ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 27 ΜΑΪΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή παρούσα υπόθεση ἔχει ὡς ἀντικείμενο την ερμηνεία τῶν άρθρων 7, 30 καί 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ σχετικά μέ εθνικά μέτρα πού ἀπαγορεύουν, κατά τίς νυκτερινές ώρες, την παραγωγή καί τήν μεταφορά προϊόντων ἀρτοποιίας καί ζαχαροπλαστικῆς.
"Ας συνοψίσομε τά πραγματικά περιστατικά. Ό Sergius Oebel, υπήκοος τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἐκατηγορήθη γιά παράβαση τού γερμανικοί) νόμου τῆς 23ης 'Ιουλίου 1969 περί των ὡρῶν εργασίας στά ζαχαροπλαστεία καί ἀρτοποιεία διότι επέτρεψε σέ 15 εργάτες νά παραγάγουν εϊδη ἀρτοποιίας περί τήν 2α πρωινή ώρα τῆς 21ης 'Ιουλίου 1978 στίς εγκαταστάσεις τῆς εταιρίας Bockenheimer Brot τοῦ Wiesbaden. Ἐκινήθη έτσι ἡ ποινική διαδικασία ενώπιον τοῦ Amtsgericht τοῦ Wiesbaden καί τό δικαστήριο αυτό ἀπεφάσισε, μέ διάταξη τῆς 22ας 'Απριλίου 1980, νά υποβάλει στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ λαμβάνεται επίσης ὑπό τήν έννοια ὅτι υπάρχει παράβαση τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεως ὅταν ἕνα Κράτος μέλος τῆς Κοινότητος δημιουργεί, μέ νομοθετική διάταξη, μία κατάσταση πού θίγει σημαντικά τήν ἀνταγωνιστική ικανότητα τῶν ιδίων υπηκόων του, ἐν σχέσει μέ τους υπηκόους τῶν άλλων Κρατῶν μελών, στόν ἴδιο επαγγελματικό τομέα;
Τά άρθρα 30 καί 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ λαμβάνονται ὑπό τήν έννοια ὅτι τά ἀποτελέσματα, πού προκύπτουν ἀπό τήν παράγραφο 5 τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί διαρκείας τῆς εργασίας στά ἀρτοποιεία καί ζαχαροπλαστεία, μέσα στό πλαίσιο τῆς εξαγωγής καί εισαγωγής νωπών προϊόντων τοῦ τομέως, πρέπει νά θεωρηθούν ὡς μέτρα ισοδύναμα πρός ποσοτικό περιορισμό ἐπί τῶν εισαγωγών ἡ τῶν εξαγωγών;»
2.
Γιά τήν σαφή κατανόηση τῆς σημασίας τοῦ πρώτου ἐρωτήματος εἶναι ἀναγκαίο νά σημειωθεί ὅτι, στην προαναφερθείσα διάταξη, ὁ δικαστής τῆς ουσίας ἐτόνισε ἰδίως ὅτι, μέσα στό πλαίσιο τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος, ἡ 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας εἶναι ἡ μόνη χώρα στην ὁποία ἰσχύει ἡ ἀπαγόρευση νυκτερινής εργασίας στόν τομέα τῆς ἀρτοποιίας καί ὅτι τό γεγονός αυτό ἐδημιούργησε «στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ» μέ ζημία τῶν γερμανών παραγωγών καί ειδικότερα τῶν παραγωγών πού εργάζονται στίς παραμεθόριες περιοχές. Οἱ τελευταίοι ευρίσκονται σέ δυσμενή θέση λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι παραγωγοί τῶν ὁμόρων κρατών, ὅπού δέν ὑφίσταται ἀνάλογος περιορισμός τῶν ωρών εργασίας, εἶναι σέ θέση νά προμηθεύουν προϊόντα ἀρτοποιίας σέ πολύ μεγάλες περιοχές τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας μέ σημαντική υπεροχή ἔναντι τῶν γερμανών προμηθευτών. Γι' αυτό τόν λόγο τό Amtsgericht τοῦ Wiesbaden θεωρεί ὅτι ἡ παράγραφος 5 τοῦ νόμου περί ωρών ἐργασίας στά ἀρτοποιεία καί τά ζαχαροπλαστεία δύναται νά είναι ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
'Ας ἀναφέρω ἀμέσως ὅτι κατά τήν γνώμη μας τό ἀσυμβίβαστο αυτό δέν υφίσταται. Τό άρθρο 7, ἀπαγορεύοντας «κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας», ἀποσκοπεῖ νά ἀπαγορεύσει, μέσα στό πλαίσιο κάθε Κράτους μέλους, οἱ υπήκοοι τῶν άλλων Κρατών μελών νά τυγχάνουν μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία εισάγει διακρίσεις λόγω τῆς ιδιότητός τους ὡς ξένων καί εἶναι γνωστό ὅτι, ἀκριβώς λόγω τῆς λειτουργίας του αυτής, τό άρθρο 7 ευρίσκει την ἐφαρμογή του κυρίως στους κοινοτικούς κανόνες τους σχετικούς μέ τήν ελευθερία τῆς κυκλοφορίας τῶν προσώπων καί τῶν υπηρεσιῶν. Αυτό δέν έχει καμία σχέση μέ τίς ἐνδεχόμενες διαταράξεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ σέ βάρος τῶν υπηκόων Κράτους μέλους λόγω τῆς ισχυούσης νομοθεσίας στό κράτος αυτό. Στην πραγματικότητα, μιά νομοθεσία ὅπως αυτή τῆς προκειμένης υποθέσεως ἐφαρμόζεται ὄχι ἀνάλογα μέ τήν ιθαγένεια τῶν παραγωγών, άλλα ἀποκλειστικώς ἐξ αίτιας τοῦ γεγονότος ὅτι εργάζονται σέ γερμανικό ἔδαφος' ἕνας γάλλος ἡ Ιταλός ἀρτοποιός στην Γερμανία υπόκειται ὁμοίως στόν ἐν λόγω νόμο. Τό Δικαστήριο εἶχε ήδη τήν ευκαιρία νά τονίσει ὅτι σέ περιπτώσεις τοῦ είδους αὐτοῦ δέν συντρέχει περίπτωση διακρίσεως λόγω ιθαγενείας καί ὅτι, κατά συνέπεια δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι έγινε παράβαση τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συνθήκης (βλέπε ἀπόφαση τῆς 30ής Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 31/78, Bussone, Rec. 1978, σ. 2429, σκέψεις 37 ἑπ.). Δέν εἶναι δυνατή οὔτε επιτρεπτή ή κατάληξη σέ διαφορετικά συμπεράσματα παρά ἐάν ἡ οὐδετερότης τῆς εσωτερικής κανονιστικής ρυθμίσεως εἶναι φαινομενική καί ἄν, στην πραγματικότητα, ἡ ρύθμιση αυτή επιδιώκει, έστω καί μέ τήν τυπική τήρηση τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς διακρίσεως, προστατευτικούς στόχους υπέρ τῶν υπηκόων τοῦ κράτους' άλλα προφανώς δέν συμβαίνει αυτό μέ τήν περίπτωση μιᾶς νομοθεσίας ὅπως ἡ γερμανική νομοθεσία περί νυκτερινής εργασίας στά ἀρτοποιεία.
Κατά έναν γενικό τρόπο πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό θέμα τῶν ωρών εργασίας έχει παραμείνει στην σφαίρα τῆς ἁρμοδιότητος τῶν διαφόρων Κρατών μελών πρᾶγμα πού συνεπάγεται τήν δυνατότητα διαφορετικής ρυθμίσεως ἀπό κράτος σέ κράτος. Οἱ εθνικές ρυθμίσεις σέ αυτόν τόν τομέα δύνανται φυσικά νά ἀσκήσουν άμεση ἡ έμμεση επιρροή ἐπί τῶν συνθηκών ἀνταγωνισμοῦ τῶν επιχειρήσεων, οἱ όποιες υπάγονται σέ αυτές καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις νά προκαλέσουν διαταραχές ἰδίως στίς σχέσεις μεταξύ ὁμόρων επιχειρήσεων πού εἶναι εγκατεστημένες ἀπό τήν μία ἡ τήν άλλη μεριά τῶν συνόρων πάντως, οἱ καταστάσεις αυτές δέν εἶναι Ιδιαζόντως ἀντίθετες πρός τίς ἀρχές τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. "Οταν οἱ διαφορές πού υπάρχουν μεταξύ τῶν εθνικών διατάξεων σέ τομείς πού ἀνήκουν στην ἁρμοδιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ νομοθέτη καταλήγουν σέ στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ στην κοινή ἀγορά τό δραστικότερο ἀντίδοτο συνίσταται στην υιοθέτηση ἀπό τίς κοινοτικές ἀρχές ὁδηγιών, οἱ όποιες ἀποβλέπουν στην προσέγγιση τῶν νομοθεσιών βάσει τοῦ ἄρθρου 101 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
3.
Τό δεύτερο ερώτημα πού υπέβαλε ὁ δικαστής τῆς ουσίας άφορᾶ, ὅπως τό εξέθεσα, τήν ἑρμηνεία τῶν άρθρων 30 καί 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ειδικότερα τῆς ἀπαγορεύσεως μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἀντιστοίχως ἐπί τῶν εἰσαγωγῶν καί τῶν εξαγωγών. Ἁρμόζει νά τονισθεί ὅτι ή έκταση τῶν ἀπαγορεύσεων αυτών διευκρινίσθη σταδιακά ἀπό ιδιαιτέρως πλούσια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί ὅτι ή νομολογία αυτή ἐνεπνεύσθη στό σύνολό της σχεδόν ἀπό κριτήριο αὐστηρότητος. Πράγματι, δέν ἀμφισβητείται ὅτι πρέπει νά θεωρούν ὡς ἀσυμβίβαστα πρός τά προαναφερθέντα άρθρα τά μέτρα πού περιορίζουν ἀπ' εὐθείας τήν κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων μεταξύ Κρατών μελών, ὅπως εἶναι οἱ υγειονομικοί έλεγχοι κατά τήν εισαγωγή (βλέπε παραδείγματος χάριν τήν ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1976, στην υπόθεση 35/76, Simmenthal, Rec. 1976, σ. 1871), ἡ ή υποχρέωση πού επιβάλλεται στους εξαγωγείς νά προσκομίσουν τεχνικό πιστοποιητικό συμφωνίας πρός τίς προδιαγραφές εκδιδόμενο ἀπό ειδικό ὀργανισμό δημόσιου χαρακτῆρος (βλέπε τήν ἀπόφαση τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 53/76 Bouhelier, Rec. 1977, σ. 197). 'Αλλά τό Δικαστήριο υιοθέτησε καί έκανε δεκτή μιά έννοια πολύ ευρύτέρα τοῦ μέτρου ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς, ὅταν περιέλαβε στά μέτρα αυτά «κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση τῶν Κρατών μελών, ἡ ὁποία εἶναι ικανή νά εμποδίσει ἄμεσα ἡ έμμεσα, πραγματικά ἤ δυνητικά τό ενδοκοινοτικό εμπόριο» (βλέπε τήν πολύ γνωστή ἀπόφαση τῆς 11ης 'Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonville, Rec. 1974, σ. 837 τήν ὁποία ἠκολούθησε ἡ ἀπόφαση τῆς 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 119/78 Grandes Distilleries Peureux, Rec. 1979, σ. 975, σκέψη 22) καί πλέον πρόσφατα «κάθε εθνική κανονιστική ρύθμιση» πού συγκεντρώνει τά ἀνωτέρω χαρακτηριστικά (σκέψη 8 τῆς ἀποφάσεως τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1980 στην ὑπόθεση 94/79, Pieter Vriend, Rec. 1980, σσ. 327, 339).
Ὁ προσανατολισμός αὐτός ὡδήγησε στό νά θεωρείται ὅτι ἀπαγορεύονται ἀπό τά άρθρα 30 καί 34 τά μέτρα πού περιορίζουν πραγματικῶς ἡ δυνητικῶς τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές ἀκόμα καί ἄν δέν διακρίνονται ἀπό χαρακτήρα πού εισάγει διακρίσεις : ήτοι ἀκόμα καί ἄν περιορίζουν μέ τόν ίδιο τρόπο τίς συναλλαγές στό εσωτερικό εἰδικοῦ Κράτους μέλους καί τό ενδοκοινοτικό εμπόριο. "Ετσι, τό Δικαστήριο ἐθεώρησε ως μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό τόν καθορισμό, ἀπό τίς εθνικές ἀρχές, ελαχίστης ἡ μεγίστης τιμής πωλήσεως πού ἐφαρμόζονται ἀδιακρίτως τόσο στά εθνικά προϊόντα ὅσο καί στά εἰσαγόμενα προϊόντα, ἄν οι τιμές αυτές εἶναι στην πραγματικότητα δυσμενείς γιά τά εἰσαγόμενα προϊόντα, διότι τό ὁριζόμενο επίπεδο τιμών εμποδίζει τήν επίπτωση τοῦ κόστους τῶν ξένων παραγωγών ἐπί τῶν καταναλωτών (βλέπε τήν ἀπόφαση τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1978, στην υπόθεση 82/77, Van Tiggele, Rec. 1978, σ. 25 καί τῆς 6ης Νοεμβρίου 1979 στίς συνεκδικασθεῖσες ὑποθέ-σεις 16-20/79, Danis, Rec. 1979, σ. 3327). Ἡ ίδια εκτίμηση ἐφηρμόσθη σέ εθνικά μέτρα πού έχουν ὡς ἀντικείμενο τήν επιβολή ποσοστώσεων στην παραγωγή, ἀφοῦ έχουν μία επίπτωση, τουλάχιστον δυνητική, ἐπί τῆς ελευθερίας τῶν συναλλαγών στό ενδοκοινοτικό εμπόριο (ἀπόφαση τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 190/73, Van Haaster, Rec. 1974, σ. 123 προσθέτω στό θέμα σφαγής πουλερικών, τήν ἀπόφαση τῆς 18ης Μαΐου 1977 στην υπόθεση 111/76, Van den Hazel, Rec. 1977, σ. 901).
Πάντως, τό Δικαστήριο ἐμείωσε τήν έκταση τῶν ἀπαγορεύσεων πού προβλέπονται στά άρθρα 30 καί 34 ὄχι μόνον εφαρμόζοντας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 36 πού θεσπίζουν παρεκκλίσεις ἀλλά ἀναγνωρίζοντας επίσης τήν νομιμότητα εθνικών περιοριστικών μέτρων, τά όποια επιδιώκουν «σκοπό γενικοῦ συμφέροντος πού δύναται νά υπερέχει τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, ἡ ὁποία συνιστᾶ έναν ἀπό τους θεμελιώδεις κανόνες τῆς Κοινότητος» (σκέψη 14 τῆς ἀποφάσεως τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78 Rewe, Rec. 1979, σ. 649) ειδικότερα, μέτρα πού ἀποβλέπουν στην διασφάλιση τῆς ἀποτελεσματικότητος τῶν φορολογικών έλεγχων, στην προστασία τῆς ἑτοιμότητος τῶν εμπορικών πράξεων καί στην προστασία τῶν καταναλωτών. Κατά τήν γνώμη μας, ὁ προσανατολισμός αυτός στηρίζεται στην ἀντίληψη ὅτι τό περιοριστικό ἀποτέλεσμα καθορισμένων κρατικών μέτρων δύναται νά εἶναι ἀντικειμενικώς ἀναντίρρητο — ἰδίως ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ εὐρεῖα ἀντίληψη πού έγινε δεκτή ἀπό τήν ἀπόφαση Dassonville τοῦ πραγματικοῦ ἡ δυνητικοί) περιοριστικοῦ ἀποτελέσματος, ἀμεσου ἡ έμμεσου — ἀλλά, ἐξ άλλου, ἀνεξαρτήτως τῶν παρεκκλίσεων πού επιτρέπει τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης υφίστανται καθορισμένες ἀξίες, οἱ όποιες ἀναγνωρίζονται ἀπό τό κοινοτικό νομικό σύστημα ἡ πού ἀντιστοιχοῦν σέ κοινές ἀρχές τῶν έννόμων τάξεων των Κρατῶν μελῶν, οἱ όποιες δικαιοῦνται υπέροχης τῶν κανόνων τῶν ἄρθρων 30 καί 34 καί οἱ όποιες, κατά συνέπεια, ἐκμηδενίζουν τίς ἀπαγορεύσεις πού θεσπίζονται ἀπό τά άρθρα αυτά. Φυσικά, τό Δικαστήριο πάντοτε υπεστήριξε ὅτι κανένα μέτρο περιοριστικό τῆς παραγωγῆς ἡ τῶν συναλλαγῶν δέν δύναται νά υπερβεί τό μέτρο πού φαίνεται ἀναγκαίο καί τήν εξυπηρέτηση τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, τό όποιο τό καθίστᾶ νόμιμο.
Ἐν τούτοις, μιά άποψη πού έχει εμπνευσθεί ἀπό διαφορετικό κριτήριο ἀπηχεί ἡ ἀπόφαση πού εξεδόθη στίς 8 Νοεμβρίου 1979 ἀπό τό δεύτερο τμῆμα τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 15/79 Groenveld (Rec. 1979, σ. 3409). 'Επρόκειτο περί εκτιμήσεως ἐθνικοῦ μέτρου, τό όποιο ἀπηγόρευε στους παραγωγούς σαλαμιοῦ νά χρησιμοποιοῦν κρέας ἀλόγου καί νά παρακρατοῦν ἀποθέματα χωρίς νά ξεχωρίζουν τά προοριζόμενα γιά εξαγωγή προϊόντα ἀπό τά προϊόντα πού προορίζονται γιά πώληση στό εσωτερικό τοῦ κράτους. Τό εφετείο ἐτόνισε ὅτι τό άρθρο 34 «άφορᾶ, τά εθνικά μέτρα πού έχουν ὡς ἀντικείμενο ἡ ὡς ἀποτέλεσμα νά περιορίζουν ειδικώς τά ρεύματα εξαγωγής καί νά επιβάλουν μέ αυτό τόν τρόπο διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ τοῦ εσωτερικού εμπορίου ενός Κράτους μέλους καί τοῦ ἐξωτερικοῦ του ἐμπορίου ούτως ὥστε νά εξασφαλίσουν ειδικό πλεονέκτημα στήν εθνική παραγωγή ἡ στό εσωτερικό εμπόριο τοῦ ενδιαφερομένου κράτους καί σέ βάρος τῆς παραγωγής ἡ τοῦ εμπορίου άλλων Κρατών μελών» (σκέψη 7 τῆς ἀποφάσεως). Κατά συνέπεια, εκρίθη ὅτι «στην παροῦσα κατάσταση τῆς κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ένα εθνικό μέτρο πού ἀπαγορεύει σέ οιονδήποτε παραγωγό ἀλλαντικών νά διατηρεί ἀποθέματα καί νά χρησιμοποιεί κρέας ἀλογου δέν εἶναι ἀσυμβίβαστο πρός τό άρθρο 34 τῆς συνθήκης ἄν δέν συνεπάγεται καμμία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ προϊόντων πού προορίζονται γιά εξαγωγή καί τῶν προϊόντων, τά όποια τίθενται στό εμπόριο στό εσωτερικό τοῦ Κράτους μέλους για τό όποιο πρόκειται».
Τό κύριο νέο στοιχείο πού προεβλήθη ἀπό τήν ἀπόφαση έγκειται στό γεγονός ὅτι ἐζήτησε, ὡς προϋπόθεση εφαρμογής τοῦ άρθρου 34, τήν ύπαρξη ειδικού ἀποτελέσματος ἐπί τῶν ρευμάτων εξαγωγής — καί συνεπώς στοιχείου πού εισάγει διάκριση μεταξύ εσωτερικοῦ καί ἐξωτερικοῦ εμπορίου — ἐνῶ προηγουμένως τό Δικαστήριο εἶχε περιορισθεί στήν προϋπόθεση τοῦ περιοριστικοῦ ἀποτελέσματος ἐπί τῶν συναλλαγών, χωρίς νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἄν τά θεσπισθέντα μέτρα έχουν χαρακτήρα πού εἰσάγει διάκριση. Ή ἀλλαγή προσανατολισμοῦ στήν ερμηνεία σέ σχέση μέ τίς ἀναφερθείσες ἀποφάσεις Van Haaster καί Van den Hazel μοῦ φαίνεται ἀναντίρρητη. Δέν νομίζω ὅτι ἀρκεῖ νά παρατηρηθεί ὅτι οἱ δύο αυτές ἀποφάσεις είχαν ἀντλήσει τήν έννοια τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἀπό δύο κανονισμούς, οἱ όποιοι ἐθέσπισαν κοινές ὀργανώσεις ἀγορᾶς, ἐνῶ στήν υπόθεση Groenveld, ὁ τομεύς τοῦ ἀλογίσιου κρέατος, στόν όποιο ἀνεφέρετο τό ἀμφισβητούμενο εθνικό μέτρο, δέν ἀπετέλει τμήμα ὀργανώσεως τοῦ είδους αὐτοῦ. Στήν πραγματικότητα ή έννοια πού έχει ὁρισθεί ἀπό τά άρθρα 30 καί 34 τῆς συνθήκης δέν διαφέρει — οὔτε ἀπό τήν άποψη κειμένου οὔτε ἀπό λειτουργική άποψη — τῆς εννοίας, τήν ὁποία περιέχουν οἱ κανονισμοί πού θεσπίζουν τίς κοινές ὀργανώσεις τῆς ἀγορᾶς.
Πρέπει λοιπόν νά σημειωθεί ὅτι, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως Groenveld, ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου στό θέμα τῶν μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς δέν εἶναι πλέον εντελώς ὁμοιόμορφη. Παρ' ὅλα αυτά, ὁ προσανατολισμός πού περιέγραψα προηγουμένως υπερισχύει ἀπολύτως καί ἐπεβεβαιώθη ἀκόμη καί σέ ἀποφάσεις μεταγενέστερες τῆς ἀποφάσεως πού ἐξεδόθη στην υπόθεση Groenveld: ἀναφερόμεθα στην προαναφερθείσα ἀπόφαση Vriend τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1980, στην όποια δύναμαι νά προσθέσω την ἀπόφαση τῆς 26ης 'Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 788/79 Gilli (Rec. 1980, σ. 2071). Θεωρῶ συνεπῶς δικαιολογημένη την ἐκτίμηση ὅτι ή λύση πού έγινε δεκτή στην ἀναφερθείσα υπόθεση Groenveld δέν δύναται νά χωρισθεί ἀπό τά 'ίδια χαρακτηριστικά τῆς υποθέσεως αὐτῆς καί περιορίζεται συνεπώς στην ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 34 ὡς πρός περιοριστικά μέτρα, τά όποια υιοθετοῦνται στό επίπεδο τῆς παραγωγῆς καί τῶν ὁποίων τά ἀποτελέσματα ἐπί τῶν ἐξαγωγών εἶναι δευτερευούσης σημασίας. "Ας μοῦ επιτραπεί ὅμως νά παρατηρήσω ὅτι ή εγκατάλειψη μιᾶς κοινής ἀντιλήψεως περί τῶν μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ενέχει τόν κίνδυνο νά καταστεί πηγή συγχύσεως καί ὅτι ἐάν τό Δικαστήριο θά ήθελε νά ἀρχίσει νά περιορίζει ἐπίσης τήν ἀντίληψη αυτή ἑρμηνεύοντας τό άρθρο 30, ὁ ἔλεγχος ἐπί τῶν κρατικών μέτρων πού βλάπτουν τήν ἐλευθερία τῶν συναλλαγών στην κοινή ἀγορά θά ἐξασθενοῦσε σοβαρά.
4.
"Ας εξετάσω τώρα τό ἐρώτημα πού υπέβαλε τό Amtsgericht τοῦ Wiesbaden στην προκειμένη περίπτωση. Τό ερώτημα αὐτό παρουσιάζει δύο ὄψεις σχετικές μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 30 καί τοῦ ἄρθρου 34 ἀντιστοίχως τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ὡς προς τά μέτρα, τά όποια ἀντιπαρατάσσονται στον καθένα ἀπό τους κανόνες αὐτούς, εἶναι, ἀφ' ἑνός, ὁ περιορισμός τῶν ὡρών νυκτερινής εργασίας στά ἀρτοποιεία καί, ἀφ' έτέρου, ἡ ἀπαγόρευση τῆς μεταφορᾶς, πωλήσεως καί παραδόσεως τῶν νωπών προϊόντων ἀρτοποιίας καί ζαχαροπλαστικής μεταξύ 22ας καί 5.45 πρωινής ὥρας. Πράγματι, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό άρθρο 5 τοῦ γερμανικοῦ νόμου περί τῶν ὡρών εργασίας στά ἀρτοποιεία καί ζαχαροπλαστεία — τοῦ ὁποίου ἡ εφαρμογή στην κυρία δίκη προεκάλεσε τήν ὑποβολή τῶν παρόντων προδικαστικών ερωτημάτων — ὄχι μόνον ἀπαγορεύει τήν δραστηριότητα παραγωγής στά καταστήματα αὐτά κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας άλλά ἀπαγορεύει ἐπίσης καί τήν πώληση, μεταφορά ἡ παράδοση στους καταναλωτές καί στους μεταπωλητές, κατά τίς προαναφερθείσες ώρες, τῶν προϊόντων ἀρτοποιίας καί ζαχαροπλαστικής οιαδήποτε καί ἄν εἶναι ή προέλευση τους.
Δέν εἶναι δύσκολο νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ περιορισμός τῶν ωρών εργασίας παραμένει έκτος τοῦ πεδίου εφαρμογής τοῦ άρθρου 30: προφανώς, δύναται νά έχει επιπτώσεις ἐπί τῶν εισαγωγών ὄχι γιά νά τίς περιορίσει άλλά μάλλον γιά νά τίς ευνοήσει στις σχέσεις μέ τίς χώρες πού εξάγουν τά ἴδια προϊόντα καί πού θεσπίζουν εσωτερικές κανονιστικές ρυθμίσεις ὀλιγότερο αυστηρές. 'Αντιστρόφως, ἡ εκτίμηση τοῦ φαινομένου ὑπό τό φῶς τοῦ ἄρθρου 34 ὁδηγεί σέ διαφορετικά συμπεράσματα: ὁ περιορισμός τῶν ὡρών εργασίας, σημαίνει, πράγματι, περιορισμό τῆς παραγωγής καί εμμέσως τῶν ρευμάτων εξαγωγής τῶν παραγομένων προϊόντων (τουλάχιστον τῶν προϊόντων ἀρτοποιίας καί ζαχαροπλαστικής, τά όποια προορίζονται νά καταναλωθοῦν νωπά, ήτοι λίγες ώρες μετά τήν ἐξαγωγή τους ἀπό τόν φοῦρνο).
Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἀνωτέρω, ἡ ἁπλουστέρα λύση τοῦ προβλήματος ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 θά ἠδύνατο νά εἶναι ἡ επιβεβαίωση τοῦ νομολογιακοῦ προηγουμένου πού ἐδημιουργήθη ἀπό τήν ἀπόφαση Groenveld πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση συζητοῦμε επίσης περί μέτρων περιοριστικών τῆς παραγωγής, τά όποια συνεπάγονται περιοριστικά ἀποτελέσματα τόσο ἐπί τοῦ εσωτερικοί) εμπορίου ὅσο καί ἐπί τοῦ ἐξωτερικοῦ εμπορίου καί πού έχουν περιορισμένη επίπτωση ἐπί τοῦ τελευταίου (λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ή φύση τοῦ προϊόντος δέν επιτρέπει τήν πώληση του στό ἐξωτερικό παρά μόνον ἀπό τίς παραμεθόριες περιοχές). Ἀλλά δέν προτείνω τήν λύση αύτη γιά τόν λόγο επίσης ὅτι θά ὁδηγοθσε σέ μιά πρώτη διεύρυνση τῶν κριτηρίων ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ προαναφερθείσα ἀπόφαση Groenveld: δηλαδή θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι είναι επίσης ξένο πρός τό άρθρο 34 τό περιοριστικό μέτρο πού άφορα τίς ώρες μεταφορᾶς καί διανομῆς τῶν προϊόντων, τά όποια παράγονται ἀπό τά γερμανικά ἀρτοποιεία. Θά κατελήγαμε σέ δευτέρα διεύρυνση, ἀκόμη σοβαρότερα, τῶν κριτηρίων αυτῶν ἄν θά θέλαμε νά θεωρήσομε ὡς επίσης ξένο πρός την ἀπαγόρευση των μέτρων, πού ισοδυναμούν μέ ποσοτικούς περιορισμούς, τόν περιορισμό τῶν ωρών μεταφοράς καί, διανομής τοῦ εμπορεύματος, τό όποιο παράγεται ἀπό ξένα ἀρτοποιεία καί εισάγεται στήν Γερμανία : ή προκειμένη περίπτωση τοποθετείται στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 30 καί δέν θά ήταν ὀρθή ἡ επίκληση τοῦ νομολογιακοί) προηγουμένου πού ἐδημιουργήθη ἀπό τήν ἀπόφαση Groenveld.
Θεωρῶ επομένως, ὅτι ἡ ἀκολουθητέα ὁδός είναι διαφορετική: εἶναι ἡ υποδειχθείσα ἀπό τό Δικαστήριο ἀπό μακροῦ χρόνου. Πρέπει νά ἀρχίσω ἀπό τήν ἀναγνώριση ὅτι ὁ περιορισμός τῆς παραγωγής πού προκύπτει ἀπό τήν ἀπαγόρευση τῆς νυκτερινής παραγωγής άρτου καί προϊόντων ζαχαροπλαστικής ἔχει ἀντικειμενικώς ἀποτέλεσμα Ισοδύναμο μέ ποσοτική ἀπαγόρευση ἐπί των εξαγωγών. 'Αλλά πρέπει επίσης νά ἀναγνωρισθεί ταυτοχρόνως ὅτι ὁ περιορισμός αυτός δικαιολογείται εἴτε κατά τό άρθρο 36 λόγω τῆς προστασίας τῆς ὑγείας τῶν προσώπων εἴτε κατά τό μέτρο πού ἀνταποκρίνεται στόν στόχο γενικοῦ συμφέροντος συνισταμένου στην βελτίωση τῶν συνθηκών εργασίας. Κατά τήν γνώμη μας, ή σπουδαιότης τῶν δύο αὐτών στόχων στό κοινοτικό σύστημα επιτρέπει νά θεωρηθούν επίσης ὡς δικαιολογημένοι οἱ περιορισμοί ωρών εργασίας πού θεσπίζονται στό ἴδιο κανονιστικό πλαίσιο ὅσον άφορᾶ τήν μεταφορά καί τήν παράδοση τῶν ἐν λόγω προϊόντων, κατά τό μέτρο πού εἶναι ἀναγκαίοι γιά νά διασφαλίσουν τήν τήρηση τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς νυκτερινής ἐργασίας.
Οἱ διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει νά διευκρινισθούν. Τό γεγονός ὅτι περιορισμένο ωράριο εργασίας συνεπάγεται μειωμένη παραγωγή εἶναι ἀπολύτως σαφές' ὅσον άφορᾶ τήν σχέση μεταξύ περιοριστικών μέτρων τῆς παραγωγής καί περιοριστικών ἀποτελεσμάτων ἐπί τῶν ἐξαγωγών, ἀπορρέει ἀπό τήν ερμηνεία πού ἐδώσατε επανειλημμένως στην έννοια τῶν μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν συναλλαγών (χωρίς τήν προσθήκη εννοείται τοῦ χαρακτῆρος πού εισάγει διακρίσεις καί πού τό άρθρο 34 δέν ἀπαιτεί). Είναι μόλις ἀναγκαίο νά προστεθεί ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ή εμφάνιση τῶν εμποδίων στίς εξαγωγές ἐσχολιάσθη διεξοδικώς ἀπό τήν διάταξη παραπομπής.
Πώς καταλήγομε στην δικαιολόγηση τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς νυκτερινῆς ἐργασίας στά ἀρτοποιεία καί στά ζαχαροπλαστεία;
"Αν ἀναφερθώ στην περίπτωση τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας δυνάμεθα νά διαπιστώσομε, ἐπί τῆ βάσει τῆς δικογραφίας, ὅτι ἡ ἀπαγόρευση αυτή ἐθεσπίσθη κυρίως γιά νά διασφαλίσει τήν ὑγεία τῶν εργατών πού χρησιμοποιούνται στίς μικρές καί μεσαίες επιχειρήσεις ἀρτοποιίας καί ζαχαροπλαστικής, οἱ όποιες δέν διαθέτουν τέτοιο ἀριθμό ἐργατών ώστε νά δύνανται νά εργάζονται σέ τρεις χωριστές ὁμάδες καί οἱ όποιες επομένως θά ήσαν υποχρεωμένες νά χρησιμοποιήσουν γιά τήν νυκτερινή εργασία μέρος τοῦ προσωπικοῦ πού ήδη ἐχρησιμοποιήθη γιά τήν εργασία τῆς ημέρας ἡ οἱ όποιες, ἐν πάση περιπτώσει, δέν θά ἠδύναντο νά διασφαλίσουν στούς εργάτες τους κατάλληλη εναλλαγή μεταξύ τῶν περιόδων νυκτερινής εργασίας καί τῶν περιόδων εργασίας κατά τήν ήμερα. Ή επέκταση τῶν ἀπαγορεύσεων αυτών στους μεγάλους παραγωγούς, παρά τό γεγονός ὅτι αυτοί θά ἠδύναντο νά ὀργανώσουν τήν δραστηριότητά τους σέ χωριστές ὁμάδες, μέ ἀντίστοιχη κυκλική κίνηση τοῦ προσωπικοῦ, φαίνεται ὅτι αἰτιολογεῖται (σύμφωνα μέ αυτό πού επεσήμανε τό γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο) ἀπό τήν ἀπαίτηση νά μή δημιουργηθεί διάκριση, βλαπτική επίσης ἀπό ἀπόψεως οικονομικῆς, μεταξύ τῶν μεγάλων καί τῶν μικρών ἡ μεσαίων επιχειρήσεων.
Κατά ἕναν γενικό τρόπο, ἡ σχέση μεταξύ της ἀπαγορεύσεως νυκτερινής ἐργασίας στά ἀρτοποιεία καί τῆς προστασίας τῆς υγείας ἤ τῆς ευμάρειας τῶν εργατῶν ἀποδεικνύεται μέ πειστικό τρόπο ἀπό την ύπαρξη πολυμεροῦς συμβάσεως, ἡ ὁποία συνετάχθη ἀπό τήν Διεθνή 'Οργάνωση Ἐργασίας τό 1925, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τήν νυκτερινή ἐργασία στά ἀρτοποιεία καί ἀπαγορεύει τήν παραγωγή, κατά τήν νύκτα, άρτου εἰδῶν ζαχαροπλαστικῆς ή παρομοίων ειδών μέ βάση τό ἀλεύρι (άρθρο 1 παράγραφοι 1 καί 2). Ή σύμβαση αυτή ισχύει ἀπό τῆς 26ης Μαΐου 1928 καί μεταξύ των συμβληθέντων μερων περιλαμβάνονται δύο Κράτη μέλη ἡ Ἰρλανδία καί τό Λουξεμβούργο. Σε αυτό προστίθεται ὅτι δύο άλλα Κράτη μέλη — ἡ Γαλλία καί ἡ 'Ιταλία — περιέλαβαν στην νομοθεσία τους τήν ἀπαγόρευση τῆς νυχτερινῆς ἐργασίας στά αρτοποιεία παρ' ὅλο ὅτι τήν άμβλυναν μέ ὁρισμένες εξαιρέσεις. Γι' αὐτό νομίζω ὅτι ή ἀντικειμενική ἀπαίτηση προστασίας των εργατῶν πού 'έχει γίνει ευρέως ἀντιληπτή, ἀνεξαρτήτως τοῦ μεγέθους τῶν επιχειρήσεων, ευρίσκεται βάσει τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτής.
Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὅλα αὐτά, θεωρώ ὅτι τό άρθρο 36 πρέπει νά εφαρμοσθεί στό ερώτημα γιά τό όποιο συζητούμε κατά τό μέρος ὅπου δηλώνει ὅτι οἱ διατάξεις τῶν άρθρων 30 μέχρι 34 συμπεριλαμβανομένου δέν ἀποτελούν εμπόδιο στίς «ἀπαγορεύσεις ή περιορισμούς εισαγωγής, ἐξαγωγῆς ἡ διαμετακομίσεως, πού δικαιολογούνται ἀπό λόγους... προστασίας τῆς υγείας καί της ζωής τῶν προσώπων». 'Αλλά αὐτό δέν ἀποκλείει τήν ἀνάγκη νά ἀναφερθεί ἐπίσης τό κριτήριο πού έχει τεθεί ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, κατά τό όποιο τά εμπόδια στίς συναλλαγές δύνανται νά δικαιολογηθοῦν ἀπό γενικό συμφέρον ικανό νά υπερισχύσει τῆς ἀρχῆς τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων (ἀναφερθεῖσα ἀπόφαση Rewe τῆς 20ῆς Φεβρουαρίου 1979). Στην περίπτωση μας τό γενικό συμφέρον συνίσταται στην «προώθηση τῆς βελτιώσεως τῶν συνθηκών ζωῆς καί εργασίας τῶν εργατών» πού έχει ἀναγνωρισθεί πανηγυρικά ἀπό τό άρθρο 117 εδάφιο 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
5.
'Απομένει τό λεπτότερο πρόβλημα της υποθέσεως αυτής: αυτό πού ἀναφέρεται στους περιορισμούς τοῦ ωραρίου τους σχετικούς μέ τήν πώληση, τήν παράδοση καί τήν μεταφορά τῶν προϊόντων ἀρτοποιίας καί ζαχαροπλαστικής. Ή σχέση μεταξύ τῶν περιορισμών αυτών καί τῆς ἀπαγορεύσεως νυκτερινής εργασίας εἶναι πρόδηλη, δεδομένου ὅτι ἡ δραστηριότης παραγωγής στά ἀρτοποιεία επιτρέπεται ἀπό τήν 4η πρωινή ώρα, ἡ ἀπαγόρευση πωλήσεως, παραδόσεως καί μεταφοράς ἀπό τήν 22α ώρα μέχρι τίς 5.45 τό πρωί, σκοπό έχει νά ἀποτρέψει τίς παραβάσεις τῆς ἀπαγορεύσεως παραγωγης μεταξύ 22ας καί 4ης πρωινής ώρας, ἀφοῦ ὁ άρτος πού ενδεχομένως θά παρεσκευάζετο σέ αυτό τό χρονικό διάστημα δέν θά ἠδύνατο μέ κανένα τρόπο νά διανεμηθεί ἀμέσως στην κατανάλωση. 'Αλλά τό σημείο πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγω περιορισμοί ὡρών εργασίας εφαρμόζονται τόσο στά προϊόντα πού παρασκευάζονται στην Γερμανία ὅσο καί στά εισαγόμενα ἀπό άλλες χώρες προϊόντα.
Καί ὅσον άφορᾶ τά πρώτα, ἡ σχέση μεταξύ τῶν διατάξεων πού ἀφορούν τήν νυκτερινή εργασία καί τῶν διατάξεων πού εξετάζομε τώρα δύναται λογικώς νά θεωρηθεί ὡς σχέση μεταξύ κυρίων καί δευτερευόντων κανόνων. Αυτό επιτρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ή δικαιολογία πού εφαρμόζεται στην ἀπαγόρευση τῆς νυκτερινής εργασίας — κατά παρέκκλιση ἀπό τήν διάταξη τοῦ άρθρου 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — καλύπτει επίσης τήν ἀπαγόρευση πωλήσεως, παραδόσεως καί μεταφορᾶς τοῦ προϊόντος, τοῦ ὁποίου ή παρασκευή υπάγεται στον τοπικό νόμο (στην προκειμένη περίπτωση, στον γερμανικό νόμο). 'Αλλά αυτό τό είδος επιχειρηματολογίας προσκρούει ἀναμφισβητήτως σέ σοβαρές δυσχέρειες ὅταν πρόκειται γιά προϊόντα πού παρασκευάζονται σέ χώρες όπου ἀνάλογες ἀπαγορεύσεις νυκτερινής ἐργασίας δέν ισχύουν καί τά όποια εισάγονται (στήν προκειμένη περίπτωση στην Γερμανία).
Μιά αυστηρή γραμμή συλλογισμού θά ὁδηγούσε στην ἀντίληψη ὅτι τό εμπόδιο, πού οἱ ἀναφερθέντες περιορισμοί ωρών ἐργασίας παρεμβάλλουν στήν πώληση τῶν προϊόντων τά όποια ἔχουν νομίμως παρασκευασθεί σέ άλλα Κράτη μέλη, συνιστά παράβαση τοῦ ἄρθρου 30. Ή ἀντίληψη ὅτι ή εσωτερική παραγωγή θά μειονεκτοῦσε ἐπί τοῦ πεδίου τοῦ ἀνταγωνισμοί) σέ σχέση μέ τήν παραγωγή άλλων Κρατῶν μελῶν, ἄν οἱ ἐν λόγω περιορισμοί ἐφηρμόζοντο ἀποκλειστικώς στην ἐσωτερική παραγωγή, δέν ἀρκεῖ ἀσφαλώς γιά νά δικαιολογήσει τό εμπόδιο αυτό. Γνωρίζομε πράγματι ὅτι ή πρόθεση νά προστατευθεί ἡ εθνική παραγωγή κατά τοῦ ξένου ἀνταγωνισμοί) δέν δύναται ἀσφαλώς νά νομιμοποιήσει, στό κοινοτικό δίκαιο, περιορισμούς, στην κυκλοφορία τῶν εἰσαγομένων εμπορευμάτων.
Σέ τελευταία ἀνάλυση, ἡ δυσχέρεια τοῦ ερωτήματος συνίσταται στην ύπαρξη τῆς δυνατότητος ἡ ὄχι νά θεωρηθεί ὅτι ἡ επέκταση στά εισαγόμενα εμπορεύματα τῆς ἀπαγορεύσεως μεταφοράς, πωλήσεως καί παραδόσεως τοῦ άρτου καί τῶν νωπών προϊόντων ζαχαροπλαστικής, ἐπί ὁρισμένες νυκτερινές ώρες, ἀποτελεί conditio sine qua non γιά τήν εφαρμογή τῆς ίδιας ἀπαγορεύσεως στά εθνικά εμπορεύματα καί τῆς εξασφαλίσεως μέ αυτόν τόν τρόπο τῆς τηρήσεως τῶν κανόνων πού ἀναφέρονται στην νυκτερινή εργασία. Ό εκπρόσωπος τῆς γερμανικής κυβερνήσεως παρετήρησε ὅτι, δυνάμει τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως ὁπως αυτή νοείται στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ἡ ἀπαλλαγή τῶν ξένων προϊόντων ἀπό τήν ἐν λόγω ἀπαγόρευση θά εμπόδιζε τήν διατήρηση τῆς γιά τά ἀντίστοιχα γερμανικά προϊόντα. Αυτό εἶναι, φυσικά, πρόβλημα εσωτερικοί) δικαίου, τό όποιο στερείται σημασίας ἐπί τοῦ πεδίου τῆς κοινοτικής έννόμου τάξεως πάντως, τό νομικό ἐμπόδιο πού έθιξε ἡ γερμανική ὁμοσπονδιακή κυβέρνηση θά ἠδύνατο νά συμβάλει στην ἀπόδειξη ὅτι ἡ πραγματική δυνατότης διατηρήσεως τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς νυκτερινής ἐργασίας στά ἀρτοποιεία προϋποθέτει ἀναγκαστικά γενικούς περιορισμούς τῶν ὡρών μεταφοράς, πωλήσεως καί παραδόσεως νωποῦ άρτου καί παρομοίων προϊόντων, οἱαδήποτε καί ἄν εἶναι ἡ προέλευση τους.
Ἐν πάση περιπτώσει, κατά τήν γνώμη μου, ή ύπαρξη παρόμοιας σχέσεως ἀποτελεί, κατ' ἀρχήν, τήν μόνη ὁδό γιά νά γίνει δεκτό, κατά παρέκκλιση ἀπό τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης, ὅτι τά εισαγόμενα προϊόντα ἀρτοποιίας δύνανται καί αυτά ἐπίσης νά ὑπαχθοῦν σέ περιορισμούς ως πρός τίς ώρες μεταφοράς, πωλήσεως καί παραδόσεως. Τό Δικαστήριο, ἑπομένως, δύναται νά περιορισθεί στην ἀποδοχή ἀρχῆς ὑπό αυτή τήν έννοια, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν φύση καί τά ὅρια τῆς παρούσης διαδικασίας ερμηνείας προδικαστικοί) ερωτήματος.
6.
Πρίν διατυπώσω τίς προτάσεις μου, επιθυμώ νά εἴπω ἀκόμα λίγα λόγια ἐπί τῆς ἀνάγκης νά μή τεθεί σέ κίνδυνο ή ἀντίληψη πού έχει μέχρι τώρα ἀκολουθήσει τό Δικαστήριο στό θέμα τῶν μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς: ἀντίληψη πού στηρίζεται ἐπί τῆς εὐρείας καί ὁμοιομόρφου ερμηνείας τῶν ἀπαγορεύσεων πού περιέχονται στά άρθρα 30 καί 34, ἡ ὁποία παρ' ὅλα αυτά ἁπαλύνεται μέ σημαντικές δυνατότητες παρεκκλίσεως σέ συνάρτηση μέ υπερέχοντα γενικά συμφέροντα. Ή ἀντίληψη αυτή παρουσιάζει τό πλεονέκτημα ὅτι είναι σαφής καί πρακτική: τό ευρύ πεδίο εφαρμογής πού προσδίδεται στην ἀπαγόρευση επιτρέπει τόν ἀποκλεισμό ὅλων τῶν κρατικών μέτρων πού συνεπάγονται περιοριστικά ἀποτελέσματα ἐπί τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων ἐξ άλλου, τό περιθώριο ενεργείας, τό όποιο ἀνήκει στά κράτη γιά τήν κανονιστική ρύθμιση τῶν θεμάτων πού έχουν παραμείνει στην δική τους σφαίρα ἁρμοδιότητος προστατεύεται. Χωρίς ἀμφιβολία, ἡ ύπαρξη διαφορετικών εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων πού έχουν επίπτωση ἐπί τῆς παραγωγής καί ἐπί τοῦ ἐμπορίου ἐξακολουθεί νά παρεμβάλλει ἐμπόδια στην ελευθερία τῶν συναλλαγών, ἀλλά τό γεγονός τοῦ νά γίνονται δεκτά τά εμπόδια αυτά ἀποκλειστικώς, ὑπό την μορφή παρεκκλίσεως συντελεί σιωπηρώς στό νά προβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς συνεχίσεως τῆς ἐναρμονίσεως τῶν εθνικών νομοθεσιών. Τουναντίον ἄν, στό πλαίσιο τῶν εθνικών μέτρων πού είναι ἱκανά νά παρεμβάλουν ἐμπόδια στό ενδοκοινοτικό εμπόριο, θελήσομε νά διακρίνομε μεταξύ εκείνων πού εμπίπτουν στό πλαίσιο τῶν άρθρων 30 καί 34 καί εκείνων στά όποια δέν εφαρμόζονται καθόλου οἱ κανόνες αυτοί, υπάρχει κίνδυνος νά παρεισφρύσουν άλλα μέτρα τοῦ εἴδους αὐτοῦ χωρίς νά διαθέτομε κατάλληλα μέσα γιά νά χαράξομε ἀκριβές ὅριο μεταξύ τῶν δύο αυτών κατηγοριών. Θά υπήρχε τότε ὁ φόβος νά γίνει ὑπέρβαση τοῦ ορίου αὐτοῦ εξασθενίζοντας τίς ἀπαγορεύσεις τῶν ἀναφερθέντων άρθρων 30 καί 34 γιά νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη ὁρισμένα δημόσια συμφέροντα τοῦ τάδε ἡ τοῦ δείνα Κράτους μέλους ἐνῶ ἡ σταθερά προστασία τῆς ἀρχής τῆς ἐλευθέρας κυλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων ἐθεωρήθη μέχρι σήμερα κυρίως ὡς ισχυρό μέτρο προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν επιχειρηματιών καί τῶν καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος.
7.
Ἐκ τοῦ συνόλου τῶν προηγουμένων σκέψεων θεωρώ ὅτι τό Δικαστήριο, σέ ἀπάντηση τῶν προδικαστικών ερωτημάτων πού τοῦ υπέβαλε τό Amtsgericht τοῦ Wiesbaden μέ διάταξη τῆς 22ας Απριλίου 1980, θά ἔπρεπε νά κρίνει ὅτι:
1.
Τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν ἀντιτίθεται στήν ρύθμιση ἀπό ἕνα Κράτος μέλος τῶν ωρών εργασίας σέ ὁρισμένους τομείς τῆς παραγωγής κατά τρόπο πού επιβάλλει μεγαλύτερο περιορισμό ἀπό τά ἄλλα Κράτη μέλη, ἄν δέν γίνεται διάκριση λόγω ιθαγενείας μεταξύ τῶν προσώπων στά όποια ἀπευθύνεται ἡ ἐν λόγω ρύθμιση.
2.
Ή ἀπαγόρευση τῆς νυκτερινής εργασίας στά ἀρτοποιεία καί ζαχαροπλαστεία, πού έχει θεσπισθεί ἀπό Κράτος μέλος, παρ' ὅλον ὅτι συνιστᾶ μέτρο ικανό νά ἐμποδίσει τό ενδοκοινοτικό εξαγωγικό εμπόριο, πρέπει νά θεωρηθεί θεμιτή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἐν σχέσει μέ τόν γενικό στόχο βελτιώσεως τῶν συνθηκών εργασίας.
3.
Οἱ περιορισμοί τῶν ὡρών μεταφοράς, πωλήσεως καί παραδόσεως τοῦ άρτου καί τῶν εθνικών καί εισαγομένων προϊόντων ζαχαροπλαστικής, πού ἰσχύουν σέ Κράτος μέλος καί συνδέονται μέ την ἀπαγόρευση τῆς νυκτερινής εργασίας στά ἀρτοποιεῖα καί ζαχαροπλαστεία, δέν γίνονται δεκτοί παρά κατά τό μέτρο πού εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαίοι γιά νά διασφαλίσουν τήν τήρηση τῆς ἀπαγορεύσεως αυτής.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy