ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 9 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Οι εταιρείες Debayser, Sucre-Union καί Jean Lion άσκησαν τον 'Ιανουάριο καί Φεβρουάριο 1977, ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀγωγές ἀποζημιώσεως κατά της 'Επιτροπής, γιά τή ζημία πού υπέστησαν
λόγω της, κατά τήν άποψη τους, παράνομης παραλείψεως ἤ ἀρνήσεως τῆς 'Επιτροπής νά εφαρμόσει τή ρήτρα δικαιοσύνης [ρήτρα ἐπιείκειας] τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 1608/74 τῆς 26ης Ἰουνίου 1974 περί εἰδικῶν διατάξεων τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ εἰδ. ἐκδ. 03, 010, σ. 229) ἐπί εξαγωγών ζάχαρης πού εἶχαν πραγματοποιηθεί βάσει συμβάσεων οἱ όποιες συνάφθηκαν κατά τρόπο σταθερό μετά τίς 15 Μαρτίου 1976.
Μέ ἀπόφαση τῆς 2ας Μαρτίου 1978 (Rec. 1978, σ. 553), τό Δικαστήριο ἀπέρριψε τίς προσφυγές αυτές ὡς ἀπαράδεκτες.
Ἐν συνεχεία οι 'ίδιες ἑταιρείες άσκησαν ἀγωγή ενώπιον τοῦ Tribunal administratif de Paris, τό Μάιο 1978, κατά τῆς σιωπηρής ἀρνήσεως τοῦ Fonds d'intervention et de régularisation du marché du sucre (FIRS), νά ἀποδεχθεί τήν αἴτησή τους περί ἀποδόσεως των αυξήσεων τῶν νομισματικῶν εξισωτικῶν ποσῶν τά όποια εφαρμόσθηκαν ἀπό τῆς 23ης 'Ιουλίου 1976 ἐπί τῶν εξαγωγών ζάχαρης πού είχαν πραγματοποιήσει ἀπό τή Γαλλία πρός χώρες μή μέλη βάσει συμβάσεων οἱ όποιες συνάφθηκαν κατά τρόπο σταθερό μετά τίς 15 Μαρτίου 1976 — ημερομηνία κατά τήν ὁποία ἡ γαλλική κυβέρνηση ἀποφάσισε νά ἀφήσει τό φράγκο νά κυμαίνεται έκτός τοῦ «νομισματικοῦ φιδιού» — καί πού είχαν εκτελεσθεί μετά τήν 25η 'Ιουλίου 1976.
Μέ ἀπόφαση τῆς 17ης 'Ιουνίου 1980, τό ἀνωτέρω δικαιοδοτικό όργανο υπέβαλε στό Δικαστήριο, πρός τό σκοπό εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, τό ερώτημα ἄν τό άρθρο 2 (1) τοῦ κανονισμοῦ 1608/74, τό όποιο περιορίζει τήν εφαρμογή τῆς ρήτρας επιείκειας πού προβλέπεται στό άρθρο 1, στίς εισαγωγές καί εξαγωγές πού πραγματοποιήθηκαν «βάσει συμβάσεων οἱ όποιες συνάφθηκαν κατά τρόπο σταθερό πρίν ἀπό τό (σχετικό) νομισματικό μέτρο», είναι έγκυρο.
Τό ερώτημα αὐτό ἀνέκυψε ήδη στίς συνεκ-δικασθεῖσες υποθέσεις 12, 18 καί 21/77 πού προαναφέρθηκαν. Στην ἀπόφαση του τῆς 2ας Μαρτίου 1978 τό Δικαστήριο περιορίσθηκε στην ἀπόρριψη τῶν ἀγωγών ὡς ἀπαραδέκτων, παρατηρώντας μεταξύ ἄλλων ὅτι ὁ κανονισμός 1608/74 «παρέσχε στά Κράτη μέλη περιθώριο διακριτικής ευχέρειας πού τούς επιτρέπει νά κρίνουν περί τῆς εφαρμογής σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τῆς ρήτρας επιείκειας, περιλαμβανομένων καί τῶν περιστάσεων πού δικαιολογούν τή χορήγηση ἡ τήν άρνηση τῆς ἀπαλλαγής, στην ὁποία ἀναφέρεται τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ» (1978 Rec. 553, σ. 569).
Γιό νά μήν ἀπασχολήσω χωρίς λόγο τό δικαστήριο ἄς μοῦ επιτραπεῖ νά παραπέμψω ἐν πρώτοις στίς προτάσεις τίς όποιες ἀνέπτυξε ὁ γενικός εἰσαγελλέας Mayras τήν 1η Φεβρουαρίου 1978 (1978, Rec. 553, σ. 577), ἀφού τό Δικαστήριο εἶχε ἀποφασίσει τήν 1η 'Ιουλίου 1977 νά επιφυλαχθεί ὡς πρός τήν ὁριστική του ἀπόφαση ἐπί τῆς ενστάσεως ἀπαραδέκτου πού ήγειρε ή 'Επιτροπή.
"Οπως γνωρίζετε στίς προτάσεις αυτές ὁ γενικός εισαγγελέας ἐξέτασε τή διακριτική εξουσία τῆς Ἐπιτροπῆς πρός θέσπιση μεταβατικών διατάξεων καί συγκεκριμένα τό ζήτημα ἄν ὁ κανονισμός 1608/74 δύναται νά θεωρηθεί μή νόμιμος, ὑπό τό φῶς τῶν αιτιάσεων τῶν προσφευγουσῶν περί παραβιάσεως τῆς ἀπαγορεύσεως εἰσαγωγῆς διακρίσεων καί μή σεβασμού τῆς ἀρχής τῆς προστασίας τῆς καλής πίστεως. Τά συμπεράσματα στά όποια κατέληξε, πού δέν ήταν ευνοϊκά γιά τίς προσφεύγουσες, μοῦ φαίνονται πλήρως πειστικά. Δέ νομίζω, ἑπομένως, ὅτι οἱ ουσιαστικά 'ίδιοι ισχυρισμοί τους στην κύρια δίκη ἀπαιτούν νέα συζήτηση ἐπί τῶν ἀπόψεων τοῦ επιχειρήματος τους σχετικά μέ τό κύρος τοῦ κανονισμού 1608/74.
Ὁ μόνος ισχυρισμός τῶν ἐναγουσῶν στην κύρια δίκη, ὁ όποιος εἶναι κατά κάποιο τρόπο νέος, στηρίζεται στην ευχέρεια ή ὁποία θεσπίσθηκε ἀργότερα μέ τόν κανονισμό 243/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1978, τοῦ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμού τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, εφόσον έχει επίσης καθορισθεί ἐκ τῶν προτέρων στην άδεια εξαγωγής τό ποσό τῆς επιστροφής, επειδή «τό νομισματικό ἐξισωτικό ποσό δέν ἀντιστοιχεί πάντοτε πρός τίς νομισματικές ἀντιστοιχίες ἐπί τῶν ὁποίων βασίζονται οι εμπορικές συμβάσεις».
Δεδομένου ὅτι ο ἀνωτέρω κανονισμός δέν τέθηκε σέ ἰσχύ παρά τήν 3η 'Απριλίου 1978 καί δέν έχει αναδρομική ἰσχύ, οἱ ενάγουσες συμπεραίνουν ὅτι, γιά τήν πρό τῆς εκδόσεώς του περίοδο, τό άρθρο 2 (1) τοῦ κανονισμοῦ 1608/74 ήταν παράνομο, καθόσον δέν εφαρμόσθηκε ἐπ' αυτών ὅπως εἶχαν ζητήσει.
'Ακόμα καί ἄν ἡ αὔξηση τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσῶν δημιούργησε νέα οικονομική κατάσταση, ἡ οποία ἀπαιτεί ἀντίστοιχη τροποποίηση τῶν σχετικών διατάξεων, δέ συνεπάγεται ἐκ τούτου ὅτι ή ἀλλαγή αὐτή τῶν οικονομικῶν συνθηκών επέβαλε στην 'Επιτροπή τήν υποχρέωση νά προσαρμόσει τήν εφαρμογή τῆς ρήτρας επιείκειας κατά τόν τρόπο πού ἐπιθυμοῦσαν οἱ ἐνάγουσες στην κύρια δίκη.
'Αντίθετα μέ τους Ισχυρισμούς αυτούς, ή παρούσα κατάσταση δέν εἶναι δεκτική συγκρίσεως ούτε μέ τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία ένας νέος κανονισμός έχει άμεσο ἀποτέλεσμα διά τῆς ἀπευθείας εφαρμογής του ἐπί τῶν έννομων σχέσεων πού έχουν δημιουργηθεί βάσει προγενεστέρων' κανόνων.
Στίς ἀνωτέρω μνημενευθεῖσες προτάσεις του τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1978 ὁ γενικός εισαγγελέας Mayras δέχθηκε ὅτι, ἀπό τήν ἄποψη τῆς σκοπιμότητας θά ήταν πολύ επιθυμητή ἡ τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ 1608/74 παρατήρησε πάντως ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν είχε σχετικώς καμία υποχρέωση (1978 Rec. 577, σ. 579) καί πρόσθεσε:
«Ἡ ἀρχή τῆς «τηρήσεως τοῦ σεβασμοῦ τῶν ήδη συναφθεισῶν συμβάσεων» πού ἐπικαλούνται οἱ προσφεύγουσες, θά ισοδυναμούσε ὑπό τίς ιδιαίτερες περιστάσεις τῆς παρούσας υποθέσεως μέ τήν παροχή στίς συναφθείσες συμβάσεις εγγυήσεως Ισοδύναμης μέ εκείνη πού θά είχαν προσλάβει κανονικά μέ τόν ἐκ τῶν προτέρων καθορισμό τοῦ ἐξισωτικοῦ ποσού. Αὐτός ὅμως ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμός δέν είναι δυνατός στό παρόν στάδιο τῆς κοινοτικής νομοθεσίας, ἡ ἀδυναμία δέ αυτή ἀποτελεί καθαυτή προειδοποίηση γιά τους επιχειρηματίες ... επιπλέον, ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμός τῶν ποσών αυτών, χωρίς ὁρισμένες επιφυλάξεις θά ὁδηγοθσε σέ μεγάλη κερδοσκοπία εἰς βάρος τοῦ κοινοτικοῦ προϋπολογισμού ...» (1978, Rec. 577, σ. 583.)
Ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ ενάγουσες, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἀνέφεραν, ενέργησαν μέ τήν πεποίθηση ὅτι τό πεδίο ἐφαρμογής τῆς ρήτρας επιείκειας έπρεπε νά είχε διασταλεί, λαβανομένου υπόψη τοῦ σκοπού ὁ όποιος τή διέπει, γιά νά καλύψει υπερβολικές αυξήσεις τῶν νομισματικών ἐξισωτικών ποσών πού θά μποροῦσαν νά προκύψουν λόγω τῆς εξόδου τοῦ γαλλικοῦ φράγκου ἀπό τό «νομισματικό φίδι», δέν έπεται ὅτι ἡ ἐν λόγω ρήτρα πρέπει νά ερμηνεύεται σύμφωνα με τίς επιθυμίες τῶν ἐναγουσῶν γιά νά μήν εἶναι παράνομη.
Προτείνω επομένως, ὅπως τό Δικαστήριο κρίνει ὅτι, ἀπό τήν εξέταση τοῦ ερωτήματος δέν προέκυψε κανένα στοιχεῖο ικανό νά επηρεάσει τό κύρος τοῦ άρθρου 2 (1) τοῦ κανονισμοῦ 1608/74 τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης 'Ιουνίου 1974.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy