ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 18 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή προσφυγή, μέ τήν ὁποία εἰσήχθη ή παροῦσα υπόθεση, ἀναφέρεται σέ σειρά αἰτημάτων — πού ἀφορούν ουσιαστικά τήν ἔνταξη, τήν καταβολή ὀφειλομένων ληξιπροθέσμων ποσῶν, τήν ἀναγνώριση δικαιωμάτων ἐπί συντάξεως καί τήν τακτοποίηση τῆς καταστάσεως σέ θέματα ἀσφαλίσεως — τά όποια υπάλληλος επικαλείται έναντι τῆς Ἐπιτροπῆς. Πάντως, πρός τό παρόν πρόκειται μόνον περί τῆς λήψεως ἀποφάσεως ἐπί τοῦ βασιμου τῶν ενστάσεων ἀπαραδέκτου, τίς όποιες ήγειρε ή καθ' ἧς καί, ἑπομένως, θά ἀσχοληθούμε μέ τό πρόβλημα αυτό στίς παροῦσες προτάσεις.
Πρέπει στην ἀρχή νά ἀναφερθούμε στά πραγματικά περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως.
Ή προσφεύγουσα Maria Mascetti, χρησιμοποιουμενη ἀπό τό Κοινό Κέντρο Ἐρευνών τοῦ Ispra ἀπό τό 1961 ὑπό τήν ιδιότητα τῆς υπαλλήλου εγκαταστάσεων, απεχώρησε της υπηρεσίας τῆς στίς 18 Νοεμβρίου 1974 διότι ἀπετέλει ἀντικείμενο ποινικῆς διαδικασίας, πού εἶχε κινηθεί ἐναντίον τῆς ἀπό τήν Ιταλική δικαιοσύνη γιά υποτιθέμενο πολιτικό ἀδίκημα καί ἐπεθύμει νά ἀποφύγει τό ένταλμα συλλήψεως, πού είχε εκδοθεί εναντίον της. Ή διοίκηση ἐθεώρησε ὅτι ἡ ἀπουσία τῆς ήταν κανονική ὅσον άφορᾶ τήν περίοδο μεταξύ 18ης Νοεμβρίου καί 14ης Δεκεμβρίου 1974 λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν ἐτήσια άδεια πού τῆς ἀπέμενε γιά τό έτος 1974, ἀλλά ὅσον άφορᾶ τήν περίοδο ἀπό τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1974, ἐθεώρησε ὅτι συνέτρεχε ἀδικαιολόγητος ἀπουσία καί, επομένως, ἀνέστελε (μέ επιστολή τῆς 9ης 'Ιανουαρίου 1975) τήν καταβολή τῶν αποδοχών της. Μέ επιστολή, πού ελήφθη ἀπό τήν διεύθυνση τοῦ Κέντρου στίς 30 'Ιανουαρίου 1975, ή Mascetti ἐζήτησε νά λάβει άδεια γιά προσωπικούς λόγους δεδομένου ὅτι ἡ διοίκηση ἀπέρριψε την αἴτησή τῆς αυτή ἡ Mascetti προσέβαλε τήν ἀρνητική αυτή ἀπόφαση, ἀρχικῶς μέ διοικητική ένσταση καί ἀκολούθως μέ προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Τό Δικαστήριο, μέ ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1976 (υπόθεση 2/76, Raccolta 1976, σ. 1975), ἀπέρριψε τήν προσφυγή τῆς δεχθέν ὅτι ἡ διοίκηση ἀπήλαυε ευρείας διακριτικής εξουσίας γιά νά ἀποφασίζει ἐπί τῶν αιτήσεων παροχής ἀδείας των υπαλλήλων της.
Μέ επιστολή τῆς 23ης Μαρτίου 1977, ἡ διεύθυνση τοῦ Κέντρου τῆς Ispra ἐκάλεσε τήν Mascetti νά συνάψει, εντός προθεσμίας έξι μηνών, σύμβαση προσλήψεως ὑπό τήν ιδιότητα έκτακτου υπαλλήλου μέ ένταξη στην κατηγορία C βαθμός 1 κλιμάκιο 7 καί μέ έναρξη ισχύος στις 30 Όκτωβρίου 1976«γιά τήν άσκηση καθηκόντων κυρίας γραμματέως». Ή πρόταση αυτή έγινε κατ' ἐφαρμογήν τῶν μεταβατικῶν διατάξεων πού ἀναφέρονται στον κανονισμό τοῦ Συμβουλίου ἀριθ. 2615 τῆς 21ης Όκτωβρίου 1976, ὁ ὁποιος προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ὅτι οἱ υπάλληλοι εγκαταστάσεων πού υπηρετούν στίς 30 Όκτωβρίου 1976 έπρεπε νά κληθούν νά συνάψουν συμβάσεις προσλήψεως ὑπό τήν ιδιότητα έκτάκτου υπαλλήλου. Μέ επιστολή τῆς 2ας επομένου 'Ιουλίου, ἡ Mascetti ἐπληροφόρησε τό Κέντρο ὅτι ἐδέχετο τήν πρόταση συνάψεως τῆς συμβάσεως μέ άλλη επιστολή τῆς 5ης Αυγούστου ἐγνώρισε στην διοίκηση ὅτι δέν θά ἐνεφανίζετο προσωπικῶς στό Ispra γιά τήν υπογραφή δεδομένου ὅτι δέν ἀπήλαυε «ελευθερίας κυκλοφορίας ἐπί τοῦ ἰταλικοῦ εδάφους». Ή διεύθυνση τοῦ Κέντρου τῆς ἐγνώρισε τότε μέ επιστολή τῆς 10ης Όκτωβρίου ὅτι ἡ σύμβαση έπρεπε νά ὑπογραφεί στόν τόπο παροχής τῶν υπηρεσιών καί έπρεπε νά συνοδεύεται «ἀπό ταυτόχρονη ἀνάληψη καθηκόντων».
Ή προσφεύγουσα ἀπήντησε μέ επιστολή τῆς 14ης Νοεμβρίου 1977 ζητώντας «τήν καταβολή ... τῶν ποσών (πού τῆς ὠφείλοντο) λόγω καταγγελίας τῆς συμβάσεως υπαλλήλου εγκαταστάσεων», τήν ἀποστολή τῆς νέας συμβάσεως εργασίας προς υπογραφή, καθώς καί τήν ἀνάλογη εφαρμογή στην περίπτωση τῆς τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων (τό όποιο ρυθμίζει τήν ἀναστολή ἀσκήσεως καθηκόντων τῶν υπαλλήλων πού ἀποτελούν τό ἀντικείμενο ποινικής διαδικασίας) «μέ τήν καταβολή τῶν ληξιπροθέσμων ποσών ... έναντι τοῦ συνόλου τῶν ποσών (πού τῆς ὀφείλοντο) μηνιαίως ἀπό τῆς ἀναστολής τῆς καταβολής τῶν ἀποδοχών τῆς μέχρι τῆς ημερομηνίας τῆς αιτήσεως». Μέ επιστολή τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1978, ἡ διοίκηση επανέλαβε τήν πρόσκληση τῆς πρός σύναψη τῆς συμβάσεως (ὡς έκτακτος υπάλληλος) ευθύς μόλις ἡ Mascetti θά εὑρίσκετο «σέ θέση νά τήν εκτελέσει ὀρθώς»* ὅσον άφορᾶ τήν ληξιπρόθεσμη έναντι τῆς Mascetti ἀποζημίωση ἀρχαιότητος γιά τις προσφερθεῖσες υπηρεσίες ὑπό τήν ιδιότητα τῆς υπαλλήλου εγκαταστάσεων μέχρι τίς 10 Δεκεμβρίου 1974, ἀνέφερε ὅτι εἶχε λάβει τά ἀναγκαία γιά τήν καταβολή τῆς μέτρα. Μέ άλλη επιστολή τῆς 15ης Νοεμβρίου 1978, ἡ διοίκηση ἐπληροφόρησε ἐξ άλλου τήν ενδιαφερομενη ὅτι «οἱ εισφορές κοινωνικής ἀσφαλίσεως στό INPS καί στό INAM τοῦ Varese εἶχαν καταβληθεί μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1974».
Ἐν τῶ μεταξύ, μέ ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1978, τό Κακουργοδικεῖο Ρώμης άπήλ-λαξε τήν προσφεύγουσα ἀπό όλες τίς κατηγορίες πού είχαν άπαγγελθεϊ εναντίον της, ώστε ήδυνήθη νά επαναλάβει τήν υπηρεσία της στό κέντρο τοῦ Ispra στίς 6 Νοεμβρίου 1978. Στίς 30 τοῦ μηνός αὐτοῦ υπέγραψε στην έδρα τοῦ Κέντρου μιά πρώτη σύμβαση ἐργασίας ὡς έκτακτος υπάλληλος, ή ὁποία προέβλεπε (στό άρθρο τῆς 3) τήν ένταξη τῆς στην κατηγορία C, βαθμός 1, κλιμάκιο 6, μέ έναρξη τῆς ἀρχαιότητος στόν βαθμό ἀπό την 1η Δεκεμβρίου 1978 καί τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο ἀπό την 1η Σεπτεμβρίου 1977. Ή ενδιαφερόμενη διε-μαρτυρήθη κατά τοῦ ὅρου αὐτοῦ ή διοίκηση ἐδέχθη τότε νά καταρτίσει δευτέρα σύμβαση, ἡ ὁποία υπεγράφη στίς 24 Ἀπριλίου 1979 καί ενέταξε την Mascetti στό κλιμάκιο 7 ἀπό την 1η Σεπτεμβρίου 1977, ἀναγνωρίζοντάς τῆς ἀρχαιότητα στόν βαθμό ἀπό τίς 30 Όκτωβρίου 1976.
Γιά νά γίνουν ἀντιληπτά τά αἴτια τῆς εντάξεως αυτής πρέπει νά διευκρινισθεῖ ὅτι ó ἀναφερθείς κανονισμός τοῦ Συμβουλίου ἀριθ. 2615/76, προβλέποντας ὅπως ήδη ἀνεφέραμε την πρόσληψη υπαλλήλων εγκαταστάσεων (ὅπως ἡ Mascetti) στην κατηγορία τῶν έκτακτων υπαλλήλων, ὥριζε ὅτι ή διάρκεια υπηρεσίας τοῦ προσλαμβανομένου μέ αυτόν τόν τρόπο υπαλλήλου υπολογίζεται λαμβάνοντας ὑπ᾿ όψη τά έτη προηγουμένης υπηρεσίας ὑπό τήν ιδιότητα τοῦ υπαλλήλου εγκαταστάσεων (άρθρο 2 παράγραφος 4).
Πάντως, ἀκόμη καί μετά τήν δευτέρα αυτή σύμβαση ἡ Mascetti υπέβαλε αίτηση διορθώσεως: μέ επιστολή τῆς 26ης Μαΐου 1979 ἐδήλωσε ὅτι ἡ ἀρχαιότης στό κλιμάκιο 7 έπρεπε νά παράγει ἀποτελέσματα ἀπό τήν 1η Όκτωβρίου 1975 καί ὄχι ἀπό τήν 1η Νοεμβρίου 1977 καί ἐζήτησε τήν τροποποίηση τῆς συμβάσεως κατά τήν έννοια αύτη. Μέ επιστολή τῆς 10ης Αυγούστου 1979, ἡ διοίκηση επανέλαβε ὅτι ἡ ενδιαφερόμενη ἀπήλαυε ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο ἀπό τήν 1η Νοεμβρίου 1977 καί ἀνεφέρθη στην γνωμοδότηση ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ σημείου τῆς νομικής υπηρεσίας τῆς 26ης 'Ιουλίου 1979, κατά τήν ὁποία «ή ἀρχαιότης κλιμακίου πού είχε συμπληρωθεί στίς 30 Όκτωβρίου τοῦ 1976 δέν ἠδυνήθη νά ἀρχίσει νά τρέχει ἐκ νέου παρά ἀπό τῆς πραγματικής νέας ἀναλήψεως τῶν ... καθηκόντων, ήτοι ἀπό τόν Δεκέμβριο 1978» (ἀντίγραφο τῆς γνωμοδοτήσεως αυτής διεβιβάσθη ἀπό τήν διοίκηση στην προσφεύγουσα στίς 2 Όκτωβρίου 1979).
Τέλος, στίς 7 Νοεμβρίου 1979 ἡ Mascetti ἀπηυθύνθη γιά μία ἀκόμη φορά στην διοίκηση ζητώντας: α) νά ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη τό σύνολο τῆς σταδιοδρομίας της, χωρίς διακοπή, μέ ἀπονομή κλιμακίου ἀνά διετία, 6) τήν καταβολή ὅλων τῶν ἀποδοχών πού κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τήν περίοδο τῆς ἀπουσίας της, γ) τήν καταβολή ὅλων τῶν εισφορών κοινωνικής ἀσφαλίσεως, τῶν ὁποίων ἡ καταβολή εἶχε διακοπεί στίς -31 Δεκεμβρίου 1974, καί δ), τήν καταβολή τῆς διαφοράς ἐν σχέσει μέ τήν ἀποζημίωση ἀρχαιότητος, πού ἀντεστοίχει στίς προσφερθεῖσες υπηρεσίες ὑπό τήν ἰδιότητα τῆς υπαλλήλου εγκαταστάσεων καί ἡ ὁποία διαφορά τῆς ὠφείλετο λόγω τοῦ ὅτι κατά τόν ὑπολογισμό τῆς ἀποζημιώσεως δέν ελήφθη ὐπ᾿ὄψη ἡ περίοδος υπηρεσιών ἀπό τίς 10 Δεκεμβρίου 1974 ως τίς 30 Όκτωβρίου 1976. Τό υπηρεσιακό αυτό σημείωμα παρέμεινε ἀναπάντητο καί ή ενδιαφερομενη ἤσκησε, επομένως, στίς 13 'Ιουνίου 1980 προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου καί κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (ἀπό τήν ὁποία εξαρτάται τό Κοινό Κέντρο Ἐρευνών τοῦ Ispra), ζητώντας: α) τήν ἀκύρωση «τής ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ή Ἐπιτροπή ἠρνήθη νά θεωρήσει ὡς περίοδο υπηρεσίας πρός κάθε χρήσιμο σκοπό τήν περίοδο ἀναγκαστικής ἀπουσίας τῆς προ-σφευγούσης» καί 6) νά κριθεί ὅτι «ή Ἐπιτροπή ὀφείλει νά λάβει ὐπ᾿ ὄψη τῆς τό σύνολο τῆς σταδιοδρομίας τῆς καί ... νά τῆς ἀναγνωρίσει τά περιουσιακά τῆς δικαιώματα ... πού διασαφηνίζονται» στην διοικητική ένσταση τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979.
Όπως είχαμε ήδη τήν ευκαιρία νά ἀναφέρουμε, ἡ Ἐπιτροπή παράστῆσα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ήγειρε τήν ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής καί τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά ασχοληθεί μέ τό ζήτημα αυτό χωριστά ἀπό τήν εξέταση τῆς ουσίας.
2.
Πρός στήριξη τῆς ενστάσεως, τήν ὁποία εγείρει, ἡ Ἐπιτροπή χρησιμοποιεί διάφορα επιχειρήματα ἐν σχέσει μέ τά διάφορα αιτήματα τῆς προσφυγῆς. Θά εξετάσουμε, επομένως, κεχωρισμένως τό κάθε ένα ἀπό τά σημεία αυτά.
Ό κύριος λόγος τῆς προσφευγούσης ἀφορᾶ την ἀρχαιότητα τῆς στό κλιμάκιο 7. Γνωρίζομε ὅτι ἡ διοίκηση εδέχθη ὅτι παρήγαγε ἀποτελέσματα ἀπό τήν 1η Νοεμβρίου 1977 καί ὅτι ἡ άποψη αύτη ενέπνευσε τό άρθρο 3 τοῦ σχεδίου συμβάσεως, τό όποιο διεβι-βάσθη στην ενδιαφερομένη στίς 19 Ἀπριλίου 1979 καί υπεγράφη πράγματι στίς 24 τοῦ ἑπομένου Ἀπριλίου.
Ή Ἐπιτροπή προσδίδει στην ἐν λόγω σύμβαση — για τό μέρος πού καθορίζει τά ἀποτελέσματα τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο — τήν φύση πράξεως ικανής νά θίξει συμφέροντα, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά τήν άποψη αὐτή, ἡ διοίκηση, κοινοποιώντας στην ενδιαφερόμενη τό σχέδιο συμβάσεως, υιοθέτησε ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο ἀπόφαση ικανή νά επηρεάσει τά περιουσιακά δικαιώματα τοῦ υπαλλήλου. Συνάγεται ἀπό αυτό ὅτι ἡ Mascetti, γιά νά προασπίσει τά συμφέροντά της, ὤφειλε νά υποβάλει εμπροθέσμως διοικητική ένσταση κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής ὑπό τήν έννοια τοῦ άρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Οι συνήγοροι τῆς Ἐπιτροπής παρατηροῦν ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ὅτι ἀκόμα καί ἄν θελήσομε νά δεχθοῦμε ὅτι ή επιστολή τῆς προσφευγούσης τῆς 26ης Μαΐου 1979 συνιστά διοικητική ένσταση, ή επακολουθήσασα προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου — ἀσκηθείσα στίς 13 'Ιουνίου 1980 — πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἠσκήθη εκπροθέσμως: στην πραγματικότητα, ή διοίκηση ἀπήντησε ἀρνητικῶς στην ἐν λόγω επιστολή τῆς 26ης Μαΐου 1979 μέ τά διαδοχικά τῆς υπηρεσιακά σημειώματα τῆς 10ης Αὐγούστου καί 2ας Όκτωβρίου καί ή ενδιαφερόμενη άφησε νά παρέλθουν πλέον τῶν 8 μηνῶν ἀπό τῆς τελευταίας ημερομηνίας αυτής πρίν ἀσκήσει τήν προσφυγή της ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
Είμεθα πάντως τῆς γνώμης ὅτι ἡ συμβατική ρήτρα, πού συνετάγη ἀπό τήν διοίκηση έν σχέσει μέ τήν έναρξη ἀποτελεσμάτων τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο δέν εμφανίζει τά ἀπαιτούμενα χαρακτηριστικά γιά νά ἀποτελέσει πράξη ικανή νά θίξει συμφέροντα ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Καταλή-γομε στό συμπέρασμα αὐτό λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὅλα τα περιστατικά πού προηγήθησαν τῆς υπογραφής καί ἐπηκολού-θησαν τήν υπογραφή τῆς συμβάσεως.
Ἀνεφέραμε ήδη ὅτι ἡ πρώτη πρόταση συνάψεως νέας συμβάσεως εργασίας ὑπό τήν ιδιότητα τῆς ἐκτάκτου υπαλλήλου έγινε ἀπό τήν διοίκηση στην Mascetti μέ επιστολή τῆς 23ης Μαρτίου 1977, μέ τήν ὁποία εἶχε προταθεί στην ενδιαφερόμενη ἡ ένταξη της στην κατηγορία C, βαθμό 1, κλιμάκιο 7 μέ παραγωγή ἀποτελεσμάτων ἀπό τίς 30 Όκτωβρίου 1976. Ἀκόμα καί ἄν ἡ ἀρχαι-ότης στον βαθμό καί στό κλιμάκιο δέν διευκρινίζοντο, ἐπρόκειτο ἐν πάση περιπτώσει περί ἀρχαιότητος μέ παραγωγή ἀποτελεσμάτων ἀπό τήν ἴδια ημερομηνία τῆς 30ής Όκτωβρίου ἡ ἀπό προγενεστέρα ημερομηνία στην ἀντίθετη περίπτωση τό τμήμα τῆς φράσεως «παραγωγή ἀποτελεσμάτων ἀπό τῆς 30ής Όκτωβρίου 1976» θά ἐστερεῖτο τῆς σημασίας του. Ή πρώτη σύμβαση, ἡ ὁποία ὥριζε ἡμερομηνία παραγωγής ἀποτελεσμάτων ἀρχαιότητος στόν βαθμό τήν 1η Δεκεμβρίου 1978 καί στό κλιμάκιο 6 τήν 1η Σεπτεμβρίου 1977 υπεγράφη στίς 30 Νοεμβρίου 1978. Πέντε μήνες ἀργότερα κατόπιν διαμαρτυρίας τῆς ενδιαφερόμενης, πού ὑποθέτομε ὅτι ήταν προφορική ελλείψει έγγράφων, ἡ διοίκηση επανήλθε ἐπί τῆς ἀπόψεως τῆς καί εδέχθη τήν ἀρχαιότητα στόν βαθμό ἀπό τίς 30 Όκτωβρίου 1976 (ήτοι ἀπό τήν ημερομηνία, ἡ ὁποία ἀνεφέρετο ήδη στην επιστολή τῆς 23ης Μαρτίου 1927) καί τήν ἀρχαιότητα στό κλιμάκιο 7 ἀπό τήν 1η Νοεμβρίου 1977. Αυτό, επομένως, πού χαρακτηρίζει τήν τελευταία θέση τῆς διοικήσεως εἶναι ὅτι υἱοθετήθη μέσα στό πλαίσιο σειράς συμβάσεων μέ τήν ενδιαφερόμενη καί ἀποτελεῖ τροποποίηση τῶν δύο προηγουμένων προσφορών.
Όλη αυτή ἡ ἀβεβαιότης στην συμπεριφορά τῆς διοικήσεως ἐπιβεβαιοῦται στην επιστολή τῆς 11ης 'Ιουλίου 1979 μέ τήν ὁποία τό Κέντρο τοῦ Ispra, ἀντί νά εκφράσει ἀπ' ευθείας τήν άποψη του, ὅπως τό εἶχε πράξει στίς προηγούμενες φάσεις τῆς υποθέσεως αυτής, ἐπληροφόρησε την Mascetti ὅτι ἀνέθεσε στίς αρμόδιες ἀρχές τῆς Ἐπιτροπής νά ἐκτιμήσουν τά αἰτήματά της. Καί μόνο μέ τό επακολουθῆσαν υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 10ης Αυγούστου ἡ διοίκηση ἐδικαιολόγησε τελικά τίς ἀπόψεις τῆς ἐπί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο, δηλώνοντας ὅτι ἡ κτηθεῖσα ἀρχαιότης στίς 30 Νοεμβρίου 1976 (ἡμερομηνία ἀναφοράς γιά τόν καθορισμό τῆς εντάξεως τῶν πρώην ὑπαλλήλων εγκαταστάσεων στό νέο τους καθεστώς τοῦ ἐκτακτου υπαλλήλου: πρβλ. τό άρθρο 2 τοῦ ἀναφερθέντος κανονισμοῦ ἀριθ. 2615/76) δέν ἠδυνήθη νά ἀρχίσει νά τρέχει ἐκ νέου παρά τήν στιγμή τῆς ἐκ νέου πραγματικής ἀναλήψεως υπηρεσίας.
Ὑπό τίς συνθήκες αυτές νομίζομε ὅτι ή σχετική μέ τήν ἀρχαιότητα στό κλιμάκιο συμβατική ρήτρα, θεωρούμένη αυτή καθ' ἑαυτή, δέν ήταν ἀκόμα Ικανή νά εκφράσει ἀπόφαση τῆς διοικήσεως. Ἐξ αίτιας των συνθηκῶν ὑπό τίς όποιες ἡ ἐν λόγω ρήτρα διετυπώθη, δέν ἠδυνήθη νά εμφανισθεί στην υπάλληλο ὡς ὁριστική καί σαφής τοποθέτηση. Μόνο σέ δεύτερο στάδιο, ήτοι ὅταν μέ επιστολή τῆς 10ης Αυγούστου 1979, «ή ὁποία ἐπεβεβαιώθη ἀκολούθως μέ επιστολή τῆς 2ας Όκτωβρίου), ἡ διοίκηση ἐγνώρισε στήν Mascetti τους λόγους γιά τους ὁποίους δέν εἶχε τήν πρόθεση νά ὁρίσει τήν 1η Νοεμβρίου 1977 ὡς ημερομηνία ενάρξεως παραγωγης ἀποτελεσμάτων τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο 7, δυνάμεθα νά ὑποθέσομε ὅτι υπήρξε ἀπόφαση ενώπιον τῆς ὁποίας ἡ Mascetti ήταν σέ θέση νά προετοιμάσει ἀποτελεσματικά τήν άμυνα της, ἀρχικῶς μέ τήν διοικητική της ένσταση τῆς 7ης Νοεμβρίου καί ἀκολούθως μέ προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
Ἐξ άλλου, ἀκόμα καί ἄν θέλαμε νά τοποθετήσομε τήν ημερομηνία τῆς θιγούσης συμφέροντα ἀποφάσεως στην ἡμερομηνία προτάσεως τῆς συμβάσεως, ἡ πρόταση αυτή ήταν τήν εποχή εκείνη παντελώς ἀναιτιολόγητη. Αιτιολογία περιλαμβάνουν μόνο οἱ επιστολές Αυγούστου καί Όκτωβρίου 1979, οι όποιες επίσης έχουν ουσιώδη σημασία ἀπό τήν άποψη αυτή. Πράγματι, μόνο αυτές παρέσχον στην υπάλληλο συγκεκριμένο πλαίσιο τῆς εκτάσεως τῆς θέσεως τῆς διοικήσεως καί τῆς επέτρεψαν νά κρίνει ἄν ήταν σκόπιμο νά καταφύγει στά μέσα προστασίας τῶν συμφερόντων της πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀναφέρομε ὅτι ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου εἶχε τήν ευκαιρία νά επιβεβαιώσει ὅτι: «ή υποχρέωση αἰτιολογίας ἔχει ὡς ἀντικείμενο ... (μεταξύ άλλων) νά επιτρέψει στον ενδιαφερόμενο νά εκτιμήσει ἄν ἡ ἀπόφαση φέρει τό στίγμα ελαττώματος πού τοῦ επιτρέπει νά ἀμφισβητήσει τήν νομιμότητά της» (ἀπόφαση τῆς 28ης Μαΐου 1980 στίς συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις 33 καί 75/79, Kuhner, Raccolta 1980 σ. 1677, καί ιδίως ἡ σκέψη 15) τό Δικαστήριο εδέχθη ἔτσι ὅτι υφίσταται ἀναγκαία σχέση μεταξύ τῆς αἰτιολογίας τῆς πράξεως καί τῆς δυνατότητος εκτιμήσεως τῆς πραγματικής εκτάσεως τῆς ἐν ὄψει τῆς λήψεως τῶν καταλλήλων μέτρων προστασίας. Έτι περισσότερο, τό Δικαστήριο ἐξεφράσθη προσφάτως σαφέστατα μέ τήν ἀπόφαση τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1980 στην υπόθεση 806/79 Gerin (πού δέν ἔχει δημοσιευθεί στην Συλλογή) ἐπί τῆς ἀνάγκης νά αιτιολογηθεί μία ἀπόφαση γιά νά δυνηθεί νά θεωρηθεί ὡς «πράξη πού θίγει συμφέροντα» ὑπό τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἐπρόκειτο στην συγκεκριμένη ἐκείνη περίπτωση περί τοῦ ἄν σχέδιο έντυπου, πού εἶχε συμπληρωθεί μέ τό χέρι προήρχετο ἀπό τήν διοίκηση καί ὅπού περιελαμβάνετο ή φράση: «ὁ υἱός σας (ἠκολούθει τό ὄνομα) δέν θεωρείται πλέον ὡς συντηρούμενο τέκνο ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1978», ἠδύνατο νά θεωρηθεῖ ὡς πράξη θίγουσα συμφέροντα. Τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ἀρνητικώς παρατηρώντας ὅτι ὁ τύπος πού ἐχρησιμοποιήθη ήταν λακωνικός καί ἀναιτιολόγητος, ἐνῶ στην ἴδια υπόθεση ἀνεγνώρισε τήν ἰδιότητα πράξεως θιγούσης συμφέροντα σέ μεταγενέστερα αιτιολογημένη ἀπόφαση. Ή άποψη αυτή στηρίζεται ἀσφαλώς στό γεγονός ὅτι ἡ υποχρέωση αιτιολογήσεως τῶν πράξεων, πού εἶναι ἱκανές νά θίξουν τά δικαιώματα τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ, επιβάλλεται ἀπό τό άρθρο 25 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως καί επαναλαμβάνεται στό άρθρο 90 παράγραφος 1 τοῦ Ιδίου κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἀλλα ἡ κυρία ἀξία τῆς ἀναφερθείσης νομολογίας συνίσταται στό ὅτι προσδίδει στήν αἰτιολογία τόν χαρακτῆρα μέσου συνειδητῆς εκτιμήσεως τῆς εκτάσεως κάθε πράξεως καί τοῦ συμφέροντος πού υπάρχει νά προσβληθεί ἡ πράξη αυτή.
Ἀν υἰοθετήσομε τήν άποψη αυτή, ἡ επιστολή πού εστάλη στίς 7 Νοεμβρίου 1979 στην διοίκηση ἀπό τήν Mascetti — επιστολή ἡ οποία, ὅπως είδαμε, περιελάμβανε μεταξύ άλλων αίτημα αυξήσεως τῆς ἀρχαιότητος πρός τό κλιμάκιο — πρέπει νά θεωρηθεί ως εμπροθέσμως υποβληθείσα διοικητική ένσταση κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία θίγει συμφέροντα καί περιλαμβάνεται στην επιστολή τῆς τῆς 10ης Αυγούστου. Όσον άφορᾶ περαιτέρω τήν επιστολή τῆς διοικήσεως τῆς 2ας Όκτωβρίου 1979, ἀκόμα καί ἄν θεωρήσομε ὅτι περιορίζεται στό νά επιβεβαιώνει τήν επιστολή τῆς 10ης Αυγούστου, τό ἀποτέλεσμα παραμένει τό ἴδιο ὑποδεικνύεται πράγματι ὅτι ἡ διοικητική ένσταση υπεβλήθη πρό τῆς παρελεύσεως τριῶν μηνῶν ἀπό τῆς 10ης Αυγούστου.
3.
Πάντοτε προκειμένου νά ἀποδείξει τό ἀπαράδεκτο τοῦ σχετικοῦ μέ τήν ἀρχαιότητα στό κλιμάκιο αἰτήματος, ἡ Ἐπιτροπή ισχυρίζεται περαιτέρω ὅτι ἡ προσφεύγουσα, ὑπογράφοντας τήν σύμβαση προσλήψεως, συνήνεσε στην ημερομηνία πού ἀναφέρετο στην σύμβαση ὡς πρός τήν ἀρχαιότητα τοῦ κλιμακίου. Ή καθ ἧς τονίζει ὅτι ή Mascetti υπέγραψε τήν σύμβαση (τό δεύτερο κείμενο) χωρίς νά εγείρει ενστάσεις ή νά διατυπώσει επιφυλάξεις αυτό ἀποδεικνύει ὅτι έκρινε καί εδέχθη όλους τους όρους τῆς συμβάσεως. Ἐφ' ὅσον συνήνεσε στην διοικητική ἀπόφαση, ἡ ὁποία περιελαμβάνετο στην σύμβαση, δέν τῆς επιτρέπεται νά διατυπώσει οἱαδήποτε μεταγενέστερη ἀμφισβήτηση ενώπιον δικαστηρίου. Είμεθα τῆς γνώμης ὅτι τό επιχείρημα αυτό δέν δύναται νά γίνει δεκτό γιά δύο βασιμους λόγους.
Πρώτον, ἐπαναλαμβάνομε αυτό πού ἐβεβαιώσαμε κατά τήν εξέταση τῆς άλλης ἀπόψεως τῆς ενστάσεως ἀπαραδέκτου — τῆς ἀπόψεως πού άφορᾶ τό εκπρόθεσμο τῆς προσφυγής ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου — δηλαδή ὅτι ἡ εκφρασθείσα ἀπό τήν διοίκηση άποψη εντός τῆς συμβάσεως δέν δύναται νά εξομοιωθεί μέ πράξη ικανή νά θίξει συμφέροντα ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως, τόσο διότι ἐπρόκειτο περί απόψεως, ἡ ὁποία δέν εἶχε ἀκόμη καλώς διευκρινισθεί, ὅσο διότι ήταν παντελώς ἀναιτιολόγητη. Ἀν τά πράγματα έχουν έτσι — ὅπως τό νομίζομε — τό γεγονός τῆς ενδεχομένης ἀποδοχής τῆς ἀπόψεως τῆς διοικήσεως, πού ἀπορρέει ἀπό τήν σύμβαση δέν έχει καμμία επίπτωση ἐπί τῆς δυνατότητος υποβολής τῆς διοικητικής ενστάσεως πού παρέχεται στόν υπάλληλο. Ζήτημα τῆς φύσεως αυτής δέν δύναται νά ἀνακύψει παρά μόνον ἄν ἡ επικαλούμενη συναίνεση ἀποδειχθεί όσον άφορᾶ τήν ἀπόφαση τῆς 10ης Αυγούστου 1979: άλλά γνωρίζομε ὅτι ἡ ἀπόφαση αυτή ἠμφισβητήθη εμπροθέσμως μέ τήν διοικητική ένσταση τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979.
Δεύτερον, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ή συναίνεση συνίσταται στην ἀποδοχή τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πράξεως κατά τῆς ὁποίας έπρεπε νά ἀσκηθεί ἡ προσφυγή. Ἐξαφανίζει, μέ τήν παραίτηση, τίς επίδικες καταστάσεις γιά τήν προστασία τῶν ὁποίων ἡ ἐνδιαφερόμενη ἠδύνατο νά ενεργήσει νομίμως. Καί, γιά νά καταστεί δυνατόν νά ἀποδοθεί στην συμπεριφορά ἀτόμων ἡ έννοια τῆς παραιτήσεως ἀπό καθορισμένες νομικές καταστάσεις, είναι ἀπαραίτητο ἡ συμπεριφορά αὐτή νά μήν εἶναι διφορούμενη, ὑπό τήν έννοια ὅτι πρέπει νά ἐκφράζει σαφώς καί κατά τρόπο ἀναμφισβήτητο την βούληση τοῦ ἀτόμου νά παραιτηθεί ἀπό ένα δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, τό γεγονός ὅτι ή Mascetti ὑπέγραψε την σύμβαση προσλήψεως, πού περιείχε ὅρο περί τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο, δέν εξέφρασε κατά τρόπο ἀναμφισβήτητο τήν βούληση τῆς νά παραιτηθεί ἀπό κάθε ἀπαίτηση πού ἀφεώρα τήν ἀρχαιότητα αύτη καί ἐστηρί-ζετο ἐπί τῶν προηγουμένων σχέσεων τῆς μέ τήν διοίκηση.
Στήν πραγματικότητα, εἶναι πασίδηλο ὅτι ή Mascetti, ὅταν ὑπέγραψε τήν σύμβαση προσλήψεως τῆς ως έκτακτου υπαλλήλου, τό έκαμε κυρίως λόγω τοῦ συμφέροντος πού εἶχε νά τακτοποιήσει τήν εργατική της σχέση μέ τό Κέντρο Ἐρευνών τοῦ Ispra, κατόπιν πολυετοῦς ἀπουσίας καί ἀφοῦ δέν ἠδυνήθη νά συνάψει ανάλογη σύμβαση ἀμέσως μετά τήν θέση σέ ισχύ τοῦ κανο-νισμοῦ ἀριθ. 2615 τοῦ 1976. Πρέπει, επομένως, νά ἀποκλεισθεί ὅτι υπογράφοντας τήν σύμβαση θέλησε νά παραιτηθεῖ, ἐν πλήρει γνώσει τῶν δικαιωμάτων της, μεγαλύτερη ἀρχαιότητα στό κλιμάκιο. Θεω-ροῦμε πολύ εὐλογότερη τήν σκέψη ὅτι δέν ἐδίστασε νά συνάψει τήν σύμβαση διότι ἐκινεῖτο ἀπό τήν φροντίδα τακτοποιήσεως των εργατικῶν τῆς σχέσεων καί ὅτι, ὅσον άφορᾶ τήν λεπτομέρεια τῆς ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο, έκρινε ὅτι παρέμενε ἀνέπαφη ή δυνατότης ἐπανορθώσεως τῆς ἐντάξεως πρός ὄφελός της. Τό συμπέρασμα αυτό ἐπι-βεβαιοῦται ἀπό τήν σειρά ἐπαφῶν, πού έλαβαν χώρα μεταξύ τοῦ Κέντρου καί τῆς ἐνδιαφερομένης πρίν καί μετά τίς 24 Ἀπριλίου 1979, πρός +τόν σκοπό ἀναθεωρήσεως τοῦ ὅρού ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο πού εἶχε συνταχθεί ἀπό τήν διοίκηση: τό γεγονός ὅτι ἡ σύμβαση εἶχε ήδη υπογραφεί ἐνῶ παρόμοιες επαφές ἐλάμβανον χώρα πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπόδειξη τό ὅτι ή σύμβαση δέν συνεπήγετο καμμία παραίτηση.
4.
Ἀς εξετάσουμε τώρα τό παραδεκτό τῶν αιτημάτων τῆς προσφυγής πού ἀφορούν τήν καταβολή τῶν ἀποδοχών, τῶν δικαιωμάτων ἐπί συντάξεως, τῶν εισφορών κοινωνικής ἀσφαλίσεως καί τήν ἀποζημίωση ἐκκαθαρίσεως γιά τίς ἐργασίες πού προσέφερε ὡς υπάλληλος εγκαταστάσεων. Ὅλα αυτά τά αιτήματα έχουν κοινό έρεισμα: τό γεγονός ὅτι ἡ προσφεύγουσα ζητεί νά θεωρήσει ἡ καθ' ης ὡς έτη υπηρεσίας τά έτη κατά τά όποια ἡ Mascetti εγκατέλειψε τήν υπηρεσία τῆς γιά νά ἀποφύγει τό ένταλμα συλλήψεως.
Ὅσον άφορᾶ τό αἴτημα καταβολής τῶν ἀποδοχών, πού κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τήν διάρκεια τῆς τετραετοῦς ἀπουσίας, ὑπενθυμίζομε ὅτι ἡ διοίκηση τοῦ Κέντρου τοῦ Ispra ἐπληροφόρησε τήν Mascetti, μέ επιστολή τῆς 9ης 'Ιανουαρίου 1975, ὅτι διέκοπτε μέ άμεσο ἀποτέλεσμα τήν καταβολή τῶν ἀποδοχών τῆς δεδομένου ὅτι ή ἀπουσία τῆς ήταν ἀδικαιολόγητη. Ή διοίκηση υἱοθέτησε τήν θέση αυτή εφαρμόζοντας κατ' ἀναλογία στην περίπτωση τῆς Mascetti, υπαλλήλου εγκαταστάσεων, τό άρθρο 60 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, κατά τό όποιο «κάθε παράτυπη ἀπουσία» καταλογίζεται στην διάρκεια τῆς κανονικής ετησίας ἀδείας, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι «σέ περίπτωση εξαντλήσεως τῆς ἀδείας» ὁ υπάλληλος «στερείται τοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν ἀποδοχών του γιά τήν ἀντίστοιχη περίοδο». Τήν ἐποχή εκείνη ἡ προσφεύγουσα δέν υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς διοικήσεως: εἴμεθα πάντως τῆς γνώμης ὅτι δέν είναι δυνατόν νά συναχθεί αυτομάτως ἀπό τήν παράλειψη αυτή τό ἀπαράδεκτο τῆς παρούσης προσφυγής. Πρέπει πράγματι νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι μετά παρέλευση τεσσάρων περίπου ετών ἀπό τῆς ἀποφάσεως αυτής συνέβη νέο γεγονός, τό όποιο δέν δύναται νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη: ἀναφερόμεθα στήν πλήρη ἀθώωση τῆς Mascetti από τό Κακουργιοδικεῖο Ρώμης (ἀναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1978).
Τό γεγονός αυτό μετέβαλε ριζικῶς την κατάσταση τῆς προσφευγούσης. Ή ἀπουσία της ἀπό την υπηρεσία, ἀναγόμενη στό 1974, ἐνεφανίσθη πλέον ὑπό τό διαφορετικό πρίσμα ἀπουσίας, πού ήταν δικαιολογημένη ἀπό τήν ἀνάγκη νά ἀποφύγει άδικη κράτηση. Επομένως, ἡ ἐκ νέου υποβολή ἀπό τήν ενδιαφερόμενη τοῦ αιτήματος καταβολῆς τῶν ἀποδοχών της, προσκαλώντας τήν διοίκηση νά ἐπανεξετάσει τήν περίπτωση τῆς ὑπό τό φῶς τῆς νέας καταστάσεως, εἶναι ευνόητη καί εύλογη.
Ή προσφεύγουσα υπέβαλε πράγματι τό αίτημα αυτό, άλλά ἐκπροθέσμως. Πράγματι, ἄν δεχθούμε ὅτι ἡ ἐπέλευση νέου γεγονότος συνεπάγεται νέα προθεσμία γιά τήν υποβολή διοικητικῆς ενστάσεως, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι στην συγκεκριμένη περίπτωση ἡ νέα προθεσμία εξέπνευσε μετά παρέλευση τριμήνου ἀπό τῆς ἀναλήψεως τῆς υπηρεσίας, καί συνεπώς, τό ἀργότερο στίς 6 Φεβρουαρίου 1979. Ἀντιθέτως, ή διοικητική ένσταση, πού ἀφεώρα — μεταξύ άλλων — τίς ἀποδοχές πού κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τήν ἀπουσία τῆς προσφευγούσης, δέν υπεβλήθη παρά στίς 7 Νοεμβρίου 1979, ήτοι πολύ μετά τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας: ἀπό αυτό ἀπορρέει επίσης τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγῆς ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
Δυνάμεθα νά ἀκολουθήσομε τόν ἴδιο συλλογισμό ὅσον άφορα τά αιτήματα, τά σχετικά μέ τά δικαιώματα ἐπί συντάξεως καί τίς εἰσφορές κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως.
Πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ή ἀναστολή καταβολής τῶν ἀποδοχῶν κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επέφερε ομοίως τήν ἀναστολή τῶν δικαιωμάτων ἐπί των συνεισφορών αυτῶν καί, συνεπώς, ἡ Mascetti ὤφειλε νά προβάλει τίς ἀξιώσεις της ἐντός τῆς ιδίας προθεσμίας — ἡ ὁποία άρχισε νά τρέχει ἐξ αιτίας τοῦ νέου γεγονότος πού ἀπετέλεσε ἡ ἀθώωσή τῆς — εντός τῆς ὁποίας, ὅπως εἴδαμε, ὤφειλε νά υποβάλει τά αιτήματά τῆς πού ἀφεώρων τίς ἀποδοχές της. Γνωρίζομε πάντως ὅτι ή διοικητική ένσταση, πού περιελάμβανε ὅλες τίς ἀξιώσεις, οἱ όποιες ἀκολούθως ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο προσφυγής ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, δέν υπεβλήθη παρά στίς 7 Νοεμβρίου 1979, ἐνῶ ήδη ἡ προθεσμία εἶχε ἐκπνεύσει ἀπό πολλοῦ. Ή επακολουθήσασα προσφυγή πρέπει, συνεπώς, νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτη λόγω ελλείψεως ἐμπροθέσμου ἀμφισβητήσεως μέσω τῆς διοικητικής ὁδοῦ.
Τέλος, ὅσον άφορο τό αίτημα αυξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως λόγω λήξεως τῆς συμβάσεως, πού κατεβλήθη στην προσφεύγουσα τό 1978 γιά τίς προαναφερθεῖσες υπηρεσίες ὑπό τήν ιδιότητα τῆς υπαλλήλου εγκαταστάσεων (βλέπε επιστολή τῆς διευθύνσεως τῶν εγκαταστάσεων τοῦ Ispra τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1978), παρατηροῦμε ὅτι — πάντοτε γιά τους προεκτεθέντες λόγους — ή Mascetti ὤφειλε νά προσβάλλει τήν εκκαθάριση αυτή τό ἀργότερο εντός τριών μηνών ἀπό τῆς ἀναλήψεως τῆς υπηρεσίας της. Κατά συνέπεια, ἡ διοικητική ένσταση τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979 υπεβλήθη εκπροθέσμως ἀπό τήν άποψη αυτή καί ἡ επακολουθήσασα προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου φέρει τό ἴδιο στίγμα.
5.
Γιά ὅλους τους προηγούμενους λόγους προτείνομε στό Δικαστήριο νά δεχθεί τύποις τήν προσφυγή, πού ἤσκησε ἡ Maria Mascetti κατά τῆς Ἐπιτροπής, μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 13 'Ιουνίου 1980, ὅσον άφορᾶ τό σχετικό μέ τήν αύξηση τοῦ χρόνου ἀρχαιότητος στό κλιμάκιο 7 καί νά τήν κηρύξει ἀπαράδεκτη ως πρός τά λοιπά αιτήματα. Ή ἀπόφαση πρέπει νά επιφυλαχθεί ὡς πρός τά δικαστικά ἔξοδα μέχρι τῆς εκδόσεως τῆς ὁριστικής ἀποφάσεως.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy