ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 18 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Τά προδικαστικά ερωτήματα τά όποια ἀνέκυψαν στην προκειμένη υπόθεση αφορούν την ερμηνεία μιας πλευρᾶς τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως τοῦ συστήματος διαμετακομίσεως τῶν εμπορευμάτων. Μοῦ φαίνεται σκόπιμο νά εκθέσω, κατ' ἀρχάς, μέ συντομία, τό πλαίσιο στό όποιο εντάσσεται ὁ εἰδικός κανόνας πού χρήζει ερμηνείας.
Προς τόν σκοπό διευκολύνσεως τῆς μεταφοράς τῶν εμπορευμάτων εντός τῆς Κοινότητος, καί Ιδιαίτερα ἁπλοποιήσεως των διατυπώσεων στίς όποιες υποβάλλονται κατά την διέλευση ἀπό τά σύνορα κράτους, τό Συμβούλιο εξέδωσε στίς 18 Μαρτίου 1969, τόν κανονισμό 542/69 περί τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως. Στά επόμενα έτη, τό κείμενο τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ ἐτρο-ποποιήθη σέ διάφορες περιπτώσεις καί τελικά ἀντικατεστάθη ἀπό τόν κανονισμό 222/77 τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1976. Ἀλλά τά επίδικα γεγονότα συνέβησαν πρίν ἀπό την έναρξη τῆς Ισχύος τοῦ τελευταίου κανονισμού, καί γιά τόν λόγο αυτό ὁ κανονισμός 542/69 εἶναι εκείνος πού λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη. Σχετικά μέ τά εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών, σκοπός τοῦ συστήματος κοινοτικής διαμετακομίσεως είναι νά επιτρέψει τήν μεταφορά τους ἀπό τόν τόπο είσαγωγῆς στην Κοινότητα μέχρι τόν τόπο προορισμού (ή στην περίπτωση διελεύσεως ἐκ τῆς Κοινότητος, μέχρι τόν τελωνειακό σταθμό εξόδου, χωρίς νά εἶναι ἀναγκαία ἡ επανάληψη τῶν τελωνειακών διατυπώσεων κατά τήν μετάβαση ἀπό ένα Κράτος μέλος σέ άλλο (4η αἰτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού 542/69).
Τό άρθρο 1 παράγραφος 1 τοῦ μνημονευθέντος κανονισμού 542/69, διακρίνει τήν διαδικασία ἐξωτετικῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως ἀπό τήν διαδικασία τῆς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Ή πρώτη εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στά εμπορεύματα «τά όποια δέν πληρούν τίς προϋποθέσεις, οἱ ὁποιες θεσπίζονται στά άρθρα 9 καί 10 τῆς συνθήκης περί Ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος» (άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο α). Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 12 παράγραφος 1, γιά κάθε εμπόρευμα προκειμένου νά κυκλοφορήσει σύμφωνα μέ τήν διαδικασία εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, πρέπει νά υποβληθεί διασάφηση ἡ ὁποία γίνεται ἐπί ενός παραστατικού Τ1 (συμφώνως πρός τό παράρτημα Α τοῦ κανονισμού). Ή διασάφηση αὐτή συμπλη-ροῦται ἀπό τό πρόσωπο πού ζητεί τήν διενέργεια τῆς διαμετακομίσεως ἡ ἀπό τόν εξουσιοδοτημένο ἀντιπρόσωπό του, καί κατατίθεται τουλάχιστον σέ τρία ἀντίτυπα στό τελωνείο ἀναχωρήσεως (άρθρο 12 παράγραφος 3). Ὡς τελωνείο ἀναχωρήσεως νοείται τό τελωνεῖο ἀπό τό όποιο ἀρχίζει ή τελωνειακή διαμετακόμιση (άρθρο 11 περίπτωση γ).
Τό πρόσωπο πού υπέβαλε αίτηση γιά τήν διενέργεια τῆς διαμετακομίσεως — καί έχει, επομένως, υπογράψει τήν διασάφηση Τ 1 — εἶναι υπεύθυνο, έναντι τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, γιά τήν κανονική εκτέλεση της καί ὡς ἐκ τούτου ἀποκαλείται «κυρίως υπόχρεος» (άρθρο 11 περίπτωση α). Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 13, ὁ κυρίως υπόχρεος ὀφείλει νά προσκομίζει ἐκ νέου τά ἐμπορεύματα ἀνέπαφα στό τελωνείο προορισμού εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας, νά διατηρεί άθικτα τά μέτρα πού ελήφθησαν ἀπό τίς ἁρμόδιες ἀρχές γιά τήν διαπίστωση τῆς ταυτότητός τους καί νά τηρεί τίς διατάξεις πού ἀφορούν τό σύστημα τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως, καθώς καί τίς διατάξεις πού ἀφορούν τήν διαμετακόμιση σέ κάθε Κράτος μέλος μέσω τοῦ εδάφους διά τοῦ ὁποίου πραγματοποιείται ἡ διέλευση κατά τήν μεταφορά. Ἐπί πλέον, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 27 παράγραφοι 1 καί 2 «γιά νά ἐξασφαλισθεί ἡ είσπραξη τῶν δασμών καί τῶν άλλων επιβαρύνσεων πού ἕνα Κράτος μέλος θά ἐδικαιοῦτο νά ἀπαιτήσει γιά τά εμπορεύματα, τά όποια διέρχονται ἀπό τό έδαφός του κατά τήν διάρκεια τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὁ κυρίως υπόχρεος πρέπει νά παράσχει εγγύηση, πλην ἀντιθέτων διατάξεων τοῦ παρόντος κανονισμού. Ή εγγύηση δύναται νά παρασχεθεί συνολικώς γιά τήν διενέργεια περισσοτέρων κοινοτικῶν διαμετακομίσεων ή μεμονωμένως γιά μία μόνο κοινοτική διαμετακόμιση». Ή παράγραφος 3 τοῦ Ιδίου άρθρου 27 ὁρίζει ὅτι «μέ τήν επιφύλαξη τοῦ ἄρθρου 33 παράγραφος 2, ἡ εγγύηση συνίσταται στην εἰς ὁλόκληρο εγγύηση, τρίτου προσώπου φυσικού ἡ νομικού, ἐγκατεστημένου στό Κράτος μέλος, ὅπού παρέχεται ἡ εγγύηση καί εγκρίνεται ἀπό τό ἐν λόγω Κράτος μέλος». Ή γαλλική ἀπόδοση ἀναφέρει ὅτι πρέπει νά πρόκειται γιά τρίτο. Ὅσον άφορᾶ τό άρθρο 33 παράγραφος 2, ὁρίζει ὅτι ἡ εγγύηση πού παρέχεται μεμονωμένως γιά μία μόνο διενέργεια κοινοτικῆς διαμετακομίσεως δύναται νά συνίσταται σέ κατάθεση χρηματικοῦ ποσοῦ. «Στην περίπτωση αύτη τό σχετικό ποσό ὁρίζεται ἀπό τήν ἁρμόδια ἀρχή τῶν Κρατών μελών καί πρέπει νά ἀνανεοῦται σέ κάθε τελωνείο διελεύσεως ...».
Ό ἐγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεων του έναντι τῶν Κρατών μελών διά τοῦ ἐδάφους τῶν ὁποίων ἐπραγματοποιήθη ή κοινοτική διαμετακόμιση «ὅταν τό παρασταστικό Τ1 εξοφλείται στό τελωνείο ἀναχωρήσεως» (άρθρο 35). Τονίζω ὅτι αὐτός εἶναι ὁ κανόνας τοῦ ὁποίου ζητείται ή ερμηνεία. Μέ τόν κανονισμό 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971, τό Συμβούλιο, γιά νά ικανοποιήσει τήν ἀνάγκη ἀσφαλείας τοῦ δικαίου προσέθεσε στόν κανόνα αυτό δεύτερο εδάφιο πού διετυπώθη ὡς ἀκολούθως: «ὁ ἐγγυητής ἀπαλλάσσεται ἐξ ἴσου τῶν υποχρεώσεων του μέ τήν πάροδο προθεσμίας δώδεκα μηνών ἀπό τήν ημερομηνία τῆς καταχωρίσεως τοῦ παραστατικοῦ Τ 1, ἐφ' ὅσον δέν εἰδοποιήθη ἀπό τό τελωνείο ἀναχωρήσεως γιά τήν μή εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ αὐτοῦ».
2.
Ἀσχολούμαι τώρα μέ τήν περίληψη τῶν κυριοτέρων γεγονότων τῆς υποθέσεως στην κυρία δίκη. Τόν Όκτώβριο 1976, ή εταιρία Hudig en Pieters τοῦ Ρόττερνταμ εισήγαγε ἀπό τήν Αυστραλία ποσότητα γάλακτος σέ σκόνη προορισμένη γιά έναν ἀγοραστή στό Concorezzo, στην περιοχή τοῦ Μιλάνου. Ἐπειδή ἡ μεταφορά τῆς ποσότητος αυτής θά άρχιζε μέσω Ρόττερνταμ, ἡ ἀνωτέρω εταιρία συνέταξε τό παραστατικό Τ 1 πού προβλέπεται ἀπό τό ἀνωτέρω άρθρο 12 τοῦ κανονισμού 542/69 γιά νά ἀκολουθήσει τήν διαδικασία τῆς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ἀπό τό Ρόττερνταμ στό Concorezzo. Ὑπό τήν ιδιότητά τῆς ὡς «κυρίως υπόχρεου» (κατά τό προαναφερθέν άρθρο 11 τοῦ κανονισμού 542/69), ἡ ἰδία επιχείρηση παρέσχε ἐγγύηση ὑπό τήν μορφή τῆς εἰς ὁλόκληρον καί συνολικής εγγυήσεως. Δύο μήνες αργότερα, δηλαδή στό τέλος Δεκεμβρίου 1976, τό τελωνείο τοῦ Ρόττερνταμ, τό όποιο δέν εἶχε ἀκόμα λάβει ἀντίγραφο τοῦ παραστατικοῦ Τ 1, προσεκάλεσε τήν ἑταιρία πού διενήργησε τήν εἰσαγωγή νά ἀποδείξει ὅτι τά εμπορεύματα έφυγαν ἀπό τό ὀλλανδικό έδαφος καί εἶχαν φθάσει στόν τόπο προορισμοῦ. Μεταγενέστερα, μέ ἐπιστολή φέρουσα ἡμερομηνία 12 Ίανουαρίου 1977, τό τελωνείο ἐπληροφόρησε τήν Hudig ὅτι τό σχετικό μέ τήν ἀνωτέρω διαμετακόμιση παραστατικό Τ 1, «εθεωρείτο εἰς τό έξῆς ἐξοφληθέν» (πράγμα τό όποιο επιτρέπει νά υποτεθεί ὅτι ἡ ενδιαφερόμένη επιχείρηση είχε παράσχει τήν αιτηθείσα ἀπόδειξη).
Ἐν τούτοις, μέ τήν ἀπό 23 Ἀπριλίου 1977 ἐπιστολή, τό ἴδιο τελωνείο ἐγνωστοποίησε στην επιχείρηση Hudig ὅτι τό τρίτο ἀντίτυπο τῆς διασαφήσεως Τ 1 περί τῆς ἀνωτέρω διαμετακομίσεως εἶχε περιέλθει σ' αυτό περιέχοντας ψευδείς θεωρήσεις καί δηλώσεις. Συνεπώς, ἡ ενδιαφερόμενη προσεκλήθη ἐκ νέου να ἀποδείξει ὅτι τά εμπορεύματα εἶχαν φθάσει στόν τόπο προορισμοῦ ή, άλλως, ὅτι εἶχαν ἀπωλεσθεῖ. Ή Hudig δέν ἠδυνήθη νά προσκομίσει μία τέτοια ἀπόδειξη οὔτε ἀπό άλλης ἀπόψεως αμφισβήτησε τόν ψευδή χαρακτήρα τῶν θεωρήσεων καί δηλώσεων οἱ όποιες περιεί-χοντο στό τρίτο ἀντίτυπο τοῦ παραστατικοί) Τ 1. Κατά συνέπεια στίς 7 Ίουλίου 1977 τό τελωνείο ἐξέδωσε ένταλμα πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ τῆς εισφοράς κατά τήν εἰσαγωγή πού εἶχε καθορισθεί γιά τό γάλα σέ σκόνη (περισσότερα ἀπό ἑκατό χιλιάδες ὀλλανδικά φιορίνια), ὅπως θά συνέβαινε ἄν τό εμπόρευμα δέν εἶχε ποτέ φύγει ἀπό τίς Κάτω Χῶρες.
Μετά ἀπό ένσταση τῆς ενδιαφερόμενης, ὁ επιθεωρητής τελωνείων καί έμμέσων φόρων τοῦ Ρόττερνταμ ἀπεφάσισε, στίς 4 Ίανουαρίου 1978, ὅτι τό παραστατικό Τ1 θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς μή ἐξοφληθέν λόγω των παρατυπιών στίς θεωρήσεις καί δηλώσεις πού περιείχε. Ἡ ἀπόφαση αυτή ἐπε-κυρώθη ἀπό τόν ἴδιο επιθεωρητή στίς 18 Όκτωβρίου 1978. Ή Hudig ἤσκησε τότε προσφυγή ενώπιον τοῦ College van Beroep voor het Bedrijfsleven. Στό πλαίσιο τῆς ἀρξαμένης διαδικασίας ὁ δικαστής πού επελήφθη τῆς υποθέσεως υπέβαλε, μέ τήν ἀπόφαση τῆς 3ης Ίουνίου 1980 στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα προδικαστικά ἐρωτήματα:
«I.
Ή πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 542/69 τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ήταν διατυπωμένη καί ἴσχυε κατά τήν ημερομηνία τῆς ἐν λόγω δηλώσεως (ἤτοι στίς 29 Όκτωβρίου 1976), έχει τήν έννοια ὅτι οἱ λέξεις ‘degene die zekerheid heeft gesteld’ συμπεριλαμβάνουν καί τόν κυρίως υπόχρεο πού παρέσχε συνολική εγγύηση ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού;
II.
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στό ερώτημα Ι, ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 35 πρέπει μήπως, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου τήν ὁποία σκοπεί, νά ἑρμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι τό ἀπαλλακτικό γιά τόν κυρίως, υπόχρεο ἀποτέλεσμα τῆς εἰδοποιήσεως τοῦ τελωνείου ἀναχωρήσεως, κατά τήν ὁποία τό παραστατικό Τ1 θεωρείται ἐξοφληθέν, δέν δύναται πλέον νά ἀναιρεθεί ἀπό μεταγενέστερη ειδοποίηση τοῦ τελωνείου πρός τόν κυρίως ὑπόχρεο, κατά τήν ὁποία τό ἀνωτέρω παραστατικό πρέπει νά θεωρείται ἀκόμη ὡς μή ἐξοφληθέν;»
3.
Ὡς πρός τό πρῶτο ερώτημα πρέπει, πρώτον, νά τονισθεῖ ὅτι ἡ ἥκιστα ικανοποιητική έκφραση πού χρησιμοποιείται ἀπό τό άρθρο 27 παράγραφος 1 — «ὁ κυρίως υπόχρεος ὀφείλει νά παράσχει ἐγγύηση» — δύναται νά δημιουργήσει τήν ἀμφιβολία, ἡ ὁποία προβάλλεται ἀπό τόν δικαστή στην κυρία δίκη, ὅτι ὁ ὅρός «ἐγγυητής» στον όποιο αναφέρεται τό άρθρο 35 παραπέμπει καί στόν κυρίως υπόχρεο ὁ όποιος παρέσχε τήν εγγύηση ἐπιτυγχάνοντας τήν εἰς ὁλόκληρο εγγύηση ἐκ μέρους ενός τρίτου. Ή ἀμφιβολία αυτή — ὅπως γίνεται ἀντιληπτό ἀπό τήν ἀπόφαση περί παραπομπής — δημιουργείται ἀπό τήν ὀλλανδική ἀπόδοση τοῦ κανονισμού 542/69, ἡ ὁποία υιοθετεί στό άρθρο 35, γιά νά καθορίσει τόν εγγυητή, έκφραση πολύ παραπλήσια μέ εκείνη πού χρησιμοποιείται ἀπό τό ἀνωτέρω άρθρο 27 παράγραφος 1. Βάσει τῆς εκφράσεως αυτής, ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη ερμηνεύει τό άρθρο 35 ὑπό τήν έννοια ὅτι, μετά τήν εξόφληση τοῦ παραστατικού Τ 1, ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τίς υποχρεώσεις, έναντι των Κρατών μελών ἀπό τό έδαφος τῶν ὁποίων διέρχονται τά εμπορεύματα ὑπό κοινοτική διαμετακόμιση, λειτουργεί ὄχι μόνο υπέρ τοῦ τρίτου ἐγγυητοῦ ἀλλά καί υπέρ τοῦ κυρίως υπόχρεου.
Ή ἐκδοχή αυτή, κατά τήν γνώμη μου, δέν είναι βάσιμη. Τό ἴδιο άρθρο 27 στην παράγραφο 3 καθιστά σαφή, ὅπως έχομε διαπιστώσει, τήν έννοια τῆς «εγγυήσεως» πού πρέπει νά παρασχεθεί, ὁρίζοντας ὅτι συνίσταται σέ «εἰς ὁλόκληρο εγγύηση τρίτου προσώπου, φυσικοί) ἡ νομικοῦ» (στό γαλλικό κείμενο, «le cautionnement solidaire d'une personne tierce, physique ou morale»). Ἀκόμη καί ἄν δέν ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ἐνα-φορά στό «τρίτο πρόσωπο» πού γίνεται στό τελευταίο αυτό κείμενο, ἡ ἰδία ή έννοια τῆς εἰς ὁλόκληρον ένοχῆς προϋποθέτει τήν ύπαρξη δύο προσώπων: τοῦ κυρίως υπόχρεου καί τοῦ εις ὁλόκληρον ὀφειλέτου. Ἀναμφιβόλως ὁ δεύτερος, καί μόνο ὁ δεύτερος έχει τήν ιδιότητα τοῦ ἐγγυητοῦ.
Είναι ἀλήθεια ὅτι υπάρχει περίπτωση, ὅπού ὁ κυρίως υπόχρεος ταυτίζεται πρός τόν εγγυητή: εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἄρθρου 33 παράγραφος 2 περί τῆς ὁποίας σκοπίμως περιέχει επιφύλαξη τό ἀνωτέρω άρθρο 27 παράγραφος 3. Πρόκειται, εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά ἀναφέρω, περί καταθέσεως σέ μετρητά γιά τήν διενέργεια μιᾶς μόνο κοινοτικής διαμετακομίσεως. Ἀλλά τοῦτο επιβεβαιώνει, a contrario, ὅτι στίς «συνολικές» εγγυήσεις, ὅπως καί στίς μορφές εγγυήσεως πού εἶναι διάφορες ἀπό τήν κατάθεση μετρητῶν, ἀκόμη καί ἄν ἀφορούν τήν διενέργεια μιᾶς μόνο διαμετακομίσεως, ὁ εγγυητής εἶναι πρόσωπο διάφορο ἀπό τόν κυρίως υπόχρεο. Ή διαφορά προκύπτει επίσης ἀπό άλλους κανόνες τοῦ οἰκείου κανονισμοῦ, τους ὁποίους θά περιορισθώ νά ἀναφέρω: τό άρθρο 28 παράγραφος 1, ὅπού προβλέπεται ὁ ὁρισμός ὡς ἐγγυητοῦ τρίτου προσώπου «πού καθίσταται ὁμοίως εγγυητής υπέρ τοῦ κυρίως υπόχρεου». Τό άρθρο 32, τό όποιο παρέχει τήν δυνατότητα στόν εγγυητή νά εγγυάται μέ μία μόνο πράξη τήν διενέργεια πλειόνων διαμετακομίσεων «ὁποιοσδήποτε καί ἄν εἶναι ὁ κυρίως υπόχρεος». Τά παραρτήματα F καί G (πού ἀναφέρονται ἀπό τά άρθρα 29 παράγραφοι 1 καί 30 παράγραφος 3) πού περιέχουν υποδείγματα τῶν έγγράφων στά όποια σαφώς γίνεται ἡ διάκριση μεταξύ ἐγγυητοῦ καί κυρίως υπόχρεου.
Περαιτέρω, ούτε ἡ ἰδία ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη δέν ἀμφισβητεί ὅτι, έκτος τῆς περιπτώσεως καταθέσεως μετρητών, ὁ εγγυητής εἶναι πρόσωπο διάφορο τοῦ κυρίως ὑπόχρεου. Ή προσπάθεια τῆς προ-σφευγούσης στην κυρία δίκη συγκε-ντροῦται κυρίως στό νά προσδώσει στον ὅρο «εγγυητής», στά πλαίσια τοῦ άρθρου 35, μία ευρεία έννοια, ώστε νά περιλαμβάνει τόσο τόν κυρίως υπόχρεο ὁ όποιος παρέσχε τήν εγγύηση (καλύτερα θά ήταν νά λεχθεί «πού ἀνεῦρε ἐγγυητή») ὅσο καί τό πρόσωπο τό όποιο έχει ἀναλάβει τίς ειδικές υποχρεώσεις τοῦ ἐγγυητοῦ. Όμως, ή λύση ὄχι μόνο εἶναι ἀντίθετη μέ τήν ὅλη οἰκονομία τοῦ κανονισμοῦ, άλλά φαίνεται εντελώς παράλογη: προϋποθέτει ὅτι μέ έναν καί μόνο ὅρο τό άρθρο 35 νοεῖ δύο πρόσωπα τῶν ὁποίων οἱ ὑποχρεώσεις εἶναι διαφορετικές κατά τήν φύση καί τήν έκταση (ἀρκεῖ ἡ ἀντιπαράθεση, γιά νά σχηματισθεί πεποίθηση περί αὐτοῦ, τῶν άρθρων 13 καί 27 παράγραφος 1). Θά ήταν δυνατό νά σχηματισθεί ἡ Ιδέα — ὅλως ἀδικαιολογήτως κατά τήν γνώμη μου — ὅτι τό άρθρο 35 εἶχε σκοπό νά ἀναφερθεί στόν κυρίως υπόχρεο παρά στον εγγυητή, άλλά δέν φαίνεται πώς ήταν δυνατό νά ἀναφερθεί καί στους δύο, έκτος τῆς ὁριακής περιπτώσεως ὅπού οἱ δύο ιδιότητες συγκεντρώνονται σέ ένα μόνο πρόσωπο.
Ἐπ' εὐκαιρία τῶν επιχειρημάτων τά όποια ή Hudig προσεπάθησε νά ἀντλήσει ἀπό τήν ὀλλανδική ἀπόδοση τοῦ κανονισμοῦ 542/69, κατά τήν γνώμη μου, δυνατόν νά προβληθοῦν ὄχι λιγότερες ἀπό τρεις βασικές ἀντιρρήσεις. Πρῶτον, τίποτε δέν δικαιολογεί τόν περιορισμό στην συσχέτιση μεταξύ τῆς εκφράσεως πού χρησιμοποιείται στό άρθρο 27 παράγραφος 1 καί εκείνης πού χρησιμοποιείται στό άρθρο 35: ἀκόμη καί ἀπό τό ὀλλανδικό κείμενο ήταν δυνατόν καί έπρεπε νά συναχθούν, άπό συστηματικῆς ἀπόψεως, τά συμπεράσματα τά όποια ἀνέφερα προηγουμένως θά ήταν δηλαδή δυνατόν νά συναχθεί ὅτι ἡ υποχρέωση τοῦ κυρίως υπόχρεου νά παράσχει εγγύηση, κατά τους ὅρους πού καθορίζονται ἀπό τό άρθρο 27 παράγραφος 3, δέν τοῦ προσδίδει, βεβαίως, τήν Ιδιότητα τοῦ ἐγγυητοῦ ἡ τοῦ προσώπου πού ὑποχρεοῦται εἰς ὁλόκληρον δυνάμει τῆς ἐγγυήσεως. Δεύτερον, ἡ ἀμφιβολία περί τήν ἀκριβη σημασία κοινοτικοῦ κανόνος, στό κείμενο μιᾶς τῶν κοινοτικών γλωσσῶν, πρέπει νά ὁδηγήσει σέ μία παραβολή μέ τά κείμενα πού συνετάχθησαν στίς άλλες γλώσσες, καί στην περίπτωση τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, τά άλλα κείμενα έκτός τοῦ ὀλλανδικοῦ, δέν χρησιμοποιοῦν στό άρθρο 27 παράγραφος 1 καί στό άρθρο 35 παρεμφερείς εκφράσεις, έτσι ώστε νά καθίσταται δυσκολότερο ὁ κυρίως ὑπόχρεος νά περιληφθεί στην ἔννοια τοῦ ἐγγυητοῦ. Τέλος, ἡ τροποποίηση της ὀλλανδικής ὁρολογίας στό ἄρθρο 35 τοῦ κανονισμοῦ 222/77 τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1976 — οἱ ὅροί ‘degene die zekerheid heeft gesteld’ ἀντικατεστάθησαν ἀπό τόν ὅρο ‘de borg’ ὁ όποιος σημαίνει ἀναμφιβόλως τόν εγγυητή — δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς ἡ έκφραση ουσιώδους μεταβολής τῆς ρυθμίσεως. Στην πραγματικότητα ή τροποποίηση αύτη ἀποδεικνύει μόνο ὅτι ὑπῆρχε ἡ βούληση εξαλείψεως τῶν ἀσαφειών πού ἐδημιουργήθησαν ἀπό την προηγουμένη ὁρολογία (αυτό δέ εἶναι ἀληθές, καθ' ὅσον τό ἰταλικό καί γερμανικό κείμενο παρέμειναν ὡς είχαν): ἑπομένως επρόκειτο περί τροποιήσεως ἑρμηνευτικῆς φύσεως — πού περιείχετο, σημειωτέον, σέ ένα ἑνιαίο κείμενο ρυθμῖζον τό ζήτημα — ἐπί τῆς ὁποίας δέν ἰσχύει ἡ ἀρχή τῆς μή εφαρμογής ενός νέου νόμου ἐπί προϋπαρχούσης τῆς ενάρξεως τῆς Ισχύος του καταστάσεως.
Οἱ ἀνωτέρω σκέψεις ὁδηγοῦν σέ ἀρνητική ἀπάντηση ὅσον άφορᾶ τό πρῶτο ερώτημα πού προεβλήθη ἀπό τόν ὀλλανδό δικαστή. Όταν ὁ κυρίως υπόχρεος έχει παράσχει συνολική εγγύηση — κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 27 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 542/69 — ὅπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση καί ὅπως προκύπτει ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ἐρωτήματος — ένα άλλο πρόσωπο ὤφειλε κατ' ἀνάγκη νά δεσμευθεῖ εἰς ὁλόκληρον καί μόνο τό πρόσωπο αυτό έχει τήν Ιδιότητα τοῦ ἐγγυητοῦ, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 35 παράγραφος 1. Ἀλλά ἀκόμη καί ἄν ὁ κυρίως υπόχρεος εἶχε παράσχει εγγύηση ὑπό τήν κατ' εξαίρεση μορφή πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 33 παράγραφος 2 — δηλαδή, προβαίνοντας ὁ ἴδιος σέ κατάθεση μετρητών — ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τίς υποχρεώσεις, βάσει τῆς εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ Τ 1 θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι άφορᾶ μόνο τίς υποχρεώσεις πού ἀνέλαβε ὡς εγγυητής: τό ενδιαφερόμενο πρόσωπο ήταν, κατά συνέπεια, εξουσιοδοτημένο νά ἀναλάβει τά κατατεθέντα μετρητά άλλά τό άρθρο 35 δέν επιτρέπει τήν σκέψη ὅτι ταυτοχρόνως θά ἀπηλάσσετο καί ἀπό τίς υποχρεώσεις τοῦ ἄρθρου 13.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό άρθρο 35 έχει επίπτωση στην νομική θέση τοῦ ἐγγυητοῦ καί ὄχι στην νομική θέση τοῦ κυρίως υπόχρεου: τό ἀποτέλεσμα, ὡς πρός αυτόν, τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ παραστατικού Τ 1 ἀποτελεί θέμα έκτος τοῦ πεδίου ρυθμίσεως τοῦ κανόνος αὐτοῦ (τό όποιο άλλωστε δέν ετέθη ἀπό τόν δικαστή τῆς ουσίας). Θά ήταν δυνατό, ἴσως, νά γίνει επίκληση της ὅλης οἰκονομίας τοῦ συστήματος γιά νά συναχθεί ἀπ' αὐτή ἡ ἀπαλλαγή τοῦ κυρίως ὑποχρέου καί ὄχι μόνο τοῦ ἐγγυητοῦ, μετά τήν εξόφληση. Ἀλλά βεβαίως τοῦτο δέν είναι δυνατό νά επιτευχθεί μέ τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 35.
4.
Τό δεύτερο ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο ἀπό τόν ὀλλανδό δικαστή εξαρτᾶται ἀπό τήν καταφατική ἀπάντηση στό πρώτο. Δεδομένου ὅτι ἡ προϋπόθεση αυτή, κατά τήν γνώμη μου δέν πληροῦται, παρέλκει καί ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἀνακλήσεως τῆς ἀποφάσεως περί ἐξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ Τ 1. Ἀλλά ἄς μοῦ επιτραπεί νά παρατηρήσω, πάντως, ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά ἀφαιρεθεί ἀπό τήν εθνική διοικητική ἀρχή ἡ εξουσία ἀνακλήσεως μιᾶς ἀποφάσεως πού ελήφθη κατ' εφαρμογή κοινοτικής διατάξεως, ἐφ' ὅσον προκύπτουν στοιχεία Ικανά νά πλήξουν τήν ιδία τήν νομική βάση τῆς ἀποφάσεως. Κατ' ἀρχήν ἡ ἀνάκληση δικαιολογείται πλήρως, ὅταν ἡ διοίκηση, ἀφοῦ έλαβε ἀπόφαση περί εξοφλήσεως, ὅπως εκείνη πού ἀναφέρεται στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνει νέα περιστατικά, τά όποια οἱ ἐνδιαφερόμενοι Ιδιῶτες ἐγνώριζαν ἡ ὤφειλαν ήδη νά γνωρίζουν κατά τόν χρόνο τῆς εξοφλήσεως, καί τά όποια εἶναι ἱκανά νά ἀναιρέσουν τήν λήψη τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως. Θά έλεγα ἀκόμη ὅτι, σέ τέτοιες περιπτώσεις, ή ὀρθή εφαρμογή τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου καί ή ἀπαίτηση τῆς ἴσης μεταχειρίσεως των διοικούμενων επιβάλλουν στίς εθνικές ἀρχές την επανεξέταση τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως, ἀφοῦ πάντοτε τηρηθούν οἱ προϋποθέσεις στίς όποιες κατά τό εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο υπόκειται ἡ έκδοση μιᾶς πράξεως ἀνακλήσεως.
5.
Καταλήγω, λοιπόν, προτείνοντας στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στά προδικαστικά ερωτήματα πού υπεβλήθησαν ἀπό τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven μέ ἀπόφαση τῆς 3ης Ίουνίου 1980, ως ἀκολούθως:
Τό άρθρο 35 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 542/69 τοῦ Συμβουλίου (ὑπό την διατύπωση ἡ ὁποία ἴσχυε στό τέλος Όκτωβρίου 1976) πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό την ἔννοια ὅτι ὁ ὅρός «ὁ εγγυητής» σημαίνει τό πρόσωπο πού εγγυᾶται κατά τό άρθρο 27 παράγραφος 3 τοῦ ίδιου κανονισμοῦ, καί ὄχι τόν κυρίως υπόχρεο, ὁ όποιος «παρέχει εγγύηση» διά τῆς εἰς ὁλόκληρον καί συνολικῆς εγγυήσεως ὑπό τοῦ προσώπου αὐτοῦ.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy