ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 2 'ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ προδικαστική υπόθεση πού μᾶς ἀπασχολεί σήμερα ἀναφέρεται, ακόμα μία φορά, στην ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πού εξετάζεται σέ σχέση με τό γερμανικό σύστημα φορολογίας των οινοπνευμάτων, ὅπως ἐξάγεται ἀπό τό νόμο περί μονοπωλίου οινοπνευμάτων τῆς 8ης 'Απριλίου 1922 (Reichsgesetzblatt Ι, σ. 335, 405, μετά την τελευταία του τροποποίηση ἀπό τό νομό τῆς 13ης Νοεμβρίου 1979, Bundesgesetzblatt Ι σ. 1937).
Δεδομένου ὅτι τό σύστημα αυτό εἶναι γνωστό στό Δικαστήριο, λόγω μιᾶς σειράς ὑποθέσεων τῶν ὁποίων επιλήφθηκε στο πλαίσιο αυτό, θά περιορισθώ να υπογραμμίσω ὅτι ὁ γερμανικός νόμος περί μονοπωλίου οινοπνεύματος διακρίνει, στό θέμα των φόρων πού επιβάλλονται στά προοριζόμενα γιά κατανάλωση οινοπνεύματα, μεταξύ τοῦ Branntweinsteuer (φόρος οἰνο-πνεύματος), τοῦ Branntweinaufschlag (πρόσθετος φόρος οἰνοπνεύματος) καί τοῦ Monopolausgleich (εξισωτικός φόρος μονοπωλίου). Ή κατάσταση πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς διαφοράς στην κύρια υπόθεση ἀντιστοιχεί βασικά μέ ἐκεινη γιά την ὁποια εκδόθηκε ἡ ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην ὑπόθεση 45/75 (Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Großhandels GmbH κατά Hauptzollamt (κεντρικό τελωνείο) Landau-Pfalz, ἀπόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1976, Slg. 1976 σ. 181).
Ἡ εταιρεία «Rumhaus Hansen GmbH & Co.», Flensburg, (στό έξῆς Hansen), προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση, εἶναι επίσης γνωστή στό Δικαστήριο ἀπό τίς υποθέσεις Hansen Ι (υπόθεση 148/77, Η. Hansen Junior & Ο. C. Balle GmbH κατά Hauptzollamt Flensburg, ἀπόφαση τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1978, Slg. 1978, σ. 1787) καί Hansen II (υπόθεση 91/78, Hansen GmbH & Co. κατά Hauptzollamt Flensburg, ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1979, Slg. 1979, σ. 935). Ή εταιρεία αυτή παρασκευάζει οινοπνευματώδη πού προορίζονται γιά κατανάλωση και ἀγοράζει, πρός τό σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων ελαφρύ ρούμι προελεύσεως Γουαδελούπης, που εἶναι γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα, τό όποιο προϊόν διατηρεί σέ ἀποθήκη πού τῆς ἀνήκει καί πού προορίζεται γιά τήν ἀποθήκευση οἰνοπνευμάτων.
Μέ 71 πράξεις επιβολής φόρου, πού καλύπτουν τήν περίοδο ἀπό 17 'Απριλίου μέχρι 12 'Οκτωβρίου 1973, τό Hauptzollamt τοῦ Flensburg, καθ' οὗ στην κύρια ὑπόθεση, ζήτησε από τήν προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση καί, ἀντίστοιχα ἀπό τήν επιχείρηση τήν όποία ἡ τελευταία είχε διαδεχθεί, μέ τήν εὐκαιρία τῆς εξόδου οἰνοπνευμάτων ἀπό τήν ἀποθήκη τῆς προσφεύγουσας στην κύρια υπόθεση, ὅπου εἶχαν ἀποθηκευθεί, τήν καταβολή εξισωτικῶν φόρων μονοπωλίου, γιά τό ελαφρύ ρούμι προελεύσεως Γουαδελούπης, πού υπολογίσθηκαν μέ τό συντελεστή πού 'ίσχυε τότε, δηλαδή 1500 μάρκα Δυτικής Γερμανίας ἀνά εκατόλιτρο οἰνοπνεύματος. 'Ηδη εἶχε εἰσπραχθεῖ φόρος πού υπερέβαινε τό ποσό αυτό, ως υπερβάλλον τοῦ φόρου μονοπωλίου (Monopolausgleichspitze) κατά τό χρόνο τῆς δηλώσεως πού υποβλήθηκε ενόψει τῆς θέσεως τῶν οἰνοπνευμάτων σέ ελεύθερη κυκλοφορία.
Κατόπιν προσφυγής πού άσκησε ἡ ἑταιρεία Hansen κατά τῆς φορολογίας αυτής, ή ὁποία ἐφαρμόσθηκε κατά τήν έξοδο ἀπό τήν ἀποθήκη, τό Hauptzollamt Flensburg προέβη σέ διόρθωση τῶν πράξεων επιβολής φόρου μέ ἀπόφαση τῆς 20ής Σεπτεμβρίου 1974. Μέ ἀπόφαση τῆς 19ης Σεπτεμβρίου 1979 επήλθε νέα τροποποίηση, γιά 30 πράξεις επιβολής φόρου, ἐνῶ ἡ δικαστική διαδικασία εκκρεμούσε ενώπιον τοῦ Finanzgericht. Τά δύο διορθωτικά σημειώματα δεν τροποποίησαν πάντως τό φορολογικό συντελεστή τῶν 1500 μάρκων Δυτικής Γερμανίας ἀνά εκατόλιτρο οἰνοπνεύματος.
Στη συνέχεια ἡ ἑταιρεία Hansen άσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου. Πρός στήριξη της, υποστήριξε κυρίως ὅτι ἡ εἴσπραξη εξισωτικού φόρου μονοπωλίου μέ συντελεστή 1500 μάρκα Δυτικῆς Γερμανίας ἀνά εκατόλιτρο οινοπνεύματος, επιπλέον τοῦ εξισωτικού υπερβάλλοντος, ἀντίκειται στό άρθρο 95 της συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον πρόκειται γιά οινοπνεύματα προελεύσεως Κρατῶν μελῶν ή γαλλικών υπερπόντιων διαμερισμάτων. Κατά την άποψη της, τά οινοπνεύματα αυτά δέν εἶναι δυνατό νά υποβάλλονται σέ φορολογία μεγαλύτερη εκείνης πού εφαρμόζεται, λόγου χάρη, στά ἀποστάγματα φρούτων πού παράγονται στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, κατ' εφαρμογή τοῦ χαμηλότερου φορολογικού συντελεστή πού προβλέπει ὁ νόμος περί μονοπωλίου οινοπνευμάτων (γιά τους ἀκριβείς ἀριθμούς παραπέμπω στην ἔκθεση γιά την ἐπ᾽ ακροατηρίου συζήτηση).
Τό κοινό τμήμα τοῦ Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου γιά τίς ὑποθέσεις πού ἀναφέρονται σέ τελωνειακούς δασμούς καί φόρους καταναλώσεως ἀνέβαλε τήν έκδοση ἀποφάσεως, μέ διάταξη τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980, καί υπέβαλε στό Δικαστήριο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Τά εδάφια 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθούν ὑπό τήν έννοια ὅτι εφαρμόζονται μόνο ὅταν οἱ συνθήκες παραγωγής εθνικών προϊόντων ὁμοειδών (εδάφιο 1) ἡ κατ' άλλο τρόπο ἀνταγωνιστικών (εδάφιο 2) εἶναι παρόμοιες προς εκείνες τῶν εισαγόμενων προϊόντων ή μόνο ὁ ὁμοειδής χαρακτήρας τοῦ προϊόντος ἡ ἡ κατάσταση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ εἶναι καθοριστική ἡ ἡ επέκταση, στά εισαγόμενα προϊόντα, τῶν φορολογικών πλεονεκτημάτων πού ισχύουν γιά τά εθνικά προϊόντα δύναται νά συναρτάται ἀπό τίς ποσότητες πού παράγονται ἀπό κάθε παραγωγική εγκατάσταση νοούμενη ὡς νομική ἡ οικονομική μονάδα;»
Μέ τό ερώτημα αυτό, ἐπί τοῦ ὁποίου θά λάβω θέση περαιτέρω, τό παραπέμπον δικαστήριο ζητά νά διευκρινισθούν σαφώς τά κριτήρια τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ώστε νά μπορέσει νά κρίνει ἄν, καί μέ ποιες προϋποθέσεις, τά εισαγόμενα οινοπνεύματα δύνανται νά τύχουν φορολογικών πλεονεκτημάτων, τά όποια τό εθνικό δικαστήριο επιφυλάσσει σέ ὁρισμένους τύπους προϊόντων ἡ σέ ὁρισμένες κατηγορίες παραγωγών. Δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη ἀποφανθεί πολλές φορές ἐπί τῶν ερωτημάτων αυτών, τό ερώτημα τοῦ Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου ἀποβλέπει επίσης ιδίως στή διευκρίνιση τῆς εκτάσεως τῆς υφιστάμενης νομολογίας.
'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ έχει σημασία νά θυμόμαστε ὅτι ἡ αίτηση περί προδικαστικής ἀποφάσεως ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεί μᾶς ὑποβλήθηκε πρίν ἀπό τή δημοσίευση τῆς ἀποφάσεως τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 26/80 (ἑταιρεία Schneider-Import GmbH & Co κατά Hauptzollamt τοῦ Mainz), ἀπόφαση μέ τήν ὁποία τό Δικαστήριο έκρινε ἐπί ἀνάλογου ερωτήματος τοῦ Finanzgericht Rheinland-Pfalz.
Τά δύο δικαστήρια βρέθηκαν, εντέλει, στην ἀνάγκη νά ἀπευθυνθούν στό Δικαστήριο, λόγω τῆς ἀποφάσεως Hansen Ι, στην ὁποία κρίθηκε μεταξύ άλλων ὅτι «ὅταν μία εθνική φορολογική νομοθεσία ευνοεί, μέ φορολογικές ἀπαλλαγές ἡ χορήγηση μειωμένων φορολογικών συντελεστών, τήν παραγωγή ὁρισμένων τύπων οινοπνευμάτων ἡ ὁρισμένων κατηγοριών παραγωγών, ἄν τά πλεονεκτήματα αυτά δέν ὠφελοῦν παρά ένα περιορισμένο μέρος τῆς εθνικῆς παράγωγης ἡ παρέχονται γιά ἰδιαίτερους κοινωνικούς λόγους, πρέπει νά επεκτείνονται στά εισαγόμενα κοινοτικά οινοπνεύματα πού ἀνταποκρίνονται στίς 'ίδιες προϋποθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τά κριτήρια πού ἀποτελούν τή βάση τῶν εδαφίων 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ».
Τό Finanzgericht «a quo» υπογραμμίζει τώρα, ὅτι ἐπί αιτήσεως «ἀναθεωρήσεως» σέ μιά υπόθεση παράλληλη μέ τήν κύρια δίκη τήν ὁποία άφορᾶ ἡ παρούσα διαδικασία, τό Bundesfinanzhof έκρινε, μέ προδικαστική ἀπόφαση τῆς 6ης Νοεμβρίου 1979 (υπόθεση VΙΙ R 24/77), λαμβάνοντας υπόψη τήν ἀπόφαση στην υπόθεση Hansen Ι, ὅτι ὁ καθοριστικός φορολογικός συντελεστής γιά τά εισαγόμενα οινοπνεύματα εἶναι εκείνος πού πρέπει νά εφαρμόζεται στά γερμανικά οινοπνεύματα πού προέρχονται ἀπό εκμετάλλευση δεκτική συγκρίσεως μέ τήν ἀλλοδαπή επιχείρηση στην όποια παράχθηκε τό συγκεκριμένο οινόπνευμα καί ὅτι εἶναι ἑπομένως ἀναγκαῖο νά γίνεται σύγκριση τῶν συνθηκῶν καί περιστάσεων παραγωγής. Κατά τήν εκτίμηση τοῦ δικαστή «a quo» ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀποκλείει, εντούτοις, τήν εξέταση τῆς ταυτότητας τῆς φύσεως των συνθηκῶν παραγωγής, στίς ὁποῖες περιλαμβάνονται τά πλέον ποικίλα στοιχεία, ὅπως τό ὕψος τῶν ημερομισθίων καί τῶν τιμών, τό κοινωνικό πλαίσιο, καθώς καί τό κλίμα καί τό έδαφος προκειμένου περί γεωργικών προϊόντων. 'Από τή νομολογία αυτή συνάγεται πράγματι ὅτι μόνο ἡ κλιμάκωση πού γίνεται μέ κριτήριο τίς παραχθεῖσες ποσότητες συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο, τό όποιο κριτήριο πρέπει νά θεωρηθεί ως κριτήριο πολύ οὐδέτερο ἀπό τήν άποψη τοῦ ἀνταγωνισμού.
Ή προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση θεωρεί καί αὐτή, — συμμερίζεται τήν άποψη τῆς καί ἡ 'Επιτροπή — ὅτι τό κριτήριο τῶν «παρόμοιων συνθηκών» πού μνημονεύει τό Δικαστήριο στην ὑπόθεση Hansen Ι δέν πρέπει νά συγχέεται μέ εκείνο τῶν «παρόμοιων συνθηκών παραγωγής», διότι διαφορετικά τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ θά στερούνταν κάθε πρακτικής σημασίας λόγω τῆς μεγάλης ποικιλίας τῶν περιστάσεων. 'Επιπλέον θεωρεί ὅτι ἄν λαμβάνονταν υπόψη οἱ «περιστάσεις παραγωγής», θά έπρεπε νά βασισθοῦμε σέ σύγκριση μέ πλήθος εθνικών ἐκμεταλλεύσεων, εξοπλισμένων κατά τρόπο ἀνόμοιο, ἀποστακτήρια ὑπό καθεστώς ἀποκοπής, ιδιοκτήτες πρώτων υλών, ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών, ἀποστακτήρια ὑπό σφράγιση κλπ., τῶν ὁποίων ή ύπαρξη στηρίζεται ἐπί τοῦ μονοπωλίου οἰνοπνεύματος, τά όποια ὀφείλουν νά λάβουν τήν ἔγκριση αρμόδιων άρχῶν, ἀπολαύουν εκτεταμένων προνομίων καί, στό πλαίσιο ελεύθερου ἀνταγωνισμού, θά εξελίσσονταν κατά τρόπο τελείως διαφορετικό. Κατά τήν προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση, οἱ προϋποθέσεις πού θέτει ἡ παράγραφος 79 εδάφιο 2 τοῦ γερμανικού νόμου περί μονοπωλίου οἰνοπνεύματος, στην παλαιά του μορφή, δέ δύνανται νά πληρωθούν ούτε ἀπό τή νομική οὔτε ἀπό τήν πραγματική άποψη, ἀπό τίς επιχειρήσεις πού εἶναι εγκατεστημένες στό διαμέρισμα τῆς Γουαδελούπης, οἱ όποιες ἀποτελούν, ὅλες, μεγάλα ἀποστακτήρια. Επομένως, τό προδικαστικό ἐρώτημα ἀναφέρεται στην ἀπαγόρευση εἰσαγωγῆς διακρίσεως μεγαλύτερης εκτάσεως, πού προβλέπεται στό άρθρο 37 μᾶλλον παρά στην ἀπαγόρευση διακρίσεως ἐπί τοῦ φορολογικού πεδίου πού διατυπώνεται στό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος θεωρεί ὅτι δέν εἶναι θεμιτή ἡ σύνδεση τῶν φορολογικών πλεονεκτημάτων μέ τίς παραγόμενες ποσότητες παρά μόνο ἄν οἱ τελευταίες παράχθηκαν σέ ἀνταγωνιστικό πλαίσιο, δηλαδή ἄν υπήρχαν σαφή καί ἀντικειμενικά κριτήρια δικαιολογούμενα ὑπό τό πρίσμα τόσο τοῦ εθνικού ὅσο καί τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
Ή προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση παρατηρεί ὅτι πρέπει νά θεωρηθεί παραβίαση τοῦ ἄρθρου 95 καί τό γεγονός ὅτι, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 79 εδάφιο 2 τοῦ γερμανικού νόμου περί μονοπωλίου οἰνοπνευμάτων, στην παλαιά του διατύπωση, τά ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών δύνανται επίσης νά τύχουν τῶν προνομίων πού προβλέπονται ἀπό τή νομοθεσία αυτή. Σέ τελευταία ἀνάλυση, τά τελευταία δέν ἀποτελοῦν ἀποστακτήρια βιοτεχνικής δομής τῶν ὁποίων ή φορολογική ἀπαλλαγή τῆς παραγωγής περιορίζεται σέ μερικά συγκεκριμένα δικαιώματα ἀποστάξεως, άλλά πρόκειται στήν πραγματικότητα γιά μεγάλα ἀποστακτήρια τῶν ὁποίων οἱ παραγόμενες ποσότητες ἀποτελοῦν συνάρτηση τοῦ ἀριθμού τῶν συνεταίρων ἡ τῶν συνδεόμενων μ' αυτά. Ή ἀπόσταξη αυτή καθαυτή, ή εμπορία τοῦ οἰνοπνεύματος καί ὅλα τά άλλα ουσιώδη στοιχεία συμπίπτουν μέ εκείνα πού χαρακτηρίζουν ἕνα μεγάλο ἀποστακτήριο. Ό νομικός τύπος στόν όποιο στηρίζεται αυτή ἡ οἰκονομική μονάδα είναι άνευ σημασίας στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 95.
Λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τήν επιχειρηματολογία πού ἀνέπτυξα ἐν συντομία θά ἔλεγα ὅτι ἀρκεῖ, γιά τήν επίλυση τῆς διαφορᾶς στην κύρια υπόθεση, νά ἀναφερθοῦμε στην ἀπόφαση πού εξέδωσε ἐν τω μεταξύ τό Δικαστήριο στην υπόθεση Schneider, καθώς και στίς προτάσεις μου στίς όποιες εξέθεσα τη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ἄρθρου 95, τή σχετική μέ τό προκείμενο θέμα. 'Ακριβῶς, ὅπως στην κύρια διαφορά ἀπό τήν ὁποία προέκυψε ἡ ἐν λόγω υπόθεση κατ᾽ αυτό τόν τρόπο καί στή διαφορά ἀπό τήν ὁποία προήλθε τό προδικαστικό ερώτημα πού μας ἀπασχολεί στή συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται στην οὐσία γιά τό πρόβλημα τοῦ συμβιβάσιμου, μέ τό ἄρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὁρισμένων διατάξεων ἐσωτερικοῦ δικαίου περί φορολογίας οινοπνεύματος, πού προβλέπουν φορολογικούς συντελεστές διαφοροποιημένους ἀνάλογα μέ τόν τύπο τοῦ ἀποστακτηρίου, τή σπουδαιότητα τοῦ δικαιώματος πρός ἀπόσταξη, τή φύση τῶν χρησιμοποιούμενων υλῶν καί τήν παραγόμενη ποσότητα οινοπνεύματος. Ἔτσι, ἀρκεί νά υποδείξουμε στό παρα-πέμπον δικαστήριο τά ερμηνευτικά στοιχεία πού εξάγονται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο καί έχουν συγκεκριμενοποιηθεί στην ἀπόφαση Schneider, βάσει τῶν ὁποίων τοῦτο θά δυνηθεί νά επιλύσει τό πρόβλημα αυτό.
Στην ἀλληλουχία αυτή καί ἀντίθετα ἀπό τήν άποψη τῆς προσφεύγουσας στην κύρια ὑπόθεση, εἶναι άνευ σημασίας τό γεγονός ὅτι στην υπόθεση Schneider επρόκειτο γιά εισαγωγή γαλλικοῦ cognac, ἐνῶ ἡ παρούσα διαδικασία ἀναφέρεται σέ εισαγόμενο ρούμι, δεδομένου ὅτι τό τελευταίο αυτό προϊόν, ὅπως ἐξάγεται ἀπό τήν υπόθεση 'Επιτροπή κατά Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας (υπόθεση 168/78, απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980, Slg. 1980, σ. 347) πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι εἶναι τῆς 'ίδιας φύσεως μέ τά εγχώρια προϊόντα πού ἀπαριθμοῦνται στην παράγραφο 79 τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί μονοπωλίου οινοπνευμάτων, παλαιά διατύπωση, ἡ ὡς προϊόν ἀνταγωνιστικό τῶν τελευταίων, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ουδεμία σημασία πρέπει επίσης κατ' ἀρχήν νά ἀποδίδεται στό γεγονός ὅτι ἡ νομική ρύθμιση πού εφαρμόζεται στην υπόθεση Schneider διαφέρει ἀπό εκείνη ἡ ὁποία ἀναφέρεται στην παρούσα υπόθεση, ἀπό τήν άποψη τοῦ υπολογισμοῦ τῶν διαφοροποιημένων φορολογικῶν συντελεστών. 'Αντίθετα, εκείνο πού έχει σημασία εἶναι ὅτι, τόσο στό πλαίσιο τῆς νομικής καταστάσεως πού ὑφίστατο τό 1973, ἡ ὁποία πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση ἐν προκειμένω, ὅσο καί στό πλαίσιο τῆς νομοθεσίας τοῦ 1978, ὁρισμένοι μικροί παραγωγοί, δηλαδή τά ἀποστακτήρια ὑπό καθεστώς ἀποκοπής, περιλαμβανόμενων καί τῶν ιδιοκτητών πρώτων υλών ἀπολαύουν φορολογικών πλεονεκτημάτων εντός ἑνός ὁρίου παραγωγής τήν ὁποία ευνοούσε τό μονοπώλιο καί ὅτι, τό πλεονέκτημα αυτό επεκτεινόταν καί στά ἀποστακτήρια ὑπό σφράγιση των ὁποίων ἡ παραγωγή δέν ὑπερβαίνει τά 4 εκατόλιτρα οινοπνεύματος. 'Επιπλέον, τόσο τό 1973 ὅσο καί τό 1978 προβλεπόταν συμπληρωματική μείωση γιά τά ἀποστάγματα πού παράγονται ἀποκλειστικά ἀπό πυρηνοφόρα φροῦτα ἤ ρίζες γεντιανῆς.Όσον άφορᾶ τά ἐν λόγω φορολογικά πλεονεκτήματα πού παρέχονται στους ιδιοκτήτες ἀποστακτηρίων ὑπό καθεστώς ἀποκοπής, στους ιδιοκτήτες πρώτων υλών καί στά ἀποστακτήρια ὑπό σφράγιση — πρός τό παρόν δέ θά ἀναφερθώ στό θέμα τῶν ἀποστακτηρίων φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών — τό Δικαστήριο έκρινε ὡς ἀθέμιτες, στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τίς φορολογικές διαφοροποιήσεις πού γίνονται ἀνάλογα μέ τίς κατηγορίες μικρών παραγωγών καί, επομένως, ἀπάντησε ἀρνητικά στό ερώτημα τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου πού επεδίωκε νά πληροφορηθεί, ἄν τό μόνο στοιχείο πού έχει σημασία εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ προϊόντος. Περιορίσθηκε επίσης, στή διαδικασία αυτή, νά ἀναλύσει τό ερώτημα ὑπό τό πρίσμα τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, αποκλείοντας τό άρθρο 37, ἄν καί διατυπώθηκαν ὁρισμένες ἀντιρρήσεις κατά τήν ἐν λόγω διαδικασία, ὡς πρός αυτό τόν τρόπο ἀναλύσεως.
Ἀντίθετα πάντως, μέ τή νομική κατάσταση ἐπί τῆς ὁποίας θεμελιώθηκε ἡ ἀπόφαση στην υπόθεση Schneider, ἡ παράγραφος 151 τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος, ὅπως 'ίσχυε τό 1973, πρόβλεπε«expressis verbis» φορολογική ἀπαλλαγή ἀντίστοιχη μέ την προβλεπόμενη στην παράγραφο 79 εδάφιο 2 γιά τά εισαγόμενα οινοπνεύματα ἀποστακτηρίου φρουτοπα-ραγωγικῶν συνεταιρισμών μέ ετήσια παραγωγή 'ίση ἤ κατώτερη τῶν 4 εκατολίτρων οινοπνεύματος. Όπως, ὅμως, τό Δικαστήριο τόνισε στην υπόθεση Hansen Ι, τά φορολογικά πλεονεκτήματα πού προβλέπονται γιά τά οινοπνεύματα τά όποια είναι ικανά νά ευνοήσουν τήν πραγματοποίηση νόμιμων οικονομικών ἤ κοινωνικῶν ἀντικειμενικών σκοπών, ὅπως λόγου χάρη ή διατήρηση τῶν ἀγροτικών ἀποστακτηρίων, πρέπει νά επεκτείνονται χωρίς διάκριση στά οινοπνεύματα εισαγωγής άλλων Κρατών μελών, σύμφωνα μέ τό άρθρο 95. 'Επομένως, ὅπως τό Δικαστήριο παρατήρησε μεταξύ άλλων στην ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 'Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, πού μνημονεύθηκε ἤδη, ὁρισμένα πλεονεκτήματα ἡ φορολογικές ἀπαλλαγές δέ δύνανται νά ἀναγνωρισθούν ὡς θεμιτά παρά μόνο ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι τά Κράτη μέλη, εφόσον τίς παρέχουν, τίς επεκτείνουν, επίσης, χωρίς καμία διάκριση, στά εισαγόμενα προϊόντα πού βρίσκονται σέ ὅμοια ἀκριβώς κατάσταση.
Όπως τό Δικαστήριο παρατήρησε στή συνέχεια, στην ἀπόφαση Schneider, οἱ δυσκολίες ερμηνείας τοῦ ἄρθρου 95 ὑπό τό πρίσμα τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί μονοπωλίου οινοπνευμάτων, ἀναφύονται ἀπό τους στενούς δεσμούς πού υπάρχουν μεταξύ τῶν φορολογικών ἀπαλλαγών πού προβλέπονται ἀπό τόν ἀνωτέρω νόμο καί τῶν διαδικασιών φορολογίας καί έλεγχου τοῦ γερμανικοῦ δικαίου. Εἶναι λοιπόν ιδιαίτερα δύσκολο νά μεταφερθοῦν οἱ διατάξεις αὐτές στόν τομέα τῆς φορολογικής μεταχειρίσεως τῶν οινοπνευμάτων πού ή παραγωγή τους πραγματοποιήθηκε στό πλαίσιο τῶν νομοθετικών διατάξεων ἄλλου Κράτους μέλους. Ἑπομένως, οἱ ἀπαντήσεις τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ικανοποιοῦνται, ὅταν τό δίκαιο Κράτους μέλους ἐπιτρέπει τήν εφαρμογή, στην εισαγωγή οινοπνευμάτων προελεύσεως άλλων Κρατών μελών, καθεστώτος ισοδύναμου, ὡς πρός τά πρακτικά του ἀποτελέσματα, μέ τό
καθεστώς πού ισχύει γιά τά οινοπνεύματα εγχώριας παραγωγής.Ἀπό τήν ἀπόφαση αύτη συνάγεται λοιπόν ὅτι, ὅσον άφορᾶ τά εισαγόμενα οινοπνεύματα, δέν εἶναι θεμιτό κατά τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ νά επεκτείνονται οἱ τεχνικές μέθοδοι πού προσιδιάζουν στό γερμανικό δίκαιο, στους παραγωγούς άλλων Κρατών μελών, οἱ όποιοι δέ θά μπορούσαν νά συμμορφωθοῦν πρός αὐτές.
'Αντίθετα, υπάρχει συμμόρφωση πρός τήν ἀπαγόρευση εισαγωγής διακρίσεως πού διατυπώνεται στην ἀνωτέρω διάταξη, ἀπό τή στιγμή κατά τήν ὁποία ἡ ρύθμιση, ή ὁποία εφαρμόζεται στά οινοπνεύματα πού εισάγονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη, εἶναι ἰσοδύναμη μέ εκείνη πού εφαρμόζεται στην εγχώρια παραγωγή, ὑπό τήν έννοια ὅτι τά εισαγόμενα προϊόντα ἀπολαύουν πράγματι τῶν 'ίδιων πλεονεκτημάτων ὅπως καί τά δεκτικά συγκρίσεως εθνικά προϊόντα, καθώς τό Δικαστήριο υπογράμμισε στην ἀπόφαση πού μνημονεύθηκε τελευταία. Ἄρα, ἕνα ἀνώτατο ὅριο παραγωγής, ὅταν ἀποτελεί προϋπόθεση γιά τή χορήγηση φορολογικής ἀπαλλαγής στά εισαγόμενα οινοπνεύματα, συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης, ὅταν τό ὅριο αυτό ἀντιστοιχεί «grosso modo» μέ τό ἀνώτατο όριο τό όποιο δέν πρέπει νά υπερβεί ἡ εθνική παραγωγή, γιά νά ἀπολαύει τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ πλεονεκτήματος.
Ἀπό τή νομολογία αυτή δύναται νά συναχθεί ὅτι, βάσει τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ τό όποιο ἔχει άμεση εφαρμογή — ὅπως καί τό Bundesfinanzhof ὀρθώς υπογράμμισε στην ἀπόφαση του τῆς 16ης 'Ιουλίου 1981, ὑπόθεση VII R 24/77, πού επικύρωσε τήν παρεμπίπτουσα ἀπόφαση τῆς 6ης Νοεμβρίου 1979 — ὁ καθοριστικός φορολογικός συντελεστής γιά τά εισαγόμενα οινοπνεύματα εἶναι εκείνος πού εφαρμόζεται στά οινοπνεύματα πού προέρχονται ἀπό δεκζπκή συγκρίσεως ἐθνική επιχείρηση. Αὐτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση κατά τήν ὁποία — ὅπως ἐν προκειμένω — ἡ εθνική ρύθμιση δέν προβλέπει ρητώς παρόμοια φορολογική ἀπαλλαγή. Σύμφωνα μέ ὅ,τι προαναφέρθηκε, ἀποτελεί επιχείρηση «δεκτική συγκρίσεως» ἐκείνη πού ἀντιστοιχεί «grosso modo», λόγω τῆς δομής τῆς καί τῶν παραγόμενων ποσοτήτων, στά μικρά ἀποστακτήρια, στά όποια ἀναφέρεται ὁ γερμανικός νόμος περί μονοπωλίου οινοπνεύματος.
Γιά νά χρησιμοποιήσουμε άλλους ὅρούς, καί μέ τήν εξαίρεση τοῦ προβλήματος των ἀποστακτηρίων φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμῶν, ἡ λύση συνίσταται στην ὑπό των γερμανικῶν άρχων καί δικαστηρίων ἐφαρμογή, mutatis mutandis, τῆς ρυθμίσεως τῆς παραγράφου 151 εδάφιο 3, ὅπως Ισχύει σήμερα, ἐπί τῶν εισαγωγών πού πραγματοποιήθηκαν πρίν ἀπό τή θέση σέ ισχύ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου, ἡ οποία ρύθμιση ρητώς κρίθηκε νόμιμη ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Schneider.
'Αντίθετα, τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν υποχρεώνει τά Κράτη μέλη νά επεκτείνουν τά ἐν λόγω πλεονεκτήματα στά εἰσαγό-μενα προϊόντα, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγή υπερβαίνει σημαντικά τό ὅριο παραγωγής πού καθορίζεται γιά τίς εθνικές επιχειρήσεις, ὅπως τό Δικαστήριο υπογράμμισε ἐκ νέου στην ἀπόφαση Schneider. "Αρα τό νομοθετικό κενό πού υπάρχει στή συγκεκριμένη περίπτωση δέν έχει ὡς συνέπεια τήν επέκταση τοῦ ευεργετήματος τῶν εθνικών φορολογικών πλεονεκτημάτων σέ ὅλα τά ἀποστάγματα ἀδιακρίτως τῆς καταγωγής τους, ὅπως πιστεύει ἡ προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση. 'Αντίθετα μία άλλη ερμηνεία θά ὁδηγοῦσε, ὅπως σωστά υπογραμμίζουν ἡ καθ' ἧς στην κύρια υπόθεση καί ἡ Ὁμοσπονδιακή Κυβέρνηση, σέ εισαγωγή διακρίσεως εἰς βάρος τῶν προϊόντων πού, σύμφωνα μέ τό εθνικό δίκαιο, δέν ἀπολαύουν μέν τῶν ἀνωτέρω πλεονεκτημάτων, τελοῦν ὅμως σέ ἀνταγωνισμό μέ τά εισαγόμενα προϊόντα, καί μάλιστα μέ τίς ἴδιες συνθήκες ὅπως τά ευνοούμενα ἀπό τή νομοθεσία προϊόντα.
Γιά νά καταλήξουμε δέν ἀπομένει πλέον παρά νά εξετάσουμε τό πρόβλημα τῶν ἀποστακτηρίων φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών, τά ὁποῖα μπορούσαν επίσης νά απολαύουν φορολογικών πλεονεκτημάτων, δυνάμει τῶν παραγράφων 79 εδάφιο 2 καί 79 α τοῦ γερμανικού νόμου περί μονοπωλίου οἰνοπνευμάτων, ὑπό τίς προϋποθέσεις πού καθορίζονται στό νόμο αυτό. Όπως συνάγεται ἀπό τήν παράγραφο 37 τοῦ ἀνωτέρω νόμου, ἀποτελοῦν ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών τά ἀποστακτήρια ὑπό σφράγιση τά όποια εκμεταλλεύεται ένας συνεταιρισμός, ένωση ή ομάδα προσώπων καί τά όποια παρασκευάζουν ἀποκλειστικά οινοπνεύματα ἀπό φροῦτα, ὡς πρώτες ὕλες, πού έχουν παράγει τά μέλη. Κατά τό εδάφιο 2 τῆς διατάξεως αυτής, τά οἰνοπνεύματα θεωρούνται ὅτι παράχθηκαν βάσει τοῦ δικαιώματος πρός ἀπόσταξη μεταξύ άλλων ὅταν δέν παράγονται περισσότερα ἀπό 300 λίτρα οινοπνεύματος κατά τή διάρκεια ἐτήσιας εκμεταλλεύσεως ἀπό φρούτα ἑνός μόνο μέλους. Ή παράγραφος 79 εδάφιο 2 τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος, στην παλαιά τῆς διατύπωση, τροποποιήθηκε ἐν τῶ μεταξύ ώστε τά ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών δέ δικαιοῦνται πλέον μειώσεως τοῦ πρόσθετου φόρου οινοπνεύματος.
'Επιπλέον ἡ παράγραφος 79 α, στην παλαιά της διατύπωση, καταργήθηκε. Κατά τή γνώμη μου τό ἐρώτημα ἄν ἡ ενσωμάτωση τῶν ἀποστακτηρίων φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών στην κατηγορία τῶν μικρών ἀποστακτηρίων πού ἀπολαύουν φορολογικών πλεονεκτημάτων ἀποτελεί εισαγωγή διακρίσεως ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95, δέν πρέπει νά ἐξετάζεται περισσότερο ὑπό τό φῶς τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου. Πράγματι ἀρκεῖ νά λεχθεί ὅτι ἄν τά ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών μποροῦσαν ἀκόμα νά δικαιοῦνται τῆς απαλλαγής, κατά τή σχετική περίοδο, γιά νά ἀποφευχθοῦν οἱ στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τό πλεονέκτημα αυτό θά έπρεπε επίσης νά παρασχεθεῖ στους παραγωγούς άλλων Κρατών μελών οἱ όποιοι «grosso modo» δύνανται νά συγκριθοῦν μέ αυτή τή μορφή επιχειρήσεως ἄν ληφθεί υπόψη ἡ φύση τῆς εκμεταλλεύσεως καί οἱ παραγόμενες ποσότητες. "Οσον άφορᾶ τό ερώτημα ἄν οἱ παραγωγοί ρουμιοῦ Γουαδελούπης — ὅπως μας πληροφόρησαν, πρόκειται ἀποκλειστικά γιά μεγάλα ἀποστακτήρια — δύνανται νά συγκριθούν μέ ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμῶν, στά όποια ἀναφέρεται ὁ γερμανικός νόμος περί μονοπωλίου οινοπνεύματος, λαμβάνοντας υπόψη τά κριτήρια πού ἀναφέρθηκαν ἀνωτέρω, αυτό ἀποτελεί θέμα πραγματικό σέ τελευταία ἀνάλυση, τό όποιο πρέπει νά εκτιμηθεί ἀπό τό δικαστή τῆς ουσίας. Στό πλαίσιο τῆς εκτιμήσεως αὐτής θά πρέπει βεβαίως νά ληφθεί υπόψη τό γεγονός ὅτι ή παρασκευή οινοπνευμάτων στά ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμῶν, κατά τήν περίοδο εκμεταλλεύσεως 1972/1973, τήν ὁποία άφορα ἡ προκειμένη υπόθεση, ἀνῆλθε συνολικά μόνο σέ 2111 εκατόλιτρα οινοπνεύματος, σύμφωνα μέ τά στοιχεῖα πού ἔδωσε ἡ «Bundesmonopolverwaltung für Branntwein» (Ομοσπονδιακή διοίκηση μονοπωλίου οἰνοπνεύματος).
Δεδομένου ὅτι τίποτε δέ θά δικαιολογοῦσε προσανατολισμό διαφορετικό ἀπό εκείνον πού ἀκολουθείται μέχρι τώρα στη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προτείνω νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου:
Ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμογή φορολογικών πλεονεκτημάτων τά όποια οἱ νομοθετικές διατάξεις Κράτους μέλους επιφυλάσσουν σέ ὁρισμένες κατηγορίες παραγωγῶν οινοπνευμάτων, ἡ ἀπαγόρευση διακρίσεως πού περιέχεται στό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ επιτάσσει ἡ ρύθμιση πού διέπει τά οινοπνεύματα πού εισάγονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη νά εἶναι ισοδύναμη πρός τη ρύθμιση πού εφαρμόζεται ἐπί τῆς εγχώριας παραγωγης, ὑπό τήν έννοια ἰδίως ὅτι τά εισαγόμενα προϊόντα πού προέρχονται ἀπό επιχειρήσεις δεκτικές συγκρίσεως πρέπει νά ἀπολαύουν πράγματι τῶν 'ίδιων πλεονεκτημάτων ὅπως καί τά δεκτικά συγκρίσεως εγχώρια προϊόντα.
Τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν υποχρεώνει τά κράτη νά χορηγούν ἀντίστοιχα πλεονεκτήματα στά προϊόντα εισαγωγής πού προέρχονται ἀπό επιχειρήσεις οἱ όποιες, λόγω τῆς φύσεως τους δέν εἶναι «grosso modo» δεκτικές συγκρίσεως μέ ἀντίστοιχες εγχώριες επιχειρήσεις καί τῶν οποίων ἡ παραγωγή υπερβαίνει σημαντικά τό ὅριο παραγωγης πού καθορίζεται γιά τίς ἐγχώριες επιχειρήσεις.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy