ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ Maria Grazia Carbognani καί Marisa Coda Zabetta, ἀφοῦ απασχολήθηκαν γιά τήν Ἐπιτροπή, ἡ πρώτη στό Λουξεμβοῦργο ἀπό τό Σεπτέμβριο τοῦ 1962 καί ἡ δεύτερη στίς Βρυξέλλες ἀπό τό Σεπτέμβριο τοῦ 1965, τοποθετήθηκαν ὑπό τήν ιδιότητά τους τῆς γραμματέως στενοδακτυλογράφου στό γραφείο τύπου καί πληροφοριῶν Ρώμης, ὅπου ἀνέλαβαν τά καθήκοντά τους στίς ἀρχές Σεπτεμβρίου 1968.
Στηριζόμενες σέ ἀρκετά πάγια διοικητική πρακτική μονιμότητας τῶν υπαλλήλων στόν τόπο τοποθετήσεως, εἶχαν γιά μεγάλο χρονικό διάστημα τή γνώμη ὅτι ἡ τοποθέτηση αὐτή ήταν μόνιμη, μέ άλλα λόγια ὅτι θά έμεναν ἐπ' ἀόριστο στή Ρώμη. Γι' αυτό ἀντέδρασαν ζωηρά ὅταν έλαβαν εγκύκλιο επιστολή, μέ ἡμερομηνία 17 Δεκεμβρίου 1979, μέ τήν υπογραφή τοῦ γενικοῦ διευθυντή προσωπικοῦ καί διοικήσεως, πού τίς πληροφορούσε ὅτι, κατόπιν ἀποφάσεως της Ἐπιτροπῆς τῆς 28ης Νοεμβρίου 1979, όφειλαν νά προετοιμασθούν γιά τήν ἐπάνοδό τους στήν έδρα, ἡ ὁποία έπρεπε νά πραγματοποιηθεί, τό ἀργότερο, τό Σεπτέμβριο 1980.
Ἐν τούτοις, οἱ ἀνωτέρω ἐπιστολή καί ἀπόφαση δέν ἀποτελούσαν παρά εφαρμογή, ὡς προς αὐτές, τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως τοῦ προσωπικού τῶν γραφείων τύπου καί πληροφοριών, πού ἡ Ἐπιτροπή υἱοθέτησε τήν 24η Νοεμβρίου 1976 (παράρτημα V τῆς προσφυγής). Εἶχε προβλεφθεί μέ τό σύστημα αυτό, μεταξύ άλλων, ὅτι ἡ κανονική διάρκεια τῆς ἀρχικής τοποθετήσεως σέ ένα γραφείο ὁρίζεται σέ τρία χρόνια, (παράγραφος 3 σημείο 2) περίοδο ἡ οποία μπορεί εξαιρετικά νά παραταθεί τό πολύ μέχρι έξι χρόνια (παράγραφος 3 σημείο 3). Ἐτσι, στό τέλος αυτής τῆς περιόδου, οἱ υπάλληλοι επιστρέφουν στίς Βρυξέλλες, μιά ἀπό τίς προσωρινές έδρες τῆς Ἐπιτροπῆς ή, ἄν τό επιθυμούν, τοποθετούνται σέ άλλο γραφεῖο τύπου καί πληροφοριών, ήτοι, ὁπως ἀφήνουν νά εννοηθεί οἱ καρτέλες κυκλικής μετακινήσεως πού οἱ υπάλληλοι τους ὁποίους ἀφορούν, ἀναγκάσθηκαν νά συμπληρώσουν τό 1979, σέ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐπιτροπής. Συνήθως, άλλοι ισόβαθμοι υπάλληλοι τους ἀντικαθιστούν στην άσκηση τῶν καθηκόντων τους, ὅπως τό υποδηλώνει ὁ ὅρος «κυκλική μετακίνηση» (παράγραφος 1 σημείο 2 καί 2 σημείο 1).
Τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως εφαρμόζεται στους υπαλλήλους τῶν κατηγοριών Α, Β καί C, ἄν καί, γιά τίς δυό τελευταίες κατηγορίες ἡ Ἐπιτροπή έχει προβλέψει, στην ἀπόφαση τῆς τοῦ Νοεμβρίου 1976 (σημείο β) πιό ήπιους τρόπους εφαρμογής, οἱ όποιοι επιτρέπουν, ἄν παρουσιαστεί ή περίπτωση, νά ληφθούν υπόψη τά υπηρεσιακά προβλήματα καί τά προσωπικά ζητήματα πού μπορούν νά ἀνακύψουν. Ἀπό τά έγγραφα πού προσκομίσθηκαν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου (παράρτημα VΙ τῆς προσφυγής σ. 14) προκύπτει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αυτοί εξαιρούνται ἀπό τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως ὅταν εἶναι ηλικίας 55 χρόνων καί άνω, ἡ ὅταν ή προσωπική, οικογενειακή ἡ κοινωνική τους κατάσταση ἀποτελεί εμπόδιο σέ ενδεχόμενη μετάθεση καί ἐφ᾽ ὅσον ἡ τοποθέτηση τους σέ ένα γραφείο εἶναι προγενέστερη ἀπό τήν ἀπόφαση ἡ ὁποία καθιέρωσε τό σύστημα.
Ή ενεργοποίηση τοῦ συστήματος αὐτοῦ, πού, ἀρχικά, έπρεπε νά πραγματοποιηθεί τό ἀργότερο τήν 1η 'Ιουλίου 1979 (ΙΙΙ — μεταβατική περίοδος — τῆς ἀποφάσεως τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976) καθυστέρησε μέχρι τό 1980 επειδή ἡ Ἐπιτροπή ἀποφάσισε ἀργότερα νά ἀναβάλει γιά τό Σεπτέμβριο 1979 κάθε ἀπόφαση κυκλικής μετακινήσεως εξαιτίας τῶν ενεργειών πού συνδέονταν μέ τήν εκλογή τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (σημείωμα τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979, έγγραφο SEC (79) 1781 σ. 3, παράρτημα VΙ τῆς προσφυγής).
Οἱ προσφεύγουσες σημείωσαν καί οἱ δύο στίς καρτέλες κυκλικής μετακινήσεως πού συμπλήρωσαν ἐν όψει τῶν κινήσεων οἱ όποιες έπρεπε νά λάβουν χώρα τό 1980, ὅτι δέν επιθυμούν νέα τοποθέτηση γιά τους λόγους προσωπικής καί οικογενειακής τάξεως πού εξέθεταν. Ή περίπτωση τους εξετάστηκε ἀπό τήν επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως πού συγκροτήθηκε μέ τήν ἀπόφαση τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 (παράγραφος 2 σημείο 3) κατά τίς συνόδους της τῆς 2ας Όκτωβρίου καί τῆς 26ης Νοεμβρίου 1979. Ή τελευταία δέν έκρινε ικανούς τους προσωπικούς καί οικογενειακούς λόγους πού πρόβαλαν γιά νά τίς ἀπαλλάξει ἀπό τίς συνέπειες τοῦ συστήματος πού εἶχε καθιερωθεί, ἀφοῦ περιέλαβε τά ὀνόματά τους στό σχέδιο πίνακα τῶν υπαλλήλων, οἱ ὁποίοι συμμετείχαν στην κυκλική μετακίνηση γιά τό 1980. Τήν 28η Νοεμβρίου, ή Ἐπιτροπή επικύρωνε αύτη τήν ἀπόφαση, περιλαμβάνοντας ρητά τίς προσφεύγουσες σ᾽ αυτόν τόν πίνακα, γεγονός γιά τό όποιο τίς πληροφορούσε ὁ γενικός διευθυντής προσωπικού καί διοικήσεως μέ εγκύκλιο επιστολή, πού ἀπεύθυνε σέ καθεμιά ἀπό τίς προσφεύγουσες τή 17η επομένου Δεκεμβρίου.
Ἡ διαδικασία κυκλικῆς μετακινήσεως συνεχίζόνταν, ὅπως τό εἶχε ἀναγγείλει ὁ γενικός διευθυντής στην ἐπιστολή του, μέ πρόσκληση γιά υποβολή υποψηφιοτήτων πρός ἀντικατάσταση τῶν Carbognani καί Coda Zabetta, «γραμματέων στενοδακτυλο-γράφων (C κατηγορίας) ιταλικής γλώσσας» στό γραφείο τύπου καί πληροφοριῶν Ρώμης, πού δημοσιεύτηκε στόν Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικοῦ τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1980.
Παράλληλα, οἱ προσφεύγουσες προσπαθούσαν νά ματαιώσουν, ἡ τουλάχιστον νά ἀναστείλουν, τήν εφαρμογή, ὡς πρός αυτές, τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής. Τή 16η 'Ιανουαρίου 1980 ἡ Coda Zabetta ἐπέστησε ἐκ νέου τήν προσοχή τῶν άρχων ἐπί τῆς περιπτώσεως της, μέ επιστολή πού ἀπηύθυνε στόν εκπρόσωπο τῆς Ἐπιτροπής, γενικό διευθυντή πληροφοριῶν, ὁ όποιος τῆς ἀπάντησε ὅτι ἡ επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως γνώριζε τίς λεπτομέρειες τῆς προσωπικής καί οικογενειακής τῆς καταστάσεως ὅταν εξέτασε τήν περίπτωση τῆς καί διατύπωσε τήν πρόταση της. Οἱ προσφεύγουσες προέβαλαν, τή 12η Μαρτίου 1980 ἔνσταση, βάσει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ, κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς 28ης Νοεμβρίου πού εἶχε κοινοποιηθεί μέ τήν εγκύκλιο επιστολή τῆς 17ης Δεκεμβρίου.
Οἱ προσφεύγουσες, χωρίς νά ἀναμείνουν τήν ἀπάντηση σέ αύτη τήν ἔνσταση, ούτε τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας πού παρέχεται ἀπό τόν κανονισμό γι' αυτό τό σκοπό, άσκησαν, ήδη ἀπό τήν 11η Ἰουλίου 1980, βάσει τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ, τίς ὑπό κρίση προσφυγές, στις όποιες, εἶχαν προσαρτηθεί αιτήσεις μέ τίς όποιες ζητοῦσαν τήν ἀναστολή εκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς 28ης Νοεμβρίου πού τους εἶχε γνωστοποιηθεί μέ επιστολή τῆς 17ης Δεκεμβρίου.
Τήν 31η 'Ιουλίου 1980, ὁ ἀναπληρῶν τόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη ἔγγραφές παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπής καί εξηγήσεις πού δόθηκαν ἀπό τους διαδίκους κατά τή συνεδρίαση τῆς ἴδιας μέρας, μπόρεσε νά διαπιστώσει, στην εκδοθείσα διαταξη του, ὅτι οἱ αιτήσεις ἀσφαλιστικών μέτρων δέν είχαν πλέον ἀντικείμενο, ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπή δέν εἶχε σκοπό νά δώσει συνέχεια στην πρόθεση, τήν ὁποία είχε εκδηλώσει στίς επιστολές τῆς 17ης Δεκεμβρίου, ἕως τή στιγμή πού θά λάμβανε έναντι τῶν προσφευγουσῶν κατηγορηματικές «ἀποφάσεις ἐπανατοποθετή-σεως», πού θά περιελάμβαναν λογικές προθεσμίες εκτελέσεως. Τήν ἴδια μέρα, 31 'Ιουλίου, τό βράδυ, ὁ προϊστάμενος τῆς ειδικευμένης υπηρεσίας «Διοίκηση καί ὀργάνωση, δυναμικό», ὑπό τήν ιδιότητα τῆς ἁρμόδιας γιά τους διορισμούς ἀρχής σέ θέματα «ἐπα-νατοποθετήσεως μέ θέση» τῶν υπαλλήλων τῶν κατηγοριών Β καί C (παράρτημα VΙΙΙ τῶν παρατηρήσεων τίς επίδικες κατηγορηματικές ἀποφάσεις, ἀποφάσεις περί μεταβολής τοῦ τόπου εκτελέσεως τῆς εργασίας τῶν προσφευγουσῶν καί τῆς τοποθετήσεως τῶν κατόχων τῶν θέσεων αυτών, πού θά ἴσχυαν τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981 καί τίς ἀνακοίνωνε στίς προσφεύγουσες μέ τό τηλέτυπο.
Ἀργότερα, ἀκολούθησε ἡ ρητή ἀπόφαση πού ἀπέρριψε τήν ένσταση τους τῆς 12ης Μαρτίου καί ἡ ὁποία επιδόθηκε στίς προσφεύγουσες τήν 3η Σεπτεμβρίου, δηλαδή εκπρόθεσμα, ὅπως γίνεται πολύ συχνά.
Οἱ προσφεύγουσες, γιά νά προβάλουν ένσταση, βάσει τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανο-νισμοῦ, κατά τῶν ἀποφάσεων τῆς 31ης 'Ιουλίου ἀνέμειναν μέχρι τήν 20ή Όκτωβρίου, ήτοι μετά τήν ἀποστολή τῆς ἀπαντήσεως τους — πού φέρει ημερομηνία 16 τοῦ ἴδιου μήνα — καί μόλις λίγες μέρες πρίν ἀπό τή λήξη τῆς τρίμηνης προθεσμίας πού παρέχει γι' αυτό τό σκοπό τό άρθρο 90 παράγραφος 2.
Τέλος, τήν 5η Δεκεμβρίου, κατέθεσαν δεύτερη αίτηση ἀσφαλιστικών μέτρων γιά νά επιτύχουν νέα ἀναστολή τῆς εκτελέσεως τῆς μεταθέσεώς τους ἀπό τή Ρώμη στίς Βρυξέλλες. Ἐν τούτοις, επειδή ἡ Ἐπιτροπή δέχτηκε ἐν. τω μεταξύ νά τους δώσει νέα ἀναστολή, τό ἀργότερα έως τήν 1η Ἀπριλίου 1981, παραιτήθηκαν ἀπό τίς αιτήσεις αυτές τή 17η Δεκεμβρίου. Ή χορήγηση αυτής τῆς συμπληρωματικής προθεσμίας είχε βασιστεί στό ὅτι ἡ θέση σέ εφαρμογή τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως ήταν καινούρια καί στην ελπίδα ὅτι ἡ λύση της διαφορᾶς δέ θα ἀργοῦσε. Αυτές εἶναι οἱ συνθήκες ὑπό τίς όποιες ἡ συνεδρίαση ὁρίστηκε τήν 22α 'Ιανουαρίου καί ἀναπτύσσουμε σήμερα τίς προτάσεις μας ώστε νά επιτραπεί στό τμήμα σας νά εκδικάσει τήν ὑπόθεση τό συντομότερο.
Ι — Τό πρῶτο πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχόλησε εἶναι τό παραδεκτό τῶν προσφυγών.
1.
Ή Ἐπιτροπή, στίς παρατηρήσεις τῆς ἐπί των πρώτων αἰτήσεων ἀσφαλιστικών μέτρων επικαλείται ὅτι οἱ προσφυγές είναι ουσιαστικά ἀπαράδεκτες επειδή, τή στιγμή πού ἀσκήθηκαν, δέν είχε ἀκόμα λάβει κατηγορηματική ἀπόφαση περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως τῶν προσφευγουσῶν. Κατά τή γνώμη της, οἱ επιστολές τοῦ γενικοῦ διευθυντή προσωπικοῦ καί διοικήσεως, τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1979 καί ή πρόσκληση γιά υποβολή υποψηφιοτήτων πρός ἀνεύρεση ἀντικαταστατών γιά τίς θέσεις τῶν προσφευγουσῶν στή Ρώμη, ή ὁποία δημοσιεύτηκε στόν Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικού τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1980, δέν —ἀποτελοῦν παρά πράξεις προπαρασκευαστικές οἱ ὁποῖες, συνεπώς, δέν εἶναι ικανές νά προκαλέσουν βλάβη.
Όμως, μετά τό υπόμνημα ἀντικρούσεως της ἡ Ἐπιτροπή κράτησε ηπιότερη στάση καί ἐπαφέθηκε στην κρίση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Θεωρεί, πράγματι ὅτι θά έκανε επίδειξη εξαιρετικής τυπικότητας ἄν υποχρέωνε τίς προσφεύγουσες νά προβάλουν ένσταση κατά τῶν κατηγορηματικών ἀποφάσεων τῆς 31ης 'Ιουλίου 1980 πού έχουν ὡς ἀντικείμενο τή μεταβολή τῆς τοποθετήσεως τους, ἀφοῦ ήδη ἀποφάνθηκε ἐπί ὅλων τῶν πλευρών τοῦ προβλήματος, στίς ἀποφάσεις μέ τίς όποιες ἀπέρριψε τίς ενστάσεις πού υποβλήθηκαν ἀπό τίς προσφεύγουσες πρίν ἀπό τή λήψη τῶν κατηγορηματικών αποφάσεων, ὥστε οἱ ἀπαντήσεις σέ ενστάσεις κατά τῶν τελευταίων ἀποφάσεων θά εἶχαν ἀσφαλώς τό ἴδιο περιεχόμενο.
2.
Προσωπικά δέν έχουμε κανένα δισταγμό γιά νά θεωρήσουμε τίς προσφυγές παραδεκτές.
α)
Πρώτα ἀπ' ὅλα, συμμεριζόμαστε τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής. Στενή προσήλωση στό γράμμα τῶν διαδικαστικών τύπων θά εἶχε, στην προκειμένη περίπτωση, αποτέλεσμα καθαρά παρελκυστικό, αντίθετο πρός τήν καλή λειτουργία τῆς δικαιοσύνης.
β)
Κατά δεύτερο λόγο, εἶναι πρόδηλο ὅτι ή διαφορά, πέρα ἀπό τή στενή άποψη τῆς λεκτικής διατυπώσεως τοῦ ἀντικειμένου τῆς προσφυγής, πηγάζει ἀπό τήν ἀπόφαση μεταθέσεως τῶν Carbognanni καί Coda Zabetta ἀπό τή Ρώμη στίς Βρυξέλλες. Εἶναι σαφές ὅτι ἡ ἀπόφαση αύτη δέ λήφθηκε τήν 31η 'Ιουλίου 1980 ἀπό τόν προϊστάμενο τῆς ειδικευμένης υπηρεσίας «Διοίκηση καί ὀργάνωση, δυναμικό», άλλά τήν 28η Νοεμβρίου 1979 ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐπιτροπή κατόπιν προτάσεως τῆς επιτροπής κυκλικής μετακινήσεως. Ή ἴδια ἡ Ἐπιτροπή, κατ' εφαρμογή τῆς ἀποφάσεως τῆς τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976, μέ τήν ὁποία καθιερώθηκε τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως, επικύρωσε τόν πίνακα τῶν υπαλλήλων, οἱ όποιοι ἀποτελοῦσαν ἀντικείμενο μετακινήσεων μέσα στό 1980 καί ὁ όποιος περιελάμβανε τίς προσφεύγουσες. Ὡς πρός τίς επιστολές τοῦ γενικοῦ διευθυντή καί διοικήσεως τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1979 καί τήν ειδοποίηση πού δημοσιεύθηκε στόν Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικοῦ τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1980, ἄν δέ χωρεί ἀμφισβήτηση ὅτι πρόκειται για μέτρα προπαρασκευαστικά τῆς κατηγορηματικῆς ἀποφάσεως, πρέπει κυρίως νά θεωρηθούν, κατά τή γνώμη μας, ὡς εκτελεστικά μέτρα τῆς ἀποφάσεως ἀρχής περί μετακινήσεων, πού έχει ληφθεί ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐπιτροπή.
Ό ἴδιος χαρακτηρισμός ἁρμόζει επίσης, κατά τή γνώμη μας, καί γιά τίς ἴδιες τίς κατηγορηματικές ἀποφάσεις ἐπανατοπο-θετήσεως, πού λήφθηκαν τήν 31η 'Ιουλίου 1980 ἀπό τόν προϊστάμενο τῆς ειδικευμένης υπηρεσίας «Διοίκηση καί ὀργάνωση, δυναμικό», ὑπό τήν ιδιότητά τῆς ὡς ἁρμόδιας γιά τους διορισμούς ἀρχής σέ θέματα ἐπα-νατοποθετήσεως μέ θέση τῶν υπαλλήλων τῶν κατηγοριών C καί D, οἱ όποιες ἀποφάσεις, κατά τήν ἀρχική ἄποψη τῆς Ἐπιτροπῆς μποροῦσαν νά χαρακτηρισθούν ὡς πράξεις πού προξενοῦν βλάβη. Ἡ ἁρμοδιότητα τοῦ υπαλλήλου πού τίς έλαβε είναι προδήλως — καί, ἄν υπήρχε ἀνάγκη γι' αὐτό, μᾶς τό επιβεβαίωσαν ρητά στή συνεδρίαση οι εκπρόσωποι τῆς Ἐπιτροπῆς — ἐκτελεστική αρμοδιότητα. Τά ὅρια τῆς διακριτικής του εξουσίας περιορίζονται, χωρίς ἀμφιβολία, στον προσδιορισμό τῆς ημερομηνίας εφαρμογής τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπής καί, ενδεχομένως, στην παραχώρηση ἀναστολής εκτελέσεώς τους, μετά ἀπό ἀνταλλαγή γνωμών μέ τίς υπηρεσίες στίς όποιες θά εργασθούν οἱ υπάλληλοι πού ἀνακαλούνται στίς Βρυξέλλες. Στην προκειμένη περίπτωση παραχώρησε δύο φορές ἀναστολή στίς προσφεύγουσες καί θά μπορούσε ἴσως νά παραχωρήσει ἀκόμη μιά ἀναστολή στην Coda Zabetta, ἄν τό επιτρέπει ἡ καλή λειτουργία τῆς υπηρεσίας, στην ὁποία ἡ τελευταία πρέπει νά τοποθετηθεί, ώστε τό μικρό παιδί τῆς νά μήν ὑποχρεωθεί νά ἀλλάξει σχολείο κατά τή διάρκεια τῆς χρόνιᾶς. Ἐν πάση περιπτώσει δέν ἕχει ἁρμοδιότητα νά τροποποιήσει μόνος του τόν πίνακα τῶν υπαλλήλων οἱ όποιοι κλήθηκαν νά ἀλλάξουν τοποθέτηση βάσει τῆς διαδικασίας κυκλικής μετακινήσεως. Μόνη ἡ Ἐπιτροπή ἔχει αὐτή τήν εξουσία καί, ενδεχομένως, τό Δικαστήριο ἄν κρίνει βάσιμη προσφυγή κατ' ἀποφάσεως πού εκδίδεται στό πλαίσιο τῆς κυκλικῆς μετακινήσεως.
Θεωροῦμε λοιπόν ὅτι πρέπει, κατά τήν εξέταση προσφυγής πού ἀσκήθηκε κατ' ἀποφάσεως, ἡ οποία λήφθηκε κατ' εφαρμογή τῆς διαδικασίας κυκλικής μετακινήσεως, νά θεωρηθεί ὡς πράξη πού προξενεί βλάβη ή ἀρχική πράξη τῆς Ἐπιτροπῆς μέ τήν ὁποία ἀποφασίζει ὅτι ένας ὑπάλληλος θά ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἀλλαγής τοποθετήσεως λόγω κυκλικής μετακινήσεως καί ὄχι τά εκτελεστικά μέτρα αὐτής τῆς ἀποφάσεως, πού δέν μποροῦν παρά νά ρυθμίζουν τους τρόπους εκτελέσεως.
γ)
Θεωρούμε αὐτή τήν άποψη βάσιμη, ἀκόμα καί ἄν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς 28ης Νοεμβρίου 1979 δέν ἀναφέρεται expressis verbis στό ἀντικείμενο τῆς προσφυγής. Αυτό εἶναι διατυπωμένο ὡς έξῆς: «... νά ἀκυρώσει τίς ἀποφάσεις οἱ όποιες επιδόθηκαν τή 17η Δεκεμβρίου 1979, μέ τίς ὁποῖς ἡ Ἐπιτροπή κήρυξε κενές τίς θέσεις των προσφευγουσῶν στό γραφείο τύπου καί πληροφοριών Ρώμης καί διέταξε τή μετάθεση τους στην ἕδρα τῶν Βρυξελλών». Δέ χρειάζεται καθόλου μεγάλη προσπάθεια γιά νά θεωρηθεί ὅτι, μέ «ἀποφάσεις πού επιδόθηκαν τή 17η Δεκεμβρίου 1979» μέ τήν επιστολή τοῦ γενικού διευθυντή προσωπικού καί διοικήσεως, πρέπει νά εννοηθεί ἡ ἀπόφαση τῆς 28ης προηγούμενου Νοεμβρίου, ἡ ὁποία περιέλαβε τό ὄνομα τῶν προσφευγουσῶν στόν πίνακα τῶν υπαλλήλων γραφείων τύπου καί πληροφοριών πού, κατά τή διαδικασία τῆς κυκλικής μετακινήσεως, ἀνακλήθηκαν στίς Βρυξέλλες.
3.
Ἐν πάση περιπτώσει, ἀκόμα καί ἄν δέν μπορείτε νά ταχθείτε μέ τήν άποψη ὅτι ή ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ πράξη πού προξενεί βλάβη, θεωροῦμε ὅτι καί πάλι, γιά άλλο λόγο, ἡ προσφυγή δέν εἶναι ἀπαράδεκτη.
Στίς προτάσεις μας στην υπόθεση 17/78 Deshormes (Rec. 1979 σ. 207 καί 208) θεωρήσαμε, ἀναφορικά μέ τό γερμανικό δίκαιο δημόσιας υπηρεσίας, ὅτι ὁ υπάλληλος τῶν Κοινοτήτων έχει συμφέρον νά προβεί σέ ενέργειες ευθύς ὡς «κατέχει ἕνα δικαίωμα ὑπό διάπλαση, ἡ ουσία τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς δέν μπορεί, χωρίς τίποτε άλλο, νά προσβληθεί, ἕστω καί ἄν εἶναι ἀκόμη δυνατή ἡ τροποποίηση τῶν τρόπων ἀσκήσεως του ...». Τό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), στην ἀπόφαση πού εξέδωσε, τήν 1η Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση αὐτή, θεώρησε επίσης ὅτι, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, μιά διοικητική πράξη μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι «θίγει ἀμέσως καί ευθέως τή νομική κατάσταση τοῦ ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, έστω καί ἄν πρόκειται νά εκτελεστεῖ ἀργότερα» (Rec. σ. 197, σκέψη 10).
Θεωροῦμε ὅτι ἡ νομολογία αύτη πρέπει νά επεκταθεί στίς παροῦσες υποθέσεις. Κατά τή γνώμη μας, οἱ προσφεύγουσες, ἀπό τή στιγμή πού τους επιδόθηκε επισήμως ἡ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπής, εἶχαν «γεγενημένο καί ἐνεστώς νόμιμο συμφέρον» (ἀπόφαση Deshormes, Rec. 1979 σ. 197, σκέψη 12) γιά νά κινήσουν κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής τίς διαδικασίες οἱ όποιες προβλέπονται ἀπό τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμού. Χωρίς νά γίνει λόγος περί τῆς ἀποτελεσματικότητας τῆς ενέργειας τους, ήταν ἀνώφελο, ἀπό άποψη αυστηρώς νομική, νά ἀναμείνουν, γι' αυτό τό σκοπό, τίς ρητές ἀποφάσεις ἐπανατοποθετήσεως, ἐφ' ὅσον ή ἁρμόδια γιά τή λήψη αυτών τῶν ἀποφάσεων ἀρχή δεσμευόταν ἀπό ἀπόφαση ἀνώτερης ἀρχής ήταν, νομικά, υποχρεωμένη νά τίς λάβει.
ΙΙ — Ό πρώτος λόγος των προσφευγουσῶν περιλαμβάνει πολυάριθμα στοιχεία, τῶν ὁποίων άλλωστε ἡ ἀξία εἶναι παντελώς άνιση. Οἱ προσφεύγουσες θεωρούν στην ουσία, ἄν τίς έχουμε εννοήσει καλώς, ὅτι ή εφαρμογή ὡς πρός αυτές τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως εἶναι παράνομη, γιατί είναι, ἀφ' ἑνός, ἀναδρομική καί, ἀφ' έτερου, ἀντίθετη πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί, γι' αυτό τό λόγο, συνιστά παράβαση τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1 εδάφιο 1 τοῦ κανονισμού.
1.
Θά ἀρχίσουμε μέ μιά παρατήρηση ἐπί τῆς ὁρολογίας. Οἱ προσφεύγουσες ἀναφέρουν συνεχώς τή μετάθεση τους ἀπό τή Ρώμη στίς Βρυξέλλες. Ἡ χρησιμοποίηση αὐτοῦ τοῦ ὅρου εἶναι βέβαια ὀρθή, ἄν τόν δεχθούμε μέ τήν κοινή του έννοια, άλλά δέν εἶναι ὁρθή κατά τήν έννοια πού τοῦ δίνει ὁ κανονισμός.
Ὅπως προκύπτει καθαρά ἀπό τά άρθρα 4, 7 παράγραφος 1 καί 29 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ, ἡ μετάθεση προϋποθέτει τήν ύπαρξη κενής θέσεως δέν μπορεί νά υπάρξει μετάθεση, κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ, παρά μόνο σέ κενή θέση. Ἐλλείψει κενής θέσεως, ἡ μετακίνηση υπαλλήλου ἀπό μιά υπηρεσία σέ άλλη, μέ ή χωρίς γεωγραφική μετακίνηση, θά χαρακτηρίζεται ὡς μεταβολή τοποθετήσεως ή επανατοποθέτηση τοῦ υπαλλήλου αυτού μαζί μέ τή θέση του. Αυτή ήταν ή περίπτωση τῶν Carbognani καί Coda Zabetta.
2.
Ἐξετάζοντας τήν ἀνάλυση ἀπό τίς προσφεύγουσες τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, νομίζουμε ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά εννοήσουμε τό συλλογισμό τους, εἶναι νά ἀρχίσουμε ἀπό τήν υπόμνηση τῆς διακρίσεως, πού κάνουν μεταξύ τῶν υπαλλήλων οἱ όποιοι τοποθετήθηκαν στά γραφεία τύπου καί πληροφοριών μετά τήν 24η Νοεμβρίου 1976 καί εκείνων πού εἶχαν τοποθετηθεί, ὅπως καί εκείνες, πρίν ἀπό αυτή τήν ημερομηνία.
Οἱ προσφεύγουσες δέχονται ὅτι τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως μπορεί νά εφαρμοστεί νόμιμα στους ὑπαλλήλους πού τοποθετήθηκαν σέ γραφείο μετά τήν 24η Νοεμβρίου 1976. Αυτοί, ἀφοῦ γνώριζαν τή διαδικασία κυκλικής μετακινήσεως, έχουν δεχθεί ὅτι ἡ τοποθέτηση τους σέ ένα γραφείο εἶναι προσωρινή. Όταν ήταν υποψήφιοι γιά τέτοια τοποθέτηση γνώριζαν ὅτι στό τέλος περιόδου πού έχει κατ' ἀρχήν ὁριστεῖ σέ τρία χρόνια, θά κληθούν νά επιστρέψουν στην έδρα ή, ἄν τό ἐπιθυμοῦν, νά τοποθετηθοῦν σέ άλλη εξωτερική υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπής. Πρέπει, σχετικά μέ αυτό, νά διορθωθεί σφάλμα πού προφανώς έγινε ἀπό τίς προσφεύγουσες. Τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως δέ σημαίνει ἀλλαγή διαμονής τοῦ υπαλλήλου κάθε τρία χρόνια· οἱ υπάλληλοι οἱ όποιοι έχουν τοποθετηθεί σέ γραφείο προηγουμένως, μόνο ἄν εκφράσουν τη ρητή επιθυμία, θά μετατεθοῦν σέ άλλο γραφείο ἤ σέ υπηρεσία άλλου τύπου, ἀντί νά ἐπιστρέψουν στίς κεντρικές υπηρεσίες. Προκύπτει ἀπό τά ἀνωτέρω ὅτι, κατά την ἀντίληψη τῶν προ-σφευγουσῶν, ἡ μετάθεση — ἤ γιά νά ἀκριβολογούμε ἡ μεταβολή τοποθετήσεως — υπαλλήλων πού βρίσκονται σέ αύτη τήν κατάσταση θεωρείται ὅτι έγινε μέ συναινετικό τρόπο. Τό νομικό τῆς έρεισμα βρίσκεται στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμού, τοῦ ὁποίου τό πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στίς συναινετικές μεταθέσεις καί τό όποιο προβλέπει ὅτι οἱ μεταθέσεις δέν μπορούν νά πραγματοποιηθούν παρά ἄν τό ἀπαιτεί τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας. Οἱ προσφεύγουσες δέχονται ὅτι, μετά τήν 24η Νοεμβρίου 1976, ἡ δημιουργία συστήματος κυκλικής μετακινήσεως μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι ἀνταποκρίνεται στό συμφέρον τῆς υπηρεσίας.
Κατά τήν άποψη τους, εἶναι ὁλωσδιόλου διαφορετική ἡ κατάσταση τῶν υπαλλήλων πού, ὅπως εκείνες, τοποθετήθηκαν σέ γραφείο πρίν ἀπό τήν 24η Νοεμβρίου 1976. Ή μεταβολή τοποθετήσεως εἶναι ἀντικανονική, κατ' ἀρχήν επειδή εἶναι ἀναδρομική. Όμολογούμε ὅτι, ὅπως καί ἡ Ἐπιτροπή, δέν μπορούμε εύκολα νά εννοήσουμε τό επιχείρημα αυτό. Δύσκολα γίνεται αντιληπτό μέ ποιό τρόπο ἡ εφαρμογή, τό 1980, συστήματος τό όποιο δημιουργήθηκε τό 1976 θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει ενέργεια ἡ νομική πράξη πού παράγει ἀποτελέσματα στό παρελθόν.
3.
Οἱ προσφεύγουσες κατακρίνουν επίσης τή μεταβολή τοποθετήσεως τους διότι ἀποφασίστηκε εναντίον τῆς θελήσεως τους. Ἑφ' ὅσον τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως δέν υπήρχε κατά τήν ἡμερομηνία τῆς τοποθετήσεως τους στό γραφείο Ρώμης, δέν μπόρεσαν ἀσφαλῶς νά συναινέσουν, εκείνη τή στιγμή, έστω σιωπηρά, στά μέτρα πού προβλέπει. Ή μεταβολή τοποθετήσεως των προσφευγουσῶν ἀποφασίστηκε, έτσι, μέ τρόπο καταναγκαστικό καί, συνεπώς, στερείται ὁποιασδήποτε νομικής βάσεως. Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τους, οἱ μεταβολές τοποθετήσεως δέν εἶναι κατ' ἀρχή νόμιμες, κατά τό σύστημα τοῦ κανονισμού, παρά μέ τή θέληση τῶν ενδιαφερομένων. Συμβαίνει διαφορετικά μόνο σέ δυό υποθέσεις πού δέν πραγματοποιούνται στην περίπτωση τους: τή «μετάθεση-ποινή» καί τή «μετάθεση-ἀνάθεση νέων καθηκόντων», ή δέ τελευταία άφορᾶ τή μεταβολή τοποθετήσεως ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἀναγκαία λόγω καταργήσεως υπηρεσίας ἡ θέσεως.
α)
Ή πρώτη παρατήρηση πού υπαγορεύεται ἀπό τήν ἀνωτέρω ἀνάπτυξη εἶναι ὅτι, στό σύστημα τῆς κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας, πού ἀκολουθεί σχετικά μέ αυτό τήν τακτική ὅλων τῶν γνωστῶν συστημάτων ὡς πρός τίς σχέσεις μεταξύ διοικήσεως καί υπαλλήλων της, ἡ συναίνεση τῶν υπαλλήλων δέν εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τή νομιμότητα τῆς μεταβολῆς τοποθετήσεως τους. Αυτό δέ σημαίνει ὅτι οἱ μεταβολές τοποθετήσεως ἀφήνονται στή διοικητική αυθαιρεσία· ἀντίθετα, υπόκεινται σέ ουσιαστικές προϋποθέσεις πού θά μᾶς δοθεί ἡ ευκαιρία νά ὑπομνήσουμε σέ λίγο. Ἀλλά ἡ συναίνεση τῶν ενδιαφερόμενων υπαλλήλων δέν περιλαμβάνεται στόν ἀριθμό αὐτών τῶν προϋποθέσεων. Όπως βάσιμα τό υπογράμμισε ἡ Ἐπιτροπή, αυτό εἶναι συνέπεια τοῦ ὅτι «ή νομική σχέση μεταξύ υπαλλήλου καί διοικήσεως είναι κανονιστικής καί όχι συμβατικής φύσεως». (Δικαστήριο, δεύτερο τμήμα, 19 Μαρτίου 1975, Gillet κατά Ἐπιτροπής, υπόθεση 28/74, Rec. σ. 472, σκέψη 4). Ἐνώ στίς σχέσεις κλασικοῦ εργατικού δικαίου, πού στηρίζονται σέ σύμβαση ἡ ὁποία έχει καταρτιστεί μεταξύ εργοδότη καί υπαλλήλων του, οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως αὐτής δέν μπορούν κατ' ἀρχή νά τροποποιηθοῦν παρά μέ κοινή συμφωνία τῶν συμβαλλομένων μερῶν, «ή διοίκηση ἕχει τό δικαίωμα νά επιφέρει σέ κάθε στιγμή στίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ κάθε τροποποίηση πού κρίνει σύμφωνη πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας» (προτάσεις τοῦ γενικού εἰσαγγελέα Mayras στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 177/73 καί 5/74 καί στην υπόθεση 10/74, Reinarz κατά Ἐπιτροπής, Rec. 1974 σ. 834).
Ἡ ἀνάγνωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 επιτρέπει τή διαπίστωση ὅτι τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως δέν ἀποτελεί εξαίρεση τοῦ κανόνα αυτού. Τουναντίον μάλιστα, προκύπτει ἀπό τόν ειδικό τρόπο εφαρμογής τους στους υπαλλήλους τῶν κατηγοριῶν Β καί C ὅτι ἀπαλλάσσονται ἀπό αυτή «ὅταν εἶναι ηλικίας 55 χρόνων ἡ άνω, ἡ ὅταν ἡ οικογενειακή ἤ κοινωνική προσωπική τους κατάσταση ἀποτελεί εμπόδιο σέ ενδεχόμενη μετακίνηση». Ή χρησιμοποίηση τοῦ ὅρού «ἀπαλλάσσονται» δείχνει καθαρά ὅτι, ἄν οἱ υπάλληλοι πού πληροῦν τίς προϋποθέσεις πού μόλις ἀναφέραμε δέν μπορούν νά ὑποχρεωθοῦν νά μεταβάλουν τοποθέτηση κατ' εφαρμογή τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, ὅλοι ἐκείνοι πού δέν τίς πληρούν δέν ἀπαλλάσσονται καί μπορούν συνεπώς νά μετακινηθούν μαζί μέ τή θέση τους, χωρίς νά ἀπαιτείται ἡ συναίνεση τους.
β)
Ἐξάλλου, προκύπτει καί ἀπό τήν κανονιστική κατάσταση τῶν προσφευγουσῶν ὅτι ἡ προγενέστερη, σέ σχέση μέ τήν υιοθέτηση τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, τοποθέτηση τους σέ γραφείο δέν τους παρέχει κανένα δικαίωμα γιά τή διατήρηση τοῦ καθεστώτος πού ἴσχυε κατά τή στιγμή τῆς τοποθετήσεως τους. Βέβαια, τό δίκαιο τῆς κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας γνωρίζει τή διατήρηση σέ ἰσχύ ὁρισμένων παλαιών διατάξεων υπέρ ορισμένων υπαλλήλων, πχ. ὅσον ἀφορᾶ τόν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῶν συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων οἱ όποιοι έχουν προσληφθεί πρίν ἀπό τή θέση σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμού περί ὑπηρεσικῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων ΕΚΑΧ τοῦ 1956. Ἀλλά, δέν πρόκειται ἐκεῖ παρά γιά εξαιρετικά παραδείγματα τῶν ὁποίων τή διατήρηση ρητά παραχώρησε ὁ νομοθέτης. Δεν μπορούν ἔτσι νά ἀποτελέσουν γενικό κανόνα, γιά τό λόγο ὅτι — ὁπως τό υπογράμμιζε ὁ καθηγητής Weil, τόν όποιο ἐπικαίρως ἀναφέρει ἡ Ἐπιτροπή — ἡ ἀναγνώριση «κεκτημένου δικαιώματος γιά τή διατήρηση τῆς ρυθμίσεως πού ισχύει κατά τήν ημερομηνία εισόδου στην υπηρεσία θά σήμαινε τήν καθιέρωση πρότυπου πού δέ θά ήταν σύμφωνο πρός τίς ἀπαιτήσεις μιᾶς χρηστής διοικήσεως, ἀφοῦ τελικά θά υπήρχαν τόσοι κανόνες πρός εφαρμογή ὅσοι καί οἱ υπάλληλοι πού θά ἀναλάμβαναν υπηρεσία σέ διαφορετικές ημερομηνίες» (ή φύση τῆς σχέσως δημόσιας υπηρεσίας στους διεθνείς ὀργανισμούς, Γενική επιθεώρηση διεθνοῦς δικαίου, 1963, σ. 274).
4.
Τέλος, οἱ προσφεύγουσες κατακρίνουν τήν Ἐπιτροπή, διότι τροποποιώντας στό πλαίσιο τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως χωρίς σχετική εξουσιοδότηση, τό εδάφιο 1 τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμοῦ, διάταξη πού ἕχει θεσπιστεί ἀπό τό Συμβούλιο, ἀρχή ἀνώτερη ὡς πρός αυτό τό θέμα, υπερέβη τίς εξουσίες της.
Θά θέλαμε κατ' ἀρχή νά ποῦμε σχετικά μέ αὐτό ὅτι, δέ νομίζουμε ὅτι τό άρθρο 7 παράγραφος 1 εδάφιο 1 τοῦ κανονισμοῦ, τό όποιο ἐξαρτᾶ τή νομιμότητα τῶν μεταθέσεων ἀπό τό ἄν εἶναι σύμφωνες πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, ἀποτελεί τό κατάλληλο νομικό έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Όπως τό ἕχει υπογραμμίσει ἡ Ἐπιτροπή, ἡ διάταξη αυτή εἶναι ἀπό εκείνες πού επιτρέπουν νά διαπιστωθεί ὅτι, στόν κανονισμό, οἰ μεταθέσεις προϋποθέτουν την ύπαρξη κενής θέσεως. Τέτοια δέν είναι ἡ προκειμένη περίπτωση· δέν μπορεί νά γίνει επίκληση αὐτοῦ τοῦ κειμένου. Ἀλλά, ὁ κανόνας πού θέτει, δηλαδή ὅτι κάθε μεταβολή τοποθετήσεως εἶναι ἀντικανονική ἄν δέν επιβάλλεται ἀπό τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, ἀποτελεί χωρίς ἀμφιβολία τό άποκρυστάλλωμα κοινής γενικής ἀρχῆς τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου καί των εθνικῶν δικαίων τῆς δημόσιας υπηρεσίας. Πιστεύουμε λοιπόν ὅτι πρέπει νά δώσουμε σέ αυτό τό επιχείρημα τήν έννοια ὅτι σημαίνει, κατά τίς προσφεύγουσες, ὅτι τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως δέν είναι σύμφωνο πρός τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας.
Δέν ἀμφισβητείται ἀπό τήν Ἐπιτροπή ὅτι ὁ σεβασμός τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας ἀποτελεί ἕνα ἀπό τά ὅρια τῆς ευρείας εξουσίας πού τῆς ἀναγνωρίζει ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου σέ θέματα ὀργανώσεως των υπηρεσιῶν της, ἡ δέ διαδικασία κυκλικής μετακινήσεως ἀποτελεί, προδήλως, παρά τήν άρνηση τῶν προσφευγουσῶν, τρόπο ὀργανώσεως τῶν υπηρεσιών τῆς Ἐπιτροπής. Πράγματι, γιά τήν Επιτροπή, οἱ ουσιαστικές προϋποθέσεις, τίς όποιες ὀφείλει νά σεβαστεί ὅταν προβαίνει σέ μετάθεση, σέ μεταβολή τοποθετήσεως ἡ σέ επανατοποθέτηση μέ θέση, εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
—
ὁ σεβασμός τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας,
—
ή έλλειψη καταχρήσεως εξουσίας,
—
ὁ σεβασμός τῶν δικαιωμάτων πού κάθε υπάλληλος ἕχει ἀπό τόν κανονισμό: δικαίωμα διατηρήσεως τῶν ἀποδοχών τήρηση τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ τοῦ βαθμοῦ του καί τῆς θέσεως στην οποία τοποθετείται.
Ὡς πρός τήν τελευταία προϋπόθεση, ἐπιθυ-μοῦμε νά διευκρινίσουμε ὅτι προϋποθέτει τήν τοποθέτηση, ὄχι μόνο ἀόριστα σέ θέση τῆς κατηγορίας καί τοῦ βαθμοῦ τοῦ ενδιαφερόμένου υπαλλήλου άλλά επίσης, πιό συγκεκριμένα, τήν ἀνάθεση καθηκόντων πού ἀντιστοιχοῦν στό βαθμό του καί περιγράφονται στόν πίνακα ἀντιστοιχίας μεταξύ τῶν θέσεων-τύπων καί τῶν σταδιοδρομιών, ὁ όποιος ἀποτελεί τό παράρτημα Ι Α τοῦ κανονισμοῦ, (Δικαστήριο, τρίτο τμῆμα, 28 Μαΐου 1980, Kuhner κατά Ἐπιτροπής, ἀδημοσίευτη, σημείο 13).
Ὑπό αυτές τίς συνθήκες θεωροῦμε ἀναγκαίο νά προσθέσουμε στίς ἀνωτέρω προϋποθέσεις άλλες δύο, βάσει τῆς ἀποφάσεως Kuhner (προαναφερθείσας). Ή διοίκηση ὀφείλει νά φροντίζει ὥστε, ὅταν προβαίνει στή μετακίνηση ὑπαλλήλου της, νά λαμβάνει υπόψη ὄχι μόνο τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, άλλά καί εκείνο τοῦ υπαλλήλου, φροντίδα πού τό γερμανικό δίκαιο τῆς δημόσιας υπηρεσίας ἀποκαλεί «Fürsorgepflicht» (καθήκον μέριμνας) (σημείο 22 τῆς ἀποφάσεως Kuhnner). Ό υπάλληλος τόν όποιο άφορᾶ πρέπει, κατά τό μέτρο πού μιά ἀπόφαση μεταβολῆς τοποθετήσεως μπορεί νά θεωρηθεί ὅτι τοῦ προξενεῖ βαριά βλάβη, νά έχει τή δυνατότητα, ἐκτός ἄν ὑπάρχει σοβαρός λόγος, νά κάνει γνωστή τήν άποψη του ὡς πρός αυτό, δυνάμει τῆς γενικής ἀρχης τῆς χρηστής διοικήσεως (σημείο 25 τῆς ἀποφάσεως Kuhner). Εἶναι δυνατό, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, νά θεωρηθεί ὅτι ἡ μεταβολή βλάπτει σοβαρά τά συμφέροντα τοῦ υπαλλήλου, Ιδιαίτερα ὅταν προϋποθέτει σημαντική γεωγραφική μετακίνηση.
Στην προκειμένη περίπτωση οἱ προσφεύγουσες ισχυρίσθηκαν ὅτι έχει παραβιασθεί μόνο ἡ προϋπόθεση τοῦ σεβασμοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας, τήν ὁποία παραβίαση έχουν ἀντιληφθεί ὄχι μόνο ὑπό τό πρίσμα τῆς ἀναρμοδιότητας, ὅπως είδαμε, τῆς Επιτροπῆς νά τροποποιήσει τόν κανόνα πού την περιέχει, ἀλλά καί ἀπό άλλες ἀπόψεις.
Ἔτσι, ἐπικαλοῦνται τό ὅτι δέν αρκεί ή επίκληση ἀπό τη διοίκηση, ἀορίστως, τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας γιά νά είναι κανονική ἡ μεταβολή τοποθετήσεως των υπαλλήλων της. Ἀκόμη πρέπει, ἀφ᾽ ενός, νά επισημαίνει σέ τί ἀκριβῶς συνίσταται αυτό τό συμφέρον καί, ἀφ᾽ έτερου, νά μπορεί νά θεωρηθεῖ ἱκανό σέ σχέση μέ τά θιγόμενα συμφέροντα τῶν υπαλλήλων πού άφορᾶ. Μέ τήν τελευταία αύτη προϋπόθεση οἱ προσφεύγουσες έχουν υπόψη, χωρίς νά τό κατονομάζουν, τό καθήκον μέριμνας τοῦ ὁποίου ἡ έκταση έχει προσδιοριστεί ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Kuhner. Θά είχαμε πράγματι παραβίαση τοῦ «Fürsorgepflicht» ἄν ένα μέτρο μεταβολής τοποθετήσεως δέν παρουσίαζε πάρα πολύ μικρό συμφέρον γιά τή διοίκηση καί σοβαρά μειονεκτήματα γιά τους υπαλλήλους πού θά ήταν τά θύματά του.
Θεωροῦμε ἀκριβώς τέτοια τήν περίπτωση τοῦ επίδικου συστήματος, τουλάχιστον σέ ὁρισμένες υποθέσεις. Όπως γίνεται γενικά ἀποδεκτό, εἶναι πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας οἱ υπάλληλοι πλαισιώσεως πού ἀνήκουν στην κατηγορία Α καί ὅλως ιδιαίτερα οί προϊστάμενοι τῶν γραφείων τύπου καί πληροφοριών, νά ἀποτελούν ἀντικείμενο τακτικών μέτρων κυκλικής μετακινήσεως. Όμοίως, νομίζουμε ὅτι μπορούμε ἀκόμη νά δεχθοῦνε, εξαιτίας τῆς διακριτικής εξουσίας πού διαθέτει ἡ διοίκηση κατά τήν ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών της, ὅτι τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως εφαρμόζεται, κατ' ἀρχήν, στους υπαλλήλους τῆς κατηγορίας Β, στους ὁποίους περιλαμβάνονται καί οἱ βοηθοί γραμματείας, λόγω τοῦ περιθωρίου αυτονομίας πού προϋποθέτουν τά καθήκοντά τους. Ἀλλά, δέν μπορούμε νά ἀντιληφθούμε τό λόγο γιά τόν όποιο τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας επιβάλλει νά επεκταθεί, σέ εκτελεστικούς υπαλλήλους, κατηγορίας C ὅπως οἱ γραμματείς, σύστημα τόσο βαρύ στόν τύπο του καί καταπιεστικό στους ὅρους του ὅπως τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως. Ἔτσι θεωροῦμε βάσιμο τόν πρώτο λόγο γιά έλλειψη συμφέροντος τῆς υπηρεσίας. Εἶναι επίσης, κατά τή γνώμη μας, βάσιμος ἄν συγκρίνουμε τήν έλλειψη συμφέροντος γιά τή διοίκηση νά ἐφαρμόσει τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως στίς προσφεύγουσες μέ τό συμφέρον πού είχαν εκείνες νά ἐναντιωθοῦν σέ αὐτό. Ἀκόμη καί ἄν ή μετακίνηση ἀπό μιά χώρα σέ άλλη δέν μπορεί νά χαρακτηριστεί ὡς μέτρο ἀφύσικο καί ἀπρόβλεπτο κατά τήν ἐπαγγελματική σταδιοδρομία τῶν υπαλλήλων τῆς Κοινότητας, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι μπορεί νά δημιουργήσει ὄχι ἀμελητέα προσωπικά καί ἀνθρώπινα προβλήματα, ὁπως αυτά πού εκθέτουν οἱ Carbognani καί Coda Zabetta (παράρτημα ΙV τῶν προσφυγών τους) καί πού, ἀπό διακριτικότητα, δέ θά διευκρινή-σουμε περισσότερο. Ἐπιπλέον, χωρίς ἀμφιβολία, δέν εἶναι ἀδιάφορο, σχετικά μέ αυτό, τό ὅτι οἱ προσφεύγουσες ἦταν τοποθετημένες ἀπό δέκα καί πλέον χρόνια στό γραφείο Ρώμης καί θεωροῦσαν, ἀσφαλώς κατά λάθος άλλά βάσει σταθερής διοικητικής πρακτικής — τῆς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπή δέν ἀρνήθηκε τήν ύπαρξη — ὅτι ἡ τοποθέτηση αυτή ήταν μόνιμη. Θεωρούμε ὅτι ή εφαρμογή στίς προσφεύγουσες, ὑπό αυτές τίς συνθήκες, τό 1980, τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως ἀποφασίστηκε ἀπό παράβλεψη του καθήκοντος μέριμνας τῆς διοικήσεως έναντι τους.
III — Ό δεύτερος λόγος πού έχει προβληθεί ἀπό τίς προσφεύγουσες στηρίζεται στην παράβαση τοῦ ἄρθρου 25 εδάφιο 2 τοῦ κανονισμοῦ, σύμφωνα μέ τό όποιο «κάθε ἀπόφαση σέ βάρος υπαλλήλου πρέπει νά είναι αἰτολογημένη» καί, προσθέτουμε, πρέπει νά εἶναι σωστά αιτιολογημένη. Γιά τίς προσφεύγουσες, ἡ αιτιολογία πού περιέχεται στίς επιστολές τοῦ γενικού διευθυντῆ προσωπικού καί διοικήσεως τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1979 καί στην πρόσκληση γιά υποβολή υποψηφιοτήτων πού δημοσιεύτηκε στόν Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικού τῆς 25ης Ἰανουαρίου 1980, δηλαδή ὅτι οἱ πράξεις αυτές ἔχουν ληφθεί κατ' εφαρμογή τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, εἶναι εσφαλμένη.
Κατά τή γνώμη μας, δέν ενοχλεί καθόλου τό ὅτι τά έγγραφα αυτά δέν ἀποτελούν πράξεις πού προξενούν βλάβη, ἀφοῦ ἡ ἀρχική ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 14ης Νοεμβρίου 1979, στην ὁποία ἀποδίδουμε αυτή τήν ιδιότητα, ἕχει τήν ἴδια αιτιολογία μέ ἐκείνες πού ἀποτελοῦν εκτελεστικά της μέτρα. Δέν μπορούσε νά συμβαίνει διαφορετικά ἀφοῦ, ὅπως είδαμε, ἡ ἀπόφαση αὐτή ή ὁποία επικυρώνει τόν πίνακα μεταθέσεων γιά τό 1980 ήταν ἡ πρώτη εκτελεστική ἀπόφαση τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως.
Πιστεύουμε ὅτι μπορούμε νά διακρίνουμε τρεις κυρίως κλάδους τοῦ λόγου αὐτοῦ.
1.
'Ως πρός τήν πρώτη μομφή πού προσάπτεται μέ αυτό τό λόγο κατά τῆς προσβαλλόμενης ἀποφάσεως, οἱ προσφεύγουσες επανέρχονται, μέ τήν επίκληση τῆς εσφαλμένης αιτιολογίας, στην ἰδέα τους, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἔγινε, ὡς προς εκείνες, ἀναδρομική εφαρμογή τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως. Συνεχίζουν, λοιπόν, ὅτι παρόμοια ἀναδρομική εφαρμογή δέν ἕχει προβλεφθεί ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 μέ τήν ὁποία ἕχει ὀργανωθεί αυτό τό σύστημα. Κατά συνέπεια, ἡ ἀπόφαση πού προβλέπει τή μετακίνηση τους ὡς κυκλική μετακίνηση δέν ήταν, έτσι, ὀρθά αιτιολογημένη.
Εἶναι σαφές ὅτι ὁ συλλογισμός αυτός ξεκινά ἀπό εσφαλμένο ὅρο. Ὅπως εἴδαμε, έκτός ἄν ἀλλάξουμε τήν έννοια τῶν λέξεων, ή εφαρμογή τό 1980 ἀποφάσεως πού υιοθετήθηκε τό 1976 δέν μπορεί νά χαρακτηρισθεί ὡς ἀναδρομική.
2.
Θεωρούμε δικαιολογημένο τό δεύτερο κλάδο τοῦ λόγου, περί ελλείψεως αιτιολογίας. Όπως τό έχουμε ήδη επισημάνει, ή ἀπόφαση τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 έχει καθιερώσει «τήν ἀρχή τῆς κυκλικής μετακινήσεως γιά τους υπαλλήλους Β καί C, προβλέποντας συνάμα πιό ήπιους τρόπους εφαρμογής οἱ όποιοι επιτρέπουν, ἄν παρουσιαστεί ἡ περίπτωση, νά ληφθούν υπόψη τά υπηρεσιακά προβλήματα καί τά προσωπικά ζητήματα πού μποροῦν νά ἀνακύψουν». Είδαμε ὅτι οἱ πιό ήπιοι τρόποι εφαρμογής συνίστανται στην ἀπαλλαγή ἀπό τήν κυκλική μετακίνηση των υπαλλήλων τῶν κατηγοριών Β καί C ὅταν, ἀφ᾽ ενός, ἡ τοποθέτηση τους έχει γίνει πρίν ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Νοεμβρίου 1976 καί ὅταν, ἀφ᾽ έτερου, έχουν ηλικία 55 χρόνων ή άνω, ἡ ὅταν ἡ προσωπική, οικογενειακή ή κοινωνική τους κατάσταση ἀποτελεί εμπόδιο σέ μετακίνηση. Κατ' εφαρμογή αὐτῶν τῶν κριτηρίων, είκοσι δύο υπάλληλοι τῶν κατηγοριῶν Β καί C, ἀπό τους ὁποίους τρεις τοποθετημένοι στό γραφείο Ρώμης, τῶν ὁποίων ἡ τοποθέτηση στά γραφεία ήταν προγενέστερη ἀπό τή θέση σέ ἰσχύ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νοεμβρίου 1976, ευνοήθηκαν τό 1980 μέ ἀνάκληση της κυκλικής μετακινήσεως γιά προσωπικούς λόγους.
Οἱ Carbognani καί Coda Zabetta, υπάλληλοι κατηγορίας C έχουν λοιπόν ζητήσει τό ευεργέτημα τῆς ἀνακλήσεως καί έχουν εκθέσει τους λόγους προσωπικής καί οικογενειακής φύσεως, οἱ ὁποιοι, κατά τή γνώμη τους, τους παρέχουν αὐτό τό δικαίωμα. Όπως προκύπτει ἀπό τή δικογραφία, ρητώς γιά τήν Coda Zabetta (ἐπιστολή τοῦ εκπρόσωπου, γενικοῦ διευθυντή πληροφοριῶν, τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1980 — παράρτημα 5 τῆς προσφυγής της) καί σιωπηρῶς γιά τήν Carbognani (έγγραφη στις κυκλικές μετακινήσεις ἀπό τήν επιτροπή κυκλικών μετακινήσεων — ἀνακοίνωση τοῦ Tugendhat τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979 πρός τήν Ἐπιτροπή — παράρτημα 6 τῆς προσφυγής της), ἡ διοίκηση γνώριζε τους λόγους αυτούς καί δέν τους έκρινε επαρκείς.
Ἐν τούτοις, οἱ προσφεύγουσες τῆς προσάπτουν ὅτι δέ διευκρίνισε γιατί τους θεώρησε ὡς ἀβάσιμους καί συνεπώς γιά ποιό λόγο, ἀντίθετα ἀπό ὅ, τι έκανε γιά είκοσι δύο άλλους υπαλλήλους, δέν παραχώρησε στίς προσφεύγουσες τήν ἀνάκληση τῆς κυκλικής μετακινήσεως πού εκείνες ζητοῦσαν.
Μέ αυτό, οἱ προσφεύγουσες δέν ἀποσκοπούν, ὅπως τό εννόησε ἡ Ἐπιτροπή, στό νά αιτιολογήσει ἡ τελευταία τίς ἀποφάσεις της περί μετακινήσεως συγκρίνοντας τους προσωπικούς λόγους πού έχει επικαλεστεί ὁ κάθε ενδιαφερόμενος, σέ σχέση μέ εκείνους πού έχουν επικαλεστεί άλλοι υπάλληλοι τῆς ἴδιας κατηγορίας, τοποθετημένοι στή Ρώμη καί πού έχουν επιτύχει ἀνάκληση τοῦ μέτρου κυκλικής μετακινήσεως πού τους άφορα.
Ἀλλά θεωρούν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έχει τήν υποχρέωση νά ἀναφέρει τίς γενικές ἀρχές πού έχει εφαρμόσει κατά τήν επιλογή τῶν υπαλλήλων οἱ όποιοι μπορούν νά ευνοηθούν μέ ἀνάκληση τῆς κυκλικής μετακινήσεως, προσδιορίζοντας ποιοί τύποι προσωπικής, οικογενειακής ἡ κοινωνικής καταστάσεως έχουν θεωρηθεί ὡς επαρκείς γιά νά αιτιολογήσουν ἀνάκληση κυκλικής μετακινήσεως. Ἀπό αυτή τήν προϋπόθεση εξαρτᾶται, κατά τίς προσφεύγουσες, ἡ δυνατότητα, γιά εκείνες νά εκτιμήσουν καί γιά τό Δικαστήριο νά κρίνει, ἄν οἱ ἀρχές αυτές είναι δίκαιες καί ἄν έγινε ὀρθή εφαρμογή έναντι τους.
Ή πρόταση αυτή νομίζουμε ὅτι συμφωνεῖ μέ τή διαπίστωση πού πρόσφατα έχετε ὑπομνήσει: ὁ σκοπός τῆς υποχρεώσεως αιτιολογίας εἶναι ταυτόχρονα νά επιτρέψει στόν ενδιαφερόμενο νά εκτιμήσει ἄν ἡ ἀπόφαση πάσχει ἀπό ελάττωμα τό όποιο επιτρέπει τήν ἀμφισβήτηση τῆς νομιμότητάς της καί νά καταστήσει δυνατό τόν έλεγχο ἀπό τό δικαιοδοτικό όργανο» (Δικαστήριο, τρίτο τμήμα, 28 Μαΐου 1980, Kuhner κατά Ἐπιτροπής, έχει ἀναφερθεί ἀνωτέρω — σημείο 15, 3η φράση).
Στην ἴδια ἀπόφαση θεωρήσατε επίσης ότι, γιά νά εκτιμηθεῖ ἄν εκπληρώθηκε ἡ υποχρέωση αιτιολογίας, ενδείκνυται «νά ληφθούν υπόψη όχι μόνο τό έγγραφο μέ τό όποιο ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση κοινοποιήθηκε, άλλά επίσης καί οἱ περιστάσεις ὑπό τίς οποίες λήφθηκε καί γνωστοποιήθηκε στόν ενδιαφερόμενο, καθώς καί τά υπηρεσιακά σημειώματα καί άλλες ἀνακοινώσεις πού τή στηρίζουν καί πού μέ σαφήνεια πληροφόρησαν τόν προσφεύγοντα περί τῶν λόγων καί τοῦ ερείσματος τῆς προαναφερθείσας ἀποφάσεως» (ἀπόφαση Kuhner, πού ἀναφέρθηκε ανωτέρω, σημείο 15, 2η φράση).
Ἔτσι σέ μία περίπτωση μεταβολής τοποθετήσεως χωρίς ἀλλαγή διαμονής, μέσα στό γραφείο στατιστικής, έγινε επέκταση τῆς διατυπώσεως πού χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως σέ περίπτωση παρόμοια μέ τίς προκείμενες, σ' εκείνη επιστημονικού υπαλλήλου πού μετατέθηκε ἀπό τό ἵδρυμα Petten (Κάτω Χωρών) τοῦ Κοινού Κέντρου Ἐρευνών στό ἴδρυμα Ispra (Ἰταλίας), ὁ όποιος ἀμφιοβητοῦσε τή μετάθεση: «γιά νά ἀποφασιστεί ἄν τηρήθηκαν οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ ἄρθρου 25, πρέπει νά ληφθεί υπόψη όχι μόνο ἡ ἴδια ἡ ἀπόφαση μεταθέσεως, άλλά καί τά υπηρεσιακά σημειώματα πού τή στηρίζουν, τά όποια γνωστοποιήθηκαν δεόντως στόν ενδιαφερόμενο καί πού τόν πληροφόρησαν μέ σαφήνεια περί τῶν λόγων πού ἀποτελοῦν τό έρεισμα τῆς προαναφερθείσας ἀποφάσεως» (Δικαστήριο, δεύτερο τμῆμα, 14 'Ιουλίου 1977, Geist κατά Επιτροπῆς, υπόθεση 61/76, Rec. σ. 1432, σκέψη 23).
Ἔχουμε τή γνώμη ὅτι, ἀκόμη καί ἄν χρησιμοποιηθεί στίς περιπτώσεις τῶν Carbognani καί Coda Zabetta ἡ διατύπωση τῆς ἀποφάσεως Kuhner, τά στοιχεία πού τους γνωστοποιήθηκαν περιείχαν ἀνεπαρκή πληροφόρηση. Όπως προκύπτει ἀπό τή δικογραφία είχαν στή διάθεση τους ὡς γενικές πληροφορίες τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπής περί καθιερώσεως τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως (παράρτημα 5 τῆς προσφυγής στην υπόθεση 161/80) καθώς καί τήν ἀνακοίνωση τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979 πού περιείχε ὑπόμνηση τῶν τρόπων εφαρμογής τῆς στους υπαλλήλους τῶν κατηγοριῶν Β καί C (παράρτημα 6 τῆς προσφυγής στην υπόθεση 161/80). Ή Coda Zabetta δέν προσκόμισε ὡς εἰδικό στοιχείο γιά τήν ιδιαίτερη περίπτωση της, παρά τήν ἀνακοίνωση τοῦ γενικοῦ τῆς διευθυντή μέ τήν ὁποία τῆς επισήμαινε ὅτι ἡ επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως γνώριζε τήν προσωπική τῆς κατάσταση ὅταν υἱοθέτησε τήν πρόταση του, ἐνῶ γιά τήν Carbognani τό μόνο πού προκύπτει ἀπό τήν ἀνακοίνωση τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979 εἶναι ὅτι οἱ προσωπικοί λόγοι πού εἶχε επικαλεστεί κρίθηκαν ἀνεπαρκείς γιά νά επιτύχει τήν ἀνάκληση πού ἐπιθυμοῦσε.
Βεβαίως δέ φαίνεται σκόπιμο νά επισημανθοῦν, σέ ἀπόφαση ἐπανατοποθετήσεως, οἱ ἀκριβείς λόγοι πού συνδέονται μέ τήν κατάσταση τοῦ υπαλλήλου πού ἀποτελεί ἀντικείμενο ανακλήσεως κυκλικής μετακινήσεως ή πού εξαιρείται ἀπό αυτή, πράγμα πού ασφαλώς θά μποροῦσε νά εἶναι ενοχλητικό γιά εκείνον καί τους συναδέλφους του. Θεωροῦμε δικαιολογημένη κατά τό μέτρο αυτό τήν επέκταση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου σχετικά μέ τίς προαγωγές πού προτείνει ἡ Ἐπιτροπή (Δικαστήριο, πρώτο τμήμα, 13 'Ιουλίου 1972, Bernardi κατά Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, υπόθεση 90/71 Rec. σ. 609, σκέψη 15).
Ἀλλά πιστεύουμε ὅτι πρέπει επίσης νά εἶναι γνωστές οἱ γενικές ἀρχές εκτιμήσεως τῆς «προσωπικής, οικογενειακής ἡ κοινωνικής καταστάσεως» πού καθιερώθηκαν ἀπό τήν επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως γιά τή χορήγηση ἡ τήν άρνηση ἀνακλήσεως. Δεδομένου ὅτι οἱ ἀρχές αυτές έχουν παραμείνει μυστικές θεωροῦμε ὅτι τό Δικαστήριο δέν εἶχε τή δυνατότητα νά ελέγξει ἄν ἡ εκτίμηση τῆς καταστάσεως τους ὑπήρξε «ἀντικειμενική καί ὄχι αυθαίρετη» γιά νά επαναλάβουμε τους ὅρους πού χρησιμοποιοῦμε στίς προτάσεις μας τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 89/79, Bonu κατά Συμβουλίου (Rec. 1980 σ. 568). Ή υποχρέωση διακριτικότητας πού ἀσφαλώς πρέπει νά επικρατεί κατά τή λήψη ἀποφάσεων ὅπως οἱ επίμαχες δέν πρέπει νά φτάνει μέχρι τό σημείο νά καθιστᾶ ἀδύνατο τό δικαστηριακό έλεγχο.
Δέ νομίζουμε ὅτι μποροῦν νά μας ἀντιτάξουν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή εἶναι ελεύθερη νά μεταθέτει τους υπαλλήλους τῶν γραφείων της τύπου καί πληροφοριών έξω ἀπό τό πλαίσιο τῆς εφαρμογής τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, επειδή τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας ἀποτελεί σχετικώς βάση καί επαρκή αιτιολογία καί, συνεπώς, ὅτι ἀφοο ἡ αἰτιολόγηση πού έδωσε στην περίπτωση αυτή εἶναι περιττή τά κενά πού παρουσιάζει στερούνται σημασίας. Νομίζουμε, τουναντίον, ὅτι ἀπό τή στιγμή πού ή Ἐπιτροπή λαμοάνει μιά απόφαση κατ' ἐφαρμογή τον συστήματος κυκλικῆς μετακινήσεως ὀφείλει νά παρέχει στους υπαλλήλους πού άφορᾶ τή ουνατότητα νά ελέγχουν ἄν ἡ εφαρμογή τῆς αποφάσεως ὡς πρός αὐτούς εἶναι κανονική ἐν ὄψει τῶν κριτηρίων πού ἡ ἴδια έχει καθιερώσει.
3.
Οἱ προσφεύγουσες, στην ἀπάντησή τους, επικαλοῦνται επίσης ὅτι ἡ αιτιολόγηση τῶν ἀποφάσεων πού τίς ἀφοροῦν είναι ἐσφαλμένη γιά άλλο λόγο, στόν όποῖο, κατά τη συνεδρίαση, έδωσαν έκταση νέου λόγου.
α)
Μέμφονται δύο γεγονότα. Ή μεταβολή τοποθετήσεως τους ἔχει ἀποφασιστεί κατ' εφαρμογή τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, τό όποιο προϋποθέτει ὅτι κάθε υπάλληλος πού μετατίθεται ἀντικαθίσταται στά καθήκοντα του· δέ θά ἀντικατασταθούν στό γραφείο τύπου καί πληροφοριῶν Ρώμης. Συνάγουν ἀπό αυτό ὅτι ἡ αιτιολογία πού δόθηκε γιά τή μετάθεση τους είναι ἐσφαλμένη.
Ή Ἐπιτροπή, στην ἀνταπάντηση της άπαντᾶ ὅτι ἡ αἰτιολογία πού δόθηκε κατά τήν υἱοθέτηση, τή 14η Νοεμβρίου 1979, τοῦ πίνακα τῶν υπαλλήλων πού υπόκεινται σέ κυκλική μετακίνηση τό 1980 ήταν ὀρθή, ἀλλά, ἐν συνεχεία, ἡ ἀρμόδια για τους διορισμούς ἀρχή έκρινε ἐξάλλου ὅτι τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας ἀπαιτοῦσε νά μήν ἀντικατασταθοῦν οἱ προσφεύγουσες. Πράγματι ἡ σύγκριση μεταξύ τῶν γραφείων τύπου καί πληροφοριών Ρώμης καί Βόννης καταδεικνύει ὅτι, γιά έναν παραπλήσιο ἀριθμό ὑπαλλήλων τῶν κατηγοριών Α καί Β (εννέα στή Βόννη, ὀκτώ στή Ρώμη), ὁ ἀριθμός τῶν γραμματέων στή Ρώμη εἶναι τρεις φορές μεγαλύτερος (δεκατέσσερις) ἀπό τή Βόννη (πέντε). Ή Ἐπιτροπή συνάγει ἀπό αυτό ὅτι ἡ ἀρχική αιτιολόγηση ἀποφάσεως δέν πρέπει νά θεωρηθεί ἐσφαλμένη επειδή νέος λόγος πού ἀντλείται ἀπό τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας προστίθεται σ' αυτήν.
β)
Ή συζήτηση ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου πήρε νέα τροπή κατά τή συνεδρίαση, ὅπου οἱ προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ὅτι ή ἀνταπάντηση ἀποκάλυψε τήν πραγματική αιτία τῆς ἀποφάσεως πού λήφθηκε έναντι τους: τόν περιορισμό τοῦ ἀριθμού τῶν γραμματέων τοῦ γραφείου τύπου καί πληροφοριῶν Ρώμης. Ή Ἐπιτροπή, κατ' αυτό τόν τρόπο, χρησιμοποιώντας τή διαδικασία κυκλικής μετακινήσεως γιά νά προβεί σέ ἁπλή μετάθεση, χρησιμοποιώντας συνεπώς τίς ἀρμοδιότητες τῆς γιά σκοπό άλλο ἀπό εκείνο γιά τόν όποιο τίς έλαβε, διέραξε πραγματική κατάχρηση εξουσίας. Πρόκειται περί τρίτου λόγου ἀκυρώσεως ὁ όποιος, δεδομένου ὅτι ἀνέκυψε ἐκ τῶν υστέρων, εἶναι παραδεκτός σύμφωνα μέ τό άρθρο 42 παράγραφος 2 εδάφιο 1 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
Κατά τη γνώμη μας, δέ συμβαίνει τίποτε ἀπό αυτά: βρισκόμαστε ενώπιον προσπάθειας διάφορου χαρακτηρισμοῦ γεγονότων πού ήταν γνωστά στίς προσφεύγουσες ἀπό πολύ πρίν. Κατά τή συνεδρίαση ἀσφαλιστικών μέτρων τῆς 31ης 'Ιουλίου 1980 (σ. 37 τελευταία παράγραφος καί 38 παράγραφος 1, τῶν πρακτικών τῆς συνεδριάσεως αυτής), πρίν συνεπώς ἀπό τήν κατάθεση τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως, ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχε ήδη επικαλεστεί τήν πληθώρα γραμματέων στό γραφείο Ρώμης καί εἶχε επισημάνει ὅτι ἀντιμετωπίζόνταν ἡ τοποθέτηση δύο ἀπό αυτές σέ παράρτημα τοῦ γραφείου αὐτού πού θά λειτουργοῦσε στό Μιλάνο. Ἐξάλλου νομίζουμε ὅτι προκύπτει σαφώς ἀπό τό περιεχόμενο τοῦ δήθεν νέου αὐτοῦ λόγου ὅτι επαναλαμβάνεται τό ἐπιχείρημα πού προβλήθηκε στην ἀπάντηση καί τό όποιο εκθέσαμε πρό ὀλίγου.
γ)
Οἱ διαπιστώσεις αυτές δέν εμποδίζουν τήν εξέταση του, ὑπό τόν ἀρχικό του χαρακτηρισμό. Ἐπειτα ἀπό μερικούς δισταγμούς καταλήξαμε στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἀβάσιμος.
Ἀσφαλώς, ἡ χρησιμοποίηση ὡς τίτλου τοῦ επίμαχου συστήματος τοῦ ὅρου «κυκλική μετακίνηση» χωρίς ἀμφιβολία δέν είναι ἀθώα· υπονοεί ὅτι κατ' ἀρχήν οἱ υπάλληλοι τῶν γραφείων πού θίγονται ἀπό την εφαρμογή του πρέπει νά αντικατασταθοῦν. Αυτή φαίνεται νά εἶναι καί ἡ ἔννοια των διατάξεων τοῦ συστήματος πού τονίζουν τήν ἀνάγκη νά διατηρηθεί ἡ συνέχιση των δραστηριοτήτων (in: Ι — Ἀρχές τῆς κυκλικής μετακινήσεως — in: II — Ἐφαρμογή τοῦ συστήματος, παράγραφος 2.1) καί ἰδίως εκείνης πού προβλέπει τήν πληροφόρηση τῶν υπαλλήλων τῶν άλλων τόπων εργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς καί κυρίως των Βρυξελλῶν, ἐπί τῶν δυνατοτήτων τοποθετήσεως στά γραφεία, ώστε νά μπορέσουν νά υποβάλουν τήν υποψηφιότητα τους μέσα στό πλαίσιο τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως (in: II — Ἐφαρμογή τοῦ συστήματος, παράγραφος 1.2). Ἀλλά, οἱ διατάξεις αυτές ἄν διαβαστούν προσεκτικά δέ συνεπάγονται ὅτι κάθε υπάλληλος πού καλείται ἡ ἀνακαλείται στίς Βρυξέλλες πρέπει νά ἀντικατασταθεί ἄν ἡ διοίκηση διαπιστώσει ὅτι τά καθήκοντα πού εκτελούσε μπορούν νά ἐκπληρωθούν ἀπό τους συναδέλφους πού παραμένουν ἐπί τόπου.
Ἀσφαλώς επίσης, θά περίμενε λογικά κανείς ὅτι, ἀπό τή στιγμή πού ἡ διοίκηση πραγματοποίησε τίς πρώτες φάσεις διαδικασίας μεταθέσεως μέ κυκλική μετακίνηση πληροφορώντας τους υπαλλήλους γιά τή μεταβολή τοποθετήσεως τους καί δημοσιεύοντας τίς προσκλήσεις γιά υποβολή υποψηφιοτήτων πρός ἀντικατάσταση τους, θά τή συνέχιζε μέχρι τέλους. Ἀλλά ἄν, στό μεταξύ, διαπιστώσει ὅτι συμφέρει καλύτερα νά μήν τους ἀντικαταστήσει δέν μπορούμε, κατά τή γνώμη μας, νά τήν κατακρίνουμε γι' αυτό, ἀφού είχε τό δικαίωμα νά μεταβάλει τήν τοποθέτηση τῶν υπεράριθμων υπαλλήλων χωρίς τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως βάσει τοῦ μόνου συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας (Δικαστήριο, πρώτο τμήμα, 11 'Ιουλίου 1968, Labeyrie κατά Ἐπιτροπής, υπόθεση 16/67, Rec. σ. 445 Δικαστήριο, πρώτο τμήμα, 16 'Ιουνίου 1971, Vistosi κατά Ἐπιτροπής, πού ἀναφέρθηκε ἀνωτέρω, Rec. σ. 542, σκέψη 14 Δικαστήριο, δεύτερο τμήμα, 14 'Ιουλίου 177, Geist κατά Ἐπιτροπής, πού ἀναφέρθηκε ἀνωτέρω, Rec. σ. 1434, σκέψη 38). Στίς περιπτώσεις τῶν Carbognani καί Coda Zabetta, θεωροῦμε ὅτι οἱ εξηγήσεις πού δόθηκαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή συνιστοῦν ἱκανούς λόγους συμφέροντος τῆς υπηρεσίας.
IV — Ἐν συμπεράσματι, προτείνουμε:
—
νά ἀκυρωθεί, καθ' ὅσον άφορᾶ τίς Carbognani καί Coda Zabetta, ἡ απόφαση της Ἐπιτροπής τῆς 28ης Νοεμβρίου 1979, μέ την ὁποία καταρτίστηκε ὁ πίνακας τῶν υπαλλήλων τῶν γραφείων τῆς τύπου καί πληροφοριῶν στους ὁποίους εφαρμόζεται τό 1980 τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως
—
νά καταδικαστεί ἡ Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy