ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 18 ΜΑΡΤΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Μέ διάταξη τῆς 5ης Ἰουνίου 1980, τό Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου υπέβαλε στό Δικαστήριο πολλά προδικαστικά ερωτήματα — γιά τήν ἀκρίβεια ὀκτώ — τά όποια πηγάζουν ἀπό μιά ἀρκετά ἁπλή κυρία διαφορά. Γιά νά συνοψισθεῖ ἡ πραγματική κατάσταση πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι διάφορές εφοπλιστικές ἐταιρίες τῆς Όμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, ἰδίως στό Φλένσμπουργκ καί στό Ἀμβούργο, ὀργανώνουν κρουαζιέρες σύντομης διαρκείας (ὁλίγων ωρῶν, γενικά) μέ σημεία επιβιβάσεως καί ἀποβιβάσεως γερμανικά λιμάνια πού ευρίσκονται στην Βαλτική ή στην Βόρεια Θάλασσα. Οἱ εκδρομές αυτές ἀπεκλήθησαν «κρουαζιέρες βουτύρου», γιατί τό βασικό τους θέλγητρο ἡ μᾶλλον τό μόνο εἶναι ἡ παροχή δυνατότητος στους επιβάτες νά ἀποκτήσουν ορισμένα εμπορεύματα ἀπηλλαγμένα τελωνειακών δασμών, φόρων καταναλώσεως καί άλλων φόρων.
Τά πλοία μεταφέρουν πράγματι, διάφορα εἴδη διατροφῆς (ὅπως βούτυρο, τυρί, κρέας) καί ἄλλα προϊόντα (οινοπνευματώδη, καπνό, καφέ, τσάι, ἀρώματα, κλπ.) πού προέρχονται εἴτε ἀπό τήν Κοινότητα εἴτε ἀπό τρίτες χῶρες. Γιά νά εφαρμοσθούν οἱ γερμανικοί κανόνες ὅσον άφορᾶ τήν ἀπαλλαγή ἀπό τελωνειακούς δασμούς καί φόρους, ἀρκεῖ τά πλοία αυτά νά μεταβαίνουν πέραν τῆς θαλασσιας τελωνειακής ζώνης πρίν επιστρέψουν στό λιμάνι ἀναχωρήσεως χωρίς νά προσεγγίζουν στό εξωτερικό. Όμως, μερικές φορές (πιό σπάνια) τά πλοία πλέουν στην ἀνοικτή θάλασσα έκτός τῶν χωρικῶν υδάτων τῆς Όμοσπονδιακής Δημοκρατίας ἤ προσσεγγίζουν, γιά πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ένα δανικό λιμάνι, ὁπότε οἱ επιβάτες επωφελούνται μεγαλυτέρων διευκολύνσεων. Πρέπει νά ἀναφερθεί, σχετικά, ὅτι τό διάταγμα τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1974, πού φέρει τόν τίτλο «Reisegepäck Verordnung», προβλέπει ἀπαλλαγή «γιά τήν μεγάλη διαμετακόμιση» ὑπό τόν ὅρο τό πλοίο νά προέρχεται ἀπό τήν ἀνοιχτή θάλασσα ἡ ἀπό λιμάνι τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ νά ἔχει, τουλάχιστον ἐπί 8 ώρες, παραμείνει έκτός τοῦ τελωνειακού εδάφους, ἐνῶ μικρότερη ἀπαλλαγή παρέχεται «γιά τήν μικρή διαμετακόμιση» στην περίπτωση συντομότερων εκδρομών στά παράκτια ύδατα έκτος τῆς τελωνειακής γραμμῆς. Ἐκτός τῶν άλλων επηρεάζει τήν ιδιαίτερα συμφέρουσα τιμή τῶν ἀγροτικών προϊόντων καί τό γεγονός ὅτι τά τελευταία, εξερχόμενα τοῦ κοινοτικού τελωνειακού ἐδάφους δικαιούνται ἐπιχορηγήσεως ἀπό τό ΕΤΓΠΕ (FEOGA) μέ τήν παροχή επιστροφών κατά τήν εξαγωγή καί νομισματικών ἀντισταθμιστικών ποσών.
Οἱ διαστάσεις πού ἔλαβε τό φαινόμενο εἶναι πρόδηλες. Σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού παρεσχέθησαν ἀπό τό δικαιοδοτικό όργανο πού ὑπέβαλε τήν αίτηση, κατά τήν διάρκεια τοῦ 1979, μόνο στην περιφέρεια ἁρμοδιότητος τοῦ εναγομένου Τελωνείου ἐπραγματοποιήθησαν «κρουαζιέρες βουτύρου» μέ τριάντα δύο πλοία καί περίπου 1850000 επιβάτες. Αυτό εξηγεί τό βάθος τοῦ θέματος πού ἀνεκίνησαν οἱ δύο εταιρίες Rewe, οἱ όποιες ἀναπτύσσουν εμπορική δραστηριότητα στην Βαλτική ἀκτή τοῦ Schleswig-Holstein καί πωλοῦν — ἡ μία χονδρικώς καί ἡ άλλη λιανικώς — προϊόντα ἴδια μέ τά διατιθέμενα κατά τίς ἀνωτέρω κρουαζιέρες. Ἰσχυριζόμενες ὅτι υφίστανται ἀδίκως ζημίες ἀπό τόν ἀνταγωνισμό τῶν εφοπλιστών, οἱ όποιοι ἀφαιροῦν ἀπό τους κανονικούς εμπόρους σημαντικό μέρος τῶν ἀγοραστών πού διαμένουν στην Βαλτική ἀκτή, οἱ ἐν λόγω εταιρίες ἐνήγαγαν τό Κεντρικό Τελωνείο τοῦ Κιέλου ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου, μέ σκοπό νά σταματήσουν τίς ἀπηλλαγμένες ἀπό φόρους εισαγωγές πού πραγματοποιοῦνται κατά τόν προπεριγραφέντα τρόπο. Κατά τίς προσφεύγουσες, οἱ τελωνειακές καί φορολογικές ἀπαλλαγές πού παρέχονται στίς «κρουαζιέρες βουτύρου» είναι ἀσυμβίβαστες μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Γιά τόν λόγο αυτό ζητοῦν νά δοθεί εντολή στά Τελωνείο νά μή εφαρμόζει τέτοιες ἀπαλλαγές καί, επικουρικώς, νά τοῦ ἐπιβληθεί ἡ υποχρέωση νά μή τίς παρέχει.
Στό πλαίσιο τῆς παρούσης υποθέσεως τό γερμανικό δικαστήριο ἀπεφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριο μας, δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα ερωτήματα. Πρώτον, πράγματι, ζητεί τήν ερμηνεία τῶν κοινοτικών κανόνων πού ἀφοροῦν τήν ἀπαλλαγή ἀπό τους τελωνειακούς δασμούς, τόν φόρο κύκλου εργασιών καί άλλους έμμεσους φόρους, ώστε νά διασαφηνισθούν οι προϋποθέσεις ἀπό τίς ὁποίες εξαρτᾶται ἡ παροχή τῆς ἀπαλλαγής (ερώτημα 1 τῆς ὁμαδος Ι καί ΙΙ). Δεύτερον επιθυμεί νά ἐξακριβωθεί ποία περιθώρια αυτονομίας οἱ κανόνες καταλείπουν, ενδεχομένως, στά Κράτη μέλη (ερώτημα 2 τῆς ὁμάδος Ι καί ΙΙ). Τρίτον εγείρει τό πρόβλημα τῆς νομικῆς καταστάσεως (καί ιδίως της δυνατότητος ἀσκήσεως ἀγωγῆς) των ἰδιωτῶν, τά συμφέροντα τῶν ὁποίων θίγονται ἀπό εθνικές διατάξεις πού ἀντιβαίνουν σέ κανονισμό ἡ ὁδηγία (ερώτημα 3 της ὁμάδος Ι καί ΙΙ). Τέλος ὑποβάλλει τό ερώτημα ὅσον ἐφορᾶ τό ενδεχόμενο ἀνίσχυρον τοῦ κανονισμού 3023/77 (ερώτημα 4 τῆς ὁμάδος Ι) καί, ἐν καταφατικῆ περιπτώσει, επιθυμεί νά πληροφορηθεί ποία δικαιώματα θά ἠδύναντο νά διεκδικήσουν οἱ ἰδιῶτες πού θίγονται ἀπό εθνικές διατάξεις πού βασίζονται στόν ἀνίσχυρο κανονισμό (ἐρώτημα 5 τῆς ὁμάδος Ι).
Προτίθεμαι νά ἀσχοληθώ μέ τά ερωτήματα αυτά κατά τήν μόλις ἀναφερθείσα σειρά, ή ὁποία, φρονώ ὅτι διευκολύνει τήν εξέταση τους, ἔστω καί ἄν τό παραπέμπον δικαστήριο προτίμησε νά διαχωρίσει τά ερωτήματα πού ἀφορούν τήν ἀπαλλαγή ἀπό τελωνειακούς (ὁμάδα Ι) ἀπό τά ερωτήματα πού ἀφορούν, ἀντιθέτως, τήν φορολογική ἀπαλλαγή (ὁμάδα ΙΙ). Θά εξετάσω τό περιεχόμενο τῆς σχετικῆς κοινοτικῆς ρυθμίσεως καθώς θά προβαίνω στην εξέταση τῶν προβλημάτων πού ἀνάγονται σέ αύτη.
2.
Τό πρώτο ερώτημα τῆς ὁμάδος Ι ἔχει ὡς έξης: «Ό κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 23ης Ἰουλίου 1969, ὅπως ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 3061 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1978, πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ή ἀτέλεια πού προβλέπει δέν εφαρμόζεται παρά μόνο σέ εμπορεύματα προερχόμενα ἀπό τό τελωνειακό έδαφος τρίτης χώρας καί τά οποία, ενδεχομένως, εὑρίσκοντο, ἐπί πλέον, ὑπό τό τελωνειακό καθεστώς τῆς ἐλεύθερης κυκλοφορίας ἡ μήπως ἀρκεῖ τά εμπορεύματα νά προέρχονται ἀπό Κράτη μέλη καί νά εισάγονται ἀπό τά θαλάσσια τελωνειακά σύνορα ἤ ἀπό τά εδαφικά σύνορα κάθε Κράτους μέλους προερχόμενα ἀπό τήν ἀνοικτή θάλασσα;»
Ή εναλλαγή πού προτείνεται ἀπό τό παραπέμπον δικαστήριο διατυπώνεται, ὅπως εἶναι εμφανές, γύρω ἀπό τήν έννοια τῆς προελεύσεως τῶν ἐμπορευμάτων πού επωφελούνται τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν τελωνειακών δασμών. Καί αυτός ὁ τρόπος προσεγγίσεως πρέπει νά ἀπορριφθεί διότι δέν ευρίσκεται ἀντίστοιχος στόν κανονισμό 1544/69. Ό τελυταῖος έχει ὡς σκοπό τήν δασμολογική μεταχείριση πού εφαρμόζεται στά περιεχόμενα στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτών εμπορεύματα καί ἀνταποκρίνεται στην ἀνάγκη «προβλέψεως κοινοτικού καθεστώτος δασμολογικών διευκολύνσεων στό πλαίσιο τῆς κυκλοφορίας τῶν ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών καί τῆς Κοινότητος» (προτελευταία αιτιολογική σκέψη) καί δέν λαμβάνει καθόλου ὑπ' ὄψη τό στοιχείο τῆς προελεύσεως τῶν εμπορευμάτων. Ὅ,τι ενδιαφέρει γιά τήν εφαρμογή της ἐν λόγω ρυθμίσεως, εἶναι ὁ ταξιδιώτης νά εισέρχεται στην Κοινότητα προερχόμενος ἀπό τρίτη χώρα ἐξ άλλου, τά ἀφορολόγητα εμπορεύματα πρέπει νά ἀποτελούν μέρος τῶν προσωπικών του ἀποσκευών ἡ εἰσαγωγή δέν πρέπει νά έχει κανέναν ἐμπορικό χαρακτήρα καί ἡ συνολική ἀξία τῶν εμπορευμάτων πρέπει νά μή υπερβαίνει ὁρισμένα ὅρια (βλ. άρθρο 1 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού) πάντως γιά ὁρισμένα προϊόντα καθορίζεται ποσοτικός περιορισμός. Τά ἀποτελέσματα τῆς κατά γράμμα ερμηνείας συμπίπτουν, ἐξ άλλου, μέ τά ἀποτελέσματα πού προκύπτουν ἄν ληφθεῖ ὑπ' ὄψη ὁ ἀντικειμενικός σκοπός τῆς ὑπό εξέταση ρυθμίσεως. Ή θέσπιση ἀπαλλαγής ἀπό τελωνειακούς δασμούς ἀποβλέπει, πράγματι, στην διευκόλυνση ὄχι τῆς κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων μεταξύ τρίτων κρατών καί τῆς Κοινότητος, ἀλλά ἀποκλειστικώς στην διευκόλυνση τῆς κυκλοφορίας τῶν ταξιδιωτών καθιστώντας ταχύτερη τήν λειτουργία τῶν τελωνείων. Ἑπομένως, τό γεγονός ὅτι ή ἀπαλλαγή ἀπό τελωνειακούς δασμούς των εμπορευμάτων δέν λαμβάνει ὑπ' ὄψη τήν καταγωγή τους ἡ τόν τόπο ὅπού ἀπεκτήθησαν εἶναι ἀπόλυτα σύμφωνο μέ τόν ἀντικειμενικό σκοπό τοῦ κανονισμού 1544/69.
Τό νέο κείμενο τοῦ προαναφερθέντος άρθρου 1 παράγραφος 1, ὅπως προκύπτει ἀπό τόν κανονισμό 3061/78 τοῦ Συμβουλίου, ὁμιλεί ειδικά γιά «ταξιδιῶτες προερχομένους ἀπό τρίτες χώρες». Ἡ διευκρίνιση αύτη έγινε πρός τον σκοπό «ἀποφυγής οιασδήποτε καταχρηστικής ερμηνείας» ὅπως ἀνέφερε ἡ τελευταία αιτιολογική σκέψη τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ 3061/68. Κατά συνέπεια, δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀποκλείονται τοῦ ευεργετήματος τῆς παροχής τῆς ἀπαλλαγής, πού προβλέπεται στους κανονισμούς 1544/69 καί 3061/78 οἱ προερχόμενοι ἀπό Κράτη μέλη τῆς Κοινότητος ταξιδιώτες. Αυτό επιβεβαιώνεται, ἐν πάση περιπτώσει, ἀπό τήν θέση πού έλαβε τό Συμβούλιο μέ τήν δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77, τῆς 20ης Δεκεμβρίου 1977, ή ὁποία ἀναφέρει ὅτι ὁ κανονισμός 1544/69 «δέν εφαρμόζεται ἐπί τῶν εμπορευμάτων, πού εισάγονται ύστερα ἀπό ταξίδι πού ἐπραγματοποιήθη μέ πλοίο ἀπό Κράτος μέλος καί κατά τήν διάρκεια τοῦ ὁποίου δέν έγινε προσέγγιση στό τελωνειακό έδαφος τρίτης χώρας».
3.
Τό πρώτο ερώτημα τῆς δεύτερης ὁμάδος — παράλληλο σέ ὅλα τά σημεία μέ τό ἐξετασθέν μέχρι τώρα, άλλα που τοποθετείται σέ διαφορετικό έδαφος, στό έδαφος τῶν φορολογικών ἀπαλλαγών — έχει ὡς έξης: «Ή ὁδηγία 69/169/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 28ης Μαΐου 1969, ὅπως ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά ἀπό τήν ὁδηγία 78/1023/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τους φόρους κύκλου εργασιών καί ειδικούς φόρους καταναλώσεως πού προβλέπει δέν εφαρμόζεται παρά μόνο ἐπί τῶν εμπορευμάτων, τά όποια περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τῶν ταξιδιωτών πού προέρχονται ἀπό τό τελωνειακό έδαφος τρίτης χώρας (άρθρο 1) ή, στην περίπτωση πού τό ἐμπόρευμα προέρχεται ἀπό Κράτος μέλος, ἀπό τό τελωνειακό έδαφος τῆς Κοινότητος (άρθρο 2) καί τά όποια, ενδεχομένως εὑρίσκονται ἐπί πλέον ὑπό τό τελωνειακό καθεστώς τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας ἀπό τρίτη χώρα ἡ ἀπό Κράτος μέλος ἡ ἄν ἀρκεί μήπως μόνο τό ὅτι τά εμπορεύματα, εισάγονται ἀπό τά θαλάσσια τελωνειακά σύνορα ἡ ἀπό τά εδαφικά σύνορα τοῦ ενδιαφερομένου Κράτους μέλους ἀπό τήν ἀνοικτή θάλασσα;»
Ἀντικειμενικός σκοπός τῆς ὁδηγίας 69/1969 εἶναι, ὅπως εμφαίνεται καί ἀπό τόν τίτλο της, ἡ εναρμόνιση τῶν νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων περί ἀπαλλαγών ἀπό τους φόρους ἐπί τοῦ κύκλου εργασιών καί τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, πού επιβάλλονται κατά τήν εισαγωγή εντός τοῦ πλαισίου τῆς διεθνούς κυκλοφορίας τῶν ταξιδιωτών. Διαφορετικά ἀπό ὅ,τι προβλέπει ὁ προαναφερθείς κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69 ή «διεθνής κυκλοφορία» περιλαμβάνει ἐδῶ τίς περιπτώσεις τῶν ταξιδιωτών πού προέρχονται ἀπό τρίτες χώρες, καθώς καί τίς περιπτώσεις τῶν ταξιδιωτών πού προέρχονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη. Πρέπει ἀκόμη νά γίνει δεκτό ὅτι μεταξύ τῶν στόχων τῆς ὁδηγίας έχει προβληθεί, ιδίως, ή ἀνάγκη τῆς περαιτέρω ελευθερώσεως τοῦ καθεστώτος φορολογήσεως τῶν εισαγομένων εἰδών στό πλαίσιο τῆς κυκλοφορίας τῶν ταξιδιωτών μεταξύ τῶν Κρατών μελών (δεύτερη καί τρίτη αιτιολογική σκέψη). Ἀλλά, μέ τήν εξαίρεση αύτη, ὁ γενικός προσανατολισμός τῆς ὁδηγίας είναι ὁ ἴδιος πού εὑρίσκεται μετά δίμηνο στόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69, δηλ. ή προέλευση τῶν εμπορευμάτων δέν λαμβάνεται στην πραγματικότητα ὑπ' ὄψη καί τά ἀποφασιστικά στοιχεία γιά τήν εφαρμογή τῆς ἀπαλλαγῆς εἶναι ἡ προέλευση τῶν ταξιδιωτών, τό γεγονός ὅτι τά εμπορεύματα περιέχονται στίς προσωπικές τους ἀποσκευές, ὁ μή εμπορικός χαρακτήρας τῶν εισαγωγών καί ἡ περιορισμένη ἀξία (ή ποσότης) τῶν εισαγομένων προϊόντων. Κατά συνέπεια, μή λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν προέλευση ἡ καταγωγή τῶν εμπορευμάτων, ἡ προβλεπομένη ἀπό τήν ἀναφερθείσα ὁδηγία ἀπαλλαγή δέν ἀναφέρεται στά πρόσωπα πού συμμετέχουν σέ θαλάσσιες κρουαζιέρες πού έχουν ὡς σημείο εκκινήσεως καί ἀφίξεως λιμάνια τοῦ ιδίου Κράτους μέλους και δέν προσεγγίζουν τό έδαφος άλλων Κρατών μελών ἡ τρίτων χωρών.
Δέν εἶναι καθόλου ἀναγκαίο νά προστεθεί ὅτι κυκλοφορία ταξιδιωτών τοῦ είδους πού συνεπάγονται οἱ κρουαζιέρες «χωρίς προσέγγιση» εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νά περιληφθεί στην ἔννοια τῆς κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ Κρατών μελῶν, στην ὁποία ἀναφέρεται τό άρθρο 2 τῆς προαναφερθείσης ὁδηγίας. Πράγματι, τό κείμενο αυτό εἶναι πολύ σαφές γιά νά επιτραποῦν παρερμηνείες: ἐξ άλλου, αυτό θά ὁδηγοῦσε σέ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα ὅσον άφορα μία σημαντική προϋπόθεση τῆς (παροχής) της ἀπαλλαγῆς γιά την ὁποία γίνεται τώρα λόγος, πού συνίσταται στό γεγονός ὅτι τά εμπορεύματα πού ἀπεκτήθησαν σέ Κράτος μέλος επιβαρύνονται γενικά μέ φόρους ώστε ἡ ἀπαλλαγή τους κατά τήν εισαγωγή σέ άλλο Κράτος μέλος συντελεί στην «ἀποφυγή τῆς διπλής φορολογίας χωρίς νά καταλήγει σέ έλλειψη φορολογήσεως» (τετάρτη αιτιολογική σκέψη τῆς προαναφερθείσης ὁδηγίας).
Ἐνα άλλο επιχείρημα πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως αυτής, προσφέρεται ἀπό τήν παράγραφο 4 τοῦ μνημονευθέντος ἄρθρου 2 πού προσετέθη στό ἀρχικό κείμενο τῆς ρυθμίσεως ἀπό τήν ὁδηγία 78/1032 ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1978. Ή παράγραφος αυτή ὁρίζει, πράγματι, ὅτι ὅταν τό ταξίδι ἀπό ένα σέ άλλο Κράτος μέλος πραγματοποιείται μέ διεύλευση μέσω τοῦ εδάφους τρίτου κράτους, ἡ ἀρχίζει ἀπό μέρος τοῦ εδάφους άλλου Κράτους μέλους, στό όποιο οἱ φορολογίες πού ἀναφέρει ή ὁδηγία δέν εφαρμόζονται στά ἐκεῖ καταναλισκόμενα εμπορεύματα «ὁ ταξιδιώτης πρέπει νά εἶναι σέ θέση νά δικαιολογήσει ὅτι τά μεταφερόμενα στίς ἀποσκευές του εμπορεύματα ἀπεκτήθησαν σύμφωνα μέ τίς γενικές φορολογικές προϋποθέσεις τῆς εσωτερικῆς ἀγοράς ἑνός Κράτους μέλους καί ὅτι δέν δικαιοῦνται καμμιᾶς επιστροφῆς φόρων ἐπί τοῦ κύκλου εργασιῶν καί/ἤ άλλων έμμεσων εσωτερικών επιβαρύνσεων» σέ ἀντίθετη περίπτωση εφαρμόζεται τό άρθρο 1. Ἀν, συνεπώς, ὁ ενδιαφερόμενος ταξιδιώτης δέν εἶναι σέ θέση νά προσκομίσει τίς ἀνωτέρω ἀποδείξεις, δέν δύναται νά επωφεληθεί, ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1979, παρά μόνο τῆς πλέον περιορισμένης ἀπαλλαγῆς πού προβλέπεται γιά τήν ταξιδιωτική κυκλοφορία μεταξύ τρίτων χωρών καί τῆς Κοινότητος. Ἐν πάση περιπτώσει καί γιά νά τύχει τῆς περιορισμένης αὐτῆς ἀπαλλαγῆς πρέπει νά προέρχεται ἀπό ἄλλο Κράτος μέλος καί μία τέτοια προϋπόθεση δέν πληροῦται, προφανώς, στην περίπτωση κρουαζιέρας πού περιορίζεται σέ σύντομο θαλάσσιο περίπλου, πέραν τῆς τελωνειακής γραμμῆς καί χωρίς προσέγγιση σέ ἀλλοδαπά λιμάνια.
4.
Μέ τό δεύτερο ερώτημα τῆς πρώτης ὁμάδος τό Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου έρωτᾶ: «ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69 τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 3061/78, ενδεχομένως σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 28 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν εμπορευμάτων, στά όποια ἀναφέρεται ὁ κανονισμός 3023/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 20ης Δεκεμβρίου 1977 — περιλαμβάνει εξαντλητική ρύθμιση ὅσον άφορᾶ τήν ἀτέλεια τῶν εμπορευμάτων πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτών, ἤ μήπως τά Κράτη μέλη δύνανται, βαίνοντας πέραν τοῦ πεδίου εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69 — νά χορηγοῦν μία ἀτέλεια κατά τρόπο αυτόνομο — ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν εμπορευμάτων, στά όποια ἀναφέρεται ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77;»
Ὅπως εἶχα ἤδη τήν ευκαιρία νά τό ἀναπτύξω στίς προτάσεις μου τῆς 27ης Νοεμβρίου 1980, σχετικά μέ τήν υπόθεση 50/80, Horwath, ὁρισμένοι τελωνειακοί τομείς ἐξακολουθοῦν νά διέπονται, σέ κάθε Κράτος μέλος, ἀπό εθνικούς κανόνες πού δέν εἶναι εναρμονισμένοι μέ τους ισχύοντες σέ άλλα Κράτη μέλη. 'Υπάρχει εξήγηση τοῦ φαινομένου αὐτοῦ δεδομένου ὅτι πρόκειται περί τομέων, ἡ ρύθμιση τῶν οποίων δέν πρέπει νά προκύπτει στό σύνολό τῆς ἀπό κοινοτικούς κανόνες, άλλά ἡ ὁποία εμπίπτει ἐν μέρει στην ἁρμοδιότητα τῶν εθνικών έννόμων τάξεων, οἱ όποιες δέν έχουν ἀκόμα εναρμονισθεί πλήρως. Πάντως οἱ γενικές αυτές σκέψεις δέν δύνανται νά παράσχουν ἐπαρκῆ στοιχεία γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ γερμανικοί) δικαστηρίου στην προκειμένη υπόθεση, τό θέμα εἶναι τελείως προσδιορισμένο — πρόκειται περί τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τελωνειακούς δασμούς — καί ἀποτελεί ἀντικείμενο διατάξεων προερχομένων ευθέως ἀπό τόν κοινοτικό νομοθέτη εντός τοῦ πλαισίου τοῦ κανονισμού 1544/69.
Διατυπώνοντας τό ερώτημα του ὁ δικαστής τῆς ουσίας φαίνεται νά υπονοεί ὅτι ἐφ' ὅσον ὁ προαναφερθείς κανονισμός δέν ρυθμίζει εξαντλητικῶς την ἀπαλλαγή ἀπό τελωνειακούς δασμούς τῶν εμπορευμάτων πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτῶν, τά Κράτη μέλη δύνανται νά παρεμβαίνουν στον τομέα πού δέν καλύπτεται ἀπό κοινοτικούς κανόνες. Κατά τήν γνώμη μου, τό ζήτημα πρέπει νά τεθεί διαφορετικά. Πρέπει δηλ. νά ἐκκινήσομε ἀπό τήν σκέψη ὅτι οἱ τελωνειακοί δασμοί ρυθμίζονται ἀπό τό κοινό δασμολόγιο (άρθρα 3, γράμμα β, 9, παράγραφος 1 καί 23, παράγραφος 3 τῆς συνθήκης ΕΟΚ) — τό όποιο εφαρμόζεται, ὁπως εἶναι γνωστό, σέ ὅλες τίς εισαγωγές στην Κοινότητα — καί ὅτι οιαδήποτε παραχώρηση ἀπαλλαγών στους τελωνειακούς δασμούς συνιστά περιορισμό ὅσον άφορα τήν ἀποτελεσματικότητα τοῦ δασμολογίου. Ἀν επιλεγεί τό σημείο αυτό εκκινήσεως καθίσταται φανερό ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτα τά μέτρα πού λαμβάνονται ἀπό Κράτος μέλος πρός τόν σκοπό διευρύνσεως τοῦ πεδίου εφαρμογής τῶν ἀπαλλαγών πού προκύπτουν ἀπό κοινοτικούς κανόνες.
Πράγματι, μετά τήν λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου καί έκτος τῆς δυνατότητος λήψεως εξαιρετικών μέτρων διασφαλίσεως υπέρ ενός ἡ ἄλλου Κράτους μέλους (ὅταν ειδικές καταστάσεις τό δικαιολογοῦν), ὁ μοναδικός επιτρεπτός τρόπος πού είναι ικανός νά έχει επιπτώσεις ἐπί τῆς εφαρμογής τῶν δασμών τοῦ κοινού δασμολογίου εἶναι ἡ προβλεπομένη ἀπό τό άρθρο 28 τῆς συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, πράγμα πού ἀποτελεί κανόνα ἐπί τοῦ ὁποίου βασίζεται ὁ κανονισμός 1544/69. Κατά τό άρθρο αυτό «κάθε αυτόνομη τροποποίηση ή ἀναστολή τῶν δασμών τοῦ κοινού δασμολογίου ἀποφασίζεται ἀπό τό Συμβούλιο μέ ὁμόφωνη ἀπόφαση» (ή μέ ειδική πλειοψηφία στην περίπτωση κατά τήν ὁποία οἱ τροποποιήσεις ἡ ἀναστολές δέν υπερβαίνουν τό 20 % γιά περίοδο έξι μηνών κατ' ἀνώτατο όριο). Οἱ δασμολογικές διευκολύνσεις, ὅπως οἱ χορηγούμενες ἀπό τόν κανονισμό 1544/69 στους ταξιδιώτες προελεύσεως τρίτων χωρών, περιλαμβάνουν στην οὐσία, τήν εισαγωγή ἐξαιρέσεων στους δασμούς τοῦ κοινού τελωνειακού δασμολογίου. Πρέπει, άλλωστε, νά τονισθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία σας, οἱ εξουσίες πού ἀπονέμονται στά όργανα ἀπό τό άρθρο 28 (καθώς καί ἀπό άλλους κανόνες σχετικούς μέ τήν τελωνειακή ένωση) πρέπει νά ερμηνεύονται εὐρέως, πρός τόν σκοπό διασφαλίσεως της συνεκτικής ρυθμίσεως τῶν εξωτερικών οικονομικών σχέσεων (βλ. τήν ἀπόφαση τῆς 12ης Ἰουλίου 1973 στην υπόθεση 8/73, Massey-Ferguson, Raccolta 1973, σ. 897, σημείο 4 τοῦ σκεπτικοῦ). Παρατηρώ, τέλος, ὅτι οἱ τροποποιήσεις καί ἀναστολές τῶν δασμών τοῦ κοινοῦ δασμολογίου πού ἀναφέρονται στό άρθρο 28 έχουν άμεσο ἀποτέλεσμα σέ ὅλα τά Κράτη μέλη καί έτσι διαφυλάσσεται ἡ ἀρχή τῆς ὁμοιόμορφης εφαρμογής τοῦ κοινοῦ δασμολογίου στό σύνολο τῆς Κοινότητος. Δέν θά ήταν, ἀντιθέτως, σύμφωνο πρός τήν ἀρχή αυτή νά γίνει δεκτό ὅτι τά Κράτη μέλη έχουν εξουσία νά θεσπίζουν ἡ διατηροῦν, μέ δική τους πρωτοβουλία, ἀπαλλαγές ἀπό τελωνειακούς δασμούς.
5.
Μέ τό δεύτερο ἐρώτημα τῆς δευτέρας ὁμάδος, τό Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου έρωτᾶ: «ή ὁδηγία 69/169/ΕΟΚ, ὅπως Ισχύει μετά τήν τελευταία τροποποίηση της, περιέχει εξαντλητική ρύθμιση ὅσον άφορᾶ τήν ἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρο κύκλου εργασιών καί τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως τῶν εμπορευμάτων, πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτών, ἡ μήπως τά Κράτη μέλη δύνανται, βαίνοντας πέραν τοῦ πεδίου ἐφαρμογῆς τῆς ὁδηγίας, νά παρέχουν αυτόνομες ἀπαλλαγές ἀπό τους φόρους κύκλου εργασιών καί τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως γιά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτῶν».
Παρά την προφανή ἀναλογία μεταξύ τοῦ προβλήματος αὐτοῦ καί τοῦ μόλις ἐξετα-σθέντος, μοῦ φαίνεται ὀρθή ἡ σκέψη πού γίνεται στην διάταξη περί παραπομπής στό Δικαστήριο, σύμφωνα μέ τήν οποία πρέπει νά εφαρμόζονται ἐν προκειμένω διαφορετικά κριτήρια. Πράγματι, ἐνῶ τό θέμα τῆς ἀπαλλαγής ἀπό τους τελωνειακούς δασμούς ἀνάγεται ευθέως στην κοινοτική ρύθμιση, ἀντιθέτως, στόν τομέα τῆς εσωτερικής φορολογίας ἡ Κοινότης ἔχει αρμοδιότητα, περιορισμένη στην ἔκδοση ὁδηγιών πού ἀποβλέπουν στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών. Στον φορολογικό τομέα δύναται, επομένως, νά γίνει δεκτό, κατ' ἀρχήν, τά Κράτη μέλη νά δύνανται νά θεσπίζουν αυτόνομα μέτρα, ὑπό τόν ὅρο τό περιεχόμενό τους νά μήν εἶναι ἀσυμβίβαστο πρός τήν συνθήκη καί τίς κοινοτικές ὁδηγίες.
Ἐξετάζοντας τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας 69/169/ΕΟΚ εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά διαπιστώσω ὅτι δέν άφορᾶ τήν περίπτωση τῶν ἐπιβιβαζομένων σέ λιμάνι Κράτους μέλους καί οἱ όποιοι επιστρέφουν στό ἴδιο λιμάνι μετά ἀπό σύντομο θαλάσσιο περίπλου πέραν τῆς θαλασσιας τελωνειακής γραμμής. Μετά τήν διαπίστωση αύτη, υπάρχει λόγος νά διερωτηθούμε ἄν υφίσταται αντίθεση μεταξύ τῶν σκοπών τῆς ὁδηγίας αυτής, ἡ τοῦ περιεχομένου της, καί μιᾶς εθνικής ρυθμίσεως, ἡ ὁποία επεκτείνει τήν παροχή τῶν φορολογικών ἀπαλλαγών στους ταξιδιώτες πού συμμετέχουν σέ «κρουαζιέρες» τοῦ προαναφερθέντος τύπου.
Οἱ δύο κύριοι σκοποί τῆς ὁδηγίας συνίστανται, ὅπως προκύπτει ἀπό τό προοίμιο της, ἀφ' ενός, στην μεγίστη ελευθέρωση τοῦ καθεστώτος φορολογίας τῶν εισαγωγών κατά τήν κυκλοφορία τῶν ταξιδιωτών μεταξύ Κρατών μελών, κατά τρόπο ώστε νά γίνει πρόοδος πρός τήν δημιουργία ἀναλόγων προϋποθέσεων μέ τίς προϋποθέσεις μιᾶς εσωτερικής ἀγορᾶς (τρίτη αιτιολογική σκέψη) καί, ἀφ' έτερου, στην προώθηση τῆς κυκλοφορίας τῶν ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών καί τῆς Κοινότητος (τελευταία αιτιολογική σκέψη). Μοῦ φαίνεται ὅτι ούτε ὁ ἕνας ούτε ὁ άλλος τῶν ἀντικειμενικών αυτών σκοπών άφορα τίς ἀπαλλαγές πού παρέχονται μονομερώς ἀπό Κράτος μέλος σέ άτομα τά όποῖα, πραγματοποιώντας μία θαλασσια κρουαζιέρα χωρίς προσέγγιση, δέν συμμετέχουν στην κυκλοφορία τῶν ταξιδιωτών οὔτε μεταξύ τῶν Κρατών μελών οὔτε μεταξύ Κοινότητος καί τρίτων χωρών. Δέν είναι καθόλου ἀπαραίτητο νά προστεθεί ὅτι παραμένει ἀκέραια ἡ υποχρέωση τῶν Κρατών μελών γιά τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας σέ ὅλες αυτές τίς περιπτώσεις, στίς όποιες χρουαζιέρες τοῦ προπερι-γραφέντος τύπου περιλαμβάνουν προσέγγιση σέ λιμάνια άλλων Κρατών μελών ή τρίτων κρατών.
Όσον άφοραᾶ περαιτέρω, τά επιχειρήματα πού δύνανται νά εξαχθούν ἀπό τό περιεχόμενο τῆς ὁδηγίας, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ τελευταία προβλέπει ρητώς ὁρισμένο ἀριθμό περιπτώσεων, στίς όποιες τά Κράτη μέλη έχουν τήν ευχέρεια θεσπίσεως διατάξεως συμπληρωματικής ή εἰσαγούσης εξαίρεση σχετικά μέ τους γενικούς κανόνες τῆς ἰδίας ὁδηγίας (μνημονεύω, μεταξύ άλλων, τά άρθρα 2 παράγραφος 2, 4 παράγραφος 1, 5 παράγραφοι 2 καί 3, 6 παράγραφοι 2 καί 3). Κατά τήν Ἐπιτροπή, αὐτό ισοδυναμεί, εμμέσως, μέ τήν ἀπόδειξη ὅτι δέν ἀφήνεται στά Κράτη μέλη καμμία αὐτόνομη εξουσία νομοθετή-σεως στό πλαίσιο τῶν φορολογικών ἀπαλλαγών. Μοῦ φαίνεται, ὅμως, ὅτι στίς ἀναφερθείσες περιπτώσεις πρόκειται περί παροχής στά Κράτη μέλη τῆς δυνατότητος τροποποιήσεως κατά τήν κρίση τους τῆς εφαρμογής τῶν γενικών κανόνων τῆς ὁδηγίας, ἐν σχέσει μέ ὁρισμένες καταστάσεις ή μέ ὁρισμένες κατηγορίες ταξιδιωτών, οἱ όποιοι περιλαμβάνονται σχεδόν πάντοτε στην κατηγορία τῶν καταστάσεων καί υποκειμένων, στά όποια εφαρμόζεται ή ὁδηγία. Ἀντιθέτως, τό ὑπό εξέταση ερώτημα άφορᾶ τήν ἁρμοδιότητα τῶν κρατών νά θεσπίζουν φορολογικές ἀπαλλαγές σέ καταστάσεις καί έναντι υποκειμένων πού δέν περιλαμβάνονται στην πραγματικότητα στό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας.
Μεταξύ τῶν μνημονευθεισῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας πρέπει νά ἀποδοθεί Ιδιαίτερη προσοχή, στό άρθρο 6, παράγραφος 2 ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό την ὁδηγία τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1978. Ή παράγραφος αυτή επιβάλλει στά Κράτη μέλη νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά νά επιτρέπουν τήν παροχή, σέ καθορισμένες περιπτώσεις, τῆς εκπτώσεως τῶν φόρων ἐπί τοῦ κύκλου εργασιών γιά τήν παράδοση τῶν εμπορευμάτων πού μεταφέρονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτών πάντως, ἡ διάταξη αυτή συνοδεύεται ἀπό επιφύλαξη ὅσον άφορᾶ τό καθεστώς πού πρέπει νά εφαρμόζεται στίς πωλήσεις, οἱ όποιες πραγματοποιούνται στά καταστήματα ὑπό τελωνειακό έλεγχο, πού ευρίσκονται στά ἀεροδρόμια, καθώς καί ἐπί τῶν ἀεροπλάνων ώστε ἡ ἐν λόγω διάταξη δέν ισχύει γιά τό καθεστώς αυτό. Διερωτῶμαι ἄν εἶναι ὀρθό νά συνάγομε ἀπό τήν επιφύλαξη αὐτη — πού έχει εὐρεία έκταση — την βούληση τοῦ Συμβουλίου νά ἀντιμετωπίσει ἐξαντλητικῶς τήν ρύθμιση τῶν φορολογικών ἀπαλλαγών γιά τους ταξιδιώτες, πού περιέχεται στην ὁδηγία, ώστε, ελλείψει άλλων ρητών επιφυλάξεων, νά μή δύναται νά ἀναγνωρισθεί στά Κράτη μέλη ή εξουσία παροχής τῶν ἀπαλλαγών αυτών, έκτός τοῦ πλαισίου τῆς ὁδηγίας. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό πρέπει νά εἶναι ἀρνητική. Ή επιφύλαξη γιά τήν ὁποία πρόκειται συνδέεται σαφώς μέ τόν εἰδικό τομέα πού ρυθμίζεται ἀπό τό προαναφερθέν άρθρο 6 ἐνῶ ἡ περίπτωση πού μᾶς ἀπασχολεί ἀφορᾶ, τό επαναλαμβάνω, τομέα πού δέν διέπεται ἀπό τήν ὁδηγία, στόν όποιο ἡ νομοθετική παρέμβαση Κράτους μέλους δέν θίγει τήν τήρηση τῆς κοινοτικῆς ρυθμίσεως.
Οἱ σκέψεις αυτές μέ ὠθοῦν νά υποστηρίξω ὅτι μέτρα φορολογικών ἀπαλλαγών υπέρ προσώπων τά όποια συμμετέχουν σέ θαλάσσιες κρουαζιέρες χωρίς προσέγγιση, ως μή ἀντιβαίνοντα πρός τό κοινοτικό δίκαιο, ἀνήκουν στην διακριτική ἐξουσία τοῦ ἐθνικοῦ νομοθέτη.
6.
Μέ τό τρίτο ερώτημα τῆς πρώτης ὁμάδος τό γερμανικό δικαιοδοτικό όργανο έρωτᾶ «ἄν ἡ παράβαση τοῦ κοινοτικού κανονισμού θεμελιώνει δικαιώματα δυνάμενα νά ἀσκηθούν ευθέως υπέρ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τά δικαιώματα θίγονται ἀπό νομοθετικές ἡ κανονιστικές διατάξεις ή ἀπό τά εκτελεστικά τους μέτρα πού δέν συμβιβάζονται μέ τό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ ἀνωτέρω δύναται νά προσφύγει ἐνώπιον εθνικού δικαιοδοτικοῦ ὀργάνου γιά νά ἀπαγορευθούν μέτρα ἀντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο ἡ γιά νά εξασφαλισθεί ή τήρηση μέτρων τοῦ κοινοτικού δικαίου».
Τό ερώτημα αυτό φαίνεται διαμορφωμένο μέ ταυτολογικό τρόπο. Πράγματι, ἄν υποτεθεί ὅτι υπάρχουν ἀτομικοί δικαιούχοι προσωπικών δικαιωμάτων βάσει κοινοτικού κανονισμού, καί ἄν υποτεθεί ὅτι τά δικαιώματα αυτά θίγονται ἀπό νομοθετικές ἡ διοικητικές διατάξεις Κράτους μέλους, ἀντίθετες πρός τόν ἐν λόγω κανονισμό, δέν υφίσταται ἀμφιβολία ὅτι τά άτομα έχουν τήν εξουσία νά ασκήσουν ἀγωγή ενώπιον τοῦ εθνικού δικαστηρίου προς τόν σκοπό διαφυλάξεως τῶν δικαιωμάτων τους, ζητώντας τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμού (ὁ όποιος πρέπει νά υπερισχύει τῶν ἀντιθέτων εθνικών νόμων). Ἀλλά πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ περίπτωση πού έχει υποβληθεί στην εκτίμηση τοῦ Finanzgericht Ἀμβούργου καί βάσει αυτής νά διευκρινισθεί ἡ έννοια τοῦ ερωτήματος. Πρόκειται, επομένως, κυρίως περί τοῦ ἄν, στην περίπτωση πού Κράτος μέλος έχει χορηγήσει τελωνειακές ἀπαλλαγές, τις όποιες δυνάμει τοῦ κοινοτικού δικαίου δέν εἶχε τήν εξουσία νά χορηγήσει, καί έχει έτσι παραβεί τόν κανονισμό περί κοινού δασμολογίου, οἱ ζημιούμενοι ἀπό τά συγκεκριμένα ἀποτελέσματα τῶν ἀπαλλαγών αυτών έμποροι δύνανται νά ζητήσουν ἀπό τό εθνικό δικαστήριο οἱ τελωνειακές ἀρχές νά μή εφαρμόζουν τους εσωτερικούς κανόνες πού ἀφορούν τίς ἀπαλλαγές ή, ἐπικουρικώς, νά συμμορφωθούν πρός τους κανόνες τοῦ κοινοῦ δασμολογίου.
Ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεφέρθη στην ἀπόφαση τῆς 22ας Ἰανουαρίου 1976 ἐπί τῆς υποθέσεως 60/75, Russo κατά ΑΙΜΑ (Raccolta 1976, σ. 45). Ἀπό τήν ἀπόφαση αύτη ἐξάγει τό κριτήριο κατά τό όποιο δέν δύναται νά γίνει επίκληση κοινοτικού κανόνα ἀπό ιδιῶτες παρά μόνο ἄν ἔχει ὡς σκοπό την προστασία τῶν συμφερόντων τους. Καί ἡ ἀπόφαση περί τῆς ὁποίας πρόκειται άφορᾶ περίπτωση στην ὁποία παραγωγός σίτου παρεπονεῖτο ενώπιον τοῦ εσωτερικοῦ δικαστοῦ γιά την παράβαση τοῦ κοινοτικοί) δικαίου ἐκ μέρους τοῦ κρατικοί) ὀργανισμοί) παρεμβάσεως στην ἀγροτική ἀγορά, γιά νά στηρίξει ἀγωγή ἀποζημιώσεως κατά τοῦ ἐν λόγω ὀργανισμοί). Ἀποφαινόμενο ἐπί τῆς υποθέσεως αυτής, τό Δικαστήριο εδέχθη τήν ύπαρξη δικαιώματος κάθε ἀτομικοῦ παραγωγοί), βασιζομενου στην κοινοτική ρύθμιση καί έκρινε ὅτι, στην περίπτωση ζημίας, προκυπτούσης ἀπό τήν παράβαση κοινοτικοί) κανόνα ἐκ μέρους τοῦ κράτους «τό κράτος πρέπει νά υποστεί τίς συνέπειες, έναντι τοῦ ζημιωθέντος προσώπου, εντός τοῦ πλαισίου των διατάξεων τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου πού ἀφοροῦν τήν ευθύνη τοῦ κράτους».
Στην προκειμένη περίπτωση, οἱ προσφεύγουσες στην κυρία δίκη δέν ἐζήτησαν ἀποκατάσταση τῆς βλάβης πού προέκυψε γι' αυτές ἀπό τήν χορήγηση τῶν ἀπαλλαγών πού χορηγοῦνται στους εισαγωγείς τῶν προϊόντων, τά όποια πωλοῦνται κατά τίς «κρουαζιέρες βουτύρου». Περιορίσθησαν στό αἴτημα τῆς υπαγωγής τῶν εισαγωγών αυτών στό κανονικό καθεστώς τοῦ κοινοί) δασμολογίου καί, επομένως, στην ἀπαίτηση τῆς ὀρθής εφαρμογής τοῦ κοινοτικοί) δικαίου. Καί τό ζήτημα πού ἐξετάζομε άφορᾶ, ὅπως ελέχθη, τήν δυνατότητα τῶν ζημιουμένων ἀπό τίς πρακτικές συνέ-πιες τῶν ἀπαλλαγών έμπόρων, νά ζητοῦν ἀπό τόν δικαστή νά διατάξει τίς τελωνειακές ἀρχές νά μή εφαρμόζουν τίς ἀπαλλαγές (μέ άλλα λόγια νά τηροῦν τό κοινό δασμολόγιο).
Κατά τήν γνώμη μου, γιά τήν επίλυση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ πρέπει νά ἐκκινήσομε ἀπό δύο σκέψεις γενικού χαρακτῆρος. Ή πρώτη άφορᾶ τήν σχέση μεταξύ νομικού κανόνα, προσωπικοί) δικαιώματος καί συμφέροντος στην εφαρμογή τοῦ κανόνα. Είναι γνωστό ὅτι κάθε νομικός κανόνας άφορᾶ μία καθορισμένη κατάσταση-τύπο καί διαδοχικά τά πρόσωπα πού συγκεκριμένως ευρίσκονται στην κατάσταση αύτη καθίστανται υποκείμενα έννόμου σχέσεως: ένα ἀπό αυτά, στό πλαίσιο τῶν υποχρεωτικών σχέσεων, καθίσταται δικαιούχος προσωπικοί) δικαιώματος. Τοῦτο ισχύει βεβαίως καί γιά τους κοινοτικούς κανόνες πού θεσπίζονται μέσω τῶν κανονισμών έτσι, ἄν ἀναφερθοῦμε στό κοινό δασμολόγιο, τό δικαίωμα πρός επίκληση του γεννᾶται ἐν σχέσει μέ κάθε συγκεκριμένη πράξη εισαγωγής ἡ εξαγωγής καί δικαιοῦ-χος τοῦ δικαιώματος αυτού εἶναι τό υποκείμενο τό ὁποῖο ενεργεί τήν πράξη αυτή. Εἶναι ἀναμφισβήτητο, συνεπώς, ὅτι κάθε εἰσαγωγεύς έχει δικαίωμα ἐπί τῆς ὀρθής ἐφαρμογής τοῦ δασμολογίου ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές, ἔναντι τον, καί ὅτι τό δικαίωμα αυτό γεννᾶται ἐφ᾽ ὅσον ενεργεί μία πράξη εισαγωγής. Διάφορο εἶναι νά γίνεται λόγος περί δικαιώματος τῶν εισαγωγέων, ὡς κατηγορίας, ἐπί τῆς ὀρθής εφαρμογής τοῦ δασμολογίου: τό ερώτημα, ἀντιμετωπιζόμενο κατά τόν τρόπο αυτό, τοποθετείται στό γενικό καί υποθετικό επίπεδο τοῦ κανόνος, ἀφαιρούμενης τῆς εξατομικεύσεως τοῦ δικαιώματος, δηλ. τῆς γενέσεως ἰδιας έννόμου σχέσεως ἐπί ἀτόμου. Τέλος, εἶναι επίσης διαφορετικό νά γίνεται λόγος περί συμφέροντος γιά τήν εφαρμογή ενός κανόνος, πχ. τοῦ συμφέροντος τῶν ἐπιχειρηματιών γιά μία ὀρθή εφαρμογή τῶν τελωνειακών δασμών, κατά τήν εισαγωγή εμπορευμάτων ἀνταγωνιστικών πρός τα παραγόμενα ἡ διανεμόμενα ἀπ᾽ αυτούς. Εἶναι, πράγματι, γνωστό ὅτι ὁ νομικός κανόνας ἐκ φύσεως ἀντανακλά τά συλλογικά συμφέροντα πού εκτείνονται πέραν τῶν κατηγοριών τῶν προσώπων πού ἀνήκουν στην σφαίρα τῆς εφαρμογής του. Αυτό σημαίνει ὅτι τά ἐνδιαφερόμενα γιά τήν τήρηση τῆς εφαρμογής ὁρισμένου κανόνος υποκείμενα εἶναι πολύ περισσότερα ἀπό τά πρόσωπα πού έχουν δικαίωμα ἤ πού θά ἠδύναντο νά εὑρεθοῦν σέ θέση νά διεκδικήσουν ένα δικαίωμα πού ἀπορρέει ἀπό τόν ἴδιο κανόνα.
Ή δεύτερη σκέψη άφορᾶ τήν διαδικαστική άποψη τοῦ ζητήματος. Γιά νά δικαιούνται νά ἀσκήσουν νομίμως ἀγωγή (στό παράδειγμά μας πχ. γιά νά ζητηθεί άλλο υποκείμενο νά διαταχθεί νά σέβεται καθορισμένες ὑποχρεώσεις) πρέπει οἱ αιτούντες νά εἶναι δικαιοῦχοι τοῦ προσωπικοῦ δικαιώματος πού ἡ ἀγωγή έχει συγκεκριμένο προορισμό νά διαφυλάξει. Πράγματι, ή δικαστική ενέργεια δέν έχει ὡς σκοπό τήν επιβεβαίωση κατά τρόπο γενικό καί υποθετικό τοῦ περιεχομένου ενός κανόνος, άλλα τήν εφαρμογή του στό πλαίσιο δεδομένης σχέσεως. Ἐπομένως, ὅποίος ἔχει ἁπλῶς συμφέρον στην τήρηση ἑνός κανόνος — ή πιό συγκεκριμένα ὅποιος δέν συμμετέχει σέ προσδιορισμένη έννομη σχέση πού προέρχεται ἀπό τόν κανόνα, δέν δικαιοῦται νά τόν επικαλεσθεί ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
Πρόκειται τώρα περί τῆς ἀξιοποιήσεως των γενικοῦ χαρακτῆρος σκέψεων αυτών ἐν σχέσει μέ τό πρόβλημα πού ήγειρε τά Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου. Θά παρατηρήσω, προκαταρκτικῶς, ὅτι ἡ μή νόμιμη παροχή ἀπαλλαγών ἀπό τελωνειακούς δασμούς ἀπό Κράτος μέλος συνεπάγεται, τουλάχιστο φαινομενικά, διπλή παράβαση τῶν κοινοτικών κανόνων: ἀφ' ενός, ἀποτελεί παράβαση τοῦ κανόνος πού απαγορεύει στό κράτος νά νομοθετεί σέ τομέα πού ἔχει επιφυλαχθεῖ στον κοινοτικό νομοθέτη ἀφ' έτερου, συνεπάγεται τήν μή ἐφαρμογή τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Ή πρώτη παράβαση θίγει τήν κατανομή τῶν ἀντιστοίχων σφαιρών ἁρμοδιότητος Κοινότητος καί Κρατών μελών τό δικαίωμα τῆς διασφαλίσεως τῆς τηρήσεως τῆς κατανομής αυτής εναπόκειται στην Κοινότητα καί, ἐπί τοῦ διαδικαστικοῦ πεδίου, στην Ἐπιτροπή. Ή δεύτερη παράβαση δέν ἀποτελεί παρά συνέπεια τῆς πρώτης στην πραγματικότητα δέν διεπιστώθη καμμία ιδιαίτερη περίπτωση μή κανονικής εφαρμογής τοῦ δασμολογίου ἔναντι εἰσαγωγέως (ὅπως στην περίπτωση δασμοῦ πού επιβάλλεται βάσει συντελεστού μή προβλεπομένου ἀπό τό κοινό δασμολόγιο). Ἀντιστρόφως, μία νομοθετική διάταξη περιώρισε ἀθεμίτως τό πεδίο εφαρμογής τοῦ δασμολογίου ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἐπιβαλλομένη στό κράτος υποχρέωση νά ὑποβάλ λει τα εισαγόμενα προϊόντα στους δασμούς πού καθορίζονται ἀπό τήν Κοινότητα. Καί ἀπό αυτή τήν άποψη εξεταζόμενο τό δικαίωμα νά ζητείται ἡ ἀκεραία εφαρμογή τοῦ κοινοῦ δασμολογίου ἀνήκει, κατά τήν γνώμη μου, στην Κοινότητα καί ὄχι στόν ἕνα ἡ τόν άλλο ιδιώτη πού ἀνήκει σέ μία κατηγορία προσώπων πού ενδιαφέρονται γιά τήν τήρηση τοῦ δασμολογίου.
Τελικά, δύναται νά λεχθεί ὅτι ἀρκεῖ νά ἀποφευχθεί ἡ σύγχυση μεταξύ τοῦ προσωπικοῦ δικαιώματος πού ἀνάγεται σέ προσδιορισμένη σχέση, ἡ ὁποία προκύπτει βάσει άλλων ὅρών πού ὁρίζονται ἀπό τόν κανόνα, καί τῶν δικαιωμάτων τῶν τρίτων γιά τήν τήρηση τοῦ κανόνος. Στον κάτοχο τοῦ δικαιώματος καί ὄχι στόν φορέα συμφέροντος τοῦ δευτέρου τύπου, ἀνήκει ή εξουσία νά προσφύγει στην δικαιοσύνη γιά νά επιτύχει τήν εφαρμογή τοῦ κανόνος έναντι αὐτοῦ. Ή ἀντίθετη γνώμη θά ἰσοδυναμοῦσε μέ τήν ἀποδοχή τῆς δυνατότητος θεμελιώσεως, στους κοινοτικούς κανόνες πού έχουν ἀπ' ευθείας εφαρμογή, ἑνός είδους λαϊκής ἀγωγής: αυτό ὅμως, θά ἦταν ἀντίθετο πρός κάθε κοινή νομική παράδοση τῶν Κρατών μελών καί θά ἐδημιουργει, ἐπί πλέον, τόν κίνδυνο νά καταστεί πηγή σοβαρών πρακτικών δυσχερειών στην λειτουργία τῆς δικαιοσύνης (ἄς ἀναλογισθοῦμε τόν ἀριθμό τῶν προσώπων πού θά ἠδύναντο νά έχουν ένα οιοδήποτε δικαίωμα ἐπί τῆς ὀρθής εφαρμογής ὁρισμένων κοινοτικών κανόνων).
Τό συμπέρασμα στό όποιο κατέληξα δέν ἀποκλείει, ἐξ άλλου, δεδομένα πρόσωπα, πού ενδιαφέρονται γιά την τήρηση ἐνός κανονισμοῦ, νά δύνανται νά διεκδικούν προσωπικά δικαιώματα βάσει τῆς εσωτερικῆς έννομου τάξεως πού εφαρμόζεται ἐπ' αυτῶν, ἐφ' ὅσον ἡ συμπεριφορά τῆς διοικήσεως, πού εἶναι ἀντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο, εκτιμάται καί ἀπό ἀπόψεως εθνικών νομικών κανόνων ἡ ἀρχων, ἀρκεῖ. καί κατά τους κανόνες ἡ τίς ἀρχές αυτές τά ἐν λόγω πρόσωπα νά θεωρούνται ὡς δικαιούχοι δικαστικώς ἐπιδιωξίμων δικαιωμάτων. Τό πιό ἁπλό παράδειγμα παρέχεται στην περίπτωση τοῦ δικαιώματος επανορθώσεως τῆς βλάβης πού προκύπτει ἀπό μή νόμιμη συμπεριφορά τῆς διοικήσεως, στην ὁποία παραπέμπει ἡ ἤδη μνημονευθείσα ἀπόφαση Russo κατά Aima. Καί τίποτε δέν εμποδίζει τήν άποψη ὅτι ὁ ιδιώτης, ευρισκόμενος ἀντιμέτωπος μέ εσωτερικά νομοθετικά μέτρα πού έχουν ληφθεί κατά παράβαση κοινοτικών κανόνων καί προσωπικῶν δικαιωμάτων πού διασφαλίζονται συνταγματικά (στην περίπτωση, πχ. εθνικού συντάγματος τό όποιο προστατεύει τό δικαίωμα ἴσης μεταχειρίσεως επίσης υπέρ τῶν οικονομικών ἐπιχειρηματιών), δύναται νά επικαλεσθεῖ ενώπιον τοῦ δικαστηρίου τά δικαιώματά του γιά νά ἐπιτύχει τήν μή εφαρμογή τῶν ἐν λόγω μέτρων, καί, μέ τόν τρόπο αυτό, εμμέσως, τήν τήρηση τοῦ κοινοτικού δικαίου.
7.
Τό τρίτο ερώτημα τῆς δευτέρας ὁμάδος σχετίζεται στενῶς μέ τό μόλις ἐξετασθέν. Ό δικαστής τῆς ουσίας έρωτᾶ, πράγματι, ἄν «ή οδηγία 169/69/ΕΟΚ, ὅπως ισχύει μετά τήν τελευταία τροποποίηση της, θεμελιώνει δικαιώματα δυνάμενα νά ἀσκηθούν ευθέως υπέρ εκείνου τοῦ ὁποίου τά δικαιώματα θίγονται ἀπό νομοθετική ἡ κανονιστική διάταξη Κράτους μέλους, ἡ ἀπό τό εκτελεστικό τῆς μέτρο πού δέν συμβιβάζεται μέ τό περιεχόμενο τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας, ὑπό τήν έννοια ὅτι δύναται νά προσφύγει σέ εθνικό δικαιοδοτικό όργανο γιά νά ἀπαγορευθούν εθνικά μέτρα πού εἶναι ἀντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο».
Θεωρώ περιττό νά επαναλάβω τίς σκέψεις γενικού χαρακτῆρος πού μέ ὁδήγησαν στην διάκριση μεταξύ δικαιωμάτων πού ἀφορούν υποκείμενα ἀποδέκτες κανόνος καί τοῦ ἁπλοῦ συμφέροντος τρίτων νά επιτύχουν τήν τήρηση τοῦ ιδίου κανόνος. Θά περιορισθώ, συνεπώς, νά παρατηρήσω ὅτι, ἐφ' ὅσον γίνεται δεκτή ὡς ἀρχή ἡ δυνατότης μία ὁδηγία νά δημιουργεί ἀμέσως προσωπικά δικαιώματα υπέρ ιδιωτών, τό φαινόμενο εμφανίζεται ὑπό τους αυτούς ὅρους ὅπως τό φαινόμενο τῶν ἀποτελεσμάτων ἑνός κανονισμοῦ, πού ἀπό τήν φύση του εφαρμόζεται ἀπ' ευθείας. Ή λύση, κατά συνέπεια, δέν δύναται νά εἶναι διαφορετική.
Πρέπει, μολαταῦτα, νά προστεθούν δύο ειδικές παρατηρήσεις. Πρώτον, εἶναι ἀπαραίτητο νά ληφθεῖ ὡς δεδομένο ὅτι οἱ διατάξεις μιας ὁδηγίας δέν δημιουργούν, συνήθως, δικαιώματα υπέρ τῶν ἀτόμων: παρόμοιο ἀποτέλεσμα δέν δύναται νά ἀναγνωρισθεί παρά μόνο κατ' εξαίρεση καί ἀποκλειστικώς ὡς πρός ὁρισμένους κανόνες τῶν ὁδηγιών, οἱ όποιοι παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ὅσον ἀφορᾶ τήν ὁδηγία 69/160/ΕΟΚ δέν έγινε ούτε καί ἐζητήθη καμμία έρευνα ὑπό τήν έννοια αυτή. Ἀλλωστε ἡ ἀπάντηση πού εδόθη στό προηγούμενο ἐρώτημα τήν καθιστά ἀσφαλώς ἀνωφελή. Δεύτερον, ή γνώμη πού εξέφρασα ἐν σχέσει μέ τό δεύτερο ἐρώτημα τῆς δευτέρας ὁμάδος ἀποκλείει τήν παράβαση ἐκ μέρους τῶν Κρατών μελών τῆς ὁδηγίας 69/169, όταν χορηγούν, κατά τρόπο αυτόνομο, φορολογικές ἀπαλλαγές πέραν τοῦ ὁρίου πού προβλέπεται στην ἰδία ὁδηγία. Κατά συνέπεια, πρέπει ἀπό τούδε νά γίνει δεκτό ὅτι ή περίπτωση πού υπονοεί τό εξεταζόμενο ἐρώτημα (δηλ. ὅτι τό Κράτος μέλος ἐθέσπισε νομοθετικές ἡ διοικητικές διατάξεις ἀντίθετες πρός τό περιεχόμενο τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας) στερείται βάσεως.
8.
Μέ τό τέταρτο ερώτημα τῆς πρώτης ὁμάδος, τό Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου ἐρωτᾶ ἄν: «ὁ κανονισμός ΕΟΚ 3023/77 είναι άκυρος επειδή παραβιάζει τό ἱεραρχικά ἀνώτερο κοινοτικό δίκαιο (πχ. την ἀρχή τῆς ἰσότητος, τήν ἀπαγόρευση διακρίσεων, τήν ισότητα στόν ἀνταγωνισμό, τήν ἀναλογικότητα)»;
Εἶναι ἀπαραίτητο νά διασαφηνισθεί, κατ' αρχάς, ὅτι ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77 πού ἐθεσπίσθη ἀπό τό Συμβούλιο στίς 20 Δεκεμβρίου 1977, άφορα «ὁρισμένα μέτρα πού προορισμό έχουν νά θέσουν τέρμα σέ καταχρήσεις πού προκύπτουν ἀπό τήν πώληση γεωργικών προϊόντων ἐπί των πλοίων». Όπως ἀναφέρει τό προοίμιο τῆς τάξεως αυτής, τό πεδίο εφαρμογής των τελωνειακῶν διευκολύνσεων, πού εισήγαγε ὁ προαναφερθείς κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69 υπέρ τῶν προερχομένων ἀπό τρίτες χῶρες ταξιδιωτών ἐπεξετάθη, ἀκολούθως, μέ τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 1818/75 της 10ης Ἰουλίου 1975, ώστε νά περιλάβει τίς γεωργικές εισφορές καί τίς άλλες επιβαρύνσεις κατά τήν εισαγωγή, οἱ όποιες προβλέπονται στό πλαίσιο τῆς κοινῆς γεωργικής πολιτικῆς (ή τῶν ειδικών καθεστώτων πού εφαρμόζονται σέ ὁρισμένα εμπορεύματα, προκύπτοντα ἀπό τήν μεταποίηση τῶν γεωργικών προϊόντων). Ὅμως, καμμία ἀπαλλαγή δέν ἔπρεπε νά χορηγείται ἐπί εμπορευμάτων, εισαγομένων ύστερα ἀπό θαλάσσιες κρουαζιέρες πού πραγματοποιούνται ἀπό Κράτος μέλος, καί κατά τήν διάρκεια τῶν ὁποίων δέν έγινε προσέγγιση στό τελωνειακό έδαφος τρίτης χώρας: τό σημείο αυτό διευκρινίσθη ἀπό τήν δευτέρα αἰτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77, τόν όποιο εἶχα τήν ευκαιρία νά μνημονεύσω κατά τήν εξέταση τοῦ πρώτου ερωτήματος. Στην πρακτική, μολαταύτα, πωλήσεις μέ ἀπαλλαγή ἀπό τους φόρους πού ἐπραγματοποιήθησαν πράγματι κατά τήν διάρκεια τῶν κρουαζιέρων άνευ προσεγγίσεως, ὅπως οἱ προαναφερθείσες καί ἀφοροῦσαν ὁμοίως κοινοτικά γεωργικά προϊόντα, πού είχαν ἐπωφεληθεί επιστροφών κατά τήν εξαγωγή, καθώς καί γεωργικά προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών ἡ τετάρτη αἰτιολογική σκέψη ἀναγνωρίζει τήν ύπαρξη τῆς πραγματικῆς αυτής καταστάσεως.
Ἐνώπιον τέτοιων καταχρήσεων τό Συμβούλιο έκρινε «ἀναγκαίο νά διασαφηνίσει τήν νομική κατάσταση στό θέμα αυτό» καί πρός τόν σκοπό αυτό ἐθεώρησε σκόπιμο «νά επιτρέψει στά Κράτη μέλη νά χορηγούν, στά ἀπαριθμούμενα στό παράρτημα ΙΙ τῆς συνθήκης προϊόντα, τά όποια πωλούνται ἡ διανέμονται ἐπί τῶν πλοίων ὑπό τίς προαναφερθείσες περιστάσεις, ἀπαλλαγές ἐπί πολύ περιορισμένων ποσοτήτων πέραν τῶν ὁποίων τά προϊόντα αυτά δέν θά ἠδύναντο εφεξής νά εισάγονται στην Κοινότητα παρά μόνο κατόπιν καταβολής τῶν ἀπαιτητών κατά τήν εισαγωγή δασμών» (τελευταία αἰτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77). Μέ άλλα λόγια, τό Συμβούλιο περιωρίσθη στην μείωση τῆς καταχρήσεως νομιμοποιώντας της. Συνεπώς, δυνάμει τοῦ άρθρου 1 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού, τά Κράτη μέλη έχουν τήν ευχέρεια νά χορηγούν ἀπαλλαγή ἀπό τους φόρους κατά τήν εισαγωγή (πού περιλαμβάνει τόσο τους τελωνειακούς δασμούς ὅσο καί τίς γεωργικές εισφορές) γιά μικρές ποσότητες προϊόντων, ὅπως τό βούτυρο, τό τυρί, τό κρέας, ὁ οίνος καί άλλα περιεχόμενα στό παράρτημα ΙΙ τῆς συνθήκης προϊόντα, τά όποια πωλούνται ἡ διανέμονται ἐπί τῶν πλοίων κατά τήν διάρκεια τῶν ἐν λόγω κρουαζιέρων άνευ προσεγγίσεων, γιά τίς όποιες πρόκειται.
Φρονώ ὅτι ἡ άποψη περί ἀκυρότητος τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77, πρέπει νά γίνει δεκτή γιά διαφόρους λόγους. Πρώτον, τό Συμβούλιο δέν ἠδύνατο νά ἀγνοεί ὅτι οἱ χορηγούμενες στους πελάτες τῶν ἀποκαλουμένων «κρουαζιερων βουτύρου» ἀπαλλαγές συνεπάγονται σημαντικό ἀνταγωνιστικό πλεονέκτημα γιά τους διοργανωτές τέτοιων εκδρομών έναντι τῶν έμπορων, οἱ όποιοι πωλοῦν τά ἴδια προϊόντα στην ξηρά, στην ὅμορο ζώνη τῶν λιμένων επιβιβάσεως. Τά πλοῖα, μέ τά όποια διεξάγονται οἱ ἐν λόγω «κρουαζιέρες βουτύρου» εἶναι στην πραγματικότητα ἀληθινές πλωτές ἀγορές, στίς όποιες ορισμένα εμπορεύματα δύνανται νά ἀγορασθούν σέ τιμές πολύ κατώτερες ἀπό τίς τιμές πού εφαρμόζουν τά κανονικά εμπορικά καταστήματα. Ἀναφέρω σχετικά μέ τό θέμα αυτό, ὅτι, έκτός τοῦ πλεονάσματος πού προκύπτει ἀπό τήν ἀπαλλαγή ἀπό τους τελωνειακούς δασμούς, τίς γεωργικές εἰσφορές καί άλλες επιβαρύνσεις κατά τήν εισαγωγή (άρθρο 1, παράγραφος 1 καί άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ) τά ἐν λόγω εμπορεύματα, ἄν εἶναι κοινοτικής προελεύσεως, έχουν επωφεληθεί, μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1980, κοινοτικῶν επιχορηγήσεων κατά τήν εξαγωγή ὑπό τήν μορφή επιστροφών καί νομισματικῶν ἀντισταθμιστικών ποσών (άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο). Κατά τήν διάρκεια τῆς παρούσης διαδικασίας ἐπληροφορήθημεν ὅτι ἡ χορήγηση παρομοίων επιχορηγήσεων γιά τίς «κρουαζιέρες βουτύρου» κατηργήθη ἀπό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1981. Αυτό ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἴδια ἡ κοινοτική εκτελεστική εξουσία έκρινε υπερβολική τήν διατήρηση ἐν ἰσχύι τοῦ συνόλου τῶν εξαιρετικά εὐνοϊκών ὅρών τῶν ὁποίων ἀπήλαυαν οἱ ὀργανωτές τῶν πλωτών ἀγορών ὑπό τό κράτος τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) αριθ. 2023/77. Δεδομένου, ἐξ άλλου, ὅτι ἡ κατάσταση στην ὁποία ἀναφέρεται ὁ δικαστής τῆς ουσίας άφορᾶ μία εποχή, κατά τήν ὁποία οἱ ὅροι αυτοί δέν εἶχαν ἀκόμη τροποποιηθεί, τό πλαίσιο τοῦ συνόλου τῶν πλεονεκτημάτων πού προέκυπταν ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77 υπέρ τῶν διοργανωτών τῶν «κρουαζιέρων βουτύρου» πρέπει νά προσδιορισθεί λαμβανομένων ὑπ' ὄψη ὅλων τῶν προπεριγραφεισῶν ἀπόψεων.
Αυτό μέ ὁδηγεί στην εκτίμηση ὅτι τό Συμβούλιο, λαμβάνοντας τά μέτρα τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1977 παρεβίασε τήν γενική ἀρχή τῆς μή εισαγωγής διακρίσεων μεταξύ τῶν επιχειρήσεων, παρέχοντας σέ μία κατηγορία ἀπό αυτές προνομιακό καθεστώς, πού δέν δικαιολογείται ἀντικειμενικώς. Τό γεγονός ὅτι οἱ ἀμέσως ἐπωφελούμενοι ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 2023/77 εἶναι οἱ συμμετέχοντες στίς «κρουαζιέρες βουτύρου» (οἱ ταξιδιώτες) δέν ἀποκλείει, κατά τήν γνώμη μου, νά ληφθοθν ὑπ' ὄψη τά συγκεκριμένα ἐπαληθευόμενα ἀποτελέσματα υπέρ τῶν διοργανωτών. Στην πραγματικότητα τά συμφέροντα τῶν τελευταίων ἐπηρεάζοντο, κατ' ἀνάγκη, ἀπό τά μέτρα πού ἀφορούσαν (κατά λέξιν) στην πώληση τῶν γεωργικών προϊόντων ἐπί τῶν πλοίων. Καί δέν εἶναι καθόλου ἀναγκαίο νά προστεθεῖ ὅτι, παρ' ὅλον ὅτι ὁ κανονισμός εἶχε τήν πρόθεση «νά θέσει τέρμα στίς καταχρήσεις» — καί περιώρισε τήν ποσότητα τῶν δυναμένων νά ἀγορασθούν ἀπηλλαγμένα φόρων προϊόντων — τό χαριστικό καθεστώς δέν κατηργήθη, ἀλλά, ἀντιθέτως, ἀνεγνωρίσθη ἐπί τοῦ κοινοτικοῦ επιπέδου. Μέ τήν ἀναγνώριση αυτή παρεβιάσθη ἡ ἀρχή τῆς μή εισαγωγής διακρίσεων.
Δεύτερος λόγος ἀκυρότητος προκύπτει, κατά τήν γνώμη μου ἀπό τήν ἀντιπαράθεση τῶν φαινομενικών μέ τους πραγματικούς σκοπούς τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77. Ἀν κρίνει κάποιος ἀπό τήν τελευταία αἰτιολογική σκέψη (πού προανεφέρθη) καί τόν τίτλο τῆς πράξεως, φαίνεται ὅτι ὁ ἀντικειμενικός τῆς σκοπός συνίσταται στην «διευκρίνηση τῆς νομικής καταστάσεως» θέτοντας τέρμα στίς διαπιστωθείσες καταχρήσεις). Παρατηρείται, πάντως, ὅτι ή ἐπινοηθεῖσα λύση γιά τήν εξάλειψη τῆς καταχρήσεως εἶναι τουλάχιστον ιδιόρρυθμη, κατά τό ὅτι συνίσταται στό νά τῆς προσδώσει (έστω καί ἐν μέρει) τό επίχρισμα τῆς νομιμότητος. Ἐξ άλλου, οἱ κανονισμοί (ΕΟΚ) 1544/69 καί 1818/75, ή μή ὀρθή εφαρμογή τῶν ὁποίων ἐπί ἐθνικοῦ επιπέδου ἐπέφερε τήν καταχρηστική εφαρμογή καί προεκάλεσε καταγγελίες, ἀποβλέπουν στην διευκόλυνση τῆς κυκλοφορίας τῶν προερχομένων ἀπό τρίτες χώρες ταξιδιωτών, ἁπλοποιώντας ταυτοχρόνως τίς τελωνειακές διατυπώσεις. Καί οἱ σκοποί αὐτοί εἶναι προδήλως ξένοι πρός τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77.
Ἡ ἀναζήτηση κοινοτικοῦ συμφέροντος, τό όποιο να δικαιολογεί τίς ἀπαλλαγές πού έγιναν δεκτές γιά τίς «κρουαζιέρες βουτύρου» θέτει τό ζήτημα τοῦ κοινοτικοῦ κανόνος πού εἶναι ικανός νά στηρίξει τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77. Στην ἀρχή τοῦ προοιμίου γίνεται παραπομπή στην συνθήκη ΕΟΚ χωρίς ειδική μνεία οιουδήποτε ἄρθρου της. Θά ήταν δυνατή ἡ σκέψη ὅτι, ὅπως καί ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1544/69, ὁ κανονισμός γιά τόν όποιο πρόκειται ἐθεσπίσθη βάσει τοῦ ἄρθρου 28, τό όποιο ἀναθέτει στό Συμβούλιο — τό ἔχω ήδη σημειώσει ἀνωτέρω — τήν ευθύνη νά ἀποφασίζει «κάθε αυτόνομη τροποποίηση ή ἀναστολή τῶν δασμών τοῦ κοινού δασμολογίου). Ὑπάρχει ὅμως λόγος νά ἀμφιβάλλομε γι' αυτό δεδομένου ὅτι τό Συμβούλιο στην προκειμένη περίπτωση δέν ἐθέσπισε εξαίρεση γενικοῦ καί ὁμοιομόρφου χαρακτῆρος, αλλά ἁπλῶς παρέσχε στά Κράτη μέλη τήν ευχέρεια εισαγωγής παρεκκλίσεων, ἡ ὁποία κατά τό μέτρο πού δύναται νά ενασκηθεί ἡ μή, ἀντιβαίνει τελικά πρός τά κριτήρια τῆς ὁμοιομορφίας τοῦ δασμολογίου. Κατά συνέπεια ἀκόμη καί ἀπό τῆς πλευράς αὐτής, φαίνεται δύσκολο νά θεωρηθεί ἡ ἐν λόγω πράξη ὡς σύμφωνη πρός τους σκοπούς τοῦ κοινοτικού συμφέροντος.
Στην πραγματικότητα, οἱ διαθέσιμες πληροφορίες προκαλούν τήν σκέψη ὅτι οἱ καταχρηστικές πρακτικές, πού ἀναφέρονται στην τετάρτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού, ἐνετοπίσθησαν σέ ένα μόνο κράτος: τήν Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας. Λαμβάνοντας αυτό ὐπ' ὄψη, ἡ ευχέρεια χορηγήσεως ἀπαλλαγών, ἡ ὁποία παραχωρείται ρητῶς ἀπό τόν κανονισμό σέ ὅλα τά Κράτη μέλη, φαίνεται νά έχει ὡς μόνη λειτουργία νά επιτρέψει τήν συνέχιση μιᾶς οικονομικής δραστηριότητος πού ενδιαφέρει ειδικώς τήν Όμοσπονδιακή Δημοκρατία (πιθανόν επίσης κατά τό ὅτι ἀποτελεί πηγή ἀπασχολήσεως). Ἀπό τῆς ἀπόψεως αυτής ὁ κανονισμός αυτός θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς εἶδος μέτρου συγκεκαλυμένης διασφαλίσεως. Ό ουσιαστικός του χαρακτήρας διαφαίνεται, άλλωστε, πιό καθαρά ἀπό τό προταθέν ἀπό τήν Ἐπιτροπή κείμενο (τροποποιηθέν ἀκολούθως ἀπό τό Συμβούλιο), τό όποιο περιόριζε σέ έξι μήνες τήν περίοδο ἀσκήσεως τῆς παρεχομένης στά κράτη ευχέρειας.
Ἀπό τό σύνολο τῶν περιστάσεων αυτών, συμπεραίνω ὅτι τό Συμβούλιο θεσπίζοντας τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77 ἤσκησε τήν κανονιστική του εξουσία, ἐν ὄψει στόχων διαφόρων τῶν φαινομενικών, καί οἱ όποιοι ἐν πάση περιπτώσει δέν προάγουν ὁποιοδήποτε σκοπό κοινοτικού συμφέροντος. Φρονώ, γιά τόν λόγο αυτό, ὅτι ή πράξη πρέπει, επίσης, νά θεωρηθεί ὅτι πάσχει ἀπό κατάχρηση εξουσίας.
Τέλος, τρίτος λόγος ἀκυρότητος ὀφείλεται, κατά τήν γνώμη μου, στην έλλειψη αιτιολογίας.
Ἀνέφερα ήδη τόν ἀντιφατικό καί ἐν πάση περιπτώσει ἀνεπαρκή χαρακτήρα τῆς τελευταίας αιτιολογικής σκέψεως, στην ὁποία τελικά περιορίζεται ἡ αιτιολογία. Πρέπει, ἐξ άλλου, νά υπογραμμισθεῖ ὅτι ή πράξη, τοποθετουμενη έκτος τῶν επιδιωκομένων ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69 στόχων, καί δημιουργώντας ρήγματα στην ὁμοιομορφία τοῦ κοινού δασμολογίου, ἀπήτει ιδιαιτέρως ἀκριβή καί πειστική αιτιολογία. Καί μία τέτοια αιτιολογία ελλείπει παντελώς. Μοῦ φαίνεται ὅτι υπήρξε πρόδηλη παράβαση τοῦ ἄρθρου 190 τῆς συνθήκης.
9.
Τό πέμπτο ερώτημα τῆς πρώτης ὁμάδος εξαρτᾶται ἀπό τήν καταφατική λύση τοῦ προηγουμένου. Προϋποθέτει, επομένως, ὅτι τό Δικαστήριο θά ἀναγνωρίσει τό ἀνίσχυρον τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77. Στην περίπτωση αυτή, ὁ δικαστής τῆς οὐσίας επιθυμεί νά μάθει ἄν «τό πρόσωπο τοῦ ὁποίου θίγονται τά δικαιώματα ἀπό νομοθετική ἡ κανονιστική διάταξη ἡ εκτελεστικό τῆς μέτρο πού στηρίζεται στόν κανονισμό (ΕΟΚ) 3023/77, έχει δικαιώματα δυνάμενα νά ἀσκηθούν ευθέως ὑπό τήν έννοια ὅτι δύναται νά προσφύγει σέ εθνικό δικαιοδοτικό όργανο για νά ἀπαγορευθούν μέτρα πού εἶναι ἀντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο».
Παρά τήν προφανή ὁμοιότητα μέ τό τρίτο ερώτημα τῆς πρώτης ὁμάδος, φρονώ ὅτι ἀντιμετωπίζεται διαφορετικό πρόβλημα. Δέν πρόκειται πλέον, πράγματι, γιά την διευκρίνιση τῆς νομικῆς καταστάσεως των προσώπων πού ἔχουν συμφέρον ἐκ τῆς ὀρθής εφαρμογῆς κανονισμοί), τοῦ ὁποίου γίνεται παράβαση μέ μέτρα ἀντίθετα πού ελήφθησαν ἀπό Κράτος μέλος. Πρόκειται, ἀντιθέτως, γιά τήν κατάσταση τῶν ιδιωτῶν πού ὑφίστανται βλάβη ἀπό ἀνίσχυρο κανονισμό καί γιά τήν δυνατότητα πού έχουν νά προβούν δικαστικώς καί νά ζητήσουν τήν μή εφαρμογή τῶν εθνικών μέτρων πού ελήφθησαν βάσει τοῦ κανονισμού αυτού (ἀκριβέστερα κατά τήν ενάσκηση ευχέρειας πού παρεχωρήθη ἀπό τόν κανονισμό).
Κατά τήν γνώμη μου, τό ἀποφασιστικό στοιχείο δέν συνίσταται μόνο στό ἀνίσχυρον τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77, άλλά στό γεγονός ὅτι τό ἐν λόγω ἀνίσχυρον εἶναι ἡ συνέπεια τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς μή εισαγωγῆς διακρίσεων μεταξύ ἀνταγωνιστικών ἐπιχειρήσεων. Δεδομένου ὅτι ἡ ἀρχή αυτή έχει ὡς κύριο σκοπό τήν προστασία τῶν ἰδιωτῶν, ὁ ὑποστάς μεταχείριση πού εισάγει διακρίσεις, προσαπτομένη στον κοινοτικό νομοθέτη πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά θεωρηθεί ὅτι έχει έννομο συμφέρον νά επικαλεσθεί ενώπιον τοῦ δικαστηρίου τό δικαίωμά του νά τύχει ἴσης μεταχειρίσεως ἐν σχέσει μέ τους ἀνταγωνιστές του, γιά νά επιτύχει τήν ἀποκατάσταση τῆς ἰσότητος αὐτῆς μέσω τῆς εφαρμογής τῶν ἐθνικών μέτρων, πού ἐπετράπησαν ἀδίκως ἀπό τά κοινοτικά όργανα. Αυτό συνεπάγεται, βεβαίως, ὅτι τό δικαίωμα τῶν ἰδιωτῶν νά μή υφίστανται διακρίσεις εννοείται μέ τήν ευρύτερη σημασία του ὡς υποχρέωση τῶν κοινοτικών ἀρχων — ἡ ὁποία συνοδεύει κάθε πρωτοβουλία τους — καί τους επιβάλλει νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη τά συγκεκριμένα οικονομικά ἀποτελέσματα κάθε πράξεως τους. Ἀλλά, δέν υπάρχει λόγος νά επιμείνω ἐπί τοῦ σημείου αυτού διότι έχω ήδη ἀναφερθεί σέ αυτό, στό πλαίσιο τῆς ἀναλύσεως τῶν ελαττωμάτων τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77.
10.
Βάσει τῶν προηγουμένων σκέψεων προτείνω, επομένως, στό Δικαστήριο νά δοθοῦν στά ερωτήματα πού ὑπέβαλε τό Finanzgericht Ἀμβούργου, μέ διάταξη τῆς 5ης Ἰουνίου 1980, οἱ ἀκόλουθες απαντήσεις:
1.
Ή ἀπαλλαγή ἀπό τελωνειακούς δασμούς, πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/69 του Συμβουλίου τῆς 23ης Ἰουλίου 1969 (ὅπως ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 3061 τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1978), ἐφαρμόζεται στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτῶν προερχομένων ἀπό τρίτες χώρες, ἀσχέτως καταγωγής ἡ προελεύσεως τῶν εμπορευμάτων αυτών.
2.
Οἱ φορολογικές ἀπαλλαγές, πού προβλέπονται ἀπό τήν ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου 69/169/ΕΟΚ, τῆς 28ης Μαΐου 1969 (πού ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά ἀπό τήν ὁδηγία 78/1032/ΕΟΚ τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1978), εφαρμόζονται στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτών, οἱ όποιοι προέρχονται ἀπό τρίτο κράτος ἡ ἀπό άλλο Κράτος μέλος τῆς Κοινότητος ἀσχέτως τῆς καταγωγής ἡ προελεύσεως τῶν εμπορευμάτων αυτών.
3.
Μόνο ἡ Κοινότης — εκπροσωπούμενη ἐν προκειμένω ἀπό τό Συμβούλιο — δύναται νά θεσπίσει εξαιρέσεις, ἀναστολές ἤ τροποποιήσεις τῶν εισαγωγικῶν δασμῶν πού έχουν ὁρισθεί ἀπό τό κοινό δασμολόγιο. Ἀποκλείεται, κατά συνέπεια, κάθε αυτόνομη εξουσία τῶν Κρατών μελών νά χορηγούν ἀπαλλαγές στόν τομέα αυτό.
4.
Ή ὁδηγία 69/169/ΕΟΚ δέν ἀποτελεί ἐμπόδιο στην αυτόνομη παροχή, ἀπό τά Κράτη μέλη, μιᾶς ευνοϊκής φορολογικής μεταχειρίσεως στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές ἀποσκευές τῶν ταξιδιωτών, οἱ όποιοι επιστρέφουν στό Κράτος μέλος ἀπό τό όποιο εἶχαν ἀναχωρήσει, ἀφοῦ ἐπραγματοποίησαν κρουαζιέρα πέραν τῆς θαλασσιας τελωνειακής γραμμής του καί χωρίς νά προσεγγίσουν σέ λιμάνια άλλων κρατών.
5.
Ό κάτοχος προσωπικού δικαιώματος, πού ἀπορρέει ἀπό κανόνα κοινοτικού κανονισμού , δύναται νά επικαλεσθεί ενώπιον τῶν δικαστηρίων τήν εφαρμογή τοῦ κανόνος αυτού ἔναντί του. Δέν έχει τήν δυνατότητα αυτή ὁ τρίτος πού ἔχει ἁπλώς συμφέρον, ὡς μέλος μιᾶς κατηγορίας, ἐκ τῆς τηρήσεως τοῦ θεσπισθέντος μέ τόν κανονισμό κανόνος. Τά ἴδια κριτήρια ισχύουν ὅσον άφορᾶ ἀπ' ευθείας εφαρμόσιμους κανόνες μιᾶς κοινοτικής ὁδηγίας.
6.
Ὁ κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΟΚ) ἀριθ. 3023/77, τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1977, εἶναι ἀνίσχυρος λόγω παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς μή εισαγωγής διακρίσεων, καταχρήσεως εξουσίας καί ἀνεπαρκοῦς αιτιολογίας.
7.
Οἱ επιχειρήσεις, οἱ όποιες υπέστησαν μεταχείριση πού εισάγει διακρίσεις ἐν σχέσει μέ τους ἀνταγωνιστές τους, λόγω κοινοτικής πράξεως πού ἀνεγνωρίσθη ἀκολούθως ὡς ἀνίσχυρη, καθ' ὅσον ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς μή εισαγωγής διακρίσεων, νομιμοποιούνται νά επικαλεσθούν ενώπιον τῶν δικαστηρίων τό δικαίωμά τους νά τύχουν ἴσης μεταχειρίσεως γιά νά επιτύχουν τήν μή εφαρμογή εθνικών μέτρων, πού ελήφθησαν βάσει τῆς πράξεως αὐτῆς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy