκέψη 24), ὅτι «ἐν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στους εθνικούς δικαστές νά εφαρμόσουν τά ἐν λόγω κριτήρια ὑπό τό φῶς ὅλων τῶν πραγματικών περιστατικών τῶν διαφορών πού εκδικάζουν, λαμβάνοντας υπόψη ὅτι ή εθνική ἀρχή πού επικαλείται τό άρθρο 36 φέρει πάντοτε τό βάρος τῆς ἀποδείξεως ὅτι τά ληφθέντα μέτρα πληροῦν τά κριτήρια αυτά».
Μεταξύ τῶν στοιχείων πού ενδέχεται νά καταστήσουν τόν υγειονομικό έλεγχο τῶν ιχθύων υπερβολικά περιοριστικό περιλαμβάνεται καί ἡ υποχρέωση τοῦ εισαγωγέα νά πληροφορεί ἐγγράφως τήν ἁρμόδια τελωνειακή υπηρεσία, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πρίν ἀπό τήν εἰσαγωγή, ὡς πρός τή φύση, τήν ποσότητα καί τήν προέλευση τοῦ εμπορεύματος, μέ μνεία τῆς ημερομηνίας καί ώρας εἰσαγωγῆς, καθώς καί τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος πού διενεργεί τό σχετικό έλεγχο. Ὅπως παρατήρησε ὀρθά ὁ εκπρόσωπος τῆς δανικής κυβερνήσεως, ὁ νωπός ίχθύς απαιτεί ἀπό τή φύση του ταχύτατη διανομή καί γιά τό λόγο αυτό ἡ προαναφερθείσα υποχρέωση ισοδυναμεί μέ υπερβολικό περιορισμό, κάθε φορά πού ἡ άφιξη τοῦ νωποῦ ἰχθύος εἰσαγωγῆς καθυστερεί μόνο γιά νά συμπληρωθοῦν οἱ ἐν λόγω διατυπώσεις. Είναι σαφές ὅτι πρόκειται καί πάλι γιά ένα πραγματικό περιστατικό πού πρέπει νά εκτιμηθεί κατά περίπτωση.
Τέλος, ἀναφορικά μέ τίς διακρίσεις πού ὁ ἐν λόγω υγειονομικός έλεγχος ενδέχεται νά εἰσάγει, παρατηροῦμε ὅτι γιά νά εφαρμοσθεί διαφορετικό σύστημα έλεγχου στους Ιχθύς εισαγωγής ἀφενός, καί στους ἐκτρεφόμενους ἰχθῦς ἐσωτερικοῦ, καθώς καί σέ εκείνους πού εκφορτώνονται ἀμέσως μετά τήν ἁλίευσή τους στά εθνικά λιμάνια ἀφετέρου, πρέπει νά συντρέχουν ἀντικειμενικοί λόγοι. Στό Βέλγιο, ὁ έλεγχος ιχθύων εσωτερικής προελεύσεως διενεργείται στους τόπους πωλήσεως. Ή 'Επιτροπή καί ἡ δανική κυβέρνηση διερωτώνται γιατί δέν εἶναι δυνατό νά υποβληθούν στην ἴδια μεταχείριση καί οἱ ἰχθύες εἰσαγωγῆς. 'Αλλά καί ὅσον άφορᾶ τόν έλεγχο τῶν μέσων καί τῶν ὅρών μεταφοράς, οἱ εγχώριοι ἰχθύες καί οἱ εἰσαγό-μενοι ἰχθύες υπόκεινται σέ διαφορετικά καθεστώτα, τά ὁποῖα διέπονται ἀπό διαφορετικό βαθμό αυστηρότητας (μεγαλύτερης φυσικά γιά τους δεύτερους). Ή εκτίμηση ἄν εἰσάγεται στην προκειμένη περίπτωση αυθαίρετη διάκριση καί καθίσταται επομένως ἀνεφάρμοστη ἡ παρέκκλιση ἀπό τήν ἀρχή τοῦ ἄρθρου 30, εναπόκειται ἀποκλειστικά στό δικαστή τῆς κύριας δίκης: τό Δικαστήριο δέν μπορεί παρά νά ὑπενθυμίσει ὅσα μέ σαφήνεια ὁρίζει τό άρθρο 36 τελευταίο εδάφιο.
4.
Μέ τό τρίτο ερώτημά του ὁ βέλγος δικαστής έρωτα τό Δικαστήριο ἄν
«τά τέλη έλεγχου πού υποχρεώνεται νά καταβάλει ὁ εἰσαγωγέας γιά τήν κάλυψη των εξόδων τά όποια συνεπάγεται ὁ ὑγειονομικός έλεγχος πού περιγράφεται στό πρῶτο ερώτημα, πρέπει νά θεωρηθούν ὡς φορολογικές επιβαρύνσεις ἀποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμούς κατά τήν έννοια των άρθρων 9 ἑπ. τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ ὡς εσωτερικοί φόροι κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 95 τῆς ίδιας συνθήκης, ὅταν:
—
ὁ έλεγχος τῶν Ιχθυοτροφείων πού βρίσκονται στό έδαφος τοῦ ενδιαφερόμενου Κράτους μέλους δέν υπόκειται σέ κανένα τέλος
—
ὁ έλεγχος τῶν ἰχθύων θάλασσας διενεργείται κατά τή μεταφορά τους στίς ἀγορές καί ἀφορᾶ τήν κατάσταση τους ἀπό υγειονομική άποψη, τή φρεσκότητα καί τήν ἀκεραιότητά τους, ἐνῶ ὁ ὑγειονομικός έλεγχος λόγω εἰσαγωγῆς διενεργείται στά τελωνειακά καταστήματα καί άφορᾶ τό πιστοποιητικό υγείας, τό μεταφορικό μέσο, τήν κατάσταση συντηρήσεως, καθώς καί τή συμμόρφωση πρός τίς διατάξεις τοῦ Κράτους μέλους εἰσαγωγῆς πού ρυθμίζουν τόν έλεγχο καί τίς εισαγωγές Ιχθύων
—
τά τέλη έλεγχου στίς εἰσαγωγές πρέπει νά καταβάλλονται υποχρεωτικά κατά τή διέλευση ἀπό τά σύνορα.
—
τά τέλη έλεγχου γιά τους ἰχθῦς πού εκφορτώνονται καθορίζονται κατά τρόπο ὁμοιόμορφο, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν κατάσταση τοῦ προϊόντος, ἐνῶ τά τέλη έλεγχου γιά τους ἰχθῦς εἰσαγωγῆς, έκτός ἀπό εκείνους πού διατηρούνται ἀκέραιοι καί δέν έχουν ὑποστεί ἐπεξεργασία, εἶναι διπλάσια ἀπό τά πρώτα».
Παρατηροῦμε ὅτι, ἀνατρέχοντας στην ίδια τεχνική μέ τήν ὁποία διατυπώθηκε τό πρώτο ἐρώτημα, ὁ δικαστής a quo ἀνέφερε τίς σημαντικότερες ἀπό τίς Ισχύουσες στό Βέλγιο διατάξεις σχετικά μέ τόν υγειονομικό έλεγχο τῶν ἰχθύων, παρουσιάζοντάς τις ὡς ὅρούς ἑνός ὑποθετικοῦ συστήματος. Πάντως, αὐτό πού ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι οἱ ὅροι αὐτοί ἀντανακλούν τή διαφορά μεταξύ τοῦ συστήματος πού εφαρμόζεται στους ἰχθῦς εἰσαγωγῆς καί εκείνου πού ἀφορᾶ τους ἰχθῦς εσωτερικής προελεύσεως. Στην ουσία, ή ἀνωτέρω διαφορά προκύπτει ἀπό τά τέσσερα δεδομένα πού ἀναφέρονται στό ερώτημα καί μποροῦν νά συνοψισθοῦν ὡς έξῆς:
α)
ὁρισμένοι τύποι ἰχθύων εσωτερικής προελεύσεως (ἰχθύες ιχθυοτροφείου) δέν υπόκεινται σέ τέλη, ἐνῶ ἀντίθετα τέτοια υποχρέωση προβλέπεται γιά ὅλους τους ἰχθῦς εισαγωγής
β)
ἡ διαδικασία έλεγχου πού δικαιολογεί την επιβάρυνση εἶναι διαφορετική γιά τίς δύο κατηγορίες ιχθύων καί διεξάγεται σέ διαφορετικούς τόπους
γ)
ἡ υποχρέωση καταβολῆς γεννᾶται σέ διαφορετικό χρόνο
δ)
τό συνολικό ποσό τῶν τελών ἐξετάσεως δέν εἶναι τό ἴδιο (τουλάχιστο γιά τους Ιχθύς πού δέν ἐμπίπτουν στην κατηγορία εκείνων πού διατηροῦνται ἀκέραιοι καί δέν υφίστανται επεξεργασία).
Ὡς πρός τό τελευταίο αυτό σημείο, προσθέτουμε ὅτι ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης βασιζόμενος, ὅπως ήδη ἀναφέραμε, στή βελγική νομοθεσία εἶχε τή δυνατότητα νά παρουσιάσει καί ἔνα πέμπτο δεδομένο, δηλ. τή διαφορά ως πρός τή βάση τῆς επιβαρύνσεως: πράγματι, στή βελγική ρύθμιση ή επιβάρυνση γιά τό διενεργούμενο έλεγχο των Ιχθύων εισαγωγής πού δέν υφίστανται επεξεργασία ἀνέρχεται στό ποσό τῶν 15 βελγικῶν φράγκων ἀνά 100 χιλιόγραμμα ή κλάσμα τῶν 100 χιλιόγραμμων καί 30 BFR γιά τους ἰχθῦς πού υφίστανται επεξεργασία, ἐνῶ ἡ επιβάρυνση πού πλήττει τους ἰχθῦς, οἱ όποιοι ἁλιεύονται ἡ εκφορτώνονται στά εθνικά λιμάνια ἀνέρχεται σέ 0,15 BFR ἀνά χιλιόγραμμο ἡ μέρος τοῦ χιλιόγραμμου.
Αυτό πού καθίστα ἀποφασιστική τή διαφορά πού επισημάναμε, γιά νά δοθεῖ έτσι μιά ἀπάντηση στό τρίτο ερώτημα, εἶναι τό κριτήριο πού καθιέρωσε ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὡς πρός τά όρια μεταξύ τῆς σφαίρας εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 9 καί εκείνης τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό κριτήριο αὐτό μπορεί νά συνοψισθεί ὡς έξῆς: εμπίπτουν στά πλαίσια τοῦ ἄρθρου 95 οἱ τύποι τελών πού ἀνήκουν σέ ένα γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων πού επιβάλλονται σέ ὅλα τά προϊόντα ἀδιακρίτως, ἐθνικά καί εἰσαγόμενα ὁρισμένης κατηγορίας. Εἰδικότερα, τά τέλη πρέπει νά εἰσπράττονται βάσει ὁμοιόμορφων κριτηρίων καί σέ ἕνα στάδιο τῆς παραγωγής πού μπορεί νά συγκριθεί ἡ στό ἴδιο στάδιο διαθέσεως στό ἰμπόριο (βλέπε τίς ἀποφάσεις τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση Bresciani 87/75, Rac. 1976, σ. 129, σκέψη 11, τῆς 28ης 'Ιουνίου 1978 στην υπόθεση Simmenthal 70/77, Rac. 1978, σ. 1453, ἀριθμός 1 τοῦ διατακτικού, καί τῆς 31ης Μαΐου 1979 στην υπόθεση Denkavit 132/78, Rac. 1979, σ. 1923, σκέψη 8).
Κατά τή γνώμη μας, ἡ νομολογία αυτή πρέπει νά επιβεβαιωθεί. Πράγματι, τό άρθρο 95 ἀντικατοπτρίζει τήν ἀρχή τῆς ισότητας στό επίπεδο τῶν φορολογικών βαρών, προϋποθέτοντας τήν ἑνότητα τοῦ μηχανισμού — γιά νά μήν πούμε τοῦ «τύπου» — ἑνός δεδομένου φόρου καί τήν ἐπιβολή του, τόσο στά εθνικά ὅσο καί στά προϊόντα εἰσαγωγῆς. Διαφορετική εἶναι ή περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ φόρος πλήττει τά προϊόντα εἰσαγωγῆς, καταβάλλεται κατά τή διέλευση ἀπό τα σύνορα (ὅπως διευκρινίζει στό τέταρτο ερώτημα του ὁ βέλγος δικαστής) καί συνδέεται μέ εἰδικές διαδικασίες έλεγχου στίς όποιες υποβάλλεται τό προϊόν εἰσαγωγῆς, έστω καί ἄν ἀπό ὁρισμένες ἀπόψεις ἀνάλογος, άλλά μέ αυτόνομο μηχανισμό καί διαφορετικά κριτήρια φόρος επιβάλλεται σέ μερικά ἀπό τά ἀντίστοιχα εθνικά προϊόντα. Μιά τέτοια περίπτωση εμπίπτει στίς διατάξεις τοῦ άρθρου 9 πού ἀπαγορεύει τίς φορολογικές επιβαρύνσεις ἀποτελέσματος ἰσοδύναμου μέ δασμούς. Ὑπό τήν ἔννοια αυτή, τό Δικαστήριο εύλογα ἀσχολήθηκε σέ προηγούμενες ἀποφάσεις του επανειλημμένα μέ τό θέμα τῶν τελών υγειονομικού έλεγχου πού επιβάλλονται στά προϊόντα εἰσαγωγῆς: υπενθυμίζουμε τήν ἀπόφαση τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1972 στην ὑπόθεση Marimex 29/72, (Rac. 1972, σ. 1309, διατακτικό), τήν ἀπόφαση τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση Bresciani πού ἤδη ἀναφέρθηκε (σκέψη 7 καί ἀριθμός 1 τοῦ διατακτικοῦ) καί τήν ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση Simmenthal 35/76, Rac. 1976, σ. 1871, (ἀριθμός 3 τοῦ διατακτικοῦ). Είναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον γιά τήν επίλυση τῆς παρούσας διάφορᾶς νά μή λησμονείται ὅτι, στή νομολογία αυτή, τό γεγονός τῆς εἰσπρά-ξεως τοῦ τέλους σνά σύνορα θεωρήθηκε ὅτι έχει μεγάλη σημασία ὡς στοιχείο πού εἰσάγει διάκριση μεταξύ τῶν χρηματικών επιβαρύνσεων πού ἀπαγορεύει τό άρθρο 9 καί εκείνων πού υπάγονται στό άρθρο 95 (βλέπε τήν ἀπόφαση πού ήδη ἀναφέρθηκε στην ὑπόθεση Simmenthal 35/76, ἀριθμοί 3 καί 4 τοῦ διατακτικοῦ), ὅσο καί σέ σχέση μέ τόν ἴδιο τό σκοπό τοῦ ἄρθρου 9: «ή ἀποφυγή στό εμπόριο μεταξύ Κρατῶν μελῶν ὁποιωνδήποτε χρηματικών επιβαρύνσεων πού βασίζονται στό γεγονός καί μόνο ὅτι τά προϊόντα πού κυκλοφορούν στό εσωτερικό τῆς Κοινότητας διέρχονται τά σύνορα ἑνός κράτους» (βλέπε τήν ἀπόφαση Bresciani πού ήδη ἀναφέρθηκε, σκέψη 8).
Ἀπό τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι τά τέλη εξετάσεως, τῶν ὁποίων ὁ βέλγος δικαστής περιέγραψε τά χαρακτηριστικά στό τρίτο ἐρώτημα, δέν εἶναι δυνατό νά θεωρηθούν, ἀκριβώς λόγω αυτών τῶν χαρακτηριστικών, ὅτι ἀνήκουν σέ γενικό σύστημα εσωτερικών επιβαρύνσεων, υπαγόμενο στόν κανόνα τοῦ ἄρθρου 95. Στην πραγματικότητα ἀποτελούν φορολογικές επιβαρύνσεις ἀποτελέσματος Ισοδύναμου μέ δασμούς κατά τήν εἰσαγωγή τους ἀσυμβίβαστες μέ τήν ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 9.
Ἡ είσπραξη τῶν τελών εξετάσεως περί τῶν ὁποίων πρόκειται ἐδῶ πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι εξαιρείται τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ άρθρου 9, ὅταν ἡ εξέταση επιβάλλεται κατά ὁμοιόμορφο τρόπο βάσει κοινοτικού κανόνα (περίπτωση πού τό Δικαστήριο εξέτασε στην ἀπόφαση του τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1977 σχετική μέ τήν υπόθεση 46/76 Bahuis, Rac. 1977 σ. 5) ἡ ὅταν έχει τή φύση υπηρεσίας πού παρασχέθηκε στον εισαγωγέα ἐπί ἀτομικής βάσεως (βλέπε τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση τῆς 8ης Νοεμβρίου 1979, στην υπόθεση Denkavit, σκέψη 30). Ή πρώτη περίπτωση ὅμως ἀποκλείεται κατηγορηματικά στην παρούσα υπόθεση: τά ἐρωτήματα πού υπέβαλε ὁ δικαστής τῆς κύριας δίκης ἀναφέρονται ἀναμφιβόλως σέ ένα προκαθορισμένο ἀπό τό Κράτος μέλος σύστημα έλεγχου, ἀνεξάρτητα ἀπό ὁποιεσδήποτε κοινοτικές διατάξεις. Ὡς προς τή δεύτερη πιθανότητα, υπενθυμίζουμε τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση Bresciani: «ή διοικητική δραστηριότητα τοῦ κράτους ἡ ὁποία ἀποβλέπει στην εφαρμογή ενός συστήματος υγειονομικού έλεγχου πρός τό γενικό συμφέρον, δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι συνιστά υπηρεσία πού παρέχεται ἀτομικά στόν εἰσαγωγέα, ἀπό τόν όποιο μπορεί νά ζητήσει ὡς ἀντάλλαγμα τήν καταβολή χρηματικού ποσού» (σκέψη 10). Καί ἐδῶ πρόκειται πάλι γιά υγειονομικό έλεγχο πού επιβάλλεται πρός προστασία τοῦ γενικού συμφέροντος. 'Ισχύει, συνεπώς, ἡ ἴδια επιχειρηματολογία πού συναντούμε στην υπόθεση Bresciani.
Τέλος, δέν παραλείπουμε νά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ περιστάσεις πού επικαλείται ή βελγική κυβέρνηση γιά νά δικαιολογήσει τή διαφορά ὡς πρός τό ὕψος τῶν τελών εξετάσεως ἐπί τῶν «εγχώριων» Ιχθύων καί τῶν Ιχθύων εἰσαγωγῆς, ὅταν πρόκειται γιά επεξεργασμένο προϊόν, δέν έχουν καμιά σημασία στην παρούσα περίπτωση. Πράγματι, ἀφενός δέ θά παραλείψουμε νά επαναλάβουμε ὅτι ἡ ἐξέταση τῶν προδικαστικών ερωτημάτων βάσει τοῦ ἄρθρου 177 πρέπει νά γίνει σέ γενικό επίπεδο καί κατά συνέπεια πρέπει νά εξαιρεθεί ἀπό τήν εἰδική αιτιολόγηση πού υπαγόρευσε τή συμπεριφορά μιας συγκεκριμένης κυβερνήσεως. Ἐξάλλου, ἡ διαφορά ὡς πρός τό ὕψος τῶν τελῶν εξετάσεως ἀσφαλώς δέν ἀρκεῖ γιά νά δικαιολογήσει τήν ένταξη τους στά πλαίσια τοῦ ἄρθρου 9, καθώς καί τοῦ άρθρου 95: κατά μείζονα λόγο, αυτό αντιπροσωπεύει μιά ἀπό τίς περιστάσεις πού συντρέχουν γιά τήν ἀπόδειξη τῆς διαφοράς μεταξύ τοῦ συστήματος φορολογικών επιβαρύνσεων πού ἐφαρμόζεται σέ ἰχθῦς εσωτερικής προελεύσεως καί εκείνου πού ἐφαρμόζεται σέ ἰχθῦς εἰσαγωγῆς. Όμως, άλλες περιστάσεις πού έχουν ἤδη ἀναφερθεί βαρύνουν ἀσφαλώς περισσότερο γιά τήν ἀπόδειξη τῆς διαφοράς μεταξύ τῶν δύο συστημάτων: τό ἀντικείμενο καί ὁ τρόπος ἐξετάσεως πού ἀποτελούν τό λόγο τῆς ἐπιβαρύνσεως, ὁ χρόνος καί ὁ τόπος εξετάσεως, ὁ χρόνος κατά τόν όποιο γεννᾶται ἡ υποχρέωση καταβολής τοῦ τέλους, τό περιορισμένο πλαίσιο εφαρμογής τῶν ἀντίστοιχων τελών ἐπί ἰχθύων εσωτερικής προελεύσεως.
5.
Ή άποψη πού υποστηρίζεται σέ σχέση μέ τό τρίτο ερώτημα καθιστά περιττή τήν εξέταση τοῦ τέταρτου πού εξαρτάται ρητά ἀπό τό χαρακτηρισμό τῶν σχετικών τελών ἐξετάσεως, ὡς εσωτερικών ἐπιβαρύνσεων πού εμπίπτουν στίς διατάξεις τοῦ άρθρου 95.
Συμπερασματικῶς, λοιπόν, βάσει τῶν επιχειρημάτων πού ἀναπτύξαμε μέχρις ἐδῶ, φρονοῦμε ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει νά ἀπαντήσει στά ερωτήματα πού τοῦ έθεσε τό Rechtbank van eerste aanleg τῆς Brugge μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 5ης Μαρτίου 1980, κρίνοντας ὡς ἀκολούθως:
1.
Τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι υγειονομικός έλεγχος πού έχει υποχρεωτικό καί συστηματικό χαρακτήρα καί διενεργείται στά σύνορα κατά τήν εισαγωγή ιχθύων προελεύσεως άλλου Κράτους μέλους, συνιστᾶ κατ' ἀρχήν μέτρο ἀποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικό περιορισμό.
2.
Όσον άφορα προϊόν πού ἀλλοιώνεται εύκολα, ὅπως οἱ ἰχθύες, τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης μπορεί νά δικαιολογήσει σέ ειδικές περιπτώσεις υγειονομικό έλεγχο κατά τήν εισαγωγή, έστω καί ἄν τό προϊόν εισαγωγής έχει ήδη υποστεί ἀνάλογο έλεγχο στη χώρα προελεύσεως καί συνοδεύεται ἀπό πιστοποιητικό τῆς αρμόδιας υγειονομικής ἀρχής τῆς χώρας αυτής, μέ τό όποιο βεβαιώνεται ὅτι οἱ ἰχθύες βρέθηκαν κατάλληλοι πρός κατανάλωση τήν ήμερα ἀποστολής τους. Αυτό ὅμως Ισχύει μόνο ὅταν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι, Ικανοί νά δημιουργήσουν εύλογες ἀμφιβολίες ὡς πρός τό κατά πόσο τή στιγμή ἐκτελωνισμοῦ του τό προϊόν ἀνταποκρίνεται στην κατάσταση, στην ὁποία βεβαιώθηκε ὅτι βρίσκεται κατά τή διενέργεια τοῦ πρώτου έλέγχου. 'Οπωσδήποτε, ὁ υγειονομικός έλεγχος κατά τήν εισαγωγή δέν πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό υπερβολικά περιοριστικές διατυπώσεις ούτε ἀπό ὅρους πού εισάγουν αυθαίρετη διάκριση σέ σχέση μέ τό καθεστώς έλεγχου πού εφαρμόζεται ἐπί αλιευμάτων ἐσωτερικῆς προελεύσεως.
3.
Τά χρηματικά ποσά μέ τά ὁποῖα επιβαρύνονται οἱ εισαγωγείς τῶν ἐν λόγω προϊόντων στά πλαίσια ενός συστήματος υγειονομικοῦ ἐλεγχου πού εφαρμόζεται υποχρεωτικά στά σύνορα, εμπίπτουν στήν κατηγορία τῶν φορολογικῶν επιβαρύνσεων ἀποτελέσματος ἰσοδύναμου μέ τελωνειακό δασμό παρά τό γεγονός ὅτι τά ἀντίστοιχα εθνικά προϊόντα υπόκεινται στην καταβολή ἀνάλογων τελῶν εξετάσεως, ἄν δέν πρόκειται γιά επιβάρυνση τόσο ἐπί τῶν εἰσα-γόμενων, ὅσο καί τῶν εθνικών προϊόντων, πού επιβάλλεται ἀδιακρίτως βάσει τῶν αυτών κριτηρίων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἰταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy