ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 12 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ὁ προσφεύγων στην υπόθεση ἡ ὁποία θά μᾶς ἀπασχολήσει σήμερα, εισήλθε στήν υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπῆς Εὐρατόμ, τόν Αύγουστο τοῦ 1960 — ἀφοῦ ἤσκησε τό επάγγελμα τοῦ ἀνεξαρτήτου ἀρχιτέκτονος ἀπό τό 1957 μέχρι τό 1960 — μέ ἀποδοχές πού ἀντιστοιχούν στον βαθμό Α 7/2. Κατ' ἀρχάς ἐτοποθετήθη στό Κέντρο Πυρηνικῶν ερευνών Ispra, ὅπου διηύθυνε μέχρι τοῦ 1970 μία διοικητική μονάδα. Τό 1963 διωρίσθη υπάλληλος στόν βαθμό Α 6/1 καί, ἀπό τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1970, μετετέθη στην γενική διεύθυνση «Ἀνάπτυξη» τῆς ενιαίας Ἐπιτροπῆς τῶν τριῶν Κοινοτήτων, ή ὁποία εἶχε ἐν τῶ μεταξύ ιδρυθεί. 'Εκεῖ υπηρέτησε κατ' ἀρχάς στό τμήμα «Τεχνικά Έργα» τῆς διευθύνσεως «Ευρωπαϊκό Ταμείο 'Αναπτύξεως». 'Από τῆς 9ης Μαρτίου 1971, υπηρέτησε εντός τῆς αυτής διευθύνσεως, στό τμήμα ΙΙΙ («Κατασκευές, βιομηχανία, γεωργία, γενική υποδομή») καί — ἀφοῦ προήχθη στόν βαθμό Α 4/3 τό 1974 — μετετέθη τόν 'Ιούνιο τοῦ 1975 στό τμήμα V («Πολεοδομία καί κοινωνικός εξοπλισμός») τῆς διευθύνσεως C ὅπου διευθύνει τόν τομέα Δυτική Ἀφρική, Κεντρική 'Αφρική, Ειρηνικός καί Maghreb καί ὅπου ἀναπληρώνει τόν προϊστάμενο τοῦ τμήματος κατά τήν ἀπουσία του.
'Ηδη κατά τό 1975, συμμετέσχε στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/716/75, ὁ όποιος διενεργεῖτο πρός πλήρωση τῆς θέσεως τοῦ προϊσταμένου, τοῦ τμήματος C 5. Δέν επελέγη γιά τήν ἐν λόγω θέση, άλλα συμπεριελήφθη στον πίνακα ικανότητος.
Τόν Μάιο τοῦ 1979, πρός πλήρωση τῆς ἀνωτέρω θέσεως Α 3 τῆς διευθύνσεως «Σχέδια» προεκηρύχθη νέος διαγωνισμός (COM/161/79). Ὅσον άφορα τήν περιγραφή τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῆς θέσεως καθηκόντων καί τῶν πρός τούτο ἀπαιτουμένων προσόντων, παραπέμπω στό παράρτημα 1 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως ἐπί τοῦ θέματος θά πρέπει νά επανέλθω ἀργότερα, μέ άλλη ευκαιρία. Πλην τοῦ προσφεύγοντος, ορισμένοι ἀκόμη υποψήφιοι υπέβαλαν ὑποψηφιότητα γιά τήν προκηρυχθείσα κενή θέση. Σέ υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ανάπτυξη» τῆς 1ης 'Ιουνίου 1979, ἀνεφέρθη ὅτι μόνον ὁ προσφεύγων καί ὁ υποψήφιος L. συνεκέντρωναν τίς ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις, άλλά γιά τόν διορισμό θά έπρεπε νά προτιμηθεί ὁ υποψήφιος L., λόγω τῆς πείρας του.
Ό ἐν λόγω υποψήφιος διετέλεσε ἀπό τοῦ Σεπτεμβρίου 1973 μέχρι τοῦ 1976 στην υπηρεσία τῆς «Association Européenne pour la Coopération» (Ευρωπαϊκή ένωση συνεργασίας) ως ελεγκτής τοῦ Ευρωπαϊκού Ταμείου 'Αναπτύξεως στην Κεντρική 'Αφρική. 'Από τῆς 1ης 'Ιουνίου 1976, προσελήφθη γιά διάρκεια δύο ετών ὡς έκτακτος υπάλληλος στόν βαθμό Α 3/2 ἀπό τήν 'Επιτροπή καί ἐτοποθετήθη στην Γενική Διεύθυνση VΙΙΙ, διεύθυνση Β, ὡς προϊστάμενος τοῦ τμήματος «Δυτική Αφρική». Ἀφού συμμετέσχε σέ εσωτερικό διαγωνισμό, διωρίσθη μέ ἀπόφαση τῆς 23ης 'Ιανουαρίου 1979 ὡς δόκιμος υπάλληλος μέ τόν βαθμό Α 3/3 καί, ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979, παρέμεινε υπηρετών στην ἀνωτέρω θέση.
Καί ὁ υποψήφιος αυτός επελέγη πράγματι ἐν συνεχεία στό πλαίσιο τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως COM/161/79. Κατόπιν συσκέψεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς13ης Ἰουνίου 1979, διωρίσθη μέ ἀπόφαση τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 10ης 'Ιουλίου 1979, προϊστάμενος τοῦ τμήματος C 5 («Πολεοδομία καί κοινωνικός εξοπλισμός») ἀπό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1979. Ή μονιμοποίηση του ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1979 ἐπηκολούθησε μέ ἀπόφαση τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1979.
Ό προσφεύγων ἐπληροφόρηθη την 5η 'Ιουλίου 1979 ὅτι ἡ ὑποψηφιότης του ἀπερρίφθη. Υπέβαλε λοιπόν την 10η Σεπτεμβρίου 1979 πρός τόν πρόεδρο τῆς 'Επιτροπής, διοικητική ένσταση μέ τήν ὀποία ἐζήτει τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ὁ L. είχε διορισθεί προϊστάμενος τοῦ τμήματος C 5. Ή ένσταση αυτή ἀπερρίφθη ρητώς μέ ἀπόφαση τῆς 27ης Μαρτίου 1980.
Κατόπιν τούτων ἠσκήθη προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου μέ τήν ὁποία ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 27ης Μαρτίου 1980 περί ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής ἐνστάσεως τοῦ προσφεύγοντος..
'Επί τῶν αιτημάτων αυτῶν έχω νά παρατηρήσω τά ἀκόλουθα:
1.
Προς υποστήριξη τῶν αιτημάτων του, ὁ προσφεύγων προβάλλει κατ' ἀρχάς ὅτι πρός πλήρωση τῆς θέσεως γιά τήν ὁποία προεκηρύχθη ὁ διαγωνισμός ἔπρεπε νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη μόνον στοιχεία πού προκύπτουν ἀπό τήν ἀνακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως καί έχουν σχέση μέ τήν πρός πλήρωση θέση. 'Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, ἀποφασιστικός λόγος γιά τόν διορισμό τοῦ L. υπήρξε — κατά τήν άποψη του — ένα στοιχείο «ξένο», ήτοι ἀνάγκες προκύπτουσες ἀπό τήν ἀναδιοργάνωση πολλῶν τμημάτων τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη». Ό προσφεύγων ἀναφέρεται σχετικώς πρός παντός σέ υπηρεσιακά σημειώματα τῶν μηνών Φεβρουαρίου καί Μαρτίου 1979 (παραρτήματα 6 καί 7 τῆς ἀπαντήσεως), τά όποια καθιστούν σαφές πώς ἐτροποποιήθη τότε τό ὀργανόγραμμα τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη». Προς υποστήριξη τοῦ βασιμου τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, προσκομίζει άλλωστε μία επιστολή πού ένα μέλος τῆς 'Επιτροπής ἀπηύθυνε τόν 'Ιούνιο τοῦ 1979 στόν βέλγο Υπουργό 'Εξωτερικών — κατόπιν τῆς παρεμβάσεως του ὑπέρ τοῦ προσφεύγοντος — καί στην ὁποία ἀναφέρεται ὅτι ἡ μετάθεση τοῦ L. «ἀνταπεκρίνετο σέ ευρύτερες ἀνάγκες ὅσον άφορᾶ τήν ἀναδιοργάνωση πολλών τμημάτων τῆς γενικής αυτής διευθύνσεως». 'Επί πλέον, σέ συμπληρωματικό υπόμνημα ἀνέφερε ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς διευθύνσεως Β τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη» ἐπερατώθη μέ ἀπόφαση τῆς 2ας 'Ιουλίου 1980 ἀπό τῆς 1ης Αυγούστου 1980 καί ὅτι κατ' αυτήν, τά τμήματα Β 2, καί Β 3 καθώς καί τό τμήμα Β 1, τοῦ ὁποίου προηγουμένως προΐστατο ὁ L., κατηργήθησαν διότι «ουδόλως συνεπάγονται καθήκοντα διαχειρίσεως καί συντονισμοῦ».
Όσον άφορὰ τήν ἐπιχειρηματολογία αυτή, ήδη, κατά τήν άποψη μου, χωρεῖ ἀμφιβολία περί τοῦ κατά πόσο ευσταθεί τό βασικό σημείο εκκινήσεως της, κατά τό όποιον γιά τήν πλήρωση κενών θέσεων δέν πρέπει νά λαμβάνονται σέ καμμία περίπτωση ὑπ' ὄψη άλλα στοιχεία πλην τῶν ἀναφερομένων στην ἀνακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως καί εχόντων σχέση μέ τήν πρός πλήρωση θέση. Κατά τήν γνώμη μου, «τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας» πού επικαλείται ὁ προσφεύγων στην συγκεκριμένη περίπτωση δέν ἀποκλείει νά λαμβάνονται επίσης ὑπ' ὄψη, κατά τήν πλήρωση κενής θέσεως, εκτιμήσεις συνδεόμενες μέ τήν ἀναδιοργάνωση υπηρεσιών. 'Εν πάση περιπτώσει, αυτό δύνανται νά γίνει δεκτό ὅταν, μετά τήν εξέταση τῶν υποψηφιοτήτων, ἀπομένουν μόνο ισάξιοι υποψήφιοι καί ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή — λαμβανομένων ὑπ' ὄψη ὅλων τῶν κριτηρίων τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως — ἀντιμετωπίζει τό ζήτημα ποιόν υποψήφιο τελικώς νά προτιμήσει. Κατά τά φαινόμενα, αυτό συμβαίνει πράγματι στην προκειμένη περίπτωση, καί μάλιστα φαίνεται ὅτι ὁ υποψήφιος πού προετιμήθη έναντι τοῦ προσφεύγοντος διέθετε τά καλύτερα προσόντα, ὅπως δύναται νά συναχθεί ἀπό τό ἀνωτέρω ὑπηρεσιακό σημείωμα τῆς 1ης 'Ιουνίου 1979 τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη». Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, τό γεγονός ὅτι λόγοι συνδεόμενοι μέ την ἀναδιοργάνωση υπηρεσιῶν ἠδυνήθησαν νά διαδραματίσουν επίσης κάποιο ρόλο κατά τόν διορισμό τοῦ L. δέν δύναται νά δικαιολογήσει τόν ισχυρισμό ὅτι ἐξετιμήθη κακῶς τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας.
Ἐξ άλλου, ἀναφέρω ἀκόμη — ἀκριβώς διότι επίσης τά προσόντα ἄλλου ὑποψηφίου πού διωρίσθη στην κενή θέση τίθενται ὑπό ἀμφισβήτηση — ὅτι δέν φαίνεται πράγματι ὅτι καθοριστικός λόγος γιά τόν διορισμό του ὑπήρξε μία τροποποίηση τῆς ὀργανώσεως τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη». Ἐπ' αὐτοῦ, δέν ἀρκεῖ πράγματι ὅτι ὁ προσφεύγων επισημαίνει ὅτι μεταξύ τῶν μέτρων ὀργανώσεως πού ἀναφέρει καί τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως υφίσταται μία ὁρισμένη σύνδεση, καί θά ήταν ενδιαφέρον νά σημειωθεί ὅτι ὁ L. ήδη την εποχή εκείνη — ἐν πάση δέ περιπτώσει γιά μία ὁρισμένη χρονική περίοδο — εἶχε συγχρόνως επιφορτισθεί μέ τήν διεύθυνση τοῦ τμήματος C 5. Θά ἠδύ-νατο νά γίνει λόγος περί ἀναγκών, ήτοι περί δεσμεύσεων ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς υπηρεσίας ὡς πρός τό πρότυπο τοῦ L., μόνον ἐάν ήδη κατ' εκείνη τήν εποχή προ-εβλέπετο ἡ κατάργηση τῆς θέσεως τήν ὁποία αὐτός κατείχε, πρᾶγμα πού θά εἶχε καταστήσει ἀναγκαία τήν τοποθέτηση του σέ άλλη θέση. 'Αλλά αυτό ουδόλως συνέβαινε κατά τήν άνοιξη τοῦ 1979. Τότε ἐπραγματοποιήθη ἁπλώς — ὅπως προκύπτει ἀπό τά προαναφερθέντα υπηρεσιακά σημειώματα — μία ἀναδιάταξη διαφόρων θέσεων A 3, καί μάλιστα μεταξύ άλλων ἡ μεταφορά μιᾶς κενής θέσεως Α 3 ἀπό τό τμήμα Β 2 στό τμήμα C 5, ἡ ὁποία κατέστησε δυνατή τήν δημοσίευση τῆς ἀνακοινώσεως περί ὑπάρξεως κενής θέσεως πού μᾶς ἀπασχολεί ἐν προκειμένω. 'Απεναντίας, ουδόλως είχε ἀντιμετωπισθεί ή κατάργηση τῆς θέσεως πού κατείχε ὁ L., μάλιστα δε — ὅπως προκύπτει ἀπό τό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 1ης 'Ιουνίου 1979 — εἶχε προταθεί σχετικώς ἡ δημοσίευση ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως.
Αυτό θά ἔπρεπε νά εἶναι καθοριστικό. 'Απεναντίας, ὁ προσφεύγων, δέν δύναται, κατά τήν γνώμη μου, σέ καμμία περίπτωση νά επικαλεσθεί, πρός υποστήριξη τοῦ πρώτου ισχυρισμού του, μέτρα τά όποια, δέν ελήφθησαν παρά μόνον περίπου ένα έτος ἀργότερα, ήτοι τόν Ἰούλιο τοῦ 1980. Πράγματι, δέν δύναται νά ευρεθεί καμμία σχέση μεταξύ τῶν μέτρων αυτών, καί τοῦ ὑπό κρίση διορισμοῦ ἀντιθέτως δέν κατέστη δυνατό νά ἀποδειχθεί σαφώς ὅτι γιά τόν διορισμό ελήφθησαν ὑπ' ὄψη σκέψεις οἱ όποιες ἀπέρρεαν ἀπό τήν κατάργηση τῆς κατεχομένης ἀπό τόν L. θέσεως.
Ὑπό τίς περιστάσις αυτές, οὔτε ἡ μνημονευθείσα επιστολή ἑνός μέλους τῆς 'Επιτροπής τῆς 25ης 'Ιουνίου 1979 δύναται κατά τήν γνώμη μου νά θεωρηθεί ὡς ἀπόδειξη στηρίζουσα τόν ισχυρισμό τοῦ προσφεύγοντος. Σχετικώς υποθέτω, ὅπως καί ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπής, ὅτι πρόκειται μόνον γιά τήν μέ διπλωματικό τρόπο διατυπωμένη ἀπόρριψη μιᾶς παρεμβάσεως ἀνεπιθύμητης καθ' εαυτής, καί ὄχι γιά τήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀποφασιστικοῦ λόγου ὅσον ἀφορᾶ τόν διορισμό στην πρός πλήρωση θέση.
Κατά συνέπεια, δέν υφίσταται λόγος ἀκυρώσεως τῆς προσβληθείσης ἀποφάσεως μέ τό αιτιολογικό ὅτι σκέψεις ξένες πρός τήν υπόθεση υπήρξαν ἀποφασιστικής σημασίας κατά τόν διορισμό στην πρός πλήρωση θέση.
2.
Όσον άφορα τόν δεύτερο λόγο ἀκυρώσεως, στοῦ ὁποίου τήν εξέταση έρχομαι τώρα, ὁ προσφεύγων προβάλλει ὅτι, βάσει τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενῆς θέσεως, ετίθετο ὡς ὅρος γιά τόν διορισμό στην κενή θέση μία «εμπεριστατωμένη γνώση καί πείρα τῶν οικονομικῶν καί τεχνικών προβλημάτων στόν τομέα τοῦ κοινωνικοῦ ἐξοπλισμοῦ καί τῆς πολεοδομίας στίς ἀναπτυσσόμενες χώρες» («connaissance ... développement»). "Ετσι, γιά τό παραδεκτό τῶν υποψηφιοτήτων ετίθετο ἕνας πολύ αυστηρός ὅρος. Αυτό συνάγεται ἀπό τό ότι σέ προγενέστερη ἀνακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως ἀναφερομένη στην αυτή θέση (COM/716/75) τό επίθετο «εμπεριστατωμένη» («approfondie») έλειπε, προφανώς διότι ἡ έκταση καί ἡ σπουδαι-ότης τῶν πρός τήν θέση συνδεομένων καθηκόντων ήσαν τότε πλέον περιορισμένες. Θά έπρεπε λοιπόν νά προσαφθεί στην 'Επιτροπή ότι έκρινε εσφαλμένως, βάσει τοῦ προσωπικοί) φακέλλου τοῦ L. καί τῆς προγενέστερης επαγγελματικής του δραστηριότητος, ὅτι ὁ υποψήφιος αυτός συ-νεκέντρωνε τίς προϋποθέσεις τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως. Ἐν πάση περιπτώσει, θά έπρεπε νά τῆς καταλογισθεί ὅτι δέν διευκρίνισε κατά ποιό μέτρο ὁ L. συνεκέντρωνε τήν ἐν λόγω προϋπόθεση.
α)
'Εάν κατ' ἀρχάς εξετασθεί, στό πλαίσιο τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἡ κατά δεύτερο λόγο μνημονευομένη τυπική πλευρά τῆς ελλείψεως αιτιολογίας, πρέπει ἀσφαλώς νά δοθεί δίκαιο στην 'Επιτροπή ἐπί δύο σημείων.
'Ορθή εἶναι ἡ άποψη τῆς — σχετικώς δύναται νά στηριχθεί ἐπί παγίας νομολογίας — ὅτι δέν εἶναι καθόλου ἀναγκαίο νά αιτιολογηθούν ἀποφάσεις περί προαγωγῶν ή διορισμῶν, διότι έναντι τῶν ἀμεσων ἀποδεκτών τους δέν συνιστούν πράξεις πού προξενούν βλάβη. Είναι επίσης ὀρθό ὅτι δέν στερείται αιτιολογίας ἡ ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως τοῦ προσφεύγοντος, ὑπό τήν έννοια ὅτι κατά τήν νομολογία (ἀπόφαση τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 188/73 — Daniele Grassi κατά Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Slg. 1974, σ. 1099 ἑπ.), γιά περιπτώσεις αὐτοῦ τοῦ είδους ἀπαιτείται αιτιολογία ὑπό τήν μορφή παραπομπής στίς νομικές προϋποθέσεις, ἀπό τίς όποιες ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ἐξαρτᾶ τήν νομιμότητα μιᾶς τέτοιας πράξεως. Πρός τοῦτο ἀρκεῖ απλώς ένα βλέμμα στην πράξη αύτη, ἡ ὁποία προσαρτάται στό δικόγραφο ὡς παράρτημα 3.
'Αλλά, κατά τό μέτρο πού ὁ προσφεύγων υποστηρίζει — αυτή ἡ διασαφήνιση συνάγεται ἀπό τήν ἀπάντηση — ὅτι δέν προκύπτει ἀπό τά έγγραφα πού προσεκόμισε ή 'Επιτροπή κατά ποιο μέτρο αὐτή ἠδύνατο νά υποθέσει ὅτι ὁ L. διέθετε τήν «εμπεριστατωμένη γνώση» («connaissance approfondie») ὑπό τήν έννοια τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως, καί ὅτι κατά συνέπεια ελλείπει μία ἐσωτερική αιτιολόγηση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη σέ κάθε διοικητική ἀπόφαση, ἀρκεῖ ἀναμφιβόλως νά τοῦ ἀντιταχθεί ὅτι δέν κατέδειξε σαφώς τήν ύπαρξη τέτοιας ρητῆς νομικής ἀρχής. Ἄν οἱ ἀναφερθείσες προϋποθέσεις πράγματι ἐπληροῦντο, εἶναι ένα διαφορετικό ζήτημα, τό όποιο πρέπει νά εξετασθεί ἀργότερα. Χωρίς περαιτέρω ἀνάπτυξη, δύναται λοιπόν νά διαπιστωθεί ὅτι βεβαίως δέν δύναται νά ἐπέλθει ἀκύρωση τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως λόγω μιᾶς οἱασδήποτε ελλείψεως αιτιολογίας, ἀλλά ἐν πάση περιπτώσει θά ἠδύνατο νά ἀντιμετωπισθεί ἀκύρωση, ἐάν πράγματι ελλείπουν οἱ ἀντικειμενικές προϋποθέσεις πού ἐπιτρέπουν νά συμπεριληφθεί ὁ διορισθείς μεταξύ τῶν υποψηφίων πού έγιναν δεκτοί.
ν)
Πρίν προβώ στην εξέταση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πού ἀποτελεί τό κεντρικό σημείο τῆς διαδικασίας, θεωρώ σκόπιμες ορισμένες διευκρινίσεις ὅσον άφορᾶ τους ισχυρισμούς τῶν διαδίκων.
αα)
Ή 'Επιτροπή ἐβάσισε κυρίως τήν άμυνά τῆς στην νομολογία, κατά τήν ὁποία ή ἁρμοδία για τους διορισμούς ἀρχή διαθέτει ευρύτατη διακριτική εξουσία ὅσον άφορᾶ τήν συγκριτική ἀξιολόγηση τῶν προσόντων κατά τήν διαδικασία προαγωγών καί κατά τήν ὁποία, σέ ἀξιολογήσεις πού διενεργοῦνται στό πλαίσιο μιᾶς τέτοιας κυριαρχικής εκτιμήσεως, δέν δύναται νά προσαφθεί παρά μόνον ή μομφή τῆς προφανοῦς πλάνης. 'Επέκρινε επίσης τό γεγονός ὅτι ὁ προσφεύγων ἀπεμόνωσε ἕνα στοιχείο τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως καί ἐπ' αὐτοῦ συνεκέντρωσε τήν επιχειρηματολογία του. Ἐπ' αὐτοῦ θά έπρεπε λοιπόν νά παρατηρηθεί ὅτι ήταν ἀναγκαία ἡ σύγκριση των υποψηφίων ἀναφορικῶς πρός ὅλους τους ὅρους τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως. Ἐξ άλλου, ἐφ' ὅσον θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι ἡ ικανότης διευθύνσεως, τά διοικητικά προσόντα καί ἡ πείρα σέ διαφόρους τομείς ἀποτελοῦν ιδιαιτέρως σημαντικά στοιχεία γιά τήν πρός πλήρωση θέση, θά ήταν δύσκολο νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ὁ L. εἶναι πλέον κατάλληλος για τήν θέση παρ' ὅ,τι ὁ προσφεύγων.
Ἐπ' αὐτοῦ πρέπει πράγματι νά παρατηρηθεί — ὁ προσφεύγων δέν παρέλειψε νά τό ἀναφέρει στην ἀπάντηση του — ὅτι κατά τόν τρόπο αυτό ἡ 'Επιτροπή, ἐν πάση περιπτώσει ἐν μέρει, δέν άπαντᾶ ευθέως ἐπί των επιχειρημάτων τοῦ προσφεύγοντος. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση τό ζήτημα δέν έγκειται στό ὅτι, κατόπιν συγκρίσεως τῶν προσόντων, εκείνα τοῦ L. ἀδίκως ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνώτερα τό ἐπίμαχο θέμα εἶναι μᾶλλον ἄν ὁ L. συνεκέντρωνε ἐν γένει ἕνα ἐκ τῶν ὅρων τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως καί ἄν κατά συνέπεια ἠδύνατο νά συμπεριληφθεί μεταξύ εκείνων, τῶν ὁποίων τά προσόντα έπρεπε νά υποβληθούν σέ συγκριτική ἀξιολόγηση.
Πάντως, ἀπό μία ὁρισμένη άποψη τό επιχείρημα τῆς Ἐπιτροπῆς ἀξίζει προσοχής. Έστω καί ἄν εἶναι βέβαιο ὅτι δέν δύναται νά γίνει επίκληση τῆς ἐπί τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως νομολογίας, δύναται ἀσφαλώς νά ληφθεί ὑπ' ὄψη μία ἀπό τίς ἀρχές της: ἡ εκτίμηση τοῦ ζητήματος, ἄν ένας υποψήφιος κατέχει εμπεριστατωμένες γνώσεις ὑπό τήν έννοια τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως, ήτοι γνώσεως ἰδιατέρου επιπέδου, συνιστᾶ επίσης ἀναμφιβόλως ἀξιολογική κρίση. Αυτό βεβαίως δέν δύναται νά ελεγχθεί ἀπό τό Δικαστήριο ὡς πρός ὅλες τίς λεπτομέρειες, άλλα ἐπ' αὐτοῦ επίσης πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι υφίσταται διακριτική εξουσία καί κατά συνέπεια νά περιορισθεί ὁ δικαστικός έλεγχος ἐπί τοῦ ἄν δύναται νά γίνει λόγος περί προφανούς πλάνης.
Ἀφ' ἑτερου, ἡ 'Επιτροπή έχει επίσης δίκαιο κατά τό ὅτι υποστηρίζει ὅτι, ὅσον άφορᾶ τόν έλεγχο τῆς ἀξιολογήσεως τῶν υποψηφίων, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἀναφορικά πρός τό ιδιαιτέρως προβληθέν ἀπό τόν προσφεύγοντα σημείο ὅτι στην ἀνακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως ετίθετο επίσης μία σειρά άλλων προϋποθέσεων. Έτσι, δέν ἦτο αναγκαία ἡ εφαρμογή, ὅσον άφορᾶ τήν ἀπό τόν προσφεύγοντα εξεταζόμενη προϋπόθεση, ἑνός κριτηρίου υπερβολικά αὐστηροῦ, ἀκριβώς διότι άλλες Ιδιότητες — ὅπως διοικητικές καί διαπραγματευτικές ἱκανότητες — προέχουν γιά τήν διεύθυνση τοῦ τμήματος C 5 ἡ στην «εμπεριστατωμένη γνώση» («connaissance approfondie») ἀναφερομένη προϋπόθεση θά ἠδύνατο ἀπεναντίας, κατά τήν κυριαρχική ἑρμηνεία τῶν ἀπαιτουμένων ἀπό τήν ἀνακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως προσόντων ἡ ὁποία επιφυλάσσεται στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, νά εκληφθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ἀρκοῦν σταθερές γνώσεις στον ἐν λόγω τομέα.
ββ)
Ἔτσι καθίσταται επίσης σαφές — καί μέ αυτό έρχομαι στην δεύτερη διασαφήνιση ὅσον άφορα τόν ισχυρισμό τοῦ προσφεύγοντος — ὅτι τό σημείο εκκινήσεως πού επελέγη ἀπό τόν προσφεύγοντα, ὅπως προκύπτει ἀπό τό συμπληρωματικό του υπόμνημα, δέν δύναται νά γίνει δεκτό. Ὡς γνωστό, αυτός καθιστά κατά κάποιον τρόπο τό 'ίδιο επίπεδο γνώσεων δεσμευτικό κριτήριο καί δηλώνει ὅτι, επειδή ένας υπάλληλος Α 4 ἐπεξειργάσθη εντός τοῦ τμήματος C 5 μεγάλο ἀριθμό σημαντικών σχεδίων, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ τοῦ τμήματος πρέπει νά διαθέτει τουλάχιστον γνώσεις καί πείρα τοῦ αὐτοῦ επιπέδου. Κατά τήν άποψη μου, αὐτό δέν εἶναι καθόλου υποχρεωτικό, καί μάλιστα φαίνεται επισφαλές καθ' ὅσον θά κατέληγε σέ ἀπαράδεκτο καί μή ἀναγκαίο περιορισμό τοῦ πεδίου επιλογής τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής. Πράγματι, δέν δύναται νά ἀπαιτείται ἀπό τόν προϊστάμενο μιας διοικητικῆς μονάδος νά διαθέτει ὅλες τίς γνώσεις καί την πείρα τῶν συνεργατῶν του, άλλά εἶναι μόνον σημαντικό νά διαθέτει στόν τομέα πού καλείται νά διευθύνει γνώσεις ἀρκούντως σταθερές πού θά τοῦ επέτρεπαν νά διευθύνει, νά ελέγχει καί νά συντονίζει κατά τόν κατάλληλο τρόπο τους συνεργάτες του.
γγ)
Ευθύς ἐξ ἀρχῆς καθίσταται λοιπόν σαφές, ὅτι ὁ έλεγχος πού πρέπει νά διενεργηθεί στό πλαίσιο τοῦ ὑπό εξέταση ισχυρισμού δύναται νά περιορισθεί στό ἄν τά ἀπό την 'Επιτροπή ἐπικαλούμενα στοιχεία εκτιμήσεως ἀρκοῦν νά ἀποδείξουν ὅτι στην περίπτωση τοῦ διορισθέντος υπαλλήλου ὀρθώς ἐθεωρήθη ὅτι αυτός διέθετε σταθερή καί εμπεριστατωμένη γνώση τῶν οικονομικῶν καί τεχνικῶν προβλημάτων στόν τομέα τοῦ κοινωνικοί) ἐξοπλισμοῦ καί της πολεοδομίας στίς ἀναπτυσσόμενες χώρες, ἤ ἐάν ἀπό τόν ἔλεγχο τῶν στοιχείων αυτών, σχετικά μέ τόν όποιο τό Δικαστήριο δέν πρέπει βεβαίως νά εισέλθει σέ ὅλες τίς λεπτομέρειες, προκύπτει ὅτι ελλείπει ἡ βάση γιά μία θετική κρίση ἡ καί ὅτι συντρέχει προφανής πλάνη.
γ)
Ἐπ' αὐτοῦ, ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρθη πρό παντός σέ δύο έγγραφα, τά όποια παρέχουν πληροφορίες ἐπί τῆς δραστηριότητος τοῦ L. σέ ἀρχιτεκτονικά γραφεία τοῦ Ρόττερνταμ καί τῆς Ρώμης κατά τά έτη ἀπό 1962 έως 1973, ήτοι πρό τῆς εισόδου του στην υπηρεσία στην Ευρωπαϊκή ένωση συνεργασίας (παραρτήματα 7 καί 8 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως). Ὑπογραμμίζει ἐπί πλέον ὅτι ὁ L. κατόρθωσε νά συμπληρώσει καί εμβαθύνει τήν ἐκεῖ κτηθείσα μεγάλη πείρα στον ἐν λόγω τομέα, τόσο κατά τά έτη ἀπό 1973 έως 1976 ὡς εντεταλμένος ελεγκτής τῆς 'Επιτροπής στην Κεντρική 'Αφρική, ὅσο καί μεταγενέστερα ὡς προϊστάμενος τοῦ τμήματος Β 1 τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη».
Ὅσον άφορᾶ τό θέμα αὐτό, έχω τήν εντύπωση — επιτρέψατε μου νά τό ἀναφέρω ἀμέσως — ὅτι ἐκ τούτων διαφαίνεται ἀσφαλώς ἡ ύπαρξη σταθερής βάσεως πρός θετική κρίση τοῦ διορισθέντος υποψηφίου καί ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, ἡ κριτική τοῦ προσφεύγοντος καμμία προφανή πλάνη δέν ἀποκαλύπτει.
αα)
Ή κυρία αιτίαση τοῦ προσφεύγοντος ἀναφέρεται, ὡς γνωστόν — ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος πού εδόθη στά στοιχεία ἐκτιμήσεως ἀπό τήν 'Επιτροπή — στην δραστηριότητα τοῦ L. στόν ιδιωτικό τομέα. Θεωρεί ἐπ' αὐτοῦ ὅτι στην κατά τόν τρόπο αὐτό κτηθείσα πείρα πρέπει ἐξ ἀρχής νά ἀποδοθεί μόνον σχετική ἀξία, δεδομένου ὅτι αυτή εἶναι παρωχημένη.
Κατά τήν άποψη μου ὅμως αὐτό είναι εσφαλμένο, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ἐν λόγω χρονικών περιόδων καί τῆς ἀπουσίας ενδείξεων περί τοῦ ὅτι ὁ ἐν προκειμένω τομεύς υπέστη ἐν τῶ μεταξύ θεμελιώδεις ἀλλαγές. 'Επί πλέον, εἶναι σημαντικό τό γεγονός ὅτι ἐν συνεχεία ὁ L. δέν ἤσκησε τίς ἐπαγγελματικές του δραστηριότητες σέ εντελώς διαφορετικό τομέα, άλλά ἀνέλαβε καθήκοντα τά όποια βεβαίως ήσαν ἱκανά νά διατηρήσουν καί διευρύνουν τήν κτηθείσα πείρα.
Ὁ προσφεύγων προσπαθεί περαιτέρω νά θέσει ἐν ἀμφιβόλω τήν ἀπό τόν L. κτηθείσα στόν ιδιωτικό τομέα πεῖρα, προβάλλοντας ἀφ' ενός ὅτι ὁ κοινωνικός εξοπλισμός στους τομείς τῆς υγείας, τῆς λαϊκής στέγης καί τῆς εκπαιδεύσεως τοποθετείται ἀναμφιβόλως στό κέντρο τῶν δραστηριοτήτων τοῦ τμήματος C 5 — διότι πράγματι ἀποτελεί ἀντικείμενο τοῦ 95 % ὅλων τῶν σχεδίων — καί αντιπαραθέτοντας ἀφ' έτερου αὐτό πού προέκυπτε ἀπό τά έγγραφα πού ἐπεκαλεῖτο ή 'Επιτροπή ὅσον άφορᾶ τήν προγενέστερη συμμετοχή τοῦ L. σέ σχέδια πού ἀνεφέροντο σέ αναπτυσσόμενες χῶρες. Ἔπειτα, ὁ διορισθείς υποψήφιος συμμετέσχε μόνον σέ περιορισμένο ἀριθμό σχεδίων τά όποια, ἐπί πλέον, αφορούσαν μόνον μικρό ἀριθμό χωρῶν, ἐνῶ τό τμήμα C 5 εἶναι ἁρμόδιο γιά 60 έως 80 ἀναπτυσσόμενες χώρες. Εἶναι επίσης σαφές, κατά τόν προσφεύγοντα πάντοτε, ὅτι ἀπό τόν μικρό ἀριθμό σχεδίων μόνον έξι ὑπήγοντο στόν τομέα «Κοινωνικός εξοπλισμός καί πολεοδομία», ἐνῶ κανένα δέν ἀφοροῦσε τόν τομέα «υγεία καί λαϊκή στέγη» καί ὅτι τέσσερα σχέδια τοῦ τομέως «εκπαίδευση» ἀφοροῦσαν μόνον ἕνα μικρό τμήμα του.
Ἐπ' αὐτοῦ ὅμως πρέπει νά ἀντιπαρατηρηθεῖ — έκτός τοῦ ὅτι ὁ προσφεύγων επικαλείται μόνον 'ένα ἐκ τῶν δύο έγγραφων πού προσεκόμισε ἡ 'Επιτροπή ἐνῶ παρασιωπᾶ τό άλλο — ὅτι μία τέτοια ποσοτική θεώρηση ήδη κατ' ἀρχήν πρέπει νά θεωρηθεί εσφαλμένη. 'Εξ άλλου, δέν πρέπει νά παραβλεφθεί ὅτι τό ἐν λόγω ἔγγραφο ἀναφέρει μόνον τά σημαντικότερα σχέδια, ήτοι δέν περιλαμβάνει εξαντλητική ἀπαρίθμηση, καί ὅτι ἐπί πλέον — ὅσον άφορᾶ τόν ἀριθμό τῶν ἐν λόγω χωρών — ὁ L. ἠδυνήθη ἐν πάση περιπτώσει κατά τήν μεταγενέστερη δραστηριότητα του νά ἀποκτήσει χρήσιμη πρόσθετη πείρα.
ββ)
'Εξ άλλου, δέν δύναμαι επίσης νά συμμερισθώ τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, ὅτι ἡ 'Επιτροπή κατά τήν ἐκτίμηση τοῦ διορισθέντος υποψηφίου έλαβε ἀδίκως ὑπ' ὄψη τήν δραστηριότητα πού αυτός ἤσκησε ἀπό τοῦ 1973 μέχρι τοῦ 1976 ὡς εντεταλμένος ελεγκτής στην Κεντρική 'Αφρική καί ἐν συνεχεία ὡς προϊστάμενος τμήματος στην 'Επιτροπή.
Βεβαίως, δύναται ἀφ' ἑνός νά εἶναι ἀληθές ὅτι ἡ επεξεργασία σχεδίων — ὅπως προκύπτει ἀπό τήν περιγραφή τῶν δραστηριοτήτων τοῦ τμήματος C 5 — συντελείται στίς Βρυξέλλες καί ὅτι ἀπό ἐκεῖ επίσης ελέγχεται γενικώς ἡ εκτέλεση τους. Δύναται ἐν τούτοις ευλόγως νά υποτεθεί ὅτι ένας εντεταλμένος ελεγκτής, ὁ όποιος — ὅπως ἐβεβαίωσε κατά τρόπο πειστικό ή 'Επιτροπή — δέν εἶναι επιφορτισμένος μόνον μέ ἐξηρτημένα καθήκοντα εκτελέσεως, ἀλλά πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ένα εἶδος πρεσβευτοῦ μέ εὐρείες καί σημαντικές ἁρμοδιότητες, δύναται βεβαιότατα νά είναι επίσης σέ θέση νά ἀποκτήσει, ὅσον άφορᾶ ένα μεγάλο ἀριθμό σχεδίων, χρήσιμες γνώσεις ὑπό τήν έννοια τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως ἡ ὁποία εξετάζεται ἐν προκειμένω. Καί δύναμαι βεβαίως νά παραλείψω νά εισέλθω στίς λεπτομέρειες τῆς ἐν μέρει μκροπρεποῦς επιχειρηματολογίας τοῦ προσφεύγοντος ὅσον άφορᾶ τό ἐπίπεδο ὁρισμένων σχεδίων εκτελεσθέντων μεταξύ 1973 καί 1976 καί τῆς ἐπ' αυτών ἀσκηθείσης κριτικής.
Ὅσον άφορα ἀφ' έτερου τά καθήκοντα τοῦ L. ὡς προϊσταμένου τοῦ τμήματος Β 1, δύναται βεβαίως νά θεωρηθεί βέβαιο ὅτι αυτός ὑπό τήν ἀνωτέρω ἰδιότητα, συμφώνως πρός τήν κατά τήν διαδικασία δοθείσα περιγραφή τῶν καθηκόντων, ἠσχολήθη ὀλιγότερο εντατικά μέ σχέδια ἀπό ὅτι θά ἠδύνατο νά τό πράξει, στό πλαίσιο τοῦ τμήματος C 5. Όμως, δεδομένου ὅτι, ἀντιθέτως πρός τους Ισχυρισμούς τοῦ προσφεύγοντος, τό τμήμα Β 1 δέν ἀσχολείται μόνον μέ μία απλή καταγραφή σχεδίων — άλλωστε, στό συμπληρωματικό του υπόμνημα ἀναφέρει επίσης ὅτι περιγραφές σχεδίων καί χρηματικές εκτιμήσεις διενεργούνται τουλάχιστον ἐν μέρει, ἀπό κοινού ἀπό τά τμήματα Β 1 καί C 5 — καί δεδομένου ὅτι δέν κατέστη επίσης δυνατό νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ὁ L., ἀπό τοῦ 1976, ὑπό τήν ἰδιότητα του ὡς προϊσταμένου τμήματος, συμμετέσχε σέ μία σειρά σημαντικών συνεδριάσεων καί ἐπραγματοποίησε ταξίδια σέ ὅλες σχεδόν τίς ἀναπτυσσόμενες χώρες γιά τίς όποιες εἶναι αρμόδιο τό τμήμα, μοῦ φαίνεται ἀδιανόητο ὅτι κατά τόν τρόπο αυτό δέν ἀπεκτήθη καμμία χρήσιμη καί σταθερή πείρα ιδίως όσον άφορᾶ τό πεδίο δραστηριότητος τοῦ τμήματος C 5.
δ)
Κατά συνέπεια, καί ὁ δεύτερος λόγος ἀκυρώσεως δέν δύναται νά γίνει δεκτός, διότι γενικῶς δέν ἀπέκτησα την πεποίθηση ὅτι ἡ 'Επιτροπή έκρινε εσφαλμένως ὅτι ὁ ἐν λόγω υποψήφιος συνεκέντρωνε τίς προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται στην ἀνακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως.
3.
Μέ ένα τρίτο λόγο τέλος, ὁ προσφεύγων προβάλλει ὅτι ὁ διορισμός στην κενή θέση, ὡς πρός τόν όποιο — κατά τά ἀπό τήν 'Επιτροπή προσκομισθέντα έγγραφα — επρόκειτο μόνον περί τοῦ ζητήματος, ἄν θά ἔπρεπε νά διορισθεί ὁ προσφεύγων ἡ ὁ L., συνετελέσθη ἐν πάση περιπτώσει ἐλαττωματικῶς, διότι ἡ σύγκριση τῶν υποψηφίων ἐπραγματοποιήθη χωρίς νά εξετασθεί ἡ κατά τό ἄρθρο 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έκθεση βαθμολογήσεως τοῦ προσφεύγοντος, γιά τήν περίοδο 1975 έως 1977, ήτοι ή τελευταία έκθεση βαθμολογήσεως τοῦ προσφεύγοντος πού υπήρχε κατ' ἐκεῖνο τό χρονικό σημείο. Σχετικώς, θά έπρεπε προπάντων νά ὑπομνησθεῖ ὅτι τέτοιες εκθέσεις βαθμολογήσεως — κατά τήν νομολογία — συνιστούν ουσιαστικά στοιχεία γιά ὅλες τίς ἀποφάσεις πού ἀφορούν τήν σταδιοδρομία. Δέν δύναται επίσης νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ἡ λήψη ὑπ' οψη τῆς ἐν λόγω εκθέσεως βαθμολογήσεως θά ἠδύνατο ευκόλως νά ὁδηγήσει σέ διαφορετικό ἀποτέλεσμα. Πράγματι ἡ έκθεση περιελάμβανε ἀφ' ενός, ὄχι μόνον μία πολύ ευνοϊκή βαθμολόγηση ἡ ὁποία — λόγω μεταβολής των κριτηρίων πού ἐπεσυνέβη ἐν τω μεταξύ — συνιστούσε βελτίωση ἐν συγκρίσει πρός προγενέστερες εκθέσεις βαθμολογήσεωςάλλα, ἀφ' ἑτερου, ἀνεφέρετο επίσης ιδιαιτέρως σέ μία χρονική περίοδο κατά τήν ὁποία τά καθήκοντα τοῦ προσφεύγοντος εἶχαν επεκταθεί καί κατά τήν ὁποία οι ευθύνες του είχαν αυξηθεί δεδομένου ὅτι εἶχε ἐπιφορτισθεί μέ τήν ἀναπλήρωση τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος κατά τήν ἀπουσία του.
Εἶναι ὀρθό σχετικώς ὅτι, πράγματι, κατά τήν λήψη τῆς προσβληθείσης ἀποφάσεως, ή αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή δέν είχε στην διάθεση τῆς τήν έκθεση βαθμολογήσεως τοῦ προσφεύγοντος πού είχε συνταχθεί γιά τήν περίοδο ἀπό 1975 έως 1977. Ή εξήγηση δίδεται μέ ένα υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 1980 τοῦ προϊσταμένου τῆς γενικής διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη». Κατ' αυτό, ἡ έκθεση συνετάγη τήν 5η Δεκεμβρίου 1977 καί εδόθη στόν προσφεύγοντα. Αυτός ὅμως δέν τήν ἀπεδέχθη, καί μέ επιστολή τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1977 ἐζήτησε μία συνάντηση μέ τόν συντάξαντα τήν έκθεση βαθμολογήσεως προϊστάμενο. Μετά τήν πραγματοποίηση τῆς συναντήσεως, ἡ έκθεση βαθμολογήσεως ἐτροποποι̣ήθη καί διεβιβάσθη ἐκ νέου στον προσφεύγοντα. Ό προσφεύγων ἐν τούτοις ἐξηκολούθει νά μή εἶναι σύμφωνος μέ τήν έκθεση, καί μάλιστα λόγω μιᾶς φράσεως στην ὅλη εκτίμηση τήν ὁποία αυτός ἐθεώρει ικανή νά δημιουργήσει παρανοήσεις, άλλά ἡ ὁποία, κατά τήν άποψη τοῦ προϊσταμένου του, δέν περιείχε τίποτε ἀρνητικό. Γιά τόν λόγο αυτό, ἐκράτησε τήν — πάντοτε μή ὁριστική — έκθεση βαθμολογήσεως, ούτως ώστε κατά τήν λήψη τής προσβληθείσης ἀποφάσεως, αυτή δέν περιελαμβάνετο πράγματι στόν προσωπικό του φάκελλο, προσεκομίσθη δέ μόνον μέ τήν απάντηση κατά τήν παρούσα διαδικασία.
Ή 'Επιτροπή εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἐκ τοῦ ἀνωτέρω γεγονότος δέν συνάγεται ἐν τούτοις λόγος ἀκυρώσεως. Σχετικῶς, προβάλλει ἀφ' ενός ὅτι δυνάμει τῶν γενικών διατάξεων εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 43 τίς όποιες εξέδωσε, ὁ προσφεύγων ὑπεχρεοῦτο νά επιστρέψει εντός ὀκτώ ήμερων τρία ἀντίτυπα τῆς εκθέσεως βαθμολογήσεως πού είχε συνταχθεί γι' αυτόν. 'Αν δέν συνεμορφώθη πρός τόν ἀνωτέρω κανόνα, πρέπει νά ἀποδώσει στην ιδική του ἀντικανονική συμπεριφορά τό γεγονός ὅτι δέν κατέστη δυνατό νά ληφθεῖ ὑπ' ὄψη ή έκθεση βαθμολογήσεως κατά τήν ἐν προκειμένω διαδικασία πληρώσεως τῆς θέσεως. 'Αφ' έτερου, ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι ἡ μή λήψη ὑπ' ὄψη τῆς εκθέσεως βαθμολογήσεως δέν ήδύνατο νά παραβλάψει τά συμφέροντα τοῦ προσφεύγοντος. Πράγματι, ὅχι μόνον ἡ έκθεση ἦταν προφανώς ὀλιγότερον ευνοϊκή ἀπό προηγούμενες εκθέσεις πού περιλαμβάνονται στόν προσωπικό φάκελλο τοῦ προσφεύγοντος, άλλά εἶναι επίσης σαφές ὅτι κατά τήν επιλογή στην οποία προέβη ἡ 'Επιτροπή — ὅπως προκύπτει ἀπό τό ήδη μνημονευθέν υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ γενικοῦ διευθυντού τῆς 1ης 'Ιουνίου 1979 καί ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπής ἐπί τῆς ενστάσεως — υπήρξε καθοριστικό τό γεγονός ὅτι ὁ L. διέθετε μεγαλύτερη πείρα ἐπί αφρικανικῶν προβλημάτων, καί ἰδίως μάλιστα ἀπό πολιτικής ἀπόψεως.
Κατά τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, ἡ μή επιστροφή τῆς εκθέσεως βαθμολογήσεως δέν συνιστᾶ παράβαση υποχρεώσεως, διότι — έκτός τοῦ ὅτι ἡ έκθεση δέν τοῦ ἐκοινο-ποιήθη επισήμως — πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι κατ' εκείνη τήν χρονική περίοδο — ὅπως προκύπτει ἀπό μία σύγκριση τῶν νέων διατάξεων εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 43 πρός τίς προηγούμενες ἰσχύουσες — δέν 'ίσχυε καμμία υποχρεωτική προθεσμία γιά τήν ἐπιστροφή, άλλά 'ίσχυαν μόνον «προθεσμίες τάξεως» («délais d'ordre»). 'Εν πάση περιπτώσει, συμφώνως πρός τους κανόνες τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, σχετικώς προέχει ἡ υποχρέωση τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής νά συντάσσει εκθέσεις βαθμολογήσεως καί νά τίς λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη στό πλαίσιο ἀποφάσεων πού ἀφορούν τήν σταδιοδρομία. Ἡ ἐν λόγω υποχρέωση θά ἠδύ-νατο νά έχει ἐκπληρωθεί, διότι κατά τόν «ὁδηγό βαθμολογήσεως» («guide de notation») μία έκθεση καθίσταται ὁριστική ἐάν δέν προβληθεί κατ' αυτής ένσταση εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας. Ό συντάξας τήν έκθεση βαθμολογήσεως προϊστάμενος ἠδύ-νατο ἁπλώς νά διαπιστώσει τήν εκπνοή τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας καί ἐν συνεχεία, μέ επικύρωση, νά δώσει στην έκθεση ὁριστικό χαρακτήρα. 'Αλλά βεβαίως, δέν είναι δυνατό νά εκκινήσουμε ἀπό τήν ἰδέα ὅτι ή παράλειψη νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ έκθεση βαθμολογήσεως δέν έβλαψε ἀτομικά συμφέροντα, λόγω τοῦ ὅτι ἡ έκθεση γιά τά έτη ἀπό 1975 έως 1977 ήταν ὀλιγότερον ευνοϊκή ἐν συγκρίσει πρός προηγούμενες πού ευρίσκονται στόν προσωπικό φάκελλο τοῦ προσφεύγοντος, δεδομένου ὅτι ἀπό μία σχετική σύγκριση προκύπτει σαφώς τό ἀντίθετο, τουλάχιστον όσον ἀφορᾶ τό κύριο περιεχόμενο τῆς ἐκθέσεως.
Καί κατά τήν εκτίμηση τοῦ επιμάχου αυτού σημείου, πρέπει νά συμμερισθώ επίσης τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής.
Ἐπ᾽ αὐτοῦ, δέν εἶναι ἀναγκαίο νά εἰσέλθω στίς λεπτομέρειες τοῦ ζητήματος πώς πρέπει νά εκτιμηθοῦν οἱ καθοριστικές προθεσμίες γιά τήν ἐπιστροφή τῶν εκθέσεων βαθμολογήσεως, συμφώνως πρός τήν σχετική μέ τό άρθρο 43 προηγουμένη κανονιστική ρύθμιση, καί ἄν πράγματι επρόκειτο γιά «προθεσμίες τάξεως» («délais d'ordre»), τῶν ὁποίων ἡ μή τήρηση δέν θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς παράβαση υποχρεώσεως τοῦ υπαλλήλου, πράγμα τό όποιο ἐν τούτοις φαίνεται να προσκρούει σέ ὁρισμένες διατάξεις τοῦ τότε ισχύοντος «ὁδηγοῦ βαθμολογήσεως» («guide de notation»). Ἀντιθέτως, σημαντική γιά τήν επίλυση τῆς παρούσης υποθέσεως εἶναι ἡ ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1972 ἐπί τῆς υποθέσεως 90/81 — Giorgio Bernardi κατά Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου — (Sig. 1972, σ. 603), τῆς ὁποίας τά πραγματικά περιστατικά ήταν παρόμοια καί πού ἀνεφέρετο σέ έννομη κατάσταση ἀντίστοιχη πρός τήν ἐν προκειμένω. Μέ τήν ἀπόφαση αύτη τό Δικαστήριο, ἀκολουθώντας τίς προτάσεις τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, ὁ όποιος ἀνεφέρθη στίς υποχρεώσεις νομιμοφροσύνης καί συνεργασίας τοῦ ενδιαφερομένου υπαλλήλου, έκρινε ὅτι ή μή λήψη ὑπ᾽ ὄψη μιας εκθέσεως βαθμολογήσεως σέ μία συγκριτική ἀξιολόγηση προσόντων περισσοτέρων υποψηφίων γιά προαγωγή εἶναι άνευ σημασίας, ἄν ὀφείλεται στην συμπεριφορά τοῦ ἐν λόγω υπαλλήλου' κατά συνέπεια, ἄν ὁ υπάλληλος παρακρατεί μία έκθεση βαθμολογήσεως — πράγμα τό ὁποῖο τότε συνέβη ἐπί τέσσερις μήνες — δέν δύναται νά ισχυρισθεῖ ὅτι ἡ διαδικασία προαγωγής ἐξει-λίχθη κατά τρόπο ἀντικανονικό. Κατά τήν γνώμη μου, δέν πρέπει νά ἀποκλίνουμε ἀπό τήν ἀρχή αυτή. Στον προσφεύγοντα λοιπόν πρέπει νά ἀντιπαρατηρηθεῖ — καί ἐν προκειμένω δέν ενδιαφέρει προφανώς ἄν ἡ ἐν λόγω έκθεση βαθμολογήσεως τοῦ ἐκοινο-ποιήθη ἐπισήμως ἤ ὄχι — ὅτι ἐφ᾽ ὅσον ἐγνώ-ριζε ὅτι ἡ τελευταία έκθεση βαθμολογήσεως του, ἠδύνατο νά εἶναι καθοριστική γιά τήν υποψηφιότητά του, ὤφειλε νά μεριμνήσει νά τήν επισυνάψει εγκαίρως στόν προσωπικό του φάκελλο, καί ὅτι ἐφ᾽ ὅσον παρέλειψε νά τό πράξει, δέν δύναται σέ καμμία περίπτωση ἐκ τῶν υστέρων νά επιτύχει ἀκύρωση τῆς διαδικασίας διορισμού στην ὁποία συμμετέσχε, προβάλλοντας ἀντικανονικότητες, καταλογιστέες στην ιδία του συμπεριφορά.
Κατόπιν τούτων, δέν εἶναι πράγματι ἀναγκαίο νά εξετάσω περαιτέρω άλλα επιχειρήματα, καί ιδίως τό λεπτό ζήτημα ἄν ἡ μή ληφθείσα ὑπ' ὄψη έκθεση βαθμολογήσεως είναι πράγματι ὁλιγότερο ευνοϊκή ἀπό προηγούμενες εκθέσεις περί τοῦ προσφεύγοντος. Περατώνοντας, θά ήθελα μόνον νά προσθέσω — καί αυτό ἐπίσης συνηγορεί κατά τοῦ βασιμου τοῦ τρίτου ισχυρισμού — ὅτι πράγματι επιτρέπεται νά υποτεθεί ὅτι, έστω καί ἄν ἡ ἐν λόγω έκθεση βαθμολογήσεως εἶχε ληφθεί ὑπ' ὄψη, αυτό πιθανότατα δέν θά εἶχε ὁδηγήσει σέ διαφορετικό αποτέλεσμα, άρα ἡ επικαλούμενη ἀπό τόν προσφεύγοντα ἀντικανονικότης εἶναι άνευ σημασίας γιά τήν διαδικασία. Σχετικώς, δύναται ἀφ' ενός — πράγμα πού δέν ἀποτελεί ἀπαράδεκτη ἀνάμιξη στην επιφυλασσομένη στην διοίκηση εξουσία εκτιμήσεως — νά γίνει παραπομπή στό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Ἀνάπτυξη» τῆς 1ης 'Ιουνίου 1979, τό όποιο προωρίζετο νά προετοιμάσει τήν προσβληθείσα απόφαση καί κατά τό όποιο έπρεπε νά προτιμηθεί ὁ υποψήφιος L. λόγω τῆς ἀναγκαίας γιά τήν διεύθυνση τοῦ τμήματος C 5 πολιτικής του διαισθήσεως («feeling politique»). Ἀφ' ἑτερου, πρέπει νά προβληθεί τό ενδιαφέρον πού παρουσιάζει ἐν προκειμένω ἡ ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως τοῦ προσφεύγοντος, στην ὁποία τονίζεται ὅτι υπήρξε ἀποφασιστικό γιά τήν 'Επιτροπή τό γεγονός ὅτι ὁ L., λόγω τῆς πείρας πού ἀπέκτησε ὡς ἐντεταλμένος τῆς Ἐπιτροπῆς στην Κεντρική 'Αφρική καί ὡς προϊστάμενος τοῦ τμήματος Β 1, ἐφάνη πλέον κατάλληλος γιά τήν διεύθυνση μιᾶς διοικητικής μονάδος, ἡ ὁποία καλείται νά διατηρεί κανονικές επαφές μέ υπεύθυνες προσωπικότητες τῶν χωρῶν τῆς 'Αφρικῆς, τῆς Καραϊβικής καί τοῦ Εἰρηνικοῦ.
4.
Κατόπιν τούτων, δύναμαι μόνον νά προτείνω νά ἀπορρίψετε την προσφυγή ὡς ἀβάσιμη καί νά ἀποφανθείτε ἐπί τῶν δικαστικῶν εξόδων κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 70 τοῦ κανονισμο ί)διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy