ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 24 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή Ἐπιτροπή, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἤσκησε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή ἀπευθυνόμενη κατά τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου, μέ τήν ὁποία ζητεί νά αναγνωρισθεί ὅτι τό τελευταίο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού τοῦ επιβάλλονται σύμφωνα μέ τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (θεσπισθέντος ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 259/68 τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968). Ή διάταξη αυτή επιτρέπει στους κοινοτικούς υπαλλήλους, οἱ όποιοι ἤσκησαν τά καθήκοντα τους ἐντός Κράτους μέλους ἡ σέ διεθνή ὀργανισμό πρό τῆς εἰσόδου τους στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων, νά μεταφέρουν, μέ ἔμβασμα πρός τίς Κοινότητες εἴτε τό στατιστικό ἰσοδύναμο τῶν δικαιωμάτων ἐπί τῆς συντάξεως ἀρχαιότητος πού είχαν ἀποκτήσει στην διοίκηση, τόν εθνικό ἡ διεθνή ὀργανισμό ή τήν επιχείρηση, ὅπου ὑπήγοντο, εἴτε τό κατ' ἀποκοπή ποσό τῆς εξαγοράς πού τους ὀφείλεται ἀπό τό ταμείο συντάξεως αὐτής τῆς διοικήσεως, τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ τῆς επιχειρήσεως κατά τόν χρόνο τῆς ἀποχωρήσεως τους. Καί ὅλα τά Κράτη μέλη, εξαιρέσει τοῦ Βελγίου καί τῶν Κάτω Χωρών, έλαβαν (ή πρόκειται νά λάβουν, ὁπως ή Ελλάς) τά ἀναγκαία εσωτερικά μέτρα γιά τήν λειτουργία τοῦ προβλεπομένου μηχανισμοί) μεταφορᾶς. Ἀντιθέτως, τό Βέλγιο ἀντέταξε κατηγορηματική άρνηση ή άρνηση αυτή προεκάλεσε τήν παρούσα υπόθεση.
2.
Ή θέση πού έλαβε ἡ βελγική Κυβέρνηση βασίζεται κυρίως στην άποψη, κατά τήν ὁποία τό προαναφερθέν άρθρο 11 παράγραφος 2 δέν ἐπιβάλλει καμμία υποχρέωση στά Κράτη μέλη. Τό καθ' οὗ, κατά τήν ἀνάπτυξη τῆς επιχειρηματολογίας του, δέν ἀρκείται στην επίκληση ἑρμηνείας τοῦ προαναφερθέντος κανόνος διαφορετικής ἀπό τήν ἑρμηνεία πού δέχεται ἡ Ἐπιτροπή, άλλά προβάλλει τρία προκαταρκτικά επιχειρήματα σύμφωνα μέ τά όποια:
α)
ἡ ἀνήκουσα στό Συμβούλιο εξουσία θεσπίσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων δέν ἠδύνατο νά ἀσκηθεί μέ τρόπο επιβάλλοντα στά Κράτη μέλη υποχρεώσεις σέ θέματα μεταφοράς δικαιωμάτων ἐπί τῆς συντάξεως·
β)
ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, παρ' ὅλον ὅτι τυπικώς εἶναι κανονισμός, δέν έχει άλλο σκοπό παρά τήν ρύθμιση τῶν σχέσεων τῶν Κοινοτήτων μέ τό προσωπικό τους·
γ)
ἡ επιβολή υποχρεώσεων στά Κράτη μέλη μέ πλάγιο ἡ υπονοούμενο τρόπο δέν εἶναι ἐν πάση περιπτώσει επιτρεπτή.
Θεωρώ δικαιολογημένη τήν συζήτηση τῶν επιχειρημάτων αὐτών κατά πρώτο λόγο.
Ή διάταξη πού ἐχορήγησε στό Συμβούλιο τήν ἁρμοδιότητα νά θεσπίσει τόν κανονισμό ὅλων τῶν κοινοτικών υπαλλήλων εἶναι τό άρθρο 24 τῆς συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῶν εκτελεστικών ὀργάνων («συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»), τό όποιο ὁρίζει ὅτι: «τό Συμβούλιο εκδίδει μέ εἰδική πλειοψηφία, προτάσει τῆς Ἐπιτροπῆς καί κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τά άλλα ενδιαφερόμενα ὄργανα, τόν κανονισμό περί τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων
αυτών». Δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι τό άρθρο αυτό παραχωρεί στό Συμβούλιο ευρεία διακριτική εξουσία γιά νά προσδιορίσει τό περιεχόμενο τῶν σχέσεων μεταξύ των υπαλλήλων καί τῶν κοινοτικῶν ὀργάνων ἀπό τά όποια εξαρτώνται. Ἐννοεῖται ὅτι μία τέτοια εξουσία πρέπει νά ἀσκηθεί πρός τό κοινοτικό συμφέρον καί εντός τῶν ὁρίων τοῦ επιδιωκομένου ἀπό τό προαναφερθέν άρθρο 24 στόχου· άλλά ἀσφαλώς είναι αυτό πού συνέβη ὅταν τό Συμβούλιο έκρινε σκόπιμο νά προβλέψει υπέρ τῶν υπαλλήλων τήν δυνατότητα νά χρησιμοποιήσουν εντός τοῦ κοινοτικοῦ πλαισίου τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού ἔχουν ἀποκτήσει λόγω προγενεστέρας υπηρεσίας σέ Κράτος μέλος.
Πράγματι, ἡ θέσπιση παρόμοιας ευχερειας σκοπό έχει τήν διευκόλυνση τῆς εἰσόδου τῶν ἐθνικών, δημοσίων ἡ ιδιωτικών ὑπαλλήλων στην κοινοτική διοίκηση καί νά διασφαλίσει μέ αὐτό τόν τρόπο στίς Κοινότητες Ικανές πιθανότητες επιλογής ειδικευμένου προσωπικού πού έχει ήδη ἀποκτήσει κατάλληλη επαγγελματική πείρα. Πρόκειται, συνεπώς, περί κανονιστικής ρυθμίσεως, ἡ ὁποία, έκτός τοῦ ὅτι συνεπάγεται ευνοϊκά ἀποτελέσματα γιά τους ἰδιῶτες, εξυπηρετεί κατά πρώτο λόγο τήν εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος τῶν Κοινοτήτων ευνοώντας τήν καλύτερη ὀργάνωση καί τήν ἀποτελεσματικότερη λειτουργία τῶν υπηρεσιών των. Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό στοιχείο αυτό ἦτο κατά τήν γνώμη μας ἀπολύτως επιτρεπτή ἡ επιβολή ἀπό τό Συμβούλιο στά Κράτη μέλη τῆς υποχρεώσεως νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα ὥστε νά επιτρέψουν τήν λειτουργία τοῦ συστήματος γιά τό όποιο πρόκειται. Καί δέν εἶναι δυνατή ἡ σύγχυση παρομοίων μέτρων μέ τά μέτρα πού ἀφορούν τήν εναρμόνιση τῶν εθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως — τομέα ἀσφαλώς διαφορετικό καί πού ἀνταποκρίνεται σέ διαφορετικούς στόχους: ὁ σκοπός, ὁ όποιος ἐπιδιώκεται ἐδῶ συνίσταται στην καθιέρωση κάποιας ἀλληλουχίας στόν τομέα τῶν συντάξεων μεταξύ εθνικών καί κοινοτικών θέσεων, χωρίς νά παραβλάπτονται οἱ διαφορές, οἱ όποιες υφίστανται μεταξύ τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν Κρατών μελών.
Όσον άφορᾶ τό ζήτημα σέ ποιους ἀπευθύνεται ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων θεωρώ εντελώς ἀδύνατο νά ἀποκλεισθεί ὅτι ὁ κανονισμός αυτός παραχωρεί δικαιώματα καί επιβάλλει ὑποχρεώσεις σέ υποκείμενα άλλα έκτος τῶν Κοινοτήτων καί τῶν υπαλλήλων τους. Ἀκόμα καί ἄν εἶναι ἀληθές ὅτι οἱ κανόνες τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν ως ἐπί τό πλείστον ἀποκλειστικό προορισμό τήν ρύθμιση τῆς θέσεως τῶν υπαλλήλων έναντι τῶν κοινοτικών ὀργάνων τίποτα δέν εμποδίζει ὁρισμένοι κανόνες νά επιβάλλουν υποχρεώσεις καί στά Κράτη μέλη. Ἐπί τοῦ τυπικοῦ πεδίου, ἀρκεῖ νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ὁ κανονισμός πού θεσπίζει τό καθεστώς τῶν κοινοτικών υπαλλήλων εἶναι πράξη πού έχει γενική ἰσχύ ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 189 της συνθήκης ΕΟΚ καί ἄν ἀκόμα ἡ θέσπιση τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπεται εἰδικῶς στό άρθρο 24 τῆς συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῶν εκτελεστικών ὀργάνων αυτό δέν σημαίνει ὅτι τό ἐν λόγω στοιχείο συνεπάγεται παρέκκλιση ἀπό τίς ἀρχές τοῦ ἄρθρου 189. Ἀντιθέτως, δύναται νά προβληθεί ὁ ισχυρισμός ὅτι ἀκριβώς κατά τό μέτρο πού ἡ εξουσία, ή ὁποία προβλέπεται στό άρθρο 24 τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως, ἠσκήθη γιά τήν θέσπιση κανονισμού, ἡ γενική ἰσχύς τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί. Κατά συνέπεια, είναι ἀνάλογα μέ τήν δομή του πού ὁ κάθε κανόνας ρυθμίζει ἀποκλειστικώς τίς σχέσεις μεταξύ τῶν κοινοτήτων καί τῶν υπαλλήλων τους ἡ επίσης ενδεχομένως τίς σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών καί τῶν Κοινοτήτων. Στην πραγματικότητα, άλλωστε, τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ δέν εἶναι ὁ μόνος κανόνας τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, τοῦ ὁποίου ἡ εφαρμογή ἀπαιτεί τήν σύμπραξη τῶν Κρατών μελών. Δύναται νά γίνει επίσης ἀναφορά, ως παράδειγμα, στό άρθρο 11 πού επιβάλλει στόν κοινοτικό υπάλληλο την υποχρέωση νά μή ζητεῖ οὔτε νά δέχεται ὁδηγίες ἀπό καμμία κυβέρνηση καί πού επιβάλλει μέ αυτό τόν τρόπο σιωπηρῶς στίς κυβερνήσεις των Κρατών μελών νά μή δίνουν οδηγίες σέ ὑπάλληλο τῶν Κοινοτήτων, ἡ στό άρθρο 83 παράγραφος 1 κατά τό όποιο τά Κράτη μέλη εγγυῶνται συλλογικά τήν καταβολή τῶν παροχών πού προβλέπονται στό σύστημα συνταξιοδοτήσεως.
Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ πραγμάτωση τῶν σκοπών πού ἀναφέρονται στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν κοινοτικών υπαλλήλων εξαρτάται ἀπό τήν γενική υποχρέωση, ἡ ὁποία επιβάλλεται στά Κράτη μέλη ἀπό τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δυνάμει τοῦ ὁποίου τά κράτη ὀφείλουν νά λαμβάνουν «κάθε γενικό ἡ ειδικό μέτρο κατάλληλο νά ἐξασφαλίσει τήν εκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τήν παρούσα συνθήκη ἡ προκύπτουν ἀπό πράξεις τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος», καθώς καί νά διευκολύνουν τήν Κοινότητα στην εκτέλεση τῆς ἀποστολής της. Ἀν ληφθεί ειδικώς ὑπ' ὄψη κάθε τί πού καλύπτεται ἀπό τόν ὅρο «υποχρεώσεις πού προκύπτουν ἀπό πράξεις τῶν ὀργάνων» καί τό καθήκον διευκολύνσεως τῆς Κοινότητος στην εκτέλεση τῆς ἀποστολής τῆς καί ἡ δεύτερη ἀντίρρηση, κατά τήν ὁποία δέν επιτρέπεται ἡ επιβολή στά Κράτη μέλη υποχρεώσεων κατά πλάγιο ἡ υπονοούμενο τρόπο, δέν ευσταθεί κατά τήν γνώμη μας. Ἐνώπιον κανόνος τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ὁ όποιος υποχρεώνει ἀσφαλώς τήν Κοινότητα (πού στην προκειμένη περίπτωση τήν υποχρεώνει νά επιτρέπει τήν άσκηση τῆς εὐχερείας επιλογής, ἡ ὁποία δίδεται στους κοινοτικούς υπαλλήλους ἀπό τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ) καί πού δέν δύναται νά ἐφαρμοσθεί χωρίς τήν σύμπραξη τῶν Κρατών μελών, τά τελευταία ὀφείλουν νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα: εἶναι τό συμπέρασμα στό όποιο ὁδηγεί ἡ ἀναφορά στό ἀνωτέρω άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
3.
Κατά συνέπεια, οἱ προκαταρκτικές ενστάσεις πού έχουν προβληθεί ἀπό τήν βελγική Κυβέρνηση δέν νομίζω ὅτι δύνανται νά εὐσταθήσουν. Δύναμαι επομένως νά ἀσχοληθώ μέ τά προβλήματα πού ἀνακύπτουν ἀπό τό κείμενο τοῦ ἀμφισβητουμένου κανόνος, ειδικότερα δέ για νά ἐξετάσω ἄν επιδέχεται τήν ἑρμηνεία τήν ὁποία τοῦ δίδει ὁ συνήγορος τῆς βελγικής Κυβερνήσεως, κατά τόν όποιο ἡ εφαρμογή τοῦ μηχανισμοῦ μεταφοράς τῶν δικαιωμάτων ἐπί τῆς συντάξεως ἀρχαιότητος εξαρτάται ἀπό τήν προηγουμένη σύναψη συμφωνιών, τίς όποιες κάθε Κράτος μέλος εἶναι ελεύθερο νά συνάψει ἡ ὄχι μέ τίς Κοινότητες.
Τό καθ' οὗ στηρίζει τήν ἑρμηνεία αυτή ἐπί δήθεν παραλληλισμοῦ μεταξύ τῆς πρώτης καί τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 11. Πράγματι, ὅσον άφορᾶ τήν περίπτωση τοῦ υπαλλήλου ὁ όποιος ἀποχωρεί ἐκ τῆς υπηρεσίας τῶν Κοινοτήτων για νά εισέλθει στην υπηρεσία διοικήσεως ἡ ἑνός ἐθνικοῦ ἡ διεθνοῦς ὀργανισμοί), τό άρθρο 11 παράγραφος 1 προβλέπει ὅτι δικαιούται νά μεταφέρει στό ταμείο συντάξεως τῆς διοικήσεως αυτής ή τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τό ἀσφαλιστικό στατιστικό Ισοδύναμο τῶν δικαιωμάτων του ἐπί τῆς συντάξεως ἀρχαιότητος στην Κοινότητα, ὑπό τόν ὅρο ἡ ἐν λόγω διοίκηση ἡ ὁ ἐν λόγω ὀργανισμός νά έχουν συνάψει συμφωνία μέ τίς Κοινότητες. Ή διάταξη τῆς παραγράφου 2, ἡ ὁποία ρυθμίζει τό ἀντίστροφο φαινόμενο δέν κάνει κανένα υπαινιγμό ὡς πρός τήν ἀνάγκη συμφωνίας αὐτοῦ τοῦ εἴδους, άλλά τό καθ' οὗ θεωρεί ὅτι υπονοείται ἡ ἀνάγκη υπάρξεως συμφωνίας λόγω τοῦ παραλληλισμοῦ τῶν δύο καταστάσεων.
Εἰλικρινῶς, τό ἐπιχείρημα πού ἀρύεται ἀπό τήν ἐπί λέξει ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 11 μοῦ φαίνεται ικανότερο νά πείσει: ἄν τό άρθρο αυτό ἀναφέρει τήν συμφωνία στην πρώτη παράγραφο καί ὄχι στην δευτέρα, αυτό σημαίνει ὅτι ἡ συμφωνία ἀποτελεί προϋπόθεση ἀποκλειστικώς ὡς πρός τήν μεταφορά πού προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο. Ἀς ἐξετάσομε ὅμως τήν άποψη τοῦ παραλληλισμοῦ μεταξύ τῶν καταστάσεων πού ἀντιμετωπίζονται στίς δύο παραγράφους τοῦ ἄρθρου γιά τό όποιο πρόκειται.
Στην περίπτωση πού ρυθμίζεται ἀπό την παράγραφο 1 εἶναι λογικό οἱ Κοινότητες, πρίν δεχθούν την μεταφορά τῶν ιδίων των κεφαλαίων στά ταμεία άλλου ὀργανισμοῦ προνοίας, νά έχουν την δυνατότητα νά συμφωνήσουν μέ τίς ἀρχές ἀπό τίς όποιες ὁ ὀργανισμός αυτός εξαρτάται, ἐπί τῶν ὅρών πού επιτρέπουν νά γίνει εγκύρως μία μεταφορά πρός τόν τεθέντα σκοπό καί είναι σκόπιμο οἱ ἀρχές αυτές νά διατηρήσουν τήν ελευθερία εκτιμήσεως ἐφ' ὅσον ή συμφωνία δέν ἔχει πραγματοποιηθεῖ. Ἀντιθέτως, ἡ κατάσταση πού ἀντιμετωπίζεται στην παράγραφο 2 εἶναι διάφορη: στην περίπτωση αυτή εἶναι οἱ Κοινότητες εκείνες, οἱ όποιες καθορίζουν τά ἀποτελέσματα, μέσα στό πλαίσιο τοῦ ἰδίου τους συστήματος συνταξιοδοτήσεως, τῆς μεταφοράς τῶν συνταξιοδοτικῶν δικαιωμάτων πού ἔχει ἀποκτήσει υπάλληλος σέ Κράτος μέλος. Ἐπί πλέον, ὅπως εἴδαμε, ἡ καθιέρωση υπέρ τῶν κοινοτικῶν υπαλλήλων τῆς ευχέρειας, ἡ ὁποία προβλέπεται στην παράγραφο 2 ἀντιστοιχεί πρός ἴδιο συμφέρον τῶν Κοινοτήτων. Ὀρθώς, ἑπομένως, δέν ἠθελήθη ἡ εξάρτηση τῆς εφαρμογῆς τῆς ἐν λόγω διατάξεως ἀπό τήν ελευθέρα βούληση κάθε Κράτους μέλους.
Ή ἰδέα τοῦ παραλληλισμού μεταξύ τῶν δύο παραγράφων τοῦ ἄρθρου 11 μοῦ φαίνεται συνεπώς ὅτι ἀντιφάσκει πρός τήν ύπαρξη χαρακτηριστικών στοιχείων διαφοροποιήσεως. Ή βελγική Κυβέρνηση ευρίσκει ἐν τούτοις στην διατύπωση τῆς παραγράφου 2 ένα άλλο σημεῖο πού εἶναι υπέρ τῆς ἀπόψεως τῆς καί αυτό εἶναι τό γεγονός ὅτι οἱ διοικήσεις, οἱ εθνικοί ὀργανισμοί καί οἱ επιχειρήσεις ἀναφέρονται πλησίον των διεθνών ὀργανισμών σέ κοινή διατύπωση πού χρησιμεύει νά υποδεικνύει τόν προηγούμενο εργοδότη τοῦ κοινοτικοῦ υπαλλήλου. Στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Κοινοτήτων καί των διεθνών ὀργανισμών ἡ εφαρμογή τοῦ συστήματος μεταφοράς τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων προϋποθέτει ἀναγκαστικῶς τήν ύπαρξη συμφωνίας: τό καθ' οὗ ἀρύεται ἀπό αυτό τό επιχείρημα γιά νά υποστηρίξει ὅτι ὁ κανόνας ἀπαιτεί σιωπηρώς συμφωνία καί ὅταν ὁ προηγούμενος εργοδότης ήταν ἡ διοίκηση Κράτους μέλους ἡ εξαρτώμενος ἀπό τό Κράτος μέλος ὀργανισμός ἡ επιχείρηση. Νομίζω ἐν τούτοις ὅτι δύναται νά δοθεί ἡ ἀπάντηση ὅτι ή ἀνάγκη υπάρξεως συμφωνίας μέ τους διεθνείς ὀργανισμούς προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἐν ἀντιθέσει πρός τά Κράτη μέλη, οἱ διεθνείς ὀργανισμοί δέν υπόκεινται στους κοινοτικούς κανόνες καί εἶναι ἀκριβώς αυτή ἡ διαφορά καταστάσεως έναντι τῶν Κοινοτήτων — καί εἰδικότερα ἡ ύπαρξη εἰς βάρος τῶν Κρατών μελών τῆς γενικής υποχρεώσεως πού ἀπορρέει ἀπό τό προαναφερθέν άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — ἡ οποία εξηγεί τίς διαφορές στίς σχέσεις πού δημιουργούνται μεταξύ τῶν Κοινοτήτων καί τῶν διεθνών ὀργανισμών, ἀφ' ἑνός, καί τῶν Κοινοτήτων καί τῶν Κρατών μελών, ἀφ' έτερου, ἐν ὄψει τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
4.
Ό εκπρόσωπος τῆς βελγικής Κυβερνήσεως προέβαλε ἐν τέλει τίς δυσχέρειες τεχνικής φύσεως, οἱ όποιες εμποδίζουν κάθε μορφή μεταφοράς ἀπό βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα σέ σύστημα προνοίας, τό όποιο δέν εξαρτᾶται ἀπό τήν βελγική κυριαρχία, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος, παρ' ὅλον ὅτι τρόποι μεταφορᾶς (ή τουλάχιστον λήψεως ὑπ' ὄψη, γιά τόν υπολογισμό τῆς συντάξεως, προγενεστέρως προσφερθεισῶν υπηρεσιών) έχουν αντιθέτως ρητώς προβλεφθεί ἀπό τήν βελγική ρύθμιση στην περίπτωση πού υπάλληλος τῆς βελγικής διοικήσεως μεταπηδᾶ σέ θέση στόν ιδιωτικό τομέα. Ἀναπτύσσοντας τό επιχείρημά του ὁ βέλγος ἀντιπρόσωπος ἀνεφέρθη μεταξύ άλλων στην ἀδυναμία καθορισμοῦ, πρίν ἀπό τήν στιγμή τῆς ὁριστικής ἀποχωρήσεως, τῆς ἀξίας τοῦ δικαιώματος πού ἀπεκτήθη ἀπό τόν υπάλληλο δεδομένου ὅτι τό βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα δέν βασίζεται ἐπί της καταβολῆς ἀτομικών εισφορών καί λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ἐπί πλέον τήν δυνατότητα νομοθετικών τροποποιήσεων πού επιφέρουν την αύξηση ἡ τήν μείωση των δικαιωμάτων. Πάντως δέν μᾶς φαίνεται ὅτι ή κατάσταση αυτή ἀποτελεί ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο γιά τήν ἐπιβολή τῆς υποχρεώσεως πού ἀπορρέει ἀπό τόν αμφισβητούμενο κανόνα καί τονίζω ἐν πάση περιπτώσει ὅτι κανένα Κράτος μέλος δέν δύναται νά προβάλει δυσχέρειες πού ὀφείλονται στό εσωτερικό του σύστημα γιά νά μή συμμορφωθεί πρός τους κοινοτικούς κανόνες. Ό βέλγος νομοθέτης ἔχει τήν υποχρέωση νά εξεύρει τό μέσο πού θά επιτρέψει τήν άσκηση τῆς ευχέρειας, ἡ ὁποία δίδεται ἀπό τήν επίμαχη διάταξη στους κοινοτικούς υπαλλήλους πού έχουν προηγουμένως ἀσκήσει καθήκοντα μέσα στό πλαίσιο βελγικοῦ συνταξιοδοτικού συστήματος.
Όσον άφορᾶ τους ενδοιασμούς πού εξέφρασε ἡ βελγική Κυβέρνηση θεωρώ σκόπιμο νά επαναλάβω ὅτι τό άρθρο 11 παράγραφος 2 ἀρκείται στην επιβολή συντονισμοί) μεταξύ τῶν ἐθνικών συστημάτων προνοίας καί τοῦ κοινοτικού συνταξιοδοτικοί) συστήματος, κυρίως γιά νά ἀποτρέψει τήν ἀπώλεια ἀπό τους υπαλλήλους τῶν Κοινοτήτων τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τά όποια θά είχαν διατηρήσει ἐάν θά ἐξηκολούθουν νά υπηρετοῦν τό Κράτος μέλος τῆς καταγωγής τους. Παρ' ὅλον ὅτι ὁ κανόνας ἐξεταζόμενος καθ' εαυτόν εἶναι εφαρμοστέος καί στην περίπτωση υπαλλήλου, ὁ όποιος έχει ήδη συμπληρώσει στό κράτος ἀπό τό όποιο προέρχεται ἱκανό αριθμό ετών υπηρεσίας γιά νά δύναται νά διεκδικήσει δικαίωμα συντάξεως στό κράτος αυτό, ἡ διάταξη ἀποκτά πρακτική σημασία ἰδίως στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ υπάλληλος δέν ἀπέκτησε ἀκόμα, κατά τήν στιγμή πού μεταπηδᾶ ἀπό τήν εθνική στην κοινοτική θέση, ἀρχαιότητα πού νά επαρκεί γιά τήν διεκδίκηση συντάξεως, ώστε ἐάν δέν ελαμβάνοντο ὑπ' ὄψη ἀπό τό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τά προηγούμενα έτη υπηρεσίας, θά έχανε τό δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως.
Μιά τελευταία διευκρίνιση μᾶς φαίνεται ἀκόμη χρήσιμη. Τό άρθρο 11 παράγραφος 2 δέν προϋποθέτει τήν ὁμοιογένεια τῶν εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων ούτε σκοπό έχει νά τήν εισαγάγει ἀντιθέτως δέν θίγει καθόλου τά συστήματα συντάξεως ἀρχαιότητος ἀρκεῖ νά ληφθούν σέ κάθε κράτος τά ἀναγκαία μέτρα πρός διασφάλιση ἀποτελεσματικής ἀσκήσεως τῆς ευχέρειας πού δίδεται στους κοινοτικούς υπαλλήλους. Αυτό σημαίνει ὅτι τά Κράτη μέλη διατηρούν σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως ὅσον άφορᾶ τήν μορφή τῶν μέτρων, τά όποια δύνανται νά θεωρήσουν ὅτι συμβιβάζονται περισσότερο μέ τό σύστημα τους καί ταυτοχρόνως ἐπαρκούν γιά τήν εφαρμογή τοῦ κανόνος τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή επιλογή αυτή καταλήγει στην πρακτική νά βασίζεται ὁμοίως ἐπί διαβουλεύσεων καί συμφωνιών μέ τήν Ἐπιτροπή, άλλά παραμένει καλώς καθιερωμένο ὅτι κανένα κράτος δέν εἶναι ἐλεύθερο νά ἀρνηθεί τήν συνδρομή του γιά τήν εφαρμογή τοῦ προβλεπομένου μηχανισμού μεταφοράς ούτε νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι ὁ μηχανισμός αυτός παραλύεται ἀπό τήν δυσχέρεια ἐναρμονίσεως του μέ τό εθνικό του σύστημα προνοίας.
5.
Γιά ὅλους αυτούς τους λόγους θεωρώ ὅτι πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ προσφυγή, τήν ὁποία ἤσκησε ἡ Ἐπιτροπή κατά τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου μέ δικόγραφο τῆς 9ης Ίουνίου 1980. Προτείνω, επομένως, ἐν συμπεράσματι πρός τό Δικαστήριο νά κρίνει ὅτι τό κράτος αυτό, μέ την άρνηση του νά θεσπίσει τίς ἀναγκαίες εθνικές διατάξεις γιά την εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων των Κοινοτήτων, παρέβη τίς υποχρεώσεις πού τοῦ επιβάλλονται δυνάμει τοῦ κανόνος αὐτοῦ, καθώς καί τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό καθ' οὗ πρέπει, κατά συνέπεια, νά καταδικασθεί στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy