ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 19 ΜΑΪΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαοτές
1.
Η υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε στις 13 Ιουνίου 1980 από τη Maria Mascetti, υπάλληλο του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra, βασίζεται σε διάφορους λόγους που αφορούν τη μονιμοποίηση, την καταβολή του μιοθοό, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τις ασφαλιστικές εισφορές και την αποζημίωση για λήξη της συμβάσεως εργασίας ως μέλους του προσωπικού του Ιδρύματος.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως έχουν ήδη αναπτυχθεί λεπτομερώς από το γενικό εισαγγελέα Capotorti στις προτάσεις που ανέπτυξε στις 18 Ιουνίου 1981. Επομένως, θα αναφερθώ στα μεταγενέστερα γεγονότα, που αρχίζουν με την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1981. Το Δικαστήριο έκρινε με την ευκαιρία αυτή ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή «όσον αφορά το αίτημα το σχετικό με την αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο» (σκέψη 10 της αποφάσεως στην υπόθεση 145/80 Mascetti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1975). Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άλλα αιτήματα ήταν απαράδεκτα δεδομένου ότι είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα.
Υπό το φως της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή πρότεινε στις 14 Οκτωβρίου 1981 να περιλάβει στη σύμβαση εργασίας της Mascetti που είχε καταρτιστεί στις 24 Απριλίου 1979 όρο που να της αναγνωρίζει από την 1η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους το βαθμό C 1 κλιμάκιο 8. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, να θέσει τέρμα στην έγγραφη διαδικασία και, αν παραστεί ανάγκη, να μη διατάξει την έναρξη της προφορικής διαδικασίας και να κρίνει ότι η προσφυγή δεν έχει πλέον αντικείμενο εφόσον η προσφεύγουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον για να συνεχίσει τη διαδικασία, να κρίνει ότι δεν υφίσταται λόγος για το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των αιτημάτων της προσφυγής και να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά το δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στην προηγούμενη διένεξη μεταξύ των διαδίκων σχεδόν όλα τα αιτήματα της Mascetti κηρύχθηκαν απαράδεκτα.
Εφόσον η προσφεύγουσα επέμεινε στην άποψη ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχιστεί, το Δικαστήριο, με διάταξη της 6ης Μαΐου 1982, ανέβαλε την έκδοση της αποφάσεως του επί της πιο πάνω αιτήσεως της Επιτροπής έως ότου εξεταστεί η ουσία της υποθέσεως. Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο, πρώτον, να κρίνει ότι η προσφυγή δεν έχει πλέον αντικείμενο δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον και να κρίνει ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί των αιτημάτων της προσφυγής ή, επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και, εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την προσφεύγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
2.
Θα ασχοληθώ, καταρχήν, με το ζήτημα αν η προσφεύγουσα έχει συμφέρον να συνεχίσει τη διαδικασία, έχοντας υπόψη ότι με την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου το αντικείμενο της διαφοράς περιορίστηκε σημαντικά. Το μόνο θέμα που παραμένει προς επίλυση είναι η αρχαιότητα της Mascetti ως προς το κλιμάκιο στο βαθμό C 1. Την 1η Οκτωβρίου 1973, δηλαδή πριν κινηθεί ποινική διαδικασία εναντίον της, η προσφεύγουσα είχε καταταγεί στο κλιμάκιο 6 του βαθμού C 1. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εργασιακή της σχέση συνεχίστηκε χωρίς διακοπή και, επομένως, ζητεί κατάταξη στο κλιμάκιο 7 από την 1η Οκτωβρίου 1975 και κατάταξη στο κλιμάκιο 8 από την 1η Οκτωβρίου 1977. Η Επιτροπή, όμως, η οποία έχει τον τελευταίο λόγο έσφαλε κατά την κατάρτιση των συμφωνιών με την προσφεύγουσα και διατύπωσε διάφορες προτάσεις προς αυτήν. Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1977, της πρότεινε να την κατατάξει στο κλιμάκιο 7 του βαθμού C 1 από τις 30 Οκτωβρίου 1976. Πέντε μήνες αργότερα, τροποποιώντας τους όρους της συμβάσεως που καταρτίστηκε στις 30 Νοεμβρίου 1978, η Επιτροπή της αναγνώρισε το βαθμό από τις 30 Οκτωβρίου 1976 και το κλιμάκιο 7 από την 1η Νοεμβρίου 1977. Τέλος, υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή πρότεινε να την κατατάξει στο κλιμάκιο 8 από την 1η Δεκεμβρίου 1978.
Εναντίον της απόψεως αυτής, δεν έχω καθόλου πειστεί ότι η τελευταία πρόταση που έγινε στη Mascotti της αφαιρεί οιοδήποτε συμφέρον εκδικάσεως της προσφυγής της από το Δικαστήριο. Πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι η πρόταση δεν επιλύει όλα τα εκκρεμή σημεία της διαφοράς και ικανοποιεί μόνο εν μέρει το αίτημα της προσφεύγουσας. Πάντως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η πρόταση αυτή ικανοποιεί το αίτημα της Mascotti από πάσης απόψεως, παραμένει το γεγονός ότι η πρόταση αυτή οεν ε}ΐνε δεκτή από εκείνη, πράγμα που δεν επιτρέπει να υποτεθεί ότι οι διάδικοι επέλυσαν τις διαφορές τους κοινή συναινέσει και ότι με τον τρόπο αυτό δεν υφίσταται πλέον διαφορά.
Τέλος, i] προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον να εκδοσεί απόφαση επί του μη επιλυθέντος ζητήματος των εξόδων και αυτό μόνο αρκεί για να θεωρηθεί η προσφυγή της ως νόμιμη.
3.
Επομένως η εξέταση της ουσίας της υποθέσεως είναι αναπόφευκτη και, εφόσον αφορά την αρχαιότητα της προσφεύγουσας ως προς το κλιμάκιο στο βαθμό C 1, προϋποθέτει εξέταση του εάν και κατά πόσο η απουσία της Mascetti από την υπηρεσία της επηρεάζει τη συνέχεια της εργασιακής της σχέσεως.
Είμαι της γνώμης ότι η συμπεριφορά της καθής, εξεταζόμενη στο σύνολο της, υπονοεί αναγνώριση της συνέχειας αυτής. Η Mascetti, η οποία ανεχώρησε στο εξωτερικό για να αποφύγει ένταλμα συλλήψεως της, το οποίο εκ των υστέρων αποθείχθηκε αδικαιολόγητο, στερήθηκε μόνο του μισθού της. Η διοίκηση δεν έλαβε απόφαση περί ενάρξεως πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον της ή, πολύ λιγότερο, να καταγγείλει τη σύμβαση της. Αντιθέτως, με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1977, το οποίο συντάχθηκε την εποχή που η προσφεύγουσα εκρύπτετο, η Επιτροπή της πρότεινε να τη χρησιμοποιήσει ως έκτακτη υπάλληλο βάσει των μεταβατικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2615/76, της 21ης Οκτω6ρίου 1976. Αυτό έχει σημασία διότι δυνάμει των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων προτάσεις του είδους αυτού έπρεπε να γίνουν σε μέλη του προσωπικού του Ιδρύματος εν υπηρεσία στο Ίδρυμα κατά την 30ή Οκτωβρίου 1976 (δηλαδή κατά την περίοδο κατά την οποία η Mascetti εκρύπτετο) και επίσης οι συμβάσεις των θα καταγγέλονταν εκτός εάν οι προτάσεις γίνονταν δεκτές εντός έξι μηνών.
Επιπλέον, η αναγνώριση της συνεχίσεως της εργασιακής σχέσεως δεν περατώθηκε κατόπιν της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση. Η πρόταση που έγινε στις 14 Οκτωβρίου 1981 προϋποθέτει αναγνώριση του δικαιώματος της Mascetti να καταταγεί στο κλιμάκιο 8 κατά την ανάληψη των καθηκόντων της. Εντούτοις, η Επιτροπή εκφράζεται ρητώς με την ανταπάντηση της σ' αυτή τη φάση της διαδικασίας όταν αναφέρει τα αποτελέσματα των περιστάσεων που ανάγκασαν τη Mascetti να απουσιάσει από την υπηρεσία. Η καθής υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν δεν μπορεί να προσαφθεί στον εργαζόμενο ευθύνη, «επερχόμενο γεγονός που καθιστά αδύνατο για τον υπάλληλο να εκπληρώσει τα καθήκοντα του ... συνεπάγεται προσωρινή ανασνοΑή της εργασιακής σχέσεως». Συμφωνώ με την άποψη αυτή και θεωρώ πειστικά τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti για να αποδείξει ότι οι διενέξεις του είδους αυτού μπορούν να επιλυθούν με την ευρεία εφαρμογή, ή την κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 88 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (προτάσεις στην υπόθεση 2/76 Mascetti, Raccolta 1976, σ. 1982, και ειδικότερα σ. 1985).
Η απουσία της Mascetti από την υπηρεσία της και η μεταβολή στην υπηρεσιακή της κατάσταση (από μέλος του προσωπικού του Ιδρύματος σε έκτακτο υπάλληλο) δεν έχουν επηρεάσει τη συνέχεια της υπηρεσιακής της σχέσεως με την Επιτροπή. Κατά συνέπεια, πρέπει να καταταγεί στο κλιμάκιο 8 του βαθμού C 1 από την 1η Οκτωβρίου 1977.
4.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω το Δικαστήριο να κρίνει
α)
ότι η προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον στη συνέχιση της διαδικασίας κατόπιν της εκδόσεως της προδικαστικής αποφάσεως και
β)
ότι η προσφεύγουσα δικαιούται να καταταγεί στο κλιμάκιο 8 του βαθμού C 1 από την 1η Οκτωβρίου 1977.
Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, έχοντας υπόψη το ότι η προσφεύγουσα έχει δικαιωθεί εν μέρει, τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία και τη φύση της διαφοράς, θεωρώ ότι είναι δίκαιο τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων να φέρουν κατ' ισομοιρία οι διάδικοι και η Επιτροπή να υποστεί το εναπομένον τρίτον.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy