ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤίΣ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ εταιρεία Blanckaert & Willems, πού εἶναι ή εναγόμενη καί ἡ ἀναιρεσείουσα στην κύρια δίκη εκμεταλλεύεται στό Βέλγιο εργοστάσιο επίπλων. Ἐπί τῆ βάσει προφορικῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία χρονολογείται ἀπό τό 1960, ἡ ἑταιρεία αύτη ὅπως προφανῶς καί άλλοι βέλγοι εργοστασιάρχες επίπλων, προσέφυγε στίς υπηρεσίες τῆς «Άντιπροσωπείας επίπλων» Hermann Bey στό Aachen πού ενεργούσε ὑπό την ἰδιότητα ἀνεξάρτητου ἐμπορικοῦ ἀντιπροσώπου (ἐμπορικοῦ πράκτορα). Ό οίκος Bey λάμβανε ὑπό την ἰδιότητα αύτη προμήθεια 5 % υπολογιζόμενη ἐπί τῆς ἀξίας κάθε πωλήσεως, την ὁποία διαπραγματευόταν. Γιά διάφορες άλλες υπηρεσίες πρός τήν εταιρεία Blanckaert & Willems (ὀργάνωση τοῦ εκτελωνισμού καί τῆς μεταφοράς τῶν εμπορευμάτων, πρόσληψη άλλων εμπορικῶν ἀντιπροσώπων), ἡ τελευταία κατέβαλε επιπλέον μιά ειδική ἀποζημίωση 2 % ἐπί τοῦ καθαροῦ κύκλου εργασιών στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας.
Μέ επιστολή τῆς 30ής Νοεμβρίου 1975, ὁ οίκος Bey υπέδειξε μέ τή σειρά του, ὡς εμπορικό ἀντιπρόσωπο τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems, τή Luise Trost, κάτοικο Aachen, ἡ οποία εἶναι ἡ ενάγουσα καί ή ἀναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη. Ή επιστολή αυτή ήταν διατυπωμένη ὡς έξῆς:
«Ἐξ ὀνόματος τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, πού ἑδρεύει στό Eeklo, (Βέλγιο), σᾶς παραχωρώ μέ τήν παρούσα τήν ἀντιπροσωπεία τῆς εταιρείας αυτής γιά τή ζώνη Rhein-Ruhr-Gebiet/Eifel/Süd-Westfalen.
Θά ενεργείτε ἀπευθείας στό ὄνομα τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems. Θά λαμβάνετε επίσης ἀπό αυτήν προμήθεια 5 %.
Σᾶς παρακαλώ πάντως νά ἀπευθύνετε ὅλες τίς παραγγελίες στή διεύθυνση μου στό Aachen.
Σᾶς ζητώ νά ενεργείτε μέ αυτό τόν τρόπο διότι, ἄν πρέπει νά εἶμαι υπεύθυνος γιά σᾶς θά πρέπει επίσης νά ενημερώνομαι γιά κάθε παραγγελία.
Ἐννοείται ὅτι τό ὄνομά σας θά ἀναφέρεται ὡς ἀντιπρόσωπος σέ ὅλα τά ἀντίγραφα.
Ἐλπίζω ὅτι ἡ συνεργασία μας θά είναι καλή ...»
Γιά τις μεσολαβήσεις τοῦ οἴκου Bey πού ἀνάγονταν στή συνεργασία του μέ τήν Trost ἡ εταιρεία Blanckaert & Willems τοῦ κατέβαλε αυτό πού έχει επικρατήσει νά ἀποκαλείται ὑπερπρομήθεια.
Ἀπό τίς ἀρχές 'Ιανουαρίου 1977, ὁ οἶκος Bey προφανώς δέν εργάσθηκε γιά τήν εταιρεία Blanckaert & Willems. Μέ επιστολή τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1976, ἡ τελευταία ζήτησε επίσης ἀπό τήν Trost νά θέσει τέρμα στίς δραστηριότητες τῆς γιά λογαριασμό της ἀπό τίς 30 'Ιανουαρίου 1977. Αίτια τῆς ἀποφάσεως αυτής εἶναι προφανώς ὅτι ἡ εταιρεία Blanckaert & Willems δέν ήταν ικανοποιημένη ἀπό τό μέγεθος τῆς δραστηριότητας πού ἀνέπτυσσε γιά λογαριασμό τῆς ἡ Trost ούτε καί συμφωνούσε νά εργάζεται ἡ Trost ὡς εμπορικός ἀντιπρόσωπος καί γιά άλλους κατασκευαστές επίπλων.
Κατόπιν αὐτοῦ, ἡ Trost ήγειρε ἀγωγή κατά τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems ενώπιον τοῦ Landgericht τοῦ Aachen ζητώντας τήν καταβολή καθυστερούμενων, προμηθειών καθώς καί τήν ἀποζημίωση πελατείας, τῆς ὁποίας ἡ καταβολή προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 89 β τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα μετά τήν παύση τῆς σχέσεως μέ εμπορικό ἀντιπρόσωπο, γιά τήν προσκομισθείσα ἀπό αυτόν πελατεία. Στή διαδικασία αυτή ἡ εταιρεία Blanckaert & Willems ἀμφισβήτησε τή διεθνή ἁρμοδιότητα τοῦ Δικαστηρίου πού εἶχε επιληφθεί τῆς υποθέσεως. Τό Landgericht τοῦ Aachen ἀπέρριψε τήν ἀγωγή ὡς ἀπαράδεκτη ἀναφέροντας στις σκέψεις τῆς ἀποφάσεως του ὅτι δέ συνέτρεχαν ούτε οἱ προϋποθέσεις τοῦ άρθρου 5 ἀριθ. 1 οὔτε οἱ προϋποθέσεις τοῦ άρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητας τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως των ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικῶν υποθέσεων. Οἱ διατάξεις αυτές προβλέπουν τά έξης:
«Ό ἐναγόμενος πού κατοικεί στό έδαφος συμβαλλόμενου κράτους δύναται νά ἐναχθεῦ σέ άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1.
ἐπί διαφορῶν ἐκ συμβάσεως, ενώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου ὅπού ή παροχή πού ἀποτελεῖ τή βάση τῆς αιτήσεως έχει ἡ πρέπει νά εκπληρωθεῖ
...
5.
ἄν πρόκειται γιά διαφορά πού ἀνάγεται στη λειτουργία υποκαταστήματος, πρακτορείου ἡ ὁποιασδήποτε άλλης εγκαταστάσεως, ενώπιον τοῦ δικαστηρίου της τοποθεσίας τους.»
Τό Oberlandesgericht τῆς Κολωνίας εξαφάνισε τήν ἀπόφαση αυτή καί παρέπεμψε τήν υπόθεση ενώπιον τοῦ Landgericht. Ἔκρινε ὅτι τό Landgericht τοῦ Aachen ήταν ἁρμόδιο διότι ὁ οίκος Bey έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς πρακτορείο ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητας τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικών υποθέσεων καί διότι ἔπρεπε νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ διαφορά εἶχε τήν προέλευση τῆς στη λειτουργία τοῦ πρακτορείου αὐτοῦ. Τό καθοριστικό αἴτιο τῆς ἐκτιμήσεως αυτής ήταν ὅτι ὁ οἶκος Bey χαρακτηρίζόνταν ὁ ἴδιος ὡς πρακτορείο καί εργαζόταν ὡς ἐμπορικός ἀντιπρόσωπος γιά τήν ἑταιρεία Blanckaert & Willems ἀπό εικοσαετίας. Ἐπιπλέον, τό δικαστήριο αὐτό έκρινε σημαντικό τό γεγονός ὅτι ἡ ἑταιρεία Blanckaert & Willems είχε επιφορτίσει καί ἀναθέσει τήν ἐντολή στόν οίκο Bey νά συνάψει μέ τήν Trost σύμβαση ἐμπορικοῦ ἀντιπροσώπου πού ἐπρόκειτο νά έχει μιά κάποια διάρκεια, ὅτι ὁ οίκος Bey υπαγόταν στόν έλεγχο καί στη διεύθυνση τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, ὅτι οἱ παραγγελίες, τίς όποιες διαπραγματευόταν ἡ Trost, έπρεπε νά διαβιβασθοῦν στην εταιρεία Blanckaert & Willems μέ τή μεσολάβηση τοῦ οἴκου Bey καί ὅτι ὁ τελευταίος εἶχε προσδώσει στον εαυτό του τό χαρακτηρισμό τοῦ «προϊσταμένου πωλήσεων» της εταιρείας Blanckaert & Willems.
Κατόπιν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ένδικου μέσου της αναιρέσεως ἀπό τήν εναγόμενη, δηλαδή τήν ἑταιρεία Blanckaert & Willems τό Bundesgerichtshof έκρινε ὅτι τό επιληφθέν δικαστήριο δέν ήταν ἁρμόδιο δυνάμει τοῦ άρθρου 5 ἀριθ. 1 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητας τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικών υποθέσεων διότι, κατά τό ἐφαρμοστέο γερμανικό δίκαιο, ὁ τόπος ἐκτελέσεως τῶν ένδικων αιτήσεων περί καταβολῆς προμηθειών καί ἀποζημιώσεως ήταν ὁ τόπος ὅπου βρίσκεται ἡ επαγγελματική εγκατάσταση τοῦ ὀφειλέτη. Όσον άφορᾶ τό άρθρο 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως κρίθηκε δικαιολογημένο νά ξεκινήσουμε ἀπό τήν ιδέα ὅτι ὁ οίκος Bey καί ἡ Trost υπῆρξαν εμπορικοί ἀντιπρόσωποι τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems καί ὅτι έπρεπε, ὑπό τήν ιδιότητα αύτη, νά θεωρηθοῦν ὡς ἀνεξάρτητοι έμποροι ὑπό τήν έννοια τοῦ άρθρου 84 παράγραφος 1 τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα. Ἐν πάση περιπτώσει, δέν εἶναι δυνατό νά λεχθεί ὅτι ὁ οἶκος Bey βρισκόταν σέ μιά κατάσταση ὁπως ἡ κατάσταση πού ἀπορρέει ἀπό τή σύμβαση εργασίας ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 84 παράγραφος 2 τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα οὔτε ὅτι επρόκειτο περί σχέσεως οιασδήποτε άλλης συμβάσεως ἐργασίας ἤ παροχής υπηρεσιών, παρόλο πού ὁ οἶκος Bey υπαγόταν στόν έλεγχο καί στή διεύθυνση τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, κατά τό ὅτι ὄφείλε νά δέχεται καί νά διαβιβάζει τίς παραγγελίες πού διαπραγματευόταν ἡ Trost. Τό Bundesgerichtshof έκρινε επομένως ὅτι ἀνέκυπτε τό ερώτημα ἄν μιά τέτοια δραστηριότητα ἐμπορικοῦ ἀντιπροσώπου, γιά τήν ὁποία ἡ αυτονομία δέν ἦταν ἀπόλυτη, έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς λειτουργία πρακτορείου ὑπό τήν έννοια τοῦ άρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως. Άν ναί, θά έπρεπε νά εξετασθεί ἄν ἡ ἀγωγή γιά τήν καταβολή προμηθειών καί ἀποζημιώσεως πελατείας είχε γιά προέλευση διαφορά σχετική μέ τή λειτουργία τοῦ οἴκου Bey. Ἄν δινόταν ἀρνητική ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό θά έπρεπε νά εξετασθεί ἄν μιά διαφορά μεταξύ τοῦ πρακτορείου τῆς Trost καί τῆς εκπροσωπούμενης επιχειρήσεως είναι τότε δυνατό νά θεωρηθεί ἐπίσης ως διαφορά, σχετική μέ τή λειτουργία πρακτορείου ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 αριθ. 5 τῆς συμβάσεως. Ἐνόψει τῶν ερωτημάτων αυτών πού ἀφορούν τήν ερμηνεία τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητας τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί
εμπορικῶν υποθέσεων, τό Bundesgerichtshof, μέ διάταξη τῆς 21ης Μαρτίου 1980, ἀποφάσισε νά ἀναβάλει τήν έκδοση τῆς ὁριστικής του ἀποφάσεως καί νά υποβάλει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ πρωτοκόλλου περί ερμηνείας τῆς συμβάσεως αὐτής, τά ἀκόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1.
Ό εμπορικός πράκτορας (μεσάζων) ὑπό τήν έννοια τῶν άρθρων 84 ἑπ. τοῦ γερμανικού εμπορικού κώδικα (HGB) πρέπει νά θεωρείται ὡς «πρακτορείο» ή «άλλη εγκατάσταση» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί ἀρμοδιότητας τῶν δικαστηρίων καί ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί ἐμπορικῶν υποθέσεων (πού ἀποκαλείται ἐφεξής «σύμβαση εκτελέσεως»);
2.
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στό ερώτημα ὑπ' ἀριθ. 1 :
α)
Πρόκειται περί διαφοράς «πού ἀνάγεται στη λειτουργία» πρακτορείου ή οἱασδήποτε άλλης εγκαταστάσεως, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως, ὅταν τό πρακτορεῖο ἡ ἡ άλλη εγκατάσταση ἐνεργώντας βάσει εντολής τῆς επιχειρήσεως γιά τήν ὁποία ἐνεργεί ὡς εμπορικός ἀντιπρόσωπος, υποδεικνύει κάποιον τρίτο ὡς πρόσθετο ἐμπορικό ἀντιπρόσωπο τῆς επιχειρήσεως, λαμβάνει έναντι καταβολής προμήθειας τά έγγραφα τά σχετικά μέ τίς παραγγελίες πού δίδονται μέ τή μεσολάβηση τοῦ τρίτου καί τίς διαβιβάζει στην επιχείρηση, καθοδηγεί τόν τρίτο καί τόν φροντίζει,
καί
ὅταν ἡ δραστηριότητα εμπορικού ἀντιπροσώπου τοῦ τρίτου αυτού προκαλεί διαφορές μεταξύ τῆς επιχειρήσεως καί τοῦ ἴδιου ως πρός τίς ἀξιώσεις του ἐπί προμηθειών καί ἀποζημιώσεων;
β)
Σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στό ερώτημα 2 α:
Ή έννοια «τῆς διαφοράς πού ἀνάγεται στή λειτουργία πρακτορείου ή οιασδήποτε άλλης εγκαταστάσεως», κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως, καλύπτει μιά διαφορά μεταξύ τῆς επιχειρήσεως καί τοῦ πρακτορείου ή άλλης ἐγκαταστάσεως σχετικά μέ τίς ἀξιώσεις ἐπί προμηθειών καί ἀποζημιώσεων;»
Ἐπί τῶν ερωτημάτων αυτών λαμβάνουμε τήν ἀκόλουθη θέση.
1. Ἐπί τον πρώτον ἐρωτήματος
Γιά τή σχέση αύτη ἡ Trost, ἀναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη ανέφερε κυρίως τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 14/76 (Ets Α. de Bloos SPRL κατά Société en commandite par actions Bouyer, ἀπόφαση τῆς 6ης Ὀκτωβρίου 1976, Recueil 1976, σ. 1497 ἑπ.), όπου τό Δικαστήριο θεώρησε ὡς ένα ἀπό τά ουσιώδη στοιχεία πού χαρακτηρίζουν τό υποκατάστημα ἡ πρακτορείο, «την υπαγωγή στή διεύθυνση καί στον έλεγχο τῆς μητρικής επιχειρήσεως» (σημεία 20 μέ 22 τῶν σκέψεων»). Κατά τήν Trost τό χαρακτηριστικό αυτό ὑφίσταται ἀσφαλώς στην περίπτωση τοῦ οἴκου Bey διότι, κατά τήν άσκηση τῆς εμπορικής του δραστηριότητας γιά τή διάθεση τῶν προϊόντων τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, ὁ οίκος Bey ήταν υποχρεωμένος νά ἀκολουθεί τίς ὁδηγίες τῆς τελευταίας ὅσον άφορᾶ τήν ἐπιλογή τῶν ἀντισυμβαλλομένων καί τόν προσδιορισμό τῶν ὅρών πωλήσεως, τήν ἀναζήτηση καί τίς επισκέψεις τῆς πελατείας, καθώς καί τήν εκτέλεση τῶν εμπορικών πράξεων. Ἐπιπλέον, εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικό νά σημειωθεί ὅτι ἡ σύμβαση ἐμπορικοῦ ἀντιπροσώπου πού καταρτίσθηκε μέ τήν Trost έχει συναφθεί ἀπό τον οἶκο Bey γιά λογαριασμό καί ἐπ' ὀνόματι τῆς ἐταιρείας Blanckaert & Willems, βάσει ἀκριβών ὁδηγιών, ὁπως τό καταδεικνύουν παραδείγματος χάρη οἱ συζητήσεις περί τῆς ἐκτάσεως τοῦ τομέα πού επρόκειτο νά τῆς παραχωρηθεί, ὅτι ὁ οἶκος Bey συγκέντρωνε τίς παραγγελίες πού διαπραγματευόταν ή Trost καί τίς διαβίβαζε στην εταιρεία Blanckaert & Willems, καί ὅτι ὁ οίκος Bey μετείχε επίσης, πάντοτε σύμφωνα μέ ὁδηγίες πού λάμβανε ἀπό τό κεντρικό κατάστημα, στην κατάρτιση τοῦ λογαριασμοῦ προμηθειῶν. Στην περίπτωση τοῦ οἴκου Bey, ὁ ὁποίος, ὅπως προκύπτει ἀπό επιστολή τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, ήταν σημείο επαφῶν τῆς ἑταιρείας αὐτής πού εἶχε τήν υποχρέωση νά ἀποδίδει τακτικά λογαριασμό καί, επομένως, δύναται νά γίνει λόγος περί πραγματικής σχέσεως εξαρτήσεως, πράγμα πού αποδεικνύεται επίσης ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ οἶκος Bey ἀναγκάσθηκε νά κλείσει τό γραφείο του ὅταν έληξε ἡ συμβατική του σχέση μέ τήν εταιρεία Blanckaert & Willems. Ἐξάλλου, ἡ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 της συμβάσεως εκτελέσεως στόν οίκο Bey δικαιολογείται επίσης ἀπό τήν ἀντίληψη, ή ὁποία βρίσκεται στή βάση τῆς διατάξεως αυτής, δηλαδή ὅτι πρέπει νά γίνει δεκτή ή αρμοδιότητα τοῦ τόπου ὅπού εἶναι ἐφικτή ή εμπεριστατωμένη καί ταχεία εξέταση τῶν πραγματικών περιστατικών, πράγμα πού συμβαίνει ἀσφαλώς ἐν προκειμένω ὡς προς τόν τόπο ὅπου συνάφθηκαν οἱ ἐν λόγω συμβάσεις καί ὅπού ἀποφασιστικά εμπορικά συμβάντα έλαβαν χώρα. Τέλος, κατά τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 θά έπρεπε νά ληφθεί ὑπόψη επίσης ένα κάποιο «κοινωνικό στοιχείο», διότι μόνο μεγάλες επιχειρήσεις διατηροῦν κατά γενικό κανόνα υποκαταστήματα καί πρακτορεία, ἐνῶ οἱ ἀντισυμβαλλόμενοι τους είναι συνήθως μικροί οίκοι πού διαθέτουν λίγα κεφάλαια. Καί δέν εἶναι δυνατό νά ἀπαιτηθεί ἀπό τους μικρούς οίκους νά διεξάγουν δίκες πού συνεπάγονται υψηλό κόστος σέ άλλη χώρα.
Ή Ἐπιτροπή, ἀντιθέτως, υποστηρίζει ὅτι σύμφωνα μέ τό χαρακτηρισμό τῶν έννομων σχέσεων ἀπό τό Δικαστήριο τῆς παραπομπής πρόκειται περί ἐμπορικών ἀντιπροσώπων ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα, δηλαδή περί ἀνεξάρτητων προσώπων καί νομικά αυτόνομων, καί ὅτι, ἑπομένως, δέ συντρέχουν, κατά τή νομολογία, οἱ εφαρμοστέες στό άρθρο 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως ἐκτελέσεως προϋποθέσεις. Τά πρόσωπα αυτά έχουν ἀσφαλώς τήν ὑποχρέωση νά τηροῦν ὁρισμένες ὁδηγίες κατά τή διαπραγμάτευση πράξεων, άλλά μέσα στό πλαίσιο τῶν ὁδηγιών αυτών εἶναι αὐτόνομα καί, συνεπώς, δέν υπάγονται στή «διεύθυνση» τοῦ εντολέα. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές είναι ἀπολύτως ἀδύνατο νά θεωρηθεί ὅτι συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως ἐκτελέσεως πού έχουν επισημανθεί ἀπό τή νεώτερη νομολογία (υπόθεση 33/78, Somafer SA κατά Saar-Ferngas AG, ἀπόφαση τῆς 22ας Νοεμβρίου 1978 Recueil 1978, σ. 2183 ἑπ.), κατά τήν ὁποία πρέπει ἡ ύπαρξη υποκαταστήματος κλπ. νά δύναται νά ἀναγνωρίζεται ευχερώς βάσει εξωτερικών χαρακτηριστικών καί ένα υποκατάστημα κλπ. νά ἀποτελεί κέντρο ἐμπορικής δραστηριότητας τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος. Τό πρώτο χαρακτηριστικό δέν υφίσταται, τυπικά, στην περίπτωση τῶν εμπορικών ἀντιπροσώπων πού συνήθως δέ διατηροῦν γραφεῖο καί οἱ ὁποιοι ἀποφεύγουν νά χρησιμοποιήσουν ἐμπορική ἐπωνυμία. Όσον άφορᾶ τό δεύτερο σημείο, δέν εἶναι σημαντικό τό ὅτι ὁ οίκος Bey προσέδωσε στόν ἑαυτό του, σέ επιστολή τῆς 14ης Όκτωβρίου 1975, τό χαρακτηρισμό τοῦ «προϊσταμένου πωλήσεων» καί ὅτι παραλάμβανε καί διαβίβαζε τίς παραγγελίες πού διαπραγματευόταν ή Trost, δηλαδή ἀσκοῦσε, σχετικά μέ τήν τελευταία, ὁρισμένα καθήκοντα έλεγχου γιά λογαριασμό τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems. Τό ἀποφασιστικό γεγονός, τό όποιο ἀποκλείει τή δυνατότητα νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ οίκος Bey ήταν κέντρο εμπορικής δραστηριότητας τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems, εἶναι μᾶλλον τό ὅτι ή εκτέλεση τῶν πράξεων γινόταν ὄχι ἀπό τόν οίκο Bey, άλλά ἀπό τήν εταιρεία Blanckaert & Willems.
Σχετικά μέ αυτή τή διαφορά πρέπει νά τονισθεί κατ' ἀρχήν ὅτι σύμφωνα μέ τήν τωρινή νομολογία, οι έννοιες τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως δέν πρέπει μόνον νά ἑρμηνεύονται κατά τρόπο αυτόνομο, δηλαδή μέ τέτοιο τρόπο ώστε νά έχουν τό ἴδιο περιεχόμενο σέ ὅλα τά Κράτη μέλη, ἀλλα πρέπει επίσης νά ξεκινάμε, ὅπως τό υπογραμμίσαμε ἤδη μέ τίς προτάσεις μας στην υπόθεση 14/76 (Recueil 1976, σ. 1511), ἀπό μιά στενή ερμηνεία, λαμβάνοντας ὑπόψη τό γεγονός ὅτι οἱ παρεκκλίσεις ἀπό τήν ἀρχή τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως έχουν προβλεφθεί ἀποκλειστικά πρός τό συμφέρον λυσιτελοῦς ὀργανώσεως τῆς δίκης.
Ὁμοίως, εἶναι επίσης σαφές, σύμφωνα μέ τή νομολογία, ὅτι σέ καθεμιά ἀπό τίς τρεις έννοιες πού χρησιμοποιούνται στό άρθρο 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως έχουν εφαρμογή τά ἴδια χαρακτηριστικά, δηλαδή γιά τά πρακτορεία, πχ., δέ δύναται νά γίνουν δεκτά διαφορετικά ουσιαστικά στοιχεῖα, ὅπως φρονεί ιδίως ὁ Wieczorek («Kommentar zur Zivilprozeßordnung», 2η έκδοση, σημείωση Β Ι α 1 ἐπί τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ γερμανικοῦ κώδικα πολιτικής δικονομίας). Ή ἀναφορά τοῦ εκπροσώπου τῆς Trost, κατά τή διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, στους ἀσφαλιστικούς πράκτορες στερεῖται σημασίας ἐν σχέσει μέ τό πρόβλημα πού μας ἀπασχολεί στην προκειμένη περίπτωση, διότι γιά τους ἀσφαλιστικούς πράκτορες υφίστανται οἱ ειδικές διατάξεις τοῦ άρθρου 8 εδάφιο 2 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως.
Ὅταν ἀναζητάμε τή λύση τοῦ προβλήματος ἐπί τῆ βάσει κυρίως τῆς προγενέστερης νομολογίας, ὁπως έγινε κατά τή διάρκεια τῆς διαδικασίας, δέν πρέπει φυσικά νά ἀρκούμαστε κατά τό παράδειγμα τῆς εναγόμενης στην κύρια δίκη, στην ἀπόφαση πού εκδόθηκε στην υπόθεση 14/76. Σχετικά μέ τά ουσιώδη στοιχεία, τά όποια έχουν σημασία γιά τό άρθρο 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως ἡ ἀπόφαση αὐτή δέχεται ἁπλώς, στην πραγματικότητα, διότι δέν ἀπαιτοῦνταν, τότε τίποτε περισσότερο, ὅτι τό πρακτορείο κλπ. χαρακτηρίζεται ἀπό τό γεγονός ὅτι υπόκειται στον έλεγχο καί τή διεύθυνση τῆς μητρικής επιχειρήσεως.
Κατά τή γνώμη μας, ἡ ερμηνεία τῆς διατάξεως αυτής διευκρινίσθηκε κατά'τρόπο ἀπόλυτα ἀποφασιστικό μέ τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 33/78. Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, αυτό πού έχει σημασία κατά πρώτο λόγο γιά τό ἄρθρο 5 ἀριθ. 5 εἶναι τά εξωτερικά σημεία ἐπί τή βάσει τῶν ὁποίων ή ύπαρξη υποκαταστήματος κλπ. δύναται εὐχερώς νά ἀναγνωρισθεί (σημείο 11 τοῦ σκεπτικού). Πρέπει νά πρόκειται περί κέντρου εμπορικής δραστηριότητας, τό όποιο εκδηλώνεται μέ διαρκή τρόπο πρός τό εξωτερικό ὡς ἡ προέκταση τῆς μητρικής επιχειρήσεως, έχει δική του διεύθυνση καί εἶναι οὐσιαστικά εξοπλισμένο μέ τέτοιο τρόπο ώστε νά δύναται νά διαπραγματεύεται υποθέσεις μέ τρίτους (σημείο 12). Ἐπιπλέον, εἶναι σημαντικό, δέχθηκε τό Δικαστήριο, τρίτοι ἄν καί γνωρίζουν ὅτι μιά ενδεχομένη έννομη σχέση θά δημιουργηθεί μέ τό κεντρικό κατάστημα, τοῦ ὁποίου ἡ έδρα εἶναι στό εξωτερικό, νά ἀπαλλάσσονται τῆς υποχρεώσεως ν' ἀπευθύνονται ευθέως στό κεντρικό κατάστημα καί νά δύνανται νά διεκπεραιώνουν υποθέσεις στό κέντρο συναλλαγών πού ἀποτελεί τήν προέκταση τῆς μητρικής ἐπιχειρήσεως.
Οἱ διευκρινίσεις αυτές σημαίνουν, ἀφενός, ὅτι πρέπει νά ἀναφερθούμε στά ἀντικειμενικά καθήκοντα τοῦ «πρακτορείου» κλπ., καί ὅτι επομένως δέν υπάρχει κανένα συμφέρον νά πληροφορηθούμε πώς χαρακτήρισε τόν ἑαυτό του ὁ οἶκος Bey («προϊστάμενος πωλήσεων») καί ποιά διατύπωση χρησιμοποιήθηκε σέ ὁρισμένες επιστολές («καλή συνεργασία» μέ τήν Trost). Άφετέρου, ἡ προαναφερθείσα ἀπόφαση επιτρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι γιά τό άρθρο 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως, ὁρισμένοι περιορισμοί τῆς ἀνεξαρτησίας ενός ἀντιπροσώπου καί ὁρισμένες δυνατότητες επιρροής τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος δέν επαρκούν. Στην περίπτωση πρακτορείου, πρέπει μάλλον νά πρόκειται κατά κάποιον τρόπο γιά τμήμα ἀποκεντρωμένης επιχειρήσεως πού έχει ὡς πρός τά ουσιώδη εμπορικές ἁρμοδιότητες παρόμοιες μέ τίς ἁρμοδιότητες τῆς μητρικῆς επιχειρήσεως, φυσικά ὅμως περιορισμένες στό ἔδαφος τοῦ Κράτους μέλους ὅπου βρίσκεται. Αυτό ἀπαιτείται, κατά τη γνώμη μας, ἀπό τους τύπους πού αναφέρθηκαν μόλις πρό ὀλίγου καί ειδικῶς ἀπό την ἔκφραση «κέντρο εμπορικῶν συναλλαγών».
Στην περίπτωση ἔννομης σχέσεως τοῦ τύπου τῆς σχέσεως πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς διαφορᾶς στην κύρια δίκη, τό καθοριστικό στοιχείο δέ δύναται, επομένως, νά εἶναι μόνο ὁ ρόλος πού ὑποδύεται ένα «πρακτορείο» ἐπ' ευκαιρία της ενάρξεως επαγγελματικών σχέσεων καί τῆς διαπραγματεύσεως τῶν συναλλαγών. Τό σημαντικό γεγονός εἶναι ἄν συμμετέχει επίσης στην τακτοποίηση καί εκτέλεση τῶν πράξεων ἡ ἄν αὐτό τό έργο ἀνήκει στην ἀποκλειστική ευθύνη τῆς μητρικής επιχειρήσεως. Ὑπό τό πρίσμα αυτό πρέπει νά ἀναφερθοῦμε μεταξύ άλλων καί στην ἀντίληψη, ἡ ὁποία βρίσκεται στή βάση τοῦ κανόνα τῆς ἁρμοδιότητας τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5, ὅτι δηλαδή παρέκκλιση ἀπό τους γενικούς κανόνες περί ἁρμοδιότητας δέ δύναται νά γίνει δεκτή παρά πρός τό συμφέρον καλής ἀπονομής τῆς δικαιοσύνης, δηλαδή τότε μόνον ὅταν υπάρχει ειδικώς στενή σχέση μεταξύ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ τόπου καί τῆς επίδικης έννομης σχέσεως. Πράγματι, δέν πρέπει νά παραβλεφθεί ὅτι οἱ δίκες σχετικά μέ εμπορικούς ἀντιπροσώπους ὅπού μπορεί νά γίνει ἀναφορά στό άρθρο 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως, πηγάζουν γενικώς μέσα στό πλαίσιο τῆς ἐκτελέσεως μιᾶς πράξεως. Σχετικά μ' αυτό, ὅταν ἡ ἀπόφαση ἐπί τῆς εκτελέσεως πράξεως ἀνήκει στή μητρική επιχείρηση, τό Δικαστήριο πού εἶναι ἁρμόδιο γιά τόν τόπο ὅπου τό κεντρικό κατάστημα έχει την έδρα του βρίσκεται ἀσφαλώς «πλησιέστερα στά πραγματικά περιστατικά» ἀπό τό δικαστήριο τοῦ τόπου ὅπού τοποθετοῦνται ή έναρξη τῶν σχέσεων ἡ ἀκόμη ἡ κατάρτιση τῆς συμβάσεως. Αυτό εἶναι πρόδηλο στην περίπτωση πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς κύριας δίκης. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται, ἀφενός, γιά την καταβολή προμηθειών, ἡ ὁποία, ὁπως ἀκούσαμε, γινόταν πάντοτε ἀπευθείας ἀπό τήν ἐταιρεία Blanckaert & Willems καί γιά τήν ὁποία, σύμφωνα μέ τό άρθρο 87 α τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα, ἡ εκτέλεση τῆς πράξεως καί ἡ καταβολή δύνανται νά εἶναι ἀποφασιστικές. Άφετέρου, πρόκειται περί ἀποζημιώσεως πελατείας γιά τήν ὁποία, σύμφωνα μέ τό άρθρο 89 β τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα, τίθεται τό ερώτημα ἄν τό κεντρικό κατάστημα ἀντλεί ἀκόμη ὀφέλη ἀπό τήν προσκομισθείσα πελατεία, δηλαδή ἄν διατηρεί ἀκόμα επαγγελματικές σχέσεις μέ τους πελάτες αυτούς.
Κατά συνέπεια, δέν πρέπει ἀσφαλώς νά νοείται ὡς «πρακτορείο» κλπ. ένας ἐμπορικός ἀντιπρόσωπος ὅπως εἶναι τυπικώς ή εναγόμενη στην κύρια δίκη. Ό εμπορικός ἀντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ἀπό μιά κάποια αυτονομία ἡ ύπαρξη ὁρισμένων δικαιωμάτων τοῦ εντολέα νά τοῦ δίδει ὁδηγίες ὅσον άφορᾶ τήν προετοιμασία καί τή διαπραγμάτευση τῶν πράξεων δέν τόν «εντάσσει» ἐν πάση περιπτώσει στή μητρική επιχείρηση κατά τό μέτρο πού ἀπαιτείται γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως.
Άλλο πράγμα δέ δύναται νά γίνει πάντως δεκτό οὔτε γιά τόν οίκο Bey, ὁ όποιος καί εἶχε ἀναλάβει άλλα καθήκοντα επίσης καί ὁ όποιος μποροῦσε νά θεωρηθεί, κατά κάποια έννοια, ὡς «σημείο επαφών» τῦς εταιρείας Blanckaert & Willems στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας. Ἕνας πρώτος λόγος γιά νά ἀμφιβάλλουμε ὅτι ὁ οἶκος Bey ήταν ὑποκατάστημα τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, συνίσταται στό γεγονός ὅτι ὁ οἶκος Bey εργαζόταν εμφανώς γιά περισσότερες επιχειρήσεις. Τά καθήκοντά του κατά τή σύναψη τῶν συμβάσεων ἀντιπροσωπεύσεως, τοῦ έλεγχου τῆς δραστηριότητας τῶν άλλων ἀντιπροσώπων, τῆς διαβιβάσεως τῶν παραγγελιών τους καί τῆς συνεργασίας κατά τήν κατάρτιση τῶν λογαριασμών προμηθειών δέν είχαν ἐν πάση περιπτώσει προσδιορισθεί μέ τέτοιο τρόπο ώστε νά καταστήσουν τόν οἶκο Bey κέντρο εμπορικών συναλλαγών τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, ἀφοῦ ἡ ἀπόφαση γιά τόν τύπο καί τήν ἐκτέλεση τῶν πράξεων φαίνεται νά ἀνῆκε στην τελευταία.
Κατά συνέπεια, στό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε τό Bundesgerichtshof εἶναι δυνατό, ὅπως προτείνει ἡ Ἐπιτροπή, νά δοθεί ἀρνητική ἀπάντηση. Αυτό εἶναι δυνατό χωρίς νά ἀπαιτείται νά εξετασθεί επιπλέον τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε κατά την προφορική διαδικασία, ἄν δηλαδή ὅσον άφορο τό σημείο ἐφοδιασμοῦ τοῦ Bey δέν πρέπει νά ἀποκλεισθεῖ ἁρμοδιότητα δυνάμει τοῦ άρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως εξαιτίας ἰδίως τοῦ γεγονότος ὅτι κατά τήν ημερομηνία, δίχως άλλο ἀποφασιστική, της καταθέσεως τοῦ δικογράφου (παραπέμπουμε ως πρός αυτό στά σχόλια τοῦ άρθρου 8 σημεῖο 2 τῆς συμβάσεως πού περιέχονται στην έκθεση Jenard) ὁ οἶκος Bey δέν έπρεπε νά θεωρείται πλέον ὡς «πρακτορείο» τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems λόγω τῆς προγενέστερης καταγγελίας τῆς συμβατικῆς σχέσεως μέ αυτήν.
2. Ἐπί τον ερωτήματος 2 α
Μετά τά ὅσα εκθέσαμε σχετικά μέ τό πρώτο ερώτημα, εἶναι σαφές ὅτι τό πρόβλημα, τό όποιο ἀνακύπτει μέ τό ερώτημα 2 α, ἀπαιτεί ἁπλώς νά λάβουμε θέση επικουρικά ὡς πρός αυτό.
Ἐδώ ἐπίσης ἡ εναγόμενη στην κύρια δίκη ζήτα νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση. Κατά τή γνώμη της, εἶναι σημαντικό νά σημειωθεί ὅτι ἡ σύμβαση εμπορικού ἀντιπροσώπου πού υφίσταται μεταξύ τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems καί τῆς Trost έχει συναφθεί ἀπό τόν οίκο Bey καί ὅτι ή δραστηριότητα τῆς Trost επηρέασε επίσης σέ μεγάλο βαθμό τή λειτουργία τοῦ οἴκου Bey ἀφοῦ, έκτός ἀπό τό δικαίωμα σέ προμήθειες πού ἀπόκτησε μ' αυτό τόν τρόπο ὁ οίκος αυτός, οἱ παραγγελίες πού διαπραγματευόταν ἡ Trost έπρεπε νά ἀπευθύνονται στόν οίκο Bey καί νά διαβιβάζονται ἀπό τόν τελευταίο στην εταιρεία Blanckaert & Willems καί διότι ὁ οίκος Bey ὄφείλε επίσης νά καταρτίζει τους λογαριασμούς προμηθειών πού ἀνῆκαν στην Trost.
Ή Ἐπιτροπή παραπέμπει κυρίως στό γεγονός ὅτι τά επίδικα αιτήματα τῆς Trost εξαρτιόνταν ἀπό προϋποθέσεις πού συνδέονταν μέ τή λειτουργία τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems, ἰδίως ἀπό τή σύναψη καί τήν εκτέλεση ὁρισμένων συμβάσεων πωλήσεως, καθώς καί ἀπό τό σχηματισμό μιας πελατείας, ἀπό τήν ὁποία ἡ ἑταιρεία Blanckaert & Willems ἀντλεί ἀκόμα καί σήμερα ὀφέλη. Γι' αυτό τό λόγο δυνάμεθα ἁπλῶς νά ποῦμε ὅτι ἡ διαφορά ὡς πρός αυτό τό θέμα άφορᾶ ἀποκλειστικά τή λειτουργία τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems.
Σχετικά μέ τήν ἀντίφαση αυτή, ἄς τό ποῦμε ἀμέσως, εἶναι επίσης ἡ άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς πού έχει υπέρ αυτής τά καλύτερα επιχειρήματα.
Σύμφωνα μέ τήν ήδη προαναφερθείσα ἀπόφαση στην υπόθεση 33/78, τό ἀποφασιστικό κριτήριο γιά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως εἶναι ἡ ύπαρξη ιδιαίτερα στενοῦ συνδετικοῦ δεσμοῦ μεταξύ τῆς διαφοράς καί τοῦ δικαστηρίου πού καλείται νά τήν εκδικάσει (σημείο 7 τοῦ σκεπτικοῦ). Τό ἀντικείμενο δικαστικῆς διαφοράς άφορᾶ τήν εκμετάλλευση πρακτορείου ὅταν ἡ ἀμφισβήτηση άφορᾶ δικαιώματα καί υποχρεώσεις σχετικά μέ τήν κατά κυριολεξία διαχείριση τοῦ πρακτορείου (μίσθωση τοῦ οικοπέδου στό όποιο εἶναι εγκατεστημένο τό πρακτορείο, πρόσληψη τοῦ προσωπικοῦ πού ἀπασχολείται στό πρακτορείο). Αυτή είναι επίσης ἡ περίπτωση ὅταν πρόκειται περί υποχρεώσεων, τίς όποιες ἀνέλαβε τό πρακτορείο στό ὄνομα τῆς μητρικής επιχειρήσεως καί οἱ όποιες πρέπει νά εκτελεσθοῦν στό συμβαλλόμενο κράτος ὅπου βρίσκεται τό πρακτορείο, καθώς καί ὅταν πρόκειται περί ὄχι συμβατικών υποχρεώσεων, οἱ όποιες προέρχονται ἀπό τή δραστηριότητα, τήν ὁποία ἀναπτύσσει τό πρακτορείο στόν τόπο ὅπού ἑδρεύει γιά λογαριασμό τῆς μητρικής επιχειρήσεως.
Στην περίπτωση τῆς κύριας δίκης δέν πρόκειται περί δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων σχετικών μέ τήν κατά κυριολεξία διαχείριση τοῦ πρακτορείου ὑπό τήν έννοια των παραδειγμάτων πού δόθηκαν ἀπό τή νομολογία. Οὔτε πρόκειται περί υποχρεώσεων πού προέρχονται ἀπό τή δραστηριότητα τοῦ οἴκου Bey διότι ἡ διαφορά ἔχει ὡς ἀντικείμενο διεκδικήσεις, οἱ όποιες βασίζονται στό γεγονός ὅτι ἡ Trost διαπραγματεύθηκε πωλήσεις γιά τήν ἑταιρεία Blanckaert & Willems καί ὅτι δημιούργησε πελατεία γιά τήν εταιρεία αύτη καί οἱ διεκδικήσεις αυτές εξαρτῶνται ἀπό προϋποθέσεις, οἱ όποιες πληρούνται μέσα στό πλαίσιο της λειτουργίας τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems. Τέλος, δέ γίνεται επιπλέον λόγος περί υποχρεώσεων πού έχουν αναληφθεί ἀπό τόν οἶκο Bey στό όνομα τῆς ἑταιρείας Blanckaert & Willems. Πράγματι οἱ αιτούμενες προμήθειες ἀπορρέουν ἀπευθείας ἀπό τίς συμβάσεις, τίς όποιες ἡ έχει συνάψει γιά τήν ἑταιρεία Blanckaert & Willems καί κατά τό μέτρο πού ἡ ἀποζημίωση πελατείας βασίζεται σέ σύμβαση τήν ὁποία ἔχει συνάψει ὁ οἶκος Bey στό όνομα τῆς εταιρείας Blanckaert & Willems, εἶναι ἐν πάση περιπτώσει σημαντικό νά σημειωθεί ὅτι τά αιτήματα ὑπό τήν έννοια αύτη δέν πρέπει νά ικανοποιηθοῦν, ὁπως τό ἴδιο τό Bundesgerichtshof δέχθηκε, στό κράτος όπου ὁ οἶκος Bey (τό «πρακτορείο») εἶχε τήν έδρα του. Άκριβώς επειδή δέν εἶναι δυνατό νά διαγνωσθεί ὁ στενός συνδετικός δεσμός, τόν όποιο ἀπαιτεί ἡ νομολογία, μεταξύ ἐπικαλουμένων δικαιωμάτων καί γερμανικοῦ δικαστηρίου, ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα 2 α, στην περίπτωση πού θά ἐπιβαλλόταν, θά έπρεπε νά εἶναι πραγματικά ἀρνητική.
3. Ἐπί τοῦ ερωτήματος 2 6
Ἐπ' αυτού τοῦ θέματος επίσης δέν πρέπει νά λάβουμε θέση παρά μόνο ἐπικουρικά.
Στίς προτάσεις μας στην υπόθεση 14/76, ἀναπτύξαμε ἤδη, καί θά θέλαμε νά επιμείνουμε σ' αυτήν τήν ἀντίληψη, ότι ὁ σκοπός καί ὁ στόχος τῆς διατάξεως γιά τήν ὁποία πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση δέ συνίσταται στόν καθορισμό τῶν κανόνων αρμοδιότητας γιά τίς προσφυγές πού ἀσκούνται ἀπό τίς θυγατρικές ἑταιρείες κατά τῶν μητρικών ἑταιρειών, άλλά πρόκειται στην ουσία γιά νά επιτραπεί σέ τρίτους, οἱ όποιοι διατηροῦν ἔννομες σχέσεις μέ επιχειρήσεις πού έχουν υποκαταστήματα κτλ., νά ἀσκήσουν προσφυγή ενώπιον τοῦ δικαστηρίου, τό όποιο εἶναι τό πλησιέστερο πρός τά επίδικα περιστατικά. Εἰλι-κρινῶς, δυσχερώς δύναται νά φαντασθεί κανείς δικαστικές διαφορές μεταξύ υποκαταστημάτων, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως ἐκτελέσεως καί τῆς μητρικής τους εταιρείας, διότι τά υποκαταστήματα δέν ἔχουν κανονικά, κατά γενικό κανόνα, νομική προσωπικότητα ή διότι όταν τήν έχουν εντούτοις ἀποκτήσει πρέπει νά ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἰδέα μιας οικονομικής υπεροχής, δηλαδή έλεγχου ἀπό τή μητρική επιχείρηση.
Άλλο σημαντικό στοιχεῖο εἶναι ὁ όρος πού ἀπαιτεί, γιά νά δύναται νά γίνεται λόγος περί διαφορών σχετικών μέ τή λειτουργία πρακτορείων, νά πρόκειται περί παροχών, τίς ὁποῖες ἐκτελεί τό πρακτορείο γιά τή μητρική επιχείρηση ὑπό τήν ιδία του ευθύνη. Άσφαλώς δέν τίθεται τέτοιο θέμα στην παρούσα ὑπόθεση. Πράγματι, δέν είναι ἀμφίβολο ὅτι τά επίδικα αιτήματα πρέπει νά ικανοποιηθοῦν ἀπό τήν ἴδια τή μητρική επιχείρηση καί αυτό, ὄχι μόνον όσον άφορα τήν ἀποζημίωση πελατείας, άλλά επίσης, ἀκόμα καί ὅσον άφορα τίς αιτούμενες προμήθειες όταν τό πρακτορείο έχει επέμβει ὡς επικουρικό κατά τήν κατάρτιση τοῦ λογαριασμοῦ προμηθειών.
4.
Συμπερασματικά, μποροῦμε ἑπομένως νά προτείνουμε νά δοθεί στό προδικαστικό ερώτημα τοῦ Bundesgerichtshof ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση :
Ἕνας εμπορικός ἀντιπρόσωπος, ὑπό τήν ἔννοια τῶν ἄρθρων 84 ἑπ. τοῦ γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ κώδικα, τοῦ ὁποίου ἡ δραστηριότητα συνίσταται στό νά μεσολαβεῖ στις πράξεις πού ἐκτελοῦνται καί τακτοποιοῦνται ἀποκλειστικά ἀπό την ἀντιπροσωπευόμενη επιχείρηση, δέν πρέπει νά θεωρηθεί ὡς πρακτορείο ἤ άλλη εγκατάσταση κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 5 ἀριθ. 5 τῆς συμβάσεως εκτελέσεως. Αυτό ισχύει επίσης ὅταν, δυνάμει εντολῆς τῆς επιχειρήσεως γιά λογαριασμό της ὁποίας ενεργεί, ὁρίζει τρίτους ὡς πρόσθετους εμπορικούς ἀντιπροσώπους, παραλαμβάνει ἔναντι καταβολῆς προμήθειας τίς παραγγελίες πού διαπραγματεύονται οἱ τρίτοι καί τίς διαβιβάζει στην επιχείρηση καί δίδει οδηγίες καί συμβουλές στους τρίτους.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy