ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΤΉΝ 1Η 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Οἱ δύο προδικαστικές διαδικασίες στίς όποιες ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις, εγείρουν ταυτόσημα προβλήματα ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀναφερόμενα στή γνωστή ἀπαγόρευση επιβολής εθνικῶν φόρων πού νά εἰσάγουν διακρίσεις. Τά έρωτήματα πού σᾶς τέθηκαν προέρχονται ἀπό τό Corte d'appello τοῦ Μιλάνου καί ἀφοροῦν δύο ἀγωγές οἱ ὁποίες εγέρθηκαν τό 1976 καί τό 1977 ἀντίστοιχα, ἀπό τίς επιχειρήσεις Essevi τοῦ Μιλάνου καί Salengο τῆς Γένοβας κατά τῆς Amministrazione italiana delle finanze. Οἱ ενάγουσες ζητοῦσαν πρωτοβαθμίως καί τό πέτυχαν μέ τίς ἀποφάσεις τῆς 1ης 'Ιουνίου καί τῆς 7ης 'Οκτωβρίου 1978 τοῦ Tribunale di Milano, νά καταδικασθεί ἡ εναγόμενη νά ἐπιστρέψει τά ποσά πού εισπράχθηκαν ὡς κρατικοί φόροι ἐπιβληθέντες ἐπί διαφόρων ποσοτήτων γαλλικοῦ κονιάκ τίς ὁποῖες εἶχε εἰσαγάγει ἡ ἐπιχείρηση Salengο μεταξύ 1960 καί 1971 καί ἡ εταιρεία Essevi μεταξύ 1962 καί 1967. Τό Corte d'appello τοῦ Μιλάνου κλήθηκε δευτεροβαθμίως νά ἀποφανθεί περί τοῦ ἐάν τό καθεστώς τῶν κρατικών φόρων ἐπί τοῦ οινοπνεύματος, τό όποιο στηρίζεται ἐπί Ιταλικῶν νόμων τοῦ 1936 (οἱ όποιοι υπέστησαν κατόπιν τροποποιήσεις), συμβιβάζεται μέ τό ἀνωτέρω άρθρο 95 τό γεγονός αυτό ἐξηγεί γιατί επιλέχθηκε ἡ διαδικασία τήν ὁποία θεσπίζει τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.Σχετικά μέ τά χαρακτηριστικά τῆς ἐν λόγω φορολογικής επιβαρύνσεως, εἶναι ενδιαφέρον νά υπογραμμισθεί ὅτι κατά τήν εποχή τῶν περιστατικών, τό ὕψος τῆς ήταν ἀνάλογο πρός τήν ποσότητα καθαρού οινοπνεύματος ἡ ὁποία περιείχετο σέ κάθε προϊόν, ὅτι τά ἀποστάγματα τοῦ οίνου ἀπαλάσονταν κατ' ἀρχήν ἀπό τό φόρο, ἐνῶ προβλέπονταν μειωμένες εισφορές γιά άλλους τύπους οἰνοπνευμάτων. Ἐντούτοις ή ἀπαλλαγή ἡ οἱ μειώσεις εφαρμόζονταν μόνο ἐάν εἶχε προηγουμένως διαπιστωθεί ἀπό υπαλλήλους τῆς Amministrazione finanziaria, κατά τή φάση τῆς παραγωγής, ή χρήση πρώτων ὑλών, γεγονός τό όποιο στην πράξη περιόριζε τήν ωφέλεια ἀπό τίς ἀνωτέρω διευκολύνσεις στό οἰνόπνευμα εγχώριας παραγωγής.
Ή Ἐπιτροπή, ἀπό τίς 4 Νοεμβρίου 1965, εἶχε γνωστοποιήσει στην Ιταλική κυβέρνηση ὅτι θεωρούσε τήν επιβολή ἐπί τῶν εἰσαγόμενων οινοπνευματωδών προϊόντων φόρου παραγωγής καί κρατικού φόρου, μέ ὅρους βαρύτερους εκείνων πού προβλέπονταν γιά τά ἀντίστοιχα εγχώρια προϊόντα, ὡς ἀντίθετη πρός τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Μετά ἀπό ἀπάντηση τῆς ιταλικής κυβερνήσεως, ὑπό ἡμερομηνία 12 Φεβρουαρίου 1966, ἡ ὁποία δικαιολογούσε τή διαφοροποιημένη φορολογία ἐπί τοῦ οἰνοπνεύματος σέ σχέση μέ τό σκοπό τῆς διασφαλίσεως τῆς διαθέσεως ὁρισμένων γεωργικών πρώτων υλών οἱ όποιες χρησιμοποιούνται ὡς βάση γιά τήν παραγωγή οἰνοπνεύματος, ἡ 'Επιτροπή διευκρίνησε τίς ἀπόψεις τῆς σέ επιστολή τῆς 8ης Μαΐου 1968. Στην ἐπιστολή αυτή, ἀφοῦ ἀναγνώριζε «τήν ύπαρξη γεωργικών προβλημάτων πού δημιουργούσε τό οἰνόπνευμα στην 'Ιταλία», ἡ 'Επιτροπή δήλωνε
ὅτι θεωρεί «ὅτι οἱ διαφοροποιημένες φορολογίες πού προβλέπει ἡ Ιταλική νομοθεσία καί οἱ όποιες προκύπτουν ἀπό τήν επιβολή ἑνός κρατικού φόρου δύνανται νά διατηρηθούν προσωρινά, δεδομένου ὅτι ὁ κρατικός φόρος ἀποτελεί, ἀπό μία άποψη, όργανο τῆς ἰταλικῆς γεωργικής πολιτικής στόν τομέα τοῦ οἰνοπνεύματος, εφόσον διευκολύνει τή διάθεση στην ἀγορά οἰνοπνευμάτων πού προέρχονται ἀπό διάφορες πηγές, οἱοδήποτε καί ἄν εἶναι τό κόστος τῆς πρώτης ύλης». Καλούνταν κατά συνέπεια ἡ Ιταλική κυβέρνηση νά τροποποιήσει τήν κανονιστική τῆς ρύθμιση μόνον σέ ὅ,τι άφορᾶ τό φόρο παραγωγής. Τέλος, ἡ αἰτιολογημένη γνώμη τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1969 επαναλάμβανε τήν ἴδια άποψη, επιβεβαιώνοντας, ἀφενός ὅτι ή 'Ιταλία μπορούσε νά διατηρήσει προσωρινά τίς διαφοροποιήσεις πού ήταν εγγενείς στους κρατικούς φόρους, καί ἀφετέρου, καταλογίζοντας στην ιταλική κυβέρνηση τήν παράβαση τοῦ ἄρθρου 95 μόνον γιά τρεις περιπτώσεις μειώσεως τοῦ φόρου παραγωγής.
Επτά ἔτη ἀργότερα, μέ επιστολή τῆς 31ης Ἰουλίου 1975, ἡ 'Επιτροπή επέσυρε ἐκ νέου τήν προσοχή τῆς ἰταλικῆς κυβερνήσεως ἐπί τοῦ προβλήματος τῶν διαφοροποιημένων φορολογιών πού επιβάλλονταν στό οἰνόπνευμα, πληροφορώντας την ὅτι καμία ἀπό αυτές δέν μπορούσε πλέον νά θεωρηθεί δικαιολογημένη, μετά τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 48/74, Charmasson (Raccolta 1974, σ. 1383). Ή ἐν λόγω ἀπόφαση θεώρησε πράγματι ὡς ἀντίθετα πρός τή συνθήκη, μετά τό τέλος τῆς μεταβατικής περιόδου, ὅλα τά εμπόδια στίς ἀνταλλαγές έστω καί ἐάν ἀποτελοῦσαν μέρος μιᾶς εθνικής ὀργανώσεως ἀγοράς γιά ὁρισμένα γεωργικά προϊόντα, παρέχοντας έτσι τή δυνατότητα δικαστικής διεκδικήσεως στους Ιδιώτες οι ὁποῖοι είχαν συμφέρον ἀπό τήν κατάργηση τῶν ἐν λόγω ἐμποδίων. Ή Ἐπιτροπή, επομένως, προειδοποίησε ὅτι κάθε Κράτος μέλος υποχρεούνταν νά καταργήσει εκείνα τά μέτρα τά όποια θά ἀποδεικνύονταν ὡς ἀσυμβίβαστα μέ τό κοινοτικό δίκαιο ὑπό τό φῶς τῆς προμνη-σθείσας ἀποφάσεως.
Τό νομοθετικό διάταγμα 46 τῆς 18ης Μαρτίου 1976 (άρθρο 20) εἰσήγαγε στην 'Ιταλία ἕνα νέο καθεστώς γιά ὁρισμένα εισαγόμενα οινοπνεύματα. Ή Ἐπιτροπή ὅμως μέ τήν ἀπό 18ης 'Ιουνίου 1976 επιστολή γνώρισε στην Ιταλική κυβέρνηση ὅτι ἐξακολουθούσε νά παραβιάζει τό άρθρο 95 υποβάλλοντας τά εισαγόμενα προϊόντα σέ ἀνώτερες φορολογίες ἀπό εκείνες οἱ όποιες πλήττουν τά ὁμοειδή εγχώρια προϊόντα. 'Από τήν πλευρά τῆς ἡ ἐν λόγω κυβέρνηση, μἐ επιστολή τῆς 28ης 'Ιουλίου 1976, χαρακτήρισε τόν κρατικό φόρο ἐπί τοῦ οινοπνεύματος ὡς μέτρο ἐξισορροπήσεως τοῦ διαφορετικού κόστους παραγωγής μεταξύ των οινοπνευμάτων πού παράγονται ἀπό διαφορετικές πρώτες ύλες, ὡς μέτρο δηλαδή θεμιτό σάν ὄργανο παρεμβάσεως τῆς γεωργικής πολιτικής, λόγω ελλείψεως μιᾶς κοινής πολιτικής στόν τομέα αυτό. Ή 'Επιτροπή ὅμως δέν έκανε δεκτές τίς σκέψεις οἱ όποιες περιέχονταν στην τελευταία αύτη επιστολή καί εξέδωσε στίς 31 'Ιουλίου 1978 αἰτιολογημένη γνώμη στην ὁποία διαπίστωνε ὅτι «ή 'Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις πού τίς επιβάλλονται ἀπό τή συνθήκη επειδή διατήρησε ... φορολογικές διακρίσεις στόν τομέα εφαρμογής τοῦ φόρου παραγωγής, τοῦ κρατικού φόρου καί τοῦ εἰδικοῦ κρατικού φόρου ἐπί τῶν εἰσαγόμενων οἰνοπνευμάτων τά όποια προέρχονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη».
2.
"Εκρινα ἀναγκαίο νά ἀνακεφαλαιώσω τή μακρά αύτη διαμάχη μεταξύ τῆς 'Επιτροπής καί τῆς Ιταλικής κυβερνήσεως ἐπί τοῦ κατ' οὐσίαν κεντρικού προβλήματος τῆς παρούσας διαδικασίας, κατά τρόπο λεπτομερή, ἰδίως διότι ἡ σημασία ἡ ὁποία πρέπει νά ἀποδοθεί στην ἀρχική άποψη τῆς Ἐπιτροπής ἀποτελεί ἕνα ἀπό τά ἀντιλεγόμενα ἀκόμη σημεία. Μίλησα γιά μακρά διαμάχη — διάρκειας 13 ετών! — καί δύναμαι νά προσθέσω: διαμάχη χωρίς ἀποτέλεσμα διότι ἡ 'Επιτροπή δέν άσκησε καμία προσφυγή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 ὡς συνέχεια τῆς αἰτιολογημένης γνώμης τῆς 31ης 'Ιουλίου 1978. 'Αντίθετα, σέ ἐθνικό επίπεδο κινήθηκαν τό 1976 καί τό 1977, ὅπως ήδη λέχθηκε, οἱ δύο διαδικασίες ἀπό τήν ἑταιρεία Essevi καί τήν επιχείρηση Salengo, μετά δέ ἀπό τήν πρωτοβάθμια δίκη, ἡ οποία ἀπέληξε ευνοϊκή γιά τίς ενάγουσες ἀπόφαση τοῦ Tribunale di Milano, οἱ υποθέσεις έφτασαν στό ἐφετεῖο στά πλαίσια τοῦ οποίου καί γεννήθηκε ή παρούσα διαδικασία. Υπάρχει ωστόσο καί ένα άλλο γεγονός τό όποιο πρέπει νά ἀναφερθεί. Κατά τή διάρκεια τῆς κατ' έφεση δίκης, τό Ιταλικό ἀκυρωτικό δικαστήριο ἀποφάνθηκε σέ ὁλομέλεια, μέ τίς ἀποφάσεις 1317 καί 1321 τῆς 1ης Μαρτίου 1979 οἱ ὁποίες ἀναφέρονταν σέ άλλες διαφορές ἀνάλογου περιεχομένου, ὅτι «γιά τίς εἰσαγωγές ὑπό καθεστώς ΕΟΚ ἀποσταγμάτων οἴνου, τουλάχιστον γιά ὅσες πραγματοποιήθηκαν πρίν ἀπό τή γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1969, ἡ διαφοροποιημένη φορολογία πού προκύπτει ἀπό τήν επιβολή τοῦ κρατικοῦ φόρου ύψους 60000 λιρετών ἀνά ἑκατόλιτρο άνυδρου, δέν υπολογίζονται στό φορολογικό κόστος τοῦ εἰσαγό-μενου προϊόντος». Πρός υποστήριξη τῆς θέσεως αυτής τό ἀκυρωτικό δικαστήριο παρατήρησε ὅτι στην προμνησθείσα γνώμη τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1969, ἡ ὁποία ἀπευθυνόταν πρός τήν 'Ιταλική Δημοκρατία, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ 'Επιτροπή είχε ρητώς ἀναγνωρίσει τή δυνατότητα τῆς 'Ιταλίας νά ἐφαρμόζει τόν κρατικό φόρο σάν όργανο τῆς γεωργικής τῆς πολιτικής στόν τομέα τοῦ οἰνοπνεύματος καί νά διατηρεί στά πλαίσια αυτά προσωρινά τους διαφοροποιημένους φόρους μέχρι τοῦ ποσοῦ των 60000 λιρετών ἀνά εκατόλιτρο άνυδρου οἰνοπνεύματος. Τό ἀκυρωτικό δικαστήριο παρατήρησε ἀκόμη ὅτι ὁ ἐθνικός δικαστής δέ δύναται νά ἀποκλείσει τή δυνατότητα νά συμβιβάζεται μία κρατική ενίσχυση μέ τήν έννοια τῆς κοινής ἀγοράς, ὅταν ὄχι μόνο δέν υπάρχει ἀντίθετη δήλωση τῆς 'Επιτροπής, άλλά ἡ τελευταία έχει επιπλέον ἀναγνωρίσει ρητώς ὅτι τό μέτρο συμβιβάζεται μέ τή συνθήκη.
Τό Corte d'appello τοῦ Μιλάνου, στή διάταξη περί παραπομπής στό Δικαστήριό μας, ἀναφέρεται ρητώς στίς ἀποφάσεις 1317 καί 1321/79 τοῦ Ιταλικοῦ ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου. Δέν τίς θεώρησε ὅμως επαρκείς νά άρουν τίς ἀμφιβολίες σχετικά μέ τό συμβιβαστό τοῦ κρατικοῦ φόρου μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Ή διατύπωση εντούτοις τῶν ερωτημάτων πού υποβλήθηκαν δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀντανακλᾶ, ὅπως θά δοῦμε ἀμέσως, τόν προσανατολισμό πού υιοθέτησε τό ἀνώτατο ἰταλικό δικαστήριο.
3.
Τό πρώτο ἀπό τά δύο ερωτήματα στά όποια καλεῖσθε νά ἀπαντήσετε, έχει διατυπωθεί ὡς έξῆς: «ἀφοῦ πρώτα προσδιορίσει τό έννομο ἀποτέλεσμα τό ὁποίο παράγει ἡ γνώμη πού εξέδωσε ἡ 'Επιτροπή κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης περί ἱδρύσεως τῆς ΕΟΚ, νά ἀποφανθεί τό Δικαστήριο περί τοῦ ἐάν ή 'Ιταλία παρέβη τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης επιβάλλοντας ἐπί τῶν εισαγόμενων ἐξ άλλων Κρατών μελών ἀποσταγμάτων οίνου ένα σύστημα φορολογίας τό όποιο περιλαμβάνει ένα κρατικό δικαίωμα ποσοῦ 60000 λιρετών ἀνά εκατόλιτρο άνυδρου (90000 λιρέτες μετά τό Μάρτιο τοῦ 1976), τό όποιο δέν προβλέπεται γιά τά ὁμοειδή εγχώρια προϊόντα καί δέν επιβάλλεται ἐπ' αυτών».
Είναι προφανές ὅτι τό ερώτημα αυτό πρέπει μέ τή σειρά του νά διαχωρισθεῖ σέ δύο μέρη, πρέπει δηλαδή νά προσδιορισθεί κατ' ἀρχήν τό έννομο ἀποτέλεσμα τῶν γνωμών τίς όποιες εκδίδει ἡ 'Επιτροπή κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: οι γνώμες αυτές δέ δεσμεύουν (βλ. άρθρο 189 εδάφιο 2), συνιστοῦν δέ ἁπλώς μία φάση τῆς ὅλης διαδικασίας τῆς βεβαιώσεως ἀπό τήν Ἐπιτροπή τῶν παραβιάσεων τῆς συνθήκης ἀπό τά Κράτη μέλη. 'Αντιπροσωπεύουν μία προϋπόθεση απαραίτητη γιά νά μπορέσει ή 'Επιτροπή νά προσφύγει στό Δικαστήριο «ἄν τό κράτος δέ συμμορφωθεἶ μέ τή γνώμη αυτή εντός τῆς προθεσμίας πού τοῦ τάσσει ἡ Ἐπιτροπή» (άρθρο 169 ἐδάφιο 2).
Γνωρίζουμε πάντως ὅτι στην προκειμένη περίπτωση τό ζήτημα τῶν νομικών συνεπειών τῶν γνωμών πού εκδίδονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 ἀνέκυψε λόγω τῆς εκδόσεως τῆς γνώμης τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1969 στην οποία ἡ 'Επιτροπή δήλωσε ὅτι ή 'Ιταλία μποροῦσε νά διατηρήσει προσωρινά τίς υπάρχουσες διαφοροποιήσεις στόν τομέα τοῦ κρατικού φόρου ἐπί τοῦ οἰνοπνεύματος. Είναι δυνατό νά θεωρηθεἶ παρόμοια δήλωση ὡς χορήγηση άδειας; Κατά τή γνώμη μου ἡ απάντηση δέ δύναται παρά νά εἶναι ἀρνητική. Ή εξουσία τῆς 'Επιτροπής νά επιτρέπει συγκεκριμένες ενέργειες τῶν Κρατών μελών πρέπει νά προβλέπεται εἰδικά στή συνθήκη καί σέ καμία περίπτωση, έκτός μιᾶς παρόμοιας διατάξεως, δέ δύναται ἡ 'Επιτροπή νά ἀπαλλάξει ένα κράτος, έστω καί προσωρινά, ἀπό τήν τήρηση τῶν υποχρεώσεων πού τοῦ επιβάλλει ένας κανόνας ὁπως αὐτός τοῦ άρθρου 95, πολύ περισσότερο ὅταν πρόκειται γιά έναν κανόνα ὁ όποιος εφαρμόζεται ἀμέσως καί τοῦ ὁποίου τήν τήρηση δύνανται νά ζητήσουν ἀκόμα καί οἱ Ιδιώτες. Στην πραγματικότητα, δήλωση ὅπως αυτή ἡ ὁποία περιέχεται στή γνώμη τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1969, ἀναφορικά μέ τόν κρατικό φόρο ἐπί τοῦ οἰνοπνεύματος, εκφράζει ἁπλώς τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής σύμφωνα μέ τήν ὁποία, τουλάχιστον γιά ένα ὁρισμένο χρονικό διάστημα, ὁρισμένες ενέργειες τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο καταλογίζεται μία παράβαση τῆς συνθήκης, εἶναι μερικώς δικαιολογημένες — μέ τρόπο ώστε κατά τό μέτρο αυτό, δέν πρέπει νά προχωρήσει ἡ διαδικασία τοῦ άρθρου 169 —, καί βέβαια δέν παρέχει στό ἐν λόγω Κράτος μέλος δικαίωμα νά συνεχίσει τίς ίδιες ενέργειες, σάν ἡ ερμηνεία τήν ὁποία έδωσε στή συνθήκη ἡ 'Επιτροπή νά τό ἀπάλλασσε ἀπό κάθε ενδεχόμενη ευθύνη. Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ σχετικά, ἀναφορικά προς τήν παρούσα υπόθεση, ὅτι ἀπό τίς 15 'Οκτωβρίου 1969 τό δικαστήριο κρίνοντας ἐπί τῆς υποθέσεως 16/69 'Επιτροπή κατά Ἰταλικής Δημοκρατίας (Raccolta 1969 σ. 377), είχε προσδιορίσει ὅτι τά ἀποστάγματα δέν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο τῶν γεωργικών προϊόντων, ἀποκλείοντας ἑπομένως τή δυνατότητα νά δικαιολογηθεί μία φορολογική διάκριση ἀντίθετη πρός τό άρθρο 95 στον τομέα τῶν ἀποσταγμάτων μέ τήν επίκληση τῆς δυνατότητας παρεκκλίσεως στό γεωργικό τομέα ἀπό ὁρισμένους κανόνες τῆς συνθήκης. Αυτό θά κλόνιζε τήν επιχειρηματολογία ἐπί τῆς ὁποίας στηρίχθηκε ἡ Ἐπιτροπή γιά νά θεωρήσει δικαιολογημένη τή διαφοροποιημένη ἐφαρμογή τοῦ κρατικοῦ φόρου ἐπί τῶν οινοπνευμάτων (τουλάχιστον γιά τά οἰνοπνεύματα τά ὁποῖα περιέχονται στά ἀποστάγματα): ἡ Ιταλική κυβέρνηση έπρεπε νά συναγάγει τά ἀναγκαία συμπεράσματα γιά τή χάραξη τῆς πολιτικῆς τῆς στον τομέα της φορολογίας τῶν ἀποσταγμάτων.
Σχετικά πάντοτε μέ τίς έννομες συνέπειες πού πρέπει νά ἀποδοθούν στίς γνῶμες πού εκδίδει ἡ 'Επιτροπή δυνάμει τοῦ άρθρου 169, εἶναι χρήσιμο νά υπογραμμισθεί ὅτι οἱ ἐν λόγω συνέπειες ἀναπτύσσονται πάντοτε στά πλαίσια τῆς διαδικασίας τῆς διαπιστώσεως μιας παραβάσεως καί δέν πρέπει νά συγχέονται μέ τίς ἐνδεχόμενες ἀπόψεις πού διατυπώνει ἡ 'Επιτροπή στον τομέα τῶν κρατικών ενισχύσεων. Υπάρχει πράγματι σαφής διάκριση μεταξύ τῶν παρατηρήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς πού προβλέπει τό άρθρο 93 παράγραφος 3 καί τῶν γνωμών στίς ὁποίες ἀναφέρεται τό άρθρο 169, διάκριση ή ὁποία ἀντιστοιχεί στην προφανή διαφορά μεταξύ τῆς διαδικασίας πού ἀποβλέπει στή διαπίστωση ὅτι μία ενίσχυση δύναται νά συμβιβάζεται μέ τήν κοινή ἀγορά καί τῆς διαδικασίας ἡ ὁποία ἀποβλέπει νά διαπιστώσει μία παράβαση τῆς συνθήκης. Εἶναι κατά τή γνώμη μου ἀπαράδεκτο μία δήλωση τῆς Ἐπιτροπῆς μέ τήν ὁποία θεωρεί ένα ὁρισμένο φορολογικό μέτρο ὡς μή ἀντιτιθέμενο πρός τήν συνθήκη, προσωρινά καί βάσει καθορισμένων αίτιων, νά χαρακτηρίζεται ὡς δήλωση περί τοῦ συμβιβαστοῦ τοῦ ἐν λόγω μέτρου, θεωρουμένου ὡς ἐνισχύσεως, μέ τή συνθήκη. 'Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση δέν προκύπτει ὅτι ή Ιταλική κυβέρνηση, στην ἀλληλογραφία πού ἀντάλλαξε μέ τήν 'Επιτροπή πρό τῆς ἐκδόσεως τῆς αἰτιολογημένης γνώμης τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1969, εἶχε ποτέ χαρακτηρίσει τόν ἐν λόγω φόρο ὡς ενίσχυση κατά τήν έννοια τῶν άρθρων 92 ἡ 93, ούτε ὅτι ἡ 'Επιτροπή, στίς ἀπόψεις πού διατύπωσε στίς 8 Μαΐου 1968 καί στίς 28 Φεβρουαρίου 1969, εἶχε τήν πρόθεση νά εφαρμόσει τίς προμνησθεῖσες διατάξεις τῆς συνθήκης ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς διατηρήσεως τοῦ ἐν λόγω κρατικοῦ φόρου. Όπως είδαμε, ἡ 'Επιτροπή έκρινε τόν ἐν λόγω φόρο ὡς παραδεκτό στηριζόμενη στην ἐσφαλμένη προϋπόθεση ὅτι τό ἀπόσταγμα έχει γεωργικό χαρακτήρα, καθώς καί στην ἰδέα, ἡ ὁποία κατόπιν διαψεύσθηκε ἀπό τήν ἀπόφαση Charmasson, ὅτι ἐν ἀναμονή μιας κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀγορας, τά Κράτη μέλη εἶχαν τή δυνατότητα καί μετά τό τέλος τῆς μεταβατικῆς περιόδου νά διατηρούν προσωρινά ὁρισμένα ευεργετικά μέτρα υπέρ ὁρισμένων εγχώριων προϊόντων, έστω καί ἄν αυτά ήταν δυνατό νά παρεμβάλλουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν προϊόντων εντός τῆς κοινής ἀγορᾶς. 'Αποκλείεται λοιπόν νά θεωρηθεί ex post ὅτι οἱ ἀπόψεις πού διατύπωσε ἡ 'Επιτροπή ἐπί τοῦ θέματος τοῦ παραδεκτοί) τοῦ Ιταλικού κρατικού φόρου ἐπί τοῦ οἰνοπνεύματος ἀφοροῦν τό πεδίο εφαρμογής τῶν άρθρων 92 καί 93 τῆς συνθήκης.
4.
Τό δεύτερο μέρος τοῦ πρώτου ερωτήματος εἶναι διατυπωμένο κατά τρόπο πού δέν εἶναι σύμφωνος πρός τή λειτουργία μιας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως περί ἑρμηνείας: ὁ δικαστής τῆς ουσίας δέ δύναται νά αναμένει ἀπό τό Δικαστήριο μας νά ἀποφασίσει, ἐπί τή βάσει τοῦ ἄρθρου 177, ἐπί μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως ενδεχόμενης παραβιάσεως τῆς συνθήκης ἀπό ένα Κράτος μέλος. 'Εντούτοις, ὅπως καί σέ πολλές άλλες φορές συνέβη, τό ερώτημα δύναται νά εννοηθεί σέ ἀφηρημένο ἐπίπεδο: θά πρέπει στην περίπτωση αυτή νά εξετασθεί τό κατά πόσο συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 95 ἡ επιβολή ἀπό ένα Κράτος μέλος ἐπί τῶν εἰσαγόμενων ἐξ άλλων Κρατών μελών ἀποσταγμάτων ενός συστήματος φορολογίας τό όποιο περιλαμβάνει μία φορολογική επιβάρυνση ἡ ὁποία δέν προβλέπεται γιά τό ἀντίστοιχο εγχώριο προϊόν καί δέν ἐπιβάλλεται ἐπ᾽ αὐτοῦ.
Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση πρέπει νά είναι ἀρνητική. Είναι προφανής ὁ διακριτικός χαρακτήρας ἑνός φορολογικοῦ συστήματος παρόμοιου μέ αυτό τό όποιο περιγράφηκε ἀνωτέρω. Ἀναρωτώμεθα ἐάν — ἀνεξάρτητα ἀπό τή σαφή διατύπωση τοῦ ερωτήματος καί έχοντας υπόψη τά χαρακτηριστικά τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως — υπάρχει φορολογική διάκριση ἀντίθετη προς τό άρθρο 95 ὅταν ἡ διαφορετική μεταχείριση δέν προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τή φορολογική διάταξη, άλλα ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη παρέχει φορολογικές ἀπαλλαγές ἡ μειώσεις οἱ όποιες δέ δύνανται στην πράξη νά εφαρμοστούν παρά μόνο υπέρ τῶν ἐγχώριων προϊόντων. Τό άρθρο ὅμως 95 εἶναι σαφές: ἀπαγορεύει νά επιβάλλονται άμεσα ἡ ἔμμεσα στά προϊόντα άλλων Κρατών μελών εσωτερικοί φόροι ὁποιασδήποτε φύσεως, ἀνώτεροι ἀπό ἐκείνους πού επιβαρύνουν άμεσα ἡ έμμεσα τά ὁμοειδή εθνικά προϊόντα. Ή περίπτωση κατά τήν ὁποία παρόμοιες φορολογικές ἀπαλλαγές ἡ μειώσεις εξαρτώνται ἀπό προϋποθέσεις τίς όποιες στην πραγματικότητα δύνανται νά πληρούν μόνο τά εγχώρια προϊόντα ἀποτελεί παράδειγμα φορολογίας ή ὁποία έμμεσα εισάγει διακρίσεις.
5.
Μέ τό δεύτερο ερώτημά του τό Corte d'appello τοῦ Μιλάνου σᾶς ζήτα νά ἀποφανθείτε ἐάν μετά τό τέλος τοῦ δεύτερου σταδίου πού προβλέπεται στό εδάφιο 3 τοῦ άρθρου 95 ὡς τελευταία προθεσμία γιά τήν κατάργηση τῶν εσωτερικῶν κανονιστικῶν ρυθμίσεων πού ἀντιτίθενται στην ἀρχή τῆς φορολογικής Ισότητας πού θεσπίζουν τά ἐδάφια 1 καί 2 τοῦ αυτού άρθρου, μπορούσε νά παρασχεθεί στην Ἰταλία ἡ άδεια νά διατηρήσει, προσωρινά, προϋπάρχουσα διάκριση στόν τομέα τῆς εισαγωγής τῶν ἀποσταγμάτων οἴνου».
Ό επιτακτικός χαρακτήρας τοῦ ἄρθρου 95 εδάφιο 3 εἶναι τόσο προφανής ώστε νά μήν ἀπαιτούνται σχόλια: τό ἀργότερο μέ τήν ἔναρξη τον δεύτερου σταδίου, τά Κράτη μέλη υποχρεούνταν νά καταργήσουν ἡ νά τροποποιήσουν τίς υπάρχουσες κατά τό χρόνο ενάρξεως τῆς ισχύος τῆς συνθήκης διατάξεις οἱ όποιες ήταν ἀντίθετες πρός τίς διατάξεις τοῦ πρώτου καί δεύτερου ἐδαφίου τοῦ ὡς άνω άρθρου. Γιά τό λόγο αὐτό «μία προϋπάρχουσα κανονιστική ρύθμιση» (γιά νά χρησιμοποιήσω τήν ἴδια τή διατύπωση τοῦ δικαστή τῆς ουσίας) ἡ ὁποία επηρέαζε τήν εισαγωγή ἀποσταγμάτων ὄφειλε νά καταργηθεί: τό άρθρο 95 δέν προβλέπει τή δυνατότητα παρεκκλίσεων. Μέ τά δεδομένα αυτά, ἀπομένει ἀπλώς νά εξετασθεί ἐάν άλλοι κανόνες τῆς συνθήκης επιτρέπουν ενδεχομένως τή μή τήρηση τῆς ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων στό φορολογικό τομέα. Σέ μιά τέτοια προοπτική πρέπει νά εξετασθεί λεπτομερέστερα ἡ άποψη τῆς ἰταλικῆς κυβερνήσεως σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁρισμένα φορολογικά πλεονεκτήματα πού έχουν παραχωρηθεί σέ εγχώρια προϊόντα καί τά ὁποῖα λαμβάνουν τή μορφή ενισχύσεων προς τήν εθνική παραγωγή, πρέπει νά κριθούν όχι σέ σχέση μέ τό άρθρο 95, άλλά μέ τά άρθρα 92 καί 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Είναι ἀληθές ὅτι τό Corte d'appello τοῦ Μιλάνου δέν ἀναφέρθηκε καθόλου στους ἀνωτέρω κανόνες — γεγονός πού επιτρέπει τή σκέψη ὅτι δέ θεώρησε τήν ἑρμηνεία τους ὡς ἀπαραίτητη γιά τήν επίλυση τῆς διαφοράς πού τέθηκε ὑπό τήν κρίση του —, θεωρώ όμως προτιμότερο νά δοθεί μία ευρύτερη ἑρμηνεία στό ερώτημα τό όποιο παρατέθηκε ἀνωτέρω καί νά εξετασθεί σύμφωνα μέ τήν άποψη τήν οποία υἱοθέτησε στην παρούσα διαδικασία ἡ ιταλική κυβέρνηση.
Σύμφωνα μέ τήν άποψη αυτή, σέ περιπτώσεις παρόμοιες μέ τήν παρούσα, μία ενίσχυση πρός τήν κρατική παραγωγή δύναται νά ἀναγνωρισθεί, όχι μόνο διότι τό προϊόν τοῦ υψηλότερου φόρου πού επιβάλλεται ἐπί τοῦ εἰσαγόμενου προϊόντος, προορίζεται νά ενισχύσει τήν ἐν λόγω παραγωγή, άλλά επίσης καί διότι ἡ τελευταία αυτή υπόκειται σέ μικρότερη φορολογική ἐπιβάρυνση. Κατά συνέπεια ἡ υπόθεση εἶναι διαφορετική ἀπό εκείνη τήν ὁποία εξέτασε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του τῆς 21ης Μαΐου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 73/79 'Επιτροπή κατά Ἰταλικής Δημοκρατίας, όπου ἀποφάνθηκε ὅτι «ή πρακτική τῆς φορολογικής διακρίσεως δέν ἐξαιρείται ἀπό τήν ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 95 λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι δύναται επίσης νά χαρακτηρισθεί ὡς τρόπος χρηματοδοτήσεως μιᾶς κρατικής ἐνισχύσεως».
Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ παρατηρώ ὅτι ἄν παρασχεθεί στά Κράτη μέλη ἡ δυνατότητα υπεκφυγής ἀπό την ἀπαγόρευση τοῦ άρθρου 95 μέ τό χαρακτηρισμό ενός διαφοροποιημένου φόρου ὡς μέτρου ἀσκήσεως μιας πολιτικής στηρίξεως ενός τομέα τῆς εθνικής οἰκονομίας, τό γεγονός αὐτό θά δημιουργοῦσε τόν κίνδυνο νά καταστεῖ ἀδύνατος ὁ ἀντικειμενικός χαρακτηρισμός των φορολογικών συστημάτων πού εἶναι ἀντίθετα πρός τό άρθρο 95. Πράγματι, ἡ διαφορά μεταξύ διακρίσεων φορολογικής μεταχειρίσεως οἱ όποιες ἀποσκοπούν μόνο στην προστασία τῆς εθνικής παραγωγής έναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καί διαφοροποιημένων φορολογικών συστημάτων τά όποια εισάγουν διακρίσεις πού αποσκοπούν νά στηρίξουν έναν ὁρισμένο τομέα τῆς ἀγορᾶς στά πλαίσια τῆς γενικής ἐθνικής οἰκονομικῆς πολιτικής, παρουσιάζει πλευρές τόσο ἀδιευκρίνιστες ώστε νά δημιουργεῖ σοβαρούς κινδύνους καταχρήσεων. Είναι προφανές ὅτι οἱαδήποτε φορολογία ἡ ὁποία εισάγει διακρίσεις εἰς βάρος ὁρισμένων εἰσαγόμενων προϊόντων, περιέχει αυτομάτως ἕνα πλεονέκτημα γιά τά ἀνταγωνιστικά εγχώρια προϊόντα καί κατά συνέπεια δύναται νά θεωρηθεί ὡς ενίσχυση πρός τήν εθνική παραγωγή. Ἄν λοιπόν θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι ἀποκλείονται ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ άρθρου 95 οἱ φορολογικές πρακτικές πού εἰσάγουν διακρίσεις καί τίς όποιες ένα Κράτος μέλος χαρακτηρίζει ὡς εκδήλωση τῆς πολιτικής του στηρίξεως ὁρισμένων τομέων θά περιοριζόταν σημαντικά ἡ δυνατότητα εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 95.
Νομίζω ὅτι οἱ ἀντιρρήσεις πού ἀνέπτυξα βρίσκουν στήριγμα στη νομολογία σας. 'Αναφέρω κατά πρώτο λόγο ὅτι στην ἀπόφαση τῆς 22ας Μαρτίου 1977 ἐπί τῆς υποθέσεως 74/76 Iannelli, είχατε τήν ευκαιρία νά διευκρινίσετε ὅτι τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης άφορᾶ τους οἱασδήποτε φύσεως εσωτερικούς φόρους καί ὅτι γιά τό λόγο αυτό «τό γεγονός ὅτι ένας φόρος ἡ ένα τέλος εἰσπράττεται ἀπό έναν ὀργανισμό δημόσιου δικαίου διαφορετικού ἀπό τό κράτος ἡ πρός ὄφελός του, καί συνιστᾶ εἰδικό φόρο ἡ φόρο προοριζόμενο γιά εἰδικό σκοπό, δέ δύναται νά τόν εξαιρέσει ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης» (Raccolta 1977 σ. 577). Καθώς τό ἀντικείμενο τῆς υποθέσεως ἐπί τῆς ὁποίας ἀποφάνθηκε τότε τό Δικαστήριο ἀφοροῦσε φόρους πού ἀποτελοῦν τμήμα ενός κρατικοῦ συστήματος ενισχύσεων, δύναται νά συναχθεί ἀπό τήν προμνησθείσα ἀπόφαση ὅτι ἡ ενσωμάτωση μιας φορολογικής επιβαρύνσεως ἡ ὁποία εἰσάγει διακρίσεις σέ ένα σύστημα ενισχύσεων δέν ἀρκεῖ γιά νά τήν εξαιρέσει ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 95. Πιό πρόσφατα, στην ἀπόφαση τῆς 10ης 'Οκτωβρίου 1978 ἐπί τῆς υποθέσεως 148/77 Hansen, ἀποφανθήκατε ὅτι «στην περίπτωση πού οἱ ἐθνικές φορολογικές νομοθεσίες εὐνοοῦν, μέσω φορολογικῶν απαλλαγῶν ἡ μέσω τῆς εφαρμογής μειωμένου ποσοστού φορολογίας, τήν παραγωγή ὁρισμένου τύπου οἰνοπνεύματος ἡ ὁρισμένων κατηγοριών παραγωγών, έστω καί ἐάν τά πλεονεκτήματα αυτά δέν εὐνοοῦν παρά μία μικρή μερίδα τῆς εθνικής παραγωγής ἡ χορηγούνται γιά ειδικούς κοινωνικούς λόγους, τά ἴδια πλεονεκτήματα ὀφείλουν νά επεκταθούν καί στά εἰσαγόμενα κοινοτικά οἰνοπνεύματα τά όποια πληροῦν τίς αυτές προϋποθέσεις» (σημεῖο 20 τοῦ σκεπτικοί) Raccolta 1978, σ. 1808). Σημειώνω ὅτι στην ἴδια ὡς άνω ἀπόφαση προτιμήσατε νά εξετάσετε τό πρόβλημα ὑπό τό φῶς τοῦ άρθρου 95 καί ὄχι σέ σχέση μέ τίς διατάξεις περί ἐνισχύσεων τῶν άρθρων 92 έως 94, «ἄν καί οἱ τελευταίες αυτές διατάξεις στηρίζονται επίσης στην 'ίδια βασική Ιδέα μέ τό άρθρο 95, δηλαδή τήν κατάργηση τῶν παρεμβάσεων δημόσιου χαρακτήρα — περιλαμβανόμενων τῶν φορολογικών μειώσεων — οἱ όποιες δύνανται νά προκαλέσουν νόθευση τῶν συνθηκών ὑπό τίς ὁποιες διεξάγονται οἱ συναλλαγές μεταξύ Κρατών μελών» (σημείο 14 τοῦ σκεπτικοῦ).
Τά προηγούμενα αὐτά επιτρέπουν νά κατανοηθεί καλύτερα προμνησθείσα ἀπόφαση της 21ης Μαΐου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 73/79 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, ἡ ὁποία επιβεβαιώνει ὅτι ὁ ενδεχόμενος ἀσυμβίβαστος χαρακτήρας μιᾶς ἐνισχύσεως πρός τό άρθρο 95 δύναται νά ἀποτελέσει βάσιμο λόγο γιά τήν κατάργηση τοῦ μέτρου. Αυτό ἀναγκαστικά συμβαίνει ὅταν ὁ τρόπος χρηματοδοτήσεως τῆς ἐνισχύσεως εἶναι τέτοιας φύσεως ώστε νά πλήττει τά ἀνταγωνιστικά ξένα προϊόντα τά όποια δέν ευεργετούνται ἀπό τήν ενίσχυση, ή ὅταν τό προϊόν ενός φόρου, ó όποιος επιβάλλεται κατά τρόπο πού νά μήν εισάγει διακρίσεις έπί τῶν εγχώριων προϊόντων καθώς καί ἐπί τῶν εἰσαγόμενων, προορίζεται νά χρηματοδοτήσει τήν ενίσχυση πού χορηγείται στά εγχώρια προϊόντα. Στην περίπτωση πού μᾶς ἀπασχολεί, ἡ ενίσχυση της εγχώριας παράγωγης γινόταν μέσω της εφαρμογής ενός συστήματος φορολογικών διευκολύνσεων (ἀπαλλαγῶν ἤ μειωμένων ποσοστών) ἀπό τίς όποιες στην πράξη επωφελούνταν μόνον τά εγχώρια προϊόντα. Γιά τό λόγο αυτό, έστω καί ἄν ἡ χορήγηση ενισχύσεως στά ἐν λόγω προϊόντα ήταν ἀποδεκτή, τό γεγονός ὅτι αυτή πραγματοποιούνταν μέσω μιᾶς φορολογίας ἡ ὁποία εισήγαγε διακρίσεις εἰς βάρος τῶν εἰσαγόμενων προϊόντων ἀρκεῖ γιά νά χαρακτηρισθεί ἡ ἐν λόγω ενίσχυση ὡς ἀσυμβίβαστη μέ τό άρθρο 95 καί κατά συνέπεια ἀπαγορευμένη.
6.
Διά τους ὡς άνω λόγους προτείνω νά ἀποφανθεί τό Δικαστήριο ὡς έξῆς ἐπί των προβλημάτων πού ἤγειραν οἱ αιτήσεις τοῦ Corte d'appello τοῦ Μιλάνου περί εκδόσεως προδικαστικών ἀποφάσεων:
1.
Οἱ γνῶμες πού εκδίδει ἡ Ἐπιτροπή κατ᾽ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν εἶναι δεσμευτικές. Τά έννομα ἀποτελέσματα τά όποια δύνανται νά παράγουν παραμένουν στά πλαίσια τῆς διαδικασίας τοῦ καταλογισμοί) τῶν παραβάσεων ἡ ὁποία ρυθμίζεται ἀπό το ἐν λόγω άρθρο.
2.
Ή ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων τήν ὁποία θεσπίζει τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ άφορᾶ κάθε φορολογικό σύστημα τό όποιο άμεσα ἡ έμμεσα (καί επομένως επίσης μέσω τῆς χορηγήσεως φορολογικών ἀπαλλαγῶν ἤ εκπτώσεων οἱ όποιες στην πράξη εφαρμόζονται μόνο υπέρ τῶν εγχώριων προϊόντων), ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά πλήττει τά εἰσαγόμενα εμπορεύματα βαρύτερα ἀπό τά ἀντίστοιχα εγχώρια προϊόντα.
3.
Μετά τήν έναρξη τοῦ δεύτερου σταδίου τῆς μεταβατικής περιόδου πού προβλέπει τό άρθρο 8 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό άρθρο 95 ἀπαγορεύει κατά τρόπο κατηγορηματικό κάθε εσωτερική φορολογία πού δημιουργεί διακρίσεις.
4.
Τό γεγονός ὅτι τό κράτος πού επιβάλλει τή φορολογία θεωρεί ένα καθεστώς φορολογικών ἀπαλλαγών, προορισμένο νά ευνοήσει τήν εγχώρια παραγωγή, ὡς ὄργανο μιᾶς γενικής πολιτικής στηρίξεως τομέων τῆς εσωτερικής οικονομίας πού έχουν ἀνάγκη ενισχύσεως, δέν ἀρκεῖ γιά νά άρει τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού θεσπίζει τό άρθρο 95.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy