ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΫ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 4 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Στην προκειμένη προδικαστική υπόθεση πρόκειται κυρίως γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ ὅρού νιφάδες σιτηρών, άλλων έκτός της κριθῆς καί τῆς βρώμης, πού χρησιμοποιείται στό πλαίσιο τῆς κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, τῆς σχετικής μέ τίς εισφορές καί τίς επιστροφές γιά τά μεταποιημένα προϊόντα μέ βάση σιτηρά καί ρύζι (άρθρο 5 παράγραφος 1 Β β) τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 141/64 τῆς 21ης 'Οκτωβρίου 1964).
Ἐκθέτω συνοπτικά τά γεγονότα. Ή εταιρία Ludwig Wünsche & Co — πού λειτουργεί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί ἀσχολείται μέ τό εμπόριο σιτηρῶν — επειδή εξήγαγε νιφάδες σόργου κατά τήν περίοδο ἀπό 21ης 'Ιουνίου μέχρι 18ης Αυγούστου 1965, έτυχε τοῦ ευεργετήματος επιστροφών ὑπό τήν μορφή ἀδειων γιά τήν ἀπηλλαγμένη εισφοράς εισαγωγή 180 χλγ. σόργου γιά κάθε 50 χλγ. εξαγομένων νιφάδων.
Ή ὁμοσπονδιακή υπηρεσία γιά τήν ὀργάνωση τῶν γεωργικών ἀγορών (τό Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung), ἀφοῦ ἐχορήγησε τίς ἀνωτέρω επιστροφές, τίς ἀνεκάλεσε μέ ἀπόφαση τῆς 8ης Δεκεμβρίου θεωρώντας ὅτι τό ἐξαχθέν εμπόρευμα δέν ἀπετέλει νιφάδες άλλά πεπλατυσμένους σπόρους, επέτρεψε δέ τήν ἀπηλλαγμένη εισφοράς εισαγωγή σόργου μόνο μέχρι 102 χλγ. γιά κάθε 50 χλγ. πεπλατυσμένων σπόρων. Ή ἑταιρία Wünsche ἤσκησε προσφυγή κατά τῆς τροποποιητικής αυτής ἀποφάσεως, ενώπιον τοῦ Hessisches Finanzgericht, τό όποιο, μέ διάταξη της 25ης 'Ιουνίου 1980, υπέβαλε τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα στό Δικαστήριό μας :
«α)
Οἱ «νιφάδες σόργου» (άρθρο 1 δ) τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 19 καί παράρτημα) τῆς ποικιλίας, στην ὁποία ἀναφέρεται τό άρθρο 5 παράγραφος 1 Β β) τοῦ κανονισμοῦ 141/64 (περιεκτικότης σέ στάχτες μικρότερα ἡ ἴση πρός 2 %, κατά βάρος ξηράς ουσίας) διακρίνονται μόνον ἀπό τήν περιεκτικότητα τους σέ στάχτες ἀπό τήν ποικιλία τῶν νιφάδων σόργου, στην ὁποία ἀναφέρεται τό άρθρο 5 παράγραφος 1 Β γ) τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 141/64 ἡ μήπως οἱ νιφάδες σόργου περιεκτικότητος σέ στάχτες μικροτέρας ἡ ἴσης πρός 2 ο/ο, κατά βάρος, πρέπει ἐπί πλέον νά έχουν ἀποφλοιωθεί;
β)
Ἦταν δυνατή (ἐρώτημα α), προκειμένου περί εξαγωγών πού ἐπραγματοποιήθησαν κατά τό 1965, ἡ προσφυγή, γιά λόγους ἑρμηνείας, στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς ὀνοματολογίας των Βρυξελλών, σύμφωνα μέ τίς ὁποιες ὁ χαρακτηρισμός τῶν νιφάδων συνδέεται μέ τό ὅτι προέρχονται ἀναγκαστικά ἀπό ἀποφλοιωμένους σπόρους (ἐπεξηγηματική σημείωση 62 γιά τήν δασμολογική κλάση 11.02);
γ)
Πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι, κατ' εφαρμογή της επεξηγηματικῆς σημειώσεως 3, πού ἀναφέρεται στην δασμολογική κλάση 11.02, τό ρήμα «ἀποφλοιώνω» ἐσήμαινε επίσης γιά τό σόργο, σάν δημητριακό πού χαρακτηρίζεται ως «γυμνό», ὅτι ἀπό τους σπόρους του έπρεπε νά έχει ἀφαιρεθεί τό περικάρπιο καθώς καί τά κύτταρα ἀλευρόνης, έτσι ὥστε νά καθίσταται «γενικῶς» ὁρατός ὁ ἀλευροῦχος πυρήνας; Ἔπρεπε νά ἀποδοθεί στό επίρρημα «γενικῶς» ἡ έννοια τοῦ «κατά πλειονότητα» (πάνω ἀπό 50 %) ἡ ή έννοια τοῦ «κατά πολύ μεγάλη πλειονότητα» (πάνω ἀπό 75 ο/ο) ;
δ)
Γιά τήν ερμηνεία τοῦ ὅρου «νιφάδες», ήταν επιτρεπτή ἡ προσφυγή (συμπληρωματικά ἡ — σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στά ἐρωτήματα α) ὥς γ) — ἀποκλειστικά) στό ἀντίστοιχο προοίμιο, προτελευταία αἰτιολογική σκέψη, τῶν κανονισμών (ΕΟΚ) 55/62 καί 141 /64, καθώς καί στό άρθρο 2 παράγραφος 1 τοῦ κανοησμοῦ (ΕΟΚ) 92/62 καί στό άρθρο 15 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 141/64, σύμφωνα μέ τά όποῖα, ἡ ἐπιστροφή γιά τά μεταποιημένα προϊόντα έπρεπε νά υπολογίζεται σέ σχέση πρός τήν εισφορά πού εἰσεπράχθη ἐπί τῶν ἀναγκαίων γιά τήν παρασκευή τους βασικών προϊόντων ;»
2.
Γιά νά γίνει ἀντιληπτή ἡ έννοια τῶν ἀναφορών στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση πού περιέχονται στό πρώτο ἐρώτημα, πρέπει ἐν πρώτοις νά παρατηρηθεί ὅτι ὁ κανονισμός 19 τοῦ Συμβουλίου τῆς 4ης 'Απριλίου 1962 περί βαθμιαίας δημιουργίας κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στόν τομέα τῶν σιτηρών, εισήγαγε καθεστώς εισφορών εφαρμοζόμενο ἐπί τῶν συναλλαγών τόσο μεταξύ τῶν Κρατών μελών ὅσο καί μεταξύ Κρατών μελών καί τρίτων χωρών (άρθρο 1) συγχρόνως δέ επέτρεψε στά Κράτη μέλη νά χορηγούν επιστροφές κατά τήν εξαγωγή, «γιά νά καταστεί δυνατή ἡ εξαγωγή σέ τρίτες χώρες βάσει τῶν τιμών πού ἐφαρμόζονται στην παγκόσμια ἀγορά», συμψηφίζοντας τίς υπάρχουσες διαφορές μεταξύ τῶν τιμών αυτών καί τῶν τιμών τοῦ Κράτους μέλους εξαγωγέως (άρθρο 20 παράγραφος 2). Στό πίνακα τῶν προϊόντων πού υπήχθησαν στην κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς σιτηρών, περιελαμβάνοντο (άρθρο 1 στοιχείο δ) «τά μεταποιημένα προϊόντα, πού ἀναφέρονται στό παράρτημα τοῦ ... κανονισμοῦ» ἰδίως, «οἱ πεπλατυσμένοι σπόροι (περιλαμβανομένων καί τῶν νιφάδων)», πού ἀνήκουν στην κατηγορία τῆς κλάσεως 11.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου.
Ό κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 141/64, πού ἀναφέρεται εἰδικά στό καθεστώς τῶν μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση σιτηρά καί ρύζι, προέβλεπε σύστημα εισφορών καί επιστροφών, ἀνέφερε δέ στό άρθρο 5 παράγραφος 1 (πού είχε ὡς ἀντικείμενο νά προσδιορίσει τό κινητό στοιχείο τῶν εισφορών) τά προϊόντα «ἐκ τῆς κλάσεως 11.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου» συμπεριλαμβάνοντας «τους πεπλατυσμένους σπόρους (καί τίς νιφάδες)», καί μεταξύ αυτών, τίς νιφάδες (στοιχείο Β) διηρημένες σέ τρεῖς ὁμάδες: τίς νιφάδες κριθής καί βρώμης (Β α), τίς νιφάδες άλλων σιτηρών (Β 6) καί «τίς λοιπές περιπτώσεις» (Β γ). Στό σημείο αυτό πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι ἡ σπουδαιότης τῆς κατατάξεως αυτής συνεδέετο μέ τίς διάφορες ποσότητες βασικών προϊόντων, πού προεβλέποντο σέ σχέση μέ κάθε ὁμάδα, βάσει τῶν ὁποίων καθωρίζετο τό ὕψος των εἰσφορῶν καί τῶν επιστροφών: γιά τίς νιφάδες κριθῆς καί βρώμης, ἡ σχέση, γιά τους σκοπούς τῆς επιστροφῆς, ήταν 200 χλγ. βασικού προϊόντος, τοῦ ὁποίου ἐπετρέ-πετο ἡ εἰσαγωγή άνευ εἰσφορᾶς γιά κάθε 50 χλγ. εξαγομένων νιφάδων γιά τίς νιφάδες άλλων σιτηρών, ἡ σχέση κατήρ-χετο σέ 180 χλγ. γιά 100 χλγ. εμπορεύματος, στίς λοιπές δέ περιπτώσεις ἡ σχέση ήταν 102/100. 'Εξ άλλου, γιά τίς «νιφάδες άλλων σιτηρών» (ὁμάδα Β β), ὁ εξεταζόμενος αύτη τήν στιγμή κανόνας έθετε τόν ὅρο ὅτι ἡ περιεκτικότης τους σέ στάχτες, σέ σχέση μέ τήν ξηρά ουσία, έπρεπε νά εἶναι «κατωτέρα ἡ 'ίση τοῦ 2% κατά βάρος». Λαμβάνοντας αυτό ὑπ᾽ ὄψη, ὁ δικαστής τῆς ουσίας επιθυμεί νά γνωρίσει τώρα, ἄν ἀρκεῖ τό ὅτι ἐτηρήθη ὁ ὅρός αυτός γιά νά καταστεί δυνατή ἡ κατάταξη τῶν νιφάδων σόργου στην ὁμάδα Β β).
Ἡ εναλλακτική λύση, πού ἀντιμετωπίζει ὁ δικαστής τῆς ουσίας, συνίσταται στό ὅτι οἱ ἐν λόγω νιφάδες πρέπει ἐπίσης νά είναι ἀποφλοιωμένες. Ή λύση αυτή εξηγείται ἀπό τό γεγονός ὅτι, στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου μας υπάρχει προηγούμενο μεγάλου ενδιαφέροντος, δηλαδή ἡ ἀπόφαση τῆς 8ης 'Απριλίου 1976, ἐπί τῆς υποθέσεως 106/75, Merkur κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas (Rec. 1976, σ. 531).
Στην υπόθεση αυτή ἐπρόκειτο ἐπίσης γιά τήν κατάταξη ἑνός εμπορεύματος τῆς δασμολογικής κλάσεως 11.02, πού εἶχε δηλωθεί ἀπό τήν ἑταιρία εξαγωγέα ὡς νιφάδες κριθής, καί τό ὁποῖο ὅμως ἡ γερμανική τελωνειακή ἀρχή κατέταξε ὡς πεπλατυσμένη κριθή: καί στην υπόθεση εκείνη ἐκρίνετο ἡ καταβολή επιστροφών κατά τήν εξαγωγή. Γιά τήν υπαγωγή στην διάκριση 11.02 Ε Ι β τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (νιφάδες κριθῆς), τό θέμα ήταν ἀκριβώς νά διαπιστωθεί ἄν ἡ παραγωγή νιφάδων προϋποθέτει, έκτός ἀπό τήν θραύση ἡ τήν πλάτυνση τῶν σπόρων, μία επεξεργασία ἀποφλοιώσεως, πού συνίσταται στην ἀφαίρεση μέρους τοῦ περι-καρπίου τους. Τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι οἱ νιφάδες κριθής «παρασκευάζονται ἀπό σπόρους, πού έχουν υποστεί επεξεργασία ἀποφλοιώσεως, συνεπεία τῆς ὁποίας χάνουν μέρος τῆς μεμβράνης τους» (σκέψη 5 τοῦ σκεπτικού), ἐνῶ οἱ πεπλατυσμένοι σπόροι κριθῆς «υφίστανται ἁπλώς επεξεργασίας ή ὁποία, μεταβάλλοντας τό σχῆμα τους, δέν τους ἀφαιρεῖ τό μεγαλύτερο μέρος τῶν μεμβρανών τους πού, σύμφωνα μέ τίς ἐπεξηγηματικές σημειώσεις τῶν Βρυξελλών, παραμένουν ισχυρώς προσκολλημένες στους σπόρους ἀκόμα καί μετά τό κοπάνισμα καί τό λίχνισμα» (σκέψη 4 τοῦ σκεπτικού).
Όπως προκύπτει σαφώς ἀπό τήν τελευταία αυτή φράση, τό Δικαστήριο έλαβε ὑπ᾽ ὄψη τις επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς ὀνοματολογίας, πού έχει εκπονήσει τό Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας (πού συνηθίζεται νά ὀνομάζεται ὀνοματολογία τῶν Βρυξελλών) ἐπί πλέον, ὑπεγράμμισε ὅτι ή σημείωση 3) περί τῆς δασμολογικῆς κλάσεως 11.02 ἐννοεῖ, μέ τόν ὅρο «ἀποφλοιωμένοι σπόροι ... τους σπόρους ἀπό τους ὁποίους έχει ἐν μέρει ἀφαιρεθεί ὁ φλοιός (περικάρπιο) καί, στην Ιδιάζουσα περίπτωση τῶν σπόρων μή γυμνής κριθής ... εκείνους ἀπό τους ὁποίους έχουν ἀφαιρεθεί οἱ μεμβράνες ἡ τά έλυτρα, πού παραμένουν ἰσχυρῶς προσκολλημένα στους σπόρους ἀκόμα καί μετά τό κοπάνισμα ἡ τό λίχνισμα. Στην 'ίδια ἀπόφαση, τό Δικαστήριο ἐδέχθη, επίσης ὅτι, σύμφωνα μέ τήν σημείωση 6 τῆς ὀνοματολογίας τῶν Βρυξελλών πάντοτε περί τῆς κλάσεως 11.02, μέ τόν ὅρο νιφάδες νοοῦνται «οἱ τεθραυσμένοι ἡ πεπλατυσμένοι σπόροι πού διατηροῦν ἀκόμα μέρος τοῦ φλοιοῦ τους» (βλέπε σκέψη 3 τοῦ σκεπτικοῦ).
3.
Ή ἀπόφαση τῆς 8ης 'Απριλίου 1976 ὁρίζει, συνεπώς, μέ ἐπαρκή σαφήνεια την έννοια τῶν νιφάδων σιτηρῶν στό πλαίσιο της ἰδιας τελωνειακῆς κλάσεως μέ εκείνη πού ἀναφέρεται στό άρθρο 5 τοῦ κανονισμού 141/64 καί ἡ ὁποία ἀποτελεί ἀντικείμενο συζητήσεως ἐν προκειμένω ὑπό τό πρίσμα τῆς ὑπο-ὁμάδος πού περιλαμβάνει τίς νιφάδες σιτηρῶν, άλλων έκτός τῆς κριθής καί βρώμης. Ἄν ἀκολουθήσομε τήν ερμηνεία πού εδέχθη τό Δικαστήριο σ' ἐκείνη τήν υπόθεση, πρέπει νά ἀπαντήσομε στό πρώτο ερώτημα τοῦ γερμανού δικαστοῦ ὅτι οἱ νιφάδες σόργου, γιά νά δύνανται νά υπαχθούν στό στοιχείο Β β) τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 5, πρέπει νά παρουσιάζουν δύο στοιχεία: πρώτον, οἱ σπόροι πρέπει νά έχουν υποστεί επεξεργασία ἀποφλοιώσεως καί, δεύτερον, ή περιεκτικότης σέ στάχτες δέν πρέπει νά υπερβαίνει τό 2 %.
Ὁ δικαστής τῆς ουσίας ἐπέκρινε μία τέτοια λύση. Στην διάταξη παραπομπής, παρατηρεί ὅτι ὁ ὅρος νιφάδες σιτηρών πρέπει νά ὁρισθεί μόνον ἐπί τή βάσει τῶν κοινοτικών κανονισμών γιά τους ὁποίους πρόκειται στην παρούσα υπόθεση (κυρίως βάσει τῶν άρθρων 1 στοιχείο δ) τοῦ κανονισμοῦ 19/62 καί 5 τοῦ κανονισμοῦ 141/64 πού ἐμνημόνευσα ήδη), χωρίς προσφυγή στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς ὀνοματολογίας τῶν Βρυξελλών, ὡς βοήθημα ερμηνείας. Πράγματι, οἱ ἐπί τοῦ θέματος κοινοτικές διατάξεις εἶναι ἀρκετά σαφείς, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι, γιά νά υπάρξουν νιφάδες σιτηρών, ἀπαιτοῦν ἀποκλειστικώς ὁρισμένη περιεκτικότητα σέ στάχτες καί ὄχι ἐπί πλέον καί ἀποφλοίωση. 'Ετσι, ελλείπει ή προϋπόθεση τοῦ διφορούμενου χαρακτῆρος τοῦ κειμένου, ἡ ὁποία ἀπαιτείται γιά νά εἶναι δυνατή ἡ προσφυγή στίς σημειώσεις τῶν Βρυξελλών.
Πιστεύω ὅτι δεν δύναμαι νά ταχθώ μέ τήν άποψη αύτη. Τό Δικαστήριο εἶχε ήδη τήν ευκαιρία νά κρίνει ὅτι, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων ἐπί τοῦ θέματος, οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις πού προβλέπονται ἀπό τήν σύμβαση τῶν Βρυξελλών περί τῆς ὀνοματολογίας τῶν εμπορευμάτων τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ἀποτελοῦν ἰσχυρό μέσο ἑρμηνείας τῶν διαφόρων τελωνειακών κλάσεων (ἀποφάσεις τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 14/70, Bakels, Rec. 1970, σ. 1001 καί τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1971 στην υπόθεση 21/71, Brodersen, Rec. 1971, σ. 1069). Ειδικότερα, ἡ πρώτη ἀπόφαση ἐδέχθη ὅτι «ἐφ' ὅσον οἱ κλάσεις τοῦ κοινοῦ δασμολογίου δέν ἔχουν ἀκόμα ἀποτελέσει ἀντικείμενο επεξηγηματικών σημειώσεων στό κοινοτικό πλαίσιο, ἡ τήρηση τῶν ἐν λόγω σημειώσεων καί γνωστοποιήσεων (πού προέρχονται ἀπό τό Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας τῶν Βρυξελλών) ἀποτελεί χρήσιμο μέσο πρός διασφάλιση τῆς κατά ενιαίο τρόπο ερμηνείας καί ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοῦ ἐξωτερικοῦ δασμολογίου, σέ ὅλα τά σύνορα τῆς κοινής ἀγορᾶς». Ἐν προκειμένω, ἀκριβώς αυτό τό κριτήριο ερμηνείας, πού προκύπτει ἀπό τήν ἐν λόγω νομολογία, πρέπει νά τύχει εφαρμογής: πράγματι, τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ 141/64 περιέχει τήν έκφραση «νιφάδες σιτηρών», ἀναφέροντας σχετικώς τήν κλάση 11.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, άλλά χωρίς νά παρέχει στοιχεία επιτρέποντα τόν προσδιορισμό τῆς ἐννοίας τῶν νιφάδων, εἶναι δέ γνωστό ὅτι οἱ ἐπεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ κοινοΰ δασμολογίου δέν υπήρχαν ἀκόμα κατά τόν χρόνο τῶν ἐπιδίκων γεγονότων. 'Οσο γιά τόν περιορισμό τῆς περιεκτικότητος σέ στάχτες πού δέν πρέπει νά υπερβαίνει ὁρισμένη τιμή, κατά τό ἀνωτέρω άρθρο 5, ἀφήνει τελείως ἀνοικτό τό ζήτημα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ὅρού τοῦ δασμολογίου νιφάδες σιτηρών. Μοῦ φαίνεται λοιπόν θεμιτό νά ἀνατρέξω στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς ὀνοματολογίας τῶν Βρυξελλών γιά την ἑρμηνεία τοῦ ὅρού αὐτοῦ.
Δέν δύναται, επομένως, νά υπάρξει καμμία ἀμφιβολία ἐπί τῆς ἀπαντήσεως πού προτείνω νά δοθεί στό δεύτερο ερώτημα τοῦ δικαστού τῆς ουσίας, ὡς πρός την δυνατότητα εφαρμογῆς τῶν ἐν λόγω σημειώσεων «ὡς βοηθητικοῦ στοιχείου ερμηνείας», σέ μία υπόθεση πού ἀνατρέχει στό έτος 1965. Πράγματι, πιστεύω ὅτι τίποτα δέν ἀντιτίθεται σέ αυτό. Προσθέτω δέ ὅτι ή ουσιαστική σύμπτωση μεταξύ τῶν σημειώσεων τῶν Βρυξελλών καί τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων, πού ἐδημοσιεύθησαν στην συνέχεια — σύμπτωση πού ὑπεγραμ-μίσθη στην προαναφερθείσα ἀπόφαση Merkur — συντρέχει στην ἀπόδειξη της ερμηνευτικῆς ἀξίας τῶν πρώτων.
4.
Ἐπανερχόμενος τώρα στην εξέταση τοῦ πρώτου ερωτήματος, παρατηρώ ὅτι, σύμφωνα μέ τήν σημείωση 6 τῆς ὀνοματολογίας τῶν Βρυξελλών, περί τῆς κλάσεως 11.02, οἱ σπόροι σιτηρών πρέπει, γιά νά μετατραποῦν σέ «νιφάδες», νά θραυσθοῦν ή πλατυνθοῦν καί νά διατηρούν ἕνα μέρος τοῦ φλοιοῦ τους. Πώς πρέπει νά νοηθεί ή έκφραση «διατηρώντας ἀκόμα ένα μέρος τοῦ φλοιοῦ τους»; Τό Δικαστήριο μας τήν ερμήνευσε ήδη ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ σπόροι πρέπει νά έχουν υποστεί ἀποφλοίωση καί, συγκεκριμένα, πρέπει νά τους έχει ἀφαιρεθεί ένα μέρος τοῦ φλοιοῦ τους (περικαρπίου) (βλέπε σκέψη 9 τοῦ σκεπτικοί) τῆς προμνημονευθείσης ἀποφάσεως της 8ης Ἀπριλίου 1976). Αυτό προέκυψε ἀπό τόν συσχετισμό τῆς σημειώσεως 6 μέ τήν σημείωση 3 περί τῆς κλάσεως 11.02 πράγματι, στην σημείωση 3 πρόκειται γιά «σπόρους πού έχουν ἀποφλοιωθεί ... γιά νά τους ἀφαιρεθεί ὁλόκληρο ἤ μέρος τοῦ φλοιοῦ (περικαρπίου)». Ή άποψη αυτή μοῦ φαίνεται πειστική: εἶναι, πράγματι, λογική ή υπόθεση ὅτι, ὅταν γίνεται λόγος στην σημείωση 6 γιά «διατήρηση μέρους τοῦ φλοιού», ἡ λέξη φλοιός (pellicule) χρησιμοποιείται ὑπό τήν ἰδία έννοια ὅπως καί στην σημείωση 3, όπου διευκρινίζεται ὅτι μέ τήν λέξη αυτή ἐπεδιώχθη ἀναφορά στό περι-κάρπιο.
Ό δικηγόρος τῆς ἑταιρίας Wünsche υπεστήριξε ὅτι, ὅταν πρόκειται γιά γυμνά σιτηρά ὅπως τό σόργο, ἡ ἀποφλοίωση τοῦ σπόρου γίνεται μέ ἁπλῆ ἀφαίρεση τῶν ἐλύτρων (ή περικαρπίων), δηλαδή τῶν μεμβρανών πού περικλείουν τά άνθη. Πρέπει νά διευκρινισθεί ὅτι, «γυμνά» καλούνται τά σιτηρά ἀπό τά όποια έχουν ἀφαιρεθεί τά έλυτρα μέ ἁπλό κοπάνισμα καί «μή γυμνά» ἐκεῖνα τῶν ὁποίων τά έλυτρα παραμένουν ἰσχυρά προσκολλημένα στους σπόρους ἀκόμα καί μετά τό κοπάνισμα. Νομίζω πάντως ὅτι ἡ προτεινομένη ἀπό τήν ἑταιρία Wünsche ἑρμηνεία δέν δύναται νά γίνει δεκτή, διότι εἶναι ἀντίθετη πρός τήν διατύπωση τῆς σημειώσεως 6, ἡ ὁποία, γιά νά δύναται νά γίνει λόγος περί νιφάδων, ἀπαιτεῖ τήν ἀφαίρεση τουλάχιστον μέρους τοῦ περικαρπίου.
Πρός στήριξη τῆς ἀπόψεως του, ὁ δικηγόρος τῆς ἑταιρίας Wünsche προβάλλει κυρίως δύο επιχειρήματα. Ἐν πρώτοις παρατηρεῖ ὅτι ἡ ἀφαίρεση τοῦ περικαρπίου είναι επιζήμια κατά τό ὅτι μειώνει τήν θρεπτική ἀξία τοῦ προϊόντος καί, δεύτερον, ὅτι ἡ χαμηλή περιεκτικότης σέ στάχτες πού ἀπαιτεί τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ 141/64 δύναται ὁμοίως νά επιτευχθεί καί μέ τήν ἁπλῆ ἀφαίρεση τῶν ελύτρων. 'Επί τοῦ πρώτου σημείου παρατηρώ ὅτι δέν μοῦ φαίνεται δυνατόν νά ἀντιπαρέλθομε μία πολύ σαφῆ μνεία τοῦ κειμένου, ὅπως εκείνη πού περιέχεται στίς σημειώσεις τῶν Βρυξελλών, προσφεύγοντας σέ επιχειρήματα περί τῆς θρεπτικής ἀξίας τοῦ προϊόντος. Όσο γιά τό δεύτερο επιχείρημα, θά παρατηρήσω ὅτι, σύμφωνα μέ τίς τεχνικές πληροφορίες πού παρέσχε ἡ πραγματογνωμοσύνη Vorweck της 2ας Φεβρουαρίου 1980 — τήν ὁποία προσκομίζει ὁ δικηγόρος τῆς εταιρίας Wünsche — τό ποσοστό σέ στάχτες τοῦ ἀνυδρου σόργου, ἀπό τό όποιο έχουν ἀφαιρεθεί μόνο τά ἔλυτρα, δύναται επίσης νά υπερβαίνει τό 2 % σέ ὁρισμένες περιπτώσεις: συνεπῶς, ἡ ἀποφλοίωση, μέ τήν περαιτέρω μείωση τῆς περιεκτικότητος σέ στάχτες, πού προστίθεται στην προκύπτουσα ἀπό τήν ἀφαίρεση τῶν ἐλύτρων, εξασφαλίζει καλύτερα τήν τήρηση τῆς δασμολογικής διατάξεως.
5.
Τέλος, δέν νομίζω ὅτι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γιά νά ἀποστοῦμε ἀπό τήν ερμηνεία τοῦ Δικαστηρίου στην προμνημονευθεῖσα ἀπόφαση Merkur τῆς 8ης 'Απριλίου 1976. Ή ἑρμηνεία αυτή ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό κριτήριο, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ κοινοτικός νομοθέτης προκειμένου νά προσδιορίσει τά ποσά τῶν επιστροφών γιά τά μεταποιημένα προϊόντα, κριτήριο τό όποιο συνίσταται στόν συσχετισμό τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ πρός τό ποσό τῆς εισφοράς, πού βαρύνει τά ἀναγκαία γιά τήν παρασκευή τους βασικά προϊόντα. Κατά τόν τρόπο αυτόν ἐδημιουργήθη σχέση μεταξύ τῆς διαδικασίας τῆς παραγωγής καί τοῦ ποσοῦ τῆς επιστροφῆς, ὑπό τήν έννοια ὅτι, ὅσο πιό πολύπλοκη εἶναι ἡ μεταποίηση τοῦ βασικοῦ προϊόντος καί συνεπάγεται ἀπώλειες, τόσο πιό υψηλή εἶναι ἡ επιστροφή γιά τό μεταποιημένο προϊόν. Τό ὅτι αυτό είναι τό κριτήριο, στό όποιο ἀνταποκρίνεται ἡ ὑπό εξέταση κανονιστική ρύθμιση, συνάγεται ἀπό τό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 55 τῆς 30ής 'Ιουνίου 1962 περί μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση σιτηρά, καθώς καί ἀπό τό προοίμιο τοῦ κανονισμού 141/64 πού ἐθεσπίσθη μεταγενεστέρως — τους ὁποίους ἀμφοτερους ὁ δικαστής τῆς ουσίας μνημονεύει στό τέταρτο ερώτημά του τά κείμενα αυτά διευκρινίζουν ρητώς ὅτι οἱ επιστροφές πρέπει νά ἀντιστοιχούν πρός τήν ἐπίπτωση τῶν καθορισθεισῶν γιά τό βασικό προϊόν εισφορών ἐπί τῶν τιμών τῶν μεταποιημένων (βλ. ιδίως τήν τρίτη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμού 141/64).
Ή ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται ἀπό τους περί ἐπιστροφών κανόνες, πού θεσπίζουν οἱ ἀνωτέρω δύο κανονισμοί καί ἀπό άλλες κοινοτικές πηγές πού ἀφοροῦν τό νομικό καθεστώς τῶν μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση σιτηρά. 'Ετσι τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς 92 τῆς 25ης 'Ιουλίου 1962 (περί επιστροφών πού εφαρμόζονται στίς ἐξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση σιτηρά) ὁρίζει ὅτι γιά τά μεταποιημένα σιτηρά, περιλαμβανομένων βεβαίως καί τῶν νιφάδων, «ή επιστροφή πρός τρίτες χώρες δύναται νά χορηγείται ὑπό μορφή ἀδείας εισαγωγῆς, ἀπηλλαγμένης εἰσφορᾶς, τῆς ποσότητος βασικών προϊόντων, πού καθορίζεται στό άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ 55 τοῦ Συμβουλίου ...». Ή παραπομπή στό άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ 55 έχει ὡς συνέπεια ὅτι ἡ ἀντιστοιχοῦσα στό μεταποιημένο προϊόν επιστροφή δέν δύναται νά υπερβαίνει τήν δυναμένη νά χορηγηθεί κατά τήν εξαγωγή τῆς ποσότητος τοῦ βασικοῦ προϊόντος, ή ὁποία ελήφθη ὑπ' ὄψη κατά τόν υπολογισμό τοῦ κινητοῦ στοιχείου. Τό άρθρο 15 τοῦ κανονισμοῦ 141/64 ὁρίζει ἐπί πλέον ὅτι τά κράτη δύνανται νά χορηγούν επιστροφές σέ μέτρο πού «καθορίζεται λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη κυρίως τίς συνθήκες τῆς διεθνοῦς ἀγοράς καί τίς τιμές τῶν βασικών προϊόντων».
Ἔχω ήδη ἀναφέρει ὅτι τό ποσό τῶν επιστροφῶν γιά τίς νιφάδες άλλων σιτηρών καθωρίζετο ἀπό τόν κανονισμό 141/64 βάσει τῆς σχέσεως 180/100, ὑπό την έννοια ὅτι ὁ ἐξάγων 100 χιλιόγραμμα νιφάδων ελάμβανε επιστροφή ὑπό μορφή ἀδείας εισαγωγής, ἀπηλλαγμένης εἰσφορᾶς, 180 χιλιόγράμμων βασικοῦ προϊόντος. Μία τόσο υψηλή σχέση ὀφείλετο βεβαίως στην υπόθεση ὅτι τό βασικό προϊόν ὑφίστατο σημαντικές ἀπώλειες κατά τήν διαδικασία μεταποιήσεως σέ νιφάδες πράγματι, θά ήταν άτοπη ἡ διατήρηση σχέσεως αὐτοῦ τοῦ είδους ἄν ἡ μεταποίηση εἶχε περιορισθεί μόνο στην ἀφαίρεση τῶν ελύτρων καί στην πλάτυνση ἡ θραύση τῶν σπόρων. Γιά νά δικαιολογηθεί, τουλάχιστον ἐν μέρει ἡ σχέση 180 πρός 100, πρέπει λογικῶς νά διαπιστώνεται ἐπί πλέον ἀπώλεια τοῦ βασικού προϊόντος, ἀπώλεια πού εἶναι λογικό νά ἀποδίδεται στην ἀφαίρεση τοῦ περικαρπίου.
Τό συμπέρασμα, στό όποιο καταλήγω στό σημείο αυτό, μοῦ επιτρέπει νά λάβω θέση ἐπί τοῦ τετάρτου ερωτήματος τοῦ γερμανού δικαστού, πού ἀναφέρεται στην δυνατότητα να ληφθεί ὡς βάση — γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ ὅρου νιφάδες σιτηρών — τό γεγονός ὅτι οἱ κανονισμοί 55 καί 97 τοῦ 1962 καί 141 τοῦ 1964 ρυθμίζουν τήν επιστροφή γιά τά μεταποιημένα προϊόντα σύμφωνα μέ τό κριτήριο ὅτι αυτή πρέπει «νά υπολογίζεται σέ σχέση μέ τήν εἰσφορά, πού εἰσεπράχθη ἐπί τῶν ἀναγκαίων γιά τήν παρασκευή τους βασικῶν προϊόντων». Σύμφωνα μέ ὅσα ἀνέφερα, φαίνεται πράγματι ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὅρου νιφάδες, τήν ὁποία δέχομαι, ἐπιβεβαιώνεται ἀκριβώς ἀπό τόν τρόπο, κατά τόν όποιο καθορίζεται τό ποσό τῶν επιστροφών. Στην πραγματικότητα, τό τέταρτο ἐρώτημα άφορᾶ, πάντως, ὅχι τήν σημασία μιᾶς κοινοτικής διατάξεως άλλά τήν μέθοδο ἑρμηνείας, πού ἀποβλέπει στην διασάφηση τοῦ ὅρού νιφάδες σιτηρών, ὁ όποιος ἀπαντάται στό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ 141/64. Ή ερμηνεία τοῦ κανόνος αὐτοῦ αποτελεί τό ἀντικείμενο τοῦ πρώτου ερωτήματος καί τό 'ίδιο τό επίκεντρο τῆς παρούσης δίκης ἐπ' αὐτοῦ έλαβα ήδη θέση εκθέτοντας τά επιχειρήματα, στά όποια θεμελιώνω τήν άποψη μου. Τό τέταρτο ερώτημα, στην ουσία, δέν κάνει τίποτα άλλο παρά νά εφιστά τήν προσοχή ἐπί ἑνός ἀπό τά επιχειρήματα αυτά καί συγκεκριμένα εκείνου πού ἐξήτασα τελευταία. Συνεπώς, πρόκειται, κατά τήν γνώμη μου, γιά ερώτημα πού στερείται αὐτοτελείας, στό όποιο τό Δικαστήριο δέν ἀπαιτείται νά δώσει ειδική ἀπάντηση, δεδομένου ὅτι δύναται νά θεωρηθεί ὡς ἀπορροφώμενο ἀπό τό κύριο ερώτημα.
6.
Ἀπομένει ἡ εξέταση τοῦ τρίτου ερωτήματος τοῦ γερμανοῦ δικαστοῦ. Τό θέμα είναι νά προσδιορισθεί ἡ έννοια τῆς σημειώσεως 3 τῆς ὀνοματολογίας τῶν Βρυξελλών, στό σημείο ὅπου ἀναφέρεται ὅτι, συνεπεία τῆς ἀποφλοιώσεως, «ὁ ἀλευροῦχος πυρήνας ... εἶναι γενικώς ὁρατός». Ό δικαστής τῆς ουσίας έρωτᾶ συγκεκριμένως ἄν ἡ έκφραση «γενικώς» πρέπει νά ληφθεί ὑπό τήν έννοια «κατά τό μεγαλύτερο μέρος» (δηλαδή σέ βαθμό μεγαλύτερο τοῦ 50 ο/ο), ἡ ὑπό τήν έννοια «σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου» (δηλαδή σέ βαθμό μεγαλύτερο τοῦ 75 ο/ο).
Ὁ δικηγόρος τῆς εταιρίας Wünsche παρατηρεί ὅτι ὁ σπόρος περιβάλλεται ἀπό πολλές μεμβράνες: στό εξωτερικό υπάρχουν τά έλυτρα, πού εἶναι δυνατόν εἴτε νά είναι προσκολλημένα στό περικάλυμμα ἡ νά ἀφαιροῦνται εύκολα, ἀκολούθως υπάρχει μία άλλη μεμβράνη, πού ὀνομάζεται περικάρπιο καί, τέλος, μία τρίτη, ἡ ὁποία ἀποτελεί τό περίβλημα τοῦ σπόρου. Ἑπομένως, ἀκόμα καί μέ τήν ἐξ ὁλοκλήρου ἀφαίρεση τοῦ περικαρπίου ὁ ἀλευροῦχος πυρήν δέν ἀπογυμνοῦται, άλλά ἐξακολουθεί νά περιβάλλεται ἀπό την τρίτη μεμβράνη' ή ἑταιρία Wünsche ἀντλεί επιχείρημα ἐξ αὐτοῦ, γιά νά ὑποστηρίξει ὅτι ἡ σημείωση 3, πού μόλις ἀνέφερα, εἶναι διατυπωμένη κατά τρόπο εσφαλμένο. Κατά την γνώμη μου, ἄν, πάντως, εξετασθεί μέ προσοχή τό πλαίσιο τῆς ἐν λόγω σημειώσεως, διαπιστώνεται εὔκολα ὅτι, ἀφ' ενός, ἀπαιτείται πάντα ἡ ἀφαίρεση, 'έστω καί μερική, τοῦ περικαρπίου καί, ἀφ' ἑτερου, μετά τήν ἀποφλοίωση, ὁ πυρήνας καθίσταται ὁρατός, τουλάχιστον γενικώς, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι τό φαινόμενο αυτό επαληθεύεται τίς πιό πολλές φορές: επαληθεύεται, δηλαδή, ὅταν μαζί μέ τό περικάρπιο ἀποκολλᾶται καί ή μεμβράνη, πού ευρίσκεται κάτω ἀπό αυτό.
Νομίζω λοιπόν ὅτι τό επίρρημα «γενικώς» χρησιμοποιείται στην περίπτωση μας γιά νά δηλώσει, ὄχι τήν ποσότητα μεμβράνης πού πρέπει νά ἀφαιρεθεί, γιά νά δύναται νά γίνει λόγος περί ἀποφλοιώσεως, ἐν ὄψει τῆς εφαρμογής τοῦ δασμολογίου, άλλά τήν συχνότητα τῶν περιπτώσεων, στίς ὁποιες ὁ ἀλευροῦχος πυρήνας καθίσταται ὁρατός συνεπεία τῆς ἀποφλοιώσεως. Σύμφωνα μέ τίς επεξηγηματικές σημειώσεις, τό φαινόμενο αυτό επαληθεύεται στίς περισσότερες περιπτώσεις' είναι, ὅμως, επίσης δυνατό, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, ἡ γινομένη ἀποφλοίωση νά μήν επιφέρει ἀπογύμνωση τοῦ ἀλευρούχου πυρῆνος. Κατά τήν γνώμη μου ή ερμηνεία αὐτή ἀξίζει νά προτιμηθεί, διότι επιτρέπει τήν ἀπάντηση στην κριτική ὅσον άφορᾶ τήν συνέπεια τῆς ἐν λόγω σημειώσεως, πού στηρίζεται στην δομή τοῦ σπόρου τῶν σιτηρών.
7.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στά ερωτήματα, πού ὑπέβαλε τό Hessisches Finanzgericht μέ διάταξη τῆς 25ης 'Ιουνίου 1980, ὡς ἀκολούθως:
1.
Ἡ έκφραση νιφάδες σιτηρῶν, έκτός τῆς κριθῆς καί τῆς βρώμης, στίς όποιες ἀναφέρονται τά άρθρα 1 στοιχείο δ) τοῦ κανονισμοί) 19/62 τοῦ Συμβουλίου, καθώς καί τό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ καί τό άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο Β β) τοῦ κανονισμοί) 141/64 τοῦ Συμβουλίου, πρέπει νά λαμβάνεται ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἀναφέρεται στους πεπλατυσμένους σπόρους σιτηρών, πού ἔχουν υποστεί ἀποφλοίωση καί τῶν ὁποίων ἡ περιεκτικότης σέ στάχτες δέν υπερβαίνει τό 2 ο/ο. Ὡς ἀποφλοίωση, νοείται ἡ επεξεργασία τοῦ σπόρου, πού συνίσταται στην ἀφαίρεση, έστω καί μερική, τον) περικαρπίου, συνεπεία τῆς ὁποίας, ὁ ἀλευροῦχος πυρήνας καθίσταται ὁρατός στίς περισσότερες περιπτώσεις. Ή ἔννοια αύτη ισχύει επίσης γιά τά «γυμνά» σιτηρά, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό σόργο.
2.
Γιά τήν ερμηνεία τοῦ ὅρού νιφάδες σιτηρών, έκτός τῆς κριθῆς καί της βρώμης, πού ἀπαντάται στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί τῶν μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση τά σιτηρά ἤ τό ρύζι (κανονισμό 141/64 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης 'Οκτωβρίου 1964), οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις, οἱ όποιες προβλέπονται ἀπό τήν σύμβαση τῶν Βρυξελλών περί τῆς ὀνοματολογίας γιά τήν κατάταξη τῶν ἐμπορευμάτων στό κοινό δασμολόγιο, ἀποτελούν ισχυρό στοιχείο ερμηνείας γιά τίς πραγματοποιηθείσες κατά τό 1965 εξαγωγές.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy